Κεφ. 27 Η Αθήνα πόλος του Διχασμού

Η Εθνική Άμυνα

Μετά την ανατροπή της κυβέρνησης Ζαΐμη (25 Οκτώβρη του 1915), ο βασιλιάς διόρισε νέο πρωθυπουργό τον εξωκοινοβουλευτικό Στέφανο Σκουλούδη. Αυτός διατήρησε το ίδιο υπουργικό συμβούλιο, διέλυσε την Βουλή και προκήρυξε εκλογές για τις 6 Δεκέμβρη. Καταγγέλθηκε για αντισυνταγματικότητα, ενώ οι φιλελεύθεροι κάλεσαν τον λαό σε αποχή. Ψήφισαν 280.000 (περίπου το ένα τρίτο των 714.000 που είχαν μετάσχει στις προηγούμενες εκλογές). Όμως, με τους βενιζελικούς να απέχουν, νίκησαν οι αντιβενιζελικοί. Ο Σκουλούδης παρέμεινε πρωθυπουργός. Στις 16 Μάη του 1916, βουλγαρικός στρατός συνεπικουρούμενος από λίγους Γερμανούς εγκαταστάθηκε στο ελληνικό οχυρό Ρούπελ, το οποίο εκκένωσαν οι Έλληνες υπερασπιστές του. Ο Σκουλούδης διαμαρτυρήθηκε αλλά και απαγόρευσε να γίνει αντιβουλγαρικό συλλαλητήριο.

Οι της Αντάντ θεώρησαν ότι οι Έλληνες τους εμπαίζουν, ο στόλος τους κατέπλευσε στον Πειραιά, ο Σκουλούδης παραιτήθηκε κι ανέλαβε πάλι ο Αλέξανδρος Ζαΐμης (9 Ιουνίου του 1916) που παρέλαβε λίστα «γερμανόφιλων» στην διοίκηση και στο στράτευμα με εντολή να τους απολύσει. Η Αθήνα συγκλονιζόταν από τις διαδηλώσεις των φιλελευθέρων που απαιτούσαν έξοδο της χώρας στον πόλεμο και από τα συλλαλητήρια των απολυμένων, που μάχονταν υπέρ της διατήρησης της ουδετερότητας.

Ήταν 30 Ιουνίου του 1916, όταν μια φωτιά που ξέσπασε στο Κατσιμίδι349 επεκτάθηκε πολύ γρήγορα προς το Τατόι και εισέβαλε στο βασιλικό κτήμα. Καταστράφηκε το μεγαλύτερο μέρος του καθώς και τα εκεί κτίσματα. Κάηκε το δάσος, μαζί με τα αγριογούρουνα και τα ελάφια που τρέφονταν σ' αυτό. Από την Αθήνα, έφτασαν εσπευσμένα χίλιοι εύζωνοι και στρατιώτες αλλά δεν μπόρεσαν να περισώσουν κάτι. Ο Κωνσταντίνος βρισκόταν εκεί, όταν ξέσπασε η φωτιά. Σχηματίστηκε μια φάλαγγα από τέσσερα αυτοκίνητα που προσπάθησε να τον απομακρύνει από τον κίνδυνο. Παγιδεύτηκε. Τα αυτοκίνητα κάηκαν και ο ίδιος τραυματίστηκε. Ένας εύζωνος κι ένας δεκανέας τον πήραν σηκωτό και τον γλίτωσαν. Υπήρξαν, όμως, 18 νεκροί. Ανάμεσά τους και τρεις ανώτατοι αξιωματικοί. Η πυρκαγιά εξουδετερώθηκε στις 12 Ιουλίου. Οι αντιβενιζελικοί διοχέτευσαν την φήμη, ότι η φωτιά ήταν έργο εμπρηστών, με στόχο τον βασιλιά, κάτι που ποτέ δεν στοιχειοθετήθηκε.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή διάλεξαν τα στρατεύματα των κεντρικών αυτοκρατοριών να εισβάλουν στην Ανατολική Μακεδονία και να την καταλάβουν χωρίς μάχη (Αύγουστος του 1916). Το Δ’ Σώμα στρατού παραδόθηκε και οι άνδρες, που το αποτελούσαν, μεταφέρθηκαν στην Γερμανία. Ήταν ατίμωση! Κάτι που ποτέ στο παρελθόν δεν είχε ξαναγίνει. Ακόμα και στον ταπεινωτικό πόλεμο του 1897, ο ελληνικός στρατός είχε νικηθεί πολεμώντας. Δεν είχε καταθέσει τα όπλα. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος βγήκε στο μπαλκόνι του σπιτιού του (15 Αυγούστου 1916) και κατάγγειλε τον βασιλιά και τους «ηρακλείς του στέμματος» (τις μετά από αυτόν κυβερνήσεις) για προδοσία. Δυο μέρες αργότερα (17 του μήνα), ξέσπασε στη Θεσσαλονίκη το κίνημα της Εθνικής Άμυνας.

Ο (από τα κύρια στελέχη του Στρατιωτικού Συνδέσμου) επίλαρχος Επαμεινώνδας Ζυμβρακάκης και ο αντισυνταγματάρχης πυροβολικού Κ. Μαζαράκης Αινιάν μπήκαν επικεφαλής πλήθους αξιωματικών και οπλιτών της Θεσσαλονίκης και ολόκληρου του σώματος της κρητικής χωροφυλακής και κατέλαβαν το Καραμπουρνάκι. Από εκεί, απευθύνθηκαν στον αρχηγό των συμμαχικών δυνάμεων Μακεδονίας, στρατηγό Μαυρίκιο Σαράιγ (Maurice Sarrail), δηλώνοντας ότι τάσσονται κάτω από τις διαταγές του για να μετάσχουν στον πόλεμο με σκοπό να ανακόψουν την γερμανοβουλγαρική διείσδυση στη Μακεδονία.

Ο Σαράιγ αποδέχτηκε την προσφορά και απομόνωσε τον συνταγματάρχη Ν. Τρικούπη που κινήθηκε ενάντια στους στασιαστές με όσες δυνάμεις δεν είχαν μετάσχει στο κίνημα. Ο Τρικούπης απομακρύνθηκε.

Οι επαναστάτες κατέλαβαν την Θεσσαλονίκη και σχημάτισαν κυβερνητική επιτροπή από στρατιωτικούς (Μαζαράκης, Ζυμβρακάκης, Αργυρόπουλος, Ζάνας, Ζερβός, Κουτούπης, Πάζης και Γραικός). Κατέλαβαν τις πολιτικές και στρατιωτικές αρχές και ξεκίνησαν την οργάνωση νέας διοίκησης στη Μακεδονία. Το κίνημά τους απλώθηκε και σε άλλα μέρη της Ελλάδας, ενώ πλήθος αξιωματικών, οπλιτών αλλά και δημοσίων υπαλλήλων κατέφθαναν στην Θεσσαλονίκη δηλώνοντας οπαδοί της νέας κατάστασης.

Στην Αθήνα, η κυβέρνηση Ζαΐμη παραιτήθηκε κι ανέλαβε νέα (3 Σεπτέμβρη του 1916), υπό τον Νικόλαο Καλογερόπουλο

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος κατέβηκε στην Κρήτη που κηρύχθηκε υπέρ των επαναστατών. Από εκεί, μαζί με τον ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη, έφυγε στην Θεσσαλονίκη. Σχηματίστηκε (25 του Σεπτέμβρη) τριανδρία: Οι Ελευθέριος Βενιζέλος, Παύλος Κουντουριώτης και ο εφευρέτης του λυόμενου ορεινού πυροβόλου, στρατηγός Παναγιώτης Δαγκλής. Οργανώθηκε χωριστό κράτος με πρωτεύουσα την Θεσσαλονίκη. Περιλάμβανε Μακεδονία, Κρήτη, νησιά του Αιγαίου και, αργότερα, και κάποια νησιά του Ιονίου.

Δυο μέρες αργότερα (27 Σεπτέμβρη), ο Καλογερόπουλος παραιτήθηκε. Η κυβέρνησή του άντεξε 24 μέρες. Η επόμενη, του Σπύρου Λάμπρου, με απαίτηση της Αντάντ, αποτελέστηκε ολοκληρωτικά από εξωκοινοβουλευτικούς. Κυβέρνησε μόνο τη Νότια Ελλάδα, ενώ το νέο κράτος, «της Εθνικής Άμυνας», αναγνωρίστηκε από την Αντάντ, τα κράτη της οποίας έστειλαν πρεσβευτές τους στην Θεσσαλονίκη. Η εκεί ηγεσία ονομάστηκε «κυβέρνησης Εθνικής Αμύνης». Προχώρησε σε γενική επιστράτευση στα τμήματα της χώρας που έλεγχε. Ο στρατός της μετείχε στις μάχες Σκρα, Ραβινέ κι αλλού. Η Θεσσαλονίκη είχε μεταβληθεί στον ένα πόλο του Διχασμού, με την Αθήνα έδρα του δεύτερου πόλου.

Το «ανάθεμα» στον Βενιζέλο

Η λεηλασία του Ρούπελ από τους Βουλγάρους και η παθητική στάση της κυβέρνησης στην Αθήνα, ενόχλησε τους εταίρους της Αντάντ. Ζήτησαν από τον βασιλιά να τους παραδώσει εξοπλισμό ίσο με αυτόν που οι Βούλγαροι είχαν ιδιοποιηθεί. Τον Οκτώβρη του 1916, η κυβέρνηση και η Αντάντ υπέγραψαν μυστική συμφωνία. Ο βασιλιάς την ακύρωσε. Ήταν 4 Οκτώβρη, όταν η κυβέρνηση Λάμπρου παρέλαβε τελεσίγραφο της Αντάντ, που απαιτούσε τον παροπλισμό των βαριών πολεμικών πλοίων, την σ’ αυτήν παράδοση των ελαφρών και την επιβολή ελέγχου στις σιδηροδρομικές συγκοινωνίες. Πριν να πάρουν απάντηση στο τελεσίγραφό τους, οι σύμμαχοι της Αντάντ απαίτησαν και την παράδοση οπλισμού του ελληνικού στρατού. Η κυβέρνηση Λάμπρου απέρριψε τελεσίγραφο και απαίτηση.

