Κεφ. 10 Η Αθήνα πνευματικό κέντρο

Η ελεύθερη διακίνηση ιδεών

Έχοντας υποστεί ο ίδιος και η οικογένειά του τις συνέπειες της τυραννίδας, ο Κλεισθένης εισηγήθηκε το πολίτευμα της δημοκρατίας με κύριο σκοπό να θωρακίσει την πολιτεία από τις αυθαιρεσίες, στις οποίες οδηγεί η αυταρχική εξουσία του ενός. Όλοι οι νόμοι, τους οποίους εισηγήθηκε, προς αυτήν την κατεύθυνση συνέτειναν. Οι επόμενοι πολιτικοί ηγέτες είδαν στον νέο τρόπο διοίκησης το πολίτευμα που ουσιαστικά υποχρέωνε τους πολίτες να μετέχουν στα κοινά και να πονούν για τον τόπο τους, καθώς οι ίδιοι επέλεγαν, ποιοι θα τους κυβερνούν. Αποδείχτηκε αυτό έμπρακτα με την αθηναϊκή αντίσταση στην περσική επιβουλή, το πρώτο βήμα στην πορεία της Αθήνας προς το μεγαλείο. Πορεία που κορυφώθηκε στη ναυμαχία της Σαλαμίνας και στην, αμέσως μετά, απελευθέρωση του Αιγαίου και την ίδρυση της πρώτης αθηναϊκής συμμαχίας. Όμως, βασικό συστατικό της δημοκρατίας είναι η ελεύθερη διακίνηση των ιδεών που εξασφαλίζεται από την ελευθερία του λόγου: Ένα πρωτόγνωρο και ανεκτίμητο «εργαλείο δουλειάς», το οποίο δεν μπορούσε να αφήσει ασυγκίνητα τα ανήσυχα πνεύματα της εποχής που θήτευαν στην φιλοσοφία και τη ρητορική.

Ως πριν από τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, η αθηναϊκή εισφορά στην ανάπτυξη του πνεύματος και των γραμμάτων ήταν υποτυπώδης. Περιοριζόταν στις προσπάθειες του Πεισίστρατου να συλλέξει τα ομηρικά έπη και να αναδείξει σε πανελλήνιας εμβέλειας εκδηλώσεις τα Μεγάλα Παναθήναια και τα Διονύσια, που έβαλαν τα θεμέλια για την δημιουργία του δράματος. Ειδικά η φιλοσοφία ήταν άγνωστο είδος για τους Αθηναίους. Η προσωκρατική περίοδος είχε ανθίσει στην Ιωνία (Έφεσο, Μίλητο), την Κάτω Ιταλία και τη Σικελία, σε νησιά του Αιγαίου, στην Θράκη κι όπου αλλού υπήρχαν ανήσυχα μυαλά που ενδιαφέρονταν να δώσουν απαντήσεις σε ερωτήματα σχετικά με την δημιουργία, το περιεχόμενο και την λειτουργία του κόσμου αλλά και που αναζητούσαν τις δυνατότητες και τα όρια της ανθρώπινης σκέψης.

Από τα πράγματα, ο ορθολογισμός ερχόταν σε ευθεία σύγκρουση με την δεισιδαιμονία και τις θεοκρατικές αντιλήψεις που επικρατούσαν στον Ελλαδικό περίγυρο. Η καχυποψία απέναντί τους, όχι σπάνια, μεταβαλλόταν σε εχθρότητα. Η Αθήνα, όπου καθένας μπορούσε να πει ό,τι σκεπτόταν, χωρίς τον φόβο να υπάρξουν επιπτώσεις, αποτελούσε ιδιαίτερα θελκτικό για δράση τόπο.

Ο πρώτος που διείδε αυτές τις δυνατότητες ήταν ο Αναξαγόρας132 που άφησε την πατρίδα του, τις Κλαζομενές της Ιωνίας, κι έφτασε πολύ νωρίς (γύρω στα 480 π. Χ., στα είκοσί του χρόνια) στην Αθήνα. Και, κατά μια ειρωνεία της τύχης, ήταν αυτός η αιτία για την έγκριση του ψηφίσματος που επέβαλλε τη λογοκρισία καταδικάζοντας για ασέβεια, όλους «όσοι αρνούνταν την πατρώα θρησκεία». Όσο να ψηφιστεί (το 434 π. Χ.), όμως, ο νόμος αυτός, είχε περάσει περισσότερο από ένα τέταρτο αιώνα, ικανό να στείλει στα ύψη την πνευματική ανάταση και να μετατρέψει την Αθήνα σε κέντρο των γραμμάτων και της τέχνης.

Ο Αναξαγόρας και ο Νους

Το ευτύχημα για την ανθρωπότητα είναι ότι ο Αναξαγόρας γνωρίστηκε κι έγινε φίλος αλλά και δάσκαλος του Περικλή. Πίστευε ότι ο ήλιος είναι μια πυρακτωμένη πέτρα (μεγαλύτερη από την Πελοπόννησο), το φεγγάρι είναι ετερόφωτο (εξήγησε, μάλιστα, τα πώς και τα γιατί των εκλείψεων της Σελήνης), τα αστέρια έχουν ίδια με του ήλιου μορφή, οι μετεωρίτες είναι πέτρες που τις ελκύει η Γη κι όλα αυτά σημαίνουν ότι δεν έχουμε να κάνουμε με θεότητες αλλά με φυσικές εκδηλώσεις. Ήταν εντελώς αντίθετος με την άποψη του συγχρόνου του, Εμπεδοκλή, ο οποίος θεωρούσε ότι όλα εξαρτώνται από την εναλλαγή της «φιλότητας» (φιλίας) και του «νείκους» (διαμάχης) πάνω στα τέσσερα «ριζώματα» (θεμελιώδη στοιχεία) που είναι ο αέρας, η φωτιά, το νερό και η γη, με την ουσία του σύμπαντος να είναι μια αδιάκοπη εναλλαγή από το ένα στα πολλά κι από τα πολλά στο ένα. Για τον Αναξαγόρα, η ύλη αποτελείται από άπειρα «σπέρματα» που ποτέ δεν εξαφανίζονται αλλά, με διάφορους συνδυασμούς, κάθε φορά συνθέτουν και κάτι καινούριο. Οπότε οι ιδιότητές τους μπορούν να διαφοροποιούνται αλλά η ποσότητά τους παραμένει πάντα ίδια. Που σημαίνει ότι τα στοιχεία της ύλης πάντα υπήρχαν. Απλά, ο Νους είναι εκείνος που τα έβαλε σε κίνηση: Αγνός και απόλυτος, µόνος µε τον εαυτό του και παντογνώστης, έθεσε σε µια αρχική δίνη τα «σπέρµατα» και από αυτήν προήλθαν τα πάντα, ακόµα και ο άνθρωπος, το ζώο που εξαιτίας των χεριών του διαφοροποιήθηκε από τα υπόλοιπα και απέκτησε και αυτό νου.

Με όλα αυτά, ο Αναξαγόρας έμαθε στον Περικλή πώς να σκέφτεται και να ερμηνεύει τα πάντα με τη λογική κι όχι με την δεισιδαιμονία, με την οποία πότιζαν τους ανθρώπους το ιερατείο και τα όργανά του. Κατά τον Πλούταρχο, σ’ αυτόν τον δάσκαλό του όφειλε ο Περικλής την ατάραχη φυσιογνωμία του, τον στιβαρό λόγο του και τις πλήρεις λογικής αγορεύσεις του. Οι δυο άνδρες έμειναν φίλοι για πάνω από τριάντα χρόνια.

Έτσι κι αλλιώς, καθώς ο Αναξαγόρας φλέρταρε ανοιχτά με την αθεΐα, αυτόν οι εχθροί του Περικλή βρήκαν πρόσχημα, για να τον πλήξουν. Ο δημαγωγός Κλέωνας κι ο φανατικός Διοπείθης πάτησαν πάνω στην θρησκοληψία των συμπατριωτών τους και πέρασαν ψήφισμα, με βάση το οποίο θα καταδικάζονταν για ασέβεια, όσοι αρνούνταν την «πατρώα θρησκεία». Ήταν το 434 π. Χ. κι ο Αναξαγόρας έφυγε στην Λάμψακο133. Πέθανε εκεί το 428 π. Χ., έναν χρόνο μετά τον θάνατο του Περικλή.

Τα παράδοξα του Ζήνωνα

Μαθητής και οπαδός του Παρμενίδη από την Ελέα της Κάτω Ιταλίας, ο Ζήνωνας ο Ελεάτης (489; - 429 π. Χ.) ξόδεψε την ζωή του στη διάδοση των φιλοσοφικών θέσεων του δασκάλου του, ο οποίος πρέσβευε ότι όλα όσα υπάρχουν, υπήρχαν ανέκαθεν: «Τίποτα δεν μπορεί να γεννηθεί από το τίποτα. Κι όλα όσα υπάρχουν, δεν μπορεί να εξαφανιστούν και να χαθούν μια για πάντα». Θεωρούσε αδύνατη την οποιαδήποτε μεταβολή, καθώς τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει και να γίνει κάτι άλλο από αυτό που είναι. Με άλλα λόγια, «το ον είναι αγέννητο και άφθαρτο, πλήρες και ενιαίο και ατάραχο και τέλειο».

