Ύδρευση και αποχέτευση
Καθώς ο πληθυσμός της πόλης συνεχώς αυξανόταν, η έλλειψη επαρκών ποσοτήτων νερού έγινε προσπάθεια να αντιμετωπιστεί νομοθετικά. Στα 621 π. Χ., ο Δράκοντας θέσπισε φορολογία του πόσιμου νερού. Την κατάργησε ο Σόλωνας (596 π. Χ.), ο οποίος πήρε σειρά μέτρων για τη σωστή διαχείριση των υδάτων. Δημιουργήθηκε μάλιστα ειδική υπηρεσία ελέγχου. Νόμοι καθόριζαν το βάθος των πηγαδιών και τη μεταξύ τους απόσταση. Κι ακόμα, οι Αθηναίοι υποχρεώνονταν να τηρούν συγκεκριμένα μέτρα, ώστε να μη βρομίζονται τα νερά.
Τη σχετική με την χρήση του νερού νομοθεσία βελτίωσε ο Πεισίστρατος (περίπου 600 – 527 π. Χ.), ο οποίος προχώρησε και στην δημιουργία νέου υδραγωγείου. Υπολογίζεται ότι κατασκευάστηκε ανάμεσα στα 540 και 530 π. Χ. Ήταν μια υπόγεια σήραγγα μήκους περίπου 2.800 μέτρων, ύψους 1,30 μ. και πλάτους 65 εκατοστών, μέσα από την οποία είχε ανοιχτεί βαθύ λαξευτό όρυγμα. Μέσα σ’ αυτό είχε τοποθετηθεί πήλινος αγωγός σε σχήμα σωλήνα με διατομή γύρω στα είκοσι εκατοστά. Οι σωληνώσεις, ανά τακτά διαστήματα, είχαν τρύπες που σφραγίζονταν από πήλινα και πέτρινα πώματα. Από αυτές τις τρύπες γινόταν ο καθαρισμός του αγωγού, ώστε το νερό να έχει υψηλή ποιότητα. Οι ενώσεις των σωλήνων είχαν γίνει με μολύβι. Ο αγωγός ξεκινούσε από τον Υμηττό και, περνώντας βορειοανατολικά από το σημερινού νεκροταφείου Ζωγράφου, την οδό Παπαδιαμαντοπούλου, τον Εθνικό Κήπο, την οδό Κυδαθηναίων, νότια από την Ακρόπολη κι έπειτα γυρνώντας βόρεια, κατέληγε στην πηγή της Καλλιρρόης. Εκεί, ο Πεισίστρατος δημιούργησε ένα από τα πιο όμορφα και χρήσιμα έργα του: Την Εννεάκρουνο, μια κρήνη με εννέα κρουνούς, όπου λούζονταν και οι νεόνυμφοι. Κατά τον Παυσανία, βρισκόταν στην περιοχή της Αγοράς, ο Ηρόδοτος, όμως, και ο Θουκυδίδης την τοποθετούσαν κοντά στο Ολυμπιείο, από την πλευρά του Ιλισού.
Ένα δίκτυο διανομής έφερνε το νερό στα διάφορα σημεία της πόλης, ενώ λειτουργούσαν και τεχνικοί πίδακες (αναβρυτήρια). Άλλωστε, η νομοθεσία καθόριζε και την καλή εμφάνιση του περιβάλλοντος χώρου, ο οποίος καλλωπιζόταν με δέντρα και φυτά και στολιζόταν με ωραία κτίρια. Τμήματα του Πεισιτράτειου υδραγωγείου έχουν ανακαλυφθεί στις περιοχές Ζωγράφου και Γουδή. Ο εκλεγμένος «επιμελητής κρηνών» ήταν επικεφαλής ειδικής επιτροπής που είχε την ευθύνη της αυστηρής τήρησης των νόμων για την εξασφάλιση της καλής λειτουργία των Κρηνών και της ποιότητας του νερού. Αργότερα, ο Κίμων74 δημιούργησε το ειδυλλιακό τοπίο στην περιοχή της Ακαδημίας με αρδευτικά έργα που πότιζαν την άλλοτε εκεί άνυδρη γη και την μετέτρεψε σε χώρο περιπάτου. Στον ίδιο οφείλεται και η δενδροφύτευση της Αγοράς.
Πιθανή λειψυδρία που παρατηρήθηκε τον Δ’ π. Χ. αιώνα, ανάγκασε τους Αθηναίους να καταφύγουν στην κατασκευή δεξαμενών για το μάζεμα του νερού της βροχής, ενώ πρόσφατες έρευνες έχουν αποκαλύψει και υπόγειες δεξαμενές που συνδέονταν μεταξύ τους με αγωγούς
Ήδη, από περίπου το 500 π. Χ., υπάρχουν αναφορές για δίκτυα ακάθαρτων και βρόχινων νερών. Ανάμεσά τους αναφέρεται ο αγωγός του Ηριδανού ποταμού και του νεότερου κεντρικού αγωγού που εξυπηρετούσαν την Αγορά, τον Άρειο Πάγο και την Πνύκα. Ήταν ανοιχτοί, εξέπεμπαν δυσοσμία κι, όπου τα νερά λίμναζαν, υπήρχε μεγάλος κίνδυνος να προκαλέσουν αρρώστιες ή και επιδημίες. Κι αυτό, επειδή οι Αθηναίοι δεν είχαν αποχετευτικό δίκτυο (όπως γενικά συνέβαινε σε όλες τις αρχαιοελληνικές πόλεις) και για τις φυσικές τους ανάγκες χρησιμοποιούσαν την ύπαιθρο. Ο Ηρόδοτος (τον πέμπτο π. Χ. αιώνα) έγραψε ότι οι Έλληνες τρώνε στο σπίτι αλλά βγαίνουν στην ύπαιθρο για τις φυσικές ανάγκες τους, σε αντίθεση με τους Αιγύπτιους που προτιμούν να κάνουν τα αισχρά στα κρυφά και τα μη αισχρά στα φανερά. Από ένα χρονικό σημείο κι έπειτα, οι ακάλυπτοι αγωγοί απαγορεύτηκαν, ενώ την προστασία του περιβάλλοντος ανέλαβαν οι αστυνόμοι (πέντε για την Αθήνα κι άλλοι πέντε για τον Πειραιά). Στην αρμοδιότητά τους βρισκόταν η αστυνόμευση των δρόμων με κύριο μέλημα την υγιεινή και την καθαριότητα, ενώ δούλοι που βρίσκονταν κάτω από τις διαταγές τους φρόντιζαν να μεταφέρονται τα απόβλητα σε χωματερές έξω από τα τείχη, σε απόσταση περίπου δυο χμ. (δέκα με έντεκα στάδια) από αυτά. Ένα από τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν ήταν η κοπριά από τα ζώα μεταφοράς αλλά και το περιεχόμενο των «δοχείων νυκτός» που άδειαζαν στους δρόμους πολλοί Αθηναίοι. Δικό τους καθήκον ήταν, επίσης, η εμφανής σηματοδότηση των συνόρων ανάμεσα στα κτήματα, για να αποφεύγονται οι καταπατήσεις αλλά και η εφαρμογή της απαγόρευσης να υπάρχουν πόρτες που άνοιγαν προς τα έξω ή εξώστες που να προβάλλονταν πάνω από τους δρόμους. Οι ίδιοι είχαν και την επίβλεψη του ναού της Πάνδημης Αφροδίτης (τη λατρεία της καθιέρωσε ο Θησέας ως «Αφροδίτη όλων των δήμων» που αυτός ένωσε, ενώ ο Σόλων ίδρυσε τον ναό της με τις πρώτες εισπράξεις από τη φορολόγηση της πορνείας) και λειτουργούσαν όπως η σύγχρονη αστυνομία ηθών. Στο έργο τους αυτό εποπτεύονταν από τους «γυναικονόμους», σώμα αρχόντων που συνεργάζονταν με τον Άρειο Πάγο, επέβαλαν πρόστιμο στις άκοσμες γυναίκες και αναγραφή του ονόματός τους σε πινακίδα που βρισκόταν σε δημόσια θέα.
Δρόμοι αστικοί και υπεραστικοί
Οι δρόμοι ήταν (και είναι) βασική προϋπόθεση για τη λειτουργία της πόλης. Χαράσσονταν από την μυκηναϊκή ακόμα εποχή αλλά ο Πεισίστρατος (μέσα του ΣΤ’ π. Χ. αιώνα) ήταν εκείνος που κατάλαβε τη μεγάλη σπουδαιότητα των οργανωμένων οδικών δικτύων και φρόντισε για την αξιοποίησή τους. Τον Ε’ αιώνα, το άστυ συνδεόταν με τον Πειραιά, ενώ βασικοί άξονες εξασφάλιζαν τη σύνδεσή του με την Ελευσίνα (Ιερά Οδός), την Δυτική Αττική και το Θριάσιο πεδίο από τη μια πλευρά και τη Λαυρεωτική, με κομβικό σημείο την Παλλήνη, από την άλλη. Κι ακόμα, κύριοι οδικοί άξονες ένωναν το άστυ με τα Μεσόγεια και τον Μαραθώνα αλλά και με τις βόρειες εξόδους στις Αχαρνές, στην Δεκέλεια και στις Αφίδνες. Ειδικό σώμα από πέντε «οδοποιούς», που κληρώνονταν για ετήσια θητεία, μεριμνούσε για τη συντήρησή τους, εντόπιζε τις όποιες φθορές, συνήθως λακκούβες, και φρόντιζε για την επιδιόρθωσή τους από δούλους.
