Κεφάλαιο 21 ΑΘΗΝΑ: Στο έλεος της ξενοκρατίας

Η Μεγάλη Ιδέα στα σπάργανα

Ήταν 22 Δεκέμβρη του 1839 (3 Γενάρη του 1840 με το νέο ημερολόγιο), όταν ο (άσχετος με τον ομώνυμο αγωνιστή) Εμμανουήλ Παπάς πλησίασε τον υπασπιστή του Όθωνα, Δημήτριο (Τσάμη) Καρατάσο, και του παρέδωσε ένα πακέτο έγγραφα. Αποκαλύφθηκε ότι σχεδιαζόταν η απαγωγή του βασιλιά στην διάρκεια της δοξολογίας για την έλευση της νέας χρονιάς. Σκοπός της απαγωγής ήταν να του θέσουν το δίλημμα να γίνει ορθόδοξος ή να παραιτηθεί. Την όλη επιχείρηση είχε οργανώσει η μυστική οργάνωση «Φιλορθόδοξος Εταιρεία» που είχε συσταθεί πρόσφατα (μάλλον Ιούνιο του 1839) και ηγέτες είχε τον Νικήτα Σταματελόπουλο (τον ήρωα της επανάστασης Νικηταρά τον Τουρκοφάγο) και τον Γεώργιο Καποδίστρια (τον μικρότερο αδελφό του δολοφονημένου κυβερνήτη). Σκοπός της οργάνωσης ήταν η απελευθέρωση των ακόμα κάτω από οθωμανική κατοχή περιοχών Θεσσαλίας, Ηπείρου και Μακεδονίας, καθώς και η στήριξη της ορθοδοξίας. Και, μόνο στην Αθήνα, είχε πάνω από χίλια μέλη, ρωσόφιλους στην πλειοψηφία τους.

Η χωροφυλακή έδρασε αστραπιαία με έρευνες στα σπίτια των υπόπτων (οι περισσότεροι από τους οποίους πρόλαβαν και κατέστρεψαν τα ενοχοποιητικά έγγραφα) και συλλήψεις. Το θέμα, όμως, προκάλεσε τεράστια πολιτική αντιπαράθεση, με τις εφημερίδες να ανταγωνίζονται σε αληθινές αλλά και φανταστικές αποκαλύψεις. Η δίκη των «πρωταιτίων» έγινε τον Ιούλιο και οι τρεις (οι δυο ηγέτες και ο Νικόλαος Ρενιέρης) κατηγορούμενοι αθωώθηκαν, καθώς το όλο ζήτημα είχε μεταλλαχθεί σε πατριωτική προσπάθεια να ελευθερωθούν οι αλύτρωτοι Έλληνες. Ο βασιλιάς επέβαλε απέλαση του Καποδίστρια, περιορισμό του Νικηταρά στην Αίγινα και αποπομπή από την κυβέρνηση του ρωσόφιλου υπουργού, Γεώργιου Γλαράκη (τον οποίο η οργάνωση προόριζε για σημαντικό ρόλο στη νέα κατάσταση).

Με όλα αυτά, ο αλυτρωτισμός εισέβαλε στην πολιτική ζωή ως κυρίαρχο θέμα αντιπαράθεσης ανάμεσα στα κόμματα. Τρία χρόνια αργότερα, εξακολουθούσε να επηρεάζει την πολιτική ζωή του τόπου. Όταν, μετά την επανάσταση της 3ης του Σεπτέμβρη (1843), ο Ιωάννης Κωλέττης επανήλθε, από το Παρίσι, στην Αθήνα ως αρχηγός του γαλλικού κόμματος, εκλέχτηκε πληρεξούσιος στην εθνοσυνέλευση για την ψήφιση συντάγματος. Είχε προκύψει διαφωνία για την ιθαγένεια των Ελλήνων και την αντιμετώπιση των «αυτοχθόνων» (γεννημένων στα όρια του ελληνικού κράτους) και των «ετεροχθόνων» (ουσιαστικά των γεννημένων σε κατεχόμενα ελληνικά εδάφη). Στις 14 Γενάρη του 1844, ο Ιωάννης Κωλέττης εκφώνησε βαρυσήμαντο λόγο, στον οποίο περιέγραφε τον Έλληνα ως εκείνον που αυτοπροσδιορίζεται έτσι, αρκεί να είναι χριστιανός. Στην τεκμηρίωση της άποψής του, έθεσε για πρώτη φορά τον όρο «Μεγάλη Ιδέα» που, κατ' αυτόν, σήμαινε την από το ελληνικό κράτος ανάκτηση όλων των εδαφών της πάλαι ποτέ Βυζαντινής αυτοκρατορίας.

Τελικά το σχετικό άρθρο του συντάγματος δεν καθόριζε διαφορές ανάμεσα στους αυτόχθονες και τους ετερόχθονες. Ανέφερε τα εξής:

«Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και συνεισφέρουσιν αδιακρίτως εις τα δημόσια βάρη, αναλόγως της περιουσίας των, μόνοι δε οι πολίται Έλληνες είναι δεκτοί και εις όλα τα δημόσια επαγγέλματα. Πολίται είναι όσοι απέκτησαν ή αποκτήσωσι τα χαρακτηριστικά του πολίτου κατά τους νόμους του Κράτους».