Δάσκαλος και μαθητής επισκέφτηκαν την Αθήνα «σε μια εποχή που ο Σωκράτης ήταν ακόμα πολύ νέος134», μας πληροφορεί ο Πλάτωνας στον διάλογό του, «Παρμενίδης». Κι αυτό σημαίνει ότι οι δυο τους έφτασαν στο άστυ γύρω στα 450 π. Χ. Ο Σωκράτης και πολλοί άλλοι τους επισκέφτηκαν στο σπίτι του Αθηναίου, που τους φιλοξενούσε, για να ακούσουν το σύγγραμμα του Ζήνωνα, καθώς «ήταν η πρώτη φορά που το έφερνε στην Αθήνα». Πρόκειται για το πρώτο γνωστό μας φιλοσοφικό έργο που ήταν διαιρεμένο σε κεφάλαια και είχε διαλεκτική διάταξη. Στην ουσία, με αυτό, ο Ζήνωνας προσπαθούσε να αποδείξει την ορθότητα της θεωρίας του Παρμενίδη με την «εις άτοπον απαγωγή». Γι’ αυτό, χρησιμοποιούσε τα περίφημα «παράδοξά» του. Έμεινε κάμποσο καιρό στην Αττική και αναφέρεται ότι εισέπραξε εκατό μνες135 για να τα διδάξει στον Περικλή και τον πρόγονό του, τον Καλλία.

Ένα από τα παράδοξά του είναι η «διχοτομία». Σύμφωνα με τον Ζήνωνα, ένας δρομέας που ξεκινά από την αφετηρία, δεν θα φτάσει ποτέ στο τέρμα της απόστασης που πρέπει να διανύσει! Επειδή, για να τερματίσει, κάποια στιγμή θα φθάσει στη μέση της απόστασης, οπότε θα του μένει άλλη μισή. Κι όταν καλύψει το μισό του μισού, θα του μένει ακόμα μισό του μισού για να καλύψει. Καλύπτοντας, όμως, το μισό του μισού της μισής απόστασης, θα απομένει κι άλλο μισό του μισού της μισής απόστασης κ. ο. κ. Χωρίζοντας την απόσταση κάθε φορά σε μισό του μισού, δημιουργούνται άπειρες διαδρομές και κανένας δεν είναι σε θέση να καλύψει άπειρο αριθμό διαδρομών!

Άλλο παράδοξο είναι αυτό του Αχιλλέα και της χελώνας. Σε έναν αγώνα ταχύτητας ανάμεσά τους, στον οποίο ο Αχιλλέας δίνει στην χελώνα κάποια μέτρα προβάδισμα, δεν θα μπορέσει να την νικήσει ποτέ. Επειδή, όσο να φτάσει ο Αχιλλέας στο σημείο, από το οποίο ξεκίνησε η χελώνα, αυτή θα έχει καλύψει κάποια απόσταση, την οποία πρέπει και ο Αχιλλέας να καλύψει. Όσο, όμως, να καλύψει την απόσταση ως τη θέση της χελώνας, αυτή θα έχει μετακινηθεί, οπότε, όταν ο Αχιλλέας φτάσει στο σημείο αυτό, η χελώνα θα βρίσκεται παρακάτω, που σημαίνει ότι ο Αχιλλέας πρέπει να καλύψει κι αυτήν την απόσταση κ. ο. κ. Και επειδή υπάρχει άπειρος αριθμός σημείων που ο Αχιλλέας πρέπει να καλύψει, ποτέ δεν θα μπορέσει να ξεπεράσει την χελώνα!

Τρίτο παράδοξο είναι το βέλος, που εκτοξεύεται αλλά δεν κινείται! Το βέλος καταλαμβάνει συγκεκριμένο κάθε στιγμή χώρο. Σε κάθε μια χρονική στιγμή στη διάρκεια της πτήσης του από το τόξο μέχρι τον στόχο, ούτε κινείται προς το σημείο που βρίσκεται ούτε προς το σημείο που δεν βρίσκεται. Δεν μπορεί να κινηθεί προς όπου δεν βρίσκεται, επειδή δεν υπάρχει χρόνος που μεσολαβεί για την επίτευξη της κίνησης. Και δεν μπορεί να κινηθεί προς όπου βρίσκεται, επειδή είναι ήδη εκεί. Αν, όμως, κάθε χρονική στιγμή, το βέλος είναι ακίνητο, ενώ ο χρόνος αποτελείται από στιγμές, τότε δεν υπάρχει κίνηση: Όλα είναι ακίνητα!

Ταυτόχρονα, ο Ζήνωνας ρωτούσε τους ακροατές του, στις πόσες τρίχες καθορίζεται, αν ένα κεφάλι είναι φαλακρό ή όχι. Και διατύπωνε την απορία, πώς, ενώ ένας κόκκος σταριού που πέφτει στο έδαφος, δεν κάνει θόρυβο, αν χυθεί ένα σακί σταριού (ένα σύνολο σιωπών), θα προκληθεί θόρυβος.

Τα παράδοξα του Ζήνωνα ήταν άπειρα και παίδεψαν σοβαρούς μελετητές (ανάμεσά τους και ο Αριστοτέλης, τον επόμενο αιώνα, και ο Αρχιμήδης, τον μεθεπόμενο) να αναζητούν λύσεις που να στέκουν επιστημονικά. Βέβαια, υπήρχαν άλλοι που δεν έδιναν και τόση σημασία στα παράδοξα αυτά. Για παράδειγμα, ο Διογένης, ακούγοντας το παράδοξο που «αποδείκνυε» ότι δεν υπάρχει κίνηση, σηκώθηκε όρθιος και, απλά, περπάτησε! Όμως, με όλα αυτά, ο Ζήνωνας άνοιξε τον δρόμο στην διαλεκτική, ανάμεσα σε άλλα και βασική μέθοδο διδασκαλίας του Σωκράτη.

Αρχέλαος ο Αθηναίος

Μαθητής του Αναξαγόρα και δάσκαλος του Σωκράτη (κατά μια πληροφορία, και του Ευριπίδη), ο Αρχέλαος ο Αθηναίος (490 – 420 π. Χ.) υπήρξε ο μοναδικός προσωκρατικός φιλόσοφος από την Αθήνα, αν και ο Διογένης Λαέρτιος πιθανολογεί ότι μπορεί να γεννήθηκε στη Μίλητο. Στο έργο του «Βίοι Φιλοσόφων», αναφέρει136 ότι αυτός πρώτος μετέφερε την φυσική φιλοσοφία, από την Ιωνία, στην Αθήνα και «φυσικός» αποκλήθηκε, αν και στον Σωκράτη δίδαξε την ηθική. Πίστευε ότι η ύπαρξη της ζωής οφείλεται στην θερμότητα και το ψύχος, με τους πρώτους οργανισμούς να έχουν αναπτυχθεί στην λάσπη που ήταν και η τροφή τους. Όμως, όλος ο κόσμος έχει αφετηρία μια αρχέγονη, ανάμικτη και συμπαγή υλική μάζα, με τον νου να αποτελεί μέρος της αλλά και κινητήρια δύναμη. Με κινητική αρχή τον αποχωρισμό του θερμού από το ψυχρό. Όταν ο άνθρωπος ξεχώρισε από τα άλλα ζώα, ξεκίνησε η πορεία ανάπτυξης που οδήγησε στον πολιτισμό και την πολιτεία. Με το δίκαιο και τον νόμο να είναι διαφορετικές αξίες για τον κάθε λαό, ανάλογα με τις απόψεις που ισχύουν σε καθένα τους.

Γενικά, πίστευε ότι το θερμό, αυτό που κινείται, επιδρά πάνω στο ψυχρό, αυτό που παραμένει ήρεμο, και μετατρέπει τον πάγο σε νερό, που χωρίζεται στη συνέχεια σε υδρατμούς και σε γη. Η γη στέκει στη μέση, με τον αέρα να κρατά σταθερά τα πάντα. Με την γη, πριν να υπάρξει η ξηρά, να είναι μια απέραντη λίμνη, στον βυθό της οποίας δημιουργήθηκαν οι πρώτοι οργανισμοί, καθώς το θερμό επιδρούσε στο ψυχρό.

Όμως, η μεγάλη προσφορά του Αρχέλαου στην ανθρωπότητα είναι ότι αυτός ανακάλυψε τον Σωκράτη: Βρέθηκε κάποια στιγμή στο εργαστήρι, όπου ο 17χρονος Σωκράτης ασκούσε το επάγγελμα του λιθοξόου, και τον άκουσε να διεκδικεί την αμοιβή του. Θαύμασε τον τρόπο με τον οποίο ανέπτυσσε τα επιχειρήματά του και τον έπεισε να γίνει μαθητής του.

Οι Αβδηρίτες

Τα Άβδηρα ήταν πόλη της Θράκης στον ποταμό Νέστο (στη σημερινή λιμνοθάλασσα του Πόρτο Λάγος). Στα χρόνια της Αθηναϊκής συμμαχίας αποτελούσαν τμήμα της με ετήσια εισφορά στο συμμαχικό ταμείο το υπέρογκο ποσό των 10 με 15 τάλαντων. Ήταν και πατρίδα των σπουδαίων προσωκρατικών φιλοσόφων Λεύκιππου και Δημόκριτου καθώς και του πρώτου των σοφιστών, Πρωταγόρα. Ο Λεύκιππος, που κατά κάποιες πηγές γεννήθηκε (το 480 π. Χ.) στη Μίλητο, είναι ο εισηγητής της ατομικής θεωρίας, την οποία διαμόρφωσε ο μαθητής του, Δημόκριτος (περίπου 460 – 370 π. Χ.). Σύμφωνα με αυτήν, η ύλη αποτελείται από άπειρα και αόρατα στοιχεία (όπως η σκόνη), που δεν μπορούν να διαιρεθούν. Είναι τα «άτομα» που ενώνονται μεταξύ τους σε άπειρους σχηματισμούς και σχηματίζουν όλα τα υλικά σώματα.

