Κεφ. 29 ΑΘΗΝΑ: Από πραξικόπημα σε πραξικόπημα

Το πραξικόπημα του Θεόδωρου Πάγκαλου

Η πορεία του Θεόδωρου Πάγκαλου από την δόξα ως την γελοιότητα και την ατίμωση ολοκληρώθηκε εξαιρετικά γρήγορα. Η περίπτωσή του αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πόσο εύκολα μπορεί κάποιος να διαβεί την διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη σοβαρότητα και την φαιδρότητα, όταν του λείπει η αίσθηση του μέτρου.

Γεννήθηκε το 1878 στη Σαλαμίνα, σπούδασε στη σχολή Ευελπίδων και συνέχισε στο Παρίσι. Στα 1909, είχε εκλεγεί από τους συναδέλφους του στην εννεαμελή επιτροπή που διοικούσε την τότε μυστική οργάνωση «Στρατιωτικός Σύνδεσμος», που, με αρχηγό τον συνταγματάρχη Νικόλαο Ζορμπά, προχώρησε στην επανάσταση στου Γουδή. Μετείχε στους Βαλκανικούς πολέμους ως λοχαγός, ενώ το 1916 ήταν αρχηγός του επιτελείου στη μεραρχία Κρήτης. Στα 1917, ήταν προσωπάρχης του υπουργείου Στρατιωτικών και την περίοδο 1918 - 1920 αρχηγός του Γενικού Επιτελείου στο γενικό στρατηγείο της Μακεδονίας και της Μικράς Ασίας.

Αποστρατεύτηκε με την επάνοδο του βασιλιά Κωνσταντίνου το 1920, μετείχε ενεργά μετά τη μικρασιατική καταστροφή στην επανάσταση των Πλαστήρα - Γονατά το 1922, ανακλήθηκε στην ενεργό υπηρεσία, έγινε αρχικά υπουργός Στρατιωτικών κι έπειτα (Δεκέμβρης του 1922) αρχιστράτηγος των στρατευμάτων του Έβρου, για να εκλεγεί, μετά τη συνθήκη της Λοζάννης (1923), πληρεξούσιος της Θεσσαλονίκης στην Δ’ Εθνοσυνέλευση, που προχώρησε στην ψήφιση της πρώτης Δημοκρατίας. Το 1924, έγινε υπουργός Δημόσιας Τάξης κι έπειτα Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Παπαναστασίου.

Το 1925 βρήκε την Ελλάδα με πρωθυπουργό τον Ανδρέα Μιχαλακόπουλο, ως άνδρα κοινής ανοχής: Η δημοκρατία παράπαιε με αλλεπάλληλες κυβερνητικές κρίσεις. Στις 15 Ιουνίου του 1925, η κυβέρνηση παραιτήθηκε για μια ακόμα φορά. Αιτία ήταν η παραίτηση του στρατηγού Γεώργιου Κονδύλη από υπουργός Εσωτερικών και Εννόμου Τάξεως: Οκτώ μήνες νωρίτερα (Οκτώβρη του 1924), προκειμένου να αναλάβει πρωθυπουργός, ο Μιχαλακόπουλος, είχε θέσει ως προϋπόθεση την υπουργοποίηση του Κονδύλη390. Δυο μέρες αργότερα, έστω και χωρίς τον Κονδύλη, ξανάγινε πρωθυπουργός (17 Ιουνίου) αλλά πια ο χρόνος μετρούσε αντίστροφα.

Το πραξικόπημα του Θεόδωρου Πάγκαλου ήρθε με όλες τους κανόνες της σύγχρονης πολιτικής για την προώθηση καταναλωτικών προϊόντων. Προηγήθηκε περίοδος προδιαφήμισης. Ακολούθησε η κυρίως διαφημιστική καμπάνια: «Πλησιάζει», «έρχεται», «από ώρα σε ώρα».

Τα διάβαζε όλα αυτά στις εφημερίδες ο υπουργός Στρατιωτικών, Κωνσταντίνος Γόντικας (1870 - 1937), κι ένα πρωί είπε να ξεμπερδεύει με αυτή την ιστορία: Διέταξε «να συλληφθεί προληπτικά ο στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος».

Ο στρατηγός βρισκόταν στο σύνταγμα μηχανικού, στο Ρουφ. Έβγαλε τους άνδρες στον δρόμο. Ένας αποτυχημένος πραξικοπηματίας, ο αντισυνταγματάρχης Βασίλειος Ντερτιλής391, το έσκασε από το κελί του και πήγε να τους συναντήσει. Εκεί, στη μέση του δρόμου, ο Θεόδωρος Πάγκαλος τον έχρισε επιτελή του. Μετά, συνδέθηκαν με τον στρατηγό Τσερούλη του Γ’ Σώματος Στρατού και με τον ναύαρχο Αλ. Χατζηκυριάκο. Τα βρήκαν.

Στην κυβέρνηση ξέσπασε πανικός. Στρατός, ναυτικό και αεροπορία δήλωσαν πίστη στη νομιμότητα και ζήτησαν άδεια να καταστείλουν «το αστείο». Ο πρωθυπουργός, Ανδρέας Μιχαλακόπουλος, βρήκε ως την καλύτερη λύση να παραιτηθεί! Ώσπου να μαζευτούν οι πολιτικοί, να συνεδριάσουν και να αποφασίσουν, πώς θα αντιδράσουν, κάποιοι φιλικοί στον Πάγκαλο αξιωματικοί κατέλαβαν το θωρηκτό «Αβέρωφ» κι έπειτα όλα τα πλοία του στόλου. Στην Αθήνα, ο Ντερτιλής κατέβασε τα «δημοκρατικά τάγματα» (στρατιωτική οργάνωση) και κυρίευσε την πόλη. Μέρα μεσημέρι, κάτω από τα εμβρόντητα βλέμματα των πολιτών, η Ελλάδα αποκτούσε «στρατιωτική δικτατορία». Ήταν 26 Ιουνίου του 1925.

Η δικτατορία της μεζούρας

Στις 30 του μήνα, ο Θεόδωρος Πάγκαλος εμφανίστηκε στο κοινοβούλιο, όπου η Βουλή συνέχιζε να συνεδριάζει, ανακοίνωσε τις προγραμματικές του δηλώσεις και ζήτησε την ψήφο εμπιστοσύνης του Σώματος! Την πήρε: 185 υπέρ, 14 κατά! Τον κατακεραύνωσαν ο Θεμιστοκλής Σοφούλης κι ο Π. Καρασεβδάς που τον αποκάλεσε «αρχομανή Δον Κιχώτη». Όμως, η χώρα είχε αποκτήσει κυβέρνηση πραξικοπηματιών με την ψήφο της Βουλής! Στις 13 Ιουλίου, μόλις 17 μέρες μετά το πραξικόπημα, ο Πάγκαλος υπέγραψε διάταγμα «περί κατοχυρώσεως του Δημοκρατικού Πολιτεύματος»: Όποιος μετέδιδε ειδήσεις που κρίνονταν ότι διασαλεύουν την δημόσια τάξη ή στρέφονται ενάντια στην κυβέρνηση, θα περνούσε από στρατοδικείο. Με τους δημοσιογράφους των εφημερίδων «Εστία», «Καθημερινή» και «Ριζοσπάστης» να είναι τα πρώτα θύματα του νόμου.

Ο Παύλος Κουντουριώτης συνέχιζε να ασκεί τα προεδρικά του καθήκοντα. Η εθνοσυνέλευση δεν είχε λόγο να μη συνεδριάζει: Το νέο σύνταγμα ψηφίστηκε στις 10 Σεπτέμβρη του 1925392. Ένα συνοριακό επεισόδιο έκανε τον δικτάτορα να διατάξει εισβολή στην Βουλγαρία (Οκτώβρη του 1925). Έμεινε στην ιστορία ως The War of Stray Dog, «Ο Πόλεμος του αδέσποτου (περιπλανώμενου) σκύλου». Η ΚτΕ τον υποχρέωσε να αποχωρήσει και να πληρώσει βαριά αποζημίωση, αφού, έτσι κι αλλιώς, μόνον ένας δικτάτορας θα αντιδρούσε όπως αυτός.

Στις 30 Σεπτέμβρη, βαρέθηκε να κυβερνά «κοινοβουλευτικά», διέλυσε την Βουλή και κήρυξε δικτατορία κανονική. Ο ναύαρχος Χατζηκυριάκος και πάμπολλοι αξιωματικοί παραιτήθηκαν (3 Γενάρη του 1926). Ο Παύλος Κουντουριώτης και οι πολιτικοί τον κάλεσαν να σταματήσει τις σαχλαμάρες και να παραδώσει την εξουσία, ενώ ένα νέο κίνημα απέτυχε να τον ανατρέψει.

Ο δικτάτορας συνέλαβε τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου, τον Γεώργιο Παπανδρέου, τον Καφαντάρη και πολλούς αξιωματικούς και τους εξόρισε πρώτα στην Ικαρία κι έπειτα σε ένα πολεμικό πλοίο για να μην δραπετεύσουν. Συνέλαβε και τον Νικόλαο Πλαστήρα που ήταν πίσω από το αποτυχημένο κίνημα και τον έστειλε εξόριστο στην Ιταλία. Μετά, προχώρησε σε ρηξικέλευθα μέτρα: Κατάργησε τις λαϊκές ελευθερίες, καταδίωξε το εργατικό κίνημα, ενθάρρυνε την διαφθορά στην διοίκηση και προκάλεσε καταχρήσεις. Ο παγκόσμιος Τύπος, όμως, έγραφε καθημερινά για ένα άλλο καταπληκτικό μέτρο, που σκοπό είχε «να πατάξει την διαφθορά των ηθών»:

Συνεργεία αστυνομικών εφοδιασμένα με μεζούρες σταματούσαν όποια γυναίκα συναντούσαν στον δρόμο και μετρούσαν πόσο απείχε από το έδαφος η άκρη της φούστας της! Το ανώτατο όριο της «συννόμου αποστάσεως» εδάφους - φουστανιού δεν μπορούσε να ξεπερνά τα 30 εκατοστά του μέτρου! Κι αν έπεφταν σε καμιά κοντούλα, τότε, εκτός από τα τριάντα εκατοστά, έμπαινε κι άλλη παράμετρος: Το ύφασμα να καλύπτει οπωσδήποτε τα γόνατα. Ήταν η δημοφιλέστερη πηγή έμπνευσης των επιθεωρησιογράφων της εποχής.

Διαμαρτυρόμενος, ο Παύλος Κουντουριώτης παραιτήθηκε από πρόεδρος της Δημοκρατίας (15 Μάρτη του 1926). Ο Πάγκαλος προκήρυξε εκλογές για τις 4 Απρίλη βάζοντας ο ίδιος υποψηφιότητα για πρόεδρος. Τα κόμματα κινήθηκαν να κατεβάσουν κοινό υποψήφιο τον Κ. Δεμερτζή αλλά τελικά προτίμησαν την αποχή και τον άφησαν έκθετο. Ουσιαστικά, χωρίς

αντίπαλο, ο Πάγκαλος εκλέχτηκε πρόεδρος της Δημοκρατίας αλλά δεν έβρισκε κάποιον που να θέλει να γίνει πρωθυπουργός. Τον εντόπισε τελικά στο πρόσωπο του Αθανάσιου Ευταξία που ορκίστηκε στις 19 Ιουνίου (1926).

Την ίδια ώρα, η Γιουγκοσλαβία ανακάλυψε στη Μακεδονία κατοίκους με εβραϊκή ιθαγένεια και σερβική υπηκοότητα κι έβαλε θέμα μειονότητας. Κι απαίτησε την υπογραφή σύμβασης για την Ελεύθερη Ζώνη της Θεσσαλονίκης. Μια ελληνική αντιπροσωπεία συνάντησε φοβερή εχθρότητα στο Βελιγράδι. Ούτε λίγο ούτε πολύ, οι Σέρβοι ζητούσαν να χαρακτηριστεί γιουγκοσλαβικό έδαφος και η περιοχή της ελεύθερης ζώνης και ένα αρκετό πλάτος δεξιά κι αριστερά της σιδηροδρομικής γραμμής που συνδέει Γευγελή με Θεσσαλονίκη! Και αναγνώριση των σλαβόφωνων της Δυτικής Μακεδονίας ότι αποτελούν σερβική μειονότητα!

