Κεφ. 9 ΑΘΗΝΑ: Πορεία προς την δύση

 

Η αλλαγή στο αλφάβητο

Η αποκατάσταση της δημοκρατίας πιστώθηκε κυρίως στον Θρασύβουλο, ο οποίος απέκτησε μεγάλη φήμη και αναδείχθηκε σε κύριο παράγοντα της αθηναϊκής ζωής. Μια, όμως, από τις καίριες προτάσεις του δεν είχε τύχη: Πρότεινε να αποκτήσουν δικαιώματα Αθηναίου πολίτη, όσοι δούλοι, μέτοικοι και ξένοι είχαν βοηθήσει να ανατραπούν οι «τριάκοντα τύραννοι». Η Εκκλησία του Δήμου το δέχτηκε, το δικαστήριο της Ηλιαίας το απέρριψε. Ωστόσο, η αθηναϊκή δημοκρατία έπαιρνε πάλι την πάνω βόλτα, με πρωταγωνιστές, πέρα από τον Θρασύβουλο, που ξεκίνησε και την ανοικοδόμηση των Μακρών Τειχών, και τους επίσης ήρωες του αντιτυραννικού αγώνα, Άνυτο και Αρχίνο.

Την ίδια εκείνη πρώτη χρονιά της δημοκρατίας (το 403 π. Χ.), ο συγγραφέας, πολιτικός και ρήτορας Αρχίνος πρότεινε να αντικατασταθεί το αττικό αλφάβητο, που περιείχε αχρηστεμένα γράμματα (δίγαμμα, σαμπί και κόππα), με το ιωνικό των 24, αυτό που χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα και που περιέχει και τα «Ξ», «Η» και «Ω». Η πρόταση εγκρίθηκε κι επειδή εκείνη τη χρονιά ο επώνυμος άρχοντας ονομαζόταν Ευκλείδης, το νέο αλφάβητο ονομάστηκε «ευκλείδειο». Τον επόμενο αιώνα (Δ’ π. Χ.), το αλφάβητο αυτό υιοθετήθηκε από σχεδόν όλες τις πόλεις κράτη.

Τον ίδιο καιρό, οι Σπαρτιάτες έπρεπε να δικαιώσουν τον τίτλο του ελευθερωτή των ελληνικών πόλεων από την αθηναϊκή κηδεμονία αλλά βρίσκονταν μπροστά στην περσική βουλιμία που απειλούσε τα ελληνικά μικρασιατικά κράτη, απαιτώντας την καταβολή φόρων. Η «Κύρου ανάβασις»100, στα 401 π. Χ., και η μάχη στα Κούναξα, όπου ο Κύρος σκοτώθηκε και ο πολυάριθμος στρατός του νικήθηκε αλλά οι Έλληνες μισθοφόροι του νίκησαν, καθώς και η «Κάθοδος των μυρίων101 (των 10.000)» με συνεχείς νικηφόρες μάχες, ώσπου να φθάσουν στην θάλασσα, έπεισε τους Σπαρτιάτες ότι ο περσικός στρατός εξακολουθούσε να είναι «του χεριού τους». Με επικεφαλής τον βασιλιά τους, Αγησίλαο Β’, στα 396 π. Χ., ξεκίνησαν μεγάλη εκστρατεία για να βοηθήσουν τις ελληνικές πόλεις στα μικρασιατικά παράλια. Ο Αγησίλαος κυρίευσε την Έφεσο και νίκησε στη μάχη του Πακτωλού ποταμού (396 π. Χ.) αλλά είδε τους Ρόδιους να αποστατούν και να αλλάζουν στρατόπεδο, χάρη και στις ενέργειες του Αθηναίου στρατηγού, Κόνωνα.

Με εννέα τριήρεις, ο Κόνωνας είχε καταφέρει να διαφύγει μετά την καθοριστική ήττα των Αθηναίων στους Αιγός Ποταμούς (το 404 π. Χ.) και είχε καταφύγει στην αυλή του, υποτελή στην Περσία, βασιλιά στην Κύπρο, Ευαγόρα. Στα 398 π. Χ., ευοδώθηκαν οι προσπάθειές του να πλησιάσει τους Πέρσες και να τους πείσει ότι μπορούσε να αναχαιτίσει τους Σπαρτιάτες. Τον έχρισαν ναύαρχο του στόλου τους. Η αποστασία των Ροδίων ήταν η πρώτη του επιτυχία.

Από την πλευρά του, ο Αγησίλαος ετοιμαζόταν να εισβάλει στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Τον ειδοποίησαν να επιστρέψει στη Σπάρτη που κινδύνευε. Είχε ξεσπάσει ο Κορινθιακός πόλεμος.

 

Ο Κορινθιακός πόλεμος

Η λήξη του Πελοποννησιακού πολέμου βρήκε τους Κορίνθιους δυσαρεστημένους. Ούτε τα κέρδη τους ήταν αντίστοιχα με τις θυσίες τους ούτε η Αθήνα είχε καταστραφεί. Κι ακόμα, είδαν τη σύμμαχό τους, Σπάρτη, να βοηθά τον Διονύσιο να καταλάβει την εξουσία των Συρακουσών που ήταν δική τους αποικία. Η πρώτη αντίδρασή τους ήταν να αρνηθούν να μετάσχουν στην εκστρατεία του Αγησιλάου Β’, στη Μικρά Ασία (396 π. Χ.).

Τον ίδιο καιρό, καθώς η σπαρτιατική εκστρατεία σημείωνε επιτυχίες, πράκτορες των Περσών διέτρεχαν την Ελλάδα και σκορπούσαν χρήμα προς κάθε αξιόλογη πλευρά που υπέθεταν ότι θα μπορούσε να κινηθεί ενάντια στη Σπάρτη: Ένας σοβαρός αντιπερισπασμός σε ελληνικό έδαφος θα εξανάγκαζε τον Αγησίλαο να επιστρέψει από την Ασία.

Το πιο ισχυρό αντιλακωνικό ρεύμα, την εποχή εκείνη, αναπτυσσόταν στην Θήβα. Χρειαζόταν όμως μια καλή αφορμή για να ξεκινήσει νέος πόλεμος. Θηβαίοι πράκτορες εκμεταλλεύτηκαν τη μόνιμη έχθρα Λοκρών και Φωκέων για τον έλεγχο μιας περιοχής. Οι Φωκείς εισέβαλαν στη Λοκρίδα, οι Λοκροί ζήτησαν την βοήθεια του Κοινού των Βοιωτών, στο οποίο μετείχαν, οι Θηβαίοι έσπευσαν να τους βοηθήσουν και, αναγκαστικά, οι Φωκείς απευθύνθηκαν στη Σπάρτη. Οι Σπαρτιάτες ζήτησαν να πάει το ζήτημα σε διαιτησία. Οι Θηβαίοι τους αγνόησαν. Οι Σπαρτιάτες έφτασαν ως τη Βοιωτία. Νικήθηκαν στη μάχη της Αλιάρτου102, όπου έχασαν γύρω στους χίλιους άνδρες, ενώ σκοτώθηκε και ο αρχηγός τους, Λύσανδρος (395 π. Χ.).

Το περσικό χρυσάφι απάλειψε τις διαφορές της Θήβας και της Αθήνας που συμφώνησαν να συμμαχήσουν. Το Άργος έσπευσε να συνταχθεί μαζί τους, καθώς ξαναφούντωσε το αρχαίο μίσος για τη Σπάρτη. Στην αντισπαρτιατική συμμαχία μπήκε και η Κόρινθος. Η πρόσφατη έχθρα της ενάντια στη Σπάρτης υπερίσχυσε της παλιάς ενάντια στην Αθήνα. Κι ακόμα, η Κόρινθος ενώθηκε με το Άργος σε ένα κράτος.

Έδρα της συμμαχίας ορίστηκε η Κόρινθος, όπου ιδρύθηκε συμμαχικό ταμείο για τις ανάγκες του πολέμου. Εκεί, εγκαταστάθηκε και το συμβούλιο που διεύθυνε τις επιχειρήσεις. Είπαν τη συμμαχία Κορινθιακή και τον πόλεμο Κορινθιακό (395 – 387 π. Χ.). Πρεσβευτές όργωσαν την Ελλάδα και κάλεσαν τις άλλες πόλεις να συνασπιστούν μαζί με τις αρχικές σε έναν «απελευθερωτικό αγώνα» ενάντια στη σπαρτιατική ηγεμονία. Έσπευσαν να ενταχθούν όλες σχεδόν οι εκτός Πελοποννήσου πόλεις.

Οι Σπαρτιάτες νίκησαν αλλά όχι αποφασιστικά, στις μάχες της Κορώνειας103 και του ποταμού Νεμέα (394 π. Χ.)104. Ο Θρασύβουλος, που νικήθηκε σ’ αυτές, παραμερίσθηκε από τον Κόνωνα. Στο Αιγαίο, ο αθηναϊκός στόλος με αρχηγό τον Κόνωνα, βοηθιόταν και από τα περσικά πλοία (και άλλα τρία του βασιλιά Ευαγόρα της Κύπρου). Συνολικά, οι ετερόκλητοι σύμμαχοι διέθεταν 170 τριήρεις. Ο σπαρτιατικός, με ναύαρχο τον (άσχετο με τον Αθηναίο συνονόματό του) Πείσανδρο, τον οποίο ο Αγησίλαος είχε αφήσει στο πόδι του, αριθμούσε 85 τριήρεις, που του είχαν διαθέσει μικρασιατικές και νησιωτικές του Αιγαίου πόλεις. Οι δυο στόλοι συναντήθηκαν (394 π. Χ.) στα ανοιχτά της Κνίδου105. Οι Σπαρτιάτες έπαθαν μεγάλη καταστροφή και ο ναύαρχός τους σκοτώθηκε. Οι Αθηναίοι κυριάρχησαν στο Αιγαίο γι’ άλλη μια φορά. Νικητής και τροπαιούχος, ο Κόνωνας έφτασε στην Αθήνα και, με περσικά χρήματα, ολοκλήρωσε την ανακατασκευή των Μακρών τειχών και οχύρωσε τον Πειραιά. Δυο χρόνια αργότερα (στα 392 π. Χ.), οι Σπαρτιάτες έπεισαν τους Πέρσες να εγκαταλείψουν την Αθήνα. Αυτοί συνέλαβαν τον Κόνωνα και τον φυλάκισαν. Είτε εκτελέσθηκε είτε κατάφερε να δραπετεύσει στην Κύπρο, όπου πέθανε από κάποια αρρώστια.

Ο Θρασύβουλος επανήλθε στα πράγματα. Στα 389 π. Χ., μπήκε επικεφαλής του αθηναϊκού στόλου και ξεκίνησε «επισκέψεις» σε νησιωτικές και μικρασιατικές πόλεις με αντικειμενικό σκοπό να μαζέψει φόρους. Η περιοδεία του συνεχιζόταν και την επόμενη χρονιά (388 π. Χ.). Στην πόλη Άσπενδο106, κάποιοι στρατιώτες του λεηλάτησαν τα χωράφια. Νύχτα, οι κάτοικοι της πόλης εισέβαλαν στο αθηναϊκό στρατόπεδο και σκότωσαν, όποιον βρήκαν μπροστά τους. Ένας από τους νεκρούς ήταν και ο Θρασύβουλος.

Ο Κορινθιακός πόλεμος κράτησε οκτώ χρόνια με νίκες πότε των Σπαρτιατών πότε των συμμάχων. Στα 387 π. Χ., οι αντίπαλοι ήταν εξουθενωμένοι, ενώ ο Σπαρτιάτης ναύαρχος Ανταλκίδας κυριαρχούσε στις θάλασσες. Ο σπαρτιατικός στόλος είχε ανασυσταθεί με περσικό χρήμα καθώς ο Πέρσης βασιλιάς κατανοούσε ότι θα είχε την ησυχία του, όσο ο πόλεμος συνεχιζόταν. Έτσι, βοηθούσε πότε τη Σπάρτη, πότε τους αντιπάλους της. Την χρονιά αυτή (387 π. Χ.) μπορούσε πια να επιβάλει τους όρους του.