Τα οδοστρώματα ήταν κατασκευασμένα από χαλίκια, κομμάτια κεραμιδιών και καλά πατημένο χώμα. Υπήρχαν οι δρόμοι για πεζούς και υποζύγια και εκείνοι που δέχονταν άμαξες (οι «αμαξήλατοι»): Δυο αυλάκια, σε απόσταση 1,40 μέτρα το ένα από το άλλο (αρματοτροχιές), υποδέχονταν τους τροχούς των δίτροχων ή τετράτροχων αμαξών, ώστε να μην κινδυνεύουν να λοξοδρομήσουν και να μπορούν να μεταφέρουν μεγαλύτερο βάρος. Σε κάποια σημεία, υπήρχαν «εκτροπές», για να μπορεί μια άμαξα να παραμερίζει και να περάσει η αντίθετα κινούμενη κι αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να υπήρχαν κανόνες οδικής συμπεριφοράς. Όλα αυτά βεβαιώνουν ότι οι άμαξες είχαν σταθερό μετατρόχιο (απόσταση του ενός τροχού από τον πλαϊνό του) 1,40 μ., όσο είναι και των σύγχρονων σιδηρόδρομων.
Πλάι σ’ αυτούς τους δρόμους, υπήρχαν νεκροταφεία, με τους ταφικούς περίβολους θεατούς για τους διερχόμενους, ώστε να μπορούν να δουν τις επιτύμβιες στήλες και τα ανάγλυφα που στόλιζαν τους τάφους. Η διάνοιξη της σύγχρονης Αττικής οδού, έφερε στο φως ανάλογα εκπληκτικά μνημεία, με χαρακτηριστικό ένα τμήμα ολόγλυφης δισώματης σφίγγας από μάρμαρο, που σμιλεύτηκε τον Ε’ π. Χ. αιώνα.
Μέσα στην πόλη, τον οδικό ιστό αποτελούσαν στενοί δρόμοι με πλάτος τρία ως πέντε μέτρα,
οπότε ήταν επιτακτική η ανάγκη να μην υπάρχουν εξώστες που να «κρέμονται» από πάνω τους και οι πόρτες των σπιτιών να μην ανοίγουν προς τα έξω. Μια κεντρική λεωφόρος, η οδός Τριπόδων, με πλάτος έξι μέτρων, ξεκινούσε από το θέατρο του Διονύσου, αγκάλιαζε την ανατολική πλευρά της Ακρόπολης και, κατά τον Παυσανία75, κατέληγε στο Πρυτανείο, στα βόρεια του βράχου, προς την Αγορά. Ένα μικρό τμήμα της καλύπτεται από τη σύγχρονη οδό Τριπόδων, στην Πλάκα. Την ονόμασαν έτσι, επειδή, είτε σ’ αυτήν είτε στον ναό του Διονύσου, τοποθετούσαν τα τιμητικά τους έπαθλα, που η πολιτεία τούς απένεμε, οι νικητές χορηγοί που αναλάμβαναν τα έξοδα στους αγώνες χορού κατά τη διάρκεια των επισήμων εορτών. Τον Ε’
π. Χ, αιώνα, οι τρίποδες αυτοί τοποθετούνταν σε απλές ψηλές βάσεις που, τον Δ’ π. Χ. αιώνα, εξελίχθηκαν σε αναπαραστάσεις ναών σε μικρογραφία. Ένα τέτοιο μνημείο είναι αυτό του Λυσικράτη, πλάι στην ομώνυμη σύγχρονη πλατεία, στην Πλάκα. Στήθηκε εκεί στα 335/334 π. Χ. και φέρει επιγραφή που λέει: «Λυσικράτης Λυσιθείδου Κικυνεύς εχορήγει Ακαμαντίς παίδων ενίκα θέων ηύλει Λυσιάδας Αθηναίος εδίδασκε Ευαίνετος ήρχε». Που σημαίνει ότι πρόκειται για μνημείο που ο Λυσικράτης, ο γιος του Λυσιθείδη, έστησε για να θυμίζει τη νίκη των παιδιών της Ακαμαντίδας φυλής στους αγώνες χορού, με δάσκαλό τους τον Αθηναίο Λυσιάδα, όταν επώνυμος άρχοντας ήταν ο Ευαίνετος76.
Το μνημείο είναι γνωστό και ως «φανάρι του Διογένη», καθώς, με τα χρόνια, θεωρήθηκε ότι είναι η βάση κάποιου «λύχνου» (φαναριού) και συνδέθηκε με το φανάρι που ο Διογένης κρατούσε όταν «έψαχνε για άνθρωπο» στην Αγορά. Σήμερα, θεωρείται το πιο καλά διατηρημένο χορηγικό μνημείο της Αθήνας.
Η κεντρική λεωφόρος της πόλης ήταν ο δρόμος των Παναθηναίων77, που ξεκινούσε από το Δίπυλο (την κεντρική πύλη εισόδου στην Αθήνα), διέσχιζε την Αγορά και κατέληγε στην Ακρόπολη. Αυτήν ακολουθούσε η μεγάλη πομπή των Παναθηναίων και σ’ αυτήν διεξάγονταν οι αρματοδρομίες. Και μια άλλη λεωφόρος ένωνε το άστυ με τον Πειραιά78.
Η περσική εισβολή στην Αττική (480 π. Χ.) είχε αποτέλεσμα την καταστροφή και των όποιων προστατευτικών τειχών διέθετε η Αθήνα. Με την απαλλαγή του Ελλαδικού χώρου από τους Πέρσες, ένα από τα πρώτα μελήματα του Θεμιστοκλή ήταν η οχύρωση της πόλης αλλά και του Πειραιά, που ο ίδιος είχε ξεκινήσει από το 493 π. Χ., καθώς πολλά επένδυε στην ανάπτυξή του. Το άστυ απέκτησε νέο τείχος, ενώ οχυρώθηκε και η βόρεια πλευρά της Ακρόπολης και συμπληρώθηκε η τείχιση του Πειραιά. Το όλο έργο αποπεράτωσε, λίγα χρόνια αργότερα, ο Κίμωνας που φρόντισε και για την ανέγερση των «Μακρών τειχών», της οχύρωσης που προστάτευε τη διαδρομή από το άστυ ως τον Πειραιά. Κτίστηκαν τότε τα λεγόμενα «Φαληρικό» και «Βόρειο τείχος»79 (459 - 456 π. Χ.) και προστατεύτηκε με ιδιαίτερη τείχιση το νότιο τμήμα της Ακρόπολης. Αργότερα (446 – 443 π. Χ.), ο Περικλής μερίμνησε να ανεγερθεί το «Ενδιάμεσο» (ανάμεσα στο Βόρειο και στο Φαληρικό) τείχος.
Το τείχος που ξεκίνησε να κτίζεται από τον Θεμιστοκλή είχε περίπου οκτώ μέτρα ύψος και πλάτος τρία, με τουλάχιστο 13 πύλες εισόδου στο άστυ. Η μεγαλύτερη από αυτές ήταν στην δυτική πλευρά, πλάι στο νεκροταφείο του Κεραμεικού. Ονομαζόταν Δίπυλον αλλά και Θριασίου (ή Κεραμεικού) Πύλαι. Από εκεί ξεκινούσαν οι δρόμοι για τον Πειραιά, την Ελευσίνα, την Ακαδημία καθώς και για τις εκτός του κράτους Πελοπόννησο, Στερεά Ελλάδα και Θεσσαλία. Στα δυτικά του, περίπου εξήντα μέτρα μακριά, υπήρχε η Ιερή Πύλη, από την οποία ξεκινούσε η μεγάλη πομπή των 22 χμ. για την Ελευσίνα, στις γιορτές της θεάς Δήμητρας.
Μέσα στον προστατευμένο από τα τείχη χώρο, υψώθηκαν τα αριστουργήματα αρχιτεκτονικής και γλυπτικής του χρυσού αιώνα. Με την Ακρόπολη να μεταβάλλεται σε χώρο παγκόσμιας ακτινοβολίας.
Όταν έρρεε το χρήμα
Το ταμείο της Αθηναϊκής Συμμαχίας στη Δήλο80 διέθετε τεράστια ποσά κι έφτασε στο σημείο να δανείζει πόλεις κράτη που είχαν ανάγκη. Στα 460 π. Χ., οι Αθηναίοι και οι σύμμαχοί τους εκστράτευσαν στην Αίγυπτο για να βοηθήσουν τους Αιγύπτιους στην τότε επανάστασή τους εναντίον των Περσών. Η εκστρατεία τέλειωσε καταστροφικά στα 454 π. Χ., με απολογισμό 20.000 νεκρούς και εκατό βυθισμένα πλοία. Με τον φόβο μιας περσικής εκστρατείας στο Αιγαίο, οπότε τα σε χρήμα αποθέματα της συμμαχίας θα κινδύνευαν, οι Αθηναίοι πρότειναν και οι σύμμαχοί τους αποδέχτηκαν, το ταμείο, από τον ναό του Απόλλωνα στην Δήλο, να μετακομίσει στον ναό της Αθηνάς, στην Ακρόπολη. Οι εισφορές των συμμαχικών πόλεων συνέχιζαν να καταβάλλονται κανονικά και τα αποθεματικά του ταμείου να αυξάνονται με γοργούς ρυθμούς.
