ΑΘΗΝΑ: Κεφ. 1 Από τον θρύλο στην Ιστορία

 

Οι Αθηναίοι και οι Άτλαντες

«Ήταν κάποτε μια πανέμορφη γη, εύφορη, πλούσια κι απροσπέλαστη: Δυο νησιά πέρα από τις Ηράκλειες Στήλες, που περιβάλλονταν από δαχτυλίδια γης και νερού, έτσι ώστε κανένας ξένος να μην μπορεί να φτάσει ως εκεί. Την έλεγαν Ατλαντίδα κι ανήκε στον θεό Ποσειδώνα, που φρόντιζε για το καλό της. Ο λαός, που ζούσε εκεί, ήταν πλούσιος, ευτυχισμένος, πολιτισμένος, προοδευμένος και πολύ δίκαιος. Όμως, παραστράτησε, έγινε απάνθρωπος και γνώρισε σκληρή την τιμωρία των θεών».

Κάπως έτσι περιγράφει ο Πλάτων στον «Κριτία» του την χαμένη Ατλαντίδα. Και στον «Τίμαιο» προσθέτει πως ο σοφός Σόλωνας, όταν επισκέφτηκε την Αίγυπτο, έμαθε από τους ιερείς της Ίσιδας ότι οι Αθηναίοι, 9.000 χρόνια πριν από την εποχή του, απέκρουσαν επίθεση των κατοίκων της Ατλαντίδας, που καταποντίστηκε έπειτα από έναν φοβερό σεισμό. Περίπου τότε σχηματίστηκε και το λεκανοπέδιο της Αθήνας.

Πιο πριν, σύμφωνα με τα πανάρχαια κείμενα των Αιγυπτίων που έφτασαν ως εμάς μέσω των διαλόγων του Πλάτωνα, η περιοχή της Αθήνας ήταν οροπέδιο: Ο χώρος ανάμεσα στα σημερινά βουνά ήταν παραγεμισμένος με χώμα.

Πάνω του ζούσαν οι τάξεις των ιερέων και των πολεμιστών: 20.000 πολεμιστές, άνδρες και γυναίκες, με δόρατα και ασπίδες. Είχαν τα σπίτια τους στα βόρεια της έκτασης, πλάι σε εγκαταστάσεις για συσσίτια. Και τα γυμναστήρια στα νότια, πλάι σε άλλες εγκαταστάσεις για συσσίτια. Στο κέντρο υπήρχε μια αστείρευτη βρύση, ενώ ένας λιτός μαντρότοιχος περιέκλειε τα ιερά της Αθηνάς και του Ηφαίστου, που προστάτευαν την πόλη. Στο κείμενο του Πλάτωνα, το πολίτευμα χαρακτηρίζεται άριστο, καθώς κάθε τάξη ζούσε χωριστά. Χωριστά οι βοσκοί, χωριστά οι γεωργοί, χωριστά οι κυνηγοί, οι τεχνίτες, οι ιερείς, οι πολεμιστές. Πληροφορίες για τη μορφή της διοίκησης δεν υπάρχουν. Μόνο για τους πολεμιστές αναφέρεται ότι ήταν οι φύλακες των συμπολιτών τους και αρχηγοί των άλλων Ελλήνων.

Σ’ αυτή την περίεργη πόλη, το πιο μεγάλο αγαθό ήταν η μόρφωση, ενώ σε μεγάλη υπόληψη βρίσκονταν η μαντική, η ιατρική και η διατήρηση της υγείας. Η ευνομία και η ευτυχία πλημμύριζαν τη ζωή των κατοίκων, που θεωρούνταν γέννημα θρέμμα των θεών.

Κάποια στιγμή, αλαζόνες Άτλαντες εισέβαλαν στη Μεσόγειο με σκοπό να κατακτήσουν όλους τους λαούς. Ο στρατός τους αριθμούσε 1.100.000 άνδρες. Καθώς ο τρόμος κυριάρχησε παντού, η μια περιοχή μετά την άλλη εγκατέλειπαν τον αγώνα αφήνοντας μόνους τους Αθηναίους να τα βγάλουν πέρα με τον εχθρό. Λίγο ακόμη και η χώρα θα καταστρεφόταν. Όμως, οι Αθηναίοι πολεμιστές, όχι μόνον άντεξαν στην επίθεση των Ατλάντων αλλά κατάφεραν και να τους νικήσουν. Με μιαν αντεπίθεση διαρκείας, τους πήραν στο κυνήγι, ελευθερώνοντας κι όλες τις άλλες περιοχές. Είχαν τόση μεγαλοψυχία, ώστε, όταν ο κίνδυνος απομακρύνθηκε οριστικά, δε ζήτησαν ανταλλάγματα για την προσφορά τους στους άλλους λαούς. Από τότε, λένε τα αρχαία κείμενα, οι Αιγύπτιοι αγαπούν τους Αθηναίους και τους θεωρούν αδέρφια τους. Ακόμα τους θεωρούν.

Όμως, λίγο καιρό αργότερα, ζωντάνεψαν όλα τα στοιχειά της φύσης. Σεισμοί και κατακλυσμοί έπληξαν τη γη. Η Ατλαντίδα καταποντίστηκε, ενώ την ίδια εποχή, στην Αττική, τα χώματα έλιωσαν από τον νυχτερινό κατακλυσμό και τον σεισμό που συνέβη πολύ πριν από τη σύγχρονη του Δευκαλίωνα καταστροφή. Κι έτσι, όπως τα χώματα παρασύρθηκαν στη θάλασσα, ξεπρόβαλε το λεκανοπέδιο που ορίζεται από τα βουνά Αιγάλεω, Ποικίλο, Πάρνηθα και Λυκαβηττό και βρέχεται από τον Σαρωνικό κόλπο. Στα όριά του, έμειναν μόνον οι γυμνοί βράχοι: Οι λόφοι που και σήμερα υψώνονται εκεί. Τότε ήταν που στέρεψε και η βρύση στη μέση του οροπεδίου.

Εννιά χιλιάδες χρόνια πριν από την εποχή του Σόλωνα, όμως, σημαίνει 9600 π. Χ! Είναι η χρονική στιγμή της μετάβασης του ανθρώπου από την Παλαιολιθική στη Μεσολιθική εποχή. Ούτε συγκροτημένη πολιτεία υπήρχε τότε, ούτε πιθανότητα ύπαρξης οργανωμένου στρατού. Οι επιστήμονες υπέθεσαν ότι οι ιερείς της Ίσιδας δεν τα έλεγαν καλά. Ή ο σοφός Σόλωνας δεν κατάλαβε καλά: Η Ατλαντίδα, για την οποία του μιλούσαν, περικλεινόταν από κανάλια που συνδέονταν μεταξύ τους με γεφύρια. Και το εξωτερικό κανάλι είχε πλάτος 10.000 στάδια, που σημαίνει 1.850 χμ., όσο η απόσταση Αθήνα – Θεσσαλονίκη πάνω από τρεις φορές. Μετά από υπολογισμούς και συσχέτισή τους με κάποιες αρχαιολογικές ανακαλύψεις, οι κυνηγοί της χαμένης Ατλαντίδας κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι αριθμοί ήταν λαθεμένοι κατά ένα ή δυο μηδενικά. Αυτό μεταφράζεται σε εννιακόσια χρόνια πριν από την εποχή του Σόλωνα, κάτι που σημαίνει 1490 π. Χ., στην καρδιά, δηλαδή, της Μυκηναϊκής εποχής. Και, περίπου τότε που συνέβη η έκρηξη του ηφαίστειου της Σαντορίνης (την υπολογίζουν γύρω στα 1650 με 1600 π. Χ.), η οποία συντάραξε τον κόσμο κι έγινε αιτία να σβήσει ο μινωικός πολιτισμός. Και, ναι. Αν η Ατλαντίδα υπήρξε και βρισκόταν στη Σαντορίνη, είναι βέβαιο πως τότε χάθηκε.

Οι Πελασγοί και οι Ίωνες

Οι πρώτοι που διάλεξαν να ζήσουν μόνιμα στον χώρο του λεκανοπέδιου, πρέπει να έφτασαν γύρω στα 3.500 με 3.200 π. Χ. Ήταν Πελασγοί, «αυτοί που λατρεύουν το πνεύμα του ανθισμένου κλαδιού». Το απαραίτητο για το στήσιμο μόνιμων οικισμών νερό, αρχικά το προμηθεύονταν από πηγές. Τις γνωρίζουμε με τα κατοπινά ονόματά τους (Καλλιρρόης του Ιλισού και Κλεψύδρα, Άγλαυρος, Πηγές του Ασκληπιείου, Ερεχθηίδα Θάλασσα στις πλαγιές του βράχου της Ακρόπολης). Νερό έπαιρναν κι από τα ποτάμια Κηφισό, Ιλισό και Ηριδανό. Σύντομα, η λύση αυτή αποδείχτηκε ανεπαρκής. Ο επιγραμματοποιός και ποιητής Καλλίμαχος (310240 π. Χ.) έλεγε ότι ούτε τα ζώα καταδέχονταν να πιούν το βρόμικο νερό του Ηριδανού, ενώ ο Κηφισός και ο Ιλισός στέρευαν τα καλοκαίρια. Τα πηγάδια ήταν το επόμενο βήμα. Η Μαρία Παντελίδου Γκόφα αναφέρει 21 (με βάθος μόλις τρία ως τέσσερα μέτρα) στα βορειοδυτικά του βράχου της Ακρόπολης. Και το Πελασγικό υδραγωγείο ήταν η πρώτη γνωστή μας προσπάθεια να αντιμετωπιστεί οριστικά η παροχή νερού. Ευρήματα αποδεικνύουν ότι περνούσε από το πελασγικό τείχος (της Μυκηναϊκής εποχής, στην πραγματικότητα) στα νότια της Ακρόπολης, βόρεια από τη μετέπειτα Στοά του Ευμένους. Με πήλινους σωλήνες, μετέφερε νερό από τον Υμηττό (Καισαριανή) μέχρι την περιοχή της Ακρόπολης. Έκτισαν τα σπίτια τους στη νότια και στην βόρεια πλαγιά του βράχου και ίσως στον λόφο, όπου αργότερα υψώθηκε το Ολυμπιείο, με γερή πέτρινη βάση και τοίχους και σκεπές από κλαδιά καλυμμένα με λάσπη: Είχαν ένα μόνο δωμάτιο με κτιστή εστία για το ψήσιμο του φαγητού και το ζέσταμα του χώρου. Κι έσκαβαν μέσα σ’ αυτό ρηχούς λάκκους για χώρους αποθήκευσης των τροφών. Καλλιεργούσαν την γη, έτρεφαν ζώα κι αντάλλασσαν τα προϊόντα τους, λάτρευαν την παχύσαρκη θεά της γονιμότητας γης και ανθρώπων, στολίζονταν με κοσμήματα από οστά ή λίθινα και ίσως έβαφαν τα πρόσωπά τους.