Ο Δημόκριτος ξόδεψε το μερίδιό του στην τεράστια πατρική περιουσία του ταξιδεύοντας στον τότε γνωστό κόσμο. Φυσικά και πέρασε και από την Αθήνα, όπου παρακολούθησε και κάποια συζήτηση του Σωκράτη, χωρίς να μετάσχει σε αυτήν, επιθυμώντας να περάσει απαρατήρητος καθώς απέφευγε την επίδειξη. Όταν τα χρήματά του τέλειωσαν, επέστρεψε στα Άβδηρα, όπου δημιούργησε φιλοσοφική σχολή, στην οποία δίδαξε. Γνώριζε τις φιλοσοφικές θέσεις του Σωκράτη και του Πλάτωνα, καθώς και των Αντισθένη, Αρίστιππου και Αναξαγόρα. Πίστευε ότι το Σύμπαν διαθέτει και άλλους κόσμους, κάποιοι από τους οποίους κατοικούνται, θεωρούσε ότι ο Γαλαξίας δεν είναι τίποτε άλλο από το φως μακρινών αστεριών και δίδασκε ότι το κενό είναι υπαρκτό και δεν ταυτίζεται με το «τίποτα» (με το «μη ον»).

Κάποιες πηγές αναφέρουν ότι μαθητής του Δημόκριτου ήταν και ο Πρωταγόρας, αν και ο πρώτος των σοφιστών γεννήθηκε το 490 π. Χ. (δέκα χρόνια πριν από τον φιλόσοφο). Υπάρχει ο θρύλος που διηγείται ότι αρχικά ο Πρωταγόρα ήταν αχθοφόρος. Ο τρόπος που τακτοποιούσε τα εμπορεύματα εντυπωσίασε τον Δημόκριτο, ο οποίος τον προσέλαβε γραμματέα του και τον έκανε μαθητή του. Όπως και να έχει το ζήτημα, ο Πρωταγόρας εξελίχθηκε στον κορυφαίο των σοφιστών, βρέθηκε στην Αθήνα, όπου γνωρίστηκε με τον Περικλή και με πολλούς διάσημους Αθηναίους. Ήταν ο πρώτος που δίδασκε επί πληρωμή και ήταν γνωστός για τα υψηλά δίδακτρα που εισέπραττε. Μάθαινε, όμως, τους μαθητές του, πώς να υπερασπίζονται ή να καταρρίπτουν με λογικά επιχειρήματα οποιοδήποτε αμφιλεγόμενο θέμα. Όταν (το 444 π. Χ.) οι Αθηναίοι ίδρυσαν την αποικία Θούριοι στην θέση της ερειπωμένης Σύβαρης, στην Κάτω Ιταλία, ο Περικλής ανέθεσε στον Πρωταγόρα να γράψει τους νόμους της. Θεωρείται ο πρώτος αγνωστικιστής, καθώς, στο έργο του «Περί Θεών», αντιμετωπίζει με κριτική διάθεση την ύπαρξη του θεού: Δίδασκε πως εμπόδιο για την γνώση της ύπαρξής του είναι «η αδηλότητα των θεών και η βραχύτητα του ανθρωπίνου βίου». Γράφει: «Για τους θεούς δεν μπορώ να ξέρω ούτε αν υπάρχουν ούτε αν δεν υπάρχουν ούτε ποια είναι η μορφή τους. Γιατί πολλά πράγματα εμποδίζουν την γνώση: το γεγονός ότι είναι αόρατοι και η συντομία της ζωής». Ήταν οπαδός του ανθρωποκεντρισμού διδάσκοντας «Πάντων χρημάτων μέτρον εστίν άνθρωπος» (για όλα τα ζητήματα, μέτρο της γνώσης και της αλήθειας είναι ο άνθρωπος).

Κατά κάποιες πληροφορίες, ένας από τους 400 της πραξικοπηματικής Βουλής του 411 π. Χ.137, ο Πυθόδωρος, τον κατηγόρησε για αθεΐα και, για να γλιτώσει, έφυγε για την Σικελία, όπου δεν έφθασε ποτέ, καθώς το πλοίο, που τον μετέφερε, ναυάγησε κι αυτός πνίγηκε. Κατά την εκδοχή αυτή, τα βιβλία του κάηκαν στην Αγορά. Στον ομώνυμο διάλογο του Πλάτωνα, όμως, ο Σωκράτης εμφανίζεται να λέει ότι ο Πρωταγόρας πέθανε τιμημένος (το 420 π. Χ.).

Οι πρεσβευτές

Τακτικός επισκέπτης της Αθήνας, ο Πρόδικος από το νησί Κέα (Τζια), πρέπει να γεννήθηκε γύρω στα 470 με 460 π. Χ. Εκπροσωπούσε την πατρίδα του ως πρεσβευτής κι έβγαζε το ψωμί του διδάσκοντας ρητορική στους νέους κι απαγγέλλοντας δημόσια τα έργα του. Ήταν σύγχρονος του Πρωταγόρα και του Σωκράτη, με τον οποίο, κατά τον Πλάτωνα, ήταν φίλος, αλλά και είχε την ίδια με αυτόν τύχη (εξαναγκάστηκε να πιει κώνειο), εξαιτίας των περί θεού απόψεών του138. Σύμφωνα με τον Ξενοφώντα139, δικής του έμπνευσης ήταν ο μύθος για το δίλημμα του Ηρακλή, αν θα ακολουθήσει τον δρόμο της Αρετής ή της Κακίας. Είχε την φήμη μεγάλου σοφού, σε σημείο να επικρατήσει η έκφραση «σοφότερος Προδίκου», όταν ήθελαν να εκθειάσουν κάποιον για την σοφία του. Η μεγάλη του εμμονή, όμως, ήταν η σωστή χρήση των λέξεων: Στους διαλόγους του Πλάτωνα, εμφανίζεται να επισημαίνει τις διαφορές στη σημασία των εννοιών «αμφισβητείν» και «ερίζειν», «ευφραίνεσθαι» και «ήδεσθαι», «βούλεσθαι» και «επιθυμείν» («Πρωταγόρας»), καθώς και (στον «Ευθύδημο) τις διαφορετικές σημασίες του ρήματος «μανθάνω» (κατανοώ και πλουτίζω τις γνώσεις μου).

Πρεσβευτής στην Αθήνα ήταν και ο Γοργίας από τους Λεοντίνους της Σικελίας. Γεννήθηκε το 485 π. Χ. και ήταν περίπου εξήντα χρόνων και διάσημος, όταν επισκέφθηκε την πόλη ως επικεφαλής αντιπροσωπείας για να ζητήσει την βοήθεια των Αθηναίων ενάντια στις Συρακούσες, που απειλούσαν την πατρίδα του (περίπου 427 π. Χ.). Κατέπληξε το ακροατήριό του με τη ρητορική του δεινότητα κι απέκτησε πλήθος μαθητών, ανάμεσα στους οποίους και οι Θουκυδίδης, Αλκιβιάδης, Κριτίας, Ισοκράτης, Αντισθένης. Ήταν κηρυγμένος υπέρ της ειρήνης ανάμεσα στους Έλληνες που αλληλοεξοντώνονταν στον Πελοποννησιακό πόλεμο. Του αποδίδεται, μάλιστα, η φράση «τα κατά των βαρβάρων τρόπαια ύμνους απαιτεί, τα κατά των Ελλήνων θρήνους», που περιέχεται σε επιτάφιο λόγο για τους Αθηναίους νεκρούς του πολέμου, ενώ και στην Ολυμπία εκφώνησε λόγο (407 π. Χ.) καλώντας τους αντιμαχόμενους να ειρηνεύσουν.

Ο Γοργίας συμπύκνωνε την φιλοσοφική του θεώρηση στην φράση «ουδέν έστιν, ει και έστιν, ακατάληπτον ανθρώπω ει και καταληπτόν, αλλά τοι γε ανέξοιστον και ανερμηνευτον τω πέλας» (Δεν υπάρχει τίποτε και, αν υπάρχει, είναι ακατάληπτο στον άνθρωπο και, αν είναι καταληπτό, δεν μεταδίδεται και δεν μεταφέρεται στους άλλους). Πίστευε πως δεν υπάρχει αντικειμενική γνώση αλλά μόνο γνώμη για την πραγματικότητα, με όπλο τη ρητορική που είναι «πειθούς δημιουργός», ένας τρόπος για να διατυπώνουμε πειστικά την γνώμη μας και να κατορθώνουμε αυτό που κάθε φορά επιδιώκουμε. Η μέθοδος της σκέψης του ονομάζεται «ανασκευαστική» και θεωρείται πρόδρομος των σκεπτικιστών. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα έζησε στη Θεσσαλία, όπου και πέθανε σε ηλικία 107 χρόνων, έχοντας πλήρη διαύγεια πνεύματος.

Ένας ακόμα ονομαστός ρήτορας του Ε’ αιώνα, ο, σύγχρονος του Σωκράτη, Ιππίας ο Ηλείος, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου ασκούσε τη ρητορική τέχνη και δίδασκε. Κυρίως, όμως, ο Ιππίας είναι γνωστός για την ενασχόλησή του με τα μαθηματικά, όπου διέπρεψε. Ανάμεσα σε άλλα, ανακάλυψε την «τετραγωνίζουσα καμπύλη», προσπαθώντας να λύσει το πρόβλημα του «τετραγωνισμού του κύκλου», και συνέβαλε στην επίλυση του διάσημου στην αρχαιότητα προβλήματος της τριχοτόμησης της γωνίας.

Ο Σωκράτης και το κώνειο

Ο Σωκράτης έζησε να δει την ήττα της Αθήνας στον Πελοποννησιακό πόλεμο αλλά και την απαλλαγή της από την κατοχή. Έζησε να δει και την επάνοδο της Δημοκρατίας, της οποίας έγινε το πρώτο επιφανές θύμα. Ο αρχηγός των Τριάκοντα Τυράννων, Κριτίας, ήταν μαθητής του. Ο δάσκαλος έπρεπε να πληρώσει.