Απόλυτος κυρίαρχος της πολιτικής σκηνής, ο Περικλής οραματίστηκε την ανοικοδόμηση όλων των ανά τον Ελλαδικό χώρο ιερών που οι Πέρσες είχαν καταστρέψει κατά την διάρκεια των περσικών πολέμων. Για τον σκοπό αυτόν, θέλησε να οργανώσει συνέδριο με τη συμμετοχή όλων, όσοι είχαν συγκρουστεί με τους Πέρσες. Οι Σπαρτιάτες αρνήθηκαν να μετάσχουν, οπότε το σχέδιο του Περικλή περιορίστηκε στα όρια της Αθηναϊκής Συμμαχίας. Ξεκινώντας το από την Αθήνα: Στα 449 π. Χ., ζήτησε να του επιτραπεί να χρησιμοποιήσει 9.000 τάλαντα (ποσό εξωπραγματικό για την εποχή, αφού ένα τάλαντο αρκούσε για την πληρωμή των διακοσίων κωπηλατών μιας τριήρης) του ταμείου για την ανοικοδόμηση της Ακρόπολης και την αποκατάσταση των ζημιών που οι Πέρσες είχαν προκαλέσει στην Αττική. Του ενέκριναν να πάρει 5.000 τάλαντα τον πρώτο χρόνο (τόσα κόστισε η οικοδόμηση του Παρθενώνα) κι άλλα διακόσια για κάθε επόμενο, ώσπου να ολοκληρωθούν τα έργα. Ήταν η πιο μεγάλη κατάχρηση ξένου χρήματος αλλά οδήγησε στη δημιουργία των πιο σπουδαίων έργων.
Ξεκίνησαν να ανεγείρονται οι ναοί του Ποσειδώνα στο Σούνιο, της Νέμεσης στον Ραμνούντα, του Άρη στις Αχαρνές (ή, κατά τον Μανώλη Κορρέ, στην Παλλήνη) και του Ηφαίστου στον Αγοραίο Κολωνό, στο άστυ. Κι ακόμα, στη νότια πλαγιά της Ακρόπολης, άρχισε το κτίσιμο του παγκόσμια πρώτου μεγάρου μουσικής, του Ωδείου, όπου θα διεξάγονταν οι μουσικοί αγώνες των Παναθηναίων. Στο ψηλότερο σημείο της Ακρόπολης ξεκίνησε να υψώνεται το καύχημα της Αθήνας, ο Παρθενώνας, κι αμέσως μετά την ολοκλήρωσή του, στην είσοδο του Ιερού Βράχου, άρχισαν να οικοδομούνται τα μεγαλοπρεπή Προπύλαια
Τρία χρόνια αργότερα (444 π. Χ.), ο αρχηγός των αριστοκρατικών και συγγενής του πια νεκρού Κίμωνα, Θουκυδίδης (άσχετος με τον συνώνυμό του ιστορικό), τον κατηγόρησε ότι κατασπαταλά τα χρήματα της Αθηναϊκής πολιτείας και των συμμάχων της σε έργα εξωραϊσμού της Αθήνας. Ο Περικλής απάντησε ότι οι σύμμαχοι κατέβαλλαν εισφορές για την άμυνά τους και, αφού η Αθήνα τους την εξασφάλιζε, δεν είχε καμιά υποχρέωση να δίνει λογαριασμό για το πού ξόδευε τα χρήματα του ταμείου. Όσο για τα χρήματα του αθηναϊκού δημοσίου, ήταν πρόθυμος να τα αντικαταστήσει με δικά του, με την προϋπόθεση ότι πάνω στα έργα θα χαραχτεί το όνομά του. Το χειροκρότημα όλων, όσοι παρευρίσκονταν την ώρα εκείνη στην Εκκλησία του Δήμου, επισφράγισε την αποδοχή της πολιτικής του, που, άλλωστε, έδινε δουλειά σε χιλιάδες κατοίκους της Αττικής. Ταυτόχρονα, ο Περικλής κατάφερε, ώστε ο αντίπαλός του να εξοστρακιστεί (να εξοριστεί για δέκα χρόνια) κι έτσι να μείνει ο ίδιος απόλυτος κυρίαρχος του παιχνιδιού. Ο και θαυμαστής του, ιστορικός Θουκυδίδης, έγραψε ότι, στην πραγματικότητα, η Αθηναϊκή δημοκρατία ήταν «ενός ανδρός αρχή». Περίπου πέντε αιώνες αργότερα, ο Πλούταρχος που είδε ολοκληρωμένο το θαύμα της Ακρόπολης, έγραψε:
«Γι’ αυτό είναι ακόμη αξιοθαύμαστα τα έργα του Περικλή: Δημιουργήθηκαν μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα για να διαρκέσουν πολύ. Ξεχωριστά το καθένα από αυτά ως προς την ωραιότητά του είναι αρχαίο, αλλά ως προς τη φρεσκάδα και τη ζωντάνια του παραμένει, ακόμη και σήμερα, σύγχρονο, λες και κατασκευάστηκε χτες. Τέτοια είναι η παντοτινή νεότητα που αναβλύζει από αυτά τα έργα. Διατηρεί την όψη τους αναλλοίωτη στον χρόνο, σαν να τα ποτίζει το παντοτινό πνεύμα μιας αγέραστης ψυχής».
Η επιτελική ομάδα
Η ανθρωπότητα, ουσιαστικά, χρωστά τη γέννηση του Δυτικού πολιτισμού σε έναν από τους δασκάλους του Περικλή, τον φιλόσοφο Αναξαγόρα, από τις Κλαζομενές της Ιωνίας (Μ. Ασία). Πρέπει να ήταν δέκα χρόνια μεγαλύτερος από τον μαθητή του καθώς γεννήθηκε γύρω στα 500 π. Χ. Στην Αθήνα ήρθε στα είκοσί του χρόνια κι έβγαζε το ψωμί του διδάσκοντας γόνους πλουσίων οικογενειών, ένας από τους οποίους ήταν και ο Περικλής. Κυρίως, τον έμαθε να σκέφτεται. Και τον απάλλαξε από τις δεισιδαιμονίες που μάστιζαν τον τότε κόσμο. Τον δίδαξε να βλέπει τη λογική πλευρά των πραγμάτων και να αποζητά να προβλέψει το μέλλον όχι με τους χρησμούς και τις θρησκευτικές τελετές αλλά με την ανάλυση των δεδομένων μέσα από την κοινή λογική. Έτσι, ο Περικλής έμαθε τον τρόπο, με τον οποίο μπορούσε ο ίδιος να κτίσει το μέλλον και τον δίδαξε στους Αθηναίους, από τους οποίους απλώθηκε ανά την υφήλιο. Οι θέσεις του Αναξαγόρα έγιναν δημοφιλή θέματα συζητήσεων αλλά οι πολιτικοί αντίπαλοι του Περικλή τον κατηγόρησαν για αθεΐα (434 π. Χ.). Έφυγε στη Λάμψακο της Ιωνίας, όπου ίδρυσε σχολή, και πέθανε εκεί το 428 π. Χ.
Οι Αθηναίοι τον ονόμαζαν «Νου», επειδή το κέντρο της φιλοσοφίας του στηριζόταν στον ανθρώπινο νου. Κατά τον Β. Γαίγκερ (Werner Jaeger, 1888 - 1961), ο Νους του Αναξαγόρα «είναι ο κυρίαρχος θεός, που, ανεξάρτητος από καθετί, επιβάλλεται στα πάντα και που, για πρώτη φορά στην ελληνική σκέψη, δηλώνεται ρητά η παρουσία του». Χάρη στον Αναξαγόρα, ο άνθρωπος μπορεί να συνειδητοποιήσει πως έχει πρόσβαση στο θείο μέσω της εγγενούς σ’ αυτόν νόησης. Κατά τον Μ. Ντετιέν (Marcel Detienne, γεννήθηκε το 1935), αντίθετα, ο Αναξαγόρας πέρασε τον θεωρητικό στοχασμό, από το στάδιο της μαγείας, στο οποίο είχε αρκεστεί ο Ερμότιμος81, στο στάδιο της φιλοσοφίας: Θέλησε να αντικαταστήσει την εικόνα του θεού με την έλλογη μέθοδο. Έτσι κι αλλιώς, ο Αναξαγόρας ήταν ο πρώτος φιλόσοφος που εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και σ’ αυτόν κατά πρώτον λόγο (όπως και στον μαθητή του, Περικλή) οφείλεται το ότι το άστυ έγινε η κοιτίδα του πολιτισμού της Δύσης.
Το σχέδιο του Περικλή για την αναμόρφωση της Αθήνας και, γενικότερα, της Αττικής, πρέπει να είναι αποτέλεσμα συνεργασίας με τον φίλο του, φημισμένο γλύπτη Φειδία, και τον επίσης φημισμένο αρχιτέκτονα, Ικτίνο, τον οποίο οι πηγές αναφέρουν ως φίλο του Φειδία. Και οι δυο τους, όπως άλλωστε και ο Αναξαγόρας, εγκατέλειψαν την Αττική: Ο Ικτίνος για να μεταβεί στις Βάσσες όπου έκτισε τον ναό του Επικούρειου Απόλλωνα και ο Φειδίας (που κατηγορήθηκε για υπεξαίρεση από τους αντιπάλους του Περικλή) για την Ολυμπία, όπου φιλοτέχνησε το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία, ένα από τα επτά θαύματα της αρχαιότητας.