Πανευτυχής ο Πάγκαλος ανάγγειλε στο μουδιασμένο πανελλήνιο ότι «τα βρήκε» με τους Γιουγκοσλάβους. Ανακοίνωσε ότι πέτυχε τριετή ανοχή και ηρεμία με «αντάλλαγμα» ένα «ναι σε όλα». Κι ακόμα, είχε παραχωρήσει στη Σερβία και το νησάκι Βίδο, πλάι στην Κέρκυρα! Επειδή υπήρχε εκεί σερβικό νεκροταφείο από τον παγκόσμιο πόλεμο.

Ευτυχώς για την Ελλάδα, υπογραφές δεν πρόλαβαν να πέσουν και να επικυρώσουν τις συμφωνίες. Στις 7 Αυγούστου του 1926 κι ενώ ο δικτάτορας βρισκόταν διακοπές στις Σπέτσες, ένα κίνημα οργανωμένο από τον υποστράτηγο Γεώργιο Κονδύλη και συνεπικουρούμενο από λαϊκή επανάσταση γκρέμισε την δικτατορία.

Ο Κονδύλης αποκατέστησε τον Κουντουριώτη στην προεδρία της Δημοκρατίας, έθεσε το νέο σύνταγμα σε ισχύ, προκήρυξε εκλογές και παρέδωσε την εξουσία στον εξωκοινοβουλευτικό Αλέξανδρο Ζαΐμη, πρωθυπουργό οικουμενικής κυβέρνησης (Δεκέμβρης του 1926).

Ένα ανακριτικό συμβούλιο από αρεοπαγίτες κι εφέτες ανέλαβε να διερευνήσει τα σκάνδαλα της δικτατορίας. Προέκυψαν ατράνταχτα στοιχεία. Ο Πάγκαλος αποφυλακίστηκε στις 10 Ιουλίου 1828, ενώ η Βουλή αμνήστευσε τα πολιτικά αδικήματα (15 Οκτώβρη του 1928). Τον παρέπεμψε, όμως, να δικαστεί για παραβάσεις του νόμου περί ευθύνης υπουργών. Ο πρώην δικτάτορας κάθισε στο σκαμνί. Καταδικάστηκε για τρία καραμπινάτα αδικήματα:

Για κομπίνες γύρω από ένα καζίνο στην πατρίδα του, Ελευσίνα, για μια σύμβαση με την Εριουργία Κυρκίνη και για κατάχρηση κρατικού συναλλάγματος. Αποφυλακίστηκε, μάταια προσπάθησε να πολιτευτεί, ιδιώτευσε, ξαναμπήκε στη φυλακή ως δοσίλογος μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς, αποφυλακίστηκε το 1945, κατέβηκε υποψήφιος βουλευτής το 1950 με το Εθνικόν Κόμμα του Ναπολέοντα Ζέρβα, απέτυχε πανηγυρικά να εκλεγεί και πέθανε ξεφωνημένος το 1952.

Η πτώχευση του 1932

Η ελληνική Δημοκρατία πελαγοδρομούσε, όταν, στα 1928, κάποιοι εντόπισαν τον Ελευθέριο Βενιζέλο να κάνει διακοπές στην Κρήτη. Τον έπεισαν να επανέλθει στην πολιτική. Ηγέτης των Φιλελευθέρων ποτέ δεν είχε πάψει να είναι. Αν και δεν ήταν βουλευτής, ανέλαβε (4 Ιουλίου του 1928) πρωθυπουργός με ένα κύμα αισιοδοξίας να διατρέχει την χώρα. Προκήρυξε εκλογές για τις 19 Αυγούστου με πλειοψηφικό, γεγονός που υποχρέωσε τα μικρά κόμματα (των Παπαναστασίου, Κονδύλη, Μιχαλακόπουλου και Ζαβιτσιάνου) να ζητήσουν συνεργασία με τους φιλελευθέρους. Έβγαλε μιαν ασύλληπτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, την οποία οι αντίπαλοί του ονόμασαν «κοινοβουλευτική δικτατορία»:

Κέρδισε 178 έδρες έναντι 72 όλων των άλλων (εννέα) κομμάτων! Με ποσοστό 46.94% έναντι 23.94% του Λαϊκού κόμματος που έβγαλε 19 βουλευτές. Με το κόμμα των Ελευθεροφρόνων του Ιωάννη Μεταξά να ψηφίζεται από το 5,30% των ψηφοφόρων και να κερδίζει μια έδρα. Το ΚΚΕ έμεινε χωρίς κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Ο Παπαναστασίου έβγαλε είκοσι βουλευτές, ενώ το κόμμα του Καφαντάρη, που κατέβηκε ανεξάρτητο, τρεις.

Απόλυτος κυρίαρχος του παιχνιδιού, ο Βενιζέλος προχώρησε στην αναδιοργάνωση της οικονομίας και την αποκατάσταση των προσφύγων. Η τότε θέση του ΚΚΕ για «ενιαία και ανεξάρτητη Μακεδονία» του έδωσε την αφορμή, το 1929, να ψηφίσει το «ιδιώνυμο» (φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών σε όποιον «επιδιώκει την εφαρμογήν ιδεών εχουσών ως έκδηλον σκοπόν την δια βιαίων μέσων ανατροπήν του κρατούντος κοινωνικού συστήματος ή την απόσπασιν μέρους εκ του όλου της Επικρατείας ή ενεργεί υπέρ της εφαρμογής αυτών προσηλυτισμόν»). Και δημιούργησε συνθήκες φιλίας με Ιταλία, Γιουγκοσλαβία, Ουγγαρία και Αυστρία, ενώ έκανε τολμηρό άνοιγμα προς την Τουρκία.

Βενιζέλος και Κεμάλ υποσχέθηκαν να θάψουν το παρελθόν και να ξεκινήσουν την ελληνοτουρκική προσέγγιση με μια συνθήκη φιλίας, ουδετερότητας, συνδιαλλαγής και διαιτησίας. Οι υπογραφές έπεσαν στην πολυθρύλητη συνθήκη της Άγκυρας ή «Βενιζέλου - Κεμάλ» (30 Οκτώβρη του 1930).

Ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου είχε ρίξει την ιδέα για βαλκανική ένωση στα πρότυπα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ήταν της μόδας να συζητιέται τότε στις πρωτεύουσες της γηραιάς ηπείρου ως προοπτική. Το βαλκανικό σύμφωνο υπογράφτηκε (1934) από την Ελλάδα, τη Ρουμανία, την Γιουγκοσλαβία και την Τουρκία. Έλειπαν οι υπογραφές της Βουλγαρίας και της Αλβανίας. Έλειπε και ο Βενιζέλος.

Ένα από τα μέτρα που πήρε για την ανόρθωση της οικονομίας, ήταν να συνδέσει την δραχμή με την αγγλική χρυσή λίρα («κανόνας χρυσού»). Το μέτρο απέδωσε. Όμως, οι συνέπειες του κραχ της Νέας Υόρκης (24 Οκτώβρη του 1929), έφτασαν και στην Ευρώπη στα 1931. Στις 21 Σεπτέμβρη του 1931, η Αγγλία κατάργησε τον κανόνα χρυσού. Η χρυσή λίρα υποτιμήθηκε. Ο Βενιζέλος αποσύνδεσε την δραχμή από τη λίρα και τη συνέδεσε με το δολάριο, έκλεισε το χρηματιστήριο και προχώρησε σε περιορισμούς του συναλλάγματος. Αποτέλεσμα ήταν να μειωθούν οι εισαγωγές, ενώ η αγγλική αγορά είχε κλείσει για τις εξαγωγές393. Είχε χαθεί και η γερμανική αγορά για τον ελληνικό καπνό. Ξεκίνησαν κερδοσκοπικά παιχνίδια με πιέσεις στην δραχμή και ο Βενιζέλος υπέβαλε αίτημα στην Κοινωνία των Εθνών να ανασταλεί για πέντε χρόνια η πληρωμή των δυσβάσταχτων δόσεων για την αποπληρωμή των δανείων της χώρας και να δοθεί στην Ελλάδα νέο δάνειο που θα αποπληρωνόταν σε τέσσερα χρόνια. Όμως, το συμβούλιο της ΚτΕ (11 Απρίλη του 1932) αρνήθηκε να ασχοληθεί με το ελληνικό αίτημα. Την Πρωτομαγιά (1932), η Ελλάδα κήρυξε πτώχευση.

Τα εισαγόμενα προϊόντα έγιναν πανάκριβα, τα μεροκάματα μειώθηκαν, έκλεισε η στρόφιγγα της εισροής των εμβασμάτων που οι μετανάστες έστελναν στην πατρίδα και αυξήθηκε η ανεργία. Η κοινωνία υπέφερε, η αντιπολίτευση ενώθηκε και, με θορυβώδεις εκδηλώσεις, κατηγορούσε την κυβέρνηση ως υπαίτια. Στις 26 του Μάη (1932), ο Βενιζέλος παραιτήθηκε. Ανέλαβε κυβέρνηση του Αλέξανδρου Παπαναστασίου. Ο Βενιζέλος δήλωσε ότι το κόμμα του δίνει ψήφο εμπιστοσύνης με επιφύλαξη. Ο Παπαναστασίου δεν έμεινε ικανοποιημένος και υπέβαλε παραίτηση. Οι φιλελεύθεροι σχημάτισαν νέα κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Βενιζέλο (5 Ιουνίου του 1932).

Η δυσαρέσκεια ογκωνόταν, η οικονομία πήγαινε από το κακό στο χειρότερο και ο χρόνος μέχρι το φθινόπωρο κύλησε με την πολιτική ζωή του τόπου να περνά μια από τις πιο άγριες εποχές της. Οι αντιβενιζελικοί είχαν εξαπολύσει σκληρές επιθέσεις ενάντια στην κυβέρνηση και διέδιδαν πως μοναδική λύση στα προβλήματα της χώρας ήταν η επαναφορά του Γεώργιου Β' στον θρόνο. Προκηρύχθηκαν εκλογές για τις 25 Σεπτέμβρη του 1932. Όπως είχε συμβεί και το 1902, δεν προέκυψε νικητής καθώς φιλελεύθεροι και Λαϊκό κόμμα (του Παναγή Τσαλδάρη) έβγαλαν από 84 βουλευτές. Ακολούθησαν μακροχρόνιες διαπραγματεύσεις και, τελικά, στις 3 Νοέμβρη (1932), σχηματίστηκε μια κυβέρνηση υπό τον Τσαλδάρη (που δήλωσε γραπτά ότι δεν θα επιδιώξει επαναφορά της βασιλείας) με συνασπισμό των αντιβενιζελικών κομμάτων. Η κυβέρνηση έπεσε στις 16 Γενάρη του 1933, οπότε ανέλαβαν και πάλι οι φιλελεύθεροι του Βενιζέλου. Το πολιτικό τοπίο χρειαζόταν ξεκαθάρισμα. Με απόφαση της Γερουσίας, ορίστηκαν εκλογές για τις 5 Μάρτη (1933).

Το πραξικόπημα Πλαστήρα το 1933

Η πολιτική αντιπαράθεση είχε ξεπεράσει κάθε επιτρεπτό όριο κι έφτανε ως την χειροδικία και την διασπορά απίθανων ψευδών ειδήσεων. Κυκλοφορούσαν φήμες ότι ο Βενιζέλος οργάνωνε εκλογές νοθείας ή ότι ετοίμαζε πραξικόπημα, για να μην παραδώσει την εξουσία. Ουσιαστικά, στις εκλογές αντίπαλες ήταν δυο παρατάξεις:

Ο βενιζελισμός που κατέβηκε ως «Εθνικός Συνασπισμός» με κορμό τους φιλελεύθερους του Βενιζέλου και κύριους συμμάχους τους προοδευτικούς του Καφαντάρη, τους αγρότες εργάτες του Παπαναστασίου και τους αγρότες του Αλέξανδρου Μυλωνά.