Η πρόσκληση προς τους εμπολέμους έλεγε να επισκεφτούν τις Σάρδεις. Εκεί, οι Πέρσες υπαγόρευσαν το κείμενο της συνθήκης που καθόριζε τους όρους της «βασιλείου ειρήνης» και έμεινε στην ιστορία ως «Ανταλκίδειος ειρήνη» (386 π. Χ.). Οι μικρασιατικές πόλεις έγιναν υποτελείς στους Πέρσες. Και στην Ελλάδα, κάθε πόλη έπρεπε να είναι ανεξάρτητη. Κόρινθος και Άργος χωρίστηκαν. Η Θήβα αποσύρθηκε από τις λοιπές βοιωτικές πόλεις. Το υπό την Όλυνθο κοινό των πόλεων της Χαλκιδικής διαλύθηκε. Και οι Σπαρτιάτες κατέλαβαν την Καδμεία107. Ήταν, όταν ο Σπαρτιάτης στρατηγός, Φοιβίδας, περνούσε από εκείνα τα μέρη με προορισμό την Χαλκιδική. Οι Θηβαίοι ολιγαρχικοί τον έπεισαν (382 π. Χ.) να πάρει την ακρόπολη και να σκοτώσει τον ηγέτη των δημοκρατικών, Ισμηνία108.

Η Β’ Αθηναϊκή συμμαχία

Είχαν περάσει τρία χρόνια από την εποχή που ο Φοιβίδας είχε κυριεύσει την Καδμεία κι ο στρατηγός Σφοδρίας, αρμοστής των Σπαρτιατών στις γειτονικές Θεσπιές, δεν μπορούσε ακόμα να χωνέψει την επιτυχία του συμπατριώτη του. Αποφάσισε (379 π. Χ.) να εισβάλει στην Αττική και να κυριεύσει τον Πειραιά (κατ’ άλλους, τον έπεισαν ή τον πλήρωσαν οι Θηβαίοι να το κάνει για να προκαλέσουν πόλεμο ανάμεσα στην Αθήνα και τη Σπάρτη). Νύχτα, πήρε τους στρατιώτες του και μπήκε στην Αττική. Όμως, τα ξημερώματα, βρισκόταν ακόμα στη Θρία109 με τους Αθηναίους να τον έχουν πάρει είδηση, να στέλνουν ενάντιά του ιππικό και οπλίτες και να συλλαμβάνουν τους Σπαρτιάτες πρέσβεις που έτυχε να βρίσκονται στην Αθήνα εκείνο τον καιρό. Αναγκάστηκε να πισωγυρίσει, αρπάζοντας κοπάδια και λεηλατώντας σπίτια.

Οι πρέσβεις των Σπαρτιατών έπεισαν τους Αθηναίους ότι ο Σφοδρίας ενεργούσε από μόνος του και αφέθηκαν ελεύθεροι. Ο Σφοδρίας ανακλήθηκε στη Σπάρτη. Οι Αθηναίοι, όμως, βρήκαν την ευκαιρία που γύρευαν και θεώρησαν την εισβολή «αιτία πολέμου». Αποφάσισαν να βοηθήσουν τους Θηβαίους, ενάντια στους οποίους ήδη βάδιζε ο Σπαρτιάτης βασιλιάς, Αγησίλαος (378 π. Χ.). Ο Αγησίλαος σκόνταψε στην οχύρωση που είχαν υψώσει στον Κιθαιρώνα οι Θηβαίοι, κατέστρεψε την ύπαιθρο της Θήβας αλλά νικήθηκε από τον Αθηναίο στρατηγό, Χαβρία. Νέα εκστρατεία των Σπαρτιατών τον επόμενο χρόνο (377 π. Χ.) δεν είχε καλύτερη τύχη. Την χρονιά αυτή, όμως, οι Αθηναίοι ξεκινούσαν επίσημα την Β’ Αθηναϊκή Συμμαχία που έμελλε να εξελιχθεί στην δεύτερη ηγεμονία τους: Αθήνα, Χίος, Μυτιλήνη, Μήθυμνα, Τένεδος, Ρόδος, Πέρινθος110, Βυζάντιο και κάποιες από τις Κυκλάδες υπέγραψαν τους όρους της ανάμεσά τους συμμαχίας (στην οποία οι Θηβαίοι μετείχαν ήδη από τον προηγούμενο χρόνο). Σκοπός της ήταν η προστασία των ελληνικών πόλεων από τον σπαρτιατικό επεκτατισμό και η διατήρηση της «βασιλείου (Ανταλκιδείου) ειρήνης» που είχε επιβάλει την αυτονομία των πόλεων (υπονοώντας ότι δεν στρέφονται ενάντια στους Πέρσες).

Με όλα αυτά, οι Σπαρτιάτες ανησύχησαν κι οργάνωσαν νέα εκστρατεία ενάντια στην Θήβα (το 376 π. Χ.). Σταμάτησαν μπροστά στην οχυρωμένη διάβαση του Κιθαιρώνα, δίχως να γίνει μάχη. Θέλησαν, όμως, να επιβάλουν και ναυτικό αποκλεισμό της Αθήνας και, για τον σκοπό αυτόν, έστειλαν εξήντα τριήρεις, οι οποίες αναγκάστηκαν να εμπλακούν σε ναυμαχία με τον αθηναϊκό στόλο που είχε σταλεί κατά της συμμάχου τους, Νάξου. Έχασαν 48 (από τις 60) τριήρεις, ενώ 3.000 άνδρες τους αιχμαλωτίστηκαν. Ο νικητής Χαβρίας επέστρεψε στην Αθήνα με λάφυρα αξίας δέκα ταλάντων.

Η αθηναϊκή νίκη σήμανε το τέλος της σπαρτιατικής απόπειρας για θαλασσοκρατορία και την κυριαρχία των Αθηναίων στο Αιγαίο. Στην Β’ Αθηναϊκή Συμμαχία προσχώρησαν πάρα πολλές πόλεις, με τον συνασπισμό να αριθμεί εβδομήντα με 75 κράτη – συμμάχους. Ο πόλεμος ήταν καταστροφικός για τους Σπαρτιάτες που ζήτησαν ειρήνη. Υπογράφηκε το 374 π. Χ. Κράτησε λίγους μήνες. Οι Αθηναίοι συνέχιζαν να νικούν αλλά είχαν εξαντληθεί οικονομικά. Εξαντλημένοι ήταν και οι Σπαρτιάτες.

Ο Ιφικράτης και οι πελταστές του

Γιος του φτωχού υποδηματοποιού Τίμόθεου, από τον δήμο Ραμνούντας, ο Ιφικράτης πρέπει να γεννήθηκε ανάμεσα στα 418 και 414 π. Χ. Εξελίχθηκε σε έναν επιβλητικό νεαρό άνδρα με ηγετικές και στρατηγικές ικανότητες. Κατάφερε να διακριθεί στις ναυμαχίες, όσο κυριαρχούσε ο Κόνωνας, με αποκορύφωμα τη συμμετοχή του στη ναυμαχία της Κνίδου (394 π. Χ.). Ο Κόνωνας εντυπωσιάστηκε από τις ηγετικές ικανότητες του νεαρού Ιφικράτη και τον επόμενο χρόνο (393 π. Χ.), όταν με περσικό χρήμα μπόρεσε να δημιουργήσει μισθοφορικό σώμα, του ανέθεσε τη διοίκησή του.

Ο Ιφικράτης προχώρησε στην δημιουργία των «ιφικράτειων πελταστών», έναν ενδιάμεσο τύπο ανάμεσα στους οπλίτες και τους πελταστές: Πήραν το όνομά τους από την πέλτη, μια ελαφριά θρακική ασπίδα που είχε μια εσοχή σαν μισοφέγγαρο. Κρατούσαν τρία ακόντια, ένα στο ένα χέρι και δυο μαζί με την ασπίδα στο άλλο ή χρησιμοποιούσαν σφεντόνες. Ο ελαφρύς εξοπλισμός τούς επέτρεπε να κινούνται με μεγάλη ευκινησία, κυρίως σε ανώμαλο έδαφος, και να είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικοί στους ελιγμούς, σε αντίθεση με τους οπλίτες που διέθεταν βαρύ οπλισμό. Ο Ιφικράτης εξόπλισε τους δικούς του με ακόντια διπλά σε μήκος και με ξίφη μεγαλύτερα από τα ως τότε γνωστά και τους εφοδίασε με την ελαφριά θρακική ασπίδα, πέλτη, με ελαφρύ δερμάτινο θώρακα και με ελαφριά δερμάτινα υποδήματα, τις, όπως αποκλήθηκαν, «ιφικράτειες υποδέσεις» που ήταν πολύ πιο εύχρηστα από τις χάλκινες περικνημίδες των οπλιτών. Με αυτή την εξάρτυση, οι στρατιώτες του ήταν πολύ πιο αποτελεσματικοί από τους «ψιλούς» (σφενδονιστές, ακοντιστές και τοξότες). Κι όταν είχαν απέναντι τους φάλαγγα οπλιτών, διενεργούσαν αιφνιδιαστικές επιθέσεις και αποχωρήσεις με συνηθισμένο αποτέλεσμα τον αποσυντονισμό των αντιπάλων. Ο Ιφικράτης, πριν να τους οδηγήσει στη μάχη, τους υπέβαλε σε εξοντωτικές ασκήσεις τακτικής.

Ουσιαστικά, η πρώτη παρουσία των πελταστών του Ιφικράτη σημειώθηκε το 392 π. Χ., όταν ο βασιλιάς της Σπάρτης, Αγησίλαος, προσέβαλε την Κόρινθο και κυρίευσε ένα τμήμα του τείχους που ένωνε την πόλη με το λιμάνι της, Λέχαιο111. Η συμμετοχή τους στις μάχες απέτρεψε την κατάληψη της Κορίνθου από τους ολιγαρχικούς. Τον επόμενο χρόνο (391 π. Χ.), με νέα απόπειρα, οι ολιγαρχικοί που χρησιμοποιούσαν το Λέχαιο ως ορμητήριό τους, θέλησαν να κυριεύσουν την Κόρινθο αλλά ο Ιφικράτης και οι πελταστές το απέτρεψαν. Και, μέσα στον ίδιο χρόνο, κατέλαβαν το λιμάνι κι έδιωξαν από εκεί τους ολιγαρχικούς. Έπειτα, ο Ιφικράτης ξεκίνησε επιθέσεις ενάντια στις φιλοσπαρτιατικές πόλεις, τον Φλειούντα112 και την Σικυώνα113, που προσπάθησαν να τον σταματήσουν αλλά νικήθηκαν οικτρά. Στη συνέχεια, επιτέθηκε στην Αρκαδία, όπου δεν τόλμησαν να τον αντιμετωπίσουν. Μέσα στη χρονιά, από την δραστηριότητα του Ιφικλή και των πελταστών του, οι Σπαρτιάτες και οι σύμμαχοί τους είχαν πάνω από 1.100 νεκρούς

Με όλα αυτά, οι Σπαρτιάτες, με αρχηγό τον βασιλιά τους Αγησίλαο, κινήθηκαν να τιμωρήσουν την Κόρινθο. Κυρίευσαν το Λέχαιο γι’ άλλη μια φορά αλλά αποχώρησαν με σκοπό να επιστρέψουν τον επόμενο χρόνο. Πραγματικά, το 391 π. Χ., ο Αγησίλαος ξαναφάνηκε στην περιοχή, πέρασε τον Ισθμό και, με τέχνασμα, επιτέθηκε και κυρίευσε το Πείραιο, στα Γεράνια όρη. Τον ίδιο καιρό, ένα σπαρτιατικό σώμα εξακοσίων οπλιτών ξεκίνησε τη μετακίνησή του από το Λέχαιο προς τη Σικυώνα. Ο Ιφικράτης και οι πελταστές του επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά, σκότωσαν κάποιους από αυτούς και υποχώρησαν, καθώς ο επικεφαλής των Σπαρτιατών έδωσε διαταγή στους οπλίτες των πρώτων σειρών της παράταξης να αντεπιτεθούν. Δασκαλεμένοι οι άνδρες του Ιφικράτη έφευγαν κρατώντας τόση απόσταση, όση χρειάζονταν για να βρίσκονται έξω από το βεληνεκές των σπαρτιατικών ακοντίων. Κάποια στιγμή, οι κουρασμένοι από την τρεχάλα και τις βαριές εξαρτύσεις τους Σπαρτιάτες, παράτησαν το κυνήγι κι έκαναν μεταβολή για να επιστρέψουν στη μονάδα τους. Τότε, ο Ιφικράτης και οι άνδρες του έπεσαν πάνω τους και τους τσάκισαν. Βλέποντας αυτήν την εξέλιξη, ο αρχηγός των Σπαρτιατών διέταξε κι άλλες σειρές να επιτεθούν. Ακολούθησε επανάληψη των ίδιων κινήσεων, με αποτέλεσμα οι Σπαρτιάτες να υποστούν μεγάλες απώλειες και, με χαμένο το ηθικό τους, να υποχωρήσουν σε ένα λοφάκι. Τότε, ξεπρόβαλαν από την Κόρινθο Αθηναίοι οπλίτες που ξεκίνησαν να βαδίζουν ενάντια στους αποδεκατισμένους Σπαρτιάτες. Μόνη λύση γι’ αυτούς απέμεινε να το βάλουν στα πόδια. Ήταν η «μάχη του Λεχαίου», όπως έμεινε στην Ιστορία, και στοίχισε στους Σπαρτιάτες 250 νεκρούς, άγνωστο αριθμό τραυματιών και μεγάλη πτώση του ηθικού τους. Ο Αγησίλαος προχώρησε σε καταστροφές χωραφιών και δέντρων γύρω από την Κόρινθο αλλά δεν αποτόλμησε επίθεση. Πήρε τον στρατό του και γύρισε στη Σπάρτη κατισχυμένος. Το Πείραιο στα Γεράνια ανακαταλήφθηκε, καθώς και οι περισσότερες περιοχές που είχαν περιέλθει στην κατοχή του Σπαρτιάτη βασιλιά. Μόνη κτήση του στην Κορινθία απέμεινε το Λέχαιο.