Σκοπός του Περικλή ήταν να αποκατασταθούν τα κατεστραμμένα από τους Πέρσες εμβληματικά κτίρια αλλά και να υπογραμμιστεί η συμβολή των Αθηναίων στην εκδίωξή τους από τον Ελλαδικό χώρο. Κι ακόμα, να τονιστεί η ανωτερότητα του πολιτεύματος της δημοκρατίας που ο Κλεισθένης (θείος της μητέρας του Περικλή) εισηγήθηκε και ο ίδιος παγίωσε.
Τα έξω από την Ακρόπολη μνημεία
Ο μεγαλοπρεπής δωρικός ναός του Ηφαίστου (αυτός που αποκαλούμε «Θησείο») μάλλον ήταν ιδέα των βετεράνων των περσικών πολέμων που ανήκαν στο περιβάλλον του Κίμωνα και ξεκίνησε να κτίζεται όχι νωρίτερα από τα 460 και όχι αργότερα από το 448 π. Χ. Ήταν αφιερωμένος στους θεούς Ήφαιστο και Αθηνά82 και είναι ο πιο καλά διατηρημένος αρχαίος ναός σε ελληνικό έδαφος. Αγνοούμε, ποιος ήταν ο αρχιτέκτονας που τον σχεδίασε. Εικάζεται ότι είναι ο ίδιος ή της ίδιας σχολής με εκείνον ή εκείνους που ανέγειραν τον ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο, του Άρη στις Αχαρνές και της Νέμεσης στον Ραμνούντα.
Ο γλυπτός διάκοσμος στο ανατολικό αέτωμα που αναπαριστάνει τους άθλους του Ηρακλή ολοκληρώθηκε περίπου στα 445 π. Χ. Κι ανάμεσα στα 445 με 440 π. Χ., τελείωσε η δυτική ζωφόρος83. Την επόμενη πενταετία έγινε η εσωτερική διαμόρφωση του ναού με αλλαγή στον αρχικό σχεδιασμό και ολοκληρώθηκαν η ανατολική ζωφόρος καθώς και τα γλυπτά του δυτικού αετώματος. Οι μετόπες στην βόρεια και τη νότια πλευρά αναπαριστούσαν τους άθλους του Θησέα, γεγονός που οδήγησε στη λανθασμένη εκτίμηση ότι πρόκειται για αφιέρωμα στον ήρωα της Αθήνας. Πολύ περισσότερο που οι υπόλοιπες μετόπες παρέμειναν αδιακόσμητες. Το όλο έργο ολοκληρώθηκε πολύ αργά (στα 420 π. Χ.), ενώ τα αγάλματα του Ηφαίστου και της Αθηνάς στήθηκαν εκεί ανάμεσα στα 421 και 415 π. Χ.
Στα 446 π. Χ., νότια στην Ακρόπολη, εγκαινιάστηκε το Ωδείο. Ήταν ο πρώτος στην Ιστορία στεγασμένος πολυχώρος πολιτιστικών εκδηλώσεων, επικοινωνιακό όπλο του Περικλή ενάντια στους τελικά νικημένους βαρβάρους του Ξέρξη: Η μορφή του θύμιζε τη σκηνή του βασιλιά των Περσών που, όμως, οδηγούσε τον επισκέπτη σε μια τετράγωνη αίθουσα με κίονες και με, γύρω γύρω, ξύλινες κερκίδες, έχοντας στη μέση τον χώρο, όπου πραγματοποιούνταν οι διάφορες εκδηλώσεις. Το κτίριο χρησιμοποιήθηκε για τη διεξαγωγή μουσικών αγώνων αλλά και ως τόπος συνεδριάσεων και δικών. «Έζησε» ακριβώς 360 χρόνια, ως το 86 π. Χ., οπότε οι Αθηναίοι το κατέστρεψαν για να μην επιτρέψουν στον Ρωμαίο Σύλλα, που πολιορκούσε την πόλη, να το ξηλώσει και να χρησιμοποιήσει την ξυλεία του. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα (61 π. Χ.), ο Αριοβαρζάνης Β’ ο Φιλοπάτωρας84 χρηματοδότησε την ανακατασκευή του.
Τον ναό του Άρη, οι σύγχρονοι τον βρήκαν στην αρχαία Αγορά: Ήταν τόσο όμορφος που οι Ρωμαίοι τον αποσυναρμολόγησαν, τον μετέφεραν στο άστυ και τον ξαναέστησαν εκεί, την εποχή που οι αυτοκράτορές τους είχαν θεοποιηθεί. Το ότι αποσυναρμολογήθηκε τεκμαίρεται από τα χαραγμένα γράμματα σε σημεία του ναού, ώστε η συναρμολόγηση να γίνει σωστά. Και η μεταφορά του αποδίδεται στην θεοποίηση του Γάιου, εγγονού του πρώτου αυτοκράτορα, Οκταβιανού Αύγουστου, που επονομάστηκε «νέος Άρης». Μεταφέρθηκε το 2 (μ. Χ.), επί ρωμαιοκρατίας.
Ναός του Άρη πιστεύεται ότι κτίστηκε στις Αχαρνές αλλ’ όταν ο Παυσανίας πέρασε από εκεί, τον Β’ (μ. Χ.) αιώνα, δεν τον είδε. Υποθέτουμε, επειδή είχε ήδη μεταφερθεί. Κατά τον Μανόλη Κορρέ, όμως, ο ναός είχε κτισθεί στην αρχαία Παλλήνη (Γλυκά Νερά), όπου λατρευόταν η θεά Αθηνά Παλληνιάδα. Μεταφέρθηκε στην Αγορά και αφιερώθηκε στον Άρη. Αυτόν ο Παυσανίας τον αναφέρει. Τον κατέστρεψαν οι Έρουλοι όταν εισέβαλαν στην Αθήνα (το 267).
Σε ανασκαφές, στις αρχές του εικοστού αιώνα, στο Σούνιο, βρέθηκαν τέσσερις μαρμάρινοι κούροι που είχαν φιλοτεχνηθεί στα 490 π. Χ. και καταστράφηκαν το 480 π. Χ., όταν οι Πέρσες εισέβαλαν στην Αττική. Οι εισβολείς κατέστρεψαν και τον αφιερωμένο στον Ποσειδώνα ναό που είχε ξεκινήσει να κτίζεται εκεί στις αρχές του αιώνα κι ακόμα δεν είχε ολοκληρωθεί. Στα 449 π. Χ., με βάση το οικοδομικό πρόγραμμα του Περικλή, ξεκίνησε να κτίζεται ο μαρμάρινος ναός του Ποσειδώνα, που ολοκληρώθηκε στα 440 π. Χ. Σχεδιάστηκε στα αχνάρια του ναού που οι Πέρσες ξεθεμελίωσαν αλλά έχει τα χαρακτηριστικά του αφιερωμένου στον Ήφαιστο και την Αθηνά που ανεγέρθηκε στην Αγορά (αυτού που οι σύγχρονοι ονομάζουν «Θησείο»). Και με τις μετόπες του λευκές. Με την δημιουργία του, ο Περικλής υπογράμμισε την αφοσίωση των Αθηναίων στη λατρεία του θεού που κάποτε διεκδίκησε την Αθήνα, συνεχίζοντας έτσι τον προαιώνιο σεβασμό των Αθηναίων στην ιερότητα του χώρου, καθώς ο βράχος ήταν αφιερωμένος στον Ποσειδώνα τουλάχιστον από την ομηρική εποχή. Έναν αιώνα νωρίτερα (γύρω στα 590 π. Χ.), άλλωστε, σε ύψος 73 μ. πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, είχε στηθεί ο κολοσσιαίος κούρος (3,05 μ. ύψος) «του Σουνίου», όπως αποκλήθηκε, θεατός από τους ναυτικούς που περιέπλεαν το ακρωτήριο. Σώθηκε από τους Πέρσες καθώς, μάλλον πρόλαβαν και τον έκρυψαν: Βρέθηκε το 1906 μέσα σε ένα πηγάδι κοντά στον ναό και κοσμεί το Αρχαιολογικό μουσείο της Αθήνας, αφού γλίτωσε και την γερμανική λεηλασία, την περίοδο της κατοχής, όταν θάφτηκε όρθιος, μαζί με άλλα εκθέματα, στα υπόγεια του μουσείου, σε λάκκο που καλύφθηκε με πλάκες από τσιμέντο.
Στον Ραμνούντα, στην περιοχή του Μαραθώνα, αρκετά πριν από τον ΣΤ’ π. Χ. αιώνα, είχε με πωρόλιθο κτιστεί ένας αφιερωμένος στη Νέμεση ναός. Καταστράφηκε στα 480 π. Χ. Ένας νέος ναός συμπεριλήφθηκε στα σχέδια του Περικλή. Κι αυτός θυμίζει την τεχνοτροπία του αρχιτέκτονα που δημιούργησε τον αφιερωμένο στον Ήφαιστο και την Αθηνά ναό. Η οικοδόμησή του ξεκίνησε το 436 π. Χ. με τις κύριες εργασίες του να έχουν ολοκληρωθεί το 432 π. Χ. και την αποπεράτωσή του να διακόπτεται το 431 π. Χ. εξαιτίας του Πελοποννησιακού πολέμου και να ολοκληρώνεται σταδιακά στις δεκαετίες του 430 και 420 π. Χ. Κτίστηκε, όχι πια με πωρόλιθο αλλά με σκούρο μάρμαρο που αργότερα επενδύθηκε με λευκό και κοσμήθηκε με γλυπτά του, μαθητή και ερωμένου του Φειδία, Αγορακρίτου. Ανάμεσά τους και το άγαλμα της θεάς, από παριανό μάρμαρο, που τοποθετήθηκε στον σηκό (το κυρίως εσωτερικό) του ναού.