Το πέρασμα από τη λιθική στην εποχή του χαλκού (γύρω στα 3000 π. Χ.) έφερε την εξέλιξη: Σιγά σιγά, οι κάτοικοι πλήθυναν κι έστησαν μικρούς οικισμούς διάσπαρτους στο λεκανοπέδιο. Κοντά χίλια χρόνια αργότερα, σημειώθηκε πληθυσμιακή έξαρση. Ο πιο πυκνός πληθυσμός εξακολουθούσε να μένει γύρω από τον βράχο της Ακρόπολης αλλά οι μόνιμες εστίες ξεκίνησαν ν’ απλώνονται ως την περιοχή του μετέπειτα Ολυμπιείου, ανατολικά, της μετέπειτα Αγοράς στα βορειοδυτικά, του μετέπειτα λόφου των Μουσών (Φιλοπάππου) νοτιοδυτικά και του Κεραμεικού, στην περιοχή ανάμεσα στις σημερινές οδούς Πειραιώς, Ερμού και Ασωμάτων. Οι αρχαιολόγοι μιλούν για συγκροτήματα σπιτιών, διάσπαρτα εδώ κι εκεί. Ως το 1600 π. Χ., είχαν σχηματιστεί συνοικισμοί που ανέπτυξαν επαφές μεταξύ τους αλλά και με τη Στερεά Ελλάδα στα δυτικά, την Πελοπόννησο στον Νότο και τις Κυκλάδες στα ανατολικά. Είχαν φθάσει οι Ίωνες της μετέπειτα Μυκηναϊκής εποχής.

Από το 1900 π. Χ., η ιωνική διάλεκτος μιλιόταν στην Αττική. Τη μιλούσαν αυτοί που λάτρευαν τους ποταμούς και τους προσωποποιούσαν στη μορφή ενός δαίμονα, με τον οποίο ταυτίζονταν και οι ίδιοι: Ονόμαζαν τους ποταμούς «ίωνες», τον δαίμονα Ίωνα και τους εαυτούς τους Ίωνες. Και ο μυθικός Ίων, ο γενάρχης των Ιώνων, πριν να γίνει γιος του Ξούθου, αδερφός του Αχαιού κι εγγονός του Δευκαλίωνα, ήταν ποταμίσιος δαίμονας. Πίστευαν ότι ήταν θαμμένος στην Αττική. Και στη γειτονική Τροιζήνα, από τα βάθη των αιώνων, λατρευόταν η Απατουρία Αθηνά, με την γιορτή (τα) «απατούρια» να είναι μια καθαρά ιωνική υπόθεση: Ήταν η εγγραφή των νεογέννητων της χρονιάς στα «ληξιαρχεία» των φατριών.

Στην αρχή, πάνω στον βράχο της Ακρόπολης κατοίκησαν οι πιο πλούσιες οικογένειες: Ο ηγεμόνας και η άρχουσα τάξη. Κι από κάποια στιγμή κι έπειτα, ο βράχος απέκτησε κυκλώπειο τείχος. Μια πύλη ελέγχου του ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει υψώθηκε κι ένα ανάκτορο κτίστηκε στον χώρο όπου αιώνες αργότερα θα κατασκευαζόταν το Ερέχθειο. Κατά τους αρχαιολόγους, αυτό έγινε γύρω στα 1300 π. Χ: Είχε έρθει το πλήρωμα του χρόνου και η Αθήνα απέκτησε Μυκηναίο βασιλιά.

Κέκροπας, ο άνθρωπος φίδι

Για τον πρώτο ηγεμόνα της Αττικής, τον αυτόχθονα Ακταίο, δεν γνωρίζουμε πολλά. Στον καιρό του (στα 1582 π. Χ., σύμφωνα με το «Πάριο χρονικό»), η περιοχή λεγόταν Ακτική ή Ακτή. Από τη λέξη αυτή, η ευρύτερη περιοχή ονομάστηκε Αττική. Οι άνθρωποι ζούσαν σκόρπιοι δω και κει στην φύση κι άνδρες και γυναίκες ανάκατα. Με τον ηγεμόνα να έχει μια μοναχοκόρη, την Άγραυλο («αυτή που ζει στους αγρούς»). Έμελλε να παντρευτεί τον Κέκροπα.

Ο Κέκροπας γεννήθηκε από την αττική γη, ήταν δηλαδή κι αυτός αυτόχθονας. Το όνομά του σημαίνει «αυτός που έχει ουρά», καθώς ήταν μισός άνθρωπος και μισός φίδι και γι’ αυτόν τον λόγο «διφυής», με δύο φύσεις. Τον περιγράφουν γενειοφόρο άνδρα, λεπτό, με δυο φιδίσια πόδια που κατέληγαν σε ουρές. Οι αρχαίοι τον αναπαριστούσαν στεφανωμένο με κλαδί ελιάς, να φορά χιτώνα στολισμένο κάποιες φορές με κλαδιά ελιάς και να κρατά στο αριστερό του χέρι ένα ραβδί, μάλλον από ξύλο ελιάς.

Ανατράφηκε από την Αθηνά κι έμαθε να σκέφτεται σοφά. Πήρε γυναίκα του την Άγραυλο και, κατά τον Παυσανία, διαδέχτηκε τον Ακταίο, όταν αυτός πέθανε, κι έγινε βασιλιάς της χώρας. Ήταν αυτός που ανακάλυψε ότι οι άνθρωποι έχουν διπλή καταγωγή, από πατέρα και μητέρα, και αυτός που, κατά τον Αθήναιο (Β’ με Γ’ αιώνα), καθιέρωσε τον γάμο, ο οποίος μπήκε κάτω από την προστασία της Αθηνάς. Υπήρχαν μάλιστα πολλοί που πίστευαν ότι το επίθετο «διφυής» το απέκτησε γι’ αυτή του την ανακάλυψη.

Οι Αθηναίοι τον θεωρούσαν γενάρχη τους κι έφεραν με υπερηφάνεια το επίθετο Κεκροπίδες, ενώ η περιοχή, στην εποχή του, ονομάστηκε Κεκροπία. Εγκαταστάθηκε στον βράχο της Ακρόπολης. Απέκτησε ένα γιο, τον Ερυσίχθονα, και τρεις κόρες, την Άγλαυρο (κατά τον Δημοσθένη, Άγραυλο, συνονόματη της μητέρας της), την Έρση (σημαίνει «δροσιά») και την Πάνδροσο (την «ολόδροση»). Οι Αθηναίοι, αργότερα, τις ταύτιζαν με τις Μοίρες. Φυσικά, ζούσαν κι αυτές στην Ακρόπολη: σε ένα σπίτι με τρία δωμάτια. Η Έρση καθόταν στο μεσαίο. Τις είδε ο Ερμής ως κανηφόρες­1 αλλά από τις τρεις την Έρση ήταν που αγάπησε. Πλησίασε την Άγραυλο και της ζήτησε να μεσολαβήσει στην αδελφή της. Η Άγραυλος απαίτησε να πληρωθεί σε χρυσάφι. Ο Ερμής της έδωσε, όσο ήθελε. Η Άγραυλος ζήλεψε την αδελφή της και ούτε με το χρυσάφι ήθελε να μεσολαβήσει. Ο Ερμής θύμωσε, την άγγιξε με το ραβδί του και την έκανε πέτρινο άγαλμα.

Στην πραγματικότητα, ο θεός δεν χρειαζόταν κανενός την μεσολάβηση. Η Έρση του δόθηκε μόλις της έκανε πρόταση. Του γέννησε τον Κέφαλο, ένα πανέμορφο παλικάρι. Του γέννησε και τον Κήρυκα, γενάρχη της οικογένειας των Κηρύκων, μιας από τις δυο που είχαν το προνόμιο να δίνουν ιερείς στα Ελευσίνια Μυστήρια (η άλλη ήταν των Ευμολπιδών).

Η βασιλεία του Κέκροπα κάθε άλλο παρά χωρίς κινδύνους ήταν: Από τη στεριά, έρχονταν απειλητικοί οι Βοιωτοί. Από τη θάλασσα, οι Κάρες. Οι κάτοικοι της Κεκροπίας ήταν ευάλωτοι καθώς ζούσαν σκόρπιοι στη φύση. Ο Κέκροπας τους κάλεσε να μαζευτούν σε οικισμούς και έσπευσε να τειχίσει τον βράχο της Ακρόπολης. Δημιουργήθηκαν, έτσι, δώδεκα συνοικισμοί2.

Οι εχθροί αποκρούστηκαν και ο Κέκροπας ήταν ο πρώτος που έφτιαξε νόμους.

Η πάλη για την Αθήνα

Η θεά Αθηνά μεγάλωσε συντροφιά με την παιδική της φίλη, Παλλάδα. Τα παιχνίδια τους ποτέ δεν ήταν ήσυχα και κοριτσίστικα. Συνήθως, περνούσαν ώρες ατέλειωτες μονομαχώντας. Κάποια τέτοια στιγμή, τα πράγματα οξύνθηκαν και οι δυο φιλενάδες αρπάχτηκαν για τα καλά. Ο Δίας, που χάζευε από τον Όλυμπο τα καμώματά τους, φοβήθηκε για την Αθηνά κι έριξε ανάμεσά τους την ασπίδα του. Η Παλλάδα τα ’χασε για μια στιγμή κι έτσι βρήκε η Αθηνά ευκαιρία και τη σκότωσε.

Αμέσως το μετάνιωσε. Για να εξιλεωθεί, φιλοτέχνησε το άγαλμα της φίλης της και ίδρυσε ιερά στο όνομά της, τα Παλλάδια. Μετά, πήγε στον ετεροθαλή αδελφό της, τον Ήφαιστο, και του ζήτησε να της φτιάξει μια πανοπλία. Ο κουτσός θεός θαμπώθηκε από την ομορφιά της και την πήρε στο κυνήγι, προσπαθώντας, παρ’ όλο που ήταν κουτσός, να την φτάσει και να την βιάσει. Η Αθηνά μπόρεσε να τον αποκρούσει. Όμως, μέσα στην πάλη τους, ο Ήφαιστος δεν κατάφερε να συγκρατηθεί. Το σπέρμα του έπεσε στον μηρό της Αθηνάς. Η θεά το σκούπισε με μια χούφτα μαλλί και το πέταξε στη γη. Έτσι, έλεγαν, γεννήθηκε ο Εριχθόνιος, που τον ταύτιζαν με τον Ερεχθέα. Το όνομά του προέρχεται από τις λέξεις «έριον» (μαλλί) και «χθων» (γη): Από το μαλλί, με το οποίο η Αθηνά σκούπισε αηδιασμένη τον μηρό της, και το πέταξε στη γη.

