Αναζητώντας την χαμένη Ατλαντίδα

«Ήταν κάποτε μια πανέμορφη γη, εύφορη, πλούσια κι απροσπέλαστη: Δυο νησιά πέρα από τις Ηράκλειες Στήλες, που περιβάλλονταν από δαχτυλίδια γης και νερού, έτσι ώστε κανένας ξένος να μην μπορεί να φτάσει ως εκεί. Την έλεγαν Ατλαντίδα κι ανήκε στον θεό Ποσειδώνα, που φρόντιζε για το καλό της. Ο λαός, που ζούσε εκεί, ήταν πλούσιος, ευτυχισμένος, πολιτισμένος, προοδευμένος και πολύ δίκαιος. Όμως, παραστράτησε, έγινε απάνθρωπος και γνώρισε σκληρή την τιμωρία των θεών».

Κάπως έτσι περιγράφει ο Πλάτων στον «Κριτία» του τη χαμένη Ατλαντίδα. Και στον «Τίμαιο» προσθέτει πως ο σοφός Σόλων, όταν πήγε στην Αίγυπτο, έμαθε από τους ιερείς ότι οι Αθηναίοι, 9.000 χρόνια πριν από την εποχή του, απέκρουσαν μια επίθεση των κατοίκων της Ατλαντίδας, που καταποντίστηκε έπειτα από έναν φοβερό σεισμό. Περίπου τότε σχηματίστηκε και το λεκανοπέδιο της Αθήνας.

Πιο πριν, σύμφωνα με τα πανάρχαια κείμενα των Αιγυπτίων που έφτασαν ως εμάς μέσω των διαλόγων του Πλάτωνα, η περιοχή ήταν οροπέδιο: Ο χώρος ανάμεσα στους σημερινούς λόφους ήταν παραγεμισμένος με χώμα.

Πάνω του ζούσαν οι τάξεις των ιερέων και των πολεμιστών: 20.000 πολεμιστές, άνδρες και γυναίκες, με δόρατα και ασπίδες. Είχαν τα σπίτια τους στα βόρεια της έκτασης, πλάι σε εγκαταστάσεις για συσσίτια. Και τα γυμναστήρια στα νότια, πλάι σε άλλες εγκαταστάσεις για συσσίτια. Στο κέντρο υπήρχε μια αστείρευτη βρύση, ενώ ένας λιτός μαντρότοιχος περιέκλειε τα ιερά της Αθηνάς και του Ηφαίστου, που προστάτευαν την πόλη. Στο κείμενο του Πλάτωνα, το πολίτευμα χαρακτηρίζεται άριστο, καθώς κάθε τάξη ζούσε χωριστά. Χωριστά οι βοσκοί, χωριστά οι γεωργοί, χωριστά οι κυνηγοί, οι τεχνίτες, οι ιερείς, οι πολεμιστές. Πληροφορίες για τη μορφή της διοίκησης δεν υπάρχουν. Μόνο για τους πολεμιστές αναφέρεται ότι ήταν οι φύλακες των συμπολιτών τους και αρχηγοί των άλλων Ελλήνων.

Σ’ αυτή την περίεργη πόλη, όπου αργότερα αναπτύχθηκε η Αθήνα, το πιο μεγάλο αγαθό ήταν η μόρφωση, ενώ σε μεγάλη υπόληψη βρίσκονταν η μαντική, η ιατρική και η διατήρηση της υγείας. Η ευνομία και η ευτυχία πλημμύριζαν τη ζωή των κατοίκων, που θεωρούνταν γέννημα θρέμμα των θεών.

Κάποια στιγμή, αλαζόνες Άτλαντες εισέβαλαν στη Μεσόγειο με σκοπό να κατακτήσουν όλους τους λαούς. Ο στρατός τους αριθμούσε 1.100.000 άνδρες. Καθώς ο τρόμος κυριάρχησε παντού, η μια περιοχή μετά την άλλη εγκατέλειπαν τον αγώνα αφήνοντας μόνους τους κατοίκους της Αθήνας να τα βγάλουν πέρα με τον εχθρό. Λίγο ακόμη και η χώρα θα καταστρεφόταν. Όμως, οι πολεμιστές της περιοχής όπου αργότερα κτίστηκε η Αθήνα (οι 20.000), όχι μόνον άντεξαν στην επίθεση των Ατλάντων αλλά κατάφεραν και να τους νικήσουν. Με μιαν αντεπίθεση διαρκείας, τους πήραν στο κυνήγι, ελευθερώνοντας κι όλες τις άλλες περιοχές. Είχαν τόση μεγαλοψυχία, ώστε, όταν ο κίνδυνος απομακρύνθηκε οριστικά, οι Αθηναίοι δε ζήτησαν ανταλλάγματα για την προσφορά τους στους άλλους λαούς. Από τότε, λένε τα αρχαία κείμενα, οι Αιγύπτιοι αγαπούν τους Αθηναίους και τους θεωρούν αδέρφια τους.

Όμως, λίγο καιρό αργότερα, ζωντάνεψαν όλα τα στοιχειά της φύσης. Σεισμοί και κατακλυσμοί έπληξαν τη γη. Η Ατλαντίδα καταποντίστηκε, ενώ την ίδια εποχή στην Αττική, τα χώματα λιώσανε από τον νυχτερινό κατακλυσμό και τον σεισμό που συνέβη πολύ πριν από τη σύγχρονη του Δευκαλίωνα καταστροφή. Κι έτσι, όπως τα χώματα παρασύρθηκαν  στη θάλασσα, έμειναν στην Αττική μόνον οι γυμνοί βράχοι: Οι λόφοι που και σήμερα σχηματίζουν το λεκανοπέδιο. Τότε ήταν που στέρεψε και η βρύση στη μέση του οροπεδίου.

 

Όσο κι αν όλ’ αυτά μοιάζουν με παραμύθι, στάθηκαν αρκετά για να τροφοδοτήσουν τη χίμαιρα. Γενιές ερασιτεχνών κι επιστημόνων ξόδεψαν χρόνο και χρήμα, προσπαθώντας να εντοπίσουν τη θρυλική πολιτεία. Όμως, πλην των διαλόγων του Πλάτωνα, άλλες αρχαίες πηγές για την Ατλαντίδα δεν υπάρχουν. Μόνο προβληματισμός. Ο γεωγράφος Στράβων (63 π.Χ. - 23 μ.Χ.) αναφέρει ότι ο Αριστοτέλης δεν πολυπίστευε στην ύπαρξη της Ατλαντίδας, ενώ ο ίδιος δεν απέκλειε την πιθανότητα η χαμένη πολιτεία να μην είναι αποκύημα φαντασίας. Ο φιλόσοφος Πρόκλος (412; - 489) ήταν βέβαιος ότι υπήρξε. Με την Ατλαντίδα ασχολήθηκαν και άλλοι (Ποσειδώνιος, Πλίνιος, Διόδωρος ο Σικελός, Μαρκελίνος, Τιμαγένης, Κλαύδιος Αιλιανός κ.λπ.) αλλά όλων μοναδική πηγή ήταν οι διάλογοι του Πλάτωνα.

Το νησί, αναφέρεται στον Κριτία, βρισκόταν πέρα από τις Ηράκλειες Στήλες και είχε τεράστια έκταση: Όσο η Λιβύη και η Αίγυπτος μαζί. Στην αρχή, όμως, η θάλασσα απείχε μόλις 16 χιλιόμετρα από το κέντρο του. Όταν οι θεοί αποφάσισαν να μοιράσουν τη Γη, έβαλαν κλήρο. Το νησάκι έπεσε στη μερίδα του Ποσειδώνα. Ο θεός μάλλον δε θα ασχολιόταν ποτέ μ’ αυτόν τον τόπο, αν δεν τύχαινε να μένει εκεί ο βασιλιάς Ευήνορας με τη βασίλισσα Λευκίππη. Και οι δυο πέθαναν νέοι κι άφησαν ορφανή μια πανέμορφη κόρη σε ηλικία παντρειάς: Ήταν η βασιλοπούλα Κλειτώ, μόνη κι έρημη στον κόσμο.

Οι πρώτοι ερευνητές που αναζήτησαν την Ατλαντίδα, κυριολεκτικά κρεμάστηκαν από το όνομα της βασίλισσας κι άρχισαν να ψάχνουν: Λευκίππη λεγόταν η γυναίκα του Ίλου αλλά και η σύζυγος του Μινύα. Με άλλα λόγια, το ίδιο όνομα είχαν τρεις βασίλισσες: Οι γυναίκες του γενάρχη των Ατλάντων, του ήρωα που ίδρυσε το Ίλιο κι εκείνου που δημιούργησε το βασίλειο των Μινύων, στον Ορχομενό της Βοιωτίας.

Οι Μινύες άκμασαν παράλληλα με τη μινωική Κρήτη και τις Μυκήνες κι έμειναν ξακουστοί για την αργοναυτική εκστρατεία αλλά και για τα σπουδαία υδραυλικά έργα που έκαναν στην Κωπαΐδα. Έργα που είχαν να κάνουν με το τιθάσεμα των νερών και της πλημμύρας. Και το «Λευκίππη» παραπέμπει ολόισια στο άσπρο άλογο που ήταν η αδυναμία του Ποσειδώνα.

Το θέμα όμως είναι η βασιλοπούλα η Κλειτώ. Μόλις την είδε ο θεός της θάλασσας, την ερωτεύτηκε. Αγαπήθηκαν σ’ ένα καταπράσινο κεντρικό λοφάκι. Η Κλειτώ έμεινε έγκυος πέντε φορές στη σειρά. Και κάθε φορά γεννούσε δίδυμα. Έτσι, μέσα σε λιγότερο από πέντε χρόνια, ο Ποσειδώνας απέκτησε δέκα γιους.