Ο Αγοράκριτος το είχε φιλοτεχνήσει ( ανάμεσα στα 425 με 423 π. Χ.) μετέχοντας σε διαγωνισμό με τον επίσης μαθητή του Φειδία, Αλκαμένη, για το άγαλμα που θα κοσμούσε τον ναό της «Αφροδίτης εν Κήποις», στην περιοχή του Ιλισού. Νίκησε ο Αλκαμένης, οπότε η Αφροδίτη, με κάποιες προσθήκες, έγινε Νέμεση και μεταφέρθηκε στον Ραμνούντα, όπου ο Αγοράκριτος είχε αναλάβει το στόλισμα του ναού της. Σε μια ταινία, γύρω από ένα κλαδί ελιάς που η θεά κρατούσε, υπήρχε επιγραφή που ανέφερε ότι «Αγοράκριτος εποίησε». Και στην βάση του ο γλύπτης αναπαριστούσε την παραλλαγή του μύθου για την Ωραία Ελένη, ότι δεν ήταν μητέρα της η Λήδα αλλά η Νέμεση:
Την θεά που εμφανιζόταν και επιβαλλόταν εκεί όπου προσβαλλόταν η Θέμιδα, η δικαιοσύνη, την ορέχτηκε ο Δίας (και όχι την Λήδα) και την πήρε στο κυνήγι, καθώς εκείνη το έβλεπε πως ένα σμίξιμό της με τον αρχηγό των θεών δεν θα ήταν ό,τι το πιο σωστό. Βούτηξε στην θάλασσα και μεταμορφώθηκε σε ψάρι. Ο Δίας την εντόπισε. Η Νέμεση βγήκε στην ξηρά και μεταμορφώθηκε σε χήνα. Ο Δίας άρπαξε την ευκαιρία, μεταμορφώθηκε σε κύκνο κι έσμιξε μαζί της. Όταν ήρθε η ώρα, η χήνα γέννησε ένα αβγό, «στο χρώμα του γαλάζιου υάκινθου», όπως διευκρινίζει η ποιήτρια Σαπφώ. Το βρήκε η Λήδα ή ένας βοσκός που της το πρόσφερε ή ρίχτηκε στην αγκαλιά της Λήδας από τον Ερμή. Όπως και να έγινε, η Λήδα το κράτησε, μέσα από αυτό ξεπήδησε η Ωραία Ελένη και η Λήδα την δέχτηκε σαν κόρη της.
Η σκηνή που ο Αγοράκριτος αναπαράστησε, δείχνει τη Λήδα να παραδίδει στη Νέμεση την Ωραία Ελένη. Τη σκηνή παρακολουθούν ο Αγαμέμνονας, ο Μενέλαος, ο πεθερός του, Τύνδαρος, και άλλοι. Μόνο περιγραφές έχουν διασωθεί από αυτό το γλυπτό, καθώς έπεσε θύμα της θρησκευτικής μανίας των χριστιανών, όταν επικράτησε η θρησκεία τους (κομμάτι από το κεφάλι του βρίσκεται στο Βρετανικό μουσείο). Ο ίδιος ο ναός συνέχισε να ακμάζει και την περίοδο της ρωμαιοκρατίας, όταν οι αυτοκράτορες πρόσφεραν εκεί πλούσια αφιερώματα.
Για τον ναό της «Αφροδίτης εν κήποις» λίγα γνωρίζουμε. Άρχισε να κτίζεται στα 440 π. Χ. και μάλλον ολοκληρώθηκε στα 430 π. Χ. Πρέπει να βρισκόταν στα νοτιοανατολικά της Αθήνας και από την ονομασία της εικάζεται ότι περιτριγυριζόταν από πλούσια βλάστηση, οπότε τον τοποθετούν πλάι στον Ιλισό. Σ’ αυτόν είχε στηθεί το άγαλμα του Αλκαμένη που νίκησε τον Αγοράκριτο. Ένας ναός της Αφροδίτης υπήρχε και στη βορεινή πλαγιά της Ακρόπολης και πιστεύεται ότι ήταν παράρτημα του «εν κήποις».
Η ώρα του Φειδία
Ο φιλόσοφος Αναξαγόρας έδωσε την ώθηση στην δημιουργία του «χρυσού αιώνα» αλλά ο γλύπτης Αγελάδας είναι εκείνος που φρόντισε να δημιουργηθούν τα ανθρώπινα εργαλεία για την οικοδόμησή του. Ήταν σπουδαίος καλλιτέχνης και διατηρούσε στο Άργος σχολή, στην οποία, ανάμεσα σε άλλους, φοίτησαν και οι φημισμένοι Μύρωνας, Πολύκλειτος (κυρίως δραστηριοποιήθηκε στην Πελοπόννησο) και Φειδίας. Με τον τελευταίο να είναι το μυαλό και η ψυχή της υλοποίησης του οράματος που ο Περικλής θέλησε να κάνει πράξη.
Ελάχιστα γνωρίζουμε για τον μεγάλο δάσκαλο. Ο Αγελάδας φιλοτέχνησε πολυπρόσωπες συνθέσεις και αγάλματα θεών αλλά κυρίως απαθανάτισε νικητές στους Ολυμπιακούς αγώνες. Χρονολογώντας τα γλυπτά του, με βάση τις Ολυμπιάδες, στις οποίες νίκησαν, γνωρίζουμε ότι έδρασε ανάμεσα στα 520 και 480 π. Χ. Όλα τα έργα του ήταν από χαλκό. Κανένα τους δεν έχει σωθεί.
Παλαιότερος των συμμαθητών Φειδία και Πολυκλείτου, ο Μύρωνας, γεννήθηκε στις Ελευθερές (πόλη της Βοιωτίας που πέρασε στην κατοχή των Αθηναίων κατά τον έκτο π. Χ. αιώνα). Δούλεψε τον μπρούντζο και ξεπέρασε τον δάσκαλό του σε φήμη, φιλοτεχνώντας ανδριάντες θεών, ηρώων και αθλητών. Είναι ο αρχαιότερος φημισμένος γλύπτης καθώς έδρασε ανάμεσα στα 480 και 440 π. Χ. με δημοφιλέστερο έργο του τον μπρούτζινο δισκοβόλο (450 π. Χ.). Τον δείχνει σε στιγμιότυπο πάνω στην περιστροφή του, λίγο πριν να εξαπολύσει τον δίσκο. Το πρωτότυπο έχει χαθεί αλλά τον γνωρίζουμε από μαρμάρινα ρωμαϊκά αντίγραφα και περιγραφές του Λουκιανού. Στην ιστορία της τέχνης, είναι από τα πρώτα που δείχνουν αθλητή σε στιγμιαία στάση.
Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον ξεπήδησε η μεγάλη μορφή του Φειδία. Γόνος πλούσιας και αριστοκρατικής αθηναϊκής οικογένειας, πρέπει να γεννήθηκε γύρω στα 490 π. Χ. Με έμφυτη καλλιτεχνική ροπή, αρχικά ξεκίνησε να ζωγραφίζει αλλά γρήγορα τον κέρδισε η γλυπτική, την οποία διδάχθηκε κοντά στον Αργείο Αγελάδα. Αν και ο δάσκαλός του δούλευε μόνο τον χαλκό, ο Φειδίας, εκτός από αυτόν, χειριζόταν με μεγάλη ευκολία και το ξύλο, το μάρμαρο, τον χρυσό και το ελεφαντόδοντο, ενώ γνώριζε πολύ καλά και τους κανόνες της αρχιτεκτονικής.
Η δράση του ξεκίνησε γύρω στα 465 π. Χ., όταν στα πράγματα βρισκόταν ο Κίμωνας, γιος του Μιλτιάδη, με πρώτη γνωστή μας δουλειά του να είναι το μπρούτζινο σύμπλεγμα στους Δελφούς, σε ανάμνηση της νίκης στον Μαραθώνα. Απαρτιζόταν από τους θεούς Αθηνά και Απόλλωνα, ήρωες μαχητές και τον Μιλτιάδη. Τον ίδιο καιρό, πάνω στην Ακρόπολη κι ανάμεσα στους χώρους όπου αργότερα κτίστηκαν τα Προπύλαια και το Ερέχθειο, τοποθετήθηκε το επιβλητικό χάλκινο άγαλμά του της Αθηνάς Προμάχου. Στους Αθηναίους, η όλη εργασία κόστισε το ένα δέκατο από τα λάφυρα που απέκτησαν στη μάχη του Μαραθώνα (490 π. Χ.) αλλά το αποτέλεσμα ήταν εκπληκτικό: Πάνω σε ένα βάθρο δυο μέτρα ύψος, η όρθια Αθηνά κρατούσε ασπίδα στο ένα χέρι και στο άλλο δόρυ, του οποίου η αιχμή αλλά και το λοφίο του κράνους της, όπως λέει ο Παυσανίας, φαίνονταν από τη θάλασσα και μπορούσαν να τα θαυμάσουν, όσοι έρχονταν με πλοίο από τη μεριά του Σουνίου. Βάση και άγαλμα είχαν συνολικό ύψος εννιά μέτρα, ενώ το δόρυ υπολογίζεται ότι είχε μήκος ανάμεσα στα εννιά με δεκαέξι μέτρα. Στην ασπίδα της, υπήρχε παράσταση της Γιγαντομαχίας που φιλοτέχνησε ο φίλος του Φειδία, ζωγράφος Παρράσιος.