Όμως, στους κόλπους της συμμαχίας Κορινθίων και Αργείων ξέσπασε διχόνοια. Αποτέλεσμα ήταν δυνάμεις του Άργους να κυριεύσουν την Κόρινθο. Ο Ιφικράτης θέλησε να εμποδίσει την εξέλιξη αυτή, προσπαθώντας να αποκτήσει αυτός τον έλεγχο της πόλης. Στην παραζάλη, σκοτώθηκαν κάποιοι Κορίνθιοι φίλα προσκείμενοι στο Άργος. Οι Αργείοι παραπονέθηκαν στην Αθήνα που αντικατέστησε τον Ιφικράτη και τους πελταστές του με τον Χαβρία και άλλους μισθοφόρους. Ήταν το 389 π. Χ.

Την επόμενη χρονιά (388 π. Χ.), ο Ιφικράτης στάλθηκε στον Ελλήσποντο με οχτώ τριήρεις και 1.200 πελταστές. Οι νίκες του εκεί θορύβησαν τους Πέρσες που έβλεπαν ότι οι Αθηναίοι πλησίαζαν και πάλι να επικρατήσουν στον Ελλαδικό χώρο. Κάλεσαν εκπροσώπους των αντιμαχομένων στις Σάρδεις και τους επέβαλαν την «βασίλειο ειρήνη».

Ο Ιφικράτης, ο Χαβρίας κι ο Τιμόθεος

Γιος του Κτησίππου από τον δήμο της Αιξωνής114, ο στρατηγός Χαβρίας αντικατέστησε τον Ιφικράτη στην αρχηγία των αθηναϊκών δυνάμεων στην περιοχή της Κορίνθου. Τον επόμενο χρόνο (388 π. Χ.), στάλθηκε στην Κύπρο, επικεφαλής στόλου, για να βοηθήσει τον βασιλιά Ευαγόρα ενάντια στους Πέρσες. Περνώντας από την Αίγινα, έδωσε μάχη με τις εκεί δυνάμεις της Σπάρτης, σκοτώνοντας τον Σπαρτιάτη διοικητή, Γοργώπα, που, έχοντας βάση το νησί, προκαλούσε καταστροφές στην Αττική. Οι Σπαρτιάτες αποδεκατίστηκαν. Ο Χαβρίας συνέχισε το ταξίδι ως την Κύπρο, την οποία και κατέκτησε.

Δέκα χρόνια αργότερα (378 π. Χ.), βρισκόταν στην Βοιωτία, όπου είχε εισβάλει ο βασιλιάς της Σπάρτης, Αγησίλαος, και κατέστρεφε την ύπαιθρο. Στην θέα των Σπαρτιατών, Θηβαίοι και μισθοφόροι υποχωρούσαν δίχως να δώσουν μάχη. Ο Χαβρίας διέταξε τους δικούς του να παραμείνουν στη θέση τους, στηρίζοντας τα γόνατά τους στις ασπίδα τους και προτείνοντας τα δόρατα μπροστά με ελαφριά κλίση προς τα πάνω. Τους μετέτρεψε, μ’ άλλα λόγια, σε ζωντανό οχυρό. Ο Αγησίλαος κατάλαβε ότι, αν διέτασσε επίθεση, οι δικοί του θα έπεφταν πάνω σε τείχος. Προτίμησε να αποχωρήσει. Η τακτική του Χαβρία γνώρισε τέτοια φήμη, ώστε οι Αθηναίοι ανήγειραν άγαλμα στην Αγορά που παρίστανε οπλίτη στη στάση αυτή. Δυο χρόνια αργότερα (376 π. Χ.), όπως προαναφέρθηκε, πέτυχε τεράστια νίκη στη Νάξο. Εξελίχθηκε σε μεγάλο παράγοντα της Β’ Αθηναϊκής συμμαχίας.

Όλο αυτό το διάστημα, ο Ιφικράτης ζούσε ως αρχηγός μισθοφόρων πρώτα στην Θράκη κι έπειτα στην Αίγυπτο, όπου για λογαριασμό των Περσών πολεμούσε ενάντια στους επαναστατημένους Αιγυπτίους. Οι Αθηναίοι δρούσαν υπέρ των εξεγερμένων και, σε βοήθειά τους, είχαν στείλει τον Χαβρία. Στην πορεία, άλλαξαν στρατόπεδο και ανακάλεσαν τον Χαβρία, οπότε ο Ιφικράτης βρέθηκε να ακολουθεί την επίσημη αθηναϊκή γραμμή. Στα 373 π. Χ., γύρισε στην Αθήνα.

Ήταν η χρονιά που ο γιος του Κόνωνα, ο στρατηγός Τιμόθεος, στάλθηκε επικεφαλής εξήντα τριηρών, στο Ιόνιο, για να εδραιώσει την εκεί παρουσία της Αθήνας. Την είχε πετύχει ο ίδιος, δυο χρόνια νωρίτερα, όταν ενέταξε πολλές πόλεις στην Αθηναϊκή συμμαχία. Αυτή τη φορά, όμως, κωπηλάτες και χρήματα δεν υπήρχαν. Αναγκαστικά, ο στόλος ναυλοχούσε στον Πόρο, οπότε οι Σπαρτιάτες βρέθηκαν στην Κέρκυρα, κυριάρχησαν στην ύπαιθρο κι απειλούσαν την πόλη. Οι Αθηναίοι βοήθησαν την Κέρκυρα να αμυνθεί, στέλνοντας στρατό με άλλον επικεφαλής αλλά ο Τιμόθεος βρέθηκε αντιμέτωπος με τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Ο Ιφικλής και ο πολιτικός και σπουδαίος ρήτορας της εποχής, Καλλίστρατος (τον είχε πρότυπό του ο Δημοσθένης), τον κατηγόρησαν για προδοσία. Η δίκη προκάλεσε μεγάλο θόρυβο, καθώς έφτασαν στην Αθήνα και κατέθεσαν ως μάρτυρες υπεράσπισης ο βασιλιάς των Μολοσών της Ηπείρου, Αλκέτας, και ο τύραννος των Φερών, Ιάσονας. Ο Τιμόθεος αθωώθηκε, έφυγε από την Αθήνα και πήγε στην Περσία μισθοφόρος, ενώ καταδικάσθηκε σε θάνατο ο ταμίας του.

Ιφικράτης και Καλλίστρατος βρέθηκαν επικεφαλής της αθηναϊκής πολιτικής. Με εβδομήντα πλοία, ο Ιφικράτης έπλευσε στην Κέρκυρα, υποβάλλοντας, στην διάρκεια του πλου, σε ασκήσεις τακτικής τους άνδρες του. Φτάνοντας στον προορισμό του, πληροφορήθηκε ότι ο εκεί επικεφαλής των Σπαρτιατών είχε σκοτωθεί σε κάποια μάχη και ο σπαρτιατικός στρατός είχε αποχωρήσει αλλά στο νησί πλησίαζαν δέκα τριήρεις των, συμμάχων της Σπάρτης, Συρακουσών. Έστησε καρτέρι και μπόρεσε να αιχμαλωτίσει και τα δέκα πλοία, κάποια από τα οποία μετέφεραν πλούσια αναθήματα με προορισμό τους Δελφούς. Αναθήματα και λύτρα από την απελευθέρωση των αιχμαλώτων τού απέφεραν εξήντα τάλαντα, με τα οποία εξόφλησε μεγάλο μέρος από τα χρωστούμενα στους ναύτες του. Εισπράττοντας φόρους από τις πόλεις της Κεφαλονιάς και υποχρεώνοντας τους άνδρες του να εργαστούν στα χωράφια της Κέρκυρας με αμοιβή που πλήρωσαν οι Κερκυραίοι, εξόφλησε, όσα χρωστούσε. Με τον στόλο του πια να αριθμεί ενενήντα τριήρεις, πέρασε στην Ακαρνανία, όπου με τους πελταστές του βοηθούσε τις εκεί συμμάχους πόλεις. Τα χρήματα, όμως, τελείωναν. Παράγγειλε στην Εκκλησία του Δήμου είτε να βρεθούν χρήματα για να συνεχιστεί η εκστρατεία είτε να προταθεί ειρήνη στους ήδη καταπονημένους Σπαρτιάτες. Αποφασίστηκε το δεύτερο. Η Σπάρτη συγκατένευσε.

Ήταν το 371 π. Χ. και ένα πανελλήνιο συνέδριο, στο οποίο συμμετείχαν και εκπρόσωποι των Περσών, στήθηκε στη Σπάρτη. Οι Αθηναίοι έστειλαν εκεί τρεις, ανάμεσα στους οποίους και τον Καλλίστρατο, να τους εκπροσωπήσουν. Ο δεινός λόγος του Καλλίστρατου έπεισε τους πάντες ότι πια ήταν ώρα η Ελλάδα να ειρηνεύσει. Κάθε πόλη υπέγραφε για λογαριασμό της αλλά οι Θηβαίοι θέλησαν να υπογράψουν για λογαριασμό ολόκληρου του «Κοινού των Βοιωτών», κάτι που αρνήθηκαν να δεχτούν οι Σπαρτιάτες. Δημιουργήθηκαν δυο ετερόκλητα στρατόπεδα: Το ισχυρό της Αθήνας και της Σπάρτης με τους συμμάχους τους και το θηβαϊκό (Θήβα με το κοινό των Βοιωτών). Στη μάχη στα Λεύκτρα, τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου (371 π. Χ.), οι Θηβαίοι με τη λοξή φάλαγγα του στρατηγού τους Επαμεινώνδα νίκησαν τους Σπαρτιάτες. Ο βασιλιάς Κλεόμβροτος σκοτώθηκε μαζί με άλλους τετρακόσιους συμπατριώτες του. Στην Αθήνα, σύμμαχοι των Αθηναίων και των Σπαρτιατών συμφώνησαν σε ένα κείμενο που όριζε ότι θα έσπευδαν να βοηθήσουν όποια πόλη κινδύνευε. Αποδυναμωμένοι οι Σπαρτιάτες προσχώρησαν στη συμφωνία. Μαζεύτηκε στρατός περίπου 20.000 ανδρών και, με στρατηγό τον Χαβρία, παρατάχθηκε στον Ισθμό. Οι Θηβαίοι του Επαμεινώνδα μπόρεσαν να περάσουν στην Πελοπόννησο αλλά ο Χαβρίας τους εξανάγκασε να γυρίσουν πίσω (368 π. Χ.).