 

Για να έχει την ησυχία της η Κλειτώ, ο ερωτευμένος θεός άρχισε να σκάβει, ν’ ανοίγει κανάλια, να υψώνει βουνά, να γεμίζει τάφρους με θαλασσινό νερό, ώσπου δημιουργήθηκε η Ατλαντίδα. Κανένας θνητός δεν επιτρεπόταν να πατήσει στο κεντρικό νησάκι, όσο ζούσε η βασιλοπούλα. Ο τόπος μεταβλήθηκε σ’ έναν μικρό παράδεισο: Λουλούδια, ζωάκια και καλλικέλαδα πουλιά τής κρατούσαν συντροφιά. Δυο πηγές έβγαζαν η μια ζεστό νερό και η άλλη δροσερό και κρυστάλλινο.

Από την περιγραφή, προέκυψε ένα σημαντικό στοιχείο. Συνήθως, οι πηγές με ζεστό νερό συνδέονται με υποθαλάσσια ή υπόγεια ηφαίστεια. Επομένως, η έρευνα αφορούσε ένα τεράστιο νησί που καταποντίστηκε 9.000 χρόνια πριν από την εποχή του Σόλωνα, βρισκόταν πέρα από τις Ηράκλειες Στήλες και είχε κοντά του ηφαίστειο.

Γεφύρια πάνω από τα κανάλια επέτρεπαν την επικοινωνία από τον ένα δακτύλιο γης στον άλλο. Γύρω γύρω, υπήρχαν σειρές υψωμένα πέτρινα τείχη. Οι πέτρες ήταν άσπρες, μαύρες και κόκκινες, όπως αναφέρει ο Κριτίας, όμως πολλοί υποστήριξαν πως δεν επρόκειτο για τείχη αλλά για εσωτερικές πλευρές κρατήρα ηφαιστείου. Αυτό που ονομάζουν καλντέρα και φαίνεται ανάγλυφο στη Σαντορίνη: Άσπρη στάχτη, μαύρη λάβα, κόκκινα οξείδια του σιδήρου.

Κόκκινο, μαύρο κι άσπρο, άλλωστε, είναι τα χρώματα της προϊστορικής Σαντορίνης, όπως για παράδειγμα τα ζωγραφισμένα χελιδόνια σε αγγείο που βρέθηκε εκεί. Όμως, ίδια χρώματα έχουν και οι ζωγραφιστοί ταύροι της μινωικής Κρήτης. Κι εκεί δεν υπάρχουν ηφαίστεια.

Ο Κριτίας λέει πως η πρόσοψη του εξωτερικού τείχους ήταν ντυμένη με χαλκό, του εσωτερικού με κασσίτερο και της κεντρικής ακρόπολης με ορείχαλκο. Κι ακρόπολη εννοεί το κεντρικό νησάκι. Ένας χρυσός μαντρότοιχος στο λοφάκι περιτείχιζε το ιερό που ήταν αφιερωμένο στην Κλειτώ και στον Ποσειδώνα. Ακόμη, υπήρχαν δυο πηγές και στο βάθος, δεξαμενές: Σκεπαστές και χωριστές για τους βασιλιάδες, τον λαό και τις γυναίκες. Ένα πολύπλοκο υδραυλικό σύστημα εξυπηρετούσε τις ανάγκες της πόλης για υδροδότηση.

Στους επόμενους δακτύλιους, υπήρχαν γυμναστήρια, ναοί, κήποι και ιπποδρόμια. Το ένα, τεράστιο. Ανάμεσα σ’ αυτό και στο κανάλι βρίσκονταν τα σπίτια των φρουρών. Λιμάνια και γεφύρια συμπλήρωναν την όλη εικόνα. Κι όλα αυτά, υποτίθεται, 9.000 χρόνια πριν από την εποχή του Σόλωνα. Σίγουρα, κάποιο λάθος έπρεπε να υπάρχει.

Η χώρα, όπου ζούσε ο λαός, ήταν ένα οροπέδιο. Πολύ ψηλά πάνω από τη θάλασσα, με απότομες, σχεδόν κάθετες πλαγιές. Με μια επίπεδη, επικλινή πεδιάδα προφυλαγμένη από πιο ψηλές κορφές κι απροσπέλαστη από τον βοριά. Υπήρχαν εκεί πλούσιες πόλεις, λίμνες, ποτάμια, λιβάδια, εύφορα εδάφη, κάθε είδους ζώα, ακόμα κι ελέφαντες.

Ολόκληρη η χώρα ήταν χωρισμένη σε δέκα διαμερίσματα, ένα για κάθε βασιλιά απόγονο εκείνων των δέκα παιδιών της Κλειτούς και του Ποσειδώνα. Οι περιοχές, γράφει το κείμενο, ήταν 60.000 και το εξωτερικό κανάλι είχε πλάτος 10.000 στάδια. Αυτό σήμαινε 1.850 χιλιόμετρα ή όσο η απόσταση Αθήνα - Θεσσαλονίκη πάνω από τρεις φορές! Γι’ αυτό και πολλοί πίστευαν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με τους αριθμούς.

Όμως, η αναζήτηση της χαμένης Ατλαντίδας έγινε ψύχωση. Τολμηροί ερευνητές πιάνονταν από τις μικρολεπτομέρειες, που τις μετέτρεπαν σε φαντασίωση, κι ορμούσαν να την ανακαλύψουν, εκεί όπου τους οδηγούσε η διαίσθηση. Τα αποσπάσματα που σώθηκαν από τους διαλόγους του Πλάτωνα, «Κριτίας» και «Τίμαιος», έγιναν μπεστ σέλερ καθώς σ’ αυτά φώλιαζαν όλες οι αρχαίες πληροφορίες για την καταποντισμένη χώρα. Κάπως έτσι γεννήθηκε η συγκριτική μέθοδος της έρευνας στα τυφλά. Οι εξερευνητές του ονείρου προσπαθούσαν απελπισμένα από κάπου να πιαστούν.

Έψαχναν να βρουν διαδρόμους μέσα από τις κοινές ονομασίες. Η Λευκίππη, εκτός από γυναίκα του βασιλιά της Ατλαντίδας, ήταν συνονόματη με τη γυναίκα του Λαομέδοντα και με τη γυναίκα του Μινύα: Ατλαντίδα, Τροία, Ορχομενός. Η γενιά των Ατλάντων παρουσίαζε ανάλογους συνειρμούς.

Ο πρώτος που γεννήθηκε, ήταν ο Άτλαντας, ο γενάρχης των βασιλιάδων. Άτλαντα έλεγαν κι έναν από τους Τιτάνες, τον πατέρα των Ωκεανίδων. Αυτό ταιριάζει με τον Ποσειδώνα, τον θεό της θάλασσας. Κι ο δίδυμος αδερφός του λεγόταν Εύμηλος, όπως κι ο γιος του Άδμητου και της Αλκμήνης, που μετείχε στον Τρωικό πόλεμο ως ηγέτης των Θεσσαλών.

Από τη δεύτερη φουρνιά διδύμων, ο δεύτερος, λεγόταν Ευαίμωνας. Ένας συνονόματός του, από τη Θεσσαλία, ήταν ανάμεσα στους μνηστήρες της ωραίας Ελένης, πριν να διαλέξει τον Μενέλαο. Κι ο Μήστορας της τέταρτης φουρνιάς, ήταν συνονόματος με έναν από τους νόθους γιους του Πριάμου. Μήστορας λεγόταν κι ένας γιος του Περσέα και της Ανδρομέδας, στο Άργος.

Τα ονόματά τους φέρνουν στον νου εικόνες από τη Θεσσαλία, την Τροία και, έμμεσα, τους Αχαιούς. Το διοικητικό τους σύστημα, όμως, θυμίζει μινωική Κρήτη και μυκηναϊκή Κεντρονότια Ελλάδα. Ο Άτλαντας έγινε βασιλιάς, ενώ τα άλλα εννιά αδέρφια του τοπικοί άρχοντες που εξουσίαζαν μεγάλους πληθυσμούς. Επρόκειτο, δηλαδή, για ένα είδος φεουδαρχίας, που παραπέμπει στην Κνωσό ως κέντρο διοίκησης της μινωικής αυτοκρατορίας και στις Μυκήνες ως κέντρο διοίκησης της μυκηναϊκής επικράτειας.

Αυτά, μαζί με τον Εύμηλο, τον δίδυμο αδερφό του Άτλαντα, αποτελούν μια πρόκληση πρώτης τάξης. Επειδή το όνομα μπορεί απλά να σηματοδοτεί το νησί Μήλος. Είναι στο πιο δυτικό σημείο των νότιων Κυκλάδων, έχει μινωικό ανάκτορο, που σημαίνει και τοπική διοίκηση, έχει ηφαίστειο όπως η Σαντορίνη και βρίσκεται στο μεταίχμιο των δύο πολιτισμών (μινωικού και μυκηναϊκού. 

Η Κρήτη, όμως, μοιάζει να συνδέεται με την Ατλαντίδα, πιο πολύ από όσο η Τροία ή οι Μυκήνες. Το άσπρο, το μαύρο και το κόκκινο στα τείχη της καταποντισμένης πολιτείας παραπέμπουν στα χρώματα των τοιχογραφιών με τους ταύρους, που τόσο τιμούσαν οι Μινωίτες. Και η περιγραφή, που κάνει ο Κριτίας, μινωική εποχή θυμίζει:

Πριν να δικάσουν, οι δέκα άρχοντες των Ατλάντων άφηναν ελεύθερους ταύρους μέσα στον ναό του Ποσειδώνα και θυσίαζαν στον θεό εκείνον που θα κατόρθωναν να συλλάβουν χωρίς όπλα, χρησιμοποιώντας μόνο θηλιά και ξύλα. Οι τοιχογραφίες της Κνωσού, ένα αγαλματάκι και σφραγίδες που βρέθηκαν στην Κρήτη, κάτι έχουν να πουν γι’ αυτή τη διαδικασία. Περιγράφουν τα «ταυροκαθάψια», μια τολμηρή ακροβατική αθλητική επίδειξη, αφιερωμένη στον θεό Ποσειδώνα: Τέσσερις άνδρες και γυναίκες με ξύλινα ρόπαλα περικύκλωναν έναν ταύρο με σκοπό να περιορίσουν τις κινήσεις του. Όταν το πετύχαιναν, ένας τους κατάφερνε να αναρριχηθεί στη ράχη του ταύρου, να τον πιάσει από τα κέρατα και να εκτελέσει μια σειρά από ακροβατικά κόλπα, χωρίς να πέσει, παρά τις προσπάθειες του ζώου να απαλλαγεί από τον απρόσκλητο αναβάτη του.