Η βαθιά εντύπωση που ο λόγος του προκάλεσε και η τεράστια προβολή που έτυχε από τις εφημερίδες, έπεισε τον αρχηγό του γαλλικού κόμματος να ανταγωνιστεί τους ρωσόφιλους και να εντάξει τον αλυτρωτισμό στο πολιτικό πρόγραμμά του. Ο ενθουσιασμός στην προοπτική πραγματοποίησης της Μεγάλης Ιδέας συνεπήρε τους Έλληνες αλλά και τον Όθωνα κι έγινε βασικός μοχλός τόσο της εσωτερικής όσο και της εξωτερικής πολιτικής. Και ο στόχος της δεν ήταν άλλος από την απελευθέρωση των Ελλήνων που ζούσαν στα τουρκοκρατούμενα αλλά και τα αγγλοκρατούμενα (Ιόνια νησιά) εδάφη. Με την Αγγλία να στέκεται εντελώς αντίθετη σε κάθε απόπειρα μείωσης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Οπότε, η με κάθε τρόπο πρόκληση προσκομμάτων στην ελληνική διοίκηση έγινε βασικός μοχλός της πολιτικής της. Με το γαλλικό και το ρωσικό κόμματα να ανταγωνίζονται, ποιο θα παρουσιάσει την πιο λαϊκίστικη εθνικιστική πρόταση.

Η «υπόθεση Μουσούρου»

Φαναριώτης με ρίζες στη ρεθυμνιώτικη αρχοντική οικογένεια των Μουσούρων, που έδωσε πολλούς τιτλούχους στην Υψηλή Πύλη, ο Κωνσταντίνος Μουσούρος (Kostaki Musurus, 1807 - 1891) υπήρξε ο πρώτος πρεσβευτής της Οθωμανική αυτοκρατορίας στην Αθήνα. Διορίστηκε την Πρωτομαγιά του 1840 κι έδειξε υπερβάλλοντα ζήλο στην προώθηση των τουρκικών συμφερόντων, με προφανή αιτία να μην κατηγορηθεί για φιλελληνισμό εξαιτίας της ελληνικής καταγωγής του. Οι σχέσεις του με την ελληνική κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό, Ιωάννη Κωλέττη, ήταν μια διαρκής σύγκρουση. Τα συνεχή επεισόδια που οι εφημερίδες κατέγραφαν, τον έκαναν μισητό στους Αθηναίους.

Ήταν 23 Γενάρη του 1847, όταν ο υπασπιστής του Όθωνα, Τσάμης Καρατάσος, επισκέφτηκε την τουρκική πρεσβεία και ζήτησε θεώρηση του διαβατηρίου του για να μπορέσει να ταξιδέψει στην Κωνσταντινούπολη. Ο Μουσούρος αρνήθηκε, με το αιτιολογικό ότι, πριν από 25 χρόνια (το 1822), είχε μετάσχει στην, ενάντια στην Οθωμανική αυτοκρατορία, επανάσταση στη Νάουσα. Και η Νάουσα βρίσκεται στη Μακεδονία, τόπο που περιλαμβανόταν στα εδάφη, των οποίων την απελευθέρωση επιζητούσε η Μεγάλη Ιδέα. Στην πραγματικότητα, όμως, η άρνηση θεώρησης του διαβατηρίου στον υπασπιστή του Όθωνα αποτελούσε προσβολή στο πρόσωπο του βασιλιά.

Δυο μέρες αργότερα (25 του μήνα), στα βασιλικά ανάκτορα δινόταν χοροεσπερίδα, στην οποία, από πολλές ημέρες, είχαν προσκληθεί και όλα τα μέλη του διπλωματικού σώματος. Ο Όθωνας κάποια στιγμή βρέθηκε απέναντι στον Μουσούρο. Οργισμένος, του είπε στα γαλλικά:

«J' esperais, monsieur le minister, que vous auriez eu plus d' egards pour moi» (είχα την ελπίδα, κύριε, ότι θα είχατε μεγαλύτερο σεβασμό για μένα).

Του γύρισε την πλάτη κι απομακρύνθηκε.

Έγινε μεγάλο σούσουρο! Ο πρεσβευτής της Αγγλίας, λόρδος Έντμοντ Λάιονς, βρήκε την ευκαιρία που αποζητούσε. Πλησίασε τον Μουσούρο και του πρότεινε να αποχωρήσει από το παλάτι «σε ένδειξη διαμαρτυρίας». Ο Μουσούρος αποχώρησε και την επόμενη μέρα, σε συνεννόηση με τον Λάιονς, έστειλε διακοίνωση προς την ελληνική κυβέρνηση, κατηγορώντας την ότι η από τον βασιλιά προσβολή στο πρόσωπό του έγινε με ευθύνη του πρωθυπουργού, Κωλέττη. Με εντολή του Κωλέττη, η ελληνική πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη απάντησε ότι, για το όλο ζήτημα, η ευθύνη βάραινε τον Μουσούρο. Το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών απαίτησε από τον Κωλέττη να ζητήσει συγνώμη από τον Μουσούρο, με τελεσίγραφο που απορρίφθηκε. Ο Μουσούρος αποχώρησε από την Αθήνα (3 Φλεβάρη), ο Έλληνας πρεσβευτής ανακλήθηκε από την Κωνσταντινούπολη (30 Μάρτη) και η τουρκική κυβέρνηση διέκοψε τις διπλωματικές σχέσεις με την Ελλάδα (Αύγουστος του 1847).