Τον ίδιο καιρό, ο Ιφικράτης νικούσε στην Χαλκιδική και επανέφερε στην αθηναϊκή συμμαχία πόλεις που είχαν αποστατήσει αλλά δεν μπόρεσε να κυριεύσει την Αμφίπολη (365 π. Χ.). Ο Τιμόθεος, που είχε επιστρέψει στην Αθήνα, βρήκε ευκαιρία και πέτυχε την παραπομπή του σε δίκη. Ο Ιφικράτης καταδικάστηκε ερήμην σε καθαίρεση και στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων του. Πικραμένος, δεν γύρισε στην Αθήνα αλλά κατέφυγε στον και πεθερό του, βασιλιά των Οδρυσών115, Κότυ Α’, που του έδωσε δυο πόλεις του να έχει να ζει.

Στα 360 π. Χ., η σύμμαχος των Αθηναίων πόλη στον Ελλήσποντο, Σηστός, έπεσε στα χέρια του Κότυ, που έβαλε στόχο να κυριεύσει όλες τις θρακικές πόλεις, αθηναϊκών συμφερόντων. Ο Ιφικράτης τον εγκατέλειψε κι αποτόλμησε να επιστρέψει στην Αθήνα. Η πράξη του αυτή εκτιμήθηκε. Τα βρήκε και με τον Τιμόθεο, με τον οποίο έγινε συμπέθερος, καθώς ο γιος του (Μενεσθέας) παντρεύτηκε την κόρη του πρώην αντιπάλου του. Ήταν το 359 π. Χ.

Δυο χρόνια αργότερα (357 π. Χ.), εξοργισμένοι από την αυταρχική συμπεριφορά των Αθηναίων, οι κάτοικοι των νησιών Ρόδος, Κως και Χίος, με την βοήθεια του Βυζαντίου και με την προτροπή του Μαύσωλου, σατράπη της Καρίας, αποστάτησαν από την αθηναϊκή συμμαχία. Χάρης και Χαβρίας μπήκαν επικεφαλής αθηναϊκού στόλου και επιτέθηκαν στην Χίο αλλά νικήθηκαν. Ο Χαβρίας προσπάθησε να μπει στο λιμάνι της Χίου, αποκόπηκε από τον υπόλοιπο στόλο, περικυκλώθηκε και σκοτώθηκε. Ο Χάρης, με εξήντα πλοία, υποχώρησε στον Ελλήσποντο. Οι Αθηναίοι έστειλαν σε βοήθειά του νέο στόλο με επικεφαλής τον Ιφικράτη και τον Τιμόθεο, ενώ μαζί τους ήταν και ο Μενεσθέας. Χάρης και νεοφερμένοι ενώθηκαν λίγο έξω από την Χίο: Ο αθηναϊκός στόλος διέθετε 120 τριήρεις. Τόσο μεγάλος στόλος είχε να φανεί στις θάλασσες σχεδόν μισό αιώνα116.

Παρά τη θαλασσοταραχή, ο Χάρης πρότεινε επίθεση ενάντια στον στόλο των αντιπάλων, ενώ οι Ιφικράτης και Τιμόθεος προτιμούσαν να μην εμπλακούν, ώσπου να κοπάσουν οι άνεμοι. Ο Χάρης τους αποκάλεσε προδότες και επιτέθηκε με τα εξήντα πλοία που διοικούσε. Νικήθηκε. Η δεύτερη αθηναϊκή ηγεμονία πήρε τέλος.

Στην Αθήνα, τους κατηγόρησε για προδοσία και οι Ιφικράτης, Τιμόθεος και Μενεσθέας πέρασαν από δίκη (355 π. Χ.). Ο Ιφικράτης κι ο γιος του, Μενεσθέας, αθωώθηκαν αλλά ο Τιμόθεος καταδικάστηκε σε βαρύ πρόστιμο. Δεν είχε να το πληρώσει κι αυτοεξορίστηκε στην Χαλκίδα. Πέθανε εκεί λίγο αργότερα. Ο Ιφικράτης παραμερίστηκε. Πρέπει να πέθανε γύρω στα 350 π. Χ.

Οι Μακεδόνες στο προσκήνιο

Στην Δυτική Ελλάδα, από το 356 π. Χ., είχε ξεσπάσει ο «Τρίτος Ιερός πόλεμος»117, εξαιτίας μιας διαμάχης ανάμεσα στους Θηβαίους και τους Φωκείς με έπαθλο την επικυριαρχία στους Δελφούς. Σπαρτιάτες και Αθηναίοι συμμάχησαν με τους Φωκείς. Όμως, δυο χρόνια αργότερα (354 π. Χ.), στο πλάι των Θηβαίων εμφανίστηκαν οι Μακεδόνες του Φιλίππου Β’, στην πρώτη ανάμιξή τους στα πολιτικά πράγματα της Νότιας Ελλάδας. Μακεδόνες, Θηβαίοι και Θεσσαλοί από τη μια πλευρά, Φωκείς, Σπαρτιάτες και Αθηναίοι από την άλλη, συγκρούστηκαν στο Κρόκιο πεδίο118 (353 π. Χ.). Οι Μακεδόνες νίκησαν με τις απώλειες των αντιπάλων τους να φθάνουν τους 6.000 νεκρούς και 3.000 αιχμαλώτους. Κάποιοι Αθηναίοι γλίτωσαν, επειδή πρόλαβαν να φτάσουν μέχρι τα πλοία του Χάρη που βρίσκονταν στην περιοχή.

Μια απόπειρα να συμφωνηθεί ειρήνη ανάμεσα στην Αθήνα και τη Μακεδονία (348 π. Χ.), με πρωτοβουλία του Αθηναίου Φιλοκράτη, απέτυχε. Δυο χρόνια αργότερα (346 π. Χ.), όμως, ο Φίλιππος ετοιμαζόταν (ή τουλάχιστον έτσι διέδιδε) για νέα κάθοδο στη Νότια Ελλάδα. Οι Φωκείς και οι Σπαρτιάτες ετοιμάζονταν να τον αντιμετωπίσουν στις Θερμοπύλες, ενώ οι Αθηναίοι προχωρούσαν σε επιστράτευση. Με μια δεύτερη σκέψη, όμως, έστειλαν δεκαμελή πρεσβεία με επικεφαλής τους Φιλοκράτη, Αισχίνη και Δημοσθένη να διαπραγματευτεί με τον Φίλιππο. Γύρισαν, έχοντας μαζί τους και μια μακεδονική αντιπροσωπεία. Στην Εκκλησία του Δήμου έγινε μάχη: Ο Δημοσθένης ήταν ενάντιος. Φιλοκράτης και Αισχίνης υπέρ. Οι πολίτες ψήφισαν υπέρ. Οι Μακεδόνες της αντιπροσωπείας, όμως, δεν είχαν εξουσιοδότηση. Αθηναίοι πρέσβεις και Μακεδόνες ξαναπήγαν στον Φίλιππο που τους δέχτηκε με θερμότητα. Τους πήρε μαζί του, βαδίζοντας στην Θεσσαλία. Στις Φερές119, συμφωνήθηκε η ειρήνη. Την είπαν «Φιλοκράτεια». Μακεδόνες και Αθηναίοι κρατούσαν τα εδάφη τους, ενώ υποχρεώνονταν να βοηθήσουν οι μεν τους δε, αν Αθήνα ή Μακεδονία δεχόταν επίθεση, και υποσχέθηκαν συνεργασία ενάντια στους πειρατές. Απομονωμένοι οι Φωκείς, παραδόθηκαν. Ο Φίλιππος απέκτησε την πλειοψηφία στην Αμφικτιονία που διοικούσε τους Δελφούς.

Στην Αθήνα, όμως, η αντιμακεδονική πτέρυγα μπόρεσε να έχει το πάνω χέρι στα πολιτικά πράγματα. Στα 340 π. Χ., στάλθηκαν αθηναϊκές τριήρεις να βοηθήσουν στην άμυνα του Βυζαντίου που, από τον προηγούμενο χρόνο, πολιορκούσαν οι Μακεδόνες. Βοήθησαν κι άλλες πόλεις και το Βυζάντιο σώθηκε. Ο Φίλιππος αποφάσισε να τελειώνει με τους Αθηναίους. Την ευκαιρία του έδωσε στο πιάτο το Αμφικτιονικό συνέδριο που του ανέθεσε να συνετίσει την πόλη της Άμφισσας, η οποία απέφευγε να πληρώσει πρόστιμο που της επιβλήθηκε έπειτα από διαμάχη της με την Αθήνα. Ξεκίνησε, ο «Τέταρτος Ιερός πόλεμος».

Ο Φίλιππος παρέκαμψε τις Θερμοπύλες, μπήκε στη Φωκίδα κι εγκαταστάθηκε στην πόλη Ελάτεια120. Αντί να τιμωρήσει τους Αμφισσαίους, πρότεινε να πληρώσει αυτός το πρόστιμο, αρκεί να συμμαχούσαν μαζί του. Δεν τους έπεισε. Προσπάθησε να πείσει τους Θηβαίους αλλά οι Αθηναίοι είχαν αντιληφθεί τις προθέσεις του και είχαν στείλει στην Θήβα πρεσβεία με επικεφαλής τον Δημοσθένη. Έφτασε εκεί, ταυτόχρονα με τον απεσταλμένους του Φιλίππου. Κατά τις ισχύουσες συμμαχίες, οι Θηβαίοι ήταν ήδη σύμμαχοι με τους Μακεδόνες. Ο Δημοσθένης τους κάλεσε σε ένα πλατύ αντιμακεδονικό μέτωπο, στο οποίο θα είχαν την αρχιστρατηγία, και τους πρόσφερε εδαφικά ανταλλάγματα. Πείσθηκαν. Το καλοκαίρι του 338 π. Χ., βρήκε τον Φίλιππο να έχει κυριεύσει την Άμφισσα και να στρατοπεδεύει στη Ναύπακτο. Βάδισε ενάντια στους Δελφούς. Οι αντίπαλοί του Αθηναίοι, Βοιωτοί με επικεφαλής τους Θηβαίους, Κορίνθιοι, Κερκυραίοι, Λευκαδίτες, Αχαιοί, Μεγαρείς, Ευβοείς και Ακαρνάνες βρέθηκαν στην Χαιρώνεια για να τον αντιμετωπίσουν.

Η πτώση της Αθήνας

Αρχηγός όλων των συμμάχων ήταν ο Θηβαίος Θεαγένης που, με τους Θηβαίους, κατέλαβε το δεξιό άκρο της παράταξης. Αρχηγοί του αθηναϊκού στρατού, που ανέλαβαν την αριστερή πλευρά, ήταν ο ανίκανος Λυσικλής και ο Χάρης, αποδειγμένα ένας από τους χειρότερους στρατηγούς που γνώρισε η Αθήνα. Επέπλεε χάρη στις δολοπλοκίες και στη σκληρότητά του. Οι λοιποί των συμμάχων παρατάχθηκαν στο κέντρο.

Ο Φίλιππος βρισκόταν στο δεξί άκρο της αντίπαλης παράταξης (απέναντι στους Αθηναίους), επικεφαλής επίλεκτων υπασπιστών, με τη μακεδονική φάλαγγα στο κέντρο, ενώ ο γιος του, Αλέξανδρος, κάλυπτε το αριστερό (απέναντι στους Θηβαίους που είχαν πλάι τον Ιερό Λόχο). Ο στρατός του Φιλίππου αριθμούσε 30.000 πεζούς και 2.000 ιππείς. Οι σύμμαχοι ήταν κάπως λιγότεροι. Η μάχη ξεκίνησε σφοδρή με τις δυνάμεις του Αλέξανδρου να θερίζουν τους ιερολοχίτες που όμως δεν εγκατέλειπαν τις θέσεις τους. Στην άλλη άκρη, οι Μακεδόνες του Φιλίππου έβρισκαν μεγάλη αντίσταση από τους Αθηναίους, οι οποίοι, κάποια στιγμή, έσπασαν τις γραμμές των αντιπάλων τους, αναγκάζοντάς τους να τραπούν σε φυγή. Αντί, όμως, να στραφούν ενάντια στη μακεδονική φάλαγγα και να την πλαγιοκοπήσουν, οι

Αθηναίοι άκουσαν τον στρατηγό Λυσικλή να τους διατάσσει να κυνηγήσουν τους φυγάδες «μέχρι τη Μακεδονία». Ξεχύθηκαν πίσω από τους υποχωρούντες Μακεδόνες, διαλύοντας την παράταξή τους και δίνοντας στον Φίλιππο την ευκαιρία να αναδιοργανωθεί και, με τη συμπαγή παράταξη της μακεδονικής φάλαγγας, να πέσει πάνω τους. Ήταν καταστροφή.