Η Αθηνά ανέλαβε να μεγαλώσει το μωρό χωρίς ποτέ να το δείχνει σε κανέναν. Όταν, κάποια μέρα, θέλησε να στηρίξει την Ακρόπολη της Αθήνας, που κινδύνευε να γείρει, άφησε το μωρό σ’ ένα κλειστό καλάθι να το φυλάξουν οι κόρες του Κέκροπα και πήγε στην Παλλήνη να φέρει ένα βράχο. Επιστρέφοντας, μια κουρούνα της πρόφτασε ότι οι νεαρές άνοιξαν το καλάθι, απ’ όπου βγήκε ένα φίδι και τις δάγκωσε. Η Αθηνά ταράχτηκε κι ο βράχος έπεσε από τα χέρια της. Έτσι, λένε, δημιουργήθηκε ο Λυκαβηττός. Τιμώρησε και τη μαρτυριάρα κουρούνα και τις γεμάτες περιέργεια κόρες. Τις οποίες, κατά άλλη εκδοχή, κυνήγησε το φίδι και τις ανάγκασε να γκρεμιστούν από την Ακρόπολη. Κι όταν το φίδι, ο Εριχθόνιος, μεγάλωσε κι έγινε βασιλιάς, δημιούργησε τις γιορτές Αθήναια και άλλες τελετές και εφεύρε την κοπή νομισμάτων.

Η όλη ιστορία, όμως, σημαίνει και ότι ο Κέκροπας γεννήθηκε πολύ πριν από τον Εριχθόνιο. Στην αχλή του μύθου, όταν ακόμα όλα ήταν συγκεχυμένα, ο Ερεχθέας, ο Εριχθόνιος κι ο Κέκροπας δε φαίνεται να ήταν τίποτε άλλο από παραλλαγές του ίδιου προσώπου, του πρώτου που γεννήθηκε από τη γη της Αττικής3.

Υπάρχει όμως και η εκδοχή που επιμένει ότι ο σοφός Κέκροπας έφτασε στην Αθήνα, από την Αίγυπτο. Ζούσε στην πόλη Σάιδα αλλά εκδιώχτηκε, θύμα εκεί εμφύλιου πολέμου. Όπως και να έχει το ζήτημα, στην Αττική, παντρεύτηκε την Άγλαυρο (προσωποποίηση του λαμπρού φωτός) κόρη του τοπικού φύλαρχου, Ακταίου. Ένωσε τους σκόρπιους κατοίκους σε δώδεκα οικισμούς και τους χώρισε σε τέσσερις φυλές4.

Ο Κέκροπας έμαθε στους κατοίκους να καλλιεργούν την ελιά και να παράγουν το λάδι κι έγινε βασιλιάς τους θεσπίζοντας νόμους, την εφαρμογή των οποίων ανέθεσε να επιβλέπει ένα δικαστήριο, ο Άρειος Πάγος. Και ήταν ο πρώτος που έκανε απογραφή πληθυσμού: Κάλεσε τους υπηκόους του να πάρουν καθένας από μια πέτρα και να την αποθέσουν σ’ ένα συγκεκριμένο μέρος, μετά μέτρησε τις πέτρες κι έβγαλε ότι ο πληθυσμός της περιοχής ήταν 20.000 κάτοικοι. Από αυτό, είπαν, βγήκε η λέξη λαός, από το «λάας» που σημαίνει λίθος. Έκτισε κι ένα τείχος πάνω στον λόφο που ονομάστηκε Κεκροπία, όπου ύψωσε την κατοικία (το ανάκτορό του) κι αργότερα έγινε γνωστός ως Ιερός Βράχος της Ακρόπολης. Από τον λόφο με το τείχος, όλη η περιοχή ονομάστηκε Κεκροπία. Εκείνο τον καιρό είναι που ξέσπασε η διαμάχη ανάμεσα στην Αθηνά και τον Ποσειδώνα, για την πόλη.

Η μεγάλη ανατροπή

Ο θρύλος για τον ανταγωνισμό ανάμεσα στη θεά και στον Ποσειδώνα, σχετικά με το ποιος από τους δυο θα κατέχει την Αθήνα, απηχεί, λένε, την αντιπαλότητα ανάμεσα στον αρχαίο λαό των Πελασγών και τον νεοφερμένο των Ιώνων, αν και υπάρχουν θεωρίες που υποστηρίζουν ότι και οι θεοί, αρχικά, πελασγικοί ήταν.

Ο Ποσειδώνας έφτασε πρώτος, χτύπησε με την τρίαινά του τον ιερό βράχο κι έκανε να ξεπηδήσει μια πηγή με αλμυρό νερό. Όταν, μετά από καιρό, ήρθε η Αθηνά, έκανε να βλαστήσει μια ελιά. Το δικαστήριο των θεών έκρινε ότι το δώρο της θεάς ήταν πιο χρήσιμο κι έτσι η πόλη της αφιερώθηκε. Με αυτό, λένε, συμβολίζεται η επικράτηση των Ιώνων επί των παλαιότερων κατοίκων της Αττικής: Ο Ποσειδώνας ήταν θεός των πρώτων οικιστών, η Αθηνά των νεοφερμένων. Κι όσο κι αν η Αθηνά νίκησε τον Ποσειδώνα στη διαμάχη της για την Αθήνα, όσο κι αν η πόλη αλλά και οι κάτοικοι και οι πρώτοι της βασιλιάδες συνδέονται με την θεά της σοφίας και τα σύμβολά της (Εριχθόνιος κ.λπ.), ο θεός της θάλασσας είναι πανταχού παρών στις εξελίξεις. Η πάλη ανάμεσα στο νέο και στο παλιό, αν ποτέ υπήρξε, δεν ήταν σύντομη. Κράτησε αιώνες και πέρασε από πολλές φάσεις.

Οπωσδήποτε, κάποιοι υποστήριξαν ότι τα πράγματα δεν έγιναν ακριβώς έτσι. Οι δυο θεοί μάλωναν ασταμάτητα, ώσπου κλήθηκε ο Κέκροπας να κρίνει, ποιος από τους δυο πρόσφερε καλύτερο δώρο. Κατά μιαν εκδοχή, ο Κέκροπας πήγε στο μαντείο των Δελφών και ρώτησε. Του είπαν ότι η ελιά είναι καλύτερη κι έτσι νίκησε η θεά. Κατά μιαν άλλη, πιο περίπλοκη, ο Κέκροπας κάλεσε τον λαό της περιοχής να ψηφίσει. Οι γυναίκες ψήφισαν υπέρ της Αθηνάς και οι άνδρες υπέρ του Ποσειδώνα. Οι γυναίκες ήταν κατά μία παραπάνω από τους άνδρες κι έτσι νίκησε η Αθηνά. Ο Ποσειδώνας πολύ θύμωσε με το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας κι έκανε να πλημμυρίσει ο τόπος. Για να τον εξευμενίσουν, οι Αθηναίοι τιμώρησαν τις γυναίκες, στερώντας τους το δικαίωμα ψήφου! Γι’ αυτό, λένε, οι γυναίκες δεν ψήφιζαν στην αρχαιότητα.

Ο Ηρόδοτος παραθέτει5 μια λιβυκή εκδοχή ότι η Αθηνά ήταν κόρη του Ποσειδώνα και της λίμνης Τριτωνίδας (στη Λιβύη) αλλά κοντά του δεν περνούσε καλά και γι’ αυτό προσέφυγε στον Δία που την δέχθηκε κόρη του. Οι Λίβυοι, προσθέτει ο Ηρόδοτος, δεν παντρεύονταν αλλά έσμιγαν όπως τα ζώα. Τρεις μήνες μετά την γέννηση του παιδιού, όλοι οι άντρες που είχαν κατά καιρούς πλαγιάσει με την μητέρα, μαζεύονταν σε μια περιοχή. Το παιδί λογιζόταν γιος εκείνου που τύχαινε να του μοιάζει. Το ίδιο, χωρίς την αναζήτηση του πατέρα, γινόταν και στην Αττική, στα χρόνια του Κέκροπα, ο οποίος πρώτος καθιέρωσε τον γάμο. Και ο γάμος ήταν η καταδίκη της μητρικής γραμμής συγγένειας που αντικαταστάθηκε από την πατρική.

Η αρχαιότατη Αθηνά υπερίσχυσε με μια γυναικεία ψήφο. Οι γυναίκες τιμωρήθηκαν με το να χάσουν το δικαίωμα ψήφου. Ο Μάρκος Τερέντιος Ουάρρων (Varro, 116 – 27 π. Χ.) προσθέτει ότι τις απαγόρευσαν να λέγονται Αθηναίες και τις στέρησαν το δικαίωμα τα παιδιά να παίρνουν το όνομα της μητέρας. Που σημαίνει ότι επήλθε η ανατροπή κι επικράτησε η πατρογραμμική συγγένεια. Με την αρχαιότατη Αθηνά να υποχωρεί μπροστά στη νέα, αυτή που γεννήθηκε από το κεφάλι του πατέρα της και άρα δεν συνδέεται με μητέρα.

Έτσι, ο «χαμένος» της ψηφοφορίας, Ποσειδώνας, έχασε την Αθήνα αλλά κέρδισε την αντρική επιβολή πάνω στις γυναίκες. Και η «κερδισμένη» Αθηνά είδε τις ψηφοφόρους της να χάνουν τα δικαιώματά τους.

Όλα αυτά πρέπει να έγιναν γύρω στα 1600 π. Χ., παρ’ όλο που το ανάκτορο πάνω στον βράχο της Ακρόπολης δεν πρέπει να κτίστηκε πριν από το 1300 π. Χ.

Από τον Κέκροπα στον Εριχθόνιο

Ο Κέκροπας πέθανε μετά τον θάνατο του γιου του, Ερυσίχθονα, κι αυτό είχε αποτέλεσμα να πάρει τον θρόνο ο Κραναός, επίσης αυτόχθονας. Ανήκε στους άρχοντες της Αττικής, ο πιο σπουδαίος από όλους, και γι’ αυτό οι κάτοικοι τον επέλεξαν να γίνει ο βασιλιάς τους. Η περιοχή μετονομάστηκε Κρανάη και οι κάτοικοί της λέγονταν Κραναοί. Στην εποχή του, λένε, συνέβη ο φοβερός κατακλυσμός του Δευκαλίωνα. Παντρεύτηκε την Πεδιάδα, θυγατέρα ενός Λακεδαιμόνιου, κι απέκτησε τρεις κόρες: Τις Κρανάη, Κραναίχμη και Ατθίδα. Η Ατθίδα πέθανε νωρίς, πριν να παντρευτεί. Προς τιμή της, αργότερα, οι κόρες των Αθηναίων ονομάζονταν Ατθίδες. Όσο ήταν βασιλιάς, οι ονομασίες των τεσσάρων φυλών άλλαξαν6.

Ο Κραναός πάντρεψε την κόρη του, Κρανάη, με τον Αμφικτύονα, που ήταν κι αυτός αυτόχθονας, αν και κάποιοι τον αναφέρουν ως γιο του Δευκαλίωνα. Ο γαμπρός δεν δίστασε να ανατρέψει τον πεθερό του, να τον εξορίσει σ’ ένα συνοικισμό στον Υμηττό (όπου και πέθανε) και να γίνει ο ίδιος βασιλιάς.