Πολεμικά πλοία του γαλλικού στόλου υπό τον ναύαρχο Φουρνιέ (Louis René Charles Dartige du Fournet, 1856 - 1940), έπιασαν στον Πειραιά και, στις 18 Νοέμβρη του 1916, αποβίβασαν 3.000 άνδρες. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος και η κυβέρνησή του παρέταξαν 15.000 άνδρες να φυλάνε τις προσβάσεις από τον Πειραιά στην Αθήνα. Οι Γάλλοι προχώρησαν ως το Θησείο όπου συγκρούστηκαν με τους Έλληνες. Καθώς και οι δυο πλευρές μετρούσαν νεκρούς, αργά το μεσημέρι, ο Κωνσταντίνος προσφέρθηκε να παραδώσει έξι πυροβολαρχίες. Ο Φουρνιέ δέχτηκε και οι εχθροπραξίες σταμάτησαν για να ξαναρχίσουν το απόγευμα. Αυτή τη φορά, οι Γάλλοι είχαν και την βοήθεια των κανονιών που από τα πλοία βομβάρδιζαν την Αθήνα. Η σύρραξη σταμάτησε αργά τη νύχτα, όταν τα βρήκαν ο Κωνσταντίνος και οι πρεσβευτές των χωρών της Αντάντ. Οι Γάλλοι αποσύρθηκαν. Αργότερα, ο Φουρνιέ αποτάχθηκε, εξαιτίας της ένοπλης επέμβασής του στην ελληνική πρωτεύουσα.

Οπωσδήποτε, μετά την αποχώρηση της δύναμης της Αντάντ, είχε έρθει η ώρα να δράσουν οι «αντιβενιζελικοί». Ξεκίνησαν πανηγυρίζοντας την απόσυρση των Γάλλων και συνέχισαν με επιθέσεις ενάντια σε γνωστούς βενιζελικούς, λεηλατώντας σπίτια και καταστήματα και κακοποιώντας πολίτες. Ο δήμαρχος Αθηναίων, Εμμανουήλ Μπενάκης, μόλις που πρόλαβε να γλιτώσει το λιντσάρισμα. Άλλοι δολοφονήθηκαν ως πράκτορες της Αντάντ. Ο πρωθυπουργός φέρεται να δήλωσε «τακτοποιούμε τα του οίκου μας», ενώ οι επικεφαλής των συμμοριών κραύγαζαν «ο φονεύων βενιζελικόν δεν φονεύει άνθρωπον». Σύνθημά τους ήταν το σύνθημα «Ο βασιλιάς μας θα ζώσει το σπαθί, θα σφάξει Αγγλογάλλους και βενιζελικούς μαζί». Ήταν τα έκτροπα που ονομάστηκαν «Νοεμβριανά» ή «Ελληνικός εσπερινός». Επιτροπή κατέγραψε, τότε, 35 φόνους, 922 παράνομες φυλακίσεις, 503 περιπτώσεις λεηλασίας και 31 αναστολές κυκλοφορίας εφημερίδων.

Ήταν 12 Δεκέμβρη, όταν οργανώθηκε αντιβενιζελική πορεία και «ανάθεμα», με επικεφαλής την Ιερά Σύνοδο. Κουβαλώντας καθένας από μια πέτρα, οι διαδηλωτές κατέληξαν στο πεδίο του Άρεως για να αναθεματίσουν τον «σατανά» Βενιζέλο. Εκεί, κάθε διαδηλωτής πετούσε την πέτρα του, επαναλαμβάνοντας την φράση «Κατά Ελευθερίου Βενιζέλου, φυλακίσαντος αρχιερείς και επιβουλευθέντος την βασιλείαν και την πατρίδα, ανάθεμα έστω». Ήταν το ανάθεμα που είχε εκφωνήσει ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών, Θεόκλητος. Οι πέτρες σχημάτισαν έναν εντυπωσιακό λόφο350.

Από τις 7 Δεκέμβρη (του 1916), όμως, επιβλήθηκε άγριος ναυτικός αποκλεισμός της Αττικής, με αποτέλεσμα να σταματήσει η τροφοδοσία της σε τρόφιμα. Η πείνα ενέσκηψε στην περιοχή και η φυματίωση θέριζε, καθώς η μαύρη αγορά είχε θεριέψει αλλά τα φτωχά στρώματα του πληθυσμού δεν είχαν τα απαιτούμενα χρήματα για να εξασφαλίσουν τα προς το ζην. Στους εκατό έφτασαν οι νεκροί από φυματίωση στην Αθήνα, μόνο τον Μάρτη του 1917, ενώ, τον αντίστοιχο μήνα του 1916, είχαν πεθάνει 72.

Η επανένωση της Ελλάδας

Τον ίδιο καιρό, το κράτος της Θεσσαλονίκης απλωνόταν, ενώ η κυβέρνησή του Βενιζέλου κήρυσσε τον πόλεμο ενάντια στις κεντρικές αυτοκρατορίες. Το κράτος της Αθήνας τελούσε κάτω από τον ναυτικό αποκλεισμό του στόλου της Αντάντ. Η κυβέρνηση Λάμπρου υπέβαλε παραίτηση. Ανέλαβε πάλι κυβέρνηση Ζαΐμη (21 Απρίλη του 1917).

Ο συμμαχικός στόλος κυρίευσε τον Ισθμό της Κορίνθου, πλοία του κατέπλευσαν στον Πειραιά και (27 Μάη), ο Γάλλος βουλευτής, Κάρολος Ζονάρ (Charles Jonnart, 1857 - 1927), δήλωσε πως είναι ο ύπατος αρμοστής στην Ελλάδα και επέδωσε τελεσίγραφο στην κυβέρνηση Ζαΐμη. Τρεις μέρες αργότερα (30 Μάη), πραγματοποιήθηκε συμβούλιο του στέμματος. Ο πρωθυπουργός, Ζαΐμης, ανέφερε ότι συμμαχικό τελεσίγραφο απαιτούσε την απομάκρυνση του βασιλιά και εισηγήθηκε να γίνει δεκτό. Οι υπόλοιποι συνέστησαν στον Κωνσταντίνο να μην παραιτηθεί αλλά δεν τον έπεισαν. Παραιτήθηκε υπέρ του δευτερότοκου 24χρονου γιου του, Αλέξανδρου. Στο διάγγελμά του, είπε:

«Υπείκων εις την ανάγκην και επιτελών κα­θήκον προς την Ελλάδα, έχων δε προ οφθαλ­μών, αυτής μόνον το συμφέρον, αναχωρώ εκ της αγαπητής μου πατρίδος, μετά του διαδό­χου μου αφήνων εις τον θρόνον τον υιόν μου Αλέξανδρον. Και μακράν της Ελλάδος, η βασίλισσα και εγώ θέλομεν διατηρεί την αυτήν πάντοτε αγάπην προς τον Ελληνικόν Λαόν. Σας παρακαλώ όλους να αποδεχθείτε με ηρεμίαν και ψυχικήν γαλήνην την απόφασίν μου, με πίστιν εις τον Πανάγαθον Θεόν του οποίου επικαλούμαι υπέρ του Έθνους την εξ Ύψους αντίληψιν. Διά να μη ματαιώσετε όμως την σκληράν θυσίαν μου αυτήν προς την Πατρίδα, σας εξ­ορκίζω όλους, αν αγαπάτε τον Θεόν, αν αγα­πάτε την Πατρίδα, αν αγαπάτε τέλος εμέ, να τηρήσητε απόλυτον τάξιν, ήσυχίαν και πειθαρχίαν. Η μικροτέρα παρεκτροπή, και αν προέρ­χεται εξ αγαθού αισθήματος, είναι αρκετή σή­μερον να επιφέρει μεγάλην καταστροφήν. Την στιγμήν αυτήν αποτελεί παρηγορίαν, δια την βασίλισσαν και εμέ, η αγάπη και η αφοσίωσις, την οποίαν μας επεδείξατε πάντοτε εις ευτυχείς και δυστυχείς ημέρας».

Ο Αλέξανδρος ενθρονίστηκε την ίδια μέρα. Εκτός από την οικογένειά του, παρέστησαν ο πρωθυπουργός και μερικοί υπουργοί. Ταυτόχρονα, καταργήθηκε ο ναυτικός αποκλεισμός.

Στις 11 Ιουνίου του 1917, οι Γάλλοι κατέλαβαν την Αθήνα. Βράδυ, 12 του μήνα, η βασιλική οικογένεια κατέφυγε στο Τατόι. Στις 14, ο Κωνσταντίνος και η ακολουθία αναχώρησαν για την Ελβετία. Την ίδια μέρα, έφθασε από την Θεσσαλονίκη ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ανέλαβε πρωθυπουργός ολόκληρης της Ελλάδας. Ο Αλέξανδρος φάνηκε να είναι ενθουσιασμένος με την εξέλιξη. Μπροστά του όμως είχε λιγότερο από δυόμισι χρόνων ζωή.

Στην Αθήνα, οι βενιζελικοί τραγουδούσαν τον «Μακεδόνα», τραγούδι αφιερωμένο στον Βενιζέλο, που έγινε τεράστια επιτυχία, αν και ο συνθέτης κι ο στιχουργός του παρέμειναν άγνωστοι:

«Για τα παιδιά, τη νέα τριανδρία
που έδιωξε από την Αθήνα τα θηρία,
που έδιωξε βασιλείς και βουλευτάδες,
τους ψευταράδες και τους μασκαράδες.

(Ρεφραίν)
Και στην Άμυνα εκεί πολεμούν όλοι μαζί
πολεμάει κι ο Βενιζέλος που αυτός θα φέρει τέλος
ο Δαγκλής κι ο Κουντουριώτης θα μας φέρουν την ισότης.

Λοιπόν παιδιά του Ελληνικού στρατού μας
δείχτε το δρόμο στον νέο στρατηγό μας
τον ήρωα της Εθνικής Αμύνης
που πολεμάει κατά των Γερμανών.

(Ρεφραίν)
Της Αμύνης τα παιδιά διώξανε τον βασιλιά
και του δώσαν τα πανιά του για να πάει στη δουλειά του
για να πάει στη Γερμανία να τον κάνουνε λοχία.

Έλα να δεις σπαθιά και γιαταγάνια
και κάμποσα Βουλγάρικα κεφάλια
εκεί ψηλά, ψηλά στο Σκρα επάνω
που πολεμάνε κατά του Γερμανού.

(Ρεφραίν)
Της Αμύνης τα παιδιά διώξανε το βασιλιά
της Αμύνης το καπέλο έφερε τον Βενιζέλο
της Αμύνης το σκουφάκι351 έφερε το Λευτεράκι».