Και ο αντιβενιζελισμός που εμφανίστηκε ως «Ηνωμένη Αντιπολίτευσις» (Λαϊκό κόμμα του Τσαλδάρη, Εθνικό Ριζοσπαστικό του Κονδύλη και Ελευθερόφρονες του Μεταξά).

Με διαταγή του Α' Σώματος Στρατού, που έδρευε στην Αθήνα, απαγορεύτηκε την ημέρα των εκλογών το άνοιγμα οποιασδήποτε μορφής καταστημάτων και η κυκλοφορία τροχοφόρων, ακόμα και των κάρων. Οπλισμένες στρατιωτικές φρουρές τοποθετήθηκαν μπροστά στα δυο «ευαίσθητα» υπουργεία, των Στρατιωτικών και των Ναυτικών, και περίπολοι διέσχιζαν την πόλη. Ο φανατισμός ξεχείλιζε και στις δυο αντίπαλες πλευρές, ενώ δεν έλειψαν τα επεισόδια στα εκλογικά τμήματα ή έξω από αυτά: Αναφέρθηκαν συμπλοκές αλλά και πυροβολισμοί.

Καθώς βράδιαζε, άρχισε να διαφαίνεται νίκη της αντιπολίτευσης που κατέβασε οπαδούς της στους δρόμους, σε μια θορυβώδη διαδήλωση επινίκιων, με κύρια συνθήματα τα «Χριστός ανέστη» και «Κάτω οι κλέφτες». Όπως τελικά αποδείχτηκε, στην κάλπη είχε αποτυπωθεί ο απόλυτος διχασμός καθώς ο υπό τον Βενιζέλος Εθνικός Συνασπισμός είχε λάβει το 46,32%, εκλέγοντας 110 βουλευτές (80 φιλελεύθεροι) έναντι 46,19% της Ηνωμένης Αντιπολιτεύσεως, με την οποία όμως είχαν εκλεγεί 136 βουλευτές (110 του Λαϊκού κόμματος). Οι αντιβενιζελικοί διέσπειραν φήμες ότι ο βενιζελισμός είχε υποστεί συντριπτική ήττα. Άρχισε να διαφαίνεται πρόθεση των μαζών να επιτεθούν στο σπίτι του Βενιζέλου (στην λεωφόρο Β. Σοφίας). Τανκς και οπλισμένοι στρατιώτες στάλθηκαν για να την φυλάξουν, ενώ χωροφύλακες αναπτύχθηκαν ανάμεσα στον στρατό και τους διαδηλωτές.

Μέσα στο σπίτι, εξελισσόταν σύσκεψη του Βενιζέλου με στενούς συνεργάτες στην κυβέρνηση. Μετείχε και ο Νικόλαος Πλαστήρας, ιδιώτης πια, καθώς είχε αποστρατευτεί. Ζούσε πότε στην Ελλάδα και πότε στην Ιταλία και είχε εξελιχθεί σε θαυμαστή του Μπενίτο Μουσολίνι. Πρότεινε στον Βενιζέλο να επιβάλει δικτατορία. Εκείνος του απάντησε:

«Νομίζω, αγαπητέ φίλε, ότι δεν είσθε ικανός να κάνετε τον δικτάτορα. Μετά δύο τρεις μήνες, θα καταπέσετε οικτρώς. Να μεταβείτε εις Ιταλίαν και να πείσετε τον Μουσολίνι να έλθει εδώ να γίνει δικτάτωρ. Τότε ίσως αποφασίσω να γίνει δικτατορία».

Ο Πλαστήρας δεν πείστηκε. Τον απασχολούσε η επόμενη μέρα, καθώς είχαν περάσει λιγότερα από 13 χρόνια από την ήττα του Βενιζέλου (το 1920), την οποία ακολούθησαν άγριοι διωγμοί των φιλελευθέρων από τους βασιλόφρονες. Πέντε το πρωί της επομένης, 6 Μάρτη (1933), εισέβαλε στο γραφείο του υπουργού Στρατιωτικών, Γεώργιου Κατεχάκη (1881 - 1939), και ξεκίνησε την απόπειρά του να επιβάλει δικτατορία, στέλνοντας διαταγές στις στρατιωτικές μονάδες. Απόστρατος στρατηγός ο Κατεχάκης, ζήτησε από τον Βενιζέλο την άδεια να εισβάλει στο υπουργείο και να χτυπήσει τον Πλαστήρα. Ο Βενιζέλος αρνήθηκε, προκειμένου να μην υπάρξει αιματοχυσία. Όρισε, όμως, υπουργό Στρατιωτικών τον διοικητή του Α' Σώματος Στρατού, αντιστράτηγο Κωνσταντίνο Μανέτα (1879 - 1960), υποθέτοντας ότι ο Πλαστήρας θα εγκαταλειφθεί από τους στρατιωτικούς φίλους του. Ο Μανέτας κάλεσε στην έδρα του Α' Σώματος όλους τους διοικητές των μονάδων της Αθήνας. Εκεί, ο γενικός επιθεωρητής της Β' Επιθεώρησης Στρατού, αντιστράτηγος Αλέξανδρος Οθωναίος (1879 - 1970), πρότεινε να αποκηρύξουν το κίνημα, που οργάνωνε ο Πλαστήρας. Συμφώνησαν όλοι, εκτός από τον διοικητή του Α' Συντάγματος πεζικού, συνταγματάρχη Ηλία Διάμεση, που δήλωσε ότι είχε υποσχεθεί στον Πλαστήρα να συμπράξει. Αρνητική προς τον Πλαστήρα στάση κράτησαν και οι βενιζελικοί αντιστράτηγοι, μέλη του Ανώτατου Στρατιωτικού Συμβούλιου. Πρότειναν, μάλιστα, να οριστεί μεταβατική κυβέρνηση από αυτούς.

Τις ίδιες ώρες, όμως, στους δρόμους της Αθήνας αντιβενιζελικοί και βενιζελικοί συγκρούονταν αιματηρά. Δυο χωροφύλακες ήταν οι πρώτοι βαριά τραυματισμένοι, ενώ, προς το απόγευμα, σκοτώθηκαν πέντε αμέτοχοι πολίτες. Οι αντιμαχόμενοι χρησιμοποιούσαν χειροβομβίδες και πολυβόλα. Βλήμα από τανκ αποκεφάλισε έναν νεαρό. Κάποιοι διαδηλωτές σήκωσαν το ακέφαλο πτώμα και το περιέφεραν στους δρόμους. Κατέληξαν στην πλατεία Ομονοίας, όπου άρχισαν να τραγουδούν τον ύμνο της Γ' Διεθνούς. Η χωροφυλακή τους περικύκλωσε και κατάφερε να τους πάρει το σώμα του νεκρού. Οι σκοτωμοί συνεχίστηκαν, ενώ μια φήμη που οι οπαδοί του Τσαλδάρη κυκλοφόρησαν ότι ο αρχηγός τους είχε συλληφθεί, μετέτρεψαν τις διαδηλώσεις σε οργισμένο πλιάτσικο. Ο Τσαλδάρης αναγκάστηκε να βγει στο μπαλκόνι του σπιτιού του για να καθησυχάσει τα πλήθη.

Ο Πλαστήρας είχε πείσει πολλές μονάδες να τον ακολουθήσουν και το κίνημα έμοιαζε να πετυχαίνει στην Αθήνα, όπου αεροπλάνα σκορπούσαν «φέιγ βολάν» με την «διακήρυξη της επανάστασης». Στην επαρχία, όμως, η κατάσταση ήταν ρευστή (στην Θεσσαλία, για παράδειγμα, ο αρχηγός του Β' Σώματος Στρατού καλούσε ηλικίες εφέδρων, προκειμένου να εκστρατεύσει ενάντια στην πρωτεύουσα). Ο Τσαλδάρης τηλεφώνησε στον Βενιζέλο, ζητώντας εξηγήσεις. Εκείνος τον διαβεβαίωσε ότι δεν έχει ανάμιξη, ο ίδιος δεν είναι πια κυβέρνηση και δεν ελέγχει την κατάσταση. Ανέφερε την πρόταση των μελών του στρατιωτικού συμβουλίου να σχηματίσουν μεταβατική κυβέρνηση. Ο Τσαλδάρης την αποδέχτηκε. Ο Βενιζέλος έστειλε την παραίτηση της κυβέρνησής του στον πρόεδρο της Δημοκρατίας, Αλέξανδρο Ζαΐμη. Αυτός ζήτησε από τον Τσαλδάρη αυτοσυγκράτηση.

Ορκίστηκε κυβέρνηση στρατηγών με πρωθυπουργό τον αντιστράτηγο Οθωναίο, ενώ λαός και στρατός καταλάβαιναν ότι το πραξικόπημα δεν είχε την έγκριση του Βενιζέλου. Στις 8 το βράδυ, 6 του Μάρτη του 1933, απογοητευμένος ο Πλαστήρας αναγκάστηκε να παραδώσει το υπουργείο Στρατιωτικών στον Οθωναίο και να αποχωρήσει. Λίγες μέρες αργότερα, θα έφευγε από την Ελλάδα για να μην συλληφθεί. Τον Απρίλη του 1934, σε κείμενό του με τίτλο «Διατί έκαμα την έπανάστασιν της 6ης Μαρτίου»394, σημείωσε:

«Η 6η Μαρτίου, αν έβλαψε ως εξελίχθη, έβλαψε μόνον την Δημοκρα­τικών παράταξιν και ιδία το κόμμα των Φιλελευθέρων εις του οποίου αρχηγού την επι­μονήν οφείλεται η συγκατάθεσις του Αρχηγού του κινήματος εκείνου να δώσει οικειοθε­λώς την προταθείσαν λύσιν».

Νωρίτερα, ο έμπειρος Κονδύλης είχε σχολιάσει:

«Όλες οι ημέρες του χρόνου είναι καλές για πραξικόπημα εκτός από μία: Την επομένη των εκλογών».

Απόπειρα δολοφονίας του Βενιζέλου

Ο Οθωναίος παρέδωσε την εξουσία στον Τσαλδάρη στις 10 Μάρτη του 1933. Παρ' όλες τις προσπάθειες του πρωθυπουργού να επικρατήσει ήπιο κλίμα, οι αντιβενιζελικοί κίνησαν γη και ουρανό για να εκμηδενίσουν τους φιλελευθέρους. Αρχικά, ασκήθηκε ποινική δίωξη ενάντια στον Πλαστήρα και τους συνεργάτες του «επί εσχάτη προδοσία» και ξεκίνησαν συλλήψεις αξιωματικών. Κάποιοι μήνυσαν τον ίδιο τον Βενιζέλο ως ηθικό αυτουργό του πραξικοπήματος και ο Ιωάννης Μεταξάς κατέθεσε πρόταση στην Βουλή (11 Μάη) να παραπεμφθεί ο Βενιζέλος σε δίκη για «ηθική αυτουργία σε πράξεις εσχάτης προδοσίας». Ο Βενιζέλος ζήτησε τον λόγο αλλά δεν κατάφερε να αγορεύσει. Τέσσερις μέρες αργότερα (15 Μάη) κι ενώ ο Βενιζέλος ήταν στο βήμα, οι αντιβενιζελικοί ξεκίνησαν θορυβώδη επεισόδια, με στόχο να μην μπορέσει ο ομιλητής να ολοκληρώσει την αγόρευσή του, πράγμα το οποίο πέτυχαν.

Λίγες μέρες αργότερα, Τρίτη, 6 Ιουνίου, επομένη της αργίας του Αγίου Πνεύματος, το ζεύγος Βενιζέλου ήταν καλεσμένο από το φιλικό τους ζευγάρι, Στέφανο και Πηνελόπη Δέλτα, για δείπνο στο αρχοντικό τους, στην Κηφισιά. Όπως διηγήθηκε, αργότερα, η Έλενα Βενιζέλου, ο Ελευθέριος «αγαπούσε το ήρεμο σπίτι τους, όπου, ανάμεσα στα δέντρα, στην ησυχία, ξεκουραζόταν από την εξαντλητική εργασία, μακριά από την κίνηση και τον θόρυβο».