Ως βασιλιάς, ο Αμφικτύονας καθιέρωσε τα Διονύσια, γιορτή προς τιμή του θεού Διόνυσου, τον οποίο φιλοξένησε και ο οποίος του έμαθε, πώς να νερώνει το κρασί, ώστε να μην μεθάει. Ο ίδιος, λέγεται ότι συγκρότησε το Συνέδριο των Αμφικτιόνων (ή Αμφικτιονικό), από εκπροσώπους δώδεκα πόλεων που συνεδρίαζαν κάθε χρόνο στις Θερμοπύλες και στους Δελφούς και αποφάσιζαν για τις υποθέσεις της Δελφικής Αμφικτιονίας (άτυπης συμπολιτείας). Υπάρχουν, όμως, πολλοί που διαφωνούν με το αν ίδρυσε την αμφικτιονία, θεωρώντας ότι λέξη δεν προέρχεται από το όνομά του αλλά σημαίνει «γείτονας» (από το «αμφί», τριγύρω, και το «κτοίνα», οικισμός, «αυτός που κατοικεί τριγύρω»).

Άλλωστε, ο Αμφικτύονας μόνο δίκαιος βασιλιάς δεν ήταν. Η κακοδιοίκησή του έστρεψε τους κατοίκους της Αττικής ενάντιά του. Μετά από δώδεκα χρόνια βασιλείας, τον ανέτρεψαν έχοντας ηγέτη της επανάστασης τον Εριχθόνιο.

Θετός γιος της Αθηνάς, το φίδι ο Εριχθόνιος ήταν αυτός που ίδρυσε τα Αθήναια, την γιορτή προς τιμή της Αθηνάς, όταν έστησε το ξόανο της θεάς στην Ακρόπολη. Πρέπει να ήταν γιορτή για την λήξη του θερισμού. Όταν ο Θησέας ένωσε τους συνοικισμούς σε μια πόλη, η γιορτή πήρε το όνομα Παναθήναια. Ο ίδιος ο Εριχθόνιος έφερε στην περιοχή το ασήμι, δίδαξε την κατεργασία του κι εφεύρε την κοπή νομισμάτων. Εφεύρε και το τέθριππο, το άρμα που σέρνουν τέσσερα άλογα. Στα χρόνια της βασιλείας του είναι που έφτασαν στο Άργος ο Δαναός και οι πενήντα κόρες του (οι Δαναΐδες).

Ο βασιλιάς φίδι παντρεύτηκε την Νηρηίδα (νεράιδα) Πασιθέα, «αυτή που βλέπει τα πάντα», κι απέκτησε μαζί της γιο, τον Πανδίονα. Απέκτησε και μια κόρη, την Κρέουσα, που παντρεύτηκε με τον Ξούθο, γιο του Έλληνα.

Κάποια μέρα, η όμορφη Κρέουσα μάζευε λουλούδια στις πλαγιές της Ακρόπολης. Την είδε ο θεός Απόλλωνας και την πήρε. Η μια εκδοχή λέει πως, όταν η Κρέουσα γέννησε, έκρυψε το μωρό της σε μια σπηλιά. Ο Ερμής άκουσε τα κλάματά του, το περιμάζεψε και το πήγε στον Απόλλωνα που το μεγάλωσε και το ονόμασε Ίωνα. Η άλλη εκδοχή αναφέρει ότι το μωρό ανατράφηκε κανονικά ως γιος του Ξούθου. Όπως και να έχει το ζήτημα, οι απόγονοί του, οι Ίωνες, έρχονταν κατευθείαν από τον Έλληνα και είχαν πρόγονό τους τον θεό Απόλλωνα.

Όμως, με όλα αυτά, οι πρώτοι πέντε επικεφαλής της Αθήνας, ηγεμόνας και βασιλιάδες, ήταν αυτόχθονες.

Ο Πανδίονας Α’ και το κρασί

Τον Εριχθόνιο διαδέχτηκε ο γιος του, Πανδίονας Α’. Στις μέρες του συνέβησαν γεγονότα θαυμαστά, καθώς τότε και όχι νωρίτερα ήρθαν στην Αττική ο Διόνυσος και η Δήμητρα για να διδάξουν στους κατοίκους τα μυστικά της γεωργίας.

Κάπου, κοντά στην Πεντέλη, ζούσε ο Ικάριος μαζί με την κόρη του, Ηριγόνη, όταν έφτασε εκεί ο θεός Διόνυσος. Ο Ικάριος και η Ηριγόνη τον φιλοξένησαν (μερικοί ισχυρίζονται ότι ο θεός είχε με την ηρωίδα και ερωτική σχέση, από την οποία προέκυψε γιος, ο Στάφυλος). Σκλαβωμένος από τη φιλοξενία, ο θεός χάρισε στον Ικάριο ένα ασκί με αρωματικό ποτό, το οποίο, όπως του εξήγησε, λέγεται κρασί. Του χάρισε και τσαμπιά με σταφύλια καθώς και κληματόβεργες και τον έμαθε να καλλιεργεί αμπέλια και να παρασκευάζει κρασί. Έπειτα, του ζήτησε να πορευθεί και να διδάξει στους ανθρώπους τα όσα έμαθε. Ο Ικάριος υπάκουσε.

Πατέρας και κόρη, μαζί με τη σκυλίτσα τους τη Μαίρα, περιπλανιόνταν γύρω από την Αθήνα και γίνονταν ενθουσιωδώς δεκτοί από όλους, όσοι δοκίμαζαν το κρασί τους. Κάποιοι βοσκοί όμως παραήπιαν, μέθυσαν και το έριξαν στον ύπνο. Όσοι από τους συντρόφους τους είχαν μεθύσει αλλά άντεχαν, νόμισαν νεκρούς τους κοιμισμένους. Εξαγριώθηκαν και σκότωσαν τον Ικάριο κάποια στιγμή που έλειπε η Ηριγόνη. Όταν την άλλη μέρα συνήλθαν, διαπίστωσαν το λάθος τους, έθαψαν το πτώμα κάτω από ένα δέντρο ή το έριξαν σε ένα πηγάδι κι έφυγαν. Η Ηριγόνη μάταια έψαχνε να βρει τον πατέρα της ώσπου η σκυλίτσα τους η Μαίρα την οδήγησε με τα γαβγίσματά της εκεί που βρισκόταν η σορός του πατέρα της. Απελπισμένη, η Ηριγόνη κρεμάστηκε από ένα δέντρο.

Ο Διόνυσος έγινε έξω φρενών όταν τα έμαθε όλα αυτά. Και επέβαλε τιμωρία σκληρή: Ξαφνικά τα κορίτσια των Αθηναίων τρελαίνονταν και κρεμιόντουσαν. Το μαντείο των Δελφών που ρωτήθηκε, απάντησε ότι, για να εξιλεωθούν, έπρεπε να τιμούν τον Ικάριο και την Ηριγόνη με θυσίες και ειδικές γιορτές. Έτσι, καθιερώθηκε η γιορτή της «αιώρας» (κούνιας). Κρεμούσαν από το κλαδί ενός δέντρου μια κούνια και τα κορίτσια, την ώρα που αιωρούνταν, αφιέρωναν στην Ηριγόνη το τραγούδι «Αλήτις» (περιπλανώμενη, λυπητερό τραγούδι που διεκτραγωδούσε τις περιπέτειες της Ηριγόνης). Πατέρας, κόρη και σκυλίτσα καταστερώθηκαν στον ουρανό: Η Ηριγόνη έγινε ο αστερισμός της Παρθένου. Ο Ικάριος έγινε ο Βοώτης και ο σκύλος, ο Κύων.

Ώσπου να γίνουν όλα αυτά, ο βασιλιάς Πανδίονας Α’ παντρεύτηκε τη Νηρηίδα (νεράιδα) Ζευξίππη, «αυτήν που ζεύει τον ίππο» (και γνωρίζουμε ότι αρχικά ο Ποσειδώνας λατρευόταν ως άλογο). Απέκτησαν κόρες την Πρόκνη και την Φιλομήλα και γιο τον Ερεχθέα, αυτόν που συγχέεται με τον παππού του, Εριχθόνιο. Στην πορεία, προέκυψε και ο Βούτης ως δίδυμος αδελφός του Ερεχθέα.

Στη γειτονική Βοιωτία, βασίλευε ο Λάβδακος (ο παππούς του Οιδίποδα). Δημιουργήθηκαν διαφωνίες σχετικά με τα σύνορα των δυο βασιλείων. Οι διαφωνίες οδηγήθηκαν στα άκρα και ξέσπασε πόλεμος. Χάρη στη συμμαχία του με τον γιο του Άρη, Τηρέα, που μετακλήθηκε από την Θράκη, ο Πανδίονας νίκησε. Ευγνωμονώντας, έδωσε στον Τηρέα γυναίκα την κόρη του, Πρόκνη. Το ζευγάρι έφυγε στην Θράκη όπου η Πρόκνη γέννησε τον Ίτυ (ή Ίτυλο).

Κάποια στιγμή, ο Τηρέας άφησε την Πρόκνη στη Θράκη, επισκέφτηκε τον Πανδίονα, είδε την Φιλομήλα, αδελφή της γυναίκας του, και την ερωτεύτηκε. Παρουσιάστηκε στον βασιλιά και του ζήτησε να την πάρει μαζί του στην Θράκη είτε επειδή δήθεν έμαθε ότι η Πρόκνη πέθανε είτε, το πιο πιθανό, επειδή τάχα η Πρόκνη του είπε ότι είχε επιθυμήσει την αδελφή της. Ο Πανδίονας δεν πονηρεύτηκε.

Θέλοντας και μη, η Φιλομήλα ακολούθησε τον κουνιάδο της. Στον δρόμο για την Θράκη, ο Τηρέας την ξεμονάχιασε σε ένα στάβλο μέσα στο δάσος και, παρά την αντίστασή της, την βίασε. Μετά, σκέφτηκε πως θα είχε μπελάδες, αν το πράγμα μαθευόταν. Έκοψε την γλώσσα της Φιλομήλας να μην μπορεί να φωνάξει ή να μιλήσει σε κανέναν, την έμπασε κρυφά στην Θράκη και την φυλάκισε σε ένα διαμέρισμα του παλατιού, όπου μόνο αυτός μπορούσε να πηγαίνει.

Για να περνά τον καιρό της, η Φιλομήλα είχε στην διάθεσή της ένα αργαλειό. Ύφαινε νύχτα μέρα τα επεισόδια της περιπέτειάς της. Πώς την πήρε από την Αθήνα ο Τηρέας, πώς την βίασε, πώς της έκοψε την γλώσσα, πώς την φυλάκισε. Όταν τελείωσε, έδωσε το υφαντό στον φρουρό της με ένα σημείωμα να το παραδώσει στην Πρόκνη.

Η Πρόκνη νόμιζε την αδελφή της νεκρή. Έφριξε βλέποντας την υφασμένη ιστορία. Βρήκε την Φιλομήλα, την ελευθέρωσε και, μαζί της, έστησε την αποτρόπαια εκδίκηση. Έσφαξαν τον Ίτυ ή Ίτυλο, τον έβρασαν κι ετοίμασαν έτσι γεύμα στον Τηρέα. Όταν ο βασιλιάς έφαγε κάμποσο από το κρέας του γιου του, η Πρόκνη έριξε στο τραπέζι το κομμένο του κεφάλι. Ο Τηρέας έγινε έξαλλος από θυμό. Κραδαίνοντας ένα τσεκούρι, κυνήγησε τις δυο αδελφές που το έβαλαν στα πόδια. Τις έφτασε κι ετοιμάστηκε να τις αποκεφαλίσει, όταν επενέβησαν οι θεοί. Την κρίσιμη στιγμή, η Πρόκνη μεταμορφώθηκε σε αηδόνι, η Φιλομήλα σε χελιδόνι και ο Τηρέας σε τσαλαπετεινό.

