ΙΙ. Ιωάννινα (πόλη)

Κάτοικοι 56.700 (2011: 111.740)

Η πόλη των Ιωαννίνων είναι η πρωτεύουσα του νομού Ιωαννίνων. Βρίσκεται στο κέντρο της Ηπείρου, χτισμένη δίπλα στη θρυλική λίμνη της. Είναι μια από τις ωραιότερες πόλεις της Ελλάδας και αποτελεί το εμπορικό, βιομηχανικό, πνευματικό και συγκοινωνιακό (με οδική και αεροπορική σύνδεση) κέντρο ολόκληρου του γεωγραφικού διαμερίσματος. Η οικονομική της πρόοδος και η οικοδομική ανάπτυξή της δεν της στέρησε τίποτα από τη γοητεία που της χαρίζει η ιστορική της κληρονομιά, η θέση της ανάμεσα στο Μιτσικέλι και τον Τόμαρο, κοντά στην Παμβώτιδα και τη γραφική νησίδα της.

Το Κάστρο που ορθώνεται στα ανατολικά της πόλης, πάνω σε ένα βράχο που βρέχεται από τη λίμνη, είναι ένα από τα ωραιότερα αξιοθέατα των Ιωαννίνων. Εκεί έμενε ο Αλή πασάς, εκεί βρίσκεται ως σήμερα και ο τάφος του. Σώζεται το τζαμί του Ασλάν Πασά, που χτίστηκε στα θεμέλια της βυζαντινής εκκλησίας του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου. Το Ρολόι της πόλης, στην κεντρική πλατεία, χτίστηκε το 1905 από τον Γιαννιώτη αρχιτέκτονα Περικλή Μελίρρυτο.

Σε απόσταση 3 χλμ. από τα Γιάννενα βρίσκεται το περίφημο σπήλαιο του Περάματος με τους σταλακτίτες του. Η αρχαία Δωδώνη με το μαντείο της, το Ιερό του Διός και το θέατρό της απέχει 17 χιλιόμετρα.

Έχει ανεπτυγμένη αργυροχοΐα, χρυσοχοΐα και οικοτεχνίες τεχνουργημάτων, κυρίως υφασμάτων λαϊκής τέχνης και κοσμημάτων. Το πανεπιστήμιο, χτισμένο λίγο έξω από την πόλη, δίνει νέα ορμή στην ούτως ή άλλως ζωηρή πνευματική κίνηση των Ιωαννίνων. Η πόλη διαθέτει Αρχαιολογικό Μουσείο, Βυζαντινό, Λαογραφικό, Δημοτικό, Ελληνικής Ιστορίας (στο Μπιζάνι), Μουσείο Προεπαναστατικής Εποχής και Πινακοθήκες.

Τηλέφωνα: Αστυνομία 265.10.26.226. Τροχαία 265.10.26.308. Δήμος 265.10.79.921-5. ΟΤΕ 265.10.41.699. Ταξί 265.10.21.044, 265.10.26.253, 265.10.28.444, 265.10.38.400. Ραδιοταξί 265.10.46.777-9. Νοσοκομείο 265.10.33.461. Περιφερειακό Νοσοκομείο 265.10.99.111, 265.10.99.260.

 

                                                  Η ιστορία των Ιωαννίνων

 

Οι πρώτες ειδήσεις:

Το πότε ακριβώς άρχισε να κατοικείται ο τόπος που έμελλε να αποτελέσει την πόλη των Ιωαννίνων, παραμένει σκοτεινό. Στα 673 πάντως μνημονεύεται ως έδρα επισκόπου που αναφερόταν στη μητρόπολη της Ναυπάκτου. Δυο αιώνες αργότερα, ο επίσκοπος Ζαχαρίας μετείχε στη Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης (879). Στα 1081, ο Νορμανδός Βοημούνδος εισέβαλε στην Ήπειρο από την Κέρκυρα, κυρίευσε τα Ιωάννινα και έσκαψε την τάφρο που σήμερα ονομάζεται «το χαντάκι του Βενετσιάνου». Ο ίδιος επισκεύασε και το φρούριο στο βορειοανατολικό άκρο της πόλης.