Όμως, Κνωσός, μινωική Κρήτη και ταυροκαθάψια ήταν άγνωστα στην μετά τον Πλάτωνα αρχαιότητα. Οι συζητήσεις για την ύπαρξη ή μη της Ατλαντίδας διεξάγονταν σε εντελώς θεωρητικό επίπεδο. Ατόνησαν. Η έλευση του χριστιανισμού έφερε σε πρώτο πλάνο το αλάθητο της Βίβλου. Και η Βίβλος μιλούσε για τη δημιουργία του κόσμου το 5.509/5.508 π.Χ. κατά την μετάφραση «των Ο’» (των 70) ή κατ’ άλλους το 5508 π.Χ. και το 5493 π.Χ. Οπότε αποκλειόταν κάτι να συνέβη 9.000 χρόνια πριν από την εποχή του Σόλωνα.

 

Ήταν το 1602, όταν ο αποκρυφιστής Ιταλός φιλόσοφος Τομάζο Καμπανέλα (Tommaso Campanella, 1536 – 1639) κυκλοφόρησε την αλληγορία του με τίτλο «Η Πολιτεία του Ήλιου», όπου περιγράφεται η κατά τον Πλάτωνα ιδανική πολιτεία. Ένα χρόνο νωρίτερα, είχε εκδώσει μια πραγματεία με τίτλο «Σχετικά με την μοναρχία στην Ισπανία» και ήδη υπήρχαν ράμματα για την γούνα του. Τον κατηγόρησαν ότι ήταν αιρετικός και ότι συνωμοτούσε εναντίον της Ισπανίας. Τον παρέλαβε η Ιερά Εξέταση και τον καταδίκασε σε ισόβια δεσμά. Η περιπέτειά του απετέλεσε την καλύτερη διαφήμιση για τις ιδέες του. Η χαμένη Ατλαντίδα ξαναβγήκε στο προσκήνιο. Επηρεασμένος από τον Καμπανέλα, ο ελισαβετιανός φιλόσοφος σερ Φράνσις Μπέικον (Βάκων για τους Έλληνες, 1561-1626), που πρέσβευε ότι «η γνώση είναι δύναμη», δημοσίευσε στα 1627 την αλληγορική «Νέα Ατλαντίδα», στην οποία, με σαφή επιρροή από τον «Τίμαιο» του Πλάτωνα, περιγράφεται  μια κοινωνία όπου οι κατακτήσεις και η ευεργετική επίδραση της επιστήμης επεμβαίνουν καταλυτικά στην πορεία για την κατάκτηση της ευτυχίας. Ο προβληματισμός για την χαμένη Ατλαντίδα ξαναβγήκε στο φως με τέτοια ένταση, ώστε δυο χρόνια αργότερα, στα 1629, ο πάπας Ουρβανός Η’ αποφυλάκισε τον Καμπανέλα που συνέχιζε να σαπίζει στη φυλακή.

 

Όμως, ο πρώτος και πιο φανερός στόχος της αναζήτησης ήταν τα μέρη έξω από το Γιβραλτάρ: «Πέρα από τις Ηράκλειες Στήλες» είπαν του Σόλωνα ότι έλεγαν οι γραφές κι εκεί, στον Ατλαντικό, πρωτοπήγαν να την αναζητήσουν. Αφού, λοιπόν, η Ατλαντίδα καταποντίστηκε, οι Αζόρες, η Μαδέρα και τα Κανάρια νησιά πρέπει να ήταν οι κορφές των αδιαπέραστων βουνών της. Άλλωστε, (στα 1748, όταν τους ανακάλυψαν οι Ισπανοί), οι άνθρωποι της φυλής των Γκουάνς, στα Κανάρια νησιά, τη Μαδέρα και τις Αζόρες, υποστήριζαν ότι είναι απόγονοι «του βασιλιά του Ουρανού, πρώτου κυβερνήτη της Ατλαντίδας». Όμως, από τον ΙΗ’ αιώνα, το νησί «Antillia» πήρε υποψηφιότητα να είναι η Ατλαντίδα. Είχε προϋπάρξει ένας χάρτης.

«Antillia» είναι το όνομα ενός θρυλικού νησιού που υποτίθεται ότι βρισκόταν στον Ατλαντικό ωκεανό, κάπου δυτικά της Πορτογαλίας και της Ισπανίας. Σ’ αυτό το νησί κατέφυγαν επτά επίσκοποι με όσους πιστούς τούς ακολούθησαν (υποτίθεται στα 734) και ίδρυσαν επτά πόλεις. Σ’ αυτές, αφθονούσε το χρυσάφι, οπότε, τον καιρό των ανακαλύψεων, πολλοί κυνηγοί θησαυρών μάταια το αναζητούσαν. Το όνομα «Antillia» είχε εντοπιστεί σε ένα γράφημα του 1367 και σήμερα πιστεύεται ότι αποτελεί παραφθορά της λέξης «Getuliae», κλασικού ονόματος της Βορειοδυτικής Αφρικής, όπου τον μεσαίωνα τοποθετούσαν τις Στήλες του Ηρακλή. Σε χάρτη του 1455, όμως, το θρυλικό νησί ταυτιζόταν με την Ατλαντίδα, όπως και ο Νέος Κόσμος ταυτιζόταν με την χαμένη πολιτεία σε χάρτη που ο αποκρυφιστής Τζον  Ντι (John Dee) είχε δημιουργήσει στα 1580. Όλα αυτά έκαναν να φουντώσει στα τέλη του ΙΗ’ αιώνα η φημολογία ότι «Antillia» και Ατλαντίδα ήταν ένα και το αυτό. Γενιές ακαδημαϊκών απέδειξαν ότι κάτι τέτοιο δεν ίσχυε.

 

Όμως, ο ιστορικός Ηρόδοτος έχει γράψει ότι, παλαιότερα, οι Έλληνες αποκαλούσαν Ατλαντικό ωκεανό τη θάλασσα που σήμερα ονομάζουμε Ινδικό ωκεανό. Κάποιοι συνέδεσαν την πληροφορία αυτή με την εξάπλωση των Σουμέριων. Με βάση τον Ηρόδοτο, στα 1904, ο Ουίλιαμ Σκοτ Έλιοτ δημοσίευσε ένα βιβλίο με θέμα την «χαμένη Λεμουρία». Είναι ένας φανταστικός ισθμός που κατά τον βιολόγο Ερνστ Χέκελ, τον γεωλόγο Μελχιόρ Νόιμαϊρ και άλλους, κάποτε ένωνε την Ινδία με τη Νότιο Αφρική. Τμήμα της γης αυτής υποτίθεται ότι είναι η Μαδαγασκάρη. Λεμουρία την βάφτισε στα 1864 ο γεωλόγος Φιλίπ Σκλάτερ, από το όνομα των λεμούριων, μια υπόταξη δενδρόβιων και καρποφάγων πρωτευόντων (προπίθηκων ή πίθηκων με αλεπουδίσιο ρύγχος), τους οποίους θεώρησε πρόγονους του ανθρώπου (ήταν η εποχή που οι θεωρίες του Δαρβίνου βρίσκονταν στην επικαιρότητα). Εντοπίζονταν τότε μόνο στη Μαδαγασκάρη και στην Ινδία και γι’ αυτό θεωρήθηκε ότι οι δυο περιοχές ήταν κάποτε ενωμένες (όντως ήταν αλλά η κίνηση της τεκτονικής πλάκας που χώρισε την Ινδία από τη Μαδαγασκάρη, πραγματοποιήθηκε εκατομμύρια χρόνια πριν από την εποχή μας με αποτέλεσμα η αρχική ξηρά να σπάσει και οι δυο περιοχές να μετακινηθούν στη σημερινή τους θέση, χωρίς να υπάρξει βύθιση κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας).

Στα 1925, ο Ουίλιαμ Σκοτ Έλιοτ επανήλθε με νέα έκδοση ενός βιβλίου που είχε εκδώσει το 1896: «Η χαμένη Λεμουρία και η Χαμένη Ατλαντίδα», τοποθετώντας την πολιτεία του Πλάτωνα στον Ειρηνικό. Ο Αργεντινός ιδρυτής της κίνησης «Νέα Ακρόπολη», Χόρχε Άνχελ Λιβράγκα Ρίτζι (1930 – 1991), στο βιβλίο του «Επιστροφή στην Ατλαντίδα», στον Ατλαντικό την τοποθετεί, πέρα από το Γιβραλτάρ. Και πρόσφατα, στα 2001, ο Γάλλος καθηγητής του πανεπιστημίου της Αιξ αν Προβάνς, Ζακ Κολίνα Ζιράρ, ανακοίνωσε ότι εντόπισε την Ατλαντίδα στο βυθό πλάι στο νησί Σπαρτέλ, ακριβώς λίγο πέρα από το Γιβραλτάρ, όπου υπάρχει βυθισμένη άλλοτε στεριά: Βυθίστηκε στα τέλη της εποχής των παγετώνων, γύρω στα 13.500 χρόνια πριν από την εποχή μας. Το πρόβλημα βρίσκεται στο ότι η  έκταση που καταποντίστηκε, έχει μήκος μόλις 14 χλμ. και πλάτος πέντε. Και βέβαια, ούτε ίχνος κτισμάτων δεν υπάρχει εκεί.  Στον ενδιάμεσο χρόνο, η Ατλαντίδα τοποθετήθηκε «πέρα από τις Ηράκλειες Στήλες» στο Κάντιθ της Ισπανίας, στη Βραζιλία, στη Σουηδία και στα παράλια της Ιρλανδίας, Υπήρξαν όμως και καμιά πενηνταριά τοποθεσίες που δεν είχαν σχέση με το Γιβραλτάρ, όπως η Σιβηρία.