Ο Βενιζέλος πέρασε και νόμο που καταργούσε τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, που αυτός είχε καθιερώσει. Απολύθηκαν, τότε, ο Θεόκλητος και οι μητροπολίτες που είχαν οργανώσει το «ανάθεμα», 570 δικαστικοί και 6.500 δημόσιοι υπάλληλοι. Αποστρατεύτηκαν και μόνιμοι αξιωματικοί του στρατού που έφταναν περίπου το 40% του συνόλου.

Η είσοδος της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, στο πλευρό της Αντάντ, σήμανε την ενίσχυση του μετώπου της Μακεδονίας. Στη μάχη της Τζέρνας (15 Σεπτέμβρη του 1918), ο ελληνικός στρατός νίκησε τους Βουλγάρους και τους υποχρέωσε να επιστρέψουν στα προπολεμικά τους σύνορα. Λίγες μέρες αργότερα, ο πόλεμος τελείωσε και η Ελλάδα κάθισε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων από την πλευρά των νικητών.

Μετά από μαραθώνιες διαπραγματεύσεις, Μακεδονία και Θράκη αποδόθηκαν στην Ελλάδα352 (η Ανατολική Θράκη έμελλε να μείνει στην Οθωμανική αυτοκρατορία). Όμως, η Ιταλία δεν έπαυε να προβάλει αντιρρήσεις για την υπόσχεση της Αντάντ να δοθεί στην Ελλάδα η περιοχή της Σμύρνης. Με δικά της τα Δωδεκάνησα, προσέβλεπε σε μια απόβαση στις γειτονικές τουρκικές ακτές. Αυτή της την πρόθεση τηn διατύπωσε εκβιαστικά στις αρχές του 1919, όταν απαιτούσε να της δοθεί η περιοχή του Φιούμε353. Τον ίδιο καιρό, ο Ελευθέριος Βενιζέλος έκανε διαβήματα στις μεγάλες δυνάμεις για την ανάγκη να προστατευτούν οι Έλληνες που ζούσαν στα εδάφη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και ενάντια στους οποίους οι Τούρκοι είχαν γι’ άλλη μια φορά ξεκινήσει διωγμούς.

Ο πρωθυπουργός της Βρετανίας, Λόιδ Τζορτζ, φοβόταν ότι θα ξυπνούσε κάποιο πρωινό με τους Ιταλούς στη Σμύρνη. Με τα διαβήματα του Βενιζέλου στο χέρι, εισηγήθηκε στον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ουίλσον, και στον πρωθυπουργό της Γαλλίας, Κλεμανσό, να ανατεθεί στην Ελλάδα η κατάληψη της μικρασιατικής ακτής. Συμφώνησαν. Η εντολή προς τους Έλληνες ήταν να αναλάβουν τηn διοίκηση της περιοχής Σμύρνη - Αϊδίνι. Με τον όρο ότι ούτε ο Ελευθέριος Βενιζέλος ούτε ο βασιλιάς Αλέξανδρος θα επισκέπτονταν τις περιοχές αυτές καθώς η κατάληψη «αντικειμενικό σκοπό» είχε την αναχαίτιση του κινήματος του Μουσταφά Κεμάλ που ήδη είχε εκδηλωθεί. Στην Ελλάδα είχε επίσης ξεκαθαριστεί ότι δεν επρόκειτο να βοηθηθεί από τις δυνάμεις της Αντάντ. Στις 2/15 Μάη του 1919, οι Έλληνες αποβιβάστηκαν στη Σμύρνη. Από τις 20 Ιουλίου/2 Αυγούστου 1919, με συνθήκη, συμφωνήθηκε οι Ιταλοί να ελέγχουν την περιοχή νότια του Μαιάνδρου ποταμού (εκβάλλει στο Ικάριο πέλαγος).

Ο γάμος του Αλέξανδρου

Γεννημένος την 1η Αυγούστου του 1893, ο Αλέξανδρος είχε την φήμη του εύθυμου πρίγκιπα. Ήταν δεύτερος στη σειρά διαδοχής του θρόνου και κανένας δεν πίστευε ότι υπήρχε περίπτωση να γίνει βασιλιάς. Η Ασπασία Μάνου, κόρη του αξιωματικού και αυλικού Πέτρου Μάνου, γεννήθηκε το 1896 και ήταν παιδική φίλη της (συνομήλικής της) πριγκίπισσας Ελένης. Κάποια στιγμή, οι γονείς της χώρισαν και η Ασπασία βρέθηκε στο Παρίσι για σπουδές. Γύρισε στην Αθήνα, Γενάρη του 1915. Ο Αλέξανδρος την θυμόταν παιδούλα. Στα 19 της, όμως, ήταν μια πανέμορφη δεσποινίδα. Συναντήθηκαν σε κάποιο επίσημο δείπνο. Την ερωτεύτηκε αμέσως. Η Ασπασία τον απόφευγε.

Ιούλιο του ίδιου χρόνου, ο Αλέξανδρος ζήτησε από τον φίλο του, Χρήστο Ζαλοκώστα, να τον συνοδέψει στις Σπέτσες για διακοπές. Η Ασπασία βρισκόταν ήδη εκεί και πια δεν μπορούσε να τον αποφύγει. Τα πρωινά βρίσκονταν στην θάλασσα, τα απογεύματα έκαναν περίπατο, με τον Ζαλοκώστα να τους ακολουθεί (επρόκειτο να παντρευτεί την μικρότερη αδελφή της Ασπασίας, τη Ρωξάνη). Κάποια στιγμή, ο Αλέξανδρος έσκυψε και προσπάθησε να φιλήσει την αγαπημένη του. Εκείνη τον απέφυγε, τον έσπρωξε και με αυστηρή φωνή του ζήτησε να φύγει.

Ο Αλέξανδρος προσέφυγε στην αδελφή του, πριγκίπισσα Ελένη, που δέχτηκε να τον βοηθήσει. Καλούσε την παιδική της φίλη σε περιπάτους, στους οποίους εμφανιζόταν, τυχαία, και ο αδελφός της. Η Ασπασία κολακεύτηκε και, με τον καιρό, τον ερωτεύτηκε κι αυτή. Είπε το μεγάλο «ναι» στην πρότασή του να παντρευτούν (Σεπτέμβρης του 1916) αλλά ο γάμος φάνταζε απίθανο να τελεστεί. Ήταν η εποχή του διχασμού και οι δικοί του δεν την ήθελαν. Λίγους μήνες αργότερα, ο Αλέξανδρος έγινε βασιλιάς και πίστεψε ότι, πια, μπορούσε να διαθέσει όπως ήθελε τον εαυτό του. Συνάντησε την κάθετη άρνηση της κυβέρνησης Βενιζέλου, ενώ αντίθετοι ήταν και οι επικεφαλής του στρατού. Μάη του 1918, μετά τη μεγάλη αλλά αιματηρή ελληνική νίκη του Σκρα, ο Βενιζέλος υπέδειξε στον Αλέξανδρο να στείλει την Ασπασία ως νοσοκόμα εκστρατείας, ώστε «να επιβληθεί στη συνείδηση του λαού».

Ο πόλεμος τελείωσε το φθινόπωρο του 1918. Ξεκίνησαν μαραθώνιες διαπραγματεύσεις, με τον Βενιζέλο να βρίσκεται στο Παρίσι. Μάη του 1919, ο Αλέξανδρος βαρέθηκε να περιμένει. Έστειλε επιστολή στον πρωθυπουργό, αναγγέλλοντάς του την πρόθεσή του να παντρευτεί την Ασπασία, μια και ο πόλεμος είχε λήξει. Ο Βενιζέλος του ζήτησε αυστηρά να περιμένει μέχρι την επιστροφή του.

Έφτασε Νοέμβρης του 1919 και ο πρωθυπουργός βρισκόταν ακόμα στην Γαλλία. Ο νεαρός βασιλιάς, με την βοήθεια του φίλου του, Ζαλοκώστα, έστησε ολόκληρη συνωμοσία. Νύχτα, 19 Νοέμβρη του 1919, σε πολύ στενό κύκλο, παντρεύτηκε την καλή του. Το νέο μαθεύτηκε την επόμενη μέρα, με τους αντιμοναρχικούς να διαδηλώνουν ζητώντας κατάργηση της βασιλείας. Ο Βενιζέλος δεν τους έκανε το χατίρι.

Η παλινόρθωση του Κωνσταντίνου

Ήταν 10 Αυγούστου του 1920, όταν υπογράφτηκε η Συνθήκη των Σεβρών. Σε κάποιους αυτή δεν άρεσε. Στον σιδηροδρομικό σταθμό, Λυών, στο Παρίσι, δυο απότακτοι αξιωματικοί έστησαν ενέδρα στον Βενιζέλο. Τον τραυμάτισαν αλλά απέτυχαν να τον σκοτώσουν. Στην Αθήνα, βενιζελικοί παρακρατικοί συνέλαβαν και σκότωσαν τον ισχυρό αντιβενιζελικό, Ίωνα Δραγούμη, σε αντίποινα. Η κυβέρνηση προσπάθησε να τα μπαλώσει. Εξέδωσε ανακοίνωση, με την οποία ισχυριζόταν:

«Οι πλείστοι των Αρχηγών της Αντιπολιτεύσεως συνελήφθησαν, καθ' όσον υπάρχουσι σοβαραί ενδείξεις, ότι ενέχονται εις την δολοφονικήν απόπειραν. Ο εκ των Αρχηγών της συνεργαζόμενης αντιπολιτεύσεως, Ίων Δραγούμης, συλληφθείς επίσης, απεπειράθη να διαφύγη. Εφ' ω, πυροβοληθείς, εφονεύθη».

Στο Παρίσι, ο Βενιζέλος έβαλε τις φωνές:

«Φρικτό, φρικτό, φρικτό»

Γύρισε στην Αθήνα και ανάγγειλε:

«Σας φέρνω την Ελλάδα των δυο ηπείρων και των πέντε θαλασσών».

Οι αντιβενιζελικοί απάντησαν:

«Την προτιμούμε μικράν αλλά έντιμον».

Οι βασιλόφρονες ζητούσαν φορτικά να προκηρυχθούν εκλογές. Με την συνθήκη των Σεβρών στο χέρι, ο Βενιζέλος δέχτηκε. Ορίστηκαν για τις 25 Οκτώβρη (του 1920). Ο και πρόεδρος της Βουλής (1912 - 1915), Κωνσταντίνος Ζαβιτσιάνος (1878 - 1951) έγραψε:

«Η ενέργεια εκλογών το 1920 ουδαμόθεν εδικαιολογείτο. Μεγαλύτερον πολιτικόν σφάλμα ήτο αδύνατον να διαπραχθεί».