Είχε γεννηθεί το 470 π. Χ. στον αθηναϊκό δήμο Αλωπεκής (στη σημερινή Δάφνη). Πατέρας του ήταν ο ανδριαντοποιός Σωφρονίσκος και μητέρα του η μαία Φαιναρέτη. Ο ίδιος ξεκίνησε την επαγγελματική του σταδιοδρομία ακολουθώντας την τέχνη του πατέρα του. Γρήγορα, τα παράτησε. Στον δρόμο του έτυχε ο φιλόσοφος Αρχέλαος που τον έπεισε να ασχοληθεί με την φιλοσοφία και τον πήρε μαθητή του. Εξελίχθηκε σε έναν από τους δημιουργούς της «δυτικής φιλοσοφίας» και αναδείχθηκε μια από τις πιο σπουδαίες προσωπικότητες τους πνεύματος, όλων των εποχών και με παγκόσμια ακτινοβολία.

Ως την εποχή του, οι φιλόσοφοι κυρίως ασχολούνταν με την ερμηνεία της φύσης και των φυσικών φαινομένων. Ο Σωκράτης ασχολήθηκε με τον άνθρωπο και την ανθρώπινη κοινωνία επηρεάζοντας τόσο πολύ την φιλοσοφική σκέψη, ώστε του λοιπού οι φιλόσοφοι να στραφούν προς αυτήν την κατεύθυνση. Σχετικά, στο «Περί ζώων μορίων», ο Αριστοτέλης αναφέρει: «Επί Σωκράτους δε [...], το ζητείν τα περί φύσεως έληξε, περί δε την χρήσιμον αρετήν και πολιτικήν απόκλιναν οι φιλοσοφούντες». Και είναι αυτός ο κύριος λόγος που οι στοχαστές διακρίνονται σε δυο κατηγορίες: Όλοι οι πριν από αυτόν αλλά και πολλοί σύγχρονοί του φιλόσοφοι αναγνωρίζονται ως «προσωκρατικοί».

Ο ίδιος ούτε σχολή ίδρυσε ούτε δίδασκε έναντι αμοιβής. Σύχναζε όπου υπήρχε πολύς κόσμος κι άνοιγε συζήτηση. Η μαιευτική που χρησιμοποιούσε (η διαλεκτική), η συζήτηση και το φτάσιμο στο φιλοσοφικό συμπέρασμα με απλές ερωτήσεις και απαντήσεις, προκαλούσε το ενδιαφέρον των συμπολιτών του. Απέκτησε κύκλο μόνιμων ακροατών, κυρίως νέων από αριστοκρατικές οικογένειες (ανάμεσά τους ο Αλκιβιάδης και ο Κριτίας), που τον ακολουθούσαν όπου κι αν βρισκόταν κι έγιναν μαθητές του. Μαθητές του ήταν και οι δημιουργοί φιλοσοφικών σχολών Πλάτωνας (στην Ακαδημία της Αθήνας), Αντισθένης (ιδρυτής της κυνικής σχολής στην Αθήνα), Ευκλείδης (ιδρυτής της «Εριστικής σχολής» στα Μέγαρα), Φαίδωνας ο Ηλείος (ιδρυτής της Ηλειακής σχολής), Αρίστιππος ο Κυρηναίος (ιδρυτής της «Ηδονιστικής σχολής» στην Κυρηναϊκή). Μαθητής του ήταν και ο ιστορικός Ξενοφώντας, από τον οποίο (όπως κι από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη) μάθαμε πολλά για την ζωή του.

Ο ίδιος ο Σωκράτης δεν έγραφε τις σκέψεις του. Σκοπός του ήταν να βελτιώσει τα ανθρώπινα ένστικτα χωρίς να ασχολείται με τη μεταφυσική και τα κοσμογονικά συστήματα. Η ψυχή τον απασχολούσε και η βελτίωση της ηθικής του ανθρώπου. Με μοχλό την παιδαγωγική. Κι ας παραπονιόταν ότι τον ταλαιπωρούσε η δύστροπη γυναίκα του, Ξανθίππη, αν και στο «Συμπόσιο» του Πλάτωνα το ζευγάρι εμφανίζεται αγαπημένο. Οπωσδήποτε, η ολοήμερη ενασχόλησή του με την φιλοσοφία και το κουβεντολόι δεν του επέτρεπε να κοιτάξει το σπίτι του οπότε δίκαια η γυναίκα του γκρίνιαζε.

Ασκούσε οξύτατη κριτική στους σοφιστές και τους κατηγορούσε ότι έπαιρναν τα λεφτά του κοσμάκη, εξαπατώντας τους. Οι σοφιστές συνασπίστηκαν εναντίον του. Τρεις από αυτούς (Ανύτης, Μελίτης, Λύκωνας) τον κατηγόρησαν για ασέβεια. Στάθηκε υπερήφανα απέναντι στους δικαστές και ζήτησε να τον τιμωρήσουν με καταδίκη σε ...δωρεάν σίτιση στο πρυτανείο! Τον καταδίκασαν σε θάνατο με την κατηγορία ότι «εισάγει καινά δαιμόνια» (νέες και ανατρεπτικές ιδέες). Οι μαθητές του οργάνωσαν απόδραση. Αρνήθηκε να το σκάσει. Πέθανε ήρεμος, πίνοντας το κώνειο που του πρόσφεραν (399 π. Χ.). Αποκαταστάθηκε μετά τον θάνατό του και θεωρείται από τους πιο σπουδαίους φιλοσόφους όλων των εποχών, ιδρυτής σχολής και σκέψης.

Ο φιλόσοφος και οι πειρατές

Ο άνθρωπος που λάτρεψε την αλήθεια ως τη μόνη αξιόλογη θεότητα, πέθανε μέσα στο ψέμα του οράματός του για μια πολιτεία, που, ευτυχώς για το γένος των ανθρώπων, ούτε υπήρξε ούτε θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει. Ο Πλάτωνας γεννήθηκε το 428 και πέθανε το 347 π. Χ. στα βαθιά γεράματα των 81 χρόνων. Ως τα είκοσί του, κανένας δε θα μπορούσε να φανταστεί ότι θα εξελισσόταν στον βαθυστόχαστο σοφό μαθητή του Σωκράτη και δάσκαλο του Αριστοτέλη. Ήταν γόνος οικογένειας αριστοκρατών με γαλαζοαίματες ρίζες. Ο πατέρας του, Αρίστωνας, υπερηφανευόταν ότι κατάγεται από τους πρώτους βασιλιάδες της Αθήνας και ήταν κατά κάποιο τρόπο απόγονος του Ποσειδώνα. Η μητέρα του, Περικτιόνη, είχε οικογενειακές ρίζες που έφταναν ως τον Σόλωνα και ήταν ανιψιά του Κριτία, του αδίστακτου μελλοντικού αρχηγού των «Τριάκοντα Τυράννων», που με τα όπλα των Σπαρτιατών εγκατέστησαν δικτατορία τρόμου και αίματος στη νικημένη Αθήνα (404 π. Χ.).

Στα νιάτα του, ο Πλάτωνας διδάχθηκε μουσική, μαθηματικά, ρητορική και ποίηση, έγραψε ερωτικά ποιήματα, επιγράμματα και μια τετραλογία με τραγικό χαρακτήρα. Εξελίχθηκε σε γόη της Αθήνας, μετείχε ως παλαιστής στους αγώνες των Ίσθμιων κι έγινε βετεράνος τριών μαχών, κερδίζοντας κι ένα βραβείο ανδρείας. Έτσι που πήγαινε, κανένας ποτέ δε θα μάθαινε γι’ αυτόν αλλ’ ο ίδιος θα είχε γλεντήσει τη ζωή του ως το μεδούλι. Όμως, εκεί γύρω στα 407 π. Χ., η τύχη τα έφερε να γνωρίσει τον διάσημο γέρο Σωκράτη. Τα επόμενα οκτώ χρόνια, η διδασκαλία και η φιλοσοφία του μεγάλου σοφού της αρχαιότητας άσκησαν επάνω του καταλυτική επίδραση. Εγκατέλειψε τον αθλητισμό και τον ποδόγυρο, πέταξε τα ποιήματά του κι έγινε η σκιά του Σωκράτη καταγράφοντας ό,τι έλεγε κι ό,τι έκανε ο γέρος, που συνήθιζε να ανακατεύεται, όπου υπήρχε πολύς κόσμος, και να ξεκινά κουβέντες, οι οποίες οδηγούνταν πάντα σε φιλοσοφικές αναζητήσεις και διδασκαλία. Γι’ αυτό κι όλα τα έργα του Πλάτωνα (με εξαίρεση την «Απολογία του Σωκράτη») είναι γραμμένα με τη μορφή διαλόγων.

Βυθισμένος στα έργα και τις συζητήσεις του δασκάλου του, πέρασε μάλλον παθητικά τις περιπέτειες της πόλης του που νικήθηκε στον Πελοποννησιακό πόλεμο. Όμως, ένα από τα μεγάλα θύματα των εμφύλιων σπαραγμών ήταν κι ο ίδιος ο Σωκράτης που θεωρήθηκε φιλοολιγαρχικός, κατηγορήθηκε ότι «εισάγει καινά δαιμόνια» και καταδικάστηκε σε θάνατο. Για τον 29χρονο τότε Πλάτωνα, το χτύπημα ήταν παραπάνω από οδυνηρό.