Η κατάσταση εκτραχηλιζόταν με τους Άγγλους να υποδαυλίζουν την ένταση και τους «Τάιμς του Λονδίνου» να καθυβρίζουν τον Ιωάννη Κωλέττη. Στόχος των Άγγλων ήταν να ανατραπεί ο γαλλόφιλος Κωλέττης αλλά, με όλα αυτά, η δημοτικότητά του εκτοξευόταν στα ύψη, παρ' όλο που η υγεία του πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Προκηρύχθηκαν εκλογές για τον Ιούνιο του 1847. Τις πήρε με μεγάλη άνεση. Ο Λάιονς του επισήμανε ότι η ναυτιλία και το εμπόριο θα γονάτιζαν, αν η Οθωμανική αυτοκρατορία προχωρούσε σε οικονομικό εμπάργκο. Ο Κωλέττης απάντησε:

«Οι ναύτες θα γίνουν πειρατές και οι τεχνίτες ληστές».

Στις 31 Αυγούστου (του 1847), όμως, ο πρωθυπουργός πέθανε από νεφρίτιδα. Οι Άγγλοι αναθάρρησαν. Στην πρωθυπουργία τον διαδέχτηκε ο παλιός αγωνιστής στην επανάσταση του 1821, Κίτσος Τζαβέλας, υπασπιστής του Όθωνα και υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Κωλέττη. Κι αυτός ήταν φανατικός του γαλλικού κόμματος και υποστηριχτής της Μεγάλης Ιδέας. Όμως, η αντιπαλότητα με τους Τούρκους και τους Άγγλους συνεχιζόταν και, ουσιαστικά, απέβαινε σε βάρος της Ελλάδας. Και ο ρωσόφιλος Γεώργιος Γλαράκης είχε επιστρέψει στην κυβέρνηση, ως υπουργός Εκκλησιαστικών. Με δικές του ενέργειες, ο Όθωνας ζήτησε από τον τσάρο (Νικόλαο Α') να μεσολαβήσει, ώστε να λήξει το θέμα. Θετικός προς αυτή την κατεύθυνση ήταν και ο υπουργός Εξωτερικών της Αυστρίας, κόμης Κλήμης Μέττερνιχ, που υποστήριζε ότι η όλη ιστορία «είναι πολιτικό παιχνίδι της Αγγλίας, με αυτουργό της υπόθεσης τον Λάιονς και εργολάβο του θεάματος τον (Άγγλο υπουργό Εξωτερικών) Πάλμερστον».

Οκτώβρη (του 1847), ο τσάρος πρότεινε και οι Βαυαρία (του μπαμπά Λουδοβίκου), Αυστρία και Πρωσία συμφώνησαν να σταλεί επιστολή στην τουρκική κυβέρνηση, με την οποία η Ελλάδα να εκφράζει «την λύπη της για μια παρεξήγηση», δίνοντας παράλληλα ένα ή δυο υπουργεία σε ανθρώπους του αγγλικού κόμματος, ώστε να αποκατασταθούν οι σχέσεις και με τις δυο χώρες. Η Αθήνα πειθάρχησε.

Το όλο ζήτημα θεωρήθηκε λήξαν και, 8 Φλεβάρη του 1848, ο Μουσούρος επέστρεψε στην Αθήνα. Ένα μήνα αργότερα, (8 Μάρτη του 1848), η κυβέρνηση Τζαβέλα υπέβαλε την παραίτησή της. Η υπόθεση δεν είχε ακόμα ξεχαστεί, όταν, περίπου πενήντα μέρες αργότερα (24 Απρίλη), Έλληνας272 υπάλληλος της τουρκικής πρεσβείας πυροβόλησε τον Μουσούρο (τον τραυμάτισε ελαφρά στο χέρι) επειδή «δεν μπορούσε να τον ακούει να βρίζει τους Έλληνες».

Ξεκίνησε νέα αντιπαράθεση, με την τουρκική κυβέρνηση να ζητά την έκδοση του δράστη. Δεν υπήρχε, όμως, διάθεση για νέες περιπέτειες. Ο Μουσούρος μετακινήθηκε στην τουρκική πρεσβεία στην Βιέννη κι αργότερα (1851) στο Λονδίνο. Πέθανε σε ηλικία 84 χρόνων (1891), απολαμβάνοντας τους τίτλους του πασά (από το 1867) και του βεζίρη (από το 1881).

Στην Αθήνα, όμως, ο πρεσβευτής της Αγγλίας, λόρδος Έντμοντ Λάιονς, δεν έλεγε να ησυχάσει.