Πάνω από επτακόσια χρόνια αργότερα, στα 395 (μ. Χ.), ο Αλάριχος και οι Βησιγότθοι του εισέβαλαν στην Αττική και τη λεηλάτησαν. Δεν μπήκαν στην Αθήνα, επειδή ο Αλάριχος ατένισε το άγαλμα και τρόμαξε: Του φάνηκε ότι η Αθηνά κινιόταν, οπότε προτίμησε να μην τα βάλει μαζί της. Έτσι κι αλλιώς, εβδομήντα χρόνια αργότερα, το 465, το άγαλμα μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο αυτοκράτορας Λέοντας Α’ είχε οικονομικά προβλήματα.
Στα 449 π. Χ., μπήκε μπροστά το οικοδομικό πρόγραμμα του Περικλή που έδωσε δουλειά σε χιλιάδες κατοίκους της Αττικής και λάμπρυνε την Αθήνα με τα αθάνατα μνημεία. Ο Φειδίας ορίστηκε επικεφαλής του εγχειρήματος: «πάντα ην σχεδόν επ’ αυτώ, πάντων επίσκοπος ην και πάσιν επεστάτει τοις τεχνίταις δια φιλίαν Περικλέους», γράφει ο Πλούταρχος, αποδίδοντας την τοποθέτησή του στη θέση αυτή ως απόρροια της φιλίας του με τον ισχυρό άνδρα της Αθήνας.
Ο Παρθενώνας
Υλοποιώντας το όραμα του Περικλή, ο Φειδίας και οι αρχιτέκτονες Ικτίνος και Καλλικράτης ξεκίνησαν το μεγαλεπήβολο σχέδιο με το κτίσιμο του Παρθενώνα. Ο Φειδίας και ο Ικτίνος συνδέονταν με φιλία και ο Καλλικράτης είχε ήδη στο ενεργητικό του τη συμμετοχή στο κτίσιμο των Μακρών τειχών, στα χρόνια ανάμεσα στα 460 και 450 π. Χ., όπως σε δικό του σχεδιασμό οφείλεται και ο ναός της Απτέρου Νίκης στον βράχο της Ακρόπολης (ερευνητές χρονολογούν τον σχεδιασμό στα 437 π. Χ. και την οικοδόμησή του ανάμεσα στα 427 και 424 π. Χ.).
Ο Φειδίας είχε την γενική επιστασία του έργου και σε δικές του εμπνεύσεις οφείλονται τα γλυπτά στις μετόπες της ζωφόρου και στα αετώματα του ναού, στην δημιουργία των οποίων εργάστηκαν τόσο ο ίδιος και οι μαθητές του, Αλκαμένης και Αγοράκριτος, όσο και ο Μύρωνας αλλά και πάρα πολλοί γλύπτες και λιθοξόοι. Και προσωπικό του επίτευγμα ήταν το πανέμορφο χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς Αθηνάς που τοποθετήθηκε μέσα στον Παρθενώνα.
Πάνω από έναν αιώνα νωρίτερα (στα 570 π. Χ.), πάνω στην Ακρόπολη είχε κτιστεί ένας ναός αφιερωμένος στην Αθηνά. Ήταν καμωμένος από πωρόλιθο και οι Αθηναίοι, μετά τη νίκη στον Μαραθώνα (490 π. Χ.), θέλησαν να τον αντικαταστήσουν με μαρμάρινο. Δεν είχε ακόμα τελειώσει, όταν οι Πέρσες εισέβαλαν στην Αθήνα και τον κατέστρεψαν. Ο τρίτος Παρθενώνας, αυτός της εποχής του Περικλή, ξεκίνησε να χτίζεται το 447 π. Χ., σε σχέδια του Ικτίνου, κάτω από την επίβλεψη του Καλλικράτη, και υλοποιήθηκε με τη συνεργασία των δυο τους. Το αποτέλεσμα είναι η τέλεια αρμονία, καθώς σε κάθε μέρος του ναού επικρατούσε σύστημα αναλογίας σύμφωνα με τον κανόνα του Πολυγνώτου85 για το διάστημα και τον χώρο, με όλες τις διαστάσεις να έχουν δοσμένη σχέση με τη διάμετρο του κίονα. Στον Παρθενώνα δεν υπάρχουν ευθείες: Παντού επικρατούν έντονες ή απαλές καμπύλες, ενώ στην τελειότητά του «συνεργάστηκαν» ασύλληπτες εκλεπτύνσεις, οι αδιόρατες αποκλίσεις από την κατακόρυφο και την οριζόντια κατεύθυνση και οι αρμονικές αναλογίες. Ο στυλοβάτης παρουσίαζε ελαφρά τυμπανοειδή καμπύλωση, οι ραδινοί (με λεπτότητα και ευλυγισία) κίονες απέκλιναν από την κατακόρυφο προς το κέντρο του ναού με τη συνολική σχεδίαση να είναι πυραμιδοειδής (αν υποτεθεί ότι οι κολόνες θα συνέχιζαν να κτίζονται προς τα πάνω, θα συναντιόνταν στα 1.852 μ. ύψος, σχηματίζοντας πυραμίδα). Με όλα αυτά, ο ναός φάνταζε να πάλλεται, καθώς αυτές οι λεπτομέρειες εφαρμόστηκαν με εξαιρετική μαθηματική ακρίβεια, αποδεικνύοντας μεγαλοφυή μυαλά στη σύλληψή τους. Ταυτόχρονα, το όλο στήσιμο του ναού αποδείχτηκε εξαιρετικά αντισεισμικό86. Η ανέγερση του ναού ολοκληρώθηκε το 438 π. Χ., οπότε, στα Μεγάλα Παναθήναια της χρονιάς εκείνης, τελέστηκαν τα εγκαίνιά του. Την πομπή των Μεγάλων Παναθηναίων, άλλωστε, αναπαριστάνουν τα γλυπτά της ζωφόρου που απλώνονται σε μήκος 160 μ. (με πλάτος περίπου ένα μέτρο) γύρω από τον σηκό, τον κύριο εσωτερικό χώρο του ναού. Την αποτελούσαν 400 λαξευμένες μορφές θεών και ανθρώπων και διακόσιες ζώων. Στο ανατολικό αέτωμα υπήρχε η γλυπτή αναπαράσταση της γέννησης της Αθηνάς και στο δυτικό η αναπαράσταση της έριδας ανάμεσα στην Αθηνά και τον Ποσειδώνα για την κατοχή της Αθήνας. Υπήρχαν και 92 μετόπες που εναλλάσσονταν με τρίγλυφα και στόλιζαν το εξωτερικό του ναού, πάνω από το επιστύλιο της κιονοστοιχίας. Τα εκεί ανάγλυφα παριστάνουν την Γιγαντομαχία στην ανατολική πλευρά, τον Τρωικό πόλεμο στην βόρεια, την Αμαζονομαχία στην δυτική και την Κενταυρομαχία στη νότια. Όλα τα γλυπτά υπάκουαν στο κλειδί της ομορφιάς (1 προς 1,618) που αποτελεί την «χρυσή τομή» και, από τον εικοστό αιώνα, αναγνωρίζεται διεθνώς με το ελληνικό γράμμα «φ» προς τιμήν του Φειδία που την εφάρμοσε για να αποδώσει τις αρμονικές αναλογίες τους.
Ο Βυζαντινός λόγιος Ιωάννης Τζέτζης αναφέρει μια ιστορία που αποδεικνύει τη μεγάλη γνώση του Φειδία γύρω από την οπτική εντύπωση, περιγράφοντας τον θόρυβο που ξεσηκώθηκε, όταν οι Αθηναίοι βρέθηκαν μπροστά σε δυο αγάλματα της θεάς, που σκόπευαν να τα στήσουν πάνω σε κίονες. Τα είχαν παραγγείλει, ένα στον Φειδία και ένα στον Αλκαμένη. Του Αλκαμένη τους φάνηκε πολύ όμορφο αλλά στο σώμα και στο πρόσωπο του αγάλματος, που ο Φειδίας είχε σμιλεύσει, είδαν να υπάρχουν φοβερές παραμορφώσεις. Λίγο έλειψε να τον λιθοβολήσουν θεωρώντας ανοσιούργημα το δημιούργημά του. Ο Φειδίας ζήτησε να τον κρίνουν, αφού τοποθετούσαν τα αγάλματα πάνω στις κολόνες, όπου προορίζονταν να στηθούν, πράγμα που έγινε. Η Αθηνά του Φειδία, ο οποίος «οπτικός τελών και γεωμέτρης και συνιείς σμικρότατα φαίνεσθαι τα εν ύψει…» (όπως γράφει ο Τζέτζης), πια έδειχνε ωραιότατο, καθώς ο γλύπτης είχε προβλέψει τις παραμορφώσεις που προκαλεί το ύψος. Αντίθετα, το έργο του Αλκαμένη έμοιαζε παραμορφωμένο, σε σημείο που οι Αθηναίοι τον πήραν στο ψιλό.