Έφυγε στα Μέγαρα, από εκεί στην Αίγυπτο όπου μελέτησε μαθηματικά και Ιστορία και το 395 π. Χ. ξαναγύρισε στην Αθήνα. Οκτώ χρόνια αργότερα (387 π. Χ.), ξανάφυγε. Πέρασε από τους Λοκρούς, επισκέφτηκε την Κάτω Ιταλία και τη Σικελία, έμπλεξε και βρέθηκε να έχει πουληθεί ως δούλος. Κάποιος Κυρηναίος, ο Αννίκερις ο Λίβυος, πλήρωσε 3.000 δραχμές και εξαγόρασε την ελευθερία του. Ο Πλάτωνας επέστρεψε στην Αθήνα το 386 π. Χ. Οι φίλοι του έκαναν έρανο, μάζεψαν τα λεφτά του χρέους και τα πρόσφεραν στον ευεργέτη. Αυτός αρνήθηκε να τα δεχτεί. Η ευγενική του χειρονομία έμελλε να είναι μια από τις πιο μεγάλες ευεργεσίες στην ανθρωπότητα: Οι φίλοι του Πλάτωνα, αντί να ξαναβάλουν τα χρήματα στην τσέπη τους, αγόρασαν το αφιερωμένο στον ήρωα Ακάδημο άλσος και το πρόσφεραν στον φιλόσοφο. Ο Πλάτωνας ίδρυσε εκεί ένα πανεπιστήμιο: Την Ακαδήμεια ή Ακαδημία που έμελλε να ζήσει εννιακόσια ολόκληρα χρόνια, ως το 529 (μ. Χ.), όταν έκλεισε επί Ιουστινιανού, αυτοκράτορα του Βυζαντίου.

Η Ακαδημία

Ένα πανέμορφο άλσος ήταν η Ακαδήμεια, στα ΝΑ του Κολωνού. Υπήρχαν εκεί ναός της Αθηνάς περιστοιχισμένος από 12 ιερές ελιές, ναός του Προμηθέα, βωμοί του Μόριου Δία (του προστάτη της ελιάς), του Ερμή, του Ηρακλή, των Μουσών και του Έρωτα. Πολυτελή κτίσματα κι ένας χαμηλός περίβολος στόλιζαν την περιοχή, που δεντροφυτεύτηκε από την εποχή του Κίμωνα κι αποτελούσε αγαπημένο τόπο περιπάτου για τους Αθηναίους. Εκεί ξημεροβραδιαζόταν ο Πλάτωνας και οι φίλοι του, εκεί του αγόρασαν ένα κομμάτι γης που έγινε το σπίτι του. Το πανεπιστήμιό του.

Τυπικά, η Ακαδημία του Πλάτωνα ήταν ένα θρησκευτικό σωματείο, αφιερωμένο στη λατρεία των Μουσών. Όταν τα πρώτα χρήματα εξαντλήθηκαν, το ίδρυμα συνέχισε να ζει με δωρεές πλουσίων, χορηγίες και κληροδοτήματα. Ο Διονύσιος Β’ των Συρακουσών, για παράδειγμα, δώρισε 80 τάλαντα. Μαθητές μπορούσαν να είναι άνδρες και γυναίκες, σε απόλυτη ισοτιμία, και ξεχώριζαν από τους άλλους Αθηναίους, καθώς χρησιμοποιούσαν ειδική περιβολή. Αυτός ήταν και ο λόγος, που συχνά τους έπαιρναν στο ψιλό και τους κορόιδευαν. Τα μαθήματα περιελάμβαναν διαλέξεις, διαλόγους και φιλοσοφικά προβλήματα. Κυρίως, η Ακαδημία έμεινε στην ιστορία ως φιλοσοφική σχολή. Στη μακραίωνη ζωή της, όμως, άλλαξε φιλοσοφικές κατευθύνσεις και γι’ αυτό χωρίζεται σε τρεις κύριες περιόδους, που είναι:

Η Αρχαία (386 - 250 π. Χ.) με κύριους εκπροσώπους τον ιδρυτή της, Πλάτωνα, και τους Σπεύσιππο, Ξενοκράτη και Κράτητα.

Η Μέση (250 - 160 π. Χ.) με κύριο εκπρόσωπο τον Καρνεάδη, που αρνιόταν ότι είναι δυνατή η απόλυτη γνώση και δεχόταν τρεις κατηγορίες παραστάσεων: Τις πιθανές, τις πιθανές σε σχέση με άλλες και τις μη υποκείμενες σε αντίφαση.

Η Νεότερη (160 π. Χ. - 529 μ. Χ.) με κύριους εκπροσώπους τον Λαρισαίο και τον Αντίοχο τον Ασκαλωνίτη που είχε μαθητές του τους Κικέρωνα, Λούκουλλο, Βρούτο κ.ά. Στα χριστιανικά χρόνια, στον πλατωνισμό αναμίχθηκαν και στοιχεία ανατολικής θεοσοφίας.

Μια προσπάθεια να αναβιώσει η σχολή έγινε από τον Γεώργιο Πλήθωνα Γεμιστό (1355 – 1452) αλλά σε λάθος εποχή: Ο νεοπλατωνισμός καταπολεμήθηκε από τον Γεννάδιο Σχολάριο στη γέννησή του, λίγο πριν από την άλωση της Κωνσταντινούπολης στο πρώτο μισό του ΙΕ’ αι. Από την πλατωνική σχολή έμεινε μόνο το όνομα, που χαρακτηρίζει κάθε εκδήλωση του πνεύματος: Ακαδημία Αθηνών, Ακαδημία Παρισίων, ακαδημαϊκός πολίτης κ.λπ.

Η διδασκαλία

Οι θέσεις του Πλάτωνα δεν είναι άλλες από τη διδασκαλία του Σωκράτη, συμπληρωμένη και συστηματοποιημένη. Σκοπός, η προαγωγή και βελτίωση των ενστίκτων του ανθρώπου. Μέθοδος, η διαλεκτική:

Η ψυχή του ανθρώπου είναι το κύριο αντικείμενο έρευνας. Και, κατ’ αυτόν, τα επίπεδα της ψυχής είναι τρία: Η επιθυμία, η θέληση και η σκέψη. Κάθε επίπεδο πρέπει να χαρακτηρίζεται από επίσης τρεις ιδιότητες: Μετριοπάθεια, θάρρος και φρόνηση. Χρέος κάθε ανθρώπου είναι η ευλάβεια και η δικαιοσύνη, που εκφράζονται με την εκπλήρωση των υποχρεώσεων προς τους γονείς και τους θεούς. Υπέρτατο καλό είναι η καθαρή γνώση των αιώνιων μορφών και νόμων. Και ανώτατο καλό είναι η δύναμη να αγαπάς την αλήθεια και να κάνεις τα πάντα γι’ αυτήν. Αυτός, που αγαπά την αλήθεια, δεν ενδιαφέρεται να ανταποδώσει το κακό που του έγινε. Τετρακόσια χρόνια αργότερα, την ίδια θέση αλλά με άλλα λόγια διατύπωσε και η χριστιανική διδασκαλία, σε αντίθεση με το «οφθαλμόν αντί οφθαλμού» των εβραίων.

Όσο, όμως, ο Πλάτωνας γερνούσε, τόσο πιο απόλυτος γινόταν. Άρχισε να απορρίπτει εκείνους από τους θεούς, που δεν του φαίνονταν και τόσο υπηρέτες της αλήθειας. Έφτασε να απορρίπτει ακόμα και τον Όμηρο, να αντιμάχεται κάθε νεωτερισμό. Στα βαθιά του γεράματα, εκείνο που τον έκανε να λατρεύει την ομορφιά, ήταν η συμμετρία. Οι απόψεις του για το πώς θα φτάναμε στην τέλεια πολιτεία έκαναν κάποιους ερευνητές να διατυπώσουν την άποψη ότι καλύτερα για τον ίδιο και για την υστεροφημία του θα ήταν να είχε πεθάνει νωρίτερα!...

Η τέλεια πολιτεία

Μια κοινωνία χωρίς διαφθορά, χωρίς φτώχεια, χωρίς τυράννους και χωρίς πολέμους ονειρευόταν ο Πλάτωνας για τις μέλλουσες γενεές και ανακάλυψε τον χειρότερο τρόπο για να οδηγηθεί εκεί. Ως γνήσιος αριστοκράτης από ευγενική γενιά, ανατρίχιαζε στην ιδέα ότι η εξουσία γινόταν αντικείμενο διαμάχης ανάμεσα στην αριστοκρατία του πλούτου και στη δημοκρατία. Θεωρούσε εξίσου βλαβερούς τους πλουτοκράτες και τους δημοκράτες κι έγραψε ολόκληρες πραγματείες εναντίον τους. Η λύση του ήταν ριζική και οριστική, περίπου σαν αυτή που ονειρεύονταν οι ναζί 25 αιώνες αργότερα αλλά πιο περίπλοκη και πιο εξευγενισμένη. Ήταν, όμως, ο πρώτος διδάξας:

Πρώτη επιλογή ήταν να βρεθεί ένας καλός βασιλιάς, ένας άνδρας πρόθυμος να δεχτεί και να εφαρμόσει όλους τους καλούς νόμους, που θα του πρότεινε ένας σοφός νομοθέτης. Στη συνέχεια, θα έπρεπε να απομακρυνθούν από την πολιτεία όλοι οι ενήλικοι, εκτός από τους δάσκαλους και τους άνδρες των σωμάτων ασφαλείας, καθώς η ησυχία, τάξη και ασφάλεια είναι οι ιδανικές συνθήκες για να ανθίσει η νέα τάξη πραγμάτων. Στη νέα πολιτεία, δεν θα υπάρχουν δούλοι και οι άνδρες θα έχουν ακριβώς τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις με τις γυναίκες. Αργότερα, στις τροποποιήσεις που επέφερε στις αρχικές του προτάσεις, η δουλεία επανήλθε ως αναγκαίο κακό.