Και αυτό, επειδή βρισκόταν σε εξέλιξη η μικρασιατική σύρραξη. Όμως, η τύχη είχε αποφασίσει να γυρίσει την πλάτη στους φιλελεύθερους του Βενιζέλου: Ήταν 17/30 Σεπτέμβρη του 1920, όταν ο Αλέξανδρος έκανε περίπατο στο Τατόι. Ο σκύλος του έστησε καβγά με μια από τις δυο μαϊμούδες που συντηρούσε ο Γερμανός γεωπόνος στο κτήμα. Ο Αλέξανδρος προσπάθησε να χωρίσει τα δυο ζώα. Του επιτέθηκε η δεύτερη μαϊμού και τον δάγκωσε στο πόδι και το σώμα. Κάλεσε γιατρό που έδεσε τα τραύματα, αφού τους έριξε αντισηπτικό αλλά απέφυγε να τα καυτηριάσει. Το ίδιο βράδυ, ο βασιλιάς ανέβασε πυρετό. Επτά διαπρεπείς Έλληνες γιατροί και δυο ξένοι που τον ανέλαβαν, δεν μπόρεσαν να τον σώσουν. Πέθανε στις 12/25 Οκτώβρη του 1920. Η έγκυος Ασπασία έμελλε να γεννήσει την κόρη τους, πριγκίπισσα Αλεξάνδρα, τον επόμενο Μάρτη.

Ο πια απόστρατος ναύαρχος, Παύλος Κουντουριώτης, ανέλαβε αντιβασιλιάς, ενώ οι εκλογές αναβλήθηκαν για την 1η του Νοέμβρη. Πήραν άγριο πολιτειακό χαρακτήρα. Ο Βενιζέλος είχε να αντιμετωπίσει το σύνολο των άλλων κομμάτων, που, πλην του ΣΕΚΕ354, συνασπίστηκαν στην «Ηνωμένη Αντιπολίτευσιν». Η συνέχιση του πολέμου με την Οθωμανική αυτοκρατορία, δεν έμπαινε καν υπό αμφισβήτηση. Το θέμα ήταν, ποιος θα τον διεξήγαγε, παρ' όλο που η αντιπολίτευση διακήρυσσε ότι θα εξασφάλιζε τη λήξη του. Το ΣΕΚΕ μιλούσε για ειρήνη και δεν αξιώθηκε να εκλέξει έστω έναν βουλευτή. Η αντιπολίτευση, με αρχηγό τον άλλοτε «Ιάπωνα» Δημήτριο Γούναρη, πήρε λιγότερες ψήφους (49,36% έναντι 50,31% των φιλελευθέρων) αλλά, χάρη στο περίεργο εκλογικό σύστημα, πέτυχε εκλογικό θρίαμβο: Εξέλεξε 260 βουλευτές, έναντι 110 των φιλελευθέρων, ανάμεσα στους οποίους δεν ήταν ο Βενιζέλος. Δήλωσε ότι αποχωρεί από την πολιτική κι έφυγε στην Γαλλία.

Ο Γούναρης αρνήθηκε την πρωθυπουργία. Ανέλαβε ο Δημήτριος Ράλλης που προκήρυξε την διεξαγωγή δημοψηφίσματος, με το ερώτημα να επιστρέψει στον θρόνο του ο Κωνσταντίνος ή όχι. Οι σύμμαχοι της Αντάντ προειδοποίησαν ότι θα άλλαζαν στρατόπεδο, αν επέστρεφε ο Κωνσταντίνος. Η κυβέρνηση το απέκρυψε255. Οι αντιβενιζελικοί ξεκίνησαν άγρια εκστρατεία με κύριο σύνθημα την φράση: «Ψωμί, ελιά και Κώτσο βασιλιά». Οι φιλελεύθεροι το κατάγγειλαν, κηρύσσοντας αποχή. Έγινε 22 Νοέμβρη/5 Δεκέμβρη του 1920 κι απέπνεε βία και νοθεία από μακριά:

Για τις βουλευτικές εκλογές, έναν μήνα νωρίτερα, είχαν ψηφίσει κάτι λιγότερο από 750.000. Στο δημοψήφισμα μετρήθηκαν κάτι λιγότεροι από ένα εκατομμύριο ψηφοφόροι. Με το αποτέλεσμα να βγάζει 98% υπέρ της επιστροφής του Κωνσταντίνου, σαν, εκτός από τους βασιλόφρονες, υπέρ του να ψήφισαν και όλοι οι βενιζελικοί!

Ο Κωνσταντίνος επέστρεψε στις 6/19 Δεκέμβρη. Αγγλία, Γαλλία και Ιταλία απέστειλαν μια διακοίνωση, με την οποία πληροφόρησαν την ελληνική κυβέρνηση ότι δεν τον αναγνωρίζουν αρχηγό του κράτους και ως εκ τούτου, παγώνουν την χορήγηση δανείων που είχαν δρομολογηθεί.

Η μικρασιατική καταστροφή

Η Βουλή συνήλθε στις 10/23 Δεκέμβρη του 1920, με παρόντα τον βασιλιά Κωνσταντίνο και αυτονακηρύχθηκε Συντακτική (Γ' Εθνοσυνέλευση), με σκοπό να ψηφίσει νέο σύνταγμα. Δεν θα προλάβαινε.

Πρώτη δουλειά του Κωνσταντίνου ήταν να αλλάξει τους αξιωματικούς που πολεμούσαν στην Μικρά Ασία. Ο καταδικασμένος και έγκλειστος στην φυλακή, ως δημιουργός φιλοβασιλικών παρακρατικών οργανώσεων, Αναστάσιος Παπούλιας, αποφυλακίστηκε και ανέλαβε αρχηγός της εκστρατείας. Οι εμπειροπόλεμοι αξιωματικοί αντικαταστάθηκαν από άλλους που μοναδικό προσόν είχαν ότι ήταν αρεστοί στα ανάκτορα.

Τέλη Γενάρη του 1921, ο Ράλλης αντικαταστάθηκε στην πρωθυπουργία από τον Νικόλαο Καλογερόπουλο, που έπεσε στις 26 Μάρτη του ίδιου χρόνου:

Ένα μήνα νωρίτερα (8 Φλεβάρη του 1921), ξεκίνησε συνδιάσκεψη στο Λονδίνο με θέμα και τα ελληνοτουρκικά. Για πρώτη φορά, κλήθηκαν να μετάσχουν και εκπρόσωποι του κινήματος του Κεμάλ, με πρόθεση να επιτευχθεί κάποιος συμβιβασμός σχετικά με την συνθήκη των Σεβρών. Την Ελλάδα εκπροσώπησε ο πρωθυπουργός Καλογερόπουλος. Οι κεμαλικοί αρνήθηκαν κάθε συζήτηση. Η συνδιάσκεψη διακόπηκε στις 3 Μάρτη, χωρίς αποτέλεσμα. Η κυβέρνηση προχώρησε σε επιστράτευση, αγνοώντας ότι οι κεμαλικοί είχαν υπογράψει μυστικές συμφωνίες: Με την Γαλλία, ότι θα απέσυρε τις δυνάμεις της από τα πρώην οθωμανικά εδάφη. Και με την Ιταλία, ότι, ουσιαστικά, θα τους παραχωρούσε το έδαφός της στη Μικρά Ασία, ως ορμητήριο ενάντια στους Έλληνες της Σμύρνης. Έτσι κι αλλιώς, με την πρόσκληση στο Λονδίνο, ο Κεμάλ είχε αναγνωριστεί «de facto». Ήρθε σε συμφωνία και με τη Σοβιετική Ένωση, η οποία ξεκίνησε να τον ενισχύει.

Ο ελληνικός στρατός κινήθηκε για να κυριεύσει το Εσκί Σεχίρ και το Αφιόν Καραχισάρ, δυο σημαντικούς συγκοινωνιακούς κόμβους. Απέτυχε. Ο Καλογερόπουλος παραιτήθηκε. Ανέλαβε ο Δημήτριος Γούναρης. Πήγε ο ίδιος στη Σμύρνη (16 Απρίλη) και ξεκίνησε συσκέψεις. Παρά την επιδείνωση των παθήσεων, από τις οποίες υπέφερε, στις 29 του Μάη, επέτειο της άλωσης της Κωνσταντινούπολης, έφτασε εκεί και ο βασιλιάς Κωνσταντίνος. Ήταν 3 Ιουνίου, όταν, σε σύσκεψη στο Κορδελιό, αποφασίστηκε μεγάλη εκστρατεία με στόχο την κατάληψη της Άγκυρας. Η απόφαση δίχασε τους επιτελείς, καθώς μετέτρεπε τη μικρασιατική εκστρατεία, από δίκαιο απελευθερωτικό αγώνα, σε κατακτητική ιμπεριαλιστική κίνηση. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος και ο πρωθυπουργός, Γούναρης, επέμεναν ότι η επιχείρηση απέβλεπε στον διασκορπισμό των κεμαλικών δυνάμεων. Η γενική επίθεση άρχισε στις 29 Ιουνίου με αρχηγό του στρατού τον Κωνσταντίνο και παραγκωνισμένο τον Αναστάσιο Παπούλια. Ο ελληνικός στρατός πέρασε τον ποταμό Σαγγάριο φτάνοντας (Αύγουστος του 1921) στο απώτατο σημείο. Τον ίδιο μήνα, ξαναπέρασε τον ποταμό με τακτική υποχώρηση και οχυρώθηκε στο Εσκί Σεχίρ. Ήταν 9 του μήνα, όταν ο βασιλιάς έγραψε στην αγαπημένη του Πάολα, περιγράφοντας τα βάσανά του. Την επομένη, 10 Αυγούστου, κι ενώ γευμάτιζε, τον έπιασε μεγάλη κρίση: Στύλωσε τα μάτια του στο παράθυρο και ξέσπασε σε σπασμούς. Έχασε τις αισθήσεις του κι έκανε ακατάσχετους εμετούς. Στους γιατρούς του πήρε μιάμιση ώρα, ώσπου να τον συνεφέρουν. Δεν θυμόταν τίποτα. Η διάγνωση ήταν «τυπική επιληπτική κρίση, που οφειλόταν σε εγκεφαλοπάθεια». Με εντολή των γιατρών, στάλθηκε στην Προύσα, ώσπου να συνέλθει. Ο Παπούλιας ξαναπήρε τα ηνία.