Αμφισβητώντας την ύπαρξη της Ατλαντίδας, ο καθηγητής Σπύρος Μαρινάτος υπέθετε ότι ο μύθος είναι κοινός στους ινδοευρωπαϊκούς λαούς και σημείωνε ότι στα ινδικά έπη «Μαχαβαράτα» (Mahabharata) και «Ραμαγιάνα» (Ramayana), θα μπορούσαμε να πούμε η Ιλιάδα και η Οδύσσεια των Ινδών, αναφέρεται η εξαφάνιση ενός εύφορου και θαλερού νησιού, ενώ αντίστοιχη παράδοση υπήρχε και στο Μέσο Βασίλειο της Αιγύπτου. Ο ίδιος εξέφρασε τη γνώμη ότι ο μύθος απηχεί τον χαλασμό που επέφερε η λαίλαπα των «Λαών της Θάλασσας».

Στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, οι Μάγιας πίστευαν ότι η δημιουργία του κόσμου έγινε κατά περιόδους, που τέλειωναν με μεγάλες καταστροφές της πλάσης και των πλασμάτων, ώσπου, την τέταρτη περίοδο, όλα να πάρουν την τελική τους μορφή. Και οι ιθαγενείς των Κανάριων νησιών πίστευαν ότι κοιτίδα τους είναι μια χαμένη ήπειρος. Κι ακόμα, οι λευκοί ιθαγενείς της Βενεζουέλας ισχυρίζονται ότι προέρχονται από ένα μεγάλο νησί που καταποντίστηκε στον ωκεανό. Και αναφορές των Αζτέκων μιλούν για την καταγωγή τους από την Αζτλάν της Ανατολής που καταποντίστηκε στον ωκεανό. Κι όλα αυτά σημαίνουν ότι, πέρα από τους Ινδοευρωπαίους, ο μύθος είναι κοινός και σε λαούς που αναπτύχθηκαν στην αμερικανική παραλία του Ατλαντικού.

Όμως, τίποτα δε βρέθηκε εκεί. Χαμένοι οι κόποι, χαμένος ο χρόνος, χαμένο και το χρήμα που ξοδεύτηκε. Σιγά - σιγά, μια σκέψη ωρίμασε κι έγινε πεποίθηση:

Η χαμένη Ατλαντίδα δεν ήταν παρά ένα παραμύθι που σκάρωσε ο Σόλων ή που οι Αιγύπτιοι ιερείς του είπαν κι εκείνος το πίστεψε. Κάποιοι πιο πρακτικοί έκαναν και την πρόσθεση: Ο Σόλων πήγε στην Αίγυπτο το 572 π.Χ. Συν 9.000 χρόνια πριν από την εποχή του, μας κάνουν 9.572 π.Χ. Μια εποχή, κατά την οποία ο άνθρωπος μόλις άρχιζε να εγκαταλείπει τη φάση της μεσολιθικής του περιόδου και να μπαίνει στη νεολιθική. Τι είδους πολιτισμό μπορούσε να έχει τότε; Και για ποια επίθεση εναντίον της Αθήνας μιλάμε τόσον καιρό, αφού καλά καλά δεν ξέρουμε, αν τότε υπήρχαν άνθρωποι στην Αττική. Απογοήτευση. Το κυνήγι του ονείρου εγκαταλείφθηκε.

 

 

Μετά, ήρθε ο προβληματισμός: Ο Σόλων δεν γνώριζε να διαβάζει τα αιγυπτιακά ιερογλυφικά. Κάλλιστα μπορούσε να είχε κάνει κάποιο λάθος και να πρόσθετε στους αριθμούς παραπανίσια μηδενικά. Τα οποία, στον καιρό του, δεν υπήρχαν! Η έννοια που αντικατοπτρίζεται στο σύμβολο μηδέν είναι πολύ μεταγενέστερη ινδική ανακάλυψη. Στην αρχαία ελληνική αριθμητική, δεν υπήρχε. Οι Άραβες το πρόσθεσαν στους λεγόμενους αραβικούς αριθμούς (αυτούς που και σήμερα χρησιμοποιούμε), μετατρέποντας, κατά μία ερμηνεία, σε αριθμητικό σύμβολο το ελληνικό γράμμα «ο» (όμικρον), ως το πρώτο της λέξης «ουδέν» (τίποτα) ή «οβολός» (μηδαμινή αξία). Οι Αιγύπτιοι χρησιμοποιούσαν ως αριθμούς τα σύμβολα που παρέλαβαν από τους Βαβυλώνιους. Και οι τελευταίοι, στη σφηνοειδή τους γραφή, άφηναν στους αριθμούς τους ένα κενό με τρεις «σφηνιές», για να αποδώσουν το «τίποτα» (το μηδέν). Για παράδειγμα, το «διακόσια δεκάξι» ήταν η απόδοση του «216» στη γραφή τους, ενώ το «δυο χιλιάδες εκατόν έξι» αποδιδόταν με το «21’’’6». Οι Αιγύπτιοι, που επίσης αγνοούσαν την έννοια του μηδενός, τόσο στην ιερογλυφική όσα και στην ιερατική αριθμητική τους, χρησιμοποιούσαν κάτι σαν σπείρα που κάπως έμοιαζε με το δικό μας «9» για ένα σύμβολο αριθμού που έπρεπε να επαναληφθεί δέκα φορές. 

Όλα αυτά πρέπει να ήταν πολύ μπερδεμένα για έναν περαστικό επισκέπτη, όπως ο Σόλων. Αν, λοιπόν, οι περιοχές της Ατλαντίδας δεν ήταν 60.000 αλλά π.χ. 600 κι αν το κανάλι δεν είχε πλάτος 10.000 στάδια αλλά 100, όλα γίνονταν πιο φυσιολογικά. Κι αν αυτό, που του είπαν, δεν έγινε 9.000 χρόνια πριν αλλά 900;

Ξανά η πρόσθεση: 572 π.Χ. συν 900, ίσον 1472 π.Χ. Τι έγινε τότε; Μα, ναι. Ο μύθος του Θησέα, που πήγε στην Κρήτη και σκότωσε τον Μινώταυρο, δεν απηχεί κάποια νίκη των Αθηναίων κατά των Κρητών του Μίνωα; Κι αμέσως μετά, γύρω στο 1450 π.Χ., δεν είναι που καταστράφηκε η Κνωσός (σήμερα υπολογίζουμε ότι η καταστροφή επήλθε στα 1600 με 1650 π.Χ. αλλά ως πριν από μερικές δεκαετίες τη λογάριαζαν στα 1450 π.Χ.) από κάποια άγνωστα αίτια; Λες οι Μινωίτες να ήταν οι Άτλαντες; Ναι, αλλά ο προσδιορισμός «πέρα από τις Ηράκλειες Στήλες»;

Κάποιος επιστήμονας καταπιάστηκε με τα κείμενα κι άρχισε να τα περνά από ψιλό κόσκινο, καθώς όλα όσα γνωρίζουμε για την Ατλαντίδα αναφέρονται στους διαλόγους του Πλάτωνα «Κριτίας» και «Τίμαιος». Γρήγορα έκανε μια σημαντική ανακάλυψη κι έσπευσε να την ανακοινώσει:

Όλη αυτή η ιστορία με τη χώρα πέρα από το Γιβραλτάρ οφείλεται σε παρανόηση. Πουθενά οι αρχαίοι αιγυπτιακοί πάπυροι δεν αναφέρουν τις Ηράκλειες Στήλες! Στον «Τίμαιο», ο Αιγύπτιος ιερέας φαίνεται να λέει στον επισκέπτη του, Σόλωνα:

«Στην είσοδο του πελάγους, είσοδο που σεις (δηλαδή οι Αθηναίοι) ονομάζετε στήλες του Ηρακλή, υπήρχε ένα νησί (δηλαδή η Ατλαντίδα)».

Τι σήμαινε αυτό; Πολύ απλά, ότι ο ιερέας τοποθέτησε την Ατλαντίδα πέρα από το Γιβραλτάρ, μεταφράζοντας κατά την κρίση του, ως στήλες του Ηρακλή, αυτό που έλεγαν οι πάπυροι. Κανένας δεν μπορούσε να ξέρει, αν η τοποθέτηση αυτή ήταν η σωστή. Πολύ περισσότερο που υπήρχαν κι άλλες Ηράκλειες Στήλες στην αρχαιότητα. Ο καθηγητής Γαλανόπουλος τις τοποθετεί στο άνοιγμα των ακρωτηρίων Μαλέας και Ταίναρο.

 

 

Το όνειρο ξαναζωντάνεψε. Οι ερευνητές άρχισαν να αναλύουν κάθε λέξη, που μπορούσε να κρύβει αλληγορίες ή κάποια πιθανή ομοιότητα με τα ως τότε γνωστά. Τα ονόματα των πρώτων Ατλάντων και των γονιών τους δεν έπρεπε να ήταν τυχαία. Κάτι σήμαιναν. Πολλά θύμιζαν κάποιους μύθους.

Οι περισσότεροι παρέπεμπαν στη Θεσσαλία και στη μυκηναϊκή μυθολογία της Πελοποννήσου. Και σχεδόν όλοι είχαν να κάνουν, έμμεσα ή άμεσα, με τον Τρωικό πόλεμο. Άκρη, όμως, δεν έβγαινε, εκτός από το γεγονός ότι όλες οι αναφορές αντιστοιχούσαν σε χρόνια μετά τη δημιουργία του απέραντου μυκηναϊκού κράτους κι ως την εποχή της εκστρατείας εναντίον της Τροίας. Μ’ άλλα λόγια, ονόματα και μύθοι είχαν να κάνουν με τους αιώνες ανάμεσα στο 1600 και στο 1200 π.Χ. Τι το σημαντικό είχε γίνει τότε;

Η απάντηση κρυβόταν στους αιγυπτιακούς παπύρους: Τότε ήταν που χάθηκαν από τις θάλασσες οι Κεφτί, όπως ονόμαζαν τους Κρήτες οι Αιγύπτιοι. Χρονολογούσαν τότε ότι η μινωική αυτοκρατορία κατέρρευσε και χάθηκε γύρω στα 1450 π.Χ. (σήμερα μιλάμε για το 1650 π.Χ.). Μπορούσε να υπάρχει σχέση με την Ατλαντίδα;

Ένας αγώνας δρόμου ξεκίνησε καθώς τα αποσπάσματα του «Τίμαιου» και του «Κριτία» αποκτούσαν νέα διάσταση. Οι ερευνητές άρχισαν να συγκρίνουν αυτά που διάβαζαν στα κείμενα του Πλάτωνα με αυτά που γνώριζαν για τη μινωική περίοδο. Οι ομοιότητες ήταν πάρα πολλές. Και οι αλληγορίες επίσης.