Στα 1160, από την περιοχή πέρασε ο περιηγητής Βενιαμίν της Τουδέλας και έγραψε ότι βρήκε μια πόλη που ευημερούσε. Στα 1204, ο Μιχαήλ Άγγελος Κομνηνός έκανε τα Γιάννενα έδρα του Δεσποτάτου της Ηπείρου που δημιούργησε και σ’ αυτά δολοφονήθηκε το 1214. Οι επόμενοι δεσπότες μετέφεραν την έδρα τους κυρίως στην Άρτα (βλ. [ Πατριδογνωσία ] «Ιστορία Άρτας»). Τον ίδιο καιρό, η επισκοπή αναβαθμίστηκε σε μητρόπολη Ιωαννίνων και Κέρκυρας.

Στα 1345, την πόλη κυρίευσε ο Σέρβος Στέφανος Ντουσάν και την περιέλαβε στη βραχύβια αυτοκρατορία του. Μετά, τα Γιάννενα πέρασαν στην κατοχή του Καρόλου Τόκκα από την Κεφαλονιά. Όταν αυτός πέθανε (1430), η πόλη έγινε μήλο της έριδας ανάμεσα στους κληρονόμους του, ώσπου, περαστικός από εκεί, την κυρίευσε ο σουλτάνος Μουράτ Β’.

Στην πόλη, ο σουλτάνος πρόσφερε πολλά προνόμια. Καταργήθηκαν το 1616, όταν εισέβαλε εκεί ο επίσκοπος Τρίκκης, Διονύσιος, ο οποίος νίκησε αρχικά και σκότωσε πολλούς Τούρκους κι έκαψε το μέγαρο του Οσμάν πασά αλλά τελικά αιχμαλωτίστηκε και γδάρθηκε ζωντανός.

Στη διάρκεια της τουρκοκρατίας, τα Γιάννενα υπάγονταν στη διοικητική αρμοδιότητα του πασά των Τρικάλων ο οποίος έστελνε εκεί τοποτηρητή του. Όταν ο Αλή πασάς άρπαξε το πασαλίκι, έκανε τα Γιάννενα πρωτεύουσά του. Από τότε, η πόλη ξεκίνησε πορεία συνεχούς ακμής, ενώ στην αυλή του συγκεντρώνονταν μεγάλες μορφές της εποχής, Έλληνες σχεδόν όλοι.

 

Η κυρά Φροσύνη:

Η Φροσύνη ήταν μια πανέμορφη γυναίκα, μάλλον ατίθαση για την εποχή της, μορφωμένη και από έγκριτη οικογένεια. Την πάντρεψαν με τον έμπορο Δημήτριο Βασιλείου, ο οποίος όμως συνήθως έλειπε για δουλειές στη Βενετία. Η Φροσύνη δεν κλείστηκε στο σπίτι περιμένοντας τις ελάχιστες φορές που ο άντρας της βρισκόταν στα Γιάννενα για να κυκλοφορήσει. Έβγαινε συχνά προκαλώντας τα σχόλια της κλειστής κοινωνίας των Ιωαννίνων αλλά και τον έρωτα του Μουχτάρ, γιου του Αλή πασά. Μετά από άγνωστης διάρκειας πολιορκία και καθώς ο σύζυγός της εξακολουθούσε να λείπει, η «κυρά Φροσύνη», όπως την αποκάλεσε η δημοτική μούσα, υπέκυψε. Ο έρωτάς τους μάλλον δεν έμεινε κρυφός.

Με διαταγή του σουλτάνου, ο Αλή πασάς κλήθηκε να αντιμετωπίσει τον αποστάτη Τζορτζίμ στην Αδριανούπολη. Έστειλε τον Μουχτάρ, επικεφαλής μεγάλης στρατιωτικής δύναμης. Όσο έλειπε ο Μουχτάρ, η γυναίκα του μπόρεσε να πλησιάσει τον Αλή και να του παραπονεθεί για την εξωσυζυγική δραστηριότητα του γιου του. Και του ζήτησε «να τιμωρήσει την άπιστη». Ο Αλή της ορκίστηκε ότι θα τακτοποιήσει το ζήτημα. Και για να μην προκαλέσει την οργή του γιου του εναντίον άλλου, όταν θα γύριζε από την εκστρατεία, ανέλαβε την «τακτοποίηση του ζητήματος» προσωπικά. Μπήκε επικεφαλής φρουράς, πήγε στο σπίτι της κυρά Φροσύνης και τη συνέλαβε ως μοιχό. Και για να μην κατηγορηθεί ότι ορμήθηκε από προσωπικά κίνητρα, συνέλαβε και 17 άλλες Γιαννιώτισσες για τις οποίες υπήρχαν φήμες για «επιλήψιμη διαγωγή».