Στα τέλη της χρονιάς, ο ελληνικός στρατός έμοιαζε εξουθενωμένος από την έλλειψη εφοδίων. Έχοντας εξασφαλίσει τα πάντα, οι Αγγλογάλλοι σκέφτηκαν να περισώσουν ολίγα και για τους Έλληνες. Στις 8 Μάρτη του 1922, ξεκίνησε στο Παρίσι διάσκεψη των υπουργών Εξωτερικών της Γαλλίας, της Αγγλίας και της Ιταλίας. Στις 19 του μήνα, παρουσίασαν το ειρηνευτικό τους σχέδιο:

Προέβλεπε ειρηνική εκκένωση της Μικράς Ασίας από τους Έλληνες, ενώ η Ελλάδα θα έπαιρνε την Ανατολική Θράκη ως και την χερσόνησο της Καλλίπολης, καθώς και τα νησιά Ίμβρος και Τένεδος. Η Σμύρνη θα γινόταν αυτόνομη περιοχή.

Οι αντιμαχόμενοι στην Τουρκία, οπαδοί του σουλτάνου και κεμαλικοί, δέχτηκαν αυτή τη λύση. Σκεπτικισμός υπήρξε μόνο για με την αυτονομία της Σμύρνης, καθώς το παρελθόν δεν εγγυούταν τίποτα καλό γι’ αυτούς. Αυτόνομη ήταν η Κρήτη, πριν να γίνει ελληνική, αυτόνομη και η Σάμος, αλλά και η Ανατολική Ρωμυλία που κατέληξε στους Βούλγαρους και η ίδια η Βουλγαρία και η Σερβία. Η αυτονομία ήταν το πρώτο βήμα για την ένωση της Σμύρνης με την Ελλάδα.

Φιλολογία μάταιη, καθώς την αγγλογαλλική πρόταση απέρριψαν ο βασιλιάς Κωνσταντίνος και η κυβέρνηση Γούναρη. Πίστευαν πως, αν συνέχιζαν τον πόλεμο, θα έπαιρναν και την Κωνσταντινούπολη. Κι ας ήταν ο Κωνσταντίνος αρχικά ενάντιος στη μικρασιατική εκστρατεία.

Τον Μάη, ο στρατηγός Παπούλιας αντικαταστάθηκε από τον Γεώργιο Χατζηανέστη στην ηγεσία του στρατού της Μικράς Ασίας. Ο άκομψος τρόπος της αποστράτευσής του τον έκανε αντιμοναρχικό, πράγμα που δεν άφησε να φανεί αμέσως.

Η τουρκική αντεπίθεση εκδηλώθηκε τον Αύγουστο κι έφερε την καταστροφή του ελληνικού στρατού. Ο στρατηγός Χατζηανέστης καθηλώθηκε στη Σμύρνη και δεν έπραξε κάτι για να αποτρέψει την άτακτη φυγή των Ελλήνων στρατιωτών ή για να ανασυγκροτήσει τη στρατιά.

Ήταν 27 Αυγούστου του 1922, όταν άτακτοι Τούρκοι μπήκαν στη Σμύρνη κι άρχισαν να σφάζουν τους Έλληνες κατοίκους της, ανάμεσα στους οποίους και τον μητροπολίτη Χρυσόστομο. Στις 31, φωτιά έκαψε την αρμενική και τις περισσότερες ελληνικές συνοικίες: 300.000 οι νεκροί. Εκατοντάδες χιλιάδες θύματα ανάμεσα και στους Έλληνες του Πόντου που ξεκληρίστηκαν. Η μικρασιατική καταστροφή έφερε και την εκκένωση της Ανατολικής Θράκης, ενώ η Ίμβρος και η Τένεδος χάθηκαν για την Ελλάδα και η ανταλλαγή πληθυσμών έφερε την προσφυγιά, όσων σώθηκαν από τις σφαγές.

Η επανάσταση Πλαστήρα - Γονατά

Οι περισσότεροι, ποτέ στη ζωή τους δεν είχαν ξαναδεί αεροπλάνο να πετά τόσο χαμηλά. Και μάλλον το θέαμα ήταν πρωτόγνωρο για όλους: Το αεροπλάνο έκοβε βόλτες στον ουρανό της Αθήνας κι από τα σπλάχνα του ρίχνονταν χιλιάδες προχειροτυπωμένα χαρτάκια. Οι Αθηναίοι ξεχύνονταν στους δρόμους κι ανταγωνίζονταν, ποιος θα καταφέρει ν’ αρπάξει στον αέρα κάποια από τις προκηρύξεις. Το περιεχόμενό τους προκαλούσε παραλήρημα ενθουσιασμού:

Οι προκηρύξεις που έπεσαν στους δρόμους και στις πλατείες της πρωτεύουσας, στις 12 Σεπτέμβρη του 1922, γνωστοποιούσαν στον λαό πως ο στρατός επαναστάτησε, ζητούσαν από την κυβέρνηση να παραχωρήσει τηn θέση της σε άλλη, αρεστή στην Αντάντ, καλούσαν τον Κωνσταντίνο να παραιτηθεί υπέρ του γιου του, Γεωργίου, και απαιτούσαν από το γενικό επιτελείο να ενισχύσει το μέτωπο στην Θράκη. Ο κύβος είχε ριφθεί.

Εννέα ημέρες πριν, στις 3 Σεπτέμβρη, τα τελευταία τμήματα του ελληνικού στρατού εγκατέλειπαν τις μικρασιατικές ακτές και ταπεινωμένα αποσύρονταν στα νησιά. Ο αρχηγός του Α’ σώματος στρατού, συνταγματάρχης Στυλιανός Γονατάς, βρέθηκε στη Μυτιλήνη. Ο αποκαλούμενος «μαύρος καβαλάρης», συνταγματάρχης Νικόλαος Πλαστήρας, στην Χίο. Ένα αεροπλάνο πηγαινοερχόταν από το ένα νησί στο άλλο, κρατώντας την επαφή. Ο Πλαστήρας συγκάλεσε σύσκεψη για την επομένη, 4 του μήνα, στην Χίο. Πλαστήρας και Γονατάς συμφώνησαν: Η κατάσταση δεν πήγαινε άλλο. Η επανάσταση αποτελούσε τη μόνη λύση.

Οι διαβουλεύσεις με τους επικεφαλής του στόλου δεν κράτησαν πολύ. Χάρη στις ενέργειες του αντιπλοίαρχου Δημήτριου Φωκά, στις 7 Σεπτέμβρη, οι αξιωματικοί και οι άνδρες του στόλου είχαν προσχωρήσει. Στις 8, ακολούθησαν τα περισσότερα τμήματα του ελληνικού στρατού. Στις 9, όλο το Αιγαίο φλεγόταν, καθώς όλοι γνώριζαν τις «μυστικές» κινήσεις. Στη Μυτιλήνη, οι κάτοικοι διαδήλωναν υπέρ της επανάστασης που δεν είχε ξεσπάσει ακόμη. Στις 10 Σεπτέμβρη του 1922, οι επαναστάτες κατέλαβαν σχεδόν αμαχητί τα δημόσια κτίρια των νησιών και τα πλοία του στόλου. Το σύνθημα «Ελλάς - Σωτηρία» δονούσε την ατμόσφαιρα. Ένα σύνταγμα ευζώνων υπό τον συνταγματάρχη Ζήρα προσπάθησε να αντιδράσει. Ως το πρωί, 11 Σεπτέμβρη, όλοι οι αξιωματικοί του είχαν συλληφθεί.

Ο απόπλους από τα νησιά με κατεύθυνση την Αττική έγινε στις 12 του μήνα, ενώ ένα αεροπλάνο στάλθηκε να πετάξει προκηρύξεις πάνω από την Αθήνα. Ο λαός ξεχύθηκε στους δρόμους, οι αξιωματικοί που υπήρχαν στην Αθήνα, προσχώρησαν στην επανάσταση και η τρέχουσα (πέμπτη της χρονιάς αυτής) κυβέρνηση Τριανταφυλλάκου παραιτήθηκε.

Ο βασιλιάς κάλεσε τον Ιωάννη Μεταξά να σώσει την κατάσταση δημιουργώντας «κυβέρνηση ευρείας αποδοχής». Ο Μεταξάς θυμήθηκε τους έγκλειστους στις φυλακές Συγγρού κομμουνιστές (τότε, μέλη του ΣΕΚΕ). Ο Γιάννης Κορδάτος κι ο διευθυντής του «Ριζοσπάστη», Γ. Πετσόπουλος, είχαν συλληφθεί από τις 5 Ιουλίου, εξαιτίας της σκληρής αντιπολεμικής αρθρογραφίας τους. Ο Μεταξάς τους επισκέφθηκε νύχτα στο κελί τους και πρότεινε στον Κορδάτο απελευθέρωση και συμμετοχή σε κυβέρνηση, «αρκεί να καταδίκαζαν το πραξικόπημα». Πίστευε ότι θα τον δελεάσει. Του απάντησαν:

«Δεν δυνάμεθα να συμμετάσχωμεν εις την κυβέρνησίν σας, διότι το απαγορεύουν αι αρχαί μας».

Πρωί, 13 Σεπτέμβρη, στ’ ανοιχτά του Λαυρίου, το πολεμικό «Ευστράτιος», στο οποίο επέβαιναν ο Γονατάς και οι επιτελείς του, συναντήθηκε με το θωρηκτό «Λήμνος», όπου βρίσκονταν οι Πλαστήρας και Φωκάς με τους δικούς τους. Μεταφέρθηκαν όλοι στο «Λήμνος».

Επί τόπου, σχηματίστηκε ενδεκαμελής επαναστατική επιτροπή με τους Πλαστήρα, Γονατά και Φωκά ν’ αποτελούν την τριμελή εκτελεστική επιτροπή της. Μια προσπάθεια του αποστρατευμένου αντιστράτηγου, Αναστάσιου Παπούλια, να συμβιβάσει τα πράγματα, απέτυχε.

Το πρώτο ραδιοσήμα από το «Λήμνος» απευθυνόταν στα ανάκτορα. Απαιτούσε από τον βασιλιά να παραιτηθεί υπέρ του γιου του Γεωργίου Β’ και να αποχωρήσει από τη χώρα μαζί με την υπόλοιπη οικογένειά του. Το δεύτερο ραδιοσήμα στάλθηκε στον Ελευθέριο Βενιζέλο, στο Παρίσι. Με αυτό, του εξέφραζαν την εμπιστοσύνη των επαναστατών και του ανέθεταν να αναλάβει την ευθύνη των διαπραγματεύσεων, οπουδήποτε στο εξωτερικό.