Η «υπόθεση Πασίφικο» ή «Παρτερικά»

Η τράπεζα Rothshild Frères, Paris (Αδελφοί Ρότσιλντ, Παρίσι) διαχειριζόταν τα διεθνή δάνεια της Ελλάδας και κατείχε πενήντα μετοχές (από τις συνολικά 3.402) της Εθνικής Τράπεζας, όταν δημιουργήθηκε (το 1841). Κι ένας από τους αδελφούς Ρότσιλντ θα πραγματοποιούσε επίσημη επίσκεψη στην Αθήνα τη Μεγάλη Εβδομάδα του 1849. Καθώς ήταν γνωστό ότι οι Ρότσιλντ ήταν οικογένεια εβραίων, η τότε κυβέρνηση (Κωνσταντίνου Κανάρη) απαγόρευσε το «κάψιμο του εβραίου» (του Ιούδα «που πρόδωσε τον Χριστό»). Ήταν έθιμο διαδεδομένο εκείνη την εποχή και οι Αθηναίοι το τηρούσαν το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, μετά την περιφορά του επιτάφιου. Η τήρηση του εθίμου (πυρπόληση ανθρώπινου ομοιώματος από ύφασμα, ξύλο και άχυρα) αναβλήθηκε για την Δευτέρα του Πάσχα (16 Απρίλη), όταν πια ο επίσημος επισκέπτης θα είχε φύγει.

Η περιφορά του επιτάφιου της εκκλησίας του Αγίου Φιλίππου, περνούσε και από την οδό Καραϊσκάκη, στη συνοικία του Ψυρή. Στον δρόμο αυτόν κατοικούσε ο εβραίος τυχοδιώκτης, Δαβίδ Πασίφικο (1784 - 1854), γεννημένος στο κατεχόμενο από τους Άγγλους Γιβραλτάρ από Πορτογάλους γονείς κι έχοντας αποκτήσει την αγγλική υπηκοότητα. Είχε εγκατασταθεί στην Αθήνα το 1836 ως πρόξενος της Πορτογαλίας, θέση από την οποία εκδιώχθηκε (1842) κακήν κακώς, εξαιτίας καταχρήσεων. Ζούσε από την ελεημοσύνη της δούκισσας της Πλακεντίας και από την τοκογλυφία. Οι Αθηναίοι τον αντιπαθούσαν. Κι αυτός, εκείνο το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής (13 Απρίλη του 1849) βγήκε στο κατώφλι του σπιτιού του και απευθυνόμενος στους πιστούς που ακολουθούσαν την περιφορά του επιτάφιου, τους κορόιδεψε ότι «σήμερα δεν έχει φωτιά στον εβραίο». Εκείνοι εξαγριώθηκαν. Θεώρησαν ότι η απαγόρευση οφειλόταν σ' αυτόν κι ότι η άφιξη του βαρόνου Ρότσιλντ ήταν απλή δικαιολογία. Όταν έληξε η περιφορά, προσπάθησαν να τιμήσουν το έθιμο. Κατέφθασαν οι χωροφύλακες. Οι συμπλοκές, που ακολούθησαν, έστρεψαν τους Αθηναίους στην οδό Καραϊσκάκη: Επιτέθηκαν στο σπίτι του Πασίφικο κι άρχισαν να καταστρέφουν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους. Ο ίδιος, με τις δυο κόρες του, πρόλαβε και κατέφυγε στην αγγλική πρεσβεία.

Είχε έρθει η ώρα να δράσει ο πρεσβευτής, σερ Έντμοντ Λάιονς. Το επόμενο πρωί (Μεγάλο Σάββατο), έκανε διάβημα στην ελληνική κυβέρνηση να αποζημιώσει τον «Άγγλο υπήκοο, δον Ντέιβιντ Πασίφικο» με το ποσό των 886.736 δραχμών και 67 λεπτών (30.000 χρυσές λίρες Αγγλίας). Η αποζημίωση που ζητιόταν ήταν πολλαπλάσιας αξίας του προσωρινού ανακτόρου (στη σημερινή πλατεία Κλαυθμώνος)!

Η κυβερνητική απάντηση ήταν σαφέστατα αρνητική: Ο Πασίφικο έπρεπε να προσφύγει στην ελληνική δικαιοσύνη. Αν η κυβέρνηση αρνιόταν να καταβάλει το ποσό που το δικαστήριο θα του επιδίκαζε, τότε μόνο θα είχε νόημα το διάβημα της πρεσβείας. Η άρνηση κινητοποίησε την αγγλική διπλωματία: Ο υπουργός Εξωτερικών της Αγγλίας, Ερρίκος Ιωάννης Τεμπλ, υποκόμης Πάλμερστον (Henry John Temple, 3rd Viscount Palmerston, 1784 - 1865), απαίτησε την άμεση καταβολή του ποσού, χωρίς καν να έχει γίνει κάποια εκτίμηση των ζημιών. Η ελληνική κυβέρνηση και πάλι αρνήθηκε. Ακολούθησε κύμα πιέσεων και εκβιασμών. Τον επόμενο Αύγουστο (1849), η Αγγλία απαίτησε την απόδοση σ' αυτήν των νησιών Ελαφόνησος (στην είσοδο του Λακωνικού κόλπου) και Σαπιέντζας (στις σημερινές Οινούσες, νοτιοδυτικά της Μεθώνης), «επειδή ανήκουν στα Επτάνησα» που κατείχαν οι Άγγλοι. Κι αυτή η απαίτηση απορρίφθηκε, με τον Όθωνα και την κυβέρνηση Κανάρη να γνωρίζουν τεράστια δημοτικότητα, χάρη στη σθεναρή τους στάση.