Στην άλλη άκρη του μετώπου, ο Αλέξανδρος μπόρεσε να διασπάσει τους Θηβαίους, με το κέντρο της συμμαχικής παράταξης να βάλλεται από τρεις μεριές και να υποκύπτει στην ορμή των Μακεδόνων. Πάνω από χίλιοι Αθηναίοι κι άλλοι τόσοι Θηβαίοι κείτονταν νεκροί, ενώ από δυο χιλιάδες άνδρες καθεμιάς από τις δυο πόλεις αιχμαλωτίστηκαν. Ο Θεαγένης έπεσε κατά την διάρκεια της μάχης.

Ο Λυσικλής καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε. Ο Χάρης, γι’ άλλη μια φορά, μπόρεσε να γλιτώσει, ίσως επειδή κανένας δεν ήθελε να ασχοληθεί μαζί του. Ήταν, άλλωστε, γνωστή η από παλιά θέση του (πια νεκρού) Τιμόθεου για δαύτον: «Περισσότερο του πάει να κουβαλάει τα σκεύη του στρατηγού παρά να είναι στρατηγός ο ίδιος».

Νικητής και τροπαιούχος, ο βασιλιάς των Μακεδόνων, Φίλιππος, οργάνωσε το «Συνέδριο της Κορίνθου121», ένα μόνιμο όργανο για τη διοίκηση της Ελλάδας. Ο ίδιος μπήκε επικεφαλής των Ελλήνων (εκτός από τη Σπάρτη) με πρόθεση να οργανώσει εκστρατεία και να καταλύσει το περσικό κράτος. Δεν πρόλαβε, καθώς τον επόμενο χρόνο (336 π. Χ.) δολοφονήθηκε. Την πραγματοποίησε ο γιος και διάδοχός του, Αλέξανδρος. Μετά την πρώτη νίκη του (334 π. Χ.) στον Γρανικό ποταμό, έστειλε στον Παρθενώνα ανάθημα τριακόσιες πανοπλίες κι ασπίδες με την επιγραφή «Αλέξανδρος Φιλίππου και οι Έλληνες πλην Λακεδαιμονίων από των βαρβάρων των την Ασίαν κατοικούντων». Έμελλε να τις αφαιρέσει (το 295 π. Χ.) ο Λάχαρης122, τοποτηρητής, στην Αθήνα, του βασιλιά της Μακεδονίας, Κάσσανδρου.

 

Ο φονικός διχασμός

Αφ’ ότου ο Φίλιππος Β’ των Μακεδόνων ανακατεύτηκε ενεργά με τις υποθέσεις της Νότιας Ελλάδας (το 354 π. Χ., στον Τρίτο Ιερό πόλεμο), στην Αθήνα έγινε φανερό ότι πλησίαζε η ώρα που θα διεκδικούσε πρωταγωνιστικό ρόλο στα ελληνικά πράγματα. Ως εκείνη τη στιγμή, ο Φίλιππος είχε εξουδετερώσει ή υποχρεώσει σε συμμαχία μαζί του όλους τους ανατολικούς, βόρειους και δυτικούς στη Μακεδονία λαούς και είχε δημιουργήσει ένα μεγάλο και ισχυρό κράτος.

Νωρίτερα, οι μεγάλοι Αθηναίοι ρήτορες, δάσκαλος και μαθητής Ισοκράτης και Δημοσθένης, ονειρεύονταν να δουν την πατρίδα τους, Αθήνα, να ηγείται μιας πανελλήνιας εκστρατείας που θα τέλειωνε το περσικό κράτος. Γι’ αυτούς, κάτι τέτοιο θα μπορούσε να ενώσει τις ελληνικές πόλεις και να φέρει την ειρήνη ανάμεσά τους. Όταν στον ορίζοντα φάνηκαν ο Φίλιππος και οι Μακεδόνες του, ο Ισοκράτης είδε σ’ αυτόν τον ηγέτη που θα πραγματοποιούσε το όνειρό του. Η Μακεδονία έσφυζε από ζωή, ενώ η Αθήνα είχε χάσει την παλιά της αίγλη. Ξεκίνησε να προετοιμάζει το έδαφος για μια τέτοια κατάληξη κι έγινε θερμός υποστηρικτής του Φιλίππου αλλά και της βασιλείας, καθώς, όπως πίστευε, μόνο ένας μονάρχης θα μπορούσε να ενώσει όλους τους Έλληνες κάτω από το σκήπτρο του. Γύρω από τον Ισοκράτη στοιχήθηκαν όλοι οι φιλομακεδόνες Αθηναίοι, σχηματίζοντας δυνατή παράταξη που, με την πάροδο του χρόνου, εξελίχθηκε σε ακραία.

Αντίθετα με όλα αυτά, ο Δημοσθένης έβλεπε στο πρόσωπο του βασιλιά της Μακεδονίας τον άνθρωπο που είχε βάλει σκοπό της ζωής του να υποτάξει όλους τους Έλληνες και άρα αποτελούσε θανάσιμη απειλή για την Αθήνα. Προσπάθησε με όλες του τις δυνάμεις να πείσει τους Αθηναίους να τον αντιμετωπίσουν και γύρω του στοιχήθηκαν όλοι εκείνοι, οι οποίοι υποστήριζαν την «πατριωτική γραμμή». Η παράταξή τους εξελίχθηκε σε ακραία εθνικιστική και βρήκε σθεναρή την αντίσταση των φιλικά προσκείμενων στους Μακεδόνες. Η αθηναϊκή κοινωνία γνώρισε τον βαθύ διχασμό με τους πρωταγωνιστές των δυο παρατάξεων να οδηγούνται σε έναν αγώνα αλληλοεξόντωσης. Μόλις το 341 π. Χ., με τον τρίτο «φιλιππικό» του λόγο που υπήρξε, κατά τον Διονύσιο τον Αλικαρνασσέα123, «η μεγίστη των κατά Φιλίππου δημηγοριών», κατάφερε ο Δημοσθένης να πείσει τους συμπατριώτες του να αντισταθούν στους Μακεδόνες. Οδηγήθηκαν, όμως, στην ολέθρια για την Αθήνα μάχη της Χαιρώνειας (338 π. Χ.).

Την χρονιά αυτή πέθανε ο αντίπαλος αλλά και δάσκαλός του, Ισοκράτης: Είχε γεννηθεί το 436 π. Χ. από πλούσιους γονείς και πρόλαβε να σπουδάσει κοντά στον Σωκράτη αλλά και πλάι σε μεγάλους σοφιστές, πριν να πτωχεύσει η οικογένειά του. Αναγκασμένος να βρει χρήματα, εργάστηκε δέκα χρόνια ως λογογράφος διαδίκων στα δικαστήρια. Ήθελε να γίνει ρήτορας αλλά δεν είχε δυνατή φωνή και δεν ήξερε πώς να σταθεί στο βήμα. Κατέληξε δάσκαλος της ρητορικής, γεγονός που τον έκανε διάσημο, καθώς πολλοί από τους μαθητές του εξελίχθηκαν σε σπουδαίες θέσεις και κάποιοι έφτασαν να γίνουν ηγέτες.

Στα 380 π. Χ., η Ελλάδα όλη ζούσε κάτω από το βάρος της επονείδιστης «βασιλείου ειρήνης» (του 386 π. Χ.), όταν ο Ισοκράτης έγραψε τον «Πανηγυρικό» λόγο του. Με αυτόν, θέλησε να ευαισθητοποιήσει τους Έλληνες να ενωθούν με πρότυπο την αθηναϊκή παιδεία (γι’ αυτόν, η Εκπαίδευση αποτελούσε τον λυτρωτή του ελληνικού κόσμου) και να οργανώσουν εκστρατεία ενάντια στους Πέρσες. Δεν του προέκυψε.

Τριάντα τέσσερα χρόνια αργότερα (στα 346 π. Χ.), ο Φίλιππος και οι Αθηναίοι συμφώνησαν στην «Φιλοκράτεια ειρήνη» που, για την αθηναϊκή πλευρά, διαπραγματεύτηκαν ο Αισχίνης, ο Δημοσθένης και ο φιλομακεδόνας Φιλοκράτης. Την ίδια χρονιά, στον λόγο του «Φίλιππος», ο Ισοκράτης επανέλαβε την ίδια έκκληση για εκστρατεία ενάντια στους Πέρσες αλλά αυτή την φορά, ως ηγέτη της πρότεινε τον βασιλιά των Μακεδόνων. Η φιλομακεδονική παράταξη βρήκε τον φυσικό της ηγέτη.

Ο Δημοσθένης στάθηκε απέναντί του. Γεννήθηκε στην Παιανία το 384 π. Χ., και ήταν μόλις τεσσάρων χρόνων, όταν εκφωνήθηκε ο «Πανηγυρικός» του μελλοντικού δασκάλου του, Ισοκράτη. Ήταν γιος του πλούσιου μαχαιροποιού, Δημοσθένη επίσης, και της πάμπλουτης Κλεόβουλης από την Σκυθία και είχε μια κατά δυο χρόνια μικρότερη αδελφή. Στα επτά του, όμως, έχασε τον πατέρα του. Οι επίτροποι που εκείνος είχε ορίσει για να διαχειριστούν την περιουσία του την κατασπατάλησαν αλλά η χήρα του κατόρθωσε να μεγαλώσει τον Δημοσθένη με άνεση και να τον σπουδάσει. Έβαλε σκοπό της ζωής του να εκδικηθεί τους σφετεριστές της περιουσίας του και, γι’ αυτόν τον λόγο, αποφάσισε να γίνει ρήτορας. Κέρδισε την δίκη, δεν πήρε πίσω την ανύπαρκτη πια περιουσία κι αναγκάστηκε να γράφει λόγους για να μπορέσει να ζήσει. Οι πρώτες απόπειρές του να μιλήσει στην Εκκλησία του Δήμου ήταν απογοητευτικές: Τσέβδιζε και δεν μπορούσε να προφέρει το «λ» και το «ρ». Προσπάθησε σκληρά να ξεπεράσει τις ατέλειές του: Ανέβαινε στον Λυκαβηττό κι έκανε ασκήσεις για να καταπολεμήσει το ελάττωμά του ή πήγαινε στο Φάληρο κι απάγγελλε κάτω από το βουητό των κυμάτων για να επιβληθεί στους θορύβους του ακροατηρίου. Κατάφερε να γίνει ρήτορας σεβαστός.

Πολιτική ιδεολογία του ήταν το μεγαλείο της Αθήνας, την οποία φανταζόταν να ηγείται των υπολοίπων ελληνικών πόλεων σε μια νικηφόρα εκστρατεία ενάντια στους Πέρσες, όνειρο όμοιο με το αντίστοιχο του δασκάλου του. Στα 351 ή 349 π. Χ., όταν ο Φίλιππος επιτέθηκε ενάντια στην Όλυνθο124 της Χαλκιδικής, ο Δημοσθένης ξεσπάθωσε κατά των Μακεδόνων και του βασιλιά τους και με τους περίφημους «Ολυνθιακούς» και «Φιλιππικούς» λόγους του προσπάθησε να πείσει τους Αθηναίους να στείλουν στρατό και να βοηθήσουν τους αμυνόμενους. Δεν τα κατάφερε. Όμως, η αντιμακεδονική παράταξη πια ήταν γεγονός.

Μαζί του, στοιχήθηκαν ο εγκρατής ρήτορας Λυκούργος και ο έκλυτος Υπερείδης, καθώς και ο Αισχίνης.

Γόνος της οικογένειας των Ετεοβουτάδων125, ο Λυκούργος γεννήθηκε το 390 π. Χ., φοίτησε κοντά στον Πλάτωνα κι έπειτα κοντά στον Ισοκράτη. Από το 350 π. Χ. και για μια δεκαετία, συντάχθηκε στο αντιμακεδονικό μέτωπο και εξελίχθηκε σε αμείλικτο διώκτη όποιου θεωρούσε ότι προδίδει την Αθήνα ή παραβαίνει τους καθιερωμένους πολιτικούς κανόνες της.