Με βάση τις γνώσεις του Φειδία, σμιλεύτηκε και στήθηκε στο εσωτερικό του Παρθενώνα το τεράστιο και λαμπερό χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς Αθηνάς, το αριστούργημά του. Η θεά στεκόταν όρθια, κοιτάζοντας προς την ανατολή, και είχε ύψος γύρω στα δώδεκα μέτρα. Ξεκίνησε να φιλοτεχνείται το 440 π. Χ. και, δυο χρόνια αργότερα (το 438 π. Χ.), ήταν έτοιμο, στη θέση του, πάνω σε ανάγλυφο βάθρο ύψους 1,20 μ. Πρόσωπο, χέρια και λοιπά μέρη του σώματος που εμφανίζονταν γυμνά, είχαν φτιαχτεί από ελεφαντόδοντο, ενώ ο πέπλος που φορούσε ήταν από χρυσό.
Η τεράστια ποσότητα χρυσού που χρησιμοποιήθηκε (περίπου 1.400 κιλά), έδωσε αφορμή στους εχθρούς του Περικλή να κατηγορήσουν τον καλλιτέχνη ότι υπεξαίρεσε αρκετό από αυτόν, για λογαριασμό του (437 π. Χ.). Ο Περικλής, όμως, μάλλον είχε προβλέψει μια τέτοια εξέλιξη καθώς τον είχε συμβουλεύσει να φιλοτεχνήσει τον πέπλο, με τέτοιο τρόπο, ώστε, αν χρειαζόταν, να μπορεί να τον αποσυναρμολογήσει. Ο πέπλος αφαιρέθηκε και το χρυσάφι ζυγίστηκε: Βρέθηκε ακριβώς, όσο η πολιτεία του είχε παραχωρήσει. Ο Φειδίας αθωώθηκε από την κατηγορία της κατάχρησης αλλά γρήγορα κατηγορήθηκε για αλαζονεία: Ανακάλυψαν ότι στην γιγαντομαχία που κοσμούσε το εσωτερικό της ασπίδας, δυο από τα πρόσωπα είχαν τα χαρακτηριστικά του ίδιου και του Περικλή. Κατά κάποιες μαρτυρίες, εξοστρακίστηκε. Πήγε στην Ολυμπία, όπου φιλοτέχνησε ένα από τα επτά θαύματα της αρχαιότητας: Το ύψους έντεκα μέτρων χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία. Κι εκεί τον κατηγόρησαν για υπεξαίρεση χρυσού και τον φυλάκισαν. Πέθανε στη φυλακή το 430 π. Χ.
Περίπου ενάμιση αιώνα αργότερα (295 π. Χ.), τον χρυσό του πέπλου της Αθηνάς αφαίρεσε ο διορισμένος από τον βασιλιά Κάσσανδρο της Μακεδονίας, τοποτηρητής στην Αθήνα, Λαχάρης, για να τον χρησιμοποιήσει στην κοπή νομισμάτων. Οι Αθηναίοι αποκατέστησαν τα χρυσά τμήματα του γλυπτού περίπου πέντε χρόνια αργότερα, καθώς διασώζονταν ακόμα τα καλούπια του Φειδία, όπου είχε χυθεί το πρωτότυπο ένδυμα. Το άγαλμα επέζησε για ακόμα επτά αιώνες. Όμως, τον πέμπτο (μ. Χ.) αιώνα, ευσεβείς χριστιανοί το μετέφεραν στην Κωνσταντινούπολη, όπου χάθηκαν τα ίχνη του.
Το άγαλμα του Δία έπαθε ζημιές το πρώτο μισό του Β’ π. Χ. αιώνα. Επιδιορθώθηκαν από τον Μεσσήνιο γλύπτη Δαμοφώντα. Ο Ρωμαίος αυτοκράτορας, Καλιγούλας (12 – 41) το θέλησε στη Ρώμη, δίνοντας εντολή να τροποποιήσουν το πρόσωπο, ώστε να αποδίδει αυτόν. Το άγαλμα ποτέ δεν μεταφέρθηκε εκεί, καθώς το μεν πλοίο κάηκε από κεραυνό, ο δε Καλιγούλας δολοφονήθηκε. Δεν γλίτωσε, όμως, από τους βυζαντινούς αυτοκράτορες. Σύμφωνα με την μια εκδοχή, μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολή (το 390) από τον αυτοκράτορα Μεγάλο Θεοδόσιο και καταστράφηκε σε πυρκαγιά το 416 (επί Θεοδόσιου του Μικρού) ή το 475, επί αυτοκράτορα Βασιλίσκου. Σύμφωνα με την άλλη εκδοχή, το άγαλμα καταστράφηκε ή λεηλατήθηκε το 408, όταν ο ναός πυρπολήθηκε.
Οι πρώτες καταστροφές στον Παρθενώνα έγιναν από τον Λαχάρη εκείνον, που αφαίρεσε τον χρυσό από το άγαλμα της Αθηνάς. Αφαίρεσε και τις τριακόσιες πανοπλίες και ασπίδες που ο Μέγας Αλέξανδρος είχε αφιερώσει στον ναό μετά την νίκη του ενάντια στους Πέρσες, στον Γρανικό ποταμό (334 π. Χ.). Ο Δημήτριος ο Πολιορκητής επέφερε νέες ζημιές, όταν μετέτρεψε τον οπισθόδομο του ναού σε προσωπικό του κατάλυμα (307 π. Χ.). Επί Ιουστινιανού, τον ΣΤ’ (μ. Χ.) αιώνα, ο ναός μετατράπηκε σε χριστιανική εκκλησία, αρχικά αφιερωμένη στην Αγία Σοφία κι έπειτα στην Παναγία. Στα χρόνια της φραγκοκρατίας (1205 – 1458) έγινε καθολικός ναός, με την προσθήκη κωδωνοστάσιου που μετατράπηκε σε μιναρέ επί τουρκοκρατίας, οπότε έγινε τζαμί. Στα 1687, όταν οι Βενετσιάνοι του Μοροζίνι πολιόρκησαν την Αθήνα, μια οβίδα τους ανατίναξε τον Παρθενώνα, που κατέρρευσε. Η καταστροφή του συμπληρώθηκε στις αρχές του ΙΘ’ αιώνα, όταν ο λόρδος Έλγιν λήστεψε τα γλυπτά, τα περισσότερα των οποίων εκτίθενται στο Βρετανικό μουσείο.
Από το 1896 κι έπειτα, ξεκίνησε η προσπάθεια αναστήλωσης κι αποκατάστασής του.
Ο Φειδίας στην Ολυμπία
Πέντε χρόνια μετά την από τον Ηλείο αρχιτέκτονα Λίβωνα αποπεράτωση του ναού, ο γλύπτης Φειδίας ξεκίνησε να φιλοτεχνεί το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία. Το τέλειωσε στα 430 π. Χ. έχοντας βοηθούς τον Πάνωνα (σκάλισε τα λουλούδια της διακόσμησης) και τον μαθητή του, Κολώνη (τελείωνε τις λεπτομέρειες). Ο Φειδίας έβαλε την υπογραφή του στο έργο που χαρακτηρίστηκε ένα από τα επτά θαύματα του κόσμου. Ο Παυσανίας που το πρόλαβε, έγραψε πως αν ο Δίας σηκωνόταν από τον θρόνο του, θα τρυπούσε την οροφή του ναού με το κεφάλι του. Μόνο το βάθρο πάνω στο οποίο είχε στηθεί, είχε ύψος 9,5 μέτρα και πλάτος 6,5.
Αναφέρεται ότι ο γλύπτης, πριν να παραδώσει το έργο του στους εργοδότες του, άνοιξε την πύλη του ναού κι άφησε τον κόσμο να μπει μέσα και να το δει. Κρυμμένος ο ίδιος πίσω από το βάθρο, άκουγε τις κριτικές των πολιτών και τις κατέγραφε. Μετά, ακολούθησε όποιες από τις παρατηρήσεις που κατέγραψε, έκρινε ότι ήταν σωστές.
Η παράδοση θέλει τον Φειδία, όταν τέλειωσε το άγαλμα, να σκαρφαλώνει ως το ύψος του κεφαλιού και να ζητά από τον θεό, αν ήταν ευχαριστημένος από το δημιούργημά του, να του δώσει ένα σημάδι. Τότε, έλεγαν, ένας κεραυνός πέρασε από άνοιγμα του ναού κι έπεσε στο δάπεδο σχηματίζοντας μια μεγάλη μαύρη κηλίδα. Οι Ηλείοι τοποθέτησαν πάνω στην κηλίδα αυτή μια υδρία.
Πεντακόσια χρόνια αργότερα, ο στωικός φιλόσοφος Επίκτητος (50 μ. Χ. – 120) συνιστούσε στους συγχρόνους του:
«Πάτε στην Ολυμπία να δείτε τον Δία του Φειδία. Είναι κρίμα να πεθάνει κάποιος χωρίς να το έχει δει». Διαφορετική ήταν η άποψη των θεοσεβών αυτοκρατόρων του Βυζαντίου.