Τέλη του χρόνου, ο Πάλμερστον διέταξε τον ναύαρχο Ουίλιαμ Πάρκερ273 να προχωρήσει σε ναυτικό αποκλεισμό της Ελλάδας. Εκτός από την αποζημίωση στον Πασίφικο και την απόδοση των νησιών, απαιτούσε αποζημίωση για ένα κομμάτι αγρού του Άγγλου Φίλνεϊ που είχε ενταχθεί στον τότε Βασιλικό (σήμερα, Εθνικό) κήπο (και ο Φίνλεϊ θεωρούσε ότι ήταν μικρότερη της αξίας του η αποζημίωση που πήρε), αποζημίωση για την ληστεία σε βάρος ενός Επτανήσιου που ψάρευε στις όχθες του Αχελώου και αποζημίωση για την κακοποίηση ναυτών αγγλικού πλοίου στην Πάτρα: Στα 1847, είχαν προστατεύσει έναν ληστή τράπεζας (κάποιον λοχαγό Μερεντίτη που είχε αποπειραθεί να κάνει πραξικόπημα) και ο όχλος είχε εισβάλει στο πλοίο, είχε δείρει τους Άγγλους και είχε πιάσει τον ληστή που τον παρέδωσε στην αστυνομία.

Στις 5 Γενάρη του 1850, δεκαπέντε αγγλικά πολεμικά με 8.000 άνδρες και 731 πυροβόλα, μπήκε στο λιμάνι του Πειραιά, αιχμαλώτισε 13 από τα 16 εκεί ελληνικά πλοία274, με τον Πάρκερ να απαιτεί «την καταβολή των αποζημιώσεων, εντός 24 ωρών». Ο βασιλιάς αρνήθηκε και ο Πάρκερ απέκλεισε τα παράλια της Αττικής για όλα τα ελληνικά πλοία. Ο αποκλεισμός κράτησε ως τον Απρίλη, με τον χειμώνα να είναι από τους πιο φοβερούς του αιώνα, την αγορά να μην εφοδιάζεται οπότε οι τιμές να εκτοξεύονταν στα ύψη και πολλούς κατοίκους του Πειραιά να πεθαίνουν από την πείνα.

Τα πνεύματα είχαν οξυνθεί, γι' άλλη μια φορά ο Όθωνας γινόταν πολύ δημοφιλής και οι νέοι της Αθήνας τραγουδούσαν:

«Σαν σου βαστάει, Εγλέζο,
για έβγα στη στεριά
να ακούσεις καρυοφύλλια
κι ελληνικά σπαθιά».

Το πράγμα, όμως, είχε παραγίνει. Ο πρεσβευτής της Γαλλίας στο Λονδίνο αποχώρησε, η Ρωσία απαιτούσε άρση του αποκλεισμού και η υπόθεση έφτασε στην βουλή των λόρδων και το αγγλικό κοινοβούλιο. Ο Πάλμερσον κατακρίθηκε κι από τους ίδιους τους συμπατριώτες του (και την βασίλισσα Βικτωρία). Ο αποκλεισμός έληξε στις 29 Απρίλη του 1850. Για τον τρόπο που αντιμετώπιζε την Ελλλάδα, ο Άγγλος υπουργός αποκλήθηκε «τρελός διπλωμάτης» και «λόρδος εμπρηστής».

Είχε προηγηθεί η από την Ελλάδα κατάθεση εγγύησης 250.000 λιρών, για την απελευθέρωση των 13 πλοίων (τα χρήματα επιστράφηκαν αργότερα). Διεθνής διαιτησία αποφάσισε ότι στον Πασίφικο έπρεπε να δοθεί αποζημίωση μόλις 3.750 δραχμών. Τις εισέπραξε και αναχώρησε από την Αθήνα. Πέθανε στο Λονδίνο τον Απρίλη του 1854.

Παρ' όλα αυτά, η κυβέρνηση (Κριεζή) αναγκάστηκε να ζητήσει συγνώμη «για την ταλαιπωρία, την οποία προξένησε στην Αγγλία». Η πρόσκαιρα αυξημένη δημοτικότητα του βασιλιά καταρρακώθηκε.