Από την ώρα που θα γεννηθούν κι ως τα είκοσί τους χρόνια, όλοι (αγόρια και κορίτσια) υπόκεινται σε υποχρεωτική εκπαίδευση, που περιλαμβάνει κυρίως το μάθημα της υπακοής στους γονείς και στις αποφάσεις της πολιτείας. Στα είκοσι, όλοι και όλες περνούν από τεστ σωματικής, διανοητικής και ηθικής κατάστασης. Όσοι απορρίπτονται, προορίζονται να γίνουν έμποροι, εργάτες κι αγρότες με ατομική περιουσία ικανή να τους συντηρεί. Όσοι πετυχαίνουν, έχουν μπροστά τους άλλα δέκα χρόνια εκπαίδευσης. Στα τριάντα τους, όλοι και όλες περνούν από δεύτερο τεστ. Όσοι απορρίπτονται, πάνε στον στρατό, απαγορεύεται να έχουν περιουσία και γίνονται τρόφιμοι της πολιτείας, την οποία υπηρετούν σε όλη τους τη ζωή. Για τους επιτυχόντες υπάρχει ακόμα μια πενταετία εκπαίδευσης στην θεία φιλοσοφία: Σ’ όλες δηλαδή τις επιστήμες, από τα μαθηματικά ως την πολιτική. Στα 35, ώριμοι πια, είναι έτοιμοι να ριχτούν στην βιοπάλη. Για δεκαπέντε χρόνια. Στα 50, όσοι έχουν καταφέρει να επιζήσουν, μπαίνουν χωρίς εξετάσεις στην ιθύνουσα τάξη και παίρνουν στα χέρια τους την εξουσία με τον όρο ότι δεν θα έχουν καθόλου περιουσία.

Σ’ αυτό το τρελό για την εποχή μας σύστημα, ο εξουσιαζόμενος λαός έχει το χρήμα, ο στρατός τα όπλα και η αριστοκρατία του πνεύματος και της επιστήμης την εξουσία αλλά χωρίς περιουσία. Μόλις φτάσουμε στην πρώτη πλήρη ανάπτυξη της νέας κοινωνίας, καταργούνται αυτόματα βασιλιάς και νόμοι. Τα πάντα διοικούνται από την ιθύνουσα τάξη και αντιμετωπίζονται με βάση τα πραγματικά δεδομένα κι όχι με αυτά που ο νόμος ορίζει.

Παρ’ όλ’ αυτά, γενικοί νόμοι εξακολουθούν να υπάρχουν. Ένας από αυτούς ορίζει ότι ο γάμος δεν είναι παρά μια ακόμα κρατική υπόθεση:

Οι καλύτεροι πρέπει να παντρεύονται με τις καλύτερες και οι κατώτεροι με τις κατώτερες. Η ανατροφή των νέων είναι καθαρά υπόθεση του κράτους, που παρέχει σε όλους ίσες ευκαιρίες, έχει την Παιδεία υπό έλεγχο και επιβάλλει έλεγχο σε όλες τις δημοσιεύσεις. Υπάρχει με άλλα λόγια πλήρης εξίσωση των δύο φύλων και ευγονική που, επί ναζισμού, μάθαμε πού μπορεί να οδηγήσει. Και λογοκρισία εντελώς ασυμβίβαστη με τη νοοτροπία των ανθρώπων, οι οποίοι, ενάμισι αιώνα νωρίτερα, είχαν εφεύρει την Δημοκρατία.

Στις τροποποιήσεις που επέφερε αργότερα στο μοντέλο του, εισηγήθηκε να ορίζεται από το κράτος, ποιοι θεοί θα λατρεύονται και ποιοι όχι. Όποιος θα είχε αντίρρηση, θα δεχόταν τις συνέπειες. Κι αν εξακολουθούσε να επιμένει, θα θανατωνόταν. Κι αυτό το αόρατο κράτος του ζόφου θα φρόντιζε, ώστε να μη γίνεται από τους πολίτες κατάχρηση της ελευθερίας. Είναι το αιώνιο άλλοθι που ο σοφός Πλάτωνας πρόσφερε στους δικτάτορες όλων των κατοπινών αιώνων.

Ο Αριστοτέλης

Τα Στάγειρα κτίστηκαν στην Χαλκιδική, κοντά στο σημερινό προσφυγικό χωριό Ολυμπιάδα, από αποίκους που ξεκίνησαν από την Άνδρο στα μέσα του Ζ’ π. Χ. αιώνα. Σ’ αυτούς προστέθηκαν αργότερα άποικοι από την Χαλκίδα. Στα 384 π. Χ., γεννήθηκε εκεί το πιο λαμπρό τέκνο της Χαλκιδικής, ο Αριστοτέλης, ο γι’ αυτό και Σταγειρίτης ονομαζόμενος. Πατέρας του ήταν ο Νικόμαχος, γιατρός του βασιλιά των Μακεδόνων, Αμύντα Β’.

Στα 18 του, ο Αριστοτέλης έμεινε ορφανός. Ο κηδεμόνας και φίλος του νεκρού πατέρα του, Πρόξενος, τον έστειλε στην Αθήνα να σπουδάσει κοντά στον Πλάτωνα. Επί είκοσι χρόνια, ο Αριστοτέλης μαθήτευσε στην Ακαδημία κι απέκτησε γνώσεις για τις επιστήμες μαθηματικών, φυσικής, αστρονομίας, ψυχολογίας, λογικής, οντολογίας, ρητορικής, πολιτικών επιστημών, παιδαγωγικής και γενικά κάθε πεδίου που τότε μπορούσε να διδαχτεί σε πανεπιστήμιο. Το αποτέλεσμα ήταν να οδηγήσει όλες τις επιστήμες σε πρωτοφανή για την εποχή επίπεδα.

Μετά τον θάνατο του Πλάτωνα, ίδρυσε ρητορική σχολή στην Αθήνα απ’ όπου κάποια στιγμή έφυγε. Έμεινε τρία χρόνια στην πόλη Άσσος της Μικράς Ασίας και για άλλα τρία στη Μυτιλήνη (345 – 342 π. Χ.). Εκεί βρισκόταν ακόμα, όταν αποδέχτηκε την πρόσκληση του βασιλιά της Μακεδονίας, Φιλίππου Β’, να αναλάβει τη μόρφωση του κατοπινού Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Τα μαθήματα ξεκίνησαν στα 342 π. Χ., όταν ο Αλέξανδρος ήταν 14 χρόνων, στην πόλη Μίεζα της Ημαθίας. Εκεί, ο Φίλιππος Β’ εγκατέστησε τον μεγάλο φιλόσοφο, επικεφαλής ομάδας εκπαιδευτικών. Ήταν ένα περιβάλλον κατάλληλο για μελέτη καθώς διέθετε το άλσος των Νυμφών, το οποίο ο Πλούταρχος περιγράφει ως μαγευτικό τοπίο. Όταν το 339 π. Χ., ο Αλέξανδρος έφυγε από τη Μίεζα, ήταν πια ολοκληρωμένος άνθρωπος, έτοιμος ηγέτης, βαθιά επηρεασμένος από την αριστοτελική διδασκαλία.

Ο Αριστοτέλης ξαναγύρισε στην Αθήνα, όπου ίδρυσε την «περιπατητική» σχολή στο Λύκειο. Ονομάσθηκε έτσι από τη συνήθειά του να διδάσκει και να κουβεντιάζει με τους μαθητές του, περπατώντας στη στεγασμένη εκεί στοά. Δίδαξε όλες τις επιστήμες όχι μόνο θεωρητικά αλλά και προχωρώντας σε πρακτικές έρευνες, όπου το αντικείμενο το επέτρεπε. Μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, κατηγορήθηκε για ασέβεια κι έφυγε στην Χαλκίδα.

Τον επόμενο χρόνο (322 π. Χ.) πέθανε από αρρώστια του στομαχιού. Η σορός του μεταφέρθηκε στη γενέτειρά του, όπου θάφτηκε με τιμές. Οι συμπολίτες του ίδρυσαν βωμό στο όνομά του (στις 26 Μαΐου 2016, ανακοινώθηκε σε συνέδριο στη Θεσσαλονίκη ότι το μνημείο ταυτοποιήθηκε με αρχαιολογικά ευρήματα του 1996) και καθιέρωσαν ετήσια γιορτή κατά τον μήνα Αριστοτέλειο, όπως τον ονόμασαν.

Στα δώδεκα χρόνια που αφιέρωσε στην διδασκαλία, ο Αριστοτέλης κατόρθωσε να ερευνήσει και να συστηματοποιήσει όλες τις επιστήμες και να συγγράψει τόσα πολλά έργα και με τόση βαθύτητα σκέψης, ώστε έφτασε να αποκληθεί «πανεπιστήμων». Είναι ο πρώτος συστηματικός φιλόσοφος, ιδρυτής του θετικισμού και δημιουργός της επιστημονικής φιλοσοφίας, της ονοματολογίας της και των περισσότερων από τους ακόμα και σήμερα ισχύοντες ορισμούς. Υπολογίζεται ότι έγραψε περίπου χίλια έργα (τετρακόσια, κατά τους Αλεξανδρινούς), από τα οποία σπουδαιότερα θεωρούνται τα «Λογική». «Φυσικά», «Μετά τα φυσικά», «Ηθικά Νικομάχεια», «Ρητορική», «Ποιητική», «Πολιτεία Αθηναίων» κ.ά.

Στην διάρκεια του μεσαίωνα, τον ανακάλυψαν οι Άραβες και τον έφεραν στην χειμαζόμενη Ευρώπη, όπου θεωρήθηκε ως η μεγαλύτερη αυθεντία για οποιοδήποτε ζήτημα, με το οποίο είχε ασχοληθεί. Τα έργα του μεταφράστηκαν στην αραβική και στη λατινική γλώσσα. Το κύρος του υποχώρησε κατά την Αναγέννηση, όταν η Ευρώπη ανακάλυψε τον Πλάτωνα.