Με συνοπτικές διαδικασίες, οι συλληφθείσες καταδικάστηκαν σε θάνατο: «Δια πνιγμού» στη λίμνη των Ιωαννίνων. Τις έπνιξαν όλες τη νύχτα, 11 Ιανουαρίου 1801.

Το σπίτι της κυρά Φροσύνης σφραγίστηκε, η περιουσία της δημεύτηκε και τα δυο ανήλικα παιδιά της εγκαταλείφθηκαν στους δρόμους καθώς κανένας δεν τολμούσε να τα πλησιάσει. Ο θείος της κυρά Φροσύνης, επίσκοπος Γαβριήλ, κατάφερε με χοντρές δωροδοκίες να του επιτραπεί να περιμαζέψει τα παιδάκια.

Τα πτώματα της κυρά Φροσύνης και μερικών από τις υπόλοιπες 17 εκτελεσμένες εκβράστηκαν στην όχθη της λίμνης, κηδεύτηκαν και θάφτηκαν. Της Φροσύνης στον περίβολο της μονής των Αγίων Αναργύρων. Η εκκλησία τις αναγόρευσε καλλιμάρτυρες καθώς ο λαός ποτέ δεν πείστηκε ότι επρόκειτο για εκτέλεση καταδίκων και τις θεώρησε θύματα της γνωστής θηριωδίας του Αλή πασά:

«Φροσύν’, σε κλαίει το σπίτι σου, σε κλαίνε τα παιδιά σου,

σε κλαίν’ όλα τα Γιάννενα, κλαίνε την ομορφιά σου».

Το δημοτικό τραγούδι απαθανάτισε την αγριότητα, καθώς και άλλες του Αλή πασά, κυρίως όμως τις μάχες των ανδρών του με περίφημους κλέφτες των Αγράφων, του Βάλτου, της Δωρίδας, της Θεσσαλίας κ.λπ. Τα περιστατικά καταγράφονται στην ιστορία των τόπων, τους οποίους αφορούν.

 

Η δράση των Φιλικών:

Η αυλή του Αλή μπήκε εξαρχής στο στόχαστρο της Φιλικής Εταιρείας, της οποίας κινητήριος μοχλός αναδείχτηκε ο από τους ιδρυτές της Γιαννιώτης Αθανάσιος Τσακάλωφ (βλ. [ Ελληνικά θέματα ] «Αφιέρωμα στην 25η Μαρτίου»). Οι πιο πολλοί Έλληνες της αυλής του Αλή πασά είχαν μυηθεί από επιφανή μέλη της οργάνωσης και «αποστόλους» της. Ακόμα και η κυρά Βασιλική μυήθηκε και ίσως και ο ίδιος ο Αλή.

Άλλωστε, η απόφαση του πασά να στραφεί εναντίον της Υψηλής Πύλης δεν ήρθε ξαφνικά και σε στιγμή παρόρμησης. Οι Φιλικοί και το ελληνικό περιβάλλον του Αλή είχαν δουλέψει έξυπνα πάνω σ’ αυτή την προοπτική. Το «λιοντάρι της Ηπείρου» είχε πιστέψει ότι θα νικούσε στην αναμέτρησή του με την Οθωμανική αυτοκρατορία. Όταν ο σουλτάνος τον επικήρυξε, ο στόχος της Φιλικής Εταιρείας είχε πια επιτευχθεί. Οι μυημένοι έφυγαν από την αυλή του, όπως και ο Ομέρ Βρυώνης που πολύ καλά γνώριζε ότι το ως τότε αφεντικό του δεν θα είχε καμιά τύχη.

Οπωσδήποτε, στις παραμονές του Αγώνα, τα μέλη της Φιλικής Εταιρεία ήταν τόσο πολλά που κανένας δεν ήξερε τον ακριβή αριθμό τους. Και κανένας δεν μπορούσε πια να ονομάσει τη Φιλική Εταιρεία οργάνωση μυστική.