Στις 14 Σεπτέμβρη, ο Κωνσταντίνος παραιτήθηκε υπέρ του Γεωργίου. Την ίδια μέρα, οι αρχηγοί της επανάστασης μπήκαν στην πρωτεύουσα. Στις 15, στο προσκήνιο εμφανίστηκε κι ο στρατηγός Θόδωρος Πάγκαλος. Συγκρότησε δική του επαναστατική επιτροπή κι άρχισε να κινείται αυτοδύναμα, ώσπου τον παρέλαβε ο Πλαστήρας:

«Στρατηγέ μου», του είπε, «είμαι πολύ στεναχωρημένος: Τα έχεις κάνει θάλασσα».

Προσωρινά, ο Πάγκαλος έκανε πίσω.

Ο αρχηγός του στρατού Μικράς Ασίας, στρατηγός Χατζηανέστης, και το «συμβούλιο των πέντε» (Νικόλαος Στράτος, Νικόλαος Θεοτόκης, Γεώργιος Μπαλτατζής, Δημήτριος Γούναρης και Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης) συνελήφθησαν, μαζί με άλλους πρώην υπουργούς. Τους φυλάκισαν στην αστυνομική διεύθυνση της Αθήνας. Στις 5 Οκτώβρη, οι φυλακισμένοι του ΣΕΚΕ αποφυλακίστηκαν.

Η «δίκη των έξι»

Στις τάξεις των επαναστατών υπήρχαν δυο τάσεις ως προς του φυλακισμένους: Η σκληρή απαιτούσε την άμεση εκτέλεση των υπευθύνων, καθώς, κατά την γνώμη τους, ο ελληνικός στρατός δεν είχε νικηθεί αλλά είχε προδοθεί. Με την παρέμβαση και των πρεσβευτών των ξένων δυνάμεων, επικράτησε η μετριοπαθέστερη άποψη να δικαστούν.

Ήταν 9 Οκτώβρη, όταν διαδήλωση 100.000 Αθηναίων απαίτησε την εκτέλεσή τους. Τέσσερις μέρες αργότερα (13 του μήνα), εκδόθηκε το διάταγμα για τη σύσταση στρατοδικείου. Επικεφαλής της ανακριτικής επιτροπής τοποθετήθηκε ο υποστράτηγος Θεόδωρος Πάγκαλος, ενώ πρόεδρος του στρατοδικείου ο υποστράτηγος Αλέξανδρος Οθωναίος. Και οι δυο τους ήταν οπαδοί της εκτέλεσης των υπεύθυνων της ήττας. Οι κατηγορούμενοι μεταφέρθηκαν στις φυλακές Αβέρωφ. Το κατηγορητήριο ανακοινώθηκε δυο βδομάδες αργότερα. Με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας, παραπέμπονταν να δικαστούν οχτώ:

Δημήτριος Γούναρης, πρωθυπουργός την περίοδο 1921 - 1922.

Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, πρωθυπουργός το 1922 και υπουργός Οικονομικών στις κυβερνήσεις Γούναρη.

Νικόλαος Στράτος, για λίγες μέρες πρωθυπουργός το 1922 και υπουργός Εσωτερικών όλο το 1922.

Γεώργιος Μπαλτατζής, υπουργός Εξωτερικών στις κυβερνήσεις Γούναρη και Πρωτοπαπαδάκη.

Νικόλαος Θεοτόκης, υπουργός Στρατιωτικών στις κυβερνήσεις Γούναρη και Πρωτοπαπαδάκη.

Γεώργιος Χατζανέστης, διοικητής της στρατιάς της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης.

Ξενοφών Στρατηγός, υποστράτηγος ε.α. και υπουργός στις κυβερνήσεις Γούναρη και Πρωτοπαπαδάκη.

Μιχαήλ Γούδας, υποναύαρχος ε. α. και υπουργός στις κυβερνήσεις Γούναρη και Πρωτοπαπαδάκη.

Η δίκη ξεκίνησε 31 Οκτώβρη. Ανάμεσα στους δώδεκα μάρτυρες κατηγορίας ήταν και ο Αναστάσιος Παπούλιας, που κατέθεσε σε βάρος του Χατζηανέστη, ο οποίος τον είχε αντικαταστήσει στην αρχιστρατηγία.

Ήταν 15 Νοέμβρη, όταν βγήκε η απόφαση, παμψηφεί: Καταδίκη σε θάνατο οι έξι (Γούναρης, Πρωτοπαπαδάης, Στράτος, Μπαλτατζής, Θεοτόκης, Χατζηανέστης), ισόβια οι δυο (Στρατηγός και Γούδας). Εκτελέστηκαν την ίδια μέρα, με τον Χατζηανέστη να δηλώνει ότι καταδικάστηκε, επειδή υπήρξε «αρχιστράτηγος φυγάδων». Ήταν η τελευταία πράξη του Διχασμού.

Από την προηγούμενη μέρα, ο Στυλιανός Γονατάς είχε αναλάβει πρωθυπουργός (όγδοος της χρονιάς αυτής), με τον Νικόλαο Πλαστήρα να μένει αρχηγός της επανάστασης. Ο Κωνσταντίνος πέθανε 29 Δεκέμβρη του 1922 (11 Γενάρη του 1923 με το νέο ημερολόγιο), στο Παλέρμο της Σικελίας.

Οι πρόσφυγες στην Αθήνα

Όπως στην Θεσσαλονίκη και σε άλλες πόλεις, η Αθήνα είχε πλημμυρίσει από πρόσφυγες που ζούσαν σε τραγική κατάσταση. Τον πρώτο καιρό, κατοικούσαν σε στρατόπεδα γεμάτα σκηνές, με υποτυπώδη ύδρευση και αποχέτευση. Τα συσσίτια δεν επαρκούσαν, ενώ τύφος και ευλογιά θέριζαν. Ανάμεσα σε άλλα, και το δημοτικό θέατρο της πόλης έγινε καταφύγιο για 1.500 πρόσφυγες356, με αποτέλεσμα να καταστραφεί. Ως εκπρόσωπος της ΚτΕ (Κοινωνίας των Εθνών) ο Φρίτιοφ Νάνσεν κίνησε γη και ουρανό με στόχο να πετύχει ένα γρήγορο κι όχι τοκογλυφικό δάνειο υπέρ της Ελλάδας. Μια Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων δημιουργήθηκε από την ΚτΕ με πρόεδρο τον πρώην πρεσβευτή των Ηνωμένων Πολιτειών στην Κωνσταντινούπολη, Ερρίκο Μοργκεντάου (1856 - 1946), ενώ οι Αμερικανοί πείστηκαν κι έβαλαν βαθιά το χέρι στην τσέπη για να σχηματιστεί το κεφάλαιο των προσφυγικών δανείων. Στη Μακρόνησο, δημιουργήθηκε υγειονομικός σταθμός, απ' όπου περνούσαν όλοι οι πρόσφυγες, έτσι ώστε να αποφευχθούν επιδημίες. Όσοι κρίνονταν υγιείς, προωθούνταν στην κορεσμένη Αττική, όσοι όχι, παρέμεναν στο νησί, ώσπου να θεραπευτούν ή να πεθάνουν.

Όμως, η όλη ιστορία δεν τέλειωνε εκεί:

Οι μεταπολεμικές διαπραγματεύσεις ορίστηκε να γίνουν στη Λωζάννη. Η συνδιάσκεψη ξεκίνησε στις 20 Νοέμβρη του 1922 με τους κεμαλικούς εκπροσώπους να συμπεριφέρονται σα να είχαν νικήσει όχι τους Έλληνες αλλά το σύνολο των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Είδαν κι απόειδαν οι εκπρόσωποι των μεγάλων και (Γενάρης του 1923) κατέβασαν τα ρολά. Η συνδιάσκεψη ξεκίνησε πάλι, όταν οι Τούρκοι έμμεσα διαμήνυσαν ότι ηρέμησαν. Στο περιθώριο των διαπραγματεύσεων, οι Τούρκοι εκβίασαν την Ελλάδα να υπογράψει σύμβαση για την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών (17/30 Ιανουαρίου του 1923): Όλοι οι μουσουλμάνοι που ζούσαν στην Ελλάδα (εκτός από εκείνους της Δυτικής Θράκης, το καθεστώς της οποίας παιζόταν) έπρεπε να μεταναστεύσουν στην Τουρκία, ήταν δεν ήταν Τούρκοι. Κι όλοι οι ορθόδοξοι που ζούσαν στην Τουρκία (εκτός από εκείνους της Κωνσταντινούπολης κι, αργότερα, της Ίμβρου και της Τένεδου) υποχρεώνονταν να προστεθούν στους πρόσφυγες από τη Σμύρνη, τη Μικρά Ασία και τον Πόντο, που περιφέρονταν σε άθλια κατάσταση στην Ελλάδα χωρίς στον ήλιο μοίρα.

Η απόφαση ξεσήκωσε τον πληθυσμό της Ελλάδας. Στην Αθήνα, οι πρόσφυγες, που ήδη βρίσκονταν στην Αττική, οργάνωσαν ογκώδες συλλαλητήριο (21 Γενάρη του 1923), ενάντια στη συμφωνία.

Σε ψήφισμά τους, οι συγκεντρωμένοι δήλωναν:

«Οι πρόσφυγες της Μικράς Ασίας, της Ανατολικής Θράκης και του Εύξεινου Πόντου θεωρούν ότι η ανταλλαγή των ελληνικών πληθυσμών της Τουρκίας που ανέρχονται σε ένα 1.200.000 απέναντι σε 300.000 μουσουλμάνους της Ελλάδας (…) πλήττει καίρια την παγκόσμια συνείδηση και την παγκόσμια ηθική. Είναι αντίθετη προς τα ιερότερα δικαιώματα του ανθρώπου, της ελευθερίας και ιδιοκτησίας, καθώς το σύστημα της ανταλλαγής αποτελεί νέα και κεκαλυμμένη μορφή αναγκαστικού εκπατρισμού και αναγκαστικής απαλλοτρίωσης που κανένα κράτος δεν έχει το δικαίωμα να θέσει σε εφαρμογή παρά την θέληση των πληθυσμών». Αντί για ανταλλαγή πληθυσμών, ζητούσαν να δημιουργηθούν κατάλληλες συνθήκες, ώστε να μπορέσουν να επιστρέψουν στις εστίες τους. Αλλά και ο πολιτισμένος κόσμος ξεσηκώθηκε. Και ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών, μαρκήσιος Γεώργιος Ναθαναήλ Κόρζον, ωρυόταν ότι επρόκειτο για «αισχρή λύση», την οποία η οικουμένη θα πλήρωνε ακριβά τον επόμενο αιώνα. Οι εκκλήσεις έπεσαν στο κενό. Ξεριζώθηκαν τότε 335.000 μουσουλμάνοι από την Ελλάδα και πάνω από 1.500.000 Έλληνες της Μικρασίας και του Πόντου.