Γύρω στις 10 την νύχτα, ο Κυριάκος Βενιζέλος, πρωτότοκος του ζευγαριού, δέχτηκε στο σπίτι του (γωνία Ομήρου και Βησσαρίωνος 1), τηλεφώνημα από αξιωματικό της αστυνομίας, ότι «ο πατήρ του, κατά την επιστροφήν του, επρόκειτο να καταστεί θύμα δολοφονικής επιθέσεως». Σύμφωνα με τις πληροφορίες του αστυνομικού, η ενέδρα είχε στηθεί στο ύψος της έπαυλης του Θων (γωνία Κηφισίας και Αλεξάνδρας) από τον διευθυντή της Ασφάλειας, Ιωάννη Πολυχρονόπουλο (1896 - 1955), σε συνεργασία με τον λήσταρχο Καραθανάση, που μόλις είχε αποφυλακιστεί, εξασφαλίζοντας αμνηστία.

Την εποχή εκείνη, ο Βενιζέλος δεχόταν πλήθος ανάλογες πληροφορίες, που αποδεικνύονταν λαθεμένες. Ο Κυριάκος υπέθεσε ότι κι αυτή ήταν παρόμοια με τις προηγούμενες και απέφυγε να ενοχλήσει τους γονείς του.

Πλησίαζε 11 τη νύχτα, όταν ο Ελευθέριος και η Έλενα αποχαιρέτησαν τους οικοδεσπότες και επιβιβάστηκαν στις πίσω θέσεις του αυτοκίνητου τους, μάρκας «Πακάρ» (Packard), για να επιστρέψουν στην Αθήνα. Μπροστά, κάθισε ο οδηγός (Ιωάννης Νικολάου) με συνοδηγό τον μοίραρχο Κουφογιαννάκη. Πίσω τους, ακολουθούσε ένα παλιό Φορντ, με τέσσερις άνδρες της προσωπικής ασφάλειας του Βενιζέλου. Κατέβαιναν τη λεωφόρο Κηφισίας, όταν, στο ύψος του Παράδεισου Αμαρουσίου, ένα ανοιχτό αυτοκίνητο με επιβάτες έξι ή επτά άτομα και με σβηστά τα φώτα, μπήκε ανάμεσα στην Πακάρ και την Φορντ. Ακούστηκαν πυροβολισμοί με στόχο την Φορντ. Ένας από τους σωματοφύλακες του Βενιζέλου δέχτηκε σφαίρα στο κεφάλι (πέθανε αργότερα στο νοσοκομείο). Οι υπόλοιποι άνδρες της ασφάλειας, καθώς και ο οδηγός της Πακάρ, απάντησαν στους πυροβολισμούς. Όμως, η Φορντ είχε βγει εκτός μάχης. Οι δολοφόνοι στράφηκαν προς το αυτοκίνητο του Βενιζέλου, ο οποίος είχε πέσει πάνω στην Έλενα και την είχε υποχρεώσει να ξαπλώσει στο δάπεδο. Η Πακάρ δέχτηκε 66 σφαίρες αλλά ανέπτυξε ταχύτητα. Οι διώκτες ακολούθησαν. Παρά τις διαμαρτυρίες του Βενιζέλου, ο συνοδηγός ζήτησε από τον οδηγό να σταματήσει, για να κατέβει, με σκοπό να καθυστερήσει τους δολοφόνους. Το σχέδιο πέτυχε και οι διώκτες έχασαν την Πακάρ, στο ύψος του Γηροκομείου. Η Πακάρ συνέχισε ως το νοσοκομείο «Ευαγγελισμός», όπου δόθηκαν οι πρώτες βοήθειες στον οδηγό (είχε πυροβοληθεί στο αριστερό χέρι) και την Έλενα (είχε τραυματιστεί ελαφρά στους μηρούς, το χέρι και την κοιλιά).

Από στόμα σε στόμα, η είδηση έκανε τον γύρο της Αθήνας, ενώ ο πρωθυπουργός, Παναγής Τσαλδάρης, δήλωσε:

«Θα συλληφθούν οι δράστες οπωσδήποτε, διότι οι υπεύθυνοι υπουργοί και αστυνομικοί δεν θα διατηρηθούν εις τας θέσεις τους, εάν δεν εκπληρώσουν μέχρι κεραίας το καθήκον τους».

Ήταν φανερό ότι πίσω από την απόπειρα κρύβονταν αντιβενιζελικοί. Και ο «Ευαγγελισμός» έγινε τόπος συγκέντρωσης, καθώς, παρά την προχωρημένη ώρα, πλήθος κόσμου κατέφθανε για να δηλώσει συμπαράσταση στον αρχηγό των φιλελευθέρων. Παρ' όλα αυτά, ο αρμόδιος εισαγγελέας απαγόρευσε κάθε αναγραφή ειδήσεων σχετικά με την απόπειρα. Οι εφημερίδες αγνόησαν την απαγόρευση και κυκλοφόρησαν με εκτενείς περιγραφές. Οπότε, την επομένη, 7 του μήνα, «εκ μέρους του υπουργείου Δικαιοσύνης ησκήθη ποινική δίωξις καθ' όλων των πρωινών εφημερίδων επί παραβάσει του περί Τύπου νόμου και της διαταγής του εισαγγελέως περί μη αναγραφής πληροφοριών σχετικώς με την κατά του κ. Βενιζέλου δολοφονικήν απόπειραν. Ως ανεκοινώθη εκ του υπουργείου Δικαιοσύνης, εν περιπτώσει καθ' ην συνεχίσουν αι εφημερίδες, θα ασκηθεί νέα δίωξις, οπότε το αδίκημα θα θεωρηθεί ως εν υποτροπή τελεσθέν, γεγονός το οποίον επάγεται βαρυτέραν ποινήν εις τους υπευθύνους».

Η ανακοίνωση δεν εμπόδισε την εφημερίδα «Ελληνική» (δημοσιογραφικό όργανο του Ιωάννη Μεταξα) να κυκλοφορήσει, στις 8 Ιουνίου, με κύριο άρθρο, στο οποίο, ανάμεσα σε άλλα, αναφέρονταν:

«Τους ήρωας της οδού Κηφισίας, αυτών των οποίων τα ονόματα θα τιμήσει η εθνική ιστορία με χρυσά γράμματα, ας τους μιμηθώμεν όλοι, αφού τα ύψιστα συμφέροντα της πατρίδος αυτό απαιτούν. Εις τας απειλάς του βενιζελισμού πρέπει ο αντιβενιζελισμός να απαντήσει με έργα της αγριωτέρας σκληρότητος, εάν δεν θέλει να ατιμασθεί και να εξευτελισθεί (...). Γίγαντες του αντιβενιζελικού λαού, εγερθείτε και ορμήσατε! Εις την ορμήν σας δε ας μη υπάρξει ούτε οίκτος ούτε έλεος διά την συντριβήν και τον αφανισμόν των αντιπάλων σας».

Και ο αντεισαγγελέας εφετών, Ξηνταράκος, «έχων την γνώμην ότι ανεξαρτήτως της διώξεως τού κ. Βενιζέλου διά τα γεγονότα της 6ης Μαρτίου επί τη βάσει του νόμου περί ευθύνης υπουργών, χωρεί ποινική κατ' αυτού δίωξις και επί τη βάσει των υποβληθεισών μηνύσεων» διαβίβασε τις μηνύσεις των ιδιωτών στον ανακριτή, για να πραγματοποιηθεί δίωξη ενάντια στον αρχηγό των φιλελευθέρων.

Η υπόθεση της απόπειρας ανατέθηκε στον ανακριτή του 4ου τμήματος, Μ. Ζωρτζάκη, ο οποίος δεν χρειάστηκε ιδιαίτερα πολύ χρόνο για να την διαλευκάνει: Το αυτοκίνητο που χρησιμοποίησαν οι δολοφόνοι ήταν ένα Φορντ, το οποίο είχε αγοραστεί από τον έμπορο Νικόλαο Πολυχρονόπουλο, αδελφό του διευθυντή Δημόσιας Ασφάλειας, Ιωάννη Πολυχρονόπουλου. Προσωπική επιλογή του πρωθυπουργού, ο Ιωάννης Πολυχρονόπουλος είχε οργανώσει την απόπειρα, μαζί με τον λήσταρχο Καραθανάση και τους αστυνόμους Β', Μαρκάκο και Τζαμαλούκα. Ο ανακριτής διέταξε τη σύλληψή τους.

Για την όλη επιχείρηση είχαν δαπανηθεί δυο εκατομμύρια δρχ., που είχαν καταβάλει οι ηθικοί αυτουργοί της εγκληματικής πράξης. Υπήρχαν αποχρώσες ενδείξεις ότι αυτοί ήταν ο υπουργός Εσωτερικών, Ιωάννης Ράλλης395, και ο βουλευτής Οιτύλου (Μάνης) Πέτρος Μαυρομιχάλης.

Η κοινοβουλευτική πλειοψηφία αρνήθηκε την άρση της ασυλίας των Ράλλη και Μαυρομιχάλη, ενώ η υπόθεση αφαιρέθηκε από τον ανακριτή Ζωρζάκη και δόθηκε στον πρωτοδίκη Ζάνο.

Η δίκη συνεχώς αναβαλλόταν. Μια από τις δικαιολογίες που προβάλλονταν ήταν ότι ο από τους βασικούς κατηγορούμενους, λήσταρχος Καραθανάσης, παρέμενε ασύλληπτος. Τελικά, μια και η αστυνομία δεν ασχολιόταν, τον συνέλαβαν βενιζελικοί πολίτες (φθινόπωρο του 1934). Η δίκη προσδιορίστηκε για τις 22 Φλεβάρη του 1935. Εξελίχθηκε σε παρωδία και διακόπηκε την 1η Μάρτη, εξαιτίας της απόπειρας πραξικοπήματος εκείνης της ημέρας.

Ξεκίνησε πάλι στις 29 Μάρτη (1935) και κατέληξε στην αθώωση όλων των κατηγορουμένων: Οι μισοί μάρτυρες βρίσκονταν στις φυλακές ή ανακάλεσαν τις καταθέσεις τους. Και οι υπόλοιποι δεν προσήλθαν να καταθέσουν.

Όμως, στη συνείδηση της κοινής γνώμης, τόσο των βενιζελικών όσο και των οπαδών της κυβέρνησης, η απόπειρα χρεωνόταν στην ηγεσία των φιλομοναρχικών. Άλλωστε, ο ίδιος ο Βενιζέλος είχε υπαινιχθεί ότι ηθικός αυτουργός της δολοφονικής επίθεσης ενάντιά του ήταν ο Ιωάννης Μεταξάς.

Το πραξικόπημα Πλαστήρα το 1935

Με αφορμή το αποτυχημένο πραξικόπημα του 1933, η κυβέρνηση του Παναγή Τσαλδάρη επιδόθηκε σε σταδιακή εκκαθάριση του στρατεύματος από τους βενιζελικούς αξιωματικούς που, ως τότε, αποτελούσαν την πλειοψηφία. Και χρησιμοποίησε το «ιδιώνυμο» (τον νόμο του Βενιζέλου ενάντια στους κομμουνιστές) για να ξεκαθαρίσει την δημόσια διοίκηση από τους οπαδούς των φιλελευθέρων αλλά και να φυλακίσει στελέχη του. Υπουργός Στρατιωτικών, ο Γεώργιος Κονδύλης, πίεζε τον πρωθυπουργό να παλινορθώσει τον Γεώργιο Β', καταργώντας την αβασίλευτη δημοκρατία. Στα 1934, σειρά είχε το ναυτικό: Αποτάχθηκαν πολλοί βενιζελικοί αξιωματικοί, αν και όχι σε ανάλογο βαθμό με τις εκκαθαρίσεις που είχαν προηγηθεί στον στρατό ξηράς.

