Ζαπάτα, Εμιλιάνο: «Γη και Ελευθερία»

«Γη και ελευθερία»: Εμιλιάνο Ζαπάτα και Φρανσίσκο Μαντέρο

Ισπανός αντιβασιλιάς διοικούσε το Μεξικό, από το 1536 ως το 1823, χρονιά που οι κληρικοί και οι Ισπανοί άποικοι επαναστάτησαν εναντίον της μητρόπολης και κήρυξαν την ανεξαρτησία τους. Κλήρος και αριστοκρατία αντιπαρατάχθηκαν σε εμφύλια διαμάχη, μέσα από την οποία προέκυψε δικτάτορας (1833) ο στρατηγός Αντόνιο Λοπέζ ντε Σάντα Άννα, ενώ οι ντόπιοι, μιγάδες στην πλειοψηφία τους, υπέφεραν. Οι Αμερικανοί του πήραν Τέξας, Νέο Μεξικό και Καλιφόρνια. Στα 1847, αναγκάστηκε να αποσυρθεί καθώς στη χώρα είχε και πάλι ξεσπάσει εμφύλιος πόλεμος. Τελείωσε το 1861 με νίκη των αριστοκρατών και απέλαση των Ιησουιτών. Η απόπειρα να δημευτεί η εκκλησιαστική περιουσία οδήγησε τους κληρικούς σε εξέγερση. Καθώς και στις γειτονικές Ηνωμένες Πολιτείες μαινόταν ο εμφύλιος πόλεμος (Βορείων και Νοτίων), ο αυτοκράτορας της Γαλλίας, Ναπολέοντας Γ’, βρήκε ευκαιρία και κυρίευσε τη χώρα, εγκαθιστώντας τον αρχιδούκα της Αυστρίας, Μαξιμιλιανό, υποχείριό του «αυτοκράτορα» (10 Ιουνίου 1863). Τον εκτέλεσαν (19 Ιουνίου 1867) οι επαναστάτες του Μπενίτο Γκαρθία Χουάρεθ που ανακηρύχθηκε πρόεδρος. Πέθανε το 1872. Τον διαδέχτηκε ο αρχιδικαστής Λέρντο ντε Τεχάδα. Οι οπαδοί του Χουάρεθ τον ανέτρεψαν (1876). Είχε έρθει η ώρα του Πορφύριου Ντιάζ (Diaz, 1830 – 1915).

 

Το Μεξικό του Πορφύριο Ντιάζ

Παιδί ταπεινής οικογένειας μιγάδων, ο Ντιάζ προοριζόταν για ιερέας αλλά, 16χρονος ακόμα, είδε τους Αμερικανούς να εισβάλουν στη χώρα του και κατατάχθηκε στον στρατό, να τους πολεμήσει. Διακρίθηκε στις μάχες, ανέβηκε στην ιεραρχία, τόσο στους εμφύλιους όσο και στον πόλεμο εναντίον των Γάλλων, και ταυτόχρονα μελέτησε τις διακηρύξεις του Χουάρεθ. Η δράση του τον έκανε δημοφιλή. Στα 1876, ήταν αρχηγός των οπαδών του πια νεκρού ηγέτη. Τον Νοέμβριο της χρονιάς αυτής, νίκησε σε αποφασιστική μάχη τις δυνάμεις του Τεχάδα. Τον Μάιο του 1877, ανέλαβε πρόεδρος δημοκρατίας. Ο 20ός αιώνας τον βρήκε να έχει συντρίψει τις εναντίον του επαναστάσεις και να έχει οργανώσει τον κρατικό μηχανισμό του Μεξικού, επιβάλλοντας σιδερένια στρατοκρατία. Νομοθετικό σώμα, δικαιοσύνη, κρατικός μηχανισμός και εφημερίδες ελέγχονταν από φίλους του. Και οι μιγάδες, στους οποίους είχε παραχωρήσει πολιτικά δικαιώματα, τον λάτρευαν. Η εκκλησία έμενε μακριά από την πολιτική με αντάλλαγμα κάποιες ελευθερίες που της παραχώρησε. Η δύναμη του Ντιάζ στηριζόταν στην καλλιέργεια των αντιθέσεων ανάμεσα στις διάφορες ομάδες συμφερόντων, τις οποίες έστρεφε τη μια εναντίον της άλλης.