Συνομήλικος του Λυκούργου (γεννήθηκε το 389 π. Χ.), ο Υπερείδης σπούδασε πλάι στον Πλάτωνα αλλά και στον Ισοκράτη, από τον οποίο διδάχθηκε την ρητορική τέχνη. Ήταν γνωστός για την θυελλώδη ερωτική ζωή του και διατηρούσε τρεις εταίρες ερωμένες του (μια στο σπίτι του, άλλη στην Ελευσίνα, όπου βρίσκονταν τα κτήματά του, και τρίτη στον Πειραιά). Ήταν αυτός που ξεγύμνωσε την Φρύνη μπροστά στους δικαστές της, προκειμένου να πετύχει την αθώωσή της126. Ήταν, όμως, και από τους κυριότερους εκφραστές της αντιμακεδονικής παράταξης και δεν δίστασε να περιοδεύσει στην Πελοπόννησο, προκειμένου να τις ξεσηκώσει ενάντια στους Μακεδόνες. Στα 340 π. Χ., συγκαταλεγόταν ανάμεσα στους ένθερμους οπαδούς της κίνησης για την δημιουργία στόλου, ώστε να αντιμετωπιστεί η προσπάθεια του Φιλίππου να κυριεύσει την Εύβοια, ενώ την ίδια χρονιά βοήθησε να σωθεί το Βυζάντιο από την πολιορκία των Μακεδόνων.

Στα 389 π. Χ. γεννήθηκε και ο Αισχύνης, γιος του δημοδιδάσκαλου Ατρόμητου και της εταίρας Γλαυκοθέας. Έμαθε γράμματα στο σχολείο του πατέρα του, το οποίο καθάριζε. Προσπάθησε να γίνει ηθοποιός αλλά απέτυχε. Ασχολήθηκε με τη ρητορική και ανακατεύτηκε στην πολιτική όπου διακρίθηκε. Στα 350 π. Χ., εντάχθηκε στο αντιμακεδονικό μέτωπο και, στα 346 π. Χ., ήταν ένας από τους βασικούς διαπραγματευτές με τον Φίλιππο στη σύναψη της Φιλοκράτειας ειρήνης. Στα τέλη του ίδιου χρόνου ή στις αρχές του επομένου (345 π. Χ.), ο Δημοσθένης τον κατάγγειλε ότι χρηματίσθηκε από τον Φίλιππο και στις διαπραγματεύσεις έκανε ό,τι μπορούσε για να περάσουν οι θέσεις των Μακεδόνων. Με δικανικά τεχνάσματα, ο Αισχίνης απέφυγε την δίκη. Ο Δημοσθένης επανήλθε δυο χρόνια αργότερα (το 343 π. Χ.) και γι’ άλλη μια φορά τον κατάγγειλε για χρηματισμό από τον Φίλιππο, ενώ με την ίδια κατηγορία παραπέμφθηκε σε δίκη (με τον Υπερείδη κατήγορο) και ο Φιλοκράτης. Ο Δημοσθένης ανέφερε έξι περιπτώσεις για να στηρίξει την κατηγορία του, με τις πέντε τουλάχιστον από αυτές να ευσταθούν. Ο Αισχίνης γλίτωσε για λίγες ψήφους αλλά η μετέπειτα πολιτεία του έδειξε ότι ο Δημοσθένης είχε δίκιο (στα 339 π. Χ., βοήθησε τον Φίλιππο να ελέγξει την Δελφική Αμφικτιονία). Ο Φιλοκράτης καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο. Η ποινή έμεινε ανεκτέλεστη. Είχε προλάβει να φύγει από την Αττική. Θα επανερχόταν.

Οπωσδήποτε, τα πάντα άλλαξαν, με το αποτέλεσμα της μάχης στην Χαιρώνεια.

 

Δημάδης και Φωκίωνας

Γιος βαρκάρη από την Παιανία, ο Δημάδης γεννήθηκε γύρω στα 380 π. Χ. κι έφτασε να γίνει παράγοντας της αθηναϊκής ζωής. Στα 338 π. Χ., μετείχε στη μάχη της Χαιρώνειας και πιάστηκε αιχμάλωτος. Μεθυσμένος από τη νίκη του αλλά και το κρασί που κατέβασε για να την γιορτάσει, ο Φίλιππος περιφερόταν κομπάζοντας ανάμεσα στους νεκρούς αλλά και τους αιχμαλώτους αντιπάλους του. Πέρασε και μπροστά από τον Δημάδη που δεν κρατήθηκε και του είπε:

«Η τύχη σου έδωσε πρόσωπο Αγαμέμνονα, συ όμως πράττεις έργα Θερσίτη127».

Ο Φίλιππος πήρε το μήνυμα και ηρέμησε. Και, για να μην κακολογηθεί, ελευθέρωσε τόσο τον Δημάδη, όσο και τους λοιπούς Αθηναίους αιχμαλώτους, ενώ από τους Θηβαίους απαιτούσε λύτρα. Στην ίδια την Αθήνα, ειπώθηκε ότι ο Ισοκράτης συγκλονίστηκε τόσο πολύ από την συμφορά, ώστε ξεκίνησε απεργία πείνας και πέθανε εξ αιτίας της. Δεν γνωρίζουμε αν αυτό ευσταθεί. Έτσι κι αλλιώς, ήταν ήδη 98 χρόνων.

Ο Δημάδης εξελίχθηκε σε θαυμαστή του Φιλίππου. Πρότεινε στους Αθηναίους να μετάσχουν στο συνέδριο της Κορίνθου, που ο Φίλιππος οργάνωσε την ίδια εκείνη ζοφερή χρονιά. Βρήκε απέναντί του τον Φωκίωνα.

Στα 64 χρόνια του (γεννήθηκε το 402 π. Χ.), ο Φωκίωνας ήταν πρόσωπο σεβαστό για την δικαιοσύνη, την αφιλοκέρδεια και την γενναιότητά του, ήρωας και νικητής σε πολλές μάχες πλάι στον στρατηγό Χαβρία, ο οποίος του όφειλε πολλά. Κάποτε, μάλιστα, ο Χαβρίας τον έστειλε να μαζέψει φόρους από τις συμμαχικές πόλεις βάζοντάς τον επικεφαλής είκοσι πλοίων. Ο Φωκίωνας διαμαρτυρήθηκε:

«Αν πρόκειται να ναυμαχήσουμε, οι είκοσι τριήρεις είναι λίγες. Αν πάω σε φίλους, είναι πάρα πολλές».

Πήγε με μία, αυτήν στην οποία επέβαινε, κι επέστρεψε με πολλές, εισφορά των συμμάχων μαζί με αρκετά χρήματα.

Ανήκε στους φιλομακεδόνες αλλά ήταν ιδιαίτερα μετριοπαθής. Κυρίως, επιζητούσε την ειρήνη με τον Φίλιππο, κατανοώντας ότι, στρατιωτικά, η Αθήνα βρισκόταν σε μειονεκτική θέση. Ήταν σε αποστολή, έξω από την Αττική, όταν η αντιμακεδονική παράταξη έπεισε τους Αθηναίους να αντιμετωπίσουν τον Φίλιππο με τα όπλα. Όταν γύρισε κι έμαθε ότι ο Φίλιππος πρόσφερε ειρήνη στην Αθήνα, αγόρευσε στην Εκκλησία του Δήμου υπέρ της αποδοχής της. Κάποιος από τους δημαγωγούς του επιτέθηκε, λέγοντας, πώς τολμά να μιλά για ειρήνη, την ώρα που οι Αθηναίοι είχαν πάρει τα όπλα. Του απάντησε:

«Το τολμώ, αν και ξέρω ότι στον πόλεμο εγώ θα κυβερνώ εσένα, ενώ στην ειρήνη εσύ θα εξουσιάζεις εμένα».

Δεν έπεισε το ακροατήριό του. Μετά τη μάχη της Χαιρώνειας, όμως, οι Αθηναίοι του ζήτησαν να αναλάβει τις τύχες της πόλης. Βρέθηκε ανάμεσα σε δυο διαμετρικά αντίθετες τάσεις. Τους φιλοπόλεμους που επιζητούσαν εκδίκηση και εκείνους που, με ηγέτη τον Δημάδη, ζητούσαν την υπογραφή ειρήνης με οποιοδήποτε κόστος. Προσπάθησε να καθυστερήσει τη μετάβαση αντιπροσωπείας στην Κόρινθο, μέχρις ότου ξεκαθαριστούν οι διαθέσεις του Φιλίππου, αλλά ο Δημάδης υπερίσχυσε. Όταν οι Αθηναίοι πληροφορήθηκαν τους δυσμενείς όρους που το συνέδριο της Κορίνθου επέβαλε, τον δικαίωσαν αλλά ήταν αργά.

Με την δολοφονία του Φιλίππου (336 π. Χ.), η αντιμακεδονική παράταξη πήρε πάλι τα πάνω της, παρ’ όλο που ο Φωκίωνας έλεγε ότι η δύναμη των Μακεδόνων απλά μειώθηκε κατά έναν άνδρα. Αυτή την φορά, μπόρεσε να τιθασεύσει τους συμπατριώτες του. Μια φήμη, όμως, ότι ο (γιος του Φιλίππου) Αλέξανδρος σκοτώθηκε σε μια εκστρατεία ενάντια στους Ιλλυριούς, τους ξεσήκωσε. Η θυελλώδης αντίδραση του Αλέξανδρου οδήγησε στην ξεθεμελίωση της Θήβας. Οι αντιμακεδόνες τα χρειάσθηκαν και ο Δημοσθένης, με πέντε τάλαντα, «έπεισε» τον Δημάδη να τους σώσει. Αυτός πήρε τα χρήματα και υπέβαλε για έγκριση στην Εκκλησία του Δήμου ψήφισμα με κάποιες ανώδυνες ποινές. Έπειτα, πήγε στον Αλέξανδρο και κατάφερε να αποσπάσει την διαβεβαίωσή του ότι δεν θα τιμωρήσει την Αθήνα. Πρόσθεσε και ο Φωκίωνας τη δική του συνηγορία, λέγοντας στον νεαρό βασιλιά πως, αντί να πολεμά τους Έλληνες, καλύτερα θα ήταν να γίνει ο ηγέτης τους και να τους οδηγήσει ενάντια στους Πέρσες.

Το ότι ο Δημάδης χρηματιζόταν ήταν κοινό μυστικό. Αργότερα, ο Μακεδόνας Αντίπατρος έλεγε ότι στην Αθήνα είχε δυο φίλους: Τον ένα, τον Φωκίωνα, όσα χρήματα κι αν του υποσχόταν, δεν μπορούσε να τον κάνει να τα δεχτεί. Τον άλλο, τον Δημάδη, όσα κι αν του έδινε, δεν κατόρθωνε να τον κάνει να τα χορτάσει.

Η μεγάλη σύγκρουση

Μετά την ήττα στην Χαιρώνεια, οι Αθηναίοι θέλησαν να επισκευάσουν τα τείχη της πόλης και εξέλεξαν δέκα «τειχοποιούς», ανάμεσα στους οποίους και τον Δημοσθένη. Ο ρήτορας έδειξε ιδιαίτερο ζήλο στην αποστολή του κι, επειδή τα χρήματα του δημοσίου δεν επαρκούσαν για να ολοκληρώσει την δουλειά, έβαλε και τρία τάλαντα από την τσέπη του. Το έμαθαν αυτό οι συμπολίτες του και η Βουλή, με πρόταση ενός φίλου του, του Κτησιφώντα, αποφάσισε να τον στεφανώσει με χρυσό στεφάνι, στο θέατρο. Ο Αισχίνης καραδοκούσε. Πίστεψε ότι βρήκε την μεγάλη ευκαιρία να πλήξει τον Δημοσθένη. Κατηγόρησε τον Κτησιφώντα για παράνομη εισήγηση. Πρώτ’ απ’ όλα, η θητεία του Δημοσθένη ως τειχοποιού δεν είχε λήξει ακόμα, οπότε δεν ήταν δυνατό να αξιολογηθεί η προσφορά του. Κι έπειτα, αν η Βουλή ή ο Δήμος πάρουν απόφαση για στεφάνωση, αυτή πρέπει να γίνει αντίστοιχα στο βουλευτήριο ή στην Εκκλησία του Δήμου, όχι στο θέατρο.