Η γαλλική χολέρα

Απαντώντας στις συνεχείς προκλήσεις του τσάρου Νικόλαου Α', που επιζητούσε την έξοδο της χώρας του στο Αιγαίο, η Οθωμανική αυτοκρατορία, στις 4 Οκτώβρη του 1853, κήρυξε τον πόλεμο στη Ρωσία («Κριμαϊκός πόλεμος»). Ο Όθωνας θεώρησε ότι ήταν ευκαιρία για την πραγματοποίηση της Μεγάλης Ιδέας. Σώματα Ελλήνων εθελοντών πέρασαν τα ελληνοτουρκικά σύνορα για να ενισχύσουν επαναστατικά κινήματα σε Θεσσαλία, Ήπειρο και Μακεδονία. Όμως, σθεναρά στο πλευρό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, οι Αγγλογάλλοι προχώρησαν σε διαβήματα προς τον βασιλιά, να αποσύρει τα στρατιωτικά σώματα από τα τουρκοκρατούμενα εδάφη. Έχοντας στο πλάι του την βασίλισσα Αμαλία, που έβλεπε την όλη υπόθεση ως ενίσχυση της πεσμένης δημοτικότητάς τους και τον ενθάρρυνε, ο Όθωνας αρνιόταν έστω και να συζητήσει τις αγγλογαλλικές διακοινώσεις. Όμως, οι Αγγλογάλλοι είχαν εμπλακεί ενεργά στην διένεξη. Μάταια, εφιστούσαν την προσοχή του βασιλιά οι ελληνικές πρεσβείες στο Παρίσι και το Λονδίνο, όπου δρούσε και ο πολύς Πάλμερστον. Καθώς το πατριωτικό συναίσθημα διαπερνούσε τον ελληνικό λαό, ο βασιλιάς έκανε ακόμα πιο αισθητή την δική του εμπλοκή, προεδρεύοντας ο ίδιος στα υπουργικά συμβούλια (η κυβέρνηση Κριεζή αποκλήθηκε «αυλική»). Και ο υπασπιστής του, Τσάμης Καρατάσος, διέτρεχε τις τουρκοκρατούμενες περιοχές, προσπαθώντας να τονώσει τα επαναστατικά κινήματα αλλά και να παρασύρει τους Σέρβους σε αγώνα ενάντια στους Τούρκους. Ένα ελληνικό πλοίο που μετέφερε όπλα αγορασμένα από την Γαλλία, κατασχέθηκε στη Μάλτα από τους Άγγλους.

Τελικά, οι πρεσβευτές Αγγλίας και Γαλλίας στην Αθήνα, επέδωσαν στην ελληνική κυβέρνηση τελεσίγραφο καλώντας την να καταδικάσει κατηγορηματικά τα επαναστατικά κινήματα και να αποσύρει τους ένοπλους από Θεσσαλία, Ήπειρο και Μακεδονία, με χρονικό περιθώριο ως τις 12 Μάη (1854). Ο Όθωνας το αγνόησε.

Απομεσήμερο, 13 Μάη του 1854, δώδεκα αγγλικά και γαλλικά πολεμικά πλοία μπήκαν στο λιμάνι του Πειραιά με τυμπανοκρουσίες. Οι Γάλλοι αιχμαλώτισαν τα ελληνικά πολεμικά πλοία που ναυλοχούσαν εκεί, έδιωξαν τα πληρώματά τους, τα επάνδρωσαν με Αγγλογάλλους και αντικατέστησαν τις ελληνικές σημαίες με γαλλικές και αγγλικές. Ξημερώματα, 14 Μάη, 2.000 Γάλλοι και Άγγλοι στρατιώτες έκαναν απόβαση στον Πειραιά. Γρήγορα, το αποβατικό σώμα έφτασε τους 3.500 άνδρες.

Αναγκασμένος από τα πράγματα, ο βασιλιάς καταδίκασε τα εθελοντικά σώματα που δρούσαν έξω από τα ελληνικά σύνορα και προχώρησε στην αντικατάσταση της κυβέρνησης Κριεζή με άλλην, του αγγλόφιλου Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, που ανακλήθηκε από το Παρίσι, όπου υπηρετούσε ως πρεσβευτής. Και, με απαίτηση των Γάλλων, υπουργός Στρατιωτικών έγινε ο Δημήτριος Καλλέργης (ο επικεφαλής της επανάστασης για την παροχή συντάγματος στις 3 Σεπτέμβρη του 1843). Το νέο υπουργικό συμβούλιο αποκλήθηκε «κυβέρνηση κατοχής».

Ο επικεφαλής του στρατού κατοχής, Γάλλος αντιναύαρχος Μπαρμπιέ ντε Τινάν (Marie Charles Adelbert Le Barbier de Tinan, 1803 - 1876) εγκαταστάθηκε στο αρχοντικό του Ανδρέα Μιαούλη (είχε πεθάνει από το 1835), το οποίο μετέτρεψε και σε στρατηγείο του. Τον απασχολούσε, όμως, το τι θα έκαναν όλη μέρα οι νεαροί στρατιώτες του. Έστειλε έγγραφο στις εκεί ελληνικές αρχές, με το οποίο εξηγούσε «τις ορμές των ανδρών του» και ζητούσε να του υποδειχτούν οι οίκοι ανοχής του λιμανιού. Δεν υπήρχαν. Με άδεια της αστυνομίας, από το 1852, λειτουργούσε κάποιο σπίτι αλλά τελείως ανοργάνωτα. Στην πραγματικότητα, οι πελάτες των «κοινών γυναικών» καθορίζονταν από τους μαστροπούς τους.

Έχοντας συνεχείς καταγγελίες για ενοχλήσεις των κοριτσιών και των γυναικών τους από τους ναύτες, η χωροφυλακή συγκέντρωσε, όσες ιερόδουλες εντόπισε, και τις εγκατέστησε σε χώρο συγκεκριμένο. Ο οίκος ανοχής για του άνδρες των δυνάμεων κατοχής ήταν έτοιμος στα τέλη του 1854. Μέχρι τότε, ικανοποιούσαν τις ορμές τους, μέσω των μαστροπών που, βρίσκοντας ανέλπιστη πελατεία, τους πλησίαζαν.