Αντιδρώντας στο κύμα των διώξεων, οι βενιζελικοί δημιούργησαν δυο οργανώσεις: Την «Ελληνική Στρατιωτική Οργάνωση» (ΕΣΟ) που απαρτιζόταν από αξιωματικούς «εν ενεργεία», με ηγέτες τον συνταγματάρχη Στέφανο Σαράφη και τα αδέλφια αντισυνταγματάρχη Χριστόδουλο και λοχαγό Ιωάννη Τσιγάντε. Κύριος σκοπός ήταν να εμποδιστεί ο Κονδύλης να επιβάλει δικτατορία και να αποτραπεί η αποκατάσταση της βασιλείας. Και την «Δημοκρατική Άμυνα», στην οποία συμμετείχαν κυρίως αποστρατευμένοι με ηγέτες τους στρατηγούς Αναστάσιο Παπούλια, Στυλιανό Γονατά και, κυρίως, τον Νικόλαο Πλαστήρα που πια ζούσε στην Γαλλία. Ο στενός φίλος του Πλαστήρα αλλά και του Βενιζέλου, Αλέξανδρος Ζάννας (είχε παντρευτεί την κόρη των Στέφανου και Πηνελόπης Δέλτα), είχε την πρωτοβουλία να ενώσει τις δυο αυτές οργανώσεις, με σκοπό να οργανωθεί πραξικόπημα.

Γενάρη του 1935 (8 του μήνα), η αντιβενιζελική εφημερίδα «Καθημερινή» έγραψε:

«Οι βενιζελικοί άµα έλθουν εις την αρχήν θα εγκαταστήσουν επί των ερείπιων του κοινοβουλευτισµού µιαν αιµατηράν και καταθλιπτικήν επανάστασιν».

Στις 11 και 12 Γενάρη, τα βενιζελικά «Αθηναϊκά Νέα» απάντησαν, μιλώντας για κυβέρνηση δολοφόνων. Στις 20, στα Χανιά, ο ίδιος ο Βενιζέλος προειδοποίησε:

«Εάν οι κυβερνώντες την Ελλάδα εξακολουθούν να πιστεύουν, όπως κηρύττουν, ότι είναι καθεστώς, το οποίον δεν επιτρέπεται να ανατραπεί διά συνταγματικών µέσων, η βιαία ανατροπή των θα αποβεί μοιραία ανάγκη και τότε ο στρατηγός Πλαστήρας θ’ αναγνωριστεί απ’ όλους ως μοιραίος εκδικητής».

Τον ίδιο καιρό, οι μοναρχικοί είχαν ξεθαρρέψει. Στις 13 Γενάρη (1935), ένα μνημόσυνο για τον πρώην βασιλιά Κωνσταντίνο εξελίχθηκε σε θορυβώδες συλλαλητήριο υπέρ του εξόριστου Γεώργιου Β', ενώ διαδήλωση για την παλινόρθωση της δυναστείας έγινε (24 Φλεβάρη) και στην Θεσσαλονίκη. Οι δημοκρατικοί οργάνωσαν αντιμοναρχικά συλλαλητήρια, που, όμως, ο πρωθυπουργός Τσαλδάρης απαγόρευσε, δηλώνοντας (στην «Καθημερινή») ότι «η δημοκρατία δεν κινδυνεύει».

Όταν ο Βενιζέλος πληροφορήθηκε ότι είχε οργανωθεί πραξικόπημα, ζήτησε να αναβληθεί για λίγες μέρες, ώστε να προλάβει ο Πλαστήρας να επιστρέψει από την Γαλλία και να τεθεί επικεφαλής του. Ο πλοίαρχος Νικόλαος Τούμπας ανέλαβε να τον μεταφέρει στην Ελλάδα αλλά το πραξικόπημα εκδηλώθηκε με τον Πλαστήρα να βρίσκεται ακόμα στο Πρίντιζι, όπου η ιταλική κυβέρνηση τον έθεσε σε περιορισμό. Αναγκαστικά, η ηγεσία του εγχειρήματος πέρασε στην τριανδρία των Σαράφη, Ζάννα και πλοίαρχου Κολιαλέξη, με την κυβέρνηση να γνωρίζει τις κινήσεις τους. Η εφημερίδα «Ριζοσπάστης», άλλωστε, είχε δημοσιεύσει ολόκληρο το σχέδιο του πραξικοπήματος:

Οι πραξικοπηματίες θα κυρίευαν τον στόλο, ο οποίος θα κατευθυνόταν στην Θεσσαλονίκη, όπου θα συνέπρατταν οι εκεί στρατιωτικές μονάδες και θα σχηματιζόταν προσωρινή κυβέρνηση. Ταυτόχρονα, Μακεδονία, Κρήτη και νησιά του Αιγαίου θα προσχωρούσαν στο κίνημα και, στην Αθήνα, θα γινόταν προσπάθεια να ελεγχθούν οι φρουρές.

Η κυβέρνηση δεν προχώρησε σε προληπτικά μέτρα. Απλά, περίμενε το πραξικόπημα, με σκοπό να το χτυπήσει έγκαιρα και να ξεμπερδέψει μια για πάντα με τον βενιζελισμό.

Η εκδήλωση του πραξικοπήματος έγινε νωρίτερα από την ημέρα που είχε οριστεί: Την 1η Μάρτη (1935), τα πλοία και υποβρύχια, που βρίσκονταν στον ναύσταθμο, πέρασαν στον έλεγχο των κινηματιών και, τις πρώτες ώρες, 2 του μήνα, βγήκαν στον Σαρωνικό. Ο επικεφαλής τους, απόστρατος υποναύαρχος, Ιωάννης Δεμέστιχας, μάταια προσπάθησε να έρθει σε επαφή με τους μυημένους στην Βόρεια Ελλάδα, καθώς εκείνοι γνώριζαν ότι η ημερομηνία για το πραξικόπημα ήταν άλλη. Αποφάσισε να οδηγήσει τον στόλο στην Κρήτη, όπου βρισκόταν ο Βενιζέλος. Εκείνος του ζήτησε να σπεύσει στην Θεσσαλονίκη αλλά ήδη το παιχνίδι είχε χαθεί.

Ο Τσαλδάρης κήρυξε στρατιωτικό νόμο και ανέθεσε στον Κονδύλη να πνίξει το πραξικόπημα, ορίζοντας, ταυτόχρονα, τον Ιωάννη Μεταξά υπουργό άνευ χαρτοφυλακίου. Στις 11 Μάρτη (του 1935), το πραξικόπημα είχε αποτύχει. Ο διοικητής του Δ' Σώματος Στρατού έφυγε στην Βουλγαρία, για να μην συλληφθεί, ο στόλος παραδόθηκε κι ο Βενιζέλος επιβιβάστηκε στο «Αβέρωφ» και πέρασε στην (υπό ιταλική κατοχή) Κάσο.

Ακολούθησε κύμα διώξεων ενάντια στους φιλελεύθερους, στρατιωτικούς και πολίτες. Μόλις μια βδομάδα μετά την καταστολή του πραξικοπήματος (18 Μάρτη), οι αξιωματικοί που υπηρετούσαν στην Αθήνα, κάθισαν στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Το έκτακτο στρατοδικείο καταδίκασε τους πολλούς σε καθαίρεση και ισόβια. Ανάμεσά τους, ο Σαράφης και τα αδέλφια Τσιγάντε. Μαζί τους, καταδικάστηκε και ο απόστρατος συνταγματάρχης Λεωνίδας Σπαής, αμέτοχος στο κίνημα αλλά βασικός μάρτυρας κατηγορίας στην δίκη των έξι (το 1922). Ακολούθησε η απόταξη και δημόσια καθαίρεσή τους, την οποία η κυβέρνηση φρόντισε να κινηματογραφήσει, με τους συγκεντρωμένους να χλευάζουν. Άλλο στρατοδικείο (στην Θεσσαλονίκη), καταδίκασε σε θάνατο τον επίλαρχο Στυλιανό Βολάνη που εκτελέστηκε στις 5 Απρίλη.

Ακολούθησε η δίκη της «Δημοκρατικής Άμυνας» (13 Απρίλη). Καταδικάστηκαν ερήμην σε θάνατο ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Νικόλαος Πλαστήρας. Καταδικάστηκαν και εκτελέστηκαν (24 Απρίλη του 1935) οι απόστρατοι στρατηγοί Μιλτιάδης Κοιμήσης και Αναστάσιος Παπούλιας.

Πριν να τελειώσει ο Απρίλης, από δίκες είχαν περάσει 1.130 αξιωματικοί αλλά και πολίτες. Οι εξήντα καταδικάστηκαν σε θάνατο. Κι από τους 5.000 αξιωματικούς των τριών όπλων, της αστυνομίας και της χωροφυλακής, περίπου 1.500 αποτάχθηκαν ή αποστρατεύτηκαν.

Η κυβέρνηση κατάργησε την ισοβιότητα των δικαστικών και ανέστειλε τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, ξεκαθαρίζοντας δικαιοσύνη και δημόσιο από τους δημοκρατικούς. Η Γερουσία καταργήθηκε και η Βουλή διαλύθηκε.

Το πραξικόπημα του Κονδύλη

Προκηρύχθηκαν εκλογές για συντακτική (την Ε') εθνοσυνέλευση. Πραγματοποιήθηκαν στις 9 Ιουνίου (1935), με αποχή των φιλελευθέρων και των κομμάτων Αγροτικό, Προοδευτικό, Συντηρητικών Δημοκρατικών και Αγροτικό και Εργατικό:

Το Λαϊκό κόμμα του Παναγή Τσαλδάρη έβγαλε 255 βουλευτές και το Εθνικό Ριζοσπαστικό του Γεώργιου Κονδύλη 32. Οι βασιλόφρονες έβγαλαν επτά βουλευτές (οι Ελευθερόφρονες του Ιωάννη Μεταξά πέντε καθώς και οι ανεξάρτητοι Ιωάννης Ράλλης και Γεώργιος Στράτος). Εκλέχτηκαν κι άλλοι έξι ανεξάρτητοι.

Οι εργασίες της εθνοσυνέλευσης ορίστηκε να ξεκινήσουν στις 10 Οκτώβρη. Πρωί, 11 η ώρα της μέρας αυτής, ο πρωθυπουργός, Παναγής Τσαλδάρης, κατέβαινε από την Κηφισιά προς την Αθήνα με το αυτοκίνητό του. Ένα άλλο αυτοκίνητο, που ερχόταν από την Αθήνα, σταμάτησε μπροστά του, εμποδίζοντάς τον να προχωρήσει. Βγήκαν από αυτό ο υποστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος, αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού, ο υποναύαρχος Δημήτριος Οικονόμου, αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού, και ο υποπτέραρχος Γεώργιος Ρέππας, αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας. Έκπληκτος, ο Τσαλδάρης ρώτησε, τι συμβαίνει. Οι τρεις του είπαν ότι έπρεπε να επιστρέψει αμέσως στο σπίτι του, όπου θα τον συνόδευαν. Εκεί, οι τρεις αξιωματικοί του ανακοίνωσαν ότι οι ένοπλες δυνάμεις απαιτούσαν άμεση παλινόρθωση της δυναστείας και επαναφορά του Γεώργιου Β' στον θρόνο. Και αυτό έπρεπε να αποφασιστεί από την εθνοσυνέλευση. Ο πρωθυπουργός απάντησε ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει με την απειλή των όπλων. Συνεννοημένοι από πριν, οι τρεις επιτελάρχες του δήλωσαν:

«Εν τοιαύτη περιπτώσει, η κυβέρνησίς σας καταργείται από τας ενόπλους δυνάμεις».

Ο Τσαλδάρης επικοινώνησε με τον Κονδύλη και του εξέθεσε το τι είχε συμβεί. Έκπληκτος, άκουσε τον υπουργό του των Στρατιωτικών να του λέει ότι συμφωνεί με τους στρατηγούς. Κατάλαβε ότι πίσω από όλα αυτά βρισκόταν ο Κονδύλης και συγκάλεσε έκτακτο υπουργικό συμβούλιο. Εξέθεσε την κατάσταση και έβγαλε ανακοίνωση, στην οποία περιέγραφε, τι έγινε. Κατέληγε με την φράση:

«Κατόπιν τούτου, η κυβέρνησις εθεώρησε εαυτήν βία καταλυθείσαν».

Ο υπουργός Στρατιωτικών, Γεώργιος Κονδύλης, αυτοανακηρύχθηκε πρωθυπουργός και υπουργός Ναυτικών και διόρισε τον Αλέξανδρο Παπάγο υπουργό Στρατιωτικών. Σύσσωμη, η νέα κυβέρνηση παρουσιάστηκε, την ίδια μέρα, στην εθνοσυνέλευση και ορκίστηκε, δηλώνοντας ότι ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ζαΐμης, δεν αναγνωρίζεται, οπότε δεν επιτρέπεται ενώπιόν του ορκωμοσία!