Η κυβέρνηση βρέθηκε μπροστά στο πρόβλημα της εγκατάστασης των εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων. Για την περιοχή της Αθήνας, ο σχεδιασμός προέβλεπε να εγκατασταθούν 200.000. Η απογραφή του 1920 είχε μετρήσει 292.991 κατοίκους στην πόλη. Αυτόματα, ο πληθυσμός περίπου θα διπλασιαζόταν. Στις 3 Σεπτέμβρη του 1924, ο δήμαρχος Αθηναίων, Σπυρίδων Πάτσης (1862 – 1954), προχώρησε σε διάβημα για τη ματαίωση του σχεδίου. Όμως, οι πρόσφυγες είχαν ήδη διασπαρθεί σε όλη την χώρα. Δε γινόταν να αποτελέσει εξαίρεση η Αθήνα. Στην περιοχή της εγκαταστάθηκαν 125.000 πρόσφυγες. Δημιουργήθηκαν περίπου πενήντα εγκαταστάσεις, κυρίως στα δυτικά της πόλης, όπου υπήρχαν διαθέσιμοι ή εύκολα απαλλοτριούμενοι χώροι (Κοκκινιά, Δραπετσώνα, Κορυδαλλό, Κερατσίνι, Νέα Ιωνία, Νέα Φιλαδέλφεια, Περιστέρι αλλά και Καισαριανή, Βύρωνα, Υμηττό και Καλλιθέα). Στήθηκαν αρχικά πρόχειρα παραπήγματα, όπως η παραγκούπολη στο Πολύγωνο, απέναντι από τα δικαστήρια, αλλά έγινε και προσπάθεια να κτιστούν μόνιμες κατοικίες: Στο Δουργούτι 24 μονοκατοικίες (το 1924) και προσφυγικές κατοικίες, αργότερα, ενώ απέναντι από το γήπεδο του Παναθηναϊκού, στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, οχτώ πολυκατοικίες με 224 διαμερίσματα (1933 με 1935) και αλλού.

Από το καλοκαίρι του 1923, είχε δημιουργηθεί ο συνοικισμός «Νέα Πισιδία»357 που σύντομα, εξαιτίας της εκεί κατοίκησης προσφύγων και από άλλες περιοχές, μετονομάστηκε σε Νέα Ιωνία. Εξελίχθηκε σε κέντρο κλωστοϋφαντουργίας.

Στα 1920, η περιοχή του Ποδονίφτη αριθμούσε 120 κατοίκους. Από το 1923 μέχρι το 1926, κτίστηκε εκεί προσφυγικός συνοικισμός. Το 1927, δέχτηκε πρόσφυγες που ξεσπιτώθηκαν όταν η παραγκούπολη των Αμπελοκήπων καταστράφηκε από φωτιά. Ο συνοικισμός πήρε το όνομα Νέα Φιλαδέλφεια.

Μέχρι το 1928, η Νέα Σμύρνη είχε 210 κατοίκους (ονομαζόταν Ανάλατος) αλλά, με την εγκατάσταση προσφύγων (από τη Σμύρνη κυρίως) έφτασε να έχει στα επόμενα χρόνια 5.500 που, ως πριν από τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο, είχαν γίνει 15.000.

Στην απογραφή του 1928, ο πληθυσμός της πρωτεύουσας ήταν 452.319 άτομα. Την χρονιά αυτή, ο εκδότης της εφημερίδας «Καθημερινή», Άγγελος Βλάχος, αποκαλούσε τους πρόσφυγες «αγέλη προβάτων». Η περίπου εχθρική αντιμετώπιση των προσφύγων ήταν σχεδόν γενική αλλά στους κόλπους των φιλομοναρχικών γινόταν πιο έντονη, καθώς τους έβλεπαν ως ψηφοφόρους των φιλελευθέρων του Ελευθέριου Βενιζέλου. Στα 1933, υπήρξε και πρόταση να κυκλοφορούν με κίτρινα περιβραχιόνια, ώστε να ξεχωρίζουν από τους ντόπιους.

Η εγκατάστασή τους, όμως, μπόλιασε την πρωτεύουσα με νέο αίμα και δυναμικά πρόσωπα, ενώ επήλθε και σημαντική αλλοίωση του κοινωνικού ιστού. Σε μια εποχή που η εργασία των γυναικών ήταν περιορισμένη, μετρήθηκαν 19.771 πρόσφυγες να έχουν βρει δουλειά στη βιομηχανία, 2.571 στις συγκοινωνίες, 1.837 στα πιστωτικά ιδρύματα (τράπεζες κ.λπ.), 7.418 στο εμπόριο, 3.039 στα ελεύθερα επαγγέλματα και μόλις 1.362 στο δημόσιο. Σε σχετική στατιστική έρευνα, 188.856 Αθηναίοι πάνω από οκτώ χρόνων δήλωσαν ότι δεν έχουν επάγγελμα (κυρίως γυναίκες, μαθητές και σπουδαστές). Από αυτούς, πρόσφυγες ήταν μόνο οι 53.441.

Η Αθήνα, από πόλη με σημαντική γεωργική παραγωγή που ήταν στα 1920, απασχολώντας 17.100 άτομα στη γεωργία, έφτασε στα 1928 να είναι καθαρά βιομηχανικό κέντρο. Η γεωργία πια απασχολούσε λιγότερους από 5.000 (με τους 818 να είναι πρόσφυγες), ενώ η βιομηχανία απορροφούσε 64.133 άτομα έναντι 45.000 το 1920 (αύξηση περίπου 50%). Κι ενώ το 1916 η πόλη εκτεινόταν σε 20.162.000 τετραγωνικά μέτρα, έφτασε στα 1928 στα 35.000.000: Η έκτασή της σχεδόν διπλασιάστηκε.

Σημαντική αύξηση σημειώθηκε στα χρόνια αυτά και στον «επιστημονικό πληθωρισμό»: Στα 1920, είχαν μετρηθεί στην Αθήνα 1.026 γιατροί και 1.346 δικηγόροι. Στα 1928, οι γιατροί έφταναν τους 1.508 (αύξηση περίπου 50%) και οι δικηγόροι τους 2.325 (αύξηση πάνω από 72%).

H πρώτη Δημοκρατία

Ο Φλεβάρης του 1923 ήταν περίεργος μήνας για τους Έλληνες. Η επαναστατική κυβέρνηση είχε αποφασίσει την εναρμόνιση του ημερολόγιου με το γρηγοριανό, οπότε ο μήνας αυτός αποδείχτηκε πραγματικά «κουτσοφλέβαρος» καθώς την 15η Φλεβάρη διαδέχτηκε η 1η του Μάρτη. Τα πράγματα έγιναν πιο δύσκολα για τους πιστούς, καθώς η Εκκλησία της Ελλάδας αρνήθηκε την εναρμόνιση. Υποχρεώθηκε από τα πράγματα να την εφαρμόσει έναν χρόνο αργότερα: Την 10η Μάρτη του 1924 ακολούθησε η 23η του μήνα, προκαλώντας το σχίσμα των παλαιοημερολογιτών που ακόμα και σήμερα πάνε 13 μέρες πίσω.

Στη Λωζάννη, οι διαπραγματεύσεις κράτησαν οχτώ μήνες, με τον Ελευθέριο Βενιζέλο να μην βιάζεται, καθώς προχωρούσε η ανασύνταξη των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων, την οποία έβλεπε ως διαπραγματευτικό ατού και αποτρεπτική δύναμη σε μια πιθανή τουρκική εισβολή στην Θράκη. Οι υπογραφές έπεσαν στις 24 Ιουλίου του 1923. Σύνορο ανάμεσα στην Τουρκία και την Ελλάδα ορίστηκε η μέση της ροής του ποταμού Έβρου.

Η Ελλάδα ξεκίνησε την ηράκλεια προσπάθεια της ανασυγκρότησης. Ως πρωθυπουργός, ο Στυλιανός Γονατάς προκήρυξε γενικές εκλογές για την σύσταση της Δ' Εθνοσυνέλευσης, η οποία θα αποφάσιζε για το πολίτευμα της χώρας. Προσδιορίστηκαν για τις 16 Δεκέμβρη του 1923. Μερικές μέρες νωρίτερα και με προκάλυψη ένα φιλοβασιλικό συλλαλητήριο, ο Ιωάννης Μεταξάς, η φιλομοναρχική «Οργάνωση Ταγματαρχών» και οπαδοί τους αποπειράθηκαν πραξικόπημα, ενεργώντας επίθεση ενάντια στο υπουργείο Στρατιωτικών. Οι συγκρούσεις γενικεύτηκαν στην Αθήνα αλλά η απόπειρα απέτυχε, ενώ σκοτώθηκαν οκτώ και τραυματίστηκαν βαριά 16 άτομα.

Στις εκλογές και με απόντα τον Βενιζέλο, οι φιλελεύθεροι θριάμβευσαν κερδίζοντας 250 έδρες έναντι 135 της Δημοκρατικής Ένωσης. Οι δεξιοί απείχαν. Εξελέγησαν και έξι αντιβενιζελικοί.

Η Δημοκρατική Ένωση ζήτησε, ώσπου να αποφασίσει ο ελληνικός λαός, ο βασιλιάς Γεώργιος να φύγει από την Ελλάδα. Ο Γονατάς αποδέχτηκε το αίτημα και ο Γεώργιος έφυγε στη Ρουμανία, πατρίδα της γυναίκας του, Ελισάβετ. Ο ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης ορκίστηκε αντιβασιλιάς, για δεύτερη φορά.