Τα χρώματα λευκό, κόκκινο και μαύρο στα τείχη της Ατλαντίδας παρέπεμπαν στα χρώματα της Κνωσού. Το χωρίς όπλα κυνήγι των ταύρων στον ναό του Ποσειδώνα, στην Ατλαντίδα, θύμιζε τη σχέση των Κρητών με το ιερό τους ζώο. Μεταμορφωμένος σε ταύρο, ο ίδιος ο Δίας μετέφερε την Ευρώπη στην Κρήτη. Από την ένωσή τους γεννήθηκε ο πρώτος Μίνωας βασιλιάς. Κι ό,τι αντιπροσωπεύει ο Ποσειδώνας για την Ατλαντίδα, στην Κρήτη το εκπροσωπεί ο Δίας. Όπως, ό,τι αντιπροσωπεύει ο γιος του Ποσειδώνα, βασιλιάς Άτλαντας στην Ατλαντίδα, στην Κρήτη το εκπροσωπεί ο γιος του Δία, βασιλιάς Μίνωας. Ακόμα και το φεουδαρχικό σύστημα διακυβέρνησης είναι ίδιο στις δυο επικράτειες. Κι ο χάρτης της Ατλαντίδας θυμίζει διαμόρφωση λαβύρινθου.

Στα αποσπάσματα του «Κριτία» αναφέρεται ότι ο βασιλιάς της Ατλαντίδας συναντούσε τους λοιπούς άρχοντες κάθε πέντε ή έξι χρόνια. Έκαναν την αυτοκριτική τους, έπαιρναν όποιες κοινές αποφάσεις θεωρούσαν απαραίτητες και δίκαζαν. Από τα ομηρικά έπη γνωρίζουμε ότι η βασιλεία των Μινώων διαρκούσε εννιά χρόνια. Στη λήξη της, ο Μίνωας πήγαινε στο Ιδαίο Άντρο κι έμενε με τον Δία, από τον οποίο έπαιρνε μαθήματα νομοθεσίας, τα οποία, στη συνέχεια, επαναλάμβανε στους επιγόνους. Οι νόμοι ήταν γραμμένοι πάνω σε πλάκες από ορείχαλκο, που τις φύλαγε ο γίγαντας Τάλως.

Στην Ατλαντίδα, οι νόμοι του Ποσειδώνα ήταν χαραγμένοι σε ορειχάλκινη στήλη. Το πρώτο που έκαναν ο βασιλιάς και οι άρχοντες, κάθε φορά που συναντιόνταν, ήταν να ελέγξουν, αν, στο μεσοδιάστημα, τηρήθηκαν οι θεϊκοί νόμοι. Στην Κρήτη, αυτό το καθήκον το είχε αναλάβει ο Τάλως.

Ποιος ήταν αυτός; Ένα ρομπότ, θα λέγαμε σήμερα:

Τον είχε παραγγείλει στον Ήφαιστο ο Δίας και τον είχε κάνει δώρο στον Μίνωα. Ο Τάλως ήταν ένας γιγάντιος άνδρας από χαλκό, με μια μόνο φλέβα αίματος, που ξεκινούσε από το κεφάλι και κατέληγε στα πόδια. Εκεί, στη φτέρνα, υπήρχε ένα καρφί, που εμπόδιζε το αίμα να χυθεί.

Για τους πολλούς, ο Τάλως ήταν ό,τι απόμεινε από τους ανθρώπους της χάλκινης εποχής. Για άλλους, ήταν η προσωποποίηση του Ήλιου. Από τα πρώτα του καθήκοντα, ήταν να φυλάει την Ευρώπη, όταν ο Δίας τη μετέφερε στην Κρήτη, όπου γέννησε τα παιδιά τους. Κάθε μέρα, έφερνε βόλτα τρεις φορές όλο το νησί και είχε το νου του να μην πλησιάσει την ακτή εχθρικό πλοίο. Πετροβολούσε τα ανεπιθύμητα πλεούμενα και τα βούλιαζε. Κι αν κάποιος κατάφερνε να βγει στη στεριά, τον έσφιγγε στο πυρωμένο με φωτιά χάλκινο στήθος του και τον σκότωνε. Μέσα στ’ άλλα, τρεις φορές τον χρόνο έριχνε και μια ματιά, αν όλα γίνονταν σύμφωνα με τις επιταγές των νόμων.

Πολύ αργότερα, θα ερμηνευόταν και η εμπλοκή του Ηφαίστου στην όλη ιστορία. Το βέβαιο είναι ότι ο Τάλως θέλησε να πολεμήσει και με τους Αργοναύτες αλλά τον σκότωσε η Μήδεια αφαιρώντας το μοιραίο καρφί από τη φτέρνα. Και η αργοναυτική εκστρατεία τοποθετείται στους ίδιους αιώνες, στους οποίους παραπέμπουν όλα τα στοιχεία. Κι ο θάνατος του χάλκινου γίγαντα φρουρού της Κρήτης συνοδεύτηκε από τον αφανισμό της μινωικής αυτοκρατορίας.

Υπήρχαν κι άλλα πολλά που φώναζαν σ’ όποιους ήθελαν ν’ ακούσουν ότι η Ατλαντίδα πρέπει να είχε σχέση με την Κρήτη: Η μεγάλη έκταση της επικράτειας, η οινοποσία των Ατλάντων καθώς είναι γνωστό ότι από την Κρήτη διαδόθηκε το κρασί στον ελληνικό χώρο, το εξωτερικό εμπόριο της Ατλαντίδας, τα πολύπλοκα υδραυλικά της έργα, όμοια με των Μινώων, κι ένα σωρό άλλα.

Υπήρχαν, όμως, και καταλυτικές αντιθέσεις:

Στην Ατλαντίδα, είχαν κτιστεί ένα σωρό ιπποδρόμια και γίνονταν ιππικοί αγώνες, που εκεί τους είχαν περί πολλού. Στην Κρήτη κάτι τέτοιο ήταν εντελώς άγνωστο. Και το νησί ποτέ δεν είχε οχυρώσεις και τείχη. Και, βέβαια, το κυριότερο είναι ότι ποτέ δεν καταποντίστηκε. Το αδιέξοδο ανάγκασε τους ιχνηλάτες να ξαναγυρίσουν πίσω. Στη βάση των δεδομένων.

Η πρώτη και κύρια διαπίστωση από τη μελέτη της ζωής του υπεύθυνου για ολ’ αυτά Πλάτωνα ήταν ότι ο μεγάλος φιλόσοφος διόλου δεν ενδιαφερόταν για την ιστορία. Ούτε το πότε έζησαν οι Άτλαντες τον ένοιαζε, ούτε πού ακριβώς ήταν ο τόπος τους ούτε ποιος διαδέχτηκε ποιον. Κατέγραψε τη διήγηση για την Ατλαντίδα μόνο και μόνο για να καταδείξει τις βλαβερές συνέπειες της έλλειψης σεβασμού στους νόμους και στους σωστούς θεούς. Και να αποδείξει ότι η ευσέβεια και η νομιμότητα είναι πρωταρχικά καθήκοντα, που αμείβονται ανάλογα. Και που χρειάζονται προστατευτικά τείχη για να ριζώσουν και ν’ ανθίσουν.

Άλλωστε, η Ατλαντίδα ήταν ένας απέραντος παράδεισος για τους κατοίκους της. Περιχαρακωμένη από πανύψηλα βουνά κι απροσπέλαστη για τους όποιους εχθρούς, είχε μεταβληθεί σ’ έναν τόπο, όπου καθένας μπορούσε να βρει ό,τι επιθυμούσε. Η εύφορη γη έτρεφε χωρίς προβλήματα ανθρώπους, ζώα και πουλιά.

Η γη ήταν χωρισμένη σε δέκα πολιτείες, με τον βασιλιά να είναι επικυρίαρχος σε όλες αλλά να έχει και μια καταδική του. Πρώτος εστεμμένος έγινε ο Άτλαντας. Το στέμμα περνούσε από πατέρα σε πρωτότοκο γιο για ατέλειωτες γενιές. Το ίδιο έγινε και με τις υπόλοιπες εννιά περιοχές που μοιράστηκαν στα εννιά αδέρφια του Άτλαντα. Κι αυτές περνούσαν από πατέρα σε πρωτότοκο γιο. Ο νόμος του θεού Ποσειδώνα ήταν αυστηρός και σεβαστός.

Στους βασιλιάδες απαγορευόταν να πολεμούν μεταξύ τους. Και κανένας τους δεν είχε το δικαίωμα να τιμωρήσει με θάνατο κάποιον συγγενή του, αν σ’ αυτό δε συμφωνούσε η πλειοψηφία των υπόλοιπων εννέα. Όλοι μαζί αποφάσιζαν για πόλεμο και ειρήνη κι όλοι μαζί νομοθετούσαν, αφού πρώτα θυσίαζαν στον θεϊκό τους πρόγονο.

Επί πολλούς αιώνες, βασιλιάδες και λαός έμεναν νομοταγείς, ευσεβείς και σώφρονες, έχοντας ανυψώσει την αρετή ως το πρώτο και κύριο αγαθό. Τα πλούτη δεν τους προκαλούσαν εντύπωση και η έκλυτη ζωή ήταν γι’ αυτούς κάτι άγνωστο. Δε μεθούσαν, δεν το έριχναν στο φαγοπότι, δεν τους άρεσε η μαλθακότητα και σπάνια έκαναν λάθη. Τα πλούτη τους γίνονταν όλο και πιο πολλά, ώσπου κατέληξαν να πιστεύουνε πως η αρετή και η αγάπη μεταξύ τους είναι που κάνει τις περιουσίες ν’ αυξάνονται.