 

1913 - 1940:

«Παύσατε πυρ!». Για τα προπορευόμενα τμήματα του ελληνικού στρατού που είχαν κιόλας φτάσει στα περίχωρα της πρωτεύουσας της Ηπείρου, η διαταγή αυτή ένα και μόνο μπορούσε να σημαίνει: Τα ελάχιστα χιλιόμετρα που απέμεναν ως το κέντρο των Ιωαννίνων θα καλύπτονταν δίχως μάχες. Οι Τούρκοι είχαν παραδοθεί. Ήταν 21 Φεβρουαρίου του 1913, ώρα 5.30 το πρωί. Οι Έλληνες μπήκαν στην πόλη, στοιχισμένοι με τα όπλα επ’ ώμου στις 22 Φεβρουαρίου το πρωί, κάτω από τις επευφημίες των κατοίκων. Η σκλαβιά είχε κρατήσει πολύ: 483 χρόνια. Περίπου τέσσερις μήνες χρειάστηκε ο ελληνικός στρατός για να καλύψει την απόσταση από την Άρτα ως το Μπιζάνι. Και λιγότερο από τρεις μέρες, για να πάρει τα οχυρά και τα Γιάννενα. Η Ήπειρος ήταν και πάλι ελληνική. Ο υπερασπιστής της πόλης, Εσάτ πασάς, παρέδωσε 30.000 στρατιώτες και 120 κανόνια.

Λιγότερο από μια γενιά αργότερα, τα Ιωάννινα βρέθηκαν στον δρόμο που οι Ιταλοί είχαν χαράξει στον χάρτη: Από τα ελληνοαλβανικά σύνορα ως την Αθήνα. Πίστευαν ότι θα έφταναν στην πρωτεύουσα της Ηπείρου «το πολύ, σε τέσσερις ημέρες». Χρειάστηκαν πεντέμισι μήνες κι αφού πρώτα τους άνοιξαν τον δρόμο οι Γερμανοί. Με έδρα τα Γιάννενα, ο διοικητής της 8ης μεραρχίας, υποστράτηγος Χαράλαμπος Κατσιμήτρος είχε στη διάθεσή του άνδρες μόνο από την Ήπειρο. Και την Ήπειρο τους κάλεσε να υπερασπιστούν. Οι κινήσεις πέρα από τα σύνορα τον έπεισαν ότι έπρεπε να περιμένει επίθεση πριν να φέξει η 28η Οκτωβρίου του 1940. Ανέφερε στο Γενικό Επιτελείο σχετικά. Τον ρώτησαν, πώς έβλεπε την κατάσταση κι απάντησε:

«Μπορώ να διαβεβαιώσω υπευθύνως τον κύριο Αρχηγό του Γενικού Επιτελείου, και το τονίζω ιδιαιτέρως, ότι οι Ιταλοί δεν θα περάσουν το Καλπάκι. Χωρίς να έχω το ανάστημα του στρατηγού Πετέν που είπε για το Βερντέν ότι οι Γερμανοί δεν θα περάσουν και δεν πέρασαν, μπορώ να βεβαιώσω με κάθε πεποίθηση πως οι Ιταλοί δεν θα περάσουν το Καλπάκι».

Όντως, δεν το πέρασαν.

Αρχηγός πυροβολικού της 8ης μεραρχίας, ο συνταγματάρχης Μαυρογιάννης ήταν αυτός που επιφύλαξε «λαμπρή υποδοχή» στους Ιταλούς εισβολείς. Από τα τέλη του Αυγούστου του 1940, ανεβοκατέβαινε τις διαδρομές από τα αλβανικά σύνορα ως τις ελληνικές γραμμές προκάλυψης, σημείωνε τοποθεσίες κι έπειτα πήγαινε στα πλησιέστερα χωριά. Πιστώσεις για την άμυνα δεν περίσσευαν κι ο συνταγματάρχης απευθυνόταν στον πρόεδρο και στον παπά κάθε κοινότητας. Τους έβαζε να χτυπήσουν την καμπάνα, μαζευόταν ο κόσμος, τους έβγαζε λόγο κι έπειτα έπαιρνε τους εθελοντές μαζί του, να σκάψουν στα περίχωρα. Αντιαρματικές τάφροι, εμπόδια με σιδηροτροχιές, ναρκοπέδια, χαρακώματα, παρατηρητήρια, φωλιές πολυβόλων, συρματοπλέγματα στήθηκαν έτσι και καμουφλαρίστηκαν. Κανένα δεν πήγε στον βρόντο.