Ο Βενιζέλος εξακολουθούσε να βρίσκεται στο εξωτερικό αλλά το κόμμα του τον είχε δηλώσει υποψήφιο βουλευτή. Εκλέχτηκε. Η επαναστατική επιτροπή και το κόμμα των φιλελευθέρων τον κάλεσαν να επιστρέψει στην Αθήνα. Ήταν 4 του Γενάρη του 1924, όταν επέστρεψε. Ανέλαβε πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης, παραιτήθηκε κι ορκίστηκε πρωθυπουργός (11 του μήνα). Βρέθηκε απέναντι στην Δημοκρατική Ένωση και τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου:

Γεννημένος το 1876 στην Τρίπολη, ο Παπαναστασίου σπούδασε νομικά, πολιτικές επιστήμες και φιλοσοφία. Από το 1908, εργάστηκε για την αγροτική μεταρρύθμιση και την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών. Σχημάτισε ομάδα κοινωνιολόγων, αναμίχθηκε στην πολιτική, πολέμησε εθελοντής στους Βαλκανικούς πολέμους και με την ομάδα του εντάχθηκε (1915) στο κόμμα των Φιλελευθέρων, αποτελώντας την αριστερή του πτέρυγα. Από το 1920, υποστήριζε την αβασίλευτη δημοκρατία ως τη μόνη σωτήρια για τα ελληνικά συμφέροντα. Τον Φλεβάρη του 1922, δημοσίευσε το «Δημοκρατικό μανιφέστο», εγκαινιάζοντας τον αγώνα για την εγκαθίδρυση δημοκρατίας. Καταδικάστηκε σε φυλάκιση τριών χρόνων αλλά, με την επανάσταση των Πλαστήρα - Γονατά, ελευθερώθηκε και ίδρυσε τη Δημοκρατική Ένωση, κόμμα με στόχο την επιβολή της δημοκρατίας.

Στην Βουλή και στην εθνοσυνέλευση, ο Ελευθέριος Βενιζέλος υποστήριζε τη συνταγματική βασιλεία. Στις θορυβώδεις συνεδριάσεις που ακολούθησαν, διαπίστωσε ότι οι δημοκρατικοί είχαν την πλειοψηφία. Παραιτήθηκε (4 Φλεβάρη του 1924) δηλώνοντας γι' άλλη μια φορά ότι εγκαταλείπει την πολιτική, υπέδειξε διάδοχό του τον Γεώργιο Καφαντάρη (1873 - 1946) κι έφυγε στο Παρίσι.

Ο Καφαντάρης πρότεινε πρώτα να διεξαχθεί δημοψήφισμα κι έπειτα η Εθνοσυνέλευση να προχωρήσει στην εκπόνηση νέου συντάγματος, ανάλογα με το αποτέλεσμα. Δεν μπόρεσε να περάσει αυτήν την θέση και παραιτήθηκε (4 Μάρτη).

Νέος πρωθυπουργός ανέλαβε ο Παπαναστασίου. Η εθνοσυνέλευση ψήφισε την κατάργηση της βασιλείας και την ανακήρυξη τη δημοκρατίας (24 Μάρτη του 1924). Το δημοψήφισμα (13 Απρίλη του 1924), επισφράγισε πανηγυρικά το ψήφισμα της εθνοσυνέλευσης με τον Κουντουριώτη να αναλαμβάνει προσωρινός πρόεδρος της δημοκρατίας: Είχαν ψηφίσει πάνω από ένα εκατομμύριο ψηφοφόροι. Υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας το 69,99%, υπέρ της βασιλευόμενης το 30,01%. Η Αθήνα και τα άλλα αστικά κέντρα είχαν ψηφίσει υπέρ της δημοκρατίας. Η ύπαιθρος και τα χωριά υπέρ της βασιλείας.

Πρόεδρος του Λαϊκού κόμματος, ο Παναγής Τσαλδάρης (1868 - 1936) δεν αποδέχτηκε το αποτέλεσμα. Ο Ιωάννης Μεταξάς το αποδέχτηκε και ίδρυσε κόμμα (των Ελευθεροφρόνων).

Ο Παπαναστασίου παραιτήθηκε από πρωθυπουργός (Ιούλιος του 1924). Παρέμεινε, όμως, πρόεδρος της κοινοβουλευτικής επιτροπής, που επεξεργαζόταν το νέο σύνταγμα.

Η Μαρία και η Έλενα

Την πρώτη του γυναίκα, ο Βενιζέλος την παντρεύτηκε, στα 1891, όταν ήταν 27 χρόνων. Την έλεγαν Μαρία Κατελούζου - Ελευθερίου και, την χρονιά του γάμου, ήταν 21 χρόνων. Ώσπου να γίνει ο γάμος, οι δυο νέοι ταλαιπωρήθηκαν, καθώς ο πατέρας της νύφης δεν ήθελε τον Βενιζέλο για γαμπρό. Πείσθηκε, έπειτα από προσπάθειες τριών χρόνων. Παρ' όλα αυτά, ο γάμος αποτέλεσε μεγάλο γεγονός για τα Χανιά και παραβρέθηκαν σ' αυτόν ακόμα και οι εκπρόσωποι των τριών μεγάλων δυνάμεων. Στα 1892, απέκτησαν το πρώτο τους παιδί: Τον Κυριάκο. Στα 1894, το δεύτερο: Τον Σοφοκλή. Όμως, η Μαρία πέθανε πάνω στην γέννα από επιλόχειο πυρετό.

Η Έλενα Σκυλίτση - Στεφάνοβικ γεννήθηκε στα 1874, στο Λονδίνο. Ανήκε σε πολύ πλούσια οικογένεια και την περιγράφουν ως γυναίκα μορφωμένη, πολύγλωσση, απελευθερωμένη, με πάθος για τα ταξίδια και το διάβασμα και με όχι ιδιαίτερη ροπή προς τον έγγαμο βίο. Τον Σεπτέμβρη του 1910, έτυχε να διαβάσει έναν λόγο του Βενιζέλου, που της έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Από το Λονδίνο, όπου βρισκόταν, ξεκίνησε να παρακολουθεί την πορεία του. Στα 1912, έτυχε να τον γνωρίσει από κοντά, όταν ως πρωθυπουργός της Ελλάδας επισκέφτηκε το Λονδίνο. Η προσωπικότητά του την καθήλωσε. Τον ερωτεύτηκε.

Σε όλη την διάρκεια του Α' Παγκοσμίου πολέμου, αρθρογραφούσε υποστηρίζοντας τις θέσεις του αλλά και οργάνωνε εκδηλώσεις και εκθέσεις κι έστελνε υλικό για τις ανάγκες του ελληνικού στρατού. Αγόρασε τον πλήρη εξοπλισμό ενός νοσοκομείου και τον έστειλε στην Θεσσαλονίκη, όπου δεν έφτασε ποτέ, καθώς τορπιλίστηκε το πλοίο που τον μετέφερε.

Το φθινόπωρο του 1920, βρισκόταν στην Ελλάδα. Έμενε στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία», απ' όπου παρακολουθούσε τις πολιτικές εξελίξεις. Μετά το καταδικαστικό αποτέλεσμα των εκλογών της 1ης Νοέμβρη, του πρότεινε να φύγει στην Γαλλία. Ο Βενιζέλος, όμως, ήταν ταπί. Σε όλη του την σταδιοδρομία, ζούσε από τις απολαβές της προσωπικής του εργασίας και, ως πρωθυπουργός, πολλές φορές δεν δίσταζε να πληρώνει από την τσέπη του τα έξοδά του. Κι απαγόρευε να του κάνουν δώρα. Όταν βρισκόταν «στα στενά», δανειζόταν από τους φίλους του και πάντα επέστρεφε τα δανεικά.

Αρνιόταν να φύγει αλλά τελικά, με τη συνδρομή και πολιτικών φίλων του, τον έπεισε. Πήγε στη Νίκαια με την θαλαμηγό «Νάρκισσος» κι εκεί φιλοξενήθηκε από την κυρία Ζερβουδάκη, μητέρα της Κατερίνας, αρραβωνιαστικιάς του γιου του, Σοφοκλή. Κάποια στιγμή, η μέλλουσα συμπεθέρα του άνοιξε τα μάτια για τα αισθήματα της Έλενας. Παντρεύτηκαν σε στενό κύκλο, στο Χάιγκεϊτ (Highgate), βορειοανατολικό προάστιο του Λονδίνου, στο σπίτι Λονδρέζου φίλου τους: Η αστυνομία φοβόταν για την ζωή του Βενιζέλου και συνέστησε να μην γίνει ο γάμος σε εκκλησία. Στην Αθήνα, οι βασιλόφρονες έθεσαν αμέσως σε κυκλοφορία φήμες ότι ο Βενιζέλος ήταν προικοθήρας.

Στα 1926, η Έλενα επισκέφτηκε την Ζυρίχη της Ελβετίας. Το ταξίδι αυτό θα γινόταν αιτία να προσφέρει στην Αθήνα το μαιευτήριο «Μαρίκα Ηλιάδη»358.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

349. Το Κατσιμίδι είναι κορυφή της Πάρνηθας, βόρεια από την Βαρυμπόμπη και το Τατόι.

350. Στην θέση αυτή, στα 1962, δημιουργήθηκε μνημείο στη μνήμη των Άγγλων, Αυστραλών και Νεοζηλανδών νεκρών του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου, με ένα άγαλμα της Προμάχου Αθηνάς (στην είσοδο από τη λεωφόρο Αλεξάνδρας).

351. Συνθήκες Νεϊγύ (27 Νοέμβρη του 1919) και Σεβρών (10 Αυγούστου του 1920).

352. Το «σκουφάκι» προφανώς εννοεί τον φρυγικό σκούφο, σύμβολο της ελευθερίας και της δημοκρατίας, κατά την Γαλλική Επανάσταση του 1789. Τον φορούσε η «Μαριάννα», σύμβολο της επανάστασης.

353. Το Φιούμε (σημερινή Ριέκα) είναι νησί στον μυχό της Αδριατικής που διεκδικούσαν η Ιταλία και το Βασίλειο Σέρβων Κροατών και Σλοβένων (κατοπινή Γιουγκοσλαβία). Σήμερα, ανήκει στην Κροατία.

354. ΣΕΚΕ: Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα της Ελλάδας (με έμβλημα την ελιά), πρόδρομος του ΚΚΕ.

355. Η προειδοποίηση της Αντάντ, όπως και οι διακοινώσεις των συμμάχων, μετά το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, ότι δεν εγκρίνουν την επιστροφή του Κωνσταντίου, αποκαλύφθηκαν το 1922, στην περιβόητη «Δίκη των Έξι».

356. Βλ. και κεφάλαιο 23, «το πολύπαθο Δημοτικό Θέατρο».

357. Η Πισιδία βρίσκεται στην ενδοχώρα της Μικράς Ασίας, βόρεια από την οροσειρά του Ταύρου, στη σημερινή Αττάλεια (Antalya) της Τουρκίας και ως τη μικρασιατική καταστροφή είχε πολλούς Έλληνες κατοίκους.

358. Βλ. και κεφάλαιο 24, «η γειτονιά των νοσοκομείων».

(τελευταία επεξεργασία, 2 Δεκεμβρίου 2020)

Επικοινωνήστε μαζί μας