Ήταν το 336 π. Χ. και ο λαός υποστήριζε τον Δημοσθένη. Με νέα δικανικά τεχνάσματα, αν και κατήγορος, ο Αισχίνης ανέβαλλε την διεξαγωγή της δίκης, αναζητώντας καλύτερες συνθήκες. Νόμισε ότι τις βρήκε στα 330 π. Χ., όταν στην Ελλάδα έφθασαν οι ειδήσεις για τις σπουδαίες νίκες του Αλέξανδρου στην Ασία. Μόνο που την υπεράσπιση του Κτησιφώντα ανέλαβε ο ίδιος ο Δημοσθένης.

Η δίκη πραγματοποιήθηκε στην Ηλιαία των 500 δικαστών και προκάλεσε τρομερό ενδιαφέρον με τον αθηναϊκό λαό αλλά και πάμπολλους ξένους να συρρέουν για να απολαύσουν τους πιο ικανούς ρήτορες της εποχής σε μια μεταξύ τους δικανική μονομαχία. Χώρια που, ουσιαστικά, επρόκειτο για μονομαχία ανάμεσα στην φιλομακεδονική και την αντιμακεδονική παράταξη.

Ως κατήγορος, ο Αισχίνης πραγματοποίησε την «Κατά Κτησιφώντος» μνημειώδη αγόρευσή του. Κάλεσε τους Αθηναίους (και όχι τους δικαστές) να κατανοήσουν την κρισιμότητα της όποιας απόφασης καθώς και την ανάγκη να τηρηθούν οι νόμοι, ακυρώνοντας το ψήφισμα που ο Κτησιφώντας είχε εισηγηθεί. Το κατάγγειλε ως βλαβερό για την πόλη και παράνομο, αφού η πρόταση να στεφανωθεί ο Δημοσθένης έγινε πριν να λήξει η θητεία του και να γίνει ο απολογισμός της. Και κατηγόρησε τον ίδιο τον Δημοσθένη ως φαύλο και αχρείο πολίτη που δωροδοκήθηκε από τους Φωκείς και, με τις ενέργειές του, έβλαψε τα συμφέροντα της πόλης, γεγονός που ακύρωνε τις όποιες ωφέλιμες πράξεις του. Επειδή, κατ’ αυτόν, η άσχημη θέση, στην οποία βρισκόταν η Αθήνα, οφειλόταν ολοκληρωτικά στην υποκριτική και ύποπτη πολιτεία του Δημοσθένη. Κατάγγειλε ότι ο Δημοσθένης περιοριζόταν σε καυχησιές και ιδιοποιήσεις επιτυχιών που άλλοι έκαναν, παριστάνοντας τον δημοκράτη, εικόνα που με ψεύτικα στοιχεία προσπαθούσαν να δημιουργήσουν οι οπαδοί του. Στην πραγματικότητα, όπως τόνισε, ο Δημοσθένης έβριθε από ελαττώματα, με κορυφαία την δειλία του (είχε κατηγορηθεί ότι, στην Χαιρώνεια, το είχε βάλει στα πόδια). Κι ακόμα, ήταν γιος γυναίκας από τη Σκυθία, οπότε, σύμφωνα με τον νόμο, δεν μπορούσε να στεφανωθεί. Στο σημείο αυτό, απαρίθμησε πολλές περιπτώσεις πολιτών που, παρά τις αναμφισβήτητες υπηρεσίες τους προς την Αθήνα, δεν αναφέρονταν καν σε τιμητικά ψηφίσματα. Τελειώνοντας, πρότεινε νόμο, σύμφωνα με τον οποίο οι εισηγητές παράνομων ψηφισμάτων και οι αντίπαλοί τους θα απαγορευόταν να αγορεύουν, ώστε να μην παραπλανούνται οι δικαστές.

Ο Δημοσθένης απάντησε με τον «Υπέρ Κτησιφώντος περί του στεφάνου» λόγο του, ο οποίος χαρακτηρίστηκε ως «η μεγαλύτερη ομιλία του μεγαλύτερου ρήτορα στον κόσμο». Κι αυτός απευθύνθηκε στους Αθηναίους και όχι στους δικαστές. Όχι μόνο υπερασπίστηκε τον κατηγορούμενο αλλά και εξαπέλυσε τρομερή πολιτική επίθεση ενάντια στους οπαδούς της ειρήνης με τη Μακεδονία. Επανέφερε στη μνήμη των Αθηναίων την ζοφερή εντύπωση που προκάλεσε η είδηση για την εκπόρθηση της Ελάτειας από τον Φίλιππο (πρώτη πράξη του Τέταρτου Ιερού πολέμου) και περιέγραψε την κατάσταση που επικρατούσε τότε στην Ελλάδα. Πέρασε έπειτα στα της διαπραγμάτευσης για την «φιλοκράτεια ειρήνη», καταγράφοντας ως ύποπτη την συμπεριφορά του Αισχίνη, τον οποίο κατηγόρησε για προδοσία και διαφθορά, καταλογίζοντάς του την ευθύνη για την καταστροφή στην Χαιρώνεια. Κατ’ αυτόν, συνέβη εξαιτίας των χειρισμών του Αισχίνη στο Αμφικτιονικό συμβούλιο. Και θύμισε ότι, αντίθετα με όσα έκανε ο αντίπαλός του, ο ίδιος ήταν ο μόνος που με θέρμη υποστήριζε συμμαχία με τους Θηβαίους. Κατέληξε λέγοντας ότι ήταν προτιμότερο η Αθήνα να νικηθεί σε μια δοξασμένη μάχη για την ανεξαρτησία παρά να απεμπολήσει την κληρονομιά της ελευθερίας.

Η απόφαση ήταν συντριπτική, καθώς η καταγγελία του Αισχίνη δεν μπόρεσε να συγκεντρώσει υπέρ της ούτε το ένα πέμπτο από τις ψήφους των δικαστών. Ο Κτησιφώντας αθωώθηκε, ενώ ο Αισχίνης καταδικάστηκε σε χίλιες δραχμές πρόστιμο και σε στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων. Ουσιαστικά, επρόκειτο για θρίαμβο της αντιμακεδονικής παράταξης.

Κατησχυμένος και ντροπιασμένος από την δεινή ήττα, ο Αισχύνης αποφάσισε να φύγει από την Αθήνα. Ο Δημοσθένης το πληροφορήθηκε την τελευταία στιγμή κι έσπευσε να τον προλάβει στον Πειραιά. Τον έπεισε να δεχτεί κάποιο ποσό που του έδωσε για το ξεκίνημα της νέας ζωής του. Ο Αισχίνης μουρμούρισε:

«Πώς να μην λυπάμαι που εγκαταλείπω την πόλη, στην οποία έχω εχθρό πιο γενναίο από τους φίλους, που μπορώ να ελπίζω ότι θα βρω αλλού».

Πήγε στην Έφεσο, μήπως και μπορέσει να συναντηθεί με τον Αλέξανδρο. Δεν τα κατάφερε. Πέρασε στην Ρόδο, όπου δημιούργησε σχολή ρητορικής. Ανάμεσα στην διδακτέα ύλη, συμπεριέλαβε και τις δυο δημηγορίες, τη δική του και του Δημοσθένη, στη δίκη του Κτησιφώντα. Οι μαθητές του, στο άκουσμα της δικής του, τον εγκωμίασαν. Όταν, όμως, εκφώνησε και τον λόγο του Δημοσθένη, τα εγκώμια και τα χειροκροτήματα ήταν δυο φορές περισσότερα. Σχολίασε:

«Φαντασθείτε, τι θα λέγατε, αν ακούγατε τον ίδιο τον Δημοσθένη να αγορεύει».

Πέθανε στη Σάμο το 314 π. Χ.

Το σκάνδαλο με τον Άρπαλο

Παιδικός φίλος του Αλέξανδρου, ο Άρπαλος διορίστηκε χατιρικά θησαυροφύλακας του στρατηλάτη. Ήταν ό,τι χειρότερο μπορούσε να συμβεί. Στα 331 π. Χ., κι ενώ ο ελληνικός στρατός βρισκόταν στην Κιλικία της Μικράς Ασίας, σήκωσε όσα χρήματα υπήρχαν στο θησαυροφυλάκιο κι έφυγε στα Μέγαρα. Εντοπίστηκε αλλά ο Αλέξανδρος τον συγχώρησε και τον αποκατέστησε στη θέση του, με έδρα τα Εκβάτανα128. Ο Άρπαλος συνέχισε να ζει την έκλυτη ζωή, στην οποία είχε μάθει, σπαταλώντας το κρατικό χρήμα. Όταν ο Αλέξανδρος ξεκίνησε την εκστρατεία στην Ινδία (327 π. Χ.), υπέθεσε ότι δεν θα τον ξανάβλεπε μπροστά του, οπότε καταχράστηκε ό,τι υπήρχε στο θησαυροφυλάκιο και το έριξε στη μεγάλη ζωή με οργιαστικά συμπόσια. Ο Αλέξανδρος, όμως, νικούσε. Στα 325 π. Χ., ο Άρπαλος έμαθε ότι ο εργοδότης του γύριζε θριαμβευτής στην Βαβυλώνα. Τρόμαξε. Πήρε από το θησαυροφυλάκιο 5.000 τάλαντα, μπήκε επικεφαλής στρατού 6.000 μισθοφόρων, πέρασε στην Ελλάδα, άφησε τον στρατό του στο Ταίναρο129, κι έφτασε στην Αθήνα ζητώντας άσυλο (324 π. Χ.). Με εισήγηση του Δημοσθένη και σύμφωνη γνώμη του Φωκίωνα, οι Αθηναίοι του απαγόρευσαν την είσοδο στην πόλη. Ο Άρπαλος ξεκίνησε να δωροδοκεί, όποιον έβρισκε μπροστά του, με τον Δημάδη (κατά τον Δείναρχο) να εισπράττει έξι χιλιάδες χρυσούς στατήρες130. Δωροδόκησε κι έναν Φιλοκλή, με εισήγηση του οποίου, τον άφησαν να μπει στην Αθήνα ως ικέτης. Ως αντιβασιλιάς της Μακεδονίας, ο Αντίπατρος ζήτησε από τους Αθηναίους να του τον παραδώσουν. Οι ακραίοι αντιμακεδόνες πρότειναν να χρησιμοποιηθούν τα χρήματα του Άρπαλου ενάντια στον Αλέξανδρο, οι φιλομακεδόνες ήθελαν να παραδοθεί και ο Δημοσθένης εισηγήθηκε μέση λύση: Να φυλακιστεί ο Άρπαλος και τα χρήματα να κατατεθούν στην Ακρόπολη, ώσπου να αποφασιστεί, τι θα κάνουν. Βρέθηκαν, όμως, 350 τάλαντα από τα 700 που είχε δηλώσει ότι είχε μαζί του, όταν ήρθε στην Αττική. Ο Δημοσθένης και εκείνοι που ανέλαβαν την διεκπεραίωση της απόφασης, δεν δημοσιοποίησαν την διαφορά. Τελικά, ο Άρπαλος δραπέτευσε στην Κρήτη, όπου κάποιος τον δολοφόνησε.

Στην Αθήνα, όμως, ξέσπασε σκάνδαλο. Έπειτα από έρευνα, δημιουργήθηκε ένας κατάλογος εννέα δωροδοκημένων από τον Άρπαλο, που παραπέμφθηκαν σε δίκη. Πρώτος ανάμεσά τους ήταν ο Δημοσθένης με κατήγορο τον Δείναρχο. Παραδέχτηκε ότι είχε δεχτεί ένα δώρο από τον Μακεδόνα εκμαυλιστή: Τον είχε συναντήσει κάποια μέρα, είχε θαυμάσει ένα κόσμημα που φορούσε και τον είχε ρωτήσει, πόσο κοστίζει. Ο Άρπαλος απάντησε «είκοσι τάλαντα». Το βράδυ, όμως, της ίδιας μέρας, ο Άρπαλος έστειλε στον Δημοσθένη, δώρο, το κόσμημα που το συνόδευαν και είκοσι τάλαντα. Αρχικά, τα κράτησε αλλά, μετά, το μετάνιωσε και τα κατέθεσε στο ταμείο του Θεωρικού (αυτού, από το οποίο χρηματοδοτούσαν τα θεάματα).