Ο πρόεδρος της εθνοσυνέλευσης, Χαράλαμπος Βοζίκης, θεώρησε παράτυπη την διαδικασία και παραιτήθηκε. Τον αντικατέστησε ο αντιπρόεδρος Αθανάσιος Αθηνογένης. Στη συνέχεια, ο Τσαλδάρης πήρε τον λόγο, κατάγγειλε το πραξικόπημα και αποχώρησε. Τον ακολούθησαν 165 βουλευτές. Έμειναν 85, που ενέκριναν ψήφισμα, το οποίο είχε ετοιμάσει ο Κονδύλης. Με αυτό, καταργήθηκε η αβασίλευτη δημοκρατία, επανήλθε το σύνταγμα του 1911 (συνταγματική βασιλεία) και ορίστηκε δημοψήφισμα για τις 3 Νοέμβρη. Ο Κονδύλης ανέλαβε αντιβασιλιάς, διατηρώντας και την πρωθυπουργία. Η χώρα μπήκε σε «κατάσταση πολιορκίας», ενώ, την επομένη (11 του Οκτώβρη), τρεις αξιωματικοί επισκέφτηκαν τον πρόεδρο της Δημοκρατίας, Αλέξανδρο Ζαΐμη, και του ανακοίνωσαν ότι απαλλάχθηκε από τα καθήκοντά του.

Η παλινόρθωση της δυναστείας

Τα κόμματα που είχαν απόσχει από τις εκλογές της 9ης Ιουνίου, δήλωσαν αποχή και από το δημοψήφισμα. Απαγορεύτηκε η δημοσίευση απόψεων υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας και η κατάσταση πολιορκίας ίσχυσε μέχρι μια βδομάδα πριν από την ημέρα της ψηφοφορίας. Οι Αλέξανδρος Παπαναστασίου και Γεώργιος Παπανδρέου εκτοπίστηκαν στη Μύκονο. Με την απροκάλυπτη τρομοκρατία και με τη μονόπλευρη προπαγάνδα να μην θεωρούνται από τους πραξικοπηματίες επαρκείς εγγυήσεις για το αποτέλεσμα, ο Κονδύλης οργάνωσε ένα απίθανο όργιο νοθείας.

Υποτίθεται ότι ψήφισαν 1.527.714 ψηφοφόροι με την βασιλεία να λαβαίνει 1.491.992 ψήφους. Με άλλα λόγια, υπέρ της επανόδου του βασιλιά ψήφισαν 320.355 περισσότεροι από το σύνολο των ψηφοφόρων όλων των κομμάτων στις εκλογές του 1932 ή 350.661 περισσότεροι από το σύνολο των ψηφοφόρων όλων των κομμάτων στις εκλογές του 1933 αλλά και 213.907 περισσότεροι από το σύνολο των ψηφοφόρων όλων των κομμάτων στις αμέσως επόμενες εκλογές, δυο μήνες αργότερα - τον Γενάρη του 1936. Υπέρ της δημοκρατίας ψήφισαν 32.454, οπότε το αποτέλεσμα ήταν 97,88% υπέρ του βασιλιά και 2,12% ενάντιά του!

Το πώς προέκυψαν αυτοί οι αριθμοί διευκρινίστηκε στις αμέσως επόμενες ημέρες, καθώς δεν ήταν λίγοι εκείνοι που επαίρονταν ότι ψήφισαν δυο, τρεις ακόμα και τέσσερις φορές.

Ο Γεώργιος έμαθε το αποτέλεσμα από τηλεγράφημα που του στάλθηκε στο ξενοδοχείο Μπράουνς (Brown’s), στο οποίο έμενε. Μια τριμελής επιτροπή (Αλ. Παπάγος, Σ. Μπαλάνος, Π. Μαυρομιχάλης) έφυγε για το Λονδίνο, προκειμένου να του ανακοινώσει επίσημα ότι «ο ελληνικός λαός ψήφισε την παλινόρθωση της δυναστείας». Στην ιστορία του τόπου, οι κάλπες του 1935 έμειναν ως «το νόθο δημοψήφισμα». Για τους πρωταγωνιστές του δράματος, όμως, το αποτέλεσμα αποτελούσε δικαίωση του πραξικοπήματος. Η τριμελής επιτροπή συναντήθηκε με τον Γεώργιο στην ελληνική πρεσβεία, στο Λονδίνο, με παρόντες και τον αδελφό του, διάδοχο Παύλο (ο Γεώργιος ήταν άτεκνος), τον συνονόματο εξάδελφό του, πρίγκιπα Γεώργιο, και την αδελφή του, πριγκίπισσα Αικατερίνη.

Ο βασιλιάς Γεώργιος Β' και ο αδελφός του, Παύλος, έφτασαν στο Φάληρο στις 25 Νοέμβρη του 1935. Ο Κονδύλης είχε οργανώσει εντυπωσιακή υποδοχή: Ολόκληρη η κυβέρνηση και χιλιάδες βασιλόφρονες βρίσκονταν εκεί. Και χιλιάδες άλλοι κάλυπταν την διαδρομή ως τη μητρόπολη, όπου έγινε δοξολογία με παρόντες σχεδόν όλους τους μητροπολίτες της χώρας. Ακολούθησε κατάθεση στεφάνου στον Άγνωστο Στρατιώτη και η όλη φιέστα τελείωσε κάπου εκεί.

Ο Κονδύλης θεωρούσε ότι είχε εξασφαλισμένη την βασιλική εύνοια, οπότε θα συνέχιζε να είναι πρωθυπουργός. Λάθεψε. Ο βασιλιάς προχώρησε σε αμνηστία όλων εκείνων που είχαν διωχθεί εξαιτίας του πραξικοπήματος της 6ης του Μάρτη και, μόλις πέντε μέρες από την επιστροφή του (στις 30 Νοέμβρη του 1935), ζήτησε από τον Κονδύλη την παραίτησή του. Πρωθυπουργό διόρισε τον μετριοπαθή βασιλόφρονα καθηγητή της Νομικής, Κωνσταντίνο Δεμερτζή (1876 - 1936), με εντολή να σχηματίσει «άχρουν κυβέρνησιν» και να διεξάγει εκλογές. Η κυβέρνησή του δεν ήταν ακριβώς «άχρους» αλλ' οπωσδήποτε οι εκλογές, τις οποίες διενήργησε, ήταν καθ' όλα άψογες. Έγιναν 26 Γενάρη του 1936 με απλή αναλογική. Οι φιλελεύθεροι του Θεμιστοκλή Σοφούλη έβγαλαν 126 βουλευτές, το Λαϊκό κόμμα του Παναγή Τσαλδάρη 73, ο συνασπισμός Γενική Λαϊκή Ριζοσπαστική Ένωσις 63 (από τους οποίους οι 15 του Κονδύλη) και οι Ελευθερόφρονες του Ιωάννη Μεταξά 7. Στην Βουλή μπήκε και το ΚΚΕ (15 βουλευτές ως Παλλαϊκό Μέτωπο, υπό τον Νίκο Μπλουμπίδη) καθώς και ο Δημοκρατικός Συνασπισμός των Παπαναστασίου, Καφαντάρη και Γεώργιου Παπανδρέου (επτά βουλευτές).

Με αυτά τα αποτελέσματα, δεν ήταν δυνατός ο σχηματισμός κυβέρνησης, οπότε ο βασιλιάς ζήτησε από τον Δεμερτζή να παραμείνει πρωθυπουργός, με αντιπρόεδρο τον Ιωάννη Μεταξά. Έξι μέρες αργότερα (31 Γενάρη του 1936), μέρα μεσημέρι, ο Κονδύλης πέθανε από ανακοπή καρδιάς. Ήταν 57 χρόνων. Λιγότερο από δυόμισι μήνες αργότερα (13 Απρίλη του 1936), από ανακοπή καρδιάς πέθανε και ο Κ. Δεμερτζής. Είχε πεθάνει και ο Βενιζέλος. Ο βασιλιάς έκρινε σκόπιμο να αναθέσει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον Ιωάννη Μεταξά, τον οποίο είχε ψηφίσει μόλις το 3,94% των ψηφοφόρων.

Θάνατος του Βενιζέλου

Νωρίτερα, στις 17 Μάρτη του 1936, από το Παρίσι, η Έλενα Βενιζέλου τηλεγράφησε στον επικεφαλής των φιλελευθέρων, Θεμιστοκλή Σοφούλη:

«Με βαθυτάτη οδύνη σας γνωρίζω ότι ο πρόεδρος ασθενεί σοβαρότατα».

Η είδηση κυκλοφόρησε αστραπιαία στην Αθήνα. Τη νύχτα, στον Άγιο Γεώργιο τον Καρύτση, με πρωτοβουλία των φιλελευθέρων, έγινε δέηση για τη σωτηρία του Βενιζέλου. Χιλιάδες κάτοικοι της Αθήνας έσπευσαν στην εκκλησία. Ο συνωστισμός ήταν τέτοιος, ώστε «οι κύριοι Καφαντάρης, Μυλωνάς, Παπανδρέου και Κούνδουρος δεν δύνανται να προχωρήσουν προς το κέντρον του ναού και αναγκάζονται να παραμείνουν εις τας θέσεις των επιτρόπων».

Μάταια όλα αυτά. Την επόμενη μέρα, 18 Μάρτη του 1936, νέο τηλεγράφημα αναστάτωσε την χώρα:

«Ο Ελευθέριος Βενιζέλος είναι νεκρός»!

Πέθανε, στις 8 το πρωί. Ο θάνατός του προκάλεσε διεθνή συγκίνηση. Στις 21 Μάρτη, η σορός του εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα στην ελληνορθόδοξη εκκλησία του Αγίου Στεφάνου, στην γαλλική πρωτεύουσα. Χιλιάδες Έλληνες αλλά και Γάλλοι, επίσημοι και απλοί πολίτες, έσπευσαν να αποτίσουν φόρο τιμής. Στις 23 του μήνα, το φέρετρο μεταφέρθηκε στον σιδηροδρομικό σταθμό «Λιόν» και τοποθετήθηκε σε ειδικό βαγόνι. Ξεκίνησε το ταξίδι για το Πρίντιζι της Ιταλίας. Χρειάστηκε τρεις μέρες για να φτάσει καθώς, σε κάθε σταθμό του τρένου, κοσμοπλημμύρα περίμενε να αποχαιρετήσει τον μεγάλο νεκρό. Στο Πρίντιζι, περίμεναν Έλληνες εκπρόσωποι που είχαν φτάσει εκεί με τα πολεμικά «Κουντουριώτης» και «Ύδρα». Το φέρετρο τοποθετήθηκε στο «Κουντουριώτης».

Με τη σύμφωνη γνώμη του Θεμιστοκλή Σοφούλη, τα πλοία κατευθύνθηκαν στην Κρήτη, ώστε «να αποφευχθούν επεισόδια αντιφρονούντων» στην Αθήνα. Το «Κουντουριώτης» έφτασε στα Χανιά στις 27 Μάρτη. Η κηδεία έγινε στις 29. Ο ενταφιασμός στις 30. Ο Γεώργιος έστειλε στην Κρήτη τον διάδοχο Παύλο, εκπρόσωπό του. Σε μήνυμά του, ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Δεμερτζής είχε αναφέρει:

«Υπήρξε μεγάλος πολιτικός, ο μέγιστος των πολιτικών της νεότερης Ελλάδος. Ενεψύχωσε το Έθνος δια των απαραμίλλων αυτού χαρισμάτων. Άφθαστος φιλοπατρία, ανυπέρβλητος δύναμις εκτελέσεως, νους διαυγέστατος, ιδιοσυγκρασία ικανή προς ανάληψιν των μεγίστων ευθυνών, είχεν όλα τα χαρίσματα του μεγάλου ανδρός. Είμαι βέβαιος ότι και οι πλέον αδιάλλακτοι εχθροί αυτού θα σταματήσουν ευλαβείς προ του νεκρού και θα αισθανθούν ότι εξέλιπεν η ισχυτοτέρα πολιτική δύναμις της Ελλάδος».