Εκείνο, όμως, που ο Γάλλος αντιναύαρχος έκρυβε, ήταν ότι πολλοί από τους Γάλλους ναύτες του είχαν πληγεί από χολέρα. Στις 7 Ιουλίου του 1854, η εφημερίδα «Αιών» αποκάλυπτε:

«Κατά τας δοθείσας ήδη διαβεβαιώσεις, η χολέρα υπήρχε προ πολλών ημερών εν τω γαλλικώ στρατώ του Πειραιώς, διετηρείτο δε περί αυτής σιωπή άκρα, θαπτομένων των νεκρών εν νυκτί κατά σωρείας εντός λάκκων, και ριπτομένης επί των πτωμάτων ασβέστου».

Συνεχίζοντας τις αποκαλύψεις της, η εφημερίδα ανέφερε ότι τα ατμόπλοια, που μετέφεραν στρατιώτες από την Γαλλία, εξαπατούσαν τις υγειονομικές αρχές, παρουσιάζοντας ψεύτικα πιστοποιητικά υγείας, ενώ, πολλές φορές, έριχναν στην θάλασσα τους νεκρούς. Η χολέρα, όμως, χτύπησε και Πειραιώτες: Πρώτη, πέθανε μια 30χρονη εργάτρια και δεύτερο ένα αγόρι 16 χρόνων. Τρίτη, πέθανε στην Αθήνα μια Πειραιώτισσα που είχε ανέβει για δουλειές. Από τις 3 Ιουλίου, η χολέρα ξεκίνησε να θερίζει στον Πειραιά. Οι Άγγλοι δεν είχαν θύματα, καθώς, όπως έγραψε ο «Αιών», ζούσαν σε σπίτια κι όχι σε στρατόπεδο, τρέφονταν σωστά και δεν πολυέβγαιναν στην πόλη, εξαιτίας της αφόρητης γι' αυτούς καλοκαιρινής ζέστης.

Ο δήμαρχος Πειραιά, Πέτρος Ομηρίδης Σκυλίτσης, ολιγωρούσε και τον παραίτησαν. Ανέλαβε ο Λουκάς Ράλλης (13 Ιουλίου του 1854). Οι ελληνικές αρχές ζήτησαν από τον αντιναύαρχο Τινάν να οριστεί υγειονομική ζώνη (καραντίνα) ανάμεσα στην Αθήνα και τον Πειραιά, ώστε να αποτραπεί η μετάδοση της αρρώστιας κι απαγόρεψαν την μεταφορά ανθρώπων και τροφίμων από το λιμάνι στην πρωτεύουσα. Ο Τινάν αρνήθηκε. Και, για να απασχολήσει τους άνδρες του, τους έβαλε να κατασκευάσουν έναν κήπο απέναντι από την εκκλησία της Αγίας Τριάδας: Είναι ο «Τινάνειος κήπος». Ο κήπος, άλσος στην πραγματικότητα, περιφράχθηκε με ξύλινα κιγκλιδώματα. Στον χώρο του, η γαλλική στρατιωτική μπάντα έπαιζε μουσική.

Με τους νεκρούς από την χολέρα να φθάνουν (Νοέμβρη του 1854) τους 3.000 σε συνολικό πληθυσμό περίπου 30.000 κατοίκων στις δυο πόλεις. Οι Πειραιώτες έφευγαν στα γύρω νησιά και στον Πειραιά είχαν απομείνει εξήντα οικογένειες, αυτές οι οποίες δεν είχαν πού να πάνε.

Από τις 20 Αυγούστου (1854), τα κρούσματα εξαφανίστηκαν από τον Πειραιά. Η επιδημία, όμως, «έκανε βόλτες»: Αποβιβάστηκε στη Σύρο, εξαπλώθηκε στο Ναύπλιο και στη Μύκονο και, κάποια στιγμή, εμφανίστηκε στην Αθήνα. Κατά μια φήμη, μεταδόθηκε από τα ρούχα μιας γυναίκας που πέθανε στη Σύρο: Στάλθηκαν στους οικείους της στην Αθήνα κι αυτοί τα έδωσαν σε δυο πλύστρες, οι οποίες και προσβλήθηκαν. Από τον Οκτώβρη, οι θάνατοι στην Αθήνα αυξάνονταν με γοργούς ρυθμούς, σε τέτοιο σημείο ώστε υπουργοί και αξιωματούχοι έφτασαν να φεύγουν από την πόλη. Στις 13 Νοέμβρη (1854), ο δήμαρχος Αθηναίων, Ιωάννης Κονιάρης, παράτησε την δημαρχία και, τρομαγμένος, «πήρε τα βουνά». Τον αντικατέστησε αμέσως ο Κωνσταντίνος Γαλάτης (14 του μήνα).

Η επιδημία χολέρας που χτύπησε το λεκανοπέδιο, υποχώρησε από τον Δεκέμβρη του ίδιου χρόνου. Η αγγλογαλλική κατοχή συνεχιζόταν.