Όταν ανέλαβε, τα οικονομικά του κράτους βρίσκονταν σε άθλια κατάσταση. Για να τα βγάλει πέρα, προσκάλεσε ξένους επενδυτές, στους οποίους έδωσε αποικιακά προνόμια. Οι εργάτες γης και βιομηχανίας υπέφεραν, το ξένο κεφάλαιο πλούτιζε και το δημόσιο ελάχιστα εισέπραττε από τα κέρδη, ενώ η ντόπια βιομηχανία υποβαθμίστηκε. Σιδηρόδρομοι, γέφυρες, ορυχεία, υδροδότηση εκτάσεων πέρασαν σε ξένα χέρια και σε ελάχιστους Μεξικανούς κεφαλαιούχους. Με τα μεροκάματα συνεχώς να μειώνονται, τους αγρότες να υποφέρουν από τους ιδιοκτήτες γης και τους Ινδιάνους ιθαγενείς (το ένα τρίτο του πληθυσμού) στο περιθώριο, η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο.

Στα 1908, στα πλαίσια μιας συνέντευξής του σε Αμερικανό δημοσιογράφο, εκδήλωσε την πρόθεσή του να αποχωρήσει στα 1910 από την εξουσία, καθώς έκρινε ότι το Μεξικό είχε πια τη δυνατότητα να κυβερνηθεί δημοκρατικά. Οι Μεξικανοί πήραν αυτή τη δήλωση τοις μετρητοίς. Ανεξάρτητοι δημοσιογράφοι εκδηλώθηκαν, επαναστάτες λογοτέχνες άρχισαν να γράφουν ελεύθερα, πολιτικές ενώσεις ξεφύτρωσαν και ο πλούσιος κτηματίας αλλά και οπαδός του δημοκρατικού πολιτικού προγράμματος του Χουάρεθ, Φρανσίσκο Μαντέρο (Madero, 1873 – 1913), οργάνωσε τη δημοκρατική λέσχη «Μπενίτο Χουάρεθ» και έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο «Η προεδρική διαδοχή το 1910» που έγινε ανάρπαστο. Απαιτούσε τίμιες εκλογές, ζητούσε μαζική λαϊκή συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία και καλούσε τον Ντιάζ να απόσχει από τις ζυμώσεις.

Μόνο που ο Ντιάζ άλλαξε γνώμη. Στα 1909, δήλωσε ότι πρόθεσή του ήταν να συνεχίσει να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο Μεξικό. Ο Μαντέρο δήλωσε ότι θα υποβάλει υποψηφιότητα για πρόεδρος στις εκλογές του 1910, με σύνθημα «ψήφος αποτελεσματική – όχι επανεκλογή» του δικτάτορα. Ο Ντιάζ του επέτρεψε να είναι υποψήφιος εναντίον του. Όμως, παραμονές των εκλογών (Ιούνιος 1910), τον συνέλαβε με την κατηγορία της ενθάρρυνσης εξέγερσης και της προσβολής της αρχής. Και φυσικά, οι εκλογές της απροκάλυπτης βίας και νοθείας ανέδειξαν τον Ντιάζ για έβδομη φορά νικητή.

Ο Μαντέρο δραπέτευσε στο Σαν Αντόνιο του από δεκαετίες αμερικανικού Τέξας. Εκεί, τον Οκτώβριο του 1910, δημοσίευσε μια διακήρυξη όπου δήλωνε ότι είναι ο νόμιμος πρόεδρος του Μεξικού. Η καλά οργανωμένη επανάσταση εναντίον του Ντιάζ εκδηλώθηκε στις 20 Νοεμβρίου του 1910.

 

Βίγια, Ζαπάτα, Μαντέρο

Ο Πάντσο Βίγια (Villa, 1878 – 1923) ήταν γιος εργάτη γης και είδε τα αφεντικά του κτήματος να βιάζουν την αδελφή του. Σκότωσε έναν από αυτούς και το έσκασε στα βουνά. Εξελίχθηκε σε ηγέτη ομάδας ανταρτών που δρούσε στο Βόρειο Μεξικό και μαχόταν το καθεστώς του Ντιάζ. Στα 1910, ενώθηκε με τις δυνάμεις του Φρανσίσκο Μαντέρο.