Δυο μήνες μετά τον θάνατο του Βενιζέλου, 17 Μάη του 1936, την ώρα που κοιμόταν, πέθανε και ο Παναγής Τσαλδάρης.

Το πραξικόπημα Μεταξά του 1936

Μετά τον διορισμό του ως πρωθυπουργού, ο Ιωάννης Μεταξάς εμφανίστηκε στην Βουλή (27 Μάρτη του 1936) και ζήτησε ψήφο εμπιστοσύνης. Ο ίδιος ήταν πρωθυπουργός, υπουργός Στρατιωτικών (θέση που κατείχε από τις 5 Μάρτη, όταν ο βασιλιάς κατάργησε τον στρατηγό Αλέξανδρο Παπάγο και διόρισε αυτόν, χωρίς καν να ενημερώσει τον πρωθυπουργό, Δεμερτζή) και προσωρινά Αεροπορίας και Εξωτερικών. Το κόμμα των φιλελευθέρων του έδωσε την ψήφο του, ενώ το Λαϊκό κόμμα κατέθεσε ψήφο ανοχής. Κατά του σχηματισμού κυβέρνησης από τον Ιωάννη Μεταξά ψήφισαν οι 15 βουλευτές του Παλλαϊκού Μετώπου (ΚΚΕ), οι φιλελεύθεροι Γεώργιος Παπανδρέου και Κωνσταντίνος Βλαχοθανάσης (1885 - 1958) και ο Ανδρέας Δενδρινός (18866 - 1946) του Αγροτικού κόμματος. Δυο μέρες αργότερα, αγορεύοντας στην Βουλή, ο Βάσος Στεφανόπουλος (1902 - 1952) του Λαϊκού κόμματος, ανάμεσα σε άλλα, είχε τονίσει:

«Εχρεωκοπήσαμεν ως Κοινοβουλευτισμός, εξεπέσαμεν ως Συνέλευσις. Και έτι πλέον, κύριοι βουλευταί: Εχάσαμεν ίσως και τον ψυχικόν σύνδεσμον προς τον λαόν, τον οποίον ενετάλημεν να διακυβερνήσωμεν. Διότι, τι είδους ψυχικός σύνδεσμος είναι δυνατόν να διατηρηθή, όταν ο μεν λαός φωνάζη δεν θέλω να με κυβερνήση ο Μεταξάς, ημείς δε αδιαφορούντες προς την κραυγήν ταύτην του απαντώμεν: Και όμως, θα σε κυβερνήση ο κ. Μεταξάς».

Ο λόγος εκφωνήθηκε στις 29 Απρίλη. Στις 30, η Βουλή διέκοψε τις εργασίες της, αφού πρώτα έδωσε την έγκρισή της, ώστε να κυβερνιέται η χώρα με διατάγματα, που θα περνούσαν από μια κοινοβουλευτική επιτροπή. Ούτε η επιτροπή συνεδρίασε ποτέ ούτε η Βουλή επανέλαβε τις εργασίες της.

Αρχές Μάη του 1936, ξέσπασε πανελλαδική απεργία των καπνεργατών. Στις 9 του μήνα, μια διαδήλωση 5.000 καπνεργατών στην Θεσσαλονίκη συνάντησε την βίαιη αντιμετώπιση της χωροφυλακής. Η απεργία επεκτάθηκε στους λιμενεργάτες, αρτεργάτες, μυλεργάτες και άλλους κλάδους, ενώ τα εμπορικά καταστήματα έκλεισαν σε ένδειξη αλληλεγγύης προς τους απεργούς. Η χωροφυλακή κατέβασε θωρακισμένα και άνοιξε πυρ ενάντια στους διαδηλωτές, που είχαν δώδεκα νεκρούς, 32 βαριά και δεκάδες ελαφριά τραυματισμένους.

Ο Μεταξάς είδε «κομμουνιστικό δάκτυλο» πίσω από τα επεισόδια. Και (στις 18 Μάη) νέος υπουργός Εσωτερικών διορίστηκε ο απόστρατος Θεόδωρος Σκυλακάκης, κηρυγμένος υπέρ της δικτατορίας396.

Τα εργατικά σωματεία κήρυξαν 24ωρη πανελλαδική απεργία για τις 5 Αυγούστου. Ο Μεταξάς την είδε ως μοναδική ευκαιρία. Διαπίστωσε «κομμουνιστικό κίνδυνο» και φοβήθηκε «πιθανότητα εσωτερικών ταραχών», όπως είχε συμβεί τον Μάη στην Θεσσαλονίκη. Κι ακόμα, θεώρησε ότι «υπήρχε επικίνδυνη αστάθεια στο διεθνές περιβάλλον». Για τους λόγους αυτούς, συγκάλεσε έκτακτο υπουργικό συμβούλιο. Πρότεινε αναστολή των άρθρων του Συντάγματος που κατοχύρωναν τις προσωπικές και συλλογικές ελευθερίες και την ταυτόχρονη διάλυση της Βουλής. Το υπουργικό συμβούλιο ενέκρινε τις προτάσεις, οπότε ο Μεταξάς επισκέφθηκε τον βασιλιά, έχοντας έτοιμα δυο βασιλικά διατάγματα. Ο Γεώργιος Β' τα υπέγραψε. Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου επιβλήθηκε με την σφραγίδα του βασιλιά.

Απόγευμα, 5 Αυγούστου του 1936, οι Γεώργιος Παπανδρέου, Αλέξανδρος Παπαναστασίου, Γεώργιος Καφαντάρης και Αλέξανδρος Μυλωνάς, εκπροσωπώντας τα δημοκρατικά κόμματα, και η τριμελής διοικούσα επιτροπή του Λαϊκού κόμματος (ο αδελφός του Παναγή, Ντίνος Τσαλδάρης, ο Πέτρος Ράλλης και ο Βασίλειος Σαγιάς) συναντήθηκαν για να εξετάσουν την κατάσταση, όπως είχε διαμορφωθεί. Αποφάσισαν να επισκεφτούν τον βασιλιά. Τον είδαν την επόμενη μέρα, 6 Αυγούστου, και διαμαρτυρήθηκαν για την έγκρισή του στο πραξικόπημα. Ο Γεώργιος απάντησε ότι δεν είχε συμμετοχή. Ο Καφαντάρης του πέταξε στα μούτρα ότι «η δικτατορία είναι ιδικόν σας έργον». Ο βασιλιάς τους παρέπεμψε στον Μεταξά, για να τα βρουν μαζί του. Κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να γίνει.

Ο ίδιος ο Μεταξάς έγραψε στο ημερολόγιό του:

«Η Ελλάς έγινε από της 4ης Αυγούστου Κράτος αντικομμουνιστικό, αντικοινοβουλευτικό, ολοκληρωτικό. Κράτος με βάση αγροτική και εργατική, και κατά συνέπεια αντιπλουτοκρατικό. Δεν είχε βέβαια κόμμα ιδιαίτερο να κυβερνά. Αλλά κόμμα ήταν όλος ο Λαός, εκτός από τους αδιόρθωτους κομμουνιστές και τους αντιδραστικούς παλαιοκομματικούς».

Και οι εφημερίδες, δημοκρατικές και φιλοβασιλικές, αναγκάστηκαν να γράψουν ότι «ο Ιωάννης Μεταξάς, με εντολή του βασιλιά, ανέλαβε στα χέρια του όλες τις εξουσίες».

Ο Μεταξάς και οι διώξεις

Ο Μεταξάς είδε τον εαυτό του συνεχιστή της «ελληνικής δόξας» και ιδρυτή του «Γ' Ελληνικού Πολιτισμού» (με Α' τον αρχαίο και Β' τον βυζαντινό), όπως τρία χρόνια νωρίτερα, ο Χίτλερ είχε ιδρύσει το Γ' Ράιχ. Και θεώρησε ότι αυτός θα προκύψει με την καθιέρωση του συντεχνιακού κράτους (του κορπορατισμού, που, κατά τον Μουσολίνι, αποτελεί «τον τρίτο δρόμο ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό»).

Για να επιτευχθούν αυτά, έπρεπε να υποστηριχθεί η μοναρχία ως σύμβολο εθνικής ενότητας, να εδραιωθούν ο εθνικισμός και η πολιτιστική καθαρότητα και να εφαρμοστεί προστατευτική οικονομική πολιτική. Με όπλα τον αντικομμουνισμό, τον αντικοινοβουλευτισμό αλλά και την λογοκρισία.

Τα κόμματα απαγορεύτηκαν, ενώ τον αντικομμουνισμό και τον αντικοινοβουλευτισμό ανέλαβε να επιβάλει ο «υφυπουργός Δημοσίας Ασφαλείας», Κωνσταντίνος Μανιαδάκης, που εξελίχθηκε σε δεξί χέρι του Μεταξά: Αρχικά, έστειλε όλα τα προβεβλημένα στελέχη των κομμάτων εξορία σε νησιά του Αιγαίου (ο Γεώργιος Παπανδρέου στην Άνδρο και στα Κύθηρα, ο φιλομοναρχικός αλλ' όχι «ακραιφνής μεταξικός» Τζον Θεοτόκης σε «κατ' οίκον περιορισμόν» στην Κέρκυρα, ο Καφαντάρης στην Ζάκυνθο, ο Μιχαλακόπουλος στην Πάρο, όπου από τις κακουχίες αρρώστησε, μεταφέρθηκε στην Αθήνα, στον Ευαγγελισμό, και πέθανε εκεί, άλλοι αλλού). Βουλευτές, συνδικαλιστές και απλοί δημοκρατικοί πολίτες στάλθηκαν στα νησιά ή στις φυλακές. Οι κομμουνιστές υπέστησαν τις χειρότερες διώξεις με τα νησάκια Αϊ Στράτης, Ανάφη, Φολέγανδρος, Κίμωλος, Γαύδος και άλλα να μετατρέπονται σε αποικίες εξόριστων και την Ακροναυπλία να γεμίζει από εξακόσιους φυλακισμένους. Καθιερώθηκαν τα «πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων» και ο Μανιαδάκης μετέτρεψε τα βασανιστήρια σε επιστήμη, απαιτώντας από τους κομμουνιστές να υπογράψουν «δηλώσεις μετανοίας». Ο καθημερινός ξυλοδαρμός ήταν η πιο απλή μέθοδος βασανισμού. Με εντολή στους βασανιστές «να χτυπούν, να σακατεύουν αλλά να μην σκοτώνουν». Πολλοί, όμως, δολοφονήθηκαν, καθώς οι βασανιστές δεν σταματούσαν έγκαιρα. Τότε, απλά ανακοίνωναν ότι ο κρατούμενος αυτοκτόνησε. Και, για να υποχρεωθούν οι κομμουνιστές να υπογράψουν την «δήλωση», είχαν καθιερωθεί δυο σκληρά βασανιστήρια: Το ρετσινόλαδο και ο πάγος.

Στο γραφείο του ανακριτή υπήρχαν τρία δοχεία. Το πρώτο με τριάντα δράμια ρετσινόλαδο, το δεύτερο με 75 και το τρίτο με εκατό δράμια397. Ο κρατούμενος υποχρεωνόταν να πιει όλο το περιεχόμενο του πρώτου δοχείου. Αν συνέχιζε να αρνείται «συνεργασία», τον έδερναν ή τον υποχρέωναν να υποστεί το βασανιστήριο της φάλαγγας398. Ύστερα από μισή ώρα, ο κρατούμενος υποχρεωνόταν να πιει το περιεχόμενο του δεύτερου δοχείου. Αν συνέχιζε να αρνείται «συνεργασία», επαναλαμβάνονταν ξυλοδαρμός και φάλαγγα. Κι αν ακόμα άντεχε, τον περίμενε το περιεχόμενο του τρίτου δοχείου, που υποχρεωνόταν να πιει έπειτα από τέσσερις ώρες. Στη συνέχεια, ο κρατούμενος κλεινόταν στο κελί του και, για τέσσερις μέρες, του απαγορευόταν να πάει στο αποχωρητήριο. Αποτέλεσμα ήταν να καταρρεύσει και το κελί του να μεταβληθεί σε βόθρο.