Οι κόρες του Ερεχθέα

Όταν πέθανε ο Πανδίονας Α’, άφησε πίσω του, γιο, τον Ερεχθέα, στον οποίο προστέθηκε δίδυμος αδελφός ο Βούτης. Ο Ερεχθέας, που συγχέεται με τον παππού του, Εριχθόνιο, πήρε γυναίκα του την Πραξιθέα11, από την οποία απέκτησε κόρες την Πρόκρη, την Χθονία και την Ωρείθια και γιους τον Κέκροπα Β’, τον Πάνδωρο και τον Μητίονα. Κατά μια εκδοχή, ήταν πατέρας και της Κρέουσας, της μητέρας του Ίωνα, αλλά αυτό πρέπει να οφείλεται στη σύγχυση που υπάρχει σε ότι αφορά αυτόν και τον Εριχθόνιο. Ο Ίωνας, άλλωστε, ήταν σύμμαχος του Ερεχθέα, στον πόλεμο με τους Ελευσίνιους, κάτι που συνηγορεί στο ότι οι δυο τους ήταν περίπου συνομήλικοι.

Η βασιλεία του Ερεχθέα, όπως και αυτή του πατέρα του, Πανδίονα Α’, έχει συνδεθεί με γεγονότα, στα οποία πρωταγωνιστούσαν πρόσωπα από τη Θράκη αλλά και οι κόρες του. Με πρώτη την Ωρείθια:

Η θεά της αυγής, Ηώς, γέννησε από τον θρακικό ποταμό (και θεό), Αστραίο, τους ανέμους. Ανάμεσά τους και τον Βοριά. Διέτρεχε αυτός όλη τη χώρα φυσώντας παγωμένος. Στην Αττική, στις όχθες του Ιλισού, μια παρέα κοριτσιών έπαιζε μαζεύοντας λουλούδια. Η πιο όμορφη κι αρχοντική τράβηξε την προσοχή του. Έμαθε πως ήταν η Ωρείθυια: «Νεράιδα των βουνών» και κόρη του βασιλιά. Έβαλε τα καλά του κι εμφανίστηκε στον Ερεχθέα, ζητώντας επίσημα το χέρι της. Έχοντας ζήσει τις άσχημες περιπέτειες των αδερφάδων του (της Πρόκνης και της Φιλομήλας), ο βασιλιάς εχθρευόταν καθένα που κατέβαινε από τον παγωμένο Βορρά. Αρνήθηκε. Ο Βοριάς την έκλεψε.

Βοριάς και Ωρείθυια γύρισαν μαζί στη Θράκη κι απέκτησαν τρεις γιους: Τους Βορεάδες Ζήτη και Κάλαϊ, που είχαν φτερά στα ποδάρια και μετείχαν στην Αργοναυτική εκστρατεία, και τον Αίμο. Και κόρες την πανέμορφη Χιόνη και την Κλεοπάτρα7.

Η Χιόνη τράβηξε την προσοχή του θεού Ποσειδώνα. Του δόθηκε. Γεννήθηκε ο Εύμολπος, «αυτός που τραγουδά ωραία». Για να μη μάθει ο πατέρας της την ερωτική της περιπέτεια και την τιμωρήσει, η Χιόνη πέταξε το νεογέννητο στη θάλασσα. Ο Ποσειδώνας περιμάζεψε τον γιο του και τον παρέδωσε, μωρό ακόμα, στην κόρη του, Βενθεσικύμη, «αυτή που ζει στα βάθη των κυμάτων», να τον αναθρέψει. Μεγαλώνοντας, ο Εύμολπος παντρεύτηκε μια από τις κόρες της Βενθεσικύμης κι απέκτησε γιο τον Ίσμαρο αλλά προσπάθησε κι αυτός να βιάσει μια κουνιάδα του. Πατέρας και γιος εκδιώχτηκαν και, καθόλου τυχαία, βρέθηκαν στην Θράκη. Ο εκεί βασιλιάς, Τεγύριος, τους καλοδέχτηκε κι έκανε τον Ίσμαρο γαμπρό του. Παρ’ όλα αυτά, ο Εύμολπος προσπάθησε να ανατρέψει τον Τεγύριο. Απέτυχε. Έφυγε στην Ελευσίνα, ενώ ο γιος του έμεινε στη Θράκη κι έγινε βασιλιάς της, παρόλο που ακόμα ζούσε ο Τεγύριος. Κατά μια ισχυρή εκδοχή, ο Εύμολπος ίδρυσε τα Ελευσίνια Μυστήρια.

Στη Θράκη, ο Ίσμαρος πέθανε. Ο Τεγύριος κάλεσε τον Εύμολπο να επιστρέψει και να γίνει αυτός βασιλιάς στη θέση του νεκρού γιου του. Ο Εύμολπος δέχτηκε. Γύρισε στη Θράκη αλλά στην Αττική ξέσπασε πόλεμος ανάμεσα στην Αθήνα και την Ελευσίνα. Ο Ερεχθέας ήδη απειλούσε την πόλη της Δήμητρας με κατάληψη. Οι Ελευσίνιοι κάλεσαν τον Εύμολπο να τους βοηθήσει. Έσπευσε αυτός με στρατό πολεμοχαρών Θρακών και με απαιτήσεις για τον θρόνο της Αθήνας: Ήταν γιος του Ποσειδώνα κι ο Ποσειδώνας είχε έρθει πρώτος στην Αττική, πριν από την Αθηνά, την θετή μητέρα του φιδιού Εριχθόνιου που συγχεόταν με το φίδι Ερεχθέα. Έχουμε δηλαδή να κάνουμε με ένα ακόμα επεισόδιο στην πάλη ανάμεσα στο παλιό και το νέο. Με σαφή την απειλή να παραμεριστεί η λατρεία της Αθηνάς και να επανέλθει του Ποσειδώνα. Στο πλευρό του Ερεχθέα, άλλωστε, πολεμούσε κι ο Ίωνας, γιος του Ξούθου και γενάρχης των Ιώνων που λάτρευαν την Αθηνά8.

Ο Ερεχθέας ζήτησε την βοήθεια του μαντείου των Δελφών για να μάθει ότι η Αττική θα σωζόταν, αν θυσιαζόταν μια από τις κόρες του. Θυσιάστηκε η Χθονία, διόλου συμπτωματικά γυναίκα του Βούτη, στην πραγματικότητα απόγονου του Ποσειδώνα. Οι Αθηναίοι νίκησαν, ο Ερεχθέας σκότωσε τον Εύμολπο9 και η Ελευσίνα δέθηκε στο άρμα της Αθήνας αλλά κράτησε το δικαίωμα να τελεί τα μυστήρια.

Είτε ακολουθώντας τους Ελευσίνιους και τους πολεμιστές του Εύμολπου είτε εκστρατεύοντας χωριστά, ένας ακόμα γιος του Ποσειδώνα, ο Φόρβαντας, βασιλιάς των Κουρήτων της Αιτωλίας, εισέβαλε κι αυτός στην Αττική. Ο Ερεχθέας τον σκότωσε. Ο Ποσειδώνας δεν ανεχόταν να βλέπει τους γιους του να εξολοθρεύονται στην γη της Αττικής. Ζήτησε εκδίκηση και ο Δίας κεραύνωσε τον Ερεχθέα ή τον σκότωσε ο ίδιος ο Ποσειδώνας με την τρίαινά του.

Η Δήμητρα και η Ελευσίνα

Ο Κραναός που διαδέχτηκε τον Κέκροπα στον θρόνο της Αθήνας, είχε ένα γιο: Τον Κελεό που έγινε βασιλιάς στην Ελευσίνα. Στα χρόνια του ήταν που η θεά Δήμητρα επισκέφτηκε την περιοχή αναζητώντας την κόρη της, Περσεφόνη, η οποία είχε απαχθεί από τον Άδη. Κατέληξε να γίνει τροφός των παιδιών του Κελεού, Δημοφώντα και Τριπτόλεμου.

Ο Δημοφώντας πέθανε στα χέρια της θεάς. Στον Τριπτόλεμο, η Δήμητρα χάρισε ένα κόκκο σταριού και τον έμαθε να καλλιεργεί τη γη. Έζευξε εκείνος σε μιαν άμαξα ιπτάμενους δράκοντες και πέταξε ανά την οικουμένη διδάσκοντας στους ανθρώπους την καλλιέργεια των σιτηρών. Κατά μια εκδοχή, αυτός ίδρυσε τα Ελευσίνια Μυστήρια, προς τιμή της θεάς.

Κελεός, όμως, είναι το όνομα του δασόβιου πουλιού δρυοκολάπτης που σημαίνει ότι ήταν βασιλιάς στο δάσος. Με γιο τον Δημοφώντα (τον πολεμιστή που το όνομά του θύμιζε τον φονιά του λαού και, κατά κάποιους, συγγένευε με τον θεό του πολέμου, Άρη). Πριν να φτάσει ως αυτούς, η Δήμητρα πέρασε από το «Ράριον πεδίον», την πεδιάδα ανάμεσα στην Αθήνα και την Ελευσίνα. Εκεί, συνάντησε δυο αυτόχθονες, δυο ανθρώπους που είχαν βγει από την γη, μαζί με τους τρεις γιους τους. Ήταν η Βαυβώ (σημαίνει κοιλιά) και ο Δυσαύλης (σημαίνει ο με σπίτι ακατάλληλο να ζει κάποιος σ’ αυτό) και τα παιδιά τους, Τριπτόλεμο, Εύμολπο και Ευβουλέα. Ο Παυσανίας αναφέρει ότι ο Τριπτόλεμος (ο τριπλός πολεμιστής) έβοσκε βόδια, ο Εύμολπος (ο καλός τραγουδιστής) πρόβατα και ο Ευβουλέας (ο με ορθή βούληση, στον οποίο κάποιοι αναγνωρίζουν τον ίδιο τον θεό Άδη) γουρούνια.

Έχουμε δηλαδή να κάνουμε με λαό του δάσους που ζούσε από την κτηνοτροφία αγνοώντας την καλλιέργεια της γης. Δεν είχαν γευτεί ποτέ ψωμί και αγνοούσαν την ύπαρξή του. Όμως, τη μέρα που άνοιξε η γη και κατάπιε την Περσεφόνη (όταν την άρπαξε ο θεός Άδης), κάπου εκεί κοντά βρίσκονταν ο Τριπτόλεμος κι ο Ευβουλέας με τα γουρούνια του. Μάλιστα, μερικά από τα ζωντανά παρασύρθηκαν στο χάσμα και χάθηκαν. Ο Τριπτόλεμος ήταν αυτός που πληροφόρησε την θεά Δήμητρα για το τι έγινε. Η θεά, για να τον ανταμείψει, του χάρισε τις γνώσεις της καλλιέργειας της γης. Από άνθρωπος του πολέμου, ο Τριπτόλεμος έγινε άνθρωπος της ειρήνης.

Σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή, τα Ελευσίνια Μυστήρια ίδρυσε ο ιερέας και βασιλιάς Εύμολπος, γιός του θεού Ποσειδώνα. Όταν ο βασιλιάς της Αθήνας, Ερεχθέας, εκστράτευσε ενάντια στην Ελευσίνα, ο Εύμολπος βρέθηκε στην πρώτη γραμμή των Ελευσίνιων αλλά, σε μια μάχη, σκοτώθηκε. Ο θάνατός του οδήγησε τους εμπόλεμους σε συμβιβασμό: Η Ελευσίνα υποτάχθηκε στην Αθήνα αλλά διατήρησε το προνόμιο να τελεί τα Μυστήρια στη θεά.

Στη χαραυγή των ιστορικών χρόνων, η Ελευσίνα ήταν έδρα ήδη αρχαίου ιερατικού κράτους. Πρέπει να ήταν στα μέσα του Η’ π. Χ. αιώνα όταν ήρθε σε σύγκρουση με την Αθήνα. Η ήττα της (αυτή που αποδόθηκε στον Ερεχθέα, η εποχή του οποίου όμως είναι πολύ παλαιότερη) την έφερε προσαρτημένη στο άρμα του αθηναϊκού κράτους αλλά με αλώβητα τα προνόμιά της, με δικαίωμα να ονομάζεται πόλη (χωρίς να της επιτρέπεται να κόψει δικό της νόμισμα) και βέβαια με δική της τη διεύθυνση των Μυστηρίων. Οι αξιωματούχοι (ιεροφάντης, δαδούχος, ιεροκήρυκας κ.λπ.) της λατρείας των Μεγάλων Θεών (Δήμητρας και Περσεφόνης) προέρχονταν πάντα από τις δυο επίσημες ιερατικές οικογένειες. Η μια ήταν των Ευμολπιδών, των απογόνων δηλαδή του ιερέα βασιλιά Εύμολπου. Η άλλη ήταν η ιερατική οικογένεια των Κηρύκων. Κατάγονταν, όπως αναφέρθηκε, από τον Κήρυκα, γιο του Ερμή και της Έρσης, κόρης του Κέκροπα. Η Ελευσίνα εξελίχθηκε σε δήμο της Αθήνας, έναν από τους πιο σπουδαίους.

Η διαδικασία της μύησης

Στα 150 χρόνια που μεσολάβησαν από την εποχή του Σόλωνα (ΣΤ’ π. Χ. αιώνα) ως τον Περικλή, τα Ελευσίνια Μυστήρια υιοθετήθηκαν από τους Αθηναίους και πήραν μεγαλοπρεπή μορφή. Με τις γιορτές να εξελίσσονται σε δύο δόσεις: Τα Μικρά και τα Μεγάλα Μυστήρια. Τα Μικρά τελούνταν την άνοιξη στην Αθήνα και διαρκούσαν τρεις μέρες. Στην διάρκειά τους, οι υποψήφιοι για μύηση υποβάλλονταν σε εξαγνισμό. Όσο αυτός κρατούσε, έμεναν βουτηγμένοι στα νερά του Ιλισού. Τα Μεγάλα Μυστήρια τελούνταν το φθινόπωρο και διαρκούσαν δέκα ημέρες: Υποψήφιοι και πιστοί από όλη την Ελλάδα ξεκινούσαν από την Αθήνα, σχημάτιζαν πομπή με κεφαλή την εικόνα του Ιάκχου (θεού τον Μυστηρίων, γιου του Δία, που ταυτίζεται και με τον Βάκχο, άλλη νεότερη ονομασία του θεού Διονύσου), ακολουθούσαν την Ιερά Οδό και κατέληγαν στην Ελευσίνα. Κάτω από το φως των πυρσών, απέθεταν την εικόνα στον ναό.

Όσοι είχαν εξαγνιστεί στα νερά του Ιλισού και είχαν νηστεύσει, γίνονταν δεκτοί στις μικρότερες ιεροτελεστίες. Εκείνους που είχαν περάσει από αυτό το στάδιο την προηγούμενη χρονιά, τους οδηγούσαν στην Αίθουσα της Μύησης όπου γινόταν μυστική τελετή. Οι πια μυημένοι έπαυαν τη νηστεία και έπιναν ένα μίγμα αλευριού και νερού (τον κυκεώνα) που συνοδευόταν από ιερά γλυκίσματα. Η μυστική ιεροτελεστία που ακολουθούσε, ποτέ δεν μαθεύτηκε παραέξω. Ποινή θανάτου είχε θεσπιστεί για όποιον μαρτυρούσε, τι γινόταν εκεί. Ακόμα και ο Αισχύλος κινδύνευσε, επειδή θεωρήθηκε ότι κάποιοι στίχοι του μπορούσαν να γίνουν αιτία να αποκαλυφθούν τα μυστικά. Άλλωστε, είναι πολύ πιθανό οι μυημένοι να μην καταλάβαιναν τι ακριβώς συνέβαινε. Αιτία ο «κυκεώνας» που ακόμα αποτελεί πεδίο έρευνας.

Τρεις αναγνωρισμένοι επιστήμονες ασχολήθηκαν εντατικά με το περιεχόμενό του και την δράση των ουσιών που τον απαρτίζουν10. Σε σύγγραμμά τους, ανάμεσα σε άλλα, αναφέρουν ότι το βασικό συστατικό του κυκεώνα, το σταρόζουμο, προερχόταν από τα στάχια του Θριάσιου Πεδίου. Από αναλύσεις που έγιναν, διαπιστώθηκε ότι στα στάχια παρασιτούσε ο κοινός μύκητας Claviceps Purpurea (Ερυσιβώδης Ολύρα). Η βράση αυτού του μύκητα δημιουργεί ένα παράγωγο του λυσεργικού οξέος: Με απλά λόγια, μια ουσία συγγενική στο LSD. Όποιος την κατανάλωνε, είναι βέβαιο ότι, στο παραλήρημά του, θα έβλεπε θεούς και δαίμονες.

Η τελετή, όπως προκύπτει από τις σκόρπιες πληροφορίες, ήταν μια συμβολική παράσταση με πιθανό θέμα την αρπαγή της Κόρης από τον Πλούτωνα (της Περσεφόνης από τον Άδη), την περιπλάνηση της Δήμητρας, την επιστροφή της Περσεφόνης στη γη και την διδασκαλία της γεωργίας. Κορύφωση της τελετής αποτελούσε ο γάμος ενός ιερέα στον ρόλο του Δία με μια ιέρεια στον ρόλο της Δήμητρας. Κι αμέσως ακολουθούσε η επίσημη αναγγελία: «Η Κυρία μας εγέννησε ιερό παιδί». Το οποίο «ιερό παιδί» ήταν ένα στάχυ που επιδεικνυόταν στα πλήθη. Υποθέτουν ότι οι μυημένοι εννοούσαν τον Ίακχο (ονομασία του θεού Διονύσου αλλά και γιου της Βαυβώς που λογιζόταν και γιος της Περσεφόνης). Οι μυημένοι πάντως «ομολογούσαν» λέγοντας «νήστεψα, ήπια τον κυκεώνα».

Στη συνέχεια και κάτω από το φως των πυρσών, οι μυημένοι πήγαιναν σε υπόγειες σπηλιές που συμβόλιζαν τον Άδη και, από εκεί, περνούσαν σε μια ολόφωτη αίθουσα που συμβόλιζε ίσως την κατοικία των «Ευδαιμόνων» (των ευτυχισμένων). Εκεί, γινόταν η αποκάλυψη ιερών αντικειμένων που ως τότε τους απαγορευόταν να δουν. Ποια είναι αυτά, μας είναι άγνωστο.

Το αρχικό ιερό, αυτό που αποδιδόταν στον Εύμολπο, ανάγεται στους μυκηναϊκούς χρόνους. Το ανακαίνισαν ο Πεισίστρατος και οι γιοι του τον ΣΤ’ π. Χ. αιώνα. Οι Πέρσες το έκαψαν, όταν πυρπόλησαν και την Αθήνα, στα 480 π. Χ. Το ανοικοδόμησαν ο Κίμωνας και ο Περικλής (439 – 431 π. Χ.) με τη συνδρομή του Κοροίβου, επώνυμου άρχοντα της Αθήνας. Επί επώνυμου άρχοντα Λυκούργου (338 π. Χ.), το ιερό επεκτάθηκε, διακοσμήθηκε και απέκτησε τη λεγόμενη Στοά Φίλωνος.

Στα 404 π. Χ., αμέσως μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου και την επικράτηση των Σπαρτιατών, η Ελευσίνα αποχωρίστηκε από το αθηναϊκό κράτος κι έκοψε δικό της νόμισμα. Η ανατροπή των «Τριάκοντα Τυράννων» και η επάνοδος της Δημοκρατίας σήμαναν το τέλος της σύντομης ανεξαρτησίας της (400 π. Χ.). Η τύχη της συνδέθηκε με την τύχη της Αθήνας. Γνώρισε τεράστια ακμή και περίοδο μεγάλου πλούτου, όταν αυτοκράτορες της Ρώμης ήταν ο Αδριανός και ο Αντωνίνος ο Ευσεβής, τελευταίοι δωρητές του ιερού. Λεηλατήθηκε άγρια από τους Γότθους του Αλάριχου (395). Ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Θεοδόσιος Β’ έδωσε το τελειωτικό χτύπημα απαγορεύοντας την τέλεση των μυστηρίων. Η περιοχή εγκαταλείφθηκε κι ερήμωσε. Η επανακατοίκησή της άρχισε μόλις στα τέλη του ΙΗ’ αιώνα.

Δυναστικές σκοπιμότητες

Δίδυμος αδελφός του Ερεχθέα προέκυψε ο Βούτης που παντρεύτηκε την ανιψιά του, Χθονία. Όταν πέθανε ο βασιλιάς πατέρας τους, ο Ερεχθέας κληρονόμησε τον θρόνο, ενώ ο Βούτης έγινε ιερέας στην Ακρόπολη, στον ναό του Ερεχθέα Ποσειδώνα και της Πολιάδας Αθηνάς. Στον ναό αυτόν, το Ερεχθείο, μόνο οι απόγονοί του μπορούσαν να γίνονται ιερείς.

Αυτό έκανε ορισμένους ερευνητές να πιθανολογήσουν ότι, πριν από την επιβολή των θεών του Ολύμπου, η Αθηνά και ο Ποσειδώνας λατρεύονταν από κοινού. Υπάρχουν όμως και εκείνοι που είδαν στην όλη ιστορία πρακτικές σκοπιμότητες:

Κανονικά, ιερείς στο Ερεχθείο έπρεπε να είναι εκείνοι που κατάγονταν από τον Ερεχθέα, οι Ερεχθείδες (υπήρχε άλλωστε και η Ερεχθηίδα φυλή, τα μέλη της οποίας υπερηφανεύονταν ότι κατάγονται από τον Ερεχθέα). Όμως, στο Ερεχθείο, ιερείς ήταν οι Βουτάδες, τα μέλη της αριστοκρατικής και συντηρητικής οικογένειας που υπερηφανευόταν ότι κατάγεται από τον Βούτη. Υπήρχε και βωμός του Βούτη, πλάι σε εκείνον του Ποσειδώνα, στο Ερέχθειο, ενώ τους τοίχους κοσμούσαν παραστάσεις από την πανάρχαια δράση των Βουτάδων.