Η ολοκλήρωση της Ακρόπολης
Αμέσως μετά την ολοκλήρωση του Παρθενώνα, ξεκίνησε το κτίσιμο των Προπυλαίων (437/6 π. Χ.), με αρχιτέκτονα τον Αθηναίο Μνησικλή. Πέντε χρόνια αργότερα (432/1 π. Χ.) κι ενώ είχε σχεδόν ολοκληρωθεί, το έργο διακόπηκε εξαιτίας του Πελοποννησιακού πολέμου. Ο θάνατος του Περικλή και η αδιαφορία των λοιπών πολιτικών της εποχής για τη συνέχισή του το άφησαν ανολοκλήρωτο.
Τα Προπύλαια αποτελούσαν την κύρια είσοδο στον βράχο της Ακρόπολης και χτίστηκαν στη θέση εκείνων που οι Πέρσες κατέστρεψαν στα 480 π. Χ. και επιδιόρθωσαν ο Θεμιστοκλής και ο Κίμωνας αλλά με διαφορετικό προσανατολισμό: Πια, όποιος έβγαινε από την Ακρόπολη, έβλεπε στο βάθος του ορίζοντα την κορφή του Μαυροβουνίου, του ψηλότερου (ύψος 380 μ.) βουνού της Σαλαμίνας, του νησιού, όπου σημειώθηκε η μεγαλύτερη νίκη κατά των Περσών. Τα σχέδια ανήκουν στον Αθηναίο αρχιτέκτονα, Μνησικλή.
Στην βόρεια πλευρά του βράχου, περίπου στην θέση του αρχαίου μυκηναϊκού ανακτόρου, χτίστηκε το Ερέχθειο, διπλός κομψός ναός αφιερωμένος στην Αθηνά και τον Ποσειδώνα. Με πιο διάσημο σημείο του το σκεπαστό «μπαλκόνι» με τις Καρυάτιδες. Πρόκειται για μια μικρή στοά σε σχήμα «Π», η οποία, αντί για κίονες, έχει έξι κόρες, τα κεφάλια των οποίων στηρίζουν την οροφή. Είχαν φιλοτεχνηθεί από τον, μαθητή του Φειδία, Αλκαμένη, ή από τον Καλλίμαχο, τον «εφευρέτη» του κιονόκρανου κορινθιακού ρυθμού. Τις ονόμασαν Καρυάτιδες, επειδή οι λυγερόκορμες κόρες της περιοχής των Καρυών (στη Λακωνία) ήταν φημισμένες εξαιτίας του χορού τους γύρω από το άγαλμα της θεάς Άρτεμης. Εκείνες, όμως, χόρευαν φορώντας κοντό χιτώνα, ενώ οι κοπέλες στο Ερέχθειο (πιθανότατα Αθηναίες) φορούν μακρύ δωρικό πέπλο. Οι πέντε από αυτές φιλοξενούνται στο μουσείο της Ακρόπολης, η έκτη βρίσκεται στο Βρετανικό μουσείο, λάφυρο του λόρδου Έλγιν. Στην θέση τους, στο Ερέχθειο, έχουν τοποθετηθεί πιστά αντίγραφα. Το Ερέχθειο ξεκίνησε να κτίζεται το 421 π. Χ., όταν ο Πελοποννησιακός πόλεμος διακόπηκε με τη Νίκειο ειρήνη, και ολοκληρώθηκε το 406 π. Χ., μόλις δυο χρόνια πριν από την τελική ήττα των Αθηναίων.
Η ποιότητα ζωής
Η ασφάλεια των πολιτών αλλά και η προστασία του διαμορφωμένου περιβάλλοντος ανατέθηκε στον Άρειο Πάγο που μπήκε επικεφαλής ολόκληρου πλέγματος αστυνομικών αρχών με διαφορετικά καθεμιά τους καθήκοντα. Ανάμεσά τους ήταν η τήρηση της τάξης και της ευπρεπούς συμπεριφοράς, με την προστασία των ηθών ένα από τα κύρια μελήματά τους, αλλά και η διατήρηση της υγιεινής και της καθαριότητας σε υψηλά επίπεδα, η πρόληψη των ατυχημάτων στους δημόσιους χώρους καθώς και η αστυνόμευση των κτιρίων και η επιτήρηση των ξένων που πλημμύριζαν την Αττική. Αναφέρθηκαν ήδη οι αστυνόμοι, οι γυναικονόμοι και οι επιμελητές υδάτων καθώς και οι αγορανόμοι:
Οι σιτοφύλακες ή σιτώνες επέβλεπαν την ομαλή διακίνηση των σιτηρών, ώστε να υπάρχουν επάρκεια και χαμηλές τιμές, ενώ οι επιμελητές εμπορίου φρόντιζαν για την ποιότητα και την ποσότητα των ειδών προς κατανάλωση και οι δέκα άρχοντες μετρονόμοι, που επιλέγονταν με κλήρο και είχαν βοηθούς τους προμετρητές, φύλαγαν τα επίσημα μέτρα και σταθμά της πόλης, φρόντιζαν για την δημιουργία πιστών αντιτύπων τους και επενέβαιναν όπου υπήρχε υποψία νοθείας και καταστρατήγησης.
Δέκα (ένας για κάθε φυλή) τειχοφύλακες επέβλεπαν την κατάσταση, στην οποία βρίσκονταν τα τείχη, και φρόντιζαν για την αποκατάσταση των όποιων ζημιών και οι φύλακες λιμένων είχαν την εποπτεία των λιμενικών εγκαταστάσεων και της κίνησης στα λιμάνια και των πλοίων που βρίσκονταν σ’ αυτά.
Οι Πρυτάνεις ασκούσαν την αστυνόμευση στους χώρους της Βουλής και της Εκκλησίας του Δήμου, ενώ αρμόδιοι για την εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων και την εκτέλεση (κυρίως των θανατικών) ποινών ήταν οι Ένδεκα.
Την φύλαξη των πόλεων της Αττικής και των τειχών τους είχαν αναλάβει οι περίπολοι, τις οποίες απάρτιζαν στρατεύσιμοι νέοι 18 μέχρι 20 χρόνων, που βρίσκονταν κάτω από την επιτήρηση του πολέμαρχου. Ο οποίος πολέμαρχος, όπως έχει αναφερθεί, είχε και την ευθύνη της επίβλεψης των ξένων.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
74. Περίπου 506 π. Χ. – 450 π. Χ.
75. «Έστι δε οδός από του πρυτανείου καλουμένη Τρίποδες∙ αφ’ ου καλούσι το χωρίον, ναοί όσον ες τούτο μεγάλοι και σφισιν εφεστήκασι τρίποδες, χαλκοί...».
76. Το 335 π. Χ. (κατά την 111η Ολυμπιάδα), σύμφωνα με το Πάριο χρονικό.
77. Βλέπε και κεφάλαιο 5, «πρωινό στην Αγορά»
78. Βλέπε και κεφάλαιο 4, «επέκταση στον Πειραιά».
79. Βλέπε όπου πιο πάνω.
80. Βλέπε κεφάλαιο 4, «η Αθηναϊκή συμμαχία».
81. Ο Ερμότιμος ήταν Κλαζομένιος φιλόσοφος του Ε’ π. Χ. αιώνα. Ο Λουκιανός τον χαρακτηρίζει Πυθαγόρειο, ενώ, κατά τον Αριστοτέλη, υπήρξε δάσκαλος του Αναξαγόρα και διατύπωσε πρώτος την αρχή ότι ο νους είναι η αιτία όλων των όντων.
82. Βλέπε κεφάλαιο 5, «πρωινό στην Αγορά».
83. Ζωφόρος ή διάζωμα είναι η διακοσμητική ταινία που περιτρέχει εξωτερικά το επιστέγασμα σε ένα οικοδόμημα.
84. Ο Αριοβαρζάνης Β’ ο Φιλοπάτωρ, γιος και διάδοχος του Α’, ήταν βασιλιάς στην Καππαδοκία από το 63 μέχρι το 51 π. Χ., οπότε δολοφονήθηκε από τους Ρωμαίους, όργανο των οποίων αρχικά υπήρξε.
85. Ο Πολύγνωτος ήταν ζωγράφος από τη Θάσο που, τον πέμπτο π. Χ. αιώνα, διέπρεψε στην Αθήνα. Ονομαστός για την τέλεια χρήση των χρωμάτων, πραγματοποίησε σημαντικά βήματα στην παρουσίαση του διαστήματος και του χώρου.
86. Μανόλης Κορρές: «Αν και τα τελευταία 100 χρόνια διάφοροι σεισμοί έπληξαν την Αθήνα, μόνο εκείνος του 1981, μεγέθους 6,7 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ, με επίκεντρο περίπου 70 χμ. από την Αθήνα, προξένησε μια μετατόπιση μικρότερη του ενός εκατοστού στους γωνιαίους κίονες της ανατολικής πλευράς του μνημείου» (ο ισχυρός μετασεισμός, των 6,4 βαθμών, δεν επέφερε καμία απολύτως μετατόπιση (1996, στο «Archaeoseismology»). Κατά τον Ν. Τογαρίδη, «η αρθρωτή – σπονδυλική κατασκευή των κιόνων και η τέλεια κατεργασία των σπονδύλων με διάφορο σχήμα / συχνότητα συντελεί στην αρίστη σεισμική συμπεριφορά του Παρθενώνα».
(τελευταία επεξεργασία, 5 Νοεμβρίου 2020)