Όμως, όπως όλοι, ο επίγειος παράδεισος της Ατλαντίδας είχε ημερομηνία λήξης. Γενιά με γενιά, η θεϊκή καταγωγή των βασιλιάδων εξασθενούσε καθώς οι γάμοι γίνονταν και με κοινές θνητές. Το ανθρώπινο στοιχείο μέσα τους έφτασε κάποια στιγμή να είναι περισσότερο. Καθώς, λοιπόν, το θεϊκό στοιχείο συνεχώς υποχωρούσε, επόμενο ήταν κι ο χαρακτήρας τους να γίνει πιο ανθρώπινος. Και, φυσικά, κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να είναι τέλειος.

Οι βασιλιάδες της Ατλαντίδας απέκτησαν συνείδηση της απεριόριστης δύναμής τους. Έπαψαν να αρκούνται στην ευτυχία που είχαν. Θέλησαν περισσότερη. Όπως όλοι οι βασιλιάδες του κόσμου, κυριεύτηκαν από την πλεονεξία και την επιθυμία να αυξήσουν τη δύναμή τους. Άρχισαν να ασχημονούν κι έκαναν την αδικία έμβλημά τους. Ο λαός κακοπερνούσε και οι γείτονες υπέφεραν από τις επιδρομές τους.

Ψηλά στον Όλυμπο, ο Δίας τα έβλεπε όλα αυτά. Όταν η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο, αποφάσισε πως η ήρθε η στιγμή της τιμωρίας. Συγκάλεσε σύσκεψη με τη συμμετοχή και των δώδεκα θεών. Κανένας δε γνωρίζει ποια ήταν η εισήγησή του, ούτε ποια απόφαση πάρθηκε, επειδή έχει χαθεί το υπόλοιπο κομμάτι από την αφήγηση. Όμως, το αποτέλεσμα είναι γνωστό: Η Ατλαντίδα πλήρωσε την ξιπασιά των βασιλιάδων της με την εξαφάνισή της απ’ τον χάρτη.

 

Οι ιχνηλάτες γι’ άλλη μια φορά μπερδεύτηκαν. Πού, λοιπόν, έπρεπε να συνεχιστεί το ψάξιμο; Ένα ηφαίστειο, που εξερράγη στον Ινδικό ωκεανό, τους άνοιξε τα μάτια. Το Κρακατόα είναι ένα ηφαιστειογενές νησί στο στενό της Σόνδης, ανάμεσα στη Σουμάτρα και την Ιάβα, στον Ινδικό ωκεανό. Έπειτα από διακόσια χρόνια ηρεμίας, το ηφαίστειο ενεργοποιήθηκε τον Μάιο του 1883. Επί τρεις μήνες βρυχιόταν και φοβέριζε, ώσπου, στις 26 Αυγούστου του 1883, έγινε η μεγάλη έκρηξη.

Ο κρότος ακούστηκε 4.800 χλμ. μακριά αλλά δεν ήταν τόσο έγκαιρος, ώστε να προλάβει ο κόσμος να αντιδράσει. Η λάβα ξεχύθηκε ασυγκράτητη και η στάχτη δημιούργησε ένα τεράστιο σύννεφο που έκρυψε τον ήλιο σε μιαν έκταση πενήντα χλμ. Ένα φοβερό ωστικό κύμα (τσουνάμι) ύψους τριάντα μέτρων ξεκίνησε με ορμή κι αφάνισε ό,τι συνάντησε στο πέρασμά του.

Χτύπησε τις ακτές της Σουμάτρας και της Ιάβας που βρίσκονται 150 χλμ. μακριά από το Κρακατόα κι αφάνισε 295 πόλεις και χωριά, σκοτώνοντας 36.000 κατοίκους. Ένα πολεμικό πλοίο, που είχε αγκυροβολήσει σε κάποιο λιμάνι, βρέθηκε, όταν πέρασε η μπόρα, τρία χλμ. μακριά από την ακτή, σ’ ένα σημείο δέκα μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Ό,τι απέμεινε από το Κρακατόα, ήταν μια γη σαν δαχτυλίδι μέσα στη θάλασσα. Όμως, μια γη σαν δαχτυλίδι μέσα στη θάλασσα ήταν και η Σαντορίνη, το καμάρι των Κυκλάδων.

Κάποιοι θυμήθηκαν την έκρηξη στη Σαντορίνη, το 1866, δεκαεφτά χρόνια πριν, καθώς το Κρακατόα θεωρήθηκε ηφαίστειο «δίδυμο» με αυτό της Θήρας. Και κάποιοι σημείωσαν πως ο Ηρόδοτος αναφέρει πως το νησί αρχικά λεγόταν Καλλίστη, δηλαδή πανέμορφη. Λες; Όμως, όχι. Αμέσως μετά την έκρηξη του 1866, αρχαιολόγοι είχαν ζητήσει να σκάψουν στο νησί. Η αποστολή ξεκίνησε το 1870. Τέσσερα χρόνια αργότερα, ανακοίνωσαν ότι βρήκαν σημάδια από έναν αρχαίο συνοικισμό και κομμάτια από αγγεία.

Και λοιπόν; Η παγκόσμια κοινή γνώμη συγκλονιζόταν ακόμη από την ανακάλυψη του Ερρίκου Σλίμαν, τον προηγούμενο χρόνο: Είχε βρει στη Μ. Ασία την ακρόπολη του Ιλίου, την ομηρική Τροία και τον «θησαυρό του Πριάμου» από αμύθητο χρυσάφι. Επιβεβαιωνόταν ότι ο Όμηρος δεν έλεγε παραμύθια στην Ιλιάδα. Ποιος θα ασχολιόταν με τα φτωχά ευρήματα της Σαντορίνης; Ο «θησαυρός του Πριάμου» δεν ήταν του Πριάμου αλλά κάποιου πανάρχαιου προγόνου του. Αυτό, όμως, αποκαλύφθηκε πολύ αργότερα και δεν μπορούσε να επισκιάσει τη μεγάλη ανακάλυψη.

Οι αρχαιολόγοι συνέχισαν να ψάχνουν αλλά τα εγκατέλειψαν, όταν ο Σλίμαν, το 1876, ανακάλυψε τις Μυκήνες, στην Πελοπόννησο. Τα ομηρικά έπη ξαναζωντάνευαν. Οι μύθοι για τον Αγαμέμνονα, την Κλυταιμνήστρα, τον Ορέστη, την Ηλέκτρα και τον Πηλάδη έμοιαζαν να παίρνουν εκδίκηση:

«Δεν είμαστε παραμύθια. Υπήρξαμε».

Η έκρηξη στον Ινδικό ωκεανό ξανάφερε στο προσκήνιο τη Σαντορίνη. Νέα ομάδα ερευνητών πήγε στο νησί. Το 1900 ανακοίνωσε ότι ανακάλυψε στο Μέσα Βουνό ολόκληρο συνοικισμό του δέκατου αιώνα π.Χ. Ατύχησε και αυτή. Ήταν η χρονιά, που ο Άγγλος αρχαιολόγος σερ Άρθουρ Έβανς ξέθαβε στην Κρήτη την Κνωσό. Στ’ αλήθεια, λοιπόν, είχαν υπάρξει ο Μίνως, η Πασιφάη, η Αριάνδη. Ένας ακόμη θρύλος ξαναζωντάνευε. Η Σαντορίνη ξεχάστηκε πάλι. Ένα περισσότερο, που η Κνωσός βρέθηκε θαμμένη στη στάχτη. Την είχε καταστρέψει σεισμός και η λάβα από την έκρηξη της Σαντορίνης; Όμως, η Κνωσός δεν καταποντίστηκε. Αδύνατον να ταυτιστεί με τη χαμένη Ατλαντίδα.

Κύλησαν σχεδόν τρεις ταραγμένες δεκαετίες. Η ανθρωπότητα βυθίστηκε στη δίνη ενός παγκόσμιου πολέμου και στην ανάγκη της επούλωσης των πληγών της. Η χαμένη Ατλαντίδα ξεχάστηκε. Ένα φαινομενικά άσχετο γεγονός ανακοινώθηκε το 1928:

Στα βόρεια του λιμανιού της Λαττάκιας, της αρχαίας Λαοδίκειας του Σελεύκου, στην περιοχή Ρας Σάμρα της Συρίας, βρέθηκαν τα ερείπια της αρχαίας Ουγκαρίτ. Οκτώ πόλεις είχαν κτιστεί εκεί η μια πάνω στην άλλη κι εκτείνονταν σ’ όλο το χρονικό φάσμα από τα τέλη της Νεολιθικής εποχής ως τα τέλη της Χαλκοκρατίας. Εμφανίστηκαν κι άκμασαν παράλληλα με τις πόλεις της Τροίας και της Κρήτης. Εκείνο, όμως, που έκανε την πιο μεγάλη εντύπωση στους αρχαιολόγους, ήταν το γεγονός ότι η έκτη πόλη πρέπει να καταστράφηκε στα 1450 π.Χ. από ένα τρομακτικό παλιρροϊκό κύμα, που αφάνισε τα πάντα και που κανένας δεν μπορούσε να καταλάβει, πού ’θε ήρθε. Όταν, μετά από χρόνια, οι κάτοικοι ύψωσαν πάνω στα ερείπια την έβδομη πόλη, βρίσκονταν ήδη σε επαφή με τη μυκηναϊκή και την κρητική πραγματικότητα. Αλφαβητικά κείμενα και πλήθος αγγείων με φανερή τη μινωική και μυκηναϊκή επίδραση βρέθηκαν εκεί...

Όμως, το παλιρροϊκό κύμα σήμαινε αφανισμό, που προήλθε από τη θάλασσα. Και χρονικά συνέπιπτε με την καταστροφή της Μινωικής αυτοκρατορίας. Κι από εκείνα τα μέρη είχε ξεκινήσει η Ευρώπη, πάνω στην πλάτη του Δία ταύρου. Κι ένα σωρό ελληνικοί μύθοι είχαν αρχική ανατολική προέλευση, άσχετα με το αν μεταλλάχθηκαν κάτω από το αιγαιακό φως στο πέρασμα του χρόνου. Κι ο Μίνωας, όταν πέθανε, μετατράπηκε σε κριτή στον Άδη. Κι ο Άδης ήταν το καθαρτήριο μέσα από το οποίο πέρασε η πανάρχαια μεσανατολική θεά Ιστάρ, πριν να χωριστεί στις «Ελληνίδες» Δήμητρα και Αφροδίτη.