Οι Βουτάδες ανήκαν στον λαό των Λαπιθών που ξεκίνησε από την Θεσσαλία και απλώθηκε σε πολλά μέρη της Ελλάδας και στην Αττική, όπου στέριωσε για τα καλά. Ο Ησίοδος (τον Η’ π. Χ. αιώνα) και ο Απολλόδωρος (τον Β’ π. Χ. αιώνα) αναφέρουν ότι ο Βούτης ήταν γιος του θεού Ποσειδώνα. Και ο Ποσειδώνας λατρευόταν στη Θεσσαλία ως θεός άλογο ή ως θεός που δημιούργησε το άλογο χτυπώντας μια μεγάλη πέτρα με την τρίαινά του (εξ ου και Πετραίος Ποσειδώνας). Οι Βουτάδες έφτασαν στην Αττική κουβαλώντας μαζί τους και τη λατρεία του Ποσειδώνα, την οποία επέβαλαν ως θεό της φρατρίας τους. Στον ανταγωνισμό των οικογενειών, υποκατέστησαν τους Ερεχθείδες και τους εκδίωξαν από την Ακρόπολη. Ως ξενόφερτοι, έπρεπε να βρουν ντόπια ρίζα. Την βρήκαν με την αλλαγή στη γενιά του Βούτη: Ο Εριχθόνιος, έτσι κι αλλιώς, λογιζόταν πατέρας του βασιλιά Πανδίονα. Ο Βούτης έγινε γιος του Πανδίονα και της νύμφης Ζευξίππης (αυτής που ζεύει τον ίππο), τάχα δίδυμος αδελφός του Ερεχθέα και πατέρας της Ιπποδάμειας (αυτής που δαμάζει τον ίππο) που παντρεύτηκε τον Λαπίθη ήρωα, Πειρίθου, στους γάμους των οποίων συνέβη η Κενταυρομαχία. Ο ίδιος ο Βούτης μετείχε στην Αργοναυτική εκστρατεία και, μετά τον θάνατο του Πανδίονα, ανέλαβε ιερέας στο Ερεχθείο, όπου υπήρχε και ο βωμός του. Έτσι, συνταιριάστηκε η κοινή λατρεία του Ερεχθέα Ποσειδώνα και της Πολιάδας Αθηνάς. Με την πηγή με το αλμυρό νερό που ανάβλυσε στην Ακρόπολη, να ονομάζεται Ερεχθηίδα.

Οι απόγονοί του Βούτη, που ανήκαν στην κλειστή αθηναϊκή αριστοκρατία, είχαν κληρονομικό δικαίωμα να είναι οι ιέρειες και της Αθηνάς και του Ποσειδώνα. Μόνο που πια η Αθηνά δεν απηχούσε την παλιά προολυμπιακή θεά, την γνωστή από την μυκηναϊκή εποχή ως πολεμική θεά αντί για τον Άρη.

Το πόσο οι Βουτάδες βοήθησαν στη νέα τροπή δεν είναι γνωστό. Όμως, στα τέλη του Ζ’ π. Χ. αιώνα, είχαν τεράστια δύναμη, τόση ώστε να μπορέσουν να μπουν ηγέτες των γαιοκτημόνων στις συγκρούσεις με τους επαναστάτες της εποχής.

Η Πρόκρη και ο Κέφαλος

Εγγονός του Αίολου, ο Κέφαλος ξενιτεύτηκε στην Αθήνα, τον καιρό που βασίλευε ο Ερεχθέας. Είδε την Πρόκρη, κόρη του βασιλιά, και την ερωτεύτηκε. Παντρεύτηκαν και πήγαν να ζήσουν στο Θορικό (κοντά στο Σούνιο). Ήταν ευτυχισμένοι, αν και όλη μέρα ο Κέφαλος έλειπε κυνήγι στον Υμηττό. Τον είδε εκεί κάποιο ξημέρωμα η Ηώς και τον ερωτεύτηκε. Πιστός στην Πρόκρη, ο Κέφαλος απέρριψε τον έρωτα της θεάς της αυγής. Η Ηώς τον άρπαξε και τον πήγε στη Συρία. Ο Κέφαλος συνέχισε να την αρνιέται. Η Ηώς του πρότεινε να δοκιμάσει την πίστη της Πρόκρης κι ανάλογα να πράξει. Ο Κέφαλος δέχτηκε.

Πήρε άλλη μορφή, εμφανίστηκε στην Πρόκρη κι άρχισε να την φλερτάρει. Συνόδευε το φλερτ με υποσχέσεις για πλούσια δώρα, κοσμήματα και χρυσαφικά, αν πήγαινε μαζί του. Η Πρόκρη αρνιόταν. Ο Κέφαλος όλο και μεγάλωνε την προσφορά και, τελικά, της υποσχέθηκε διπλά κοσμήματα κι ένα χρυσό στεφάνι. Κι επειδή στον κόσμο αυτόν όλα έχουν την τιμή τους, η Πρόκρη υπέκυψε στον πειρασμό. Την κρίσιμε στιγμή, ο Κέφαλος της φανερώθηκε ποιος είναι, την κατηγόρησε ως άπιστη κι έφυγε.

Ντροπιασμένη, η Πρόκρη ξενιτεύτηκε στην Κρήτη. Εκεί, ο γιος του Δία και της Ευρώπης, βασιλιάς Μίνωας, παρέμενε άτεκνος. Η γυναίκα του, η μάγισσα Πασιφάη («αυτή που φωτίζει τα πάντα», το φεγγάρι), για να τον εκδικηθεί για τις συνεχείς απιστίες του, τού είχε μεταδώσει μιαν αρρώστια που τον έκανε, στην ερωτική πράξη, αντί για σπέρμα να βγάζει δηλητηριώδη φίδια και σκορπιούς που σκότωναν τις ερωτικές συντρόφους του, ενώ η ίδια η Πασιφάη ήταν αθάνατη.

Η Πρόκρη μπλέχτηκε στα ερωτικά δίχτυα του Μίνωα. Του έδωσε να πιει την «κιρκαία ρίζα», ένα μαγικό φίλτρο που τον απάλλαξε από τα μάγια της Πασιφάης. Κατά μια άλλη εκδοχή, η Πρόκρη δεν κοιμήθηκε με τον Μίνωα αλλά πήρε μια κύστη από κατσίκα, την έβαλε στον κόλπο μιας γυναίκας με την οποία έσμιξε ο Μίνωας, βγήκαν τα φίδια και οι σκορπιοί και πνίγηκαν μέσα στην κύστη. Ό,τι κι αν έγινε, χάρη στην Πρόκρη, ο Μίνωας κατόρθωσε ν’ αποκτήσει απογόνους. Της χάρισε ένα ακόντιο το οποίο πάντα έβρισκε τον στόχο του κι ένα σκυλί το οποίο πάντα έπιανε ό,τι κυνηγούσε.

Η Πρόκρη γύρισε στο Θορικό. Ο Κέφαλος είχε διακόψει τη σχέση του με την Ηώ και είχε κι αυτός επιστρέψει. Η Πρόκρη σκέφτηκε πως είχε έρθει η σειρά της να τον δοκιμάσει κι έκοψε κοντά τα μαλλιά της, φόρεσε ρούχα εφήβου και βγήκε στον Υμηττό, στα μέρη όπου ο Κέφαλος κυνηγούσε. Το ακόντιό της ποτέ δεν λάθευε, ο σκύλος της έπιανε ό,τι καταδίωκε κι ο Κέφαλος, που τα έβλεπε όλα αυτά, έλιωνε από ζήλια.

Πλησίασε τον, όπως νόμιζε, έφηβο και τον ρώτησε, τι αντάλλαγμα θα ήθελε για να του χαρίσει το ακόντιο και τον σκύλο. Ο «έφηβος» του ζήτησε να κάνουν έρωτα. Ο Κέφαλος δέχτηκε. Την κρίσιμη στιγμή, η Πρόκρη του αποκαλύφτηκε. Ο Κέφαλος αναγκάστηκε να ομολογήσει ότι την είχε αδικήσει. Τα ξανάφτιαξαν και συνέχισαν να ζουν όπως παλιά, με τον Κέφαλο κάθε πρωί ν’ ανεβαίνει στον Υμηττό για κυνήγι. Η σχέση τους όμως είχε δηλητηριαστεί. Της Πρόκρης της μπήκε η ιδέα ότι ο άντρας της προφασιζόταν το κυνήγι για να συναντά κάποια ερωμένη.

Μιαν αυγή, τον ακολούθησε κρυφά. Κρύφτηκε στους θάμνους αλλά κινήθηκε. Το θρόισμα των φύλλων έκανε τον Κέφαλο να νομίσει ότι κάποιο θήραμα κρυβόταν εκεί. Εξακόντισε το δόρυ που δεν λάθευε ποτέ και τη σκότωσε. Όταν είδε τι είχε κάνει, ήταν αργά. Συντετριμμένος, πήγε το πτώμα της στον Ερεχθέα, στην Αθήνα. Του εξήγησε, τι είχε συμβεί, περιμένοντας ότι ο βασιλιάς θα τον συγχωρούσε. Λάθεψε. Ο βασιλιάς έμπηξε ένα δόρυ στον τάφο της κόρης του κι αυτό σήμαινε πως ζητούσε εκδίκηση.

Ο Άρειος Πάγος καταδίκασε τον Κέφαλο σε εξορία. Κατέφυγε στον Αμφιτρύωνα, στη Θήβα, από τον οποίο ζήτησε να τον εξαγνίσει. Μετά από πολλές περιπέτειες και χάρη και στον σκύλο που έπιανε ό,τι κυνηγούσε, θα κατέληγε να γίνει βασιλιάς του νησιού που από το όνομά του λέγεται Κεφαλληνία.

Ο Κέκροπας Β’ και ο Πανδίονας Β’:

Ο Κέκροπας Β’, ο μεγαλύτερος από τους γιους του Ερεχθέα, εγγονός του Πανδίονα Α’, έγινε έβδομος βασιλιάς της Αθήνας και, κατά μια εκδοχή, ήταν αυτός που συγκέντρωσε τους κατοίκους της Αττικής σε δώδεκα πόλεις. Απέκτησε γιο τον Πανδίονα Β’. Όταν αυτός διαδέχτηκε τον πατέρα του, αμφισβητήθηκε από τα ξαδέλφια του, τα παιδιά του θείου του, Μητίονα, και εκδιώχτηκε από την Αθήνα. Κατέφυγε στα Μέγαρα όπου βασίλευε ο Πύλαντας (Πύλας). Εγκαταστάθηκε εκεί, πήρε γυναίκα του την Πυλία, κόρη του βασιλιά, κι απέκτησε γιους τους Αιγέα12, Λύκο, Νίσο και Πάλλαντα.