Ο Εμιλιάνο Ζαπάτα (Zapata, 1879 – 1919) ήταν γιος μιγάδα αγρότη που έβγαζε το ψωμί του εκπαιδεύοντας άλογα για τα αφεντικά. Στα 17 του, έχασε τον πατέρα του κι έπρεπε μόνος να φροντίσει αδελφούς και αδελφές. Στα 19 του, φυλακίστηκε, επειδή μετείχε σε μια διαδήλωση εναντίον μεγαλογαιοκτήμονα που ιδιοποιήθηκε μικροϊδιοκτησίες. Αμνηστεύτηκε και συνέχισε να αγωνίζεται κατά των τσιφλικάδων. Ένας από αυτούς, τον προσέλαβε να εκπαιδεύσει τα άλογά του αλλά, το 1909, οι αγρότες τον εξέλεξαν εκπρόσωπο του χωριού τους. Ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις με τους τσιφλικάδες για την επιστροφή των κτημάτων. Δεν κατέληξαν σε συμφωνία. Ο Ζαπάτα κάλεσε τους γεωργούς να πάρουν τα όπλα. Έδιωξαν τους ανθρώπους των τσιφλικάδων, κυρίευσαν τη γη και τη μοίρασαν ανάμεσά τους. Στα 1910, ο Ζαπάτα και οι δικοί του αποφάσισαν να συνταχθούν με τις δυνάμεις του Φρανσίσκο Μαντέρο.

Η επανάσταση φούντωσε. Στον Βορρά, ο Πάντσο Βίγια και ο Πασκουάλ Ορόζκο εκμηδένισαν τις κυβερνητικές φρουρές. Στον Νότο, ο Εμιλιάνο Ζαπάτα προέλαυνε κατατροπώνοντας τους τοπικούς υποστηρικτές του δικτάτορα. Το σιδερένιο καθεστώς κατέρρεε. Τον Φεβρουάριο, ο Ντιάζ ζήτησε διαπραγματεύσεις. Ξεκίνησαν με τις μάχες να συνεχίζονται. Οι επαναστατικές δυνάμεις πήραν τα εδάφη γύρω από το Ρίο Γκράντε και πολλές πόλεις στον Νότο. Στις 10 Μαΐου 1911, ο Πορφύριο Ντιάζ παραιτήθηκε και έφυγε στο εξωτερικό. Πέθανε στο Παρίσι, το 1915.

Ο Μαντέρο μπήκε θριαμβευτής στην Πόλη του Μεξικού, υπό τις ιαχές 5.000 οπαδών του Ζαπάτα. Τη διακυβέρνηση της χώρας ανέλαβε υπηρεσιακή κυβέρνηση που προκήρυξε εκλογές για τον Οκτώβριο. Ο Ζαπάτα ζήτησε την εδώ και τώρα διανομή των εδαφών που είχαν ιδιοποιηθεί οι τσιφλικάδες. Ο Μαντέρο πρότεινε τον αφοπλισμό των ανταρτών και του πρόσφερε γη που ο επαναστάτης δε δέχτηκε.

 

«Γη και Ελευθερία»

Στις εκλογές, ο Μαντέρο σάρωσε. Ανέλαβε επίσημα στις 6 Νοεμβρίου 1911. Ο Ζαπάτα τον συνάντησε για δεύτερη φορά. Ο Μαντέρο αρνήθηκε να διατάξει την αναδιανομή της γης. Με τη βοήθεια ενός δασκάλου, ο Ζαπάτα κατάρτισε το σχέδιο «αγιάλα» (ayala): Τα κλεμμένα εδάφη έπρεπε να επιστραφούν, τα τσιφλίκια να απαλλοτριωθούν στο τρίτο της αξίας τους και η γη των τσιφλικάδων που θα εναντιώνονταν θα κατασχόταν. Στη συνέχεια, θα γινόταν αναδιανομή των χωραφιών. Στις 27 Νοεμβρίου 1911, ο Εμιλιάνο Ζαπάτα δημοσίευσε τη διακήρυξή του για την αγροτική μεταρρύθμιση, δήλωσε ότι ο Μαντέρο ήταν ανίκανος να υλοποιήσει τα οράματα των αγωνιστών που τον έφεραν στην εξουσία και κήρυξε επανάσταση με σύνθημά του το θρυλικό «Tierra y Libertad» («Γη και Ελευθερία»).