Ο Γάλλος αρχαιολόγος Κλοντ Φρεντερίκ Αρμάν Σεφέρ (Claude Frederik Armand Schaeffer) ηγήθηκε μιας συνδυασμένης γεωλογικής και αρχαιολογικής έρευνας, που έγινε σε τριάντα πόλεις της Περσίας, της Συρίας, της Παλαιστίνης, της Κύπρου, της Μικράς Ασίας και του Καυκάσου. Στα 1948, είκοσι χρόνια μετά την ανακάλυψη της Ουγκαρίτ, ανακοίνωσε τα αποτελέσματα. ΄Εξι σαρωτικές φυσικές καταστροφές έπληξαν ολόκληρη αυτή την περιοχή στα χρόνια ανάμεσα στο 3.000 και το 1.000 π.Χ. κι αφάνισαν τα πάντα: Συνέβησαν το 2.400, το 2.100, το 1750, το 1450, το 1365 και, η τελευταία, το 1225 π.Χ.

Οι χρονολογίες αυτές συμπίπτουν ακριβώς με τις καταστροφές και τις αλλαγές που συνέβησαν στην Πολιόχνη της Λήμνου, στη Θερμή της Λέσβου, στην Τροία, στην Κρήτη αλλά και στη μυκηναϊκή επικράτεια. Κι ανακοινώθηκαν την ίδια χρονιά που μια σουηδική ωκεανογραφική αποστολή γνωστοποιούσε τα δικά της πορίσματα. Οι Σουηδοί, το 1947 και το 1948, έκαναν έρευνες στο Αιγαίο κι εντόπισαν τα ίχνη από δυο τρομακτικές εκρήξεις του ηφαιστείου της Σαντορίνης, που συντάραξαν το νησί και τη Μεσόγειο όλη στο διάβα των τελευταίων 500.000 χρόνων, όσο πίσω μπορούσαν να ψάξουν. Η πρώτη έγινε πριν από 80.000 χρόνια. Η δεύτερη, το 1450 π.Χ. Τίναξε το νησί στον αέρα κι άφησε καταμεσής στο πέλαγος ένα δαχτυλίδι γης.

Κι ο Γάλλος επιστήμονας ερχόταν στα λόγια ενός 38χρονου, όταν έκανε την ανακοίνωση, Έλληνα αρχαιολόγου: Του Σπύρου Μαρινάτου, που, από το 1939, είχε υποστηρίξει ότι η Κνωσός καταστράφηκε, το 1450 π.Χ. (σήμερα, υπολογίζουμε το 1600 με 1650), από έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης. Που ξέρουμε ότι είχε εκραγεί και το 1750 π.Χ., στην εποχή περίπου που ξεκίνησε η τελευταία και πιο λαμπρή μινωική περίοδος.

Ενδιαφέρθηκαν οι γεωλόγοι. Έρευνες με βαθυσκάφη αποκάλυψαν τρομερά πράγματα. Η έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης εκτιμήθηκε τέσσερις φορές πιο ισχυρή από αυτή του Κρακατόα. Φυσούσε, εκείνη την ώρα, βορειοδυτικός άνεμος και το ωστικό κύμα, που ξεχύθηκε με ορμή, πρέπει να είχε ύψος από εκατό ως 250 μέτρα. Του Κρακατόα ήταν τριάντα μέτρα κι αφάνισε ό,τι βρέθηκε σε απόσταση 150 χλμ.

Η Κνωσός απέχει από τη Σαντορίνη μόλις εξήντα χλμ. Οι ακτές της Κρήτης, της Πελοποννήσου, της Στερεάς και της Μ. Ασίας χτυπήθηκαν ανελέητα. Δυο με τρεις ώρες αργότερα, το κύμα σάρωσε Αίγυπτο και Τύνιδα. Έφτασε ως τη Συρία και στη Νότια Ιταλία. Κι ένας μύθος αφηγείται πως ο τελευταίος Μίνωας βασιλιάς σκοτώθηκε, ενώ βρισκόταν σε ναυτική εκστρατεία στην Κάτω Ιταλία κι ένα τεράστιο κύμα πέταξε όλα τα πλοία του στόλου του στη στεριά.

Οι έρευνες εντάθηκαν. Η τρομακτική έκρηξη αναπαραστάθηκε σ’ όλο της το άγριο μεγαλείο. Εξελίχθηκε σε τρεις φάσεις, που απείχαν η μια από την άλλη άγνωστο χρονικό διάστημα, αρκετό, όμως, ώστε να πείσει τους κατοίκους να φύγουν και να τους επιτρέψει να το κάνουν, όπως αποκαλύφθηκε αργότερα. Όπου, βέβαια, κι αν πήγαν, ο όλεθρος πρέπει να τους πρόλαβε.

Στην αρχή, το ηφαίστειο βρυχήθηκε κι εξέπεμψε μια τριανταφυλλιά στάχτη, που σκέπασε ως τρία μέτρα το νησί. Ακολούθησε μια δεύτερη φάση, όμοια με την πρώτη. Όμως, η στάχτη έφτασε σε μερικά σημεία ως και δέκα μέτρα ύψος και ήταν γκρίζα. Η τρίτη φάση ήταν η πιο τρομερή:

Πρώτα η στάχτη, πυκνή και σε τεράστιες ποσότητες, κάλυψε το νησί ως και με τριάντα μέτρα πάχος. Μετά, ήρθε η έκρηξη. Το ηφαίστειο σχίστηκε στα δύο, η πυρακτωμένη λάβα εκτοξεύτηκε με γιγάντια δύναμη, σπρώχνοντας την κορφή του να γκρεμιστεί στο θαλάσσιο βάραθρο και δίνοντας στην περιοχή περίπου τη σημερινή της εικόνα. Λάβα και στάχτη αφάνισαν κάθε ζωή στην Κρήτη, σκέπασαν την Κνωσό, τη Φαιστό, τα Μάλια και το Ζάκρο. Ο μινωικός πολιτισμός θάφτηκε κάτω από την ηφαιστειακή στάχτη. Δεν θα ξανάνθιζε ποτέ πια.

Υπάρχει βέβαια και διαφορετική άποψη. Την ανέπτυξε στις 4 Φεβρουαρίου 2010 ο καθηγητής Χρήστος Ντούμας, που από το 1974 και δώθε διευθύνει την ανασκαφή στη Θήρα:

«Η εικόνα που έχουν μέχρι σήμερα σχηματίσει οι επιστήμονες είναι ότι οι τεράστιες ποσότητες τέφρας που εκτινάχτηκαν από το ηφαίστειο κινήθηκαν προς τα ανατολικά αφήνοντας την Κρήτη σχεδόν έξω από την ακτίνα διασποράς τους. Το ίδιο βεβαιώνουν και οι αρχαιολογικές μαρτυρίες από τη Ρόδο, την Κω και τη Μικρά Ασία. Επιπροσθέτως, οι καταστροφές που εντοπίζονται σε αρχαιολογικούς ορίζοντες της Ύστερης Εποχής του Χαλκού στην Κρήτη, τοποθετούνται σε φάση πολύ μετά την ηφαιστειακή έκρηξη, γεγονός που επιβεβαιώνουν και οι χρονολογήσεις με ραδιενεργό άνθρακα».

Πού ήταν, όμως, η Ατλαντίδα;

 

Το 1956, το ηφαίστειο βρυχήθηκε πάλι. Η Σαντορίνη ταρακουνήθηκε. Κάτω από τα ορυχεία των Φηρών ξεπρόβαλε ένα πέτρινο προϊστορικό κτίριο. Ο καθηγητής του Αθηναϊκού Σεισμολογικού Ινστιτούτου, Άγγελος Γαλανόπουλος, βρήκε στο ίδιο σημείο απανθρακωμένα ξύλα κι ανθρώπινα κόκαλα. Η ραδιοχρονολόγηση έδειξε ηλικία 3.400 χρόνων. Και 1956 μείον 3.400 χρόνια βγάζει το 1456 π.Χ. Μια αμερικανική αποστολή ερεύνησε τον βυθό, που δεν μπορούσε πια να κρύψει τα μυστικά του:

Πριν από έξι εκατομμύρια χρόνια, όταν βυθίστηκε η Αιγηίδα, ένα κομμάτι γης έμεινε πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, σχηματίζοντας το πρώτο μικρό νησάκι, περίπου στο σημερινό νοτιοανατολικό της σημείο. Το νησάκι δεν ήταν παρά η κορυφή του ηφαιστείου. Δεν ξέρουμε, τι ακριβώς έγινε στο διάβα των επόμενων εκατομμύριων χρόνων. Κάποια, όμως, στιγμή, η Σαντορίνη πήρε περίπου στρογγυλό σχήμα. Τα μηχανήματα μπόρεσαν να πάνε στα στρώματα του εδάφους ως 500.000 χρόνια πίσω. Επιβεβαίωσαν τις δυο εκρήξεις, την πριν από 80.000 χρόνια και του 1650 π.Χ. Η πρώτη ήταν και η πιο ισχυρή. Η ηφαιστειακή στάχτη απλώθηκε ως περίπου τη Νότια Ιταλία, ως έξω από τη Λιβύη κι ως τα νοτιοδυτικά παράλια της Μικράς Ασίας.

Η δεύτερη ήταν λιγότερο δυνατή. Φυσούσε βορειοδυτικός άνεμος και η ηφαιστειακή στάχτη κάλυψε τις Κυκλάδες, τα νότια από τα Δωδεκάνησα και τη μισή - δυτική - Ρόδο, την Κεντρική και Ανατολική Κρήτη και τη θάλασσα ως περίπου τη μέση της απόστασης από την Κρήτη ως την Αίγυπτο. Αυτή, όμως, η έκρηξη ήταν τουλάχιστο τέσσερις φορές πιο δυνατή από του Κρακατόα, στον Ινδικό ωκεανό. Η καλντέρα εκεί έχει άνοιγμα 23 τετραγωνικά χιλιόμετρα, ενώ στη Σαντορίνη 83. Το στρώμα της κίσηρης στο Κρακατόα έχει πάχος λιγότερο από μισό μέτρο, ενώ στη Σαντορίνη υπάρχουν σημεία που φτάνει και τα 45 μέτρα!