Με αιτία τον φόνο ενός θείου του, ο Πύλαντας άφησε τον θρόνο στον γαμπρό του και έφυγε στην Πελοπόννησο, όπου ίδρυσε την Πύλο. Αυτόν τον θρόνο (των Μεγάρων), ο Πανδίονας τον κράτησε ως τον θάνατό του. Τον έθαψαν εκεί. Τα παιδιά του, όμως, δεν μπορούσαν να συγχωρήσουν τους σφετεριστές. Οργάνωσαν εκστρατεία και τους έδιωξαν. Έπειτα μοιράστηκαν την Αττική. Είτε επειδή του έπεσε ο κλήρος είτε επειδή ήταν ο μεγαλύτερος, ο Αιγέας πήρε την Αθήνα. Στον Νίσο έλαχε η περιοχή από τον Ισθμό ως και τα Μέγαρα. Στον Λύκο η ορεινή περιοχή ανάμεσα στην Πάρνηθα και τη Βραυρώνα και τέσσερις πόλεις από τον Μαραθώνα ως την Οινόη (η Τετράπολη των Ιώνων). Ο Πάλλαντας πήρε τα υπόλοιπα.

Είχε έρθει η ώρα της οριστικής επικράτησης του νέου ενάντια στο παλιό.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

1. Κανηφόρες: Παρθένες που μετέφεραν στο κεφάλι τους κάνιστρα με προσφορές σε τελετές και θυσίες. Χαρακτηρίζονταν για την ομορφιά και το ήθος τους.

2. Οι συνοικισμοί αλφαβητικά:

Άφιδνα, μετέπειτα Αφίδναι, στην περιοχή των σημερινών Αφιδνών (Κιούρκα), στην βόρεια έξοδο από την Αττική. Η περιοχή πήρε το όνομά της από τον ήρωα Άφιδνο, μόνο που αυτός ήταν σύγχρονος του Θησέα, που υποτίθεται ότι έζησε πολύ αργότερα από τον Κέκροπα.

Βραυρώνα, στην παραλία του Νότιου Ευβοϊκού, κοντά στη σημερινή Αρτέμιδα (Λούτσα). Από τον Η’ π. Χ. αιώνα, κέντρο λατρείας της Άρτεμης. Εκεί φέρεται να κατέληξε η Ιφιγένεια, ως ιέρεια της θεάς, όταν έφυγε από τους Ταύρους, όπου είχε μεταφερθεί, για να αποφευχθεί η θυσία της στην Αυλίδα.

Δεκέλεια, στα όρια του σημερινού Τατοΐου. Την ίδρυσε ο ήρωας Δέκελος που επίσης ήταν σύγχρονος του Θησέα (εμπλέκεται στον ίδιο με τον Άφιδνο μύθο).

Ελευσίνα, στην δυτική έξοδο της Αττικής, εκεί όπου η σημερινή ομώνυμη πόλη. Το όνομά της (Ελευσίς) προέρχεται από το ρήμα ελεύθω που σημαίνει έρχομαι: Είναι τόπος άφιξης, στη συγκεκριμένη περίπτωση, άφιξης της θεάς Δήμητρας (Μητέρας Γης, που φέρνει την καρποφορία).

Επακρία, στα βόρεια της Αθήνας, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται η Δροσιά. Στους ιστορικούς χρόνους, με το όνομα αυτό εννοούσαν ολόκληρη την Βόρεια Αττική, γνωστή και ως Διακρία.

Θορικός, στην περιοχή της Λαυρεωτικής, όπου και τα αρχαία ορυχεία μολυβιού, τα οποία οι εκεί κάτοικοι εκμεταλλεύονταν από τις αρχές της τρίτης π. Χ. χιλιετίας. Διέθετε οχυρό λιμάνι με έντονη εμπορική δραστηριότητα και θεωρείται η πρώτη περιοχή που, αργότερα (ανάμεσα στο 525 και 480 π. Χ.), απέκτησε θέατρο.

Κηφισιά, στη θέση της σημερινής ομώνυμης πόλης, βόρεια της Αθήνας, πήρε το όνομά της από τον ποταμό (και τοπικό θεό της Αττικής), Κηφισό.

Κεκροπία, η περιοχή γύρω από την Ακρόπολη, το μετέπειτα άστυ.

Κύθηρος, οικισμός κοντά στη σημερινή περιοχή του Γέρακα, στα βορειοανατολικά της Αθήνας. Με το όνομα αυτό είναι γνωστός και ο γενάρχης των Κυθηρίων (νησί Κύθηρα), ίσως με φοινικική προέλευση.

Σφηττός, η περιοχή, όπου το σημερινό Κορωπί, πήρε το όνομά της από τον ήρωα Σφηττό, γιο του Πιτθέα, βασιλιά της Τροιζήνας και παππού του Θησέα.

Τετράπολη, θρησκευτική ένωση τεσσάρων περιοχών (Μαραθώνας, Οινόη, Προβάλινθος και Τρικόρινθος) της Ανατολικής Αττικής, με κοινό ιερό αφιερωμένο στον Ίωνα (κοιτίδα των Ιώνων της Αττικής). Στην περιοχή αυτή εγκαταστάθηκε ο (πατέρας του Ίωνα) Ξούθος, όταν παντρεύτηκε την (κόρη του Ερεχθέα) Κρέουσα.

Φάληρο, παραλιακή περιοχή της Αττικής, πρώτο λιμάνι (επίνειο) της Αθήνας. Ιδρυτής του φέρεται ο Αργοναύτης Φάληρος, γιος του Άλκωνα και εγγονός του Ερεχθέα.

Κατ’ άλλους, το Φάληρο δεν συγκαταλέγεται στους δώδεκα συνοικισμούς που δημιούργησε ο Κέκροπας. Αντί γι’ αυτό, αναφέρουν την περιοχή, Αθήνα. Υπάρχει όμως και η άποψη που επιμένει ότι κάθε πόλη, ανεξάρτητα από το πώς ονομαζόταν, λεγόταν και Αθήνη προς τιμή της θεάς Αθηνάς. Όταν αργότερα ο Θησέας ένωσε τους οικισμούς δημιουργώντας μια πόλη, την είπε Αθήναι, πληθυντικός του Αθήνη.

3. Ήταν ένα ον που σερνόταν στο έδαφος καθώς αντί για πόδια είχε φίδια ή ήταν φίδι το ίδιο. Περιγράφονταν ως εξής:

Κέκροπας: Γιος της Γης, αυτόχθονας της Αττικής, ιδρυτής της Αθήνας, γενάρχης των Αθηναίων, οι οποίοι τον τιμούσαν και τον λάτρευαν. Αντί για πόδια, είχε στα κάτω άκρα δυο φίδια.

Εριχθόνιος: Φίδι του ναού της Αθηνάς ή του Ερεχθείου στην Ακρόπολη της Αθήνας, γιος του Ήφαιστου και της Γης. Ταυτίζεται με τον Ερεχθέα και παριστάνεται πάντα να στέκει διπλωμένος πλάι στην ασπίδα της Αθηνάς. Βασιλιάς της Αθήνας αλλά και ιερό ζώο της πόλης και της θεάς, όπως και η κουκουβάγια.

Ερεχθέας: Ταυτίζεται με τον Εριχθόνιο. Βρέθηκε τυλιγμένος από ένα φίδι. Όταν μεγάλωσε, εγκαινίασε τη λατρεία της Αθηνάς στην Αθήνα, ίδρυσε το Ερέχθειο στον ιερό βράχο της Ακρόπολης και καθιέρωσε τα Παναθήναια (τα οποία φέρονταν να έχουν εμπνευστή και τον Θησέα).

4. Οι φυλές: Κεκροπίς, Αυτόχθων, Ακταία και Παραλία, αν και υπάρχουν κι άλλες ονομασίες: Διάδα (Διάς), από τον Δία Πολιό, επίσημο θεό των Πελασγών. Αθηναΐδα (Αθηναΐς), από την Αθηνά, προστάτισσα της πόλης και κύρια θεά των Ιώνων. Ποσειδωνία, από την πολυπληθή γενιά του Ποσειδώνα. Και Ηφαιστιάδα (Ηφαιστιάς), από τον Ήφαιστο, γεννήτορα του Εριχθόνιου. Στα ιστορικά χρόνια, επικρατούσαν τέσσερις άλλες ονομασίες: 1. Αιγικορίς (Αιγικορείς τα μέλη της, από τον Αιγικορέα, γιο του Ίωνα, ή από την αιγίδα, την φορεσιά αλλά και θώρακα από γιδοτόμαρο που κάλυπτε τα σώματά τους), 2. Οπλιτίς (Οπλιτείς τα μέλη της, από τον Όπλητα, γιο του Ίωνα ή πεθερό του βασιλιά της Αθήνας, Αιγέα), 3. Γελεοντίς (Γελέοντες τα μέλη της, από τον Γελέοντα, γιο του Ίωνα από την Ζευξίππη) και 4. Αργαδίς.

5. Ηροδότου, «Ιστορίαι» (Δ 180).

6. Ονομάστηκαν Κραναΐς, Ατθίς, Διακρίς και Μεσογαία.

7. Η Κλεοπάτρα έμελλε να παντρευτεί τον τραγικό Φινέα, αδελφό της Ευρώπης και πια βασιλιά στη Θράκη.

8. Κατά μια εκδοχή, ο Εύμολπος, όπως και εκείνος ο παλιός Τηρέας, δεν ερχόταν από την Θράκη αλλά από μια περιοχή των Μεγάρων όπου ζούσαν Θράκες μετανάστες: Την εποχή εκείνη, Θράκες μετανάστες είχαν πλημμυρίσει τη Νότια Ελλάδα.

9. Κατά μια εκδοχή, ο Ερεχθέας σκότωσε και τον Ίσμαρο που δεν είχε πεθάνει στην Θράκη αλλά είχε συστρατευτεί με τον πατέρα του.

10. Είναι ο ειδικός στην βοτανολογία R. Gordon Wasson (1898 – 1986), ο «πατέρας του LSD» Albert Hofman (1906 – 2008) και ο καθηγητής κλασικών σπουδών στο πανεπιστήμιο της Μασαχουσέτης Carl Ruck (γεννήθηκε το 1935). Στα 1978, εξέδωσαν το βιβλίο «The Road to Eleusis, Unveiling the Secret of the Mysteries» (Ο δρόμος για την Ελευσίνα, παρουσιάζοντας το μυστικό των Μυστηρίων). Την ύπαρξη παραισθησιογόνου μύκητα στον κυκεώνα πρότεινε και ο διακεκριμένος συγγραφέας Robert von Ranke Graves (1895 – 1985), γνωστός για τις καινοτόμες ερμηνείες των ελληνικών μύθων, καθώς και ο T. McKenna (1946 – 2000).

11. Η Πραξιθέα ήταν κόρη της Διογένειας, εγγονή του Κηφισού ποταμού, θεού των παρόχθιων κατοίκων.

12. Ο Απολλόδωρος παραθέτει και την εκδοχή ότι ο Αιγαίας ήταν γιος του Σκύριου και τον υιοθέτησε ο Πανδίονας Β’.

 

(τελευταία επεξεργασία, 20 Οκτωβρίου 2020)

 

Επικοινωνήστε μαζί μας