Ο Κωνσταντίνος Δαβάκης ήταν ο πρώτος Έλληνας αξιωματικός που διέταξε αντεπίθεση, δυο βδομάδες πριν από την εντολή του επιτελείου. Γεννήθηκε το 1897 στη Μάνη, μετείχε στις μάχες του Σκρα και της Δοϊράνης και πήρε μέρος στη Μικρασιατική εκστρατεία. Αποστρατεύτηκε το 1936 «για λόγους υγείας» αλλά ανακλήθηκε στην ενεργό δράση, στα 1940. Συνταγματάρχης πια, ανέλαβε τη διοίκηση του αποσπάσματος Πίνδου και εργάσθηκε υπεράνθρωπα ετοιμάζοντας την ελληνική άμυνα, εκεί. Το απόσπασμά του αριθμούσε 2.000 άνδρες και διέθετε τέσσερα ορεινά πυροβόλα. Παρ’ όλα αυτά, αντιμετώπισε τη μεραρχία Αλπινιστών «Τζούλια» που διέθετε 15.000 άνδρες και είκοσι πυροβόλα, έχοντας και αεροπορική υποστήριξη κατά την εισβολή. Ως τις 31 Οκτωβρίου, ο Δαβάκης υποχωρούσε. Την 1η Νοεμβρίου, διέταξε αντεπίθεση! Πολεμούσε στην πρώτη γραμμή και τραυματίστηκε αλλά η αντεπίθεση συνεχίστηκε και κατέληξε στην πρώτη ελληνική αλλά και συμμαχική νίκη επί ευρωπαϊκού εδάφους. Στην Κατοχή, συνελήφθη από τους Ιταλούς που τον επιβίβασαν σε πλοίο για την Ιταλία όπου θα παρέμενε ως όμηρος. Το πλοίο τορπιλίστηκε και ο Δαβάκης βρήκε τραγικό θάνατο. Τάφηκε στον Αυλώνα.

Ο έφεδρος ανθυπολοχαγός Μηχανικού Πελένης υπηρετούσε στην μεθοριακή περιοχή της Αρινίτσας. Ξημερώματα, 28 Οκτωβρίου του 1940, ο χώρος τυραννιόταν από τις εκρήξεις όλμων και οβίδων. Ο έφεδρος ξάπλωσε στη δημοσιά κι άρχισε να σέρνεται ανάμεσα στα ορύγματα από τις οβίδες που έσκαζαν τριγύρω του. Υπονόμευσε την στρατηγικής σημασίας μεγάλη γέφυρα της Αρνίτσας κι έβαλε φωτιά στο φιτίλι. Όταν τα ιταλικά άρματα μάχης έφτασαν εκεί, αναγκάστηκαν να σταματήσουν. Η γέφυρα είχε τιναχτεί στον αέρα.

Με το πρώτο φως, στις 28 Οκτωβρίου, οι Ιταλοί άρχισαν να περνούν τα σύνορα: Μπροστά οι μοτοσικλετιστές, πίσω τα θωρακισμένα κι ακόμα πιο πίσω το πεζικό. Μετά τα πρώτα μέτρα, χάλασε η διάταξη: Χτυπούσε το ελληνικό πυροβολικό. Φωλιές αραιά και πού, με οδυνηρή όμως ευστοχία, όπως παραπονιόταν αργότερα ο Ιταλός στρατηγός Πράσκα. Στη συνέχεια, άρχισαν να ανατινάζονται γέφυρες, οι πολλές με άρματα μάχης στις πλάτες τους. Έπειτα, σε διάφορα σημεία, άνοιγε η γη και κατάπινε τα θωρακισμένα καθώς οι Ιταλοί έπεφταν σε αντιαρματικές τάφρους καλά καμουφλαρισμένες.

Οι Ιταλοί μετρούσαν απώλειες πριν ακόμα να έρθουν σε κατά μέτωπο επαφή με τις ελληνικές δυνάμεις. Δεν κατάλαβαν ότι οι Έλληνες μαζεύονταν σε προκαθορισμένες θέσεις. Νόμισαν ότι ο ελληνικός στρατός υποχωρούσε και απλά το πυροβολικό, τα αντιαρματικά και οι ανατινάξεις γεφυριών αποσκοπούσαν σε επιβράδυνση της προέλασής τους. Αποφάσισαν να προχωρήσουν πιο συγκρατημένα. Στο Καλπάκι των Ιωαννίνων, τους περίμεναν οι ακόμα πιο οδυνηρές εκπλήξεις.

 

(Έθνος της Κυριακής, 2001 – 2002) (τελευταία επεξεργασία, 28.3.2010)