Ο κρότος, λένε οι ειδικοί, ακούστηκε ως πέρα από το Γιβραλτάρ στα δυτικά, ως πέρα από την Αραβική θάλασσα στα ανατολικά, ως τη Σκανδιναβία στα βόρεια κι ως την Κεντρική Αφρική στα νότια. Το σύννεφο της ηφαιστειακής στάχτης βύθισε στο σκοτάδι όλο το Αιγαίο κι έκρυψε τον ήλιο στην Ανατολική Μεσόγειο. Το παλιρροϊκό κύμα ξεκίνησε με ταχύτητα 350 χιλιόμετρα την ώρα και είχε ύψος ανάμεσα στα εκατό και τα 250 μέτρα. Μισή ώρα μετά, χτυπούσε την Κρήτη κι αφάνιζε τα πάντα πάνω στη μεγαλόνησο και στις ακτές της Πελοποννήσου, της Αττικής και της Μικράς Ασίας. Δυο με τρεις ώρες αργότερα, ξεσπούσε στα λιβυκά, τα αιγυπτιακά και τα συριακά παράλια. Η Ουγκαρίτ, εκεί, σβήστηκε από τον χάρτη. Νωρίτερα, είχαν σβηστεί η Κνωσός, η Φαιστός κι ολόκληρη η Μινωική αυτοκρατορία...

Τίποτα από αυτά δε σήμαινε πως η Σαντορίνη ταυτίζεται με την Ατλαντίδα. Όμως, δέκα χρόνια αργότερα, το 1966, ο καθηγητής Άγγελος Γαλανόπουλος ξαναγύρισε στη Σαντορίνη, καθώς μια έμμονη ιδέα τον είχε κυριεύσει. Μαζί του ήταν και ο Αμερικανός ωκεανογράφος μηχανικός Τζέι Μέιγιορ (J. Mayor). Με ένα ωκεανογραφικό σκάφος, ερεύνησαν επισταμένα την περιοχή, εντόπισαν μια τεκτονική τάφρο στον πάτο του κρατήρα και συνέχισαν να ψάχνουν στις ακτές. Ευτύχησαν να βρουν το απολιθωμένο κεφάλι ενός γίββωνα, ενός είδους μικρού πιθήκου με μακριά χέρια και με ύψος που δεν ξεπερνά το ένα μέτρο. Ζει συνήθως σε περιοχές με πυκνά δάση και πάντως όχι σε νησιά, όπως η Σαντορίνη. Η ραδιοχρονολόγηση έδειξε την εποχή πριν από την έκρηξη του ηφαιστείου. Οι επιστήμονες κατέληξαν στο συμπέρασμα πως ο μικρός πίθηκος είχε μεταφερθεί στο νησί, από αλλού. Ο Άγγελος Γαλανόπουλος μελέτησε τα στοιχεία, που είχε στη διάθεσή του, και επανέλαβε τεκμηριωμένα την επιστημονική του άποψη: «Η χαμένη αρχαία Ατλαντίδα βρίσκεται στη Σαντορίνη!».

Ήταν το 1966 και προκλήθηκε μεγάλη συζήτηση. Τον επόμενο χρόνο, ο ήδη καθηγητής της προϊστορικής αρχαιολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του πανεπιστημίου της Αθήνας Σπυρίδων Μαρινάτος ξεκίνησε ανασκαφές στην περιοχή Ακρωτήρι. Το 1967 και το 1968 αναλώθηκαν σε προπαρασκευαστικές τομές που κορύφωσαν την αγωνία: Κάτω από το παχύ στρώμα της κίσηρης κρύβονταν πολυώροφα κτιριακά συγκροτήματα, τμήματα μιας θαμμένης στη στάχτη πόλης! Ένα εργαστήριο υφαντικής, μια αποθήκη με πιθάρια, μια εστία με ανέπαφα όλα τα μαγειρικά της σκεύη, γουδιά πέτρινα φώναζαν πως η αρχαιολογική σκαπάνη είχε πέσει πάνω σε καλά κρυμμένο για χιλιάδες χρόνια μυστικό. Στα 1968, το γεωτρύπανο έφτασε στο ύψος του ισογείου ενός σπιτιού: Μια πόρτα, δυο παράθυρα, κομμάτια από τοιχογραφίες με τοπία που θυμίζουν Αφρική, πιθάρια και αγγεία από ντόπιο αλλά κι από πηλό της Κρήτης, ένας ανεκτίμητος αρχαιολογικός θησαυρός. Κάτι όμως έλειπε. Δεν άργησαν να το διαπιστώσουν: Η πόλη ήταν έρημη, όταν την έπνιξε η λάβα. Στοίχειωσε εγκαταλειμμένη, χωρίς ανθρώπινη παρουσία. Ανεξάρτητα από το αν η ηφαιστειακή μανία τους πρόλαβε αλλού ή όχι, οι κάτοικοι της λαμπρής αυτής πόλης είχαν όλη την άνεση χρόνου να φύγουν. Το ηφαίστειο τους προειδοποίησε για την καταστροφή που ερχόταν

Οι έρευνες εντάθηκαν. Στα 1972, τα νέα έκαναν τον γύρο όλου του κόσμου. Εκατό χρόνια μετά τον Σλίμαν και εβδομήντα μετά τον Έβανς, ο Μαρινάτος αποκάλυπτε έξι πόλεις κτισμένες τη μια πάνω στην άλλη, θαμμένες μέσα στην ηφαιστειακή στάχτη, με την έκτη, απ’ όλες πιο λαμπρή. Θήρα VI την αποκάλεσε. Η ετήσια έκθεση των ανασκαφών δημοσιεύτηκε το 1974 κι αποτέλεσε το κύκνειο άσμα του ερευνητή. Ο καθηγητής πέθανε ευτυχισμένος, την ίδια χρονιά, στον τόπο, που ο ίδιος ανακάλυψε, όταν παραπάτησε κι έπεσε ανάμεσα στα ευρήματά του. Είχε προλάβει να δικαιώσει τον εαυτό του και είχε προσδώσει νέα αίγλη στα αρχαία λόγια του Σόλωνα προς τον Κροίσο: «Μηδένα προ του τέλους του μακάριζε». Τον Μαρινάτο μπορούσαν να τον μακαρίζουν.

Ο Όμηρος είχε οδηγήσει τα βήματα του Σλίμαν στην Τροία, ο Όμηρος είχε μιλήσει για τη μινωική Κρήτη κι έφερε τον Έβανς να συνεχίσει στην Κνωσό. Κανένας, όμως, δεν είχε αναφερθεί στη Σαντορίνη. «Ο Σόλων και ο Πλάτων» επέμενε ο Γαλανόπουλος: «Αυτή είναι η χαμένη Ατλαντίδα, που χιλιάδες χρόνια ψάχνουν να βρουν οι ονειροπόλοι». «Καμιά σχέση με την Ατλαντίδα» αντιστεκόταν ο Μαρινάτος. Ολόκληρη η ανασκαφική περίοδος του 1972 είχε αναλωθεί στην έρευνα της «οικίας των γυναικών» και της «δυτικής οικίας», όπως τις είχε βαφτίσει. Οι τοιχογραφίες και, προπάντων, μια ασύλληπτης ομορφιάς μικρογραφία τον είχαν απορροφήσει, καθώς αποκάλυπταν ολοζώντανα τον κόσμο της εποχής του 1650 π.Χ. «Η μικρογραφία», γράφει, «ανοίγει νέο κεφάλαιο εις την προϊστορία του Αιγαίου». Η Αργοναυτική εκστρατεία αρχίζει μέσα του να παίρνει άλλες διαστάσεις, καθώς οι μορφές θυμίζουν έντονα Λιβύη, οι πολεμοχαρείς Μάκκαι του Ηροδότου μοιάζουν να εικονίζονται χίλια χρόνια πριν από την εποχή του πατέρα της Ιστορίας, μινωικά και αιγαιακά στοιχεία εμπλέκονται κι όλα δείχνουν μια πανίσχυρη σχέση Αιγαίου, Κρήτης και Αφρικής. Ο ζωγράφος Ηλιάκης αποκαθιστά ιχνογραφικά το ένα από τα καράβια που υπάρχουν στη  μικρογραφία κι ο Μαρινάτος αποκρυπτογραφεί την ιστορία:

Μια φιλική εκστρατεία κατευθύνεται από τη Θήρα στη Λιβύη. Φθάνει στον προορισμό της τη στιγμή που η αφρικανική πόλη δέχεται την επίθεση των «κακών», που προλαβαίνουν να κάνουν ζημιές σε μια στάνη, πριν να αποκρουστούν. Οι νεοφερμένοι γίνονται πανηγυρικά δεκτοί από τους ντόπιους, αν και μοιάζουν με αποικιακό στρατό: Λίβυοι οι πολεμιστές, Αιγαίοι οι αξιωματικοί.

Η εικόνα μιλά για μια δεμένη σχέση, που φέρνει Σαντορινιούς κι ίσως κι άλλους Αιγαίους εγκαταστημένους στη Λιβύη, αλλά και Λίβυους προκρίτους κι άλλες αφρικανικές οικογένειες μόνιμους κατοίκους των νησιών. Ορισμένα από τα πρόσωπα φωνάζουν πως ανήκουν σε μια γενιά μιγάδων, διασταύρωση αιγαιακού και βερβερικού αίματος. Η μυθολογία είναι πάλι εδώ...

Είναι η χαμένη Ατλαντίδα;

«Όχι», έπέμενε να λέει ως τον θάνατό του ο Σπύρος Μαρινάτος: «Είναι η έδρα της περιφερειακής διοίκησης των Κυκλάδων, πριν από 3.500 χρόνια».

 

(Ιστορία του Έθνους, 8.1.2011)

Add comment


Security code
Refresh

Επικοινωνήστε μαζί μας