Ο Αντισθένης, ο Διογένης και οι κυνικοί

Μαθητής αρχικά του Γοργία κι έπειτα του Σωκράτη, ο Αντισθένης γεννήθηκε γύρω στα 444 π. Χ. από πατέρα Αθηναίο και μητέρα μια δούλα από την Θράκη. Πολέμησε και διακρίθηκε στη μάχη της Τανάγρας (426 π. Χ.), όπου οι Αθηναίοι, υπό τον Νικία, νίκησαν τους Θηβαίους, κι απέκτησε μεγάλη φήμη για την εγκράτεια και τον ασκητισμό του, καθώς κυκλοφορούσε φορώντας μόνο έναν τρίβωνα140, έχοντας ριγμένο στον ώμο ένα σακί και κρατώντας ραβδί. Ως μαθητής του Σωκράτη, προσπαθούσε να ανατρέψει τον ορισμό του δασκάλου του για τις γενικές έννοιες, τις οποίες θεωρούσε ανύπαρκτες (έλεγε «ίππον μεν ορώ, ιππότητα δε ουκ ορώ»). Μετά τον θάνατο του Σωκράτη, δημιούργησε σχολή κοντά στο γυμναστήριο του Κυνόσαργες141, καθώς μόνο αυτό δεχόταν «μη γνήσιους» Αθηναίους. Από την περιοχή, η σχολή ονομάστηκε «κυνική», οι οπαδοί της «κυνικοί» και η διδασκαλία τους «κυνισμός»142. Οι κυνικοί εντοπίζονταν εύκολα από τον λιτό τρόπο ζωής και την εμφάνισή τους κι έλεγαν ότι είναι «σκύλοι – φύλακες της ηθικής». Ήθελαν τους εαυτούς τους αυτάρκεις και περιόριζαν τις ανάγκες τους στο ελάχιστο (χαρακτηριστικός είναι ο θρύλος ότι ο διάσημος κυνικός, Διογένης, πέταξε το κύπελλό του, όταν είδε ένα παιδί να πίνει νερό, σκύβοντας στην πηγή και χρησιμοποιώντας την χούφτα του, ενώ ανέκραξε «παιδίον με νενίκηκεν ευτελεία!», που σημαίνει «ένα παιδί με ξεπέρασε στην απλότητα»). Πίστευαν ότι οι απολαύσεις (ιδιαίτερα η ηδονή) ήταν αντίθετες προς την αρετή, κυκλοφορούσαν βρόμικοι και ήταν επιθετικοί.

Ο Αντισθένης πρέπει να πέθανε γύρω στα 366 π. Χ. Διάσημος συνεχιστή του υπήρξε ο Διογένης ο κυνικός. Γιος του Ικεσία, γεννήθηκε στη Σινώπη του Πόντου το 412 π. Χ. (κατά τον Πλούταρχο, «την ημέρα που πέθανε ο Σωκράτης», το 399 π. Χ.). Εξορίστηκε, όταν πιάστηκε να έχει παραχαράξει (μαζί με τον πατέρα του που ήταν τραπεζίτης) το νόμισμα της πατρίδας του. Έφτασε στην Αθήνα, γνωρίστηκε με τον Αντισθένη, εντυπωσιάστηκε με τον τρόπο που αυτός ζούσε και τον ακολούθησε, εγκαταλείποντας την τεράστια περιουσία του. Οι Αθηναίοι τον αγάπησαν, κυρίως για την ετοιμότητά του και τις ευφυείς απαντήσεις του στις ερωτήσεις, με τις οποίες τον προκαλούσαν. Κι όταν κάποιοι του θύμισαν ότι οι συμπατριώτες του τον καταδίκασαν σε εξορία, απάντησε: «Εγώ τους καταδίκασα να μείνουν εκεί».

Για κατοικία του είχε ένα πιθάρι, το οποίο έσπρωχνε, κρατώντας όλη μέρα ένα φανάρι. Όταν τον ρωτούσαν, τι το θέλει, απαντούσε «άνθρωπον ζητώ» (ψάχνω να βρω άνθρωπο). Έλεγε πως είναι σκύλος («κύων») αλλά, ενώ οι σκύλοι δαγκώνουν τους εχθρούς τους, αυτός δάγκωνε τους φίλους του για να τους κάνει να διορθωθούν. Επιδίωξή του ήταν να αλλάξει την ανθρώπινη κοινωνία και να θεραπεύσει την ανθρώπινη φύση από την διαφθορά. Δίδασκε ότι ο άνθρωπος έχει πλαστεί από ευγενές μέταλλο που οι περιστάσεις έχουν νοθεύσει. Για τον λόγο αυτό, έπρεπε να ξαναπλαστεί από την αρχή μέσα από την γνώση, να σπουδάσει τον εαυτό του και να κατανοήσει την ανθρώπινη φύση. Κι όλα αυτά μπορούν να επιτευχθούν με την επιστροφή στην φύση, από την οποία έχει εφοδιαστεί με όσα χρειάζεται για να ζει, χωρίς να του είναι αναγκαίες και απαραίτητες όλες αυτές οι επιθυμίες και ανάγκες που κατασκεύασε και που τον μετατρέπουν σε πονηρό και τον οδηγούν στην διαφθορά.

Ζούσε στην Αθήνα αλλά και στην Κόρινθο, όπου και πέθανε στις 12 Σεπτέμβρη του 323 π. Χ., (κατά τον Διογένη τον Λαέρτιο, στις 13 Ιουνίου, την ίδια μέρα που ο Μέγας Αλέξανδρος πέθανε στην Βαβυλώνα). Οι δυο άνδρες είχαν συναντηθεί στην Κόρινθο (το 336 π. Χ.), όταν το εκεί συνέδριο ανακήρυξε τον βασιλιά της Μακεδονίας ηγέτη όλων των Ελλήνων. Γνώστης της κυνικής φιλοσοφίας, ο εικοσάχρονος, τότε, Αλέξανδρος έμαθε ότι ο διάσημος φιλόσοφος βρισκόταν στην πόλη κι έστειλε κάποιον να του ζητήσει να τον δει. Ο απεσταλμένος είπε στον Διογένη ότι «ο βασιλιάς θέλει να σε δει», για να πάρει την απάντηση:

«Εγώ δεν θέλω να τον δω. Αν εκείνος θέλει, ας έρθει αυτός».

Ο Αλέξανδρος πήγε να τον συναντήσει και του είπε:

«Είμαι ο βασιλιάς Αλέξανδρος».

Ο φιλόσοφος απάντησε:

«Κι εγώ είμαι ο Διογένης ο Κύων (σκύλος)».

Ο Αλέξανδρος τον ρώτησε:

«Δεν με φοβάσαι;».

Ο Διογένης αντιρώτησε:

«Και τι είσαι; Καλό ή κακό;».

Ο Αλέξανδρος έμεινε για λίγο σιωπηλός: Ένας βασιλιάς δεν μπορούσε να ομολογήσει ότι είναι κάτι κακό κι εφόσον ήταν καλό, για ποιον λόγο κάποιος να τον φοβηθεί; Τελικά, αντί να απαντήσει, ξαναρώτησε:

«Ποια χάρη θέλεις να σου κάνω;».

«Αποσκότισόν με», ήρθε η απάντηση που σημαίνει «βγάλε με από το σκοτάδι». Το λογοπαίγνιο μπορούσε να σημαίνει «βγάλε με από τη λησμονιά και δείξε μου την αλήθεια» αλλά και «μη μου κρύβεις τον ήλιο», κάτι που κανένας (ούτε βασιλιάς) μπορούσε να χαρίσει, καθώς ήταν γνωστό ότι οι κυνικοί αποζητούσαν την ζεστασιά του ήλιου που γλύκαινε τη λιτή τους ζωή.

Ο Αλέξανδρος μονολόγησε:

«Αν δεν ήμουν ο Αλέξανδρος, θα ήθελα να είμαι ο Διογένης».

Οπωσδήποτε, ο φιλόσοφος και σε άλλη περίσταση χλεύασε τον Αλέξανδρο. Ήταν, όταν, από την Ασία, ο στρατηλάτης έστειλε κάποια επιστολή στον Αντίπατρο, τον καιρό που εκείνος βρισκόταν στην Αθήνα. Κομιστής ήταν ο ταχυδρόμος του βασιλιά, Αθλίας. Όταν το έμαθε ο Διογένης, σχολίασε: «Αθλίας, παρ’ αθλίου, δι’ Αθλίου προς άθλιον» (ο άθλιος στέλνει άθλια επιστολή με τον Άθλιο προς έναν άθλιο). Πρόκειται για χαρακτηριστικό παράδειγμα λογοτεχνικής παρήχησης με τετραπλή χρήση του θέματος «αθλ-» αλλά και για απόδειξη των δημοκρατικών φρονημάτων του φιλόσοφου που τα επέδειξε και σε άλλη περίσταση. Ήταν, όταν κάποιος τύραννος τον ρώτησε ποιον χαλκό θεωρούσε καλύτερο για να χυθεί στα καλούπια ενός αγάλματός του. Ο φιλόσοφος δεν δίστασε να απαντήσει:

«Ο δι’ ου Αρμόδιος και Αριστογείτων εχυτεύθησαν», εννοώντας τα αγάλματα των δυο τυραννοκτόνων που από το 476 π. Χ. κοσμούσαν την Αγορά της Αθήνας.