Η Ηλιαία καταδίκασε τον Δημοσθένη να πληρώσει πρόστιμο πενήντα τάλαντα. Δεν τα είχε και τον φυλάκισαν. Πέντε μέρες αργότερα, οι φίλοι του τον βοήθησαν να δραπετεύσει. Κατέφυγε ντροπιασμένος στην Αίγινα. Αν πραγματικά χρηματίστηκε έναντι ανταλλαγμάτων, ακόμα δεν έχει αποδειχτεί131.

Οπωσδήποτε, η είδηση ότι ο Αλέξανδρος πέθανε στην Βαβυλώνα (13 Ιουνίου 323 π. Χ.), ξεσήκωσε πάλι τους Αθηναίους. Οι αντιμακεδόνες βρήκαν μια νομιμοφανή αιτία και αμνήστευσαν τον Δημοσθένη. Μια τριήρης στάλθηκε στην Αίγινα για να τον φέρει πίσω στην Αθήνα. Του επιφυλάχθηκε αποθεωτική υποδοχή. Οι Αθηναίοι ετοιμάζονταν για πόλεμο, με τον Δημάδη να προσπαθεί να διαψεύσει την είδηση του θανάτου, λέγοντας:

«Αν ο Αλέξανδρος είχε πεθάνει, ολόκληρος ο κόσμος θα είχε γεμίσει από την μυρωδιά του».

Και με τον Φωκίωνα μάταια να προσπαθεί να επιβάλει ψυχραιμία:

«Αν είναι σήμερα νεκρός, θα είναι κι αύριο και μεθαύριο. Ας αποφασίσουμε με ηρεμία», έλεγε.

Ο Λαμιακός πόλεμος, όπως αποκλήθηκε, ξέσπασε την ίδια χρονιά (323 π. Χ.) και κατέληξε σε νίκη των Μακεδόνων, που είχαν επικεφαλής τον «στρατηγό της Ευρώπης» (αντιβασιλιά της Μακεδονίας), Αντίπατρο. Ο Φωκίωνας έσπευσε να τον συναντήσει στην Θήβα και προσπάθησε να περισώσει, ό,τι μπορούσε. Δεν κατάφερε πολλά. Η Αθήνα υποχρεώθηκε να αλλάξει το πολίτευμά της σε τιμοκρατικό και να δεχτεί μακεδονική φρουρά στη Μουνιχία. Οι Μακεδόνες συνέλαβαν τον Υπερείδη και τους λοιπούς ηγέτες της αντιμακεδονικής πτέρυγας και τους εκτέλεσαν. Ο Δημοσθένης κατέφυγε στον ναό του Ποσειδώνα, στον Πόρο. Τον ανακάλυψαν και πήγαν να τον συλλάβουν. Για να μην πέσει στα χέρια τους, ήπιε κώνειο και αυτοκτόνησε. Ήταν 12 Οκτώβρη του 322 π. Χ.

Σαράντα χρόνια αργότερα (280 π. Χ.), οι Αθηναίοι ανέθεσαν στον γλύπτη Πολύευκτο να φιλοτεχνήσει χάλκινο ανδριάντα του Δημοσθένη, τον οποίο τοποθέτησαν στην Αγορά. Στην βάση του αγάλματος σκάλισαν την επιγραφή:

«Είπερ ίσην ρώμην γνώμη, Δημόσθενες, είχες / ούποτ’ αν Ελλήνων ήρξεν Άρης Μακεδών» (Αν είχες, Δημοσθένη, τόση ρώμη όση γνώση / δεν θα κατακτούσε ποτέ τους Έλληνες ο Μακεδόνας Άρης).

Το πρωτότυπο άγαλμα έχει χαθεί. Ένα μαρμάρινο αντίγραφο του ανδριάντα κοσμεί, σήμερα, το μουσείο του Βατικανού.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

100. «Κύρου Ανάβασις»: Έργο του Ξενοφώντα, όπου περιγράφεται η ανεπιτυχής προσπάθεια του Κύρου να πάρει τον περσικό θρόνο από τον αδελφό του, Αρταξέρξη, με στρατό 100.000 Ασιατών και 13.000 Ελλήνων μισθοφόρων.

 

101. «Κάθοδος των μυρίων»: Επίσης έργο του Ξενοφώντα, όπου περιγράφονται οι περιπέτειες των 10.000 Ελλήνων, που επέζησαν μετά τη μάχη στα Κούναξα, στην προσπάθειά τους να επιστρέψουν στη μικρασιατική ακτή.

 

102. Αλίαρτος: Σήμερα, κωμόπολη στον νομό Βοιωτίας, στην αρχαιότητα, τειχισμένη πόλη που καταστράφηκε δυο φορές: Την πρώτη από τον βασιλιά των Περσών, Ξέρξη (480 π. Χ.), και την δεύτερη από τους Ρωμαίους (71 π. Χ.).

 

103. Κορώνεια Βοιωτίας: Σήμερα, χωριό κοντά στη Λιβαδειά, στην αρχαιότητα σημαντική πόλη της Βοιωτικής συμμαχίας.

 

104. Ποτάμι που διασχίζει την ομώνυμη κοιλάδα στην Κορινθία, στην περιοχή της αρχαίας Νεμέας.

 

105. Κνίδος: Αρχαιότατη ελληνική πόλη στην μικρασιατική παραλία της Καρίας, ιερό της Δωρικής Εξάπολης (Λίνδος, Ιαλυσός και Κάμειρος της Ρόδου, Κως και Αλικαρνασσός οι άλλες πέντε).

 

106. Άσπενδος: Ελληνική πόλη στη Μικρά Ασία, (περίπου 40 χμ από τη σημερινή τουρκική Αττάλεια).

 

107. Καδμεία: Τα τείχη της Θήβας, από το όνομα του οικιστή της, Κάδμου.

 

108. Ο Ισμηνίας αυτός είναι ο ίδιος , που, το 403 π. Χ.,  είχε βοηθήσει τον Θρασύβουλο στον αγώνα του ενάντια στους «τριάκοντα τυράννους».

 

109. Θρία: Αρχαίος δήμος εκεί όπου ο σημερινός Ασπρόπυργος, κοντά στην Ελευσίνα. Από την πόλη αυτήν η γειτονική πεδιάδα ονομάστηκε Θριάσιον πεδίον.

 

110. Πέρινθος: Αρχαία αποικία της Σάμου στην Ανατολική Θράκη, στη Θάλασσα του Μαρμαρά, η από το 297 (μ. Χ.) Ηράκλεια.

 

111. Λέχαιο: Το δυτικό λιμάνι της Κορίνθου, στον Κορινθιακό κόλπο, απ’ όπου ξεκινούσε η δίολκος (ο δρόμος πάνω στον οποίο έσερναν τα πλοία από τον ένα κόλπο στον άλλο), που κατέληγε στο δεύτερο λιμάνι της πόλης, τις Κεγχρεές στον Σαρωνικό.

 

112. Φλειούντας: Αρχαία πόλη κράτος, παλαιότερα, Φλιούς, στα νοτιοδυτικά του σημερινού νομού Κορινθίας.

 

113. Σικυώνα: Παραθαλάσσια πόλη στον Κορινθιακό κόλπο, δυτικά της Κορίνθου και βόρεια του Φλειούντα.

 

114. Αιξωνή: Αρχαίος αθηναϊκός δήμος στα όρια της σημερινής Γλυφάδας.

 

115. Οδρύσαι: Θρακικός λαός που ζούσε κατά μήκος του ποταμού Έβρου, από τη Ροδόπη και τον Στρυμόνα μέχρι και την Ανατολική Θράκη κι από το Αιγαίο μέχρι τη Βάρνα της σημερινής Βουλγαρίας. Ισχυρό βασίλειο κατά τον Ε’ και Δ’ π. Χ. αι. Γενάρχης τους φέρεται ο μυθικός Όδρυσος.

 

116. Από το 406 π. Χ., στη ναυμαχία των Αργινουσών, όταν 150 αθηναϊκές τριήρεις συγκρούστηκαν με 120 σπαρτιατικές.

117. Ο Α’ Ιερός πόλεμος (595 – 585 π. Χ.) έγινε ανάμεσα στους Αθηναίους, Θεσσαλούς και Σικυώνιους από τη μια πλευρά και την φωκική πόλη Κίρρα από την άλλη, με αποτέλεσμα την καταστροφή της τελευταίας. Ο Β’ Ιερός πόλεμος ξέσπασε το 448 π. Χ. ανάμεσα στην Αθήνα και τη Σπάρτη με αφορμή το ότι, το 457 π. Χ., οι Αθηναίοι παρέδωσαν τους Δελφούς στους Φωκείς. Οι Δελφοί ανεξαρτητοποιήθηκαν με τη Νίκειο ειρήνη (421 π. Χ.)

118. Κρόκιο πεδίο: Η πεδιάδα στη μέση της οποίας βρίσκεται σήμερα η θεσσαλική πόλη του Αλμυρού.

119. Φερές: Αρχαία πόλη της Μαγνησίας, κοντά στις Παγασές που ήταν το επίνειό της και από τις οποίες πήρε το όνομά του ο Παγασητικός κόλπος.

120. Ελάτεια: Σημαντική αρχαία φωκική πόλη, κοντά στη σημερινή ομώνυμη κωμόπολη στην πλαγιά του Καλλίδρομου, απέναντι από τον Παρνασσό, σήμερα στην Φθιώτιδα.

121. Το «Συνέδριο της Κορίνθου» συγκροτήθηκε για πρώτη φορά τον χειμώνα του 338/337 π. Χ., στην Κόρινθο (εξ ου και η ονομασία του), αν και διατάγματα που το αφορούσαν εκδόθηκαν και σε άλλες πόλεις (Αθήνα, Δελφοί, Ολυμπία και Πύδνα, πόλη κτισμένη στη δυτική παραλία του Θερμαϊκού). Σ’ αυτό εντάχθηκαν όλες οι ελληνικές πόλεις κράτη (εκτός, αρχικά, από την απομονωμένη Σπάρτη που υποχρεώθηκε να ενταχθεί στα 331 π. Χ.).

 

122. Βλ. κεφάλαιο 7, «ο Παρθενώνας».

123. Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς: Αρχαίος Έλληνας (60 – 7; π. Χ.) ιστορικός και δάσκαλος της ρητορικής τέχνης που έζησε στη Ρώμη.

 

124. Όλυνθος: Σπουδαία αρχαία πόλη, για χρόνια ηγέτιδα δύναμη του Κοινού της Χαλκιδικής, ήταν κτισμένη στον μυχό του κόλπου της Τορώνης (εκεί που «ενώνονται» το πρώτο και το δεύτερο «πόδι» της Χαλκιδικής).

 

125. Βλ. κεφάλαιο 1, «δυναστικές σκοπιμότητες».

 

126. Βλ. κεφάλαιο 6, «η θεϊκή Φρύνη».

 

127. Θερσίτης: Στον Τρωικό πόλεμο, όπου ο Αγαμέμνονας ήταν αρχηγός των Αχαιών, ο Θερσίτης μετείχε ως σφετεριστής του θρόνου των Αιτωλών. Περιγράφεται ως κακόψυχος και παράσιτο, δειλός, αυθάδης και δολοπλόκος.

 

128. Εκβάτανα: Αρχαία πρωτεύουσα της Μηδίας, στους πρόποδες του Ορόντου, ανάμεσα στην Αρμενία, την Ασσυρία και την Περσία, στα όρια των σημερινών Βόρειου Ιράν και Ιράκ.

 

129. Ταίναρο: Το νοτιότερο ακρωτήριο της ηπειρωτικής Ελλάδας, στη μεσαία χερσόνησο της Πελοποννήσου ανάμεσα στον Μεσσηνιακό και τον Λακωνικό κόλπο.

 

130. Αττικός στατήρας: Χρυσό νόμισμα με βάρος από 8,60 μέχρι 8,75 γραμμάρια, το οποίο χρησιμοποιούσε και ο Μέγας Αλέξανδρος.

 

131. Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος υπερασπίζεται τον Δημοσθένη, αναφέροντας ότι υπήρξε μια στιγμή αδυναμίας που, όμως, αναπληρώθηκε με την κατάθεση στο ταμείο των Θεωρικών. Και ο ταμίας του Άρπαλου δεν αναφέρει το όνομα του Δημοσθένη σ’ αυτούς που δωροδοκήθηκαν, στον κατάλογο που συνέταξε με εντολή του Μακεδόνα στρατηγού Φιλόξενο

(τελευταία επεξεργασία, 11 Νοεμβρίου 2020)