Άλλο βασανιστήριο ήταν το ανέβασμα του κρατούμενου στην ταράτσα της Ασφάλειας, όπου τον υποχρέωναν να καθίσει γυμνός πάνω σε μια κολόνα πάγου. Ανάλογα με την διάρκεια του βασανιστηρίου, ο κρατούμενος, εκτός από την κατάρρευσή του, πάθαινε και κρυοπαγήματα.

Τα νύχια, επίσης, βρίσκονταν στο στόχαστρο των βασανιστών: Ή σφήνωναν σπίρτα σ' αυτά και τα άναβαν ή τα τραβούσαν με τσιμπιδάκια. Κι ακόμα, έσβηναν τα τσιγάρα πάνω στο σώμα του βασανιζόμενου ή τον χτυπούσαν με σακούλες γεμάτες άμμο.

Ο εθνικισμός και η πολιτιστική καθαρότητα επιβλήθηκαν με την υποχρέωση των μειονοτήτων να μιλούν και να γράφουν μόνο ελληνικά, καθώς στόχος του καθεστώτος ήταν η «φυλετική ενότητα του έθνους και η διατήρηση των παραδόσεων». Οι δημοκρατικοί εκπαιδευτικοί εκδιώχθηκαν από τα σχολεία, ενώ αυτοί που εξακολουθούσαν να διδάσκουν υποχρεώθηκαν να προπαγανδίζουν υπέρ του καθεστώτος. Κι ακόμα, να προβάλλουν στους μαθητές τα «πλεονεκτήματα» της αρχαίας (βασιλευόμενης και στρατοκρατικής) Σπάρτης απέναντι στην (δημοκρατική) Αθήνα, αν δεν ήθελαν να απολυθούν από τα σχολεία ή να φυλακιστούν.

Η έξαρση της προπαγάνδας

Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου κυρίως απευθύνθηκε στους αγρότες, τους εργάτες και τη νεολαία. Για να προσεταιριστεί τους αγρότες, προχώρησε σε αγροτική μεταρρύθμιση με κύριο άξονα τη ρύθμιση των χρεών τους. Για να προσεταιριστεί τους εργάτες, επέβαλε την διαιτησία ανάμεσα σε εργοδότες και εργαζόμενους και καθιέρωσε τις συλλογικές συμβάσεις. Ταυτόχρονα, κατάργησε την Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας, που αντικαταστάθηκε από την Εθνική Συνομοσπονδία, στην οποία ο Μεταξάς αυτοαναγορεύτηκε πρόεδρος. Έγινε ο «πρώτος εργάτης» της χώρας, τίτλο που ούτε ο Στάλιν ούτε άλλος κανένας είχε διανοηθεί να αποκτήσει. Κι αντί για παρελάσεις υπερόπλων την Πρωτομαγιά, προτιμούσε παρελάσεις νεολαίων, με ολίγη από εργάτες και στρατό. Ο ίδιος έγραψε στο ημερολόγιό του της 25ης Μάρτη του 1938:

«Τι όνειρο ήταν χθες και σήμερα! Χθες στο Πεδίον του Άρεως με την Εθνική Νεολαία. Το έργον μου! Έργον που ενίκησε μέσα σε τόσες αντιδράσεις! Σχεδόν 18 χιλιάδες παιδιά από Αθήνα και Πειραιά, περίχωρα και από πολλές επαρχίες. Φάλαγξ “Ι. Μεταξά” Πατρών! (...). Σήμερα. Τελετή. Ενθουσιασμός. Αποθέωσις. Παρέλασις στρατού θαυμασία. Απόγευμα παρέλασις Σχολείων, Προσκόπων κ.λπ. και  Εθνικής Νεολαίας με τα Τάγματα Εργασίας εις την ουράν. Αι φάλαγγες της ΕΟΝ ατελείωτοι! Όλοι ντυμένοι! Περίπου 12-14 χιλιάδες! Εντύπωσις εις τον κόσμον καταπληκτική!».

Τα Τάγματα Εργασίας, τα οποία παρέλαυναν «εις την ουράν», δεν ήταν τίποτε άλλο από την φασιστική παραλλαγή των σοβιετικών Ταξιαρχιών Εργασίας που είχαν ήδη παρακμάσει και είχαν αντικατασταθεί από τους σταχανοβίτες399.

Η ΕΟΝ (Εθνική Οργάνωση Νέων) δημιουργήθηκε το 1936 με σκοπό να επιβάλει στους νέους τον πατριωτισμό μέσα από τη στήριξη του καθεστώτος. Υποτίθεται ότι ιδρύθηκε με στόχο «την επωφελή διάθεσιν του ελευθέρου από της εργασίας χρόνου των νέων, προς προαγωγήν της σωματικής και ψυχικής καταστάσεως αυτών, ανάπτυξιν του εθνικού φρονήματος και της πίστεως προς την θρησκείαν, δημιουργίαν πνεύματος συνεργασίας και κοινωνικής αλληλεγγύης». Η ένταξη σ' αυτήν ήταν εθελοντική αλλά όλοι γνώριζαν, τι τους περίμενε, αν δεν εντάσσονταν. Άλλωστε, σύμφωνα με το καταστατικό της, «η εγγραφή ολοκλήρου της ελληνικής νεολαίας εις την Ε.Ο.Ν. αποτελεί καθήκον όλων». Ως το 1938, τα μέλη της δεν ξεπερνούσαν τα 15.000 αλλά, στα 1939, όλοι οι πρόσκοποι εντάχθηκαν υποχρεωτικά σ' αυτήν, οπότε ο αριθμός των μελών της ανέβηκε στους 750.000 νέους από οκτώ μέχρι 25 χρόνων (1.250.000 το 1940, αριθμός πλασματικός καθώς όσοι, λόγω ηλικίας, ξεμπέρδευαν με την οργάνωση, δεν διαγράφονταν από μέλη της). Οι κάτω των 14 χρόνων ονομάζονταν «σκαπανείς» και οι πάνω από αυτήν την ηλικία «φαλαγγίτες». Φορούσαν σκούρα μπλε στολή με διακριτικά του βαθμού τους και δίκοχο, χαιρετούσαν κατά τον ναζιστικό τρόπο και είχαν σημαία αυτήν του στρατού ξηράς, με το σήμα της οργάνωσης στην μέση του σταυρού: Διπλό πέλεκυ με στέμμα που γύρω τους είχαν δάφνινο στεφάνι. Όργανο της οργάνωσης και σχεδόν μοναδικό εξωσχολικό ανάγνωσμα για τους μαθητές και μαθήτριες ήταν το περιοδικό «Νεολαία», του οποίου ψυχή υπήρξε η φιλοναζί, Σίτσα Καραϊσκάκη400.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

390. Ο Κονδύλης (1879 - 1936) είχε καταλυτικό ρόλο στην καταστολή του κινήματος των Λεοναρδόπουλου - Γαργαλίδη (23 Οκτώβρη του 1923) ενάντια στην επαναστατική κυβέρνηση.

391. Ο Ντερτιλής (πατέρας του πραξικοπηματία της 21ης Απρίλη του 1967, Νικολάου), κι ο υποστράτηγος Χαράλαμπος Λούφας οργάνωναν πραξικόπημα για τις 19 Νοέμβρη του 1924 αλλά εξουδετερώθηκαν, πριν να προλάβουν να δράσουν. Καταδικάστηκαν σε φυλάκιση 15 μηνών ο Δερτιλής και 39 ο Λούφας.

392. Ήταν η εποχή που οι φασιστικές δικτατορίες με κοινοβουλευτικό μανδύα βρίσκονταν στη μόδα. Στην Ιταλία, κυβερνούσε ο πρώτος διδάξας, Μπενίτο Μουσολίνι. Στην Βουλγαρία, μόλις είχε κατακρεουργηθεί ο Σταμπολίσκι και κυβερνούσαν τα υποχείρια των κομιτατζήδων. Στην Γιουγκοσλαβία, η παραστρατιωτική οργάνωση «Άσπρο χέρι» αποφάσιζε, ποιος θα είναι ο πρωθυπουργός. Στην Αλβανία, ο Αχμέτ Ζόγου μόλις είχε ανατρέψει τον πρωθυπουργό Νόλι και στη Ρουμανία βασιλιάς, διάδοχος, αγρότες κι εθνικιστές συνέθεταν έναν απίθανο αχταρμά καταπίεσης, εξοντωτικής φορολογίας και σκανδάλων.

393. Η υποτίμηση της αγγλικής λίρας είχε κάνει πιο ακριβά για τους Βρετανούς τα ελληνικά προϊόντα.

394. «Διατί έκαμα την έπανάστασι της 6ης Μαρτίου», σελ. 18 (Αρχείο Αλέξανδρου Ζάννα).

395. Μια δεκαετία αργότερα (στα 1943), ο Ιωάννης Ράλλης δεν θα δίσταζε να συνεργαστεί με τους κατακτητές και να γίνει πρωθυπουργός στην κατεχόμενη από τους Γερμανούς Ελλάδα.

396. Η δικτατορία ήταν συνηθισμένος τρόπος διακυβέρνησης εκείνη την εποχή: Ο Αδόλφος Χίτλερ στην Γερμανία και ο Μουσολίνι στην Ιταλία ήταν οι πιο γνωστοί. Η Αλβανία μεταβαλλόταν σταθερά σε οικονομικό προτεκτοράτο και «στρατόπεδο της Ιταλίας», σύμφωνα με την εκτίμηση ιστορικού της εποχής. Στην Γιουγκοσλαβία, ο πρωθυπουργός Μίλαν Στογιαντίνοβιτς διολίσθαινε όλο και πιο πολύ στις φασιστικές πρακτικές και το φλερτ με τους γειτονικούς δικτάτορες. Από τον Μάη του 1934, η φασιστική οργάνωση Σβένα είχε καταλάβει την εξουσία στην Βουλγαρία, εξοντώνοντας τους οπαδούς της προηγούμενης φασιστικής κυβέρνησης που κατηγορήθηκαν για υπέρμετρη διαλλακτικότητα. Και η Ρουμανία βρισκόταν στο έλεος των φασιστών.

397. Ένα δράμι ισοδυναμεί με 3,203 γραμμάρια, που σημαίνει ότι τα δοχεία είχαν 96, 240 και 320 γραμμάρια ρετσινόλαδο. Όποιος καταναλώνει ρετσινόλαδο, παρουσιάζει έντονη διάρροια και αφυδάτωση που κάποιες φορές οδηγούν ακόμα και στον θάνατο.

398. Ο κρατούμενος κρεμόταν ανάποδα από ένα σχοινί, με το οποίο ήταν δεμένοι οι αστράγαλοί του, ενώ ο βασανιστής, με ένα ξύλο, τον χτυπούσε στα πέλματα μέχρις ότου λιποθυμήσει από τους πόνους. Ο πόνος ήταν τόσο τρομερός, ώστε, όποιος είχε υποστεί αυτό το μαρτύριο, αδυνατούσε να περπατήσει.

399. Σταχανοβίτης στη Σοβιετική Ένωση ήταν αυτός που εφάρμοζε καλύτερους τρόπους εργασίας, ώστε να αυξάνεται η παραγωγικότητά του. Η ονομασία προέρχεται από τον ανθρακωρύχο Αλεξέι Σταχάνοφ, που, τη νύχτα της 30ής Αυγούστου 1935, εξόρυξε 102 τόνους κάρβουνο με την νόρμα του να είναι επτά τόνοι.

400. Η παντρεμένη με Γερμανό βιομήχανο Σίτσα Καραϊσκάκη (1897 - 1987) υπήρξε συγγραφέας φανατική οπαδός της ναζιστικής ιδεολογίας, σύμβουλος στο γερμανικό υπουργείο Προπαγάνδας. Γύρισε στην Ελλάδα, όταν ο Μεταξάς επέβαλε την δικτατορία, οργάνωσε το περιοδικό της ΕΟΝ και ήταν βασική αρθρογράφος του. Στην κατοχή, υπηρέτησε στην γερμανική πρεσβεία κι έφυγε από την Ελλάδα με την αποχώρηση των κατακτητών. Καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο αλλά αμνηστεύτηκε και, το 1968, επί χούντας, επέστρεψε στην Ελλάδα.

 

(τελευταία επεξεργασία, 4 Δεκεμβρίου 2020)

Επικοινωνήστε μαζί μας