Ανάμεσα στους θαυμαστές του ήταν και ο Πλάτωνας που αποκαλούσε τον Διογένη «Σωκράτη μαινόμενο» (ιδιαίτερα ορμητικό, ασυγκράτητο). Ο Διογένης, όμως, όπως άλλωστε και ο δάσκαλός του, Αντισθένης, πολεμούσε τις γενικές έννοιες και βρισκόταν απέναντι στις πλατωνικές θέσεις. Όταν, λοιπόν, ο ιδρυτής της Ακαδημίας είπε ότι ο ορισμός του ανθρώπου είναι «Ον, δίπουν, άπτερον», ο Διογένης μάδησε μια κότα και την παρουσίασε στην Αγορά λέγοντας: «Ιδού ο άνθρωπος κατά τον Πλάτωνα».

«Διάδοχος» του Διογένη, συνεχιστής της κυνικής φιλοσοφίας, υπήρξε ο πλατωνικός Κράτης. Γεννήθηκε στην Θήβα γύρω στα 365 π. Χ., γιος του Άσκονδου και κληρονόμος τεράστιας περιουσίας που, όμως, χάρισε στους συμπολίτες του, προκειμένου να μεταβεί στην Αθήνα, όπου έζησε σε «έντιμη φτώχεια». Έγινε μαθητής του Διογένη αλλά απέκτησε και δικούς του μαθητές. Ένας από αυτούς ήταν και ο πλούσιος Μητροκλής, μέτοικος από την Μαρώνεια της Θράκης, που είχε αδελφή την Ιππαρχία. Το κορίτσι άκουσε την διδασκαλία του Κράτητα, εντυπωσιάστηκε, τον ερωτεύτηκε κι απείλησε την οικογένειά της ότι θα αυτοκτονήσει, αν δεν την άφηναν να τον παντρευτεί. Ούτε ο ίδιος ο δάσκαλος, τον οποίο οι γονείς της παρακαλούσαν να την απαρνηθεί, μπόρεσε να τη μεταπείσει, με επιχειρήματα την ασχήμια αλλά και την φτώχεια του. Παντρεύτηκαν με μια τελετή που ο Κράτης αποκάλεσε «κυνογαμία» και η Ιππαρχία του χάρισε δυο παιδιά, ένα αγόρι (τον Πασικλή) και μια κόρη. Η ίδια εξελίχθηκε σε κυνική φιλόσοφο, ενώ η συμβίωσή τους έκανε βαθύτατη εντύπωση στους Αθηναίους καθώς βασιζόταν στην ισότητα των δυο φύλων και στον αλληλοσεβασμό. Ο αδελφός της, Μητροκλής, συνέχισε να διδάσκει την κυνική φιλοσοφία και δημιούργησε νέο φιλολογικό κλάδο, τις «χρείες», που περιλάμβαναν παραδοξολογίες και αστεία.

Ο Κράτης πέθανε σε βαθιά γεράματα, (γύρω στα 285 π. Χ., σε ηλικία ογδόντα χρόνων). Η κυνική φιλοσοφία συνέχισε να ασκεί μεγάλη επίδραση ως και μετά τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους, ενώ πολλά από τα χαρακτηριστικά της έγιναν αποδεκτά από την χριστιανική θρησκεία (ασκητισμός, εγκράτεια κ.λπ.).

Οι Στωικοί

Μαθητής του Κράτητα, ο (γιος του Μνασέα ή του Δημέα) Ζήνωνας ο Κιτιέας (γεννήθηκε το 334 π. Χ. στο Κίτιο της Κύπρου) θεώρησε ότι η ηθική των κυνικών αποτελούσε αρνητική στάση σε συνηθισμένες καταστάσεις (ηδονές, απολαύσεις, πλούτο) και θέλησε να παρουσιάσει μια θετική προσέγγιση της ηθικής με τον προσδιορισμό των «προτιμωμένων πραγμάτων». Έλεγε ότι έχουμε δυο αφτιά κι ένα στόμα, για να ακούμε πολλά και να λέμε λιγότερα («Δύο ώτα έχομεν, στόμα δε εν, ίνα πλείονα μεν ακούωμεν, ήττονα δε λέγωμεν»144). Πίστευε ότι η φιλοσοφία διακρίνεται σε τρία μέρη: Τη λογική που είναι ο αγρός, την φυσική όπου φυτρώνει το δέντρο και την ηθική που είναι ο τελικός καρπός. Και δίδασκε ότι ο λόγος είναι το παν και ο κόσμος της φύσης η μοναδική πραγματικότητα, που χαρακτηρίζεται από ορθολογικές αρχές: Το πνεύμα τους, που διέπει τον κόσμο κι εμάς, είναι αυτό που ονομάζουμε Θεό.

Αρχικά, αυτός κι ο πατέρας του ήταν έμποροι. Επένδυσαν, όμως, ολόκληρη την περιουσία τους σε εμπορεύματα και τα φόρτωσαν σε ένα πλοίο που ναυάγησε, οπότε καταστράφηκαν οικονομικά. Τότε, ο Ζήνωνας κατέληξε στην Αθήνα. Μαγεύτηκε από τη διδασκαλία των φιλοσόφων, έγινε μαθητής του Κράτητα αλλά και άλλων δασκάλων και κατέληξε στο συμπέρασμα:

«Νυν ευπλόηκα, ότε εναυάγησα» (το ταξίδι μου πήγε καλά αφότου ναυάγησα).

Στα 300 π. Χ., δημιούργησε την δική του σχολή στην αθηναϊκή Αγορά. Δίδασκε στην Ποικίλη Στοά145 και γι’ αυτό «στωικοί» ονομάστηκαν κι αυτός και οι μαθητές του, ενώ «στωικότητα» κατάντησε να σημαίνει η καρτερικότητα, η συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από απάθεια ή αταραξία. Δίδασκε ότι η φρόνηση είναι προϋπόθεση για να ανθίσουν οι κατά τον Πλάτωνα τρεις αρετές (μετριοπάθεια, θάρρος και φρόνηση), ενώ η συνύπαρξη και των τεσσάρων οδηγεί τον άνθρωπο στην ηθική ολοκλήρωσή του.

Πέθανε τιμημένος σε ηλικία 72 χρόνων. Ο στωικισμός συνέχισε να υπάρχει και επεκτάθηκε και στη Ρώμη, όπου επέζησε ως τουλάχιστον το 250 (μ. Χ.). Διάσημοι στωικοί υπήρξαν και οι φιλόσοφοι Σενέκας και Επίκτητος καθώς και ο αυτοκράτορας της Ρώμης Μάρκος Αυρήλιος.

Στην Αθήνα, η πνευματική άνθιση συνεχιζόταν με τη φόρα που είχε πάρει τον Ε’ π. Χ. αιώνα αλλά σιγά σιγά ξέπεφτε. Η ποίηση υποχώρησε μπροστά στην άνοδο του πεζού λόγου με κλάδους ανάπτυξής του την ιστορία και κυρίως τη ρητορική. Οι δικανικές και πολιτικές μάχες (ιδίως ανάμεσα στον Δημοσθένη και τον Ισοκράτη) άφησαν κείμενα σπάνιας αξίας. Ο «κριτικός» Θουκυδίδης διαδέχτηκε τον «παραμυθά» Ηρόδοτο. Κι ο Ξενοφώντας περιέγραψε δυναμικά την Κύρου ανάβαση και την κάθοδο των μυρίων. Όμως, η παλιά αίγλη δεν ξαναγύρισε. Η πολιτική και πνευματική ζωή δεν επανήλθε στα υψηλά προηγούμενα επίπεδα. Και η προσπάθεια των Αθηναίων για ηγεμονία μεταβλήθηκε σε άγχος για ελευθερία. Περαστικοί κατακτητές, περίοδοι ελευθερίας και πολλοί πόλεμοι κάλυψαν τα τέλη του Δ’ π. Χ. αιώνα. Οι Αθηναίοι κατάντησαν κόλακες του κάθε κατακτητή.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

132. Βλ. κεφάλαιο 7, «η επιτελική ομάδα».

133. Λάμψακος: Αρχαία αποικία των Μιλησίων και των Φωκαέων, στις ασιατικές ακτές του Ελλησπόντου, τόπος καταγωγής και συνάντησης πολλών Ελλήνων φιλοσόφων.

134. Ο Σωκράτης γεννήθηκε το 470 ή 469 π. Χ.

135. Ένα τάλαντο ισοδυναμούσε με 60 μνες, μια μνα με εκατό δραχμές, μια δραχμή με έξι οβολούς, ένας οβολός με οχτώ χαλκούντες.

136. Διογένη Λαέρτιου, «Βίοι φιλοσόφων», Β’ 16.

137. Βλ. κεφάλαιο 8, «συμμαχία με τον εχθρό».

138. Βλ. κεφάλαιο 8, «ο Θηραμένης και το πραξικόπημα».

139. Ξενοφώντα, «Απομνημονεύματα».

140. «Τρίβων»: ένδυμα από χοντρό μαλλί, ταυτόχρονα εσώρουχο και φόρεμα, μοναδικό ρούχο που φορούσαν οι έφηβοι στην Σπάρτη και στην Κρήτη.

141. Βλ. κεφάλαιο 5, «απόγευμα στο γυμναστήριο».

142. Σήμερα, η λέξη σημαίνει και την προκλητική συμπεριφορά καθώς και την έλλειψη ντροπής ή σεβασμού σε πρόσωπα ή πράγματα, που ήταν και χαρακτηριστικά των αρχαίων κυνικών.

143. Διογένη Λαέρτιου, «Βίοι φιλοσόφων», 6,44.

144. Διογένη Λαέρτιου, «Βίοι φιλοσόφων», 7, 23.

145. Βλ. κεφάλαιο 5, «πρωινό στην Αγορά».

(τελευταία επεξεργασία, 12 Νοεμβρίου 2020)