Η φιγούρα του Ζαπάτα έγινε θρύλος: Μεγάλο σομπρέρο, ψυχρό βλέμμα, παχύ καμπυλωτό μουστάκι, πάντσο στον ώμο. Οι οπαδοί του περηφανεύονταν να ονομάζονται Ζαπατίστας. Χτυπούσε τα μεγάλα τσιφλίκια, έκαιγε τις επαύλεις των τσιφλικάδων, εκτελούσε τα όργανα των αφεντικών, λήστευε τους πλούσιους και μοίραζε τα χρήματα στους φτωχούς. Οι οπαδοί του εργάζονταν στα χωράφια με τα τουφέκια στους ώμους. Οπλίζονταν χτυπώντας κυβερνητικά στρατεύματα σε ενέδρες και πολεμούσαν αντάρτικα: Χτυπούσαν κι έφευγαν.

Ένας Αμερικανός δημοσιογράφος έγραψε για τον τρόπο δράσης τους: Όταν ο Ζαπάτα τους καλούσε, άφηναν το αλέτρι και συγκεντρώνονταν για τη μάχη. Μετά τη σύγκρουση, γύριζαν στα χωράφια και συνέχιζαν τη δουλειά που είχαν διακόψει, πάντα με το όπλο στον ώμο. Πολύ γρήγορα, μια τεράστια περιοχή του Νότου βρισκόταν κάτω από τη διοίκηση των Ζαπατίστας που πια αριθμούσαν πολλές χιλιάδες.

Τον ίδιο καιρό, ο Πάντσο Βίγια εξακολουθούσε να παραμένει ηγέτης των ανταρτών στον Βορρά. Ο στρατηγός Βικτοριάνο Χουέρτα (Huerta), ο οποίος στήριζε τον Μαντέρο, έστειλε να τον συλλάβουν με την υποψία ότι ετοίμαζε πραξικόπημα. Τον καταδίκασε σε θάνατο αλλά ο Μαντέρο μετέτρεψε την ποινή σε ισόβια. Τον Νοέμβριο του 1912, ο Πάντσο Βίγια δραπέτευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο Φρανσίσκο Μαντέρο αποδείχτηκε ανίκανος να κυβερνήσει. Ενθουσιώδης και ιδεαλιστής, φανατικός χορτοφάγος αλλά δίχως πολιτικές ικανότητες, δεν κατανόησε ότι έγινε η σημαία ενός συνασπισμού διαφορετικών συμφερόντων με μοναδικό κοινό σημείο την αντίθεσή τους στο καθεστώς Ντιάζ. Η διεφθαρμένη διοίκηση του δικτάτορα αντικαταστάθηκε από άλλη πιο διεφθαρμένη. Ο Μαντέρο βρέθηκε στη μέση της διαμάχης των ευνοημένων από τη δικτατορία και των επαναστατών που ζητούσαν ρηξικέλευθες κοινωνικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις. Οι εφημερίδες υποδαύλιζαν την κοινωνική αναταραχή και ο πρεσβευτής των ΗΠΑ ευνοούσε εξεγέρσεις καθώς νοιαζόταν για τα αμερικανικά συμφέροντα στο Μεξικό και φοβόταν ότι ο νέος πρόεδρος θα υποχωρούσε στις απαιτήσεις για αλλαγές.

Πρώτος επαναστάτησε ο άλλοτε υποστηρικτής του, Μπερνάντο Ρέγιες. Δεύτερος, ο επίσης άλλοτε υποστηρικτής του, Πασκουάλ Ορόζκο, που προέκυψε συντηρητικός. Τρίτος, ο Φελίξ Ντιάζ, ανιψιός του πρώην δικτάτορα. Κι οι τρεις κατέληξαν στις φυλακές, απ’ όπου συνέχισαν να συνωμοτούν. Πλησίασαν τον στρατηγό Χουέρτα, στον οποίο στηριζόταν ο Μαντέρο. Το πραξικόπημα ξέσπασε τον Φεβρουάριο του 1913. Κράτησε δέκα μέρες που αποκλήθηκαν «Το τραγικό δεκαήμερο». Ο Μαντέρο αιχμαλωτίστηκε. Στις 22 του μήνα, δολοφονήθηκε, ενώ μεταφερόταν στις φυλακές. Ο μαρτυρικός θάνατός του τον έκανε σύμβολο του αγώνα των δημοκρατικών δυνάμεων εναντίον των στρατοκρατών δικτατόρων και της κάθε είδους χούντας.

 

(τελευταία επεξεργασία, 14.6.2009)

 

Add comment


Security code
Refresh

Επικοινωνήστε μαζί μας