Η διάλυση των κομμάτων και οι «λήσταρχοι»

Τα εθελοντικά στρατιωτικά σώματα που είχαν περάσει στις τουρκοκρατούμενες περιοχές, το ένα μετά το άλλο, αποσύρθηκαν. Συνέβαλε και η καταδίκη των επαναστάσεων από βασιλιά και κυβέρνηση με αποτέλεσμα οι εξεγερμένοι να καταθέσουν τα όπλα. Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, που είχαν διακοπεί, αποκαταστάθηκαν σταδιακά (οριστικά στις 9 Ιουλίου του 1855).

Από τη μια η χολέρα, από την άλλη οι προκλητικές παρελάσεις μπροστά από τα ανάκτορα, οι ληστρικές ανασκαφές από τους Γάλλους στρατιώτες που αποζητούσαν να έχουν αρχαία ενθύμια, όταν γύριζαν στην πατρίδα τους, καθώς και οι επιθέσεις σε βάρος των Ελλήνων δημοσιογράφων που δεν τους ήταν αρεστοί (καταστροφή των γραφείων της εφημερίδας «Ο Αιών» και φυλάκιση του εκδότη της, Ιωάννη Φιλήμωνα, και σύλληψη και φυλάκιση του εκδότη της εφημερίδας «Ελπίς», Κωνσταντίνου Λεβίδη, κ.ά.) μεγάλωναν το μίσος των Αθηναίων ενάντια στους Αγγλογάλλους. Πολύ περισσότερο που ο Κριμαϊκός πόλεμος τέλειωσε με την υπογραφή της «ειρήνης των Παρισίων», στις 30 Μάρτη του 1856, ενώ η αγγλογαλλική κατοχή συνεχίστηκε ως τις 15 Φλεβάρη του 1857, όταν τα ξένα στρατεύματα αποχώρησαν από την Αττική.

Είχαν προηγηθεί μεγάλες προσπάθειες των Άγγλων να παρατείνουν την κατοχή με αιτιολογία την «κακή κατάσταση» της χώρας, η οποία είχε ανάγκη θεραπείας. Προσέκρουσαν στην αντίθεση των Ρώσων, Βαυαρών, Πρώσων και Αυστριακών.

Με όλα αυτά, όμως, και με την προκλητική συμπεριφορά του στρατού κατοχής, κατέρρευσε η δημοτικότητα των κομμάτων: Γαλλικό και αγγλικό εξαφανίστηκαν από το προσκήνιο της πολιτικής ζωής. Εξαφανίστηκε και το ρωσικό, καθώς η Ρωσία, θεωρώντας την Ελλάδα κατεχόμενη χώρα, διέκοψε τις διπλωματικές σχέσεις μαζί της. Άλλωστε, ο τσάρος Νικόλαος Α' είχε πεθάνει από το 1855 και ο γιος του, Αλέξανδρος Β', είχε άλλες προτεραιότητες από την υποστήριξη των ορθόδοξων λαών. Με τη λήξη της αγγλογαλλικής κατοχής, νέες πολιτικές δυνάμεις βγήκαν στο προσκήνιο.

Στα μάτια των Ελλήνων, πραγματική αντίσταση στην ξενοκρατία (των Βαυαρών αλλά και των Αγγλογάλλων) πρόβαλλαν οι «λήσταρχοι» και οι ληστές, μέλη των συμμοριών τους. Μια από τις ληστείες αυτές ωραιοποιήθηκε, επειδή συνέβη στην διάρκεια της κατοχής (τον Μάρτη του 1855) και θύμα της ήταν ο Άγγλος τσιφλικάς στην Βόρεια Εύβοια Έντουαρντ Νόελ. Έτσι κι αλλιώς, οι ληστές εκείνη της εποχής απολάμβαναν τον πολλές φορές και φανερό θαυμασμό των πολιτών. Πολλοί ήταν παλιοί αγωνιστές της επανάστασης που αντιδρούσαν στην βαυαροκρατία είτε επειδή είχαν παραμεριστεί είτε διότι δεν είχαν άλλον βιοποριστικό μέσον. Άλλοι αναγκάζονταν να βγουν στα βουνά, επειδή είχαν κάποιον σκοτώσει, όχι σπάνια αμυνόμενοι (όπως γίνονταν κλέφτες, στον καιρό της τουρκοκρατίας). Σε κάποιες περιπτώσεις, οι ληστές είχαν προκαλέσει ακόμα και τοπικές επαναστάσεις275. Αιχμαλώτιζαν πλούσιους κυρίως και, για να τους ελευθερώσουν, απαιτούσαν λύτρα: Σέβονταν εκείνους που τους μετέφεραν τα χρήματα, εκτός κι αν κουβαλούσαν μαζί τους την χωροφυλακή ή τον στρατό, οπότε τους σκότωναν. Και διατηρούσαν επαφές με πολιτικούς (συνήθως της εκάστοτε αντιπολίτευσης), δρώντας πολλές φορές σε συνεργασία μαζί τους. Με τις καταδιωκτικές δυνάμεις να κάνουν ό,τι μπορούν για να μη συλλάβουν τους ληστές.

Στα 1855, ο (μέλος, τότε, του Δ.Σ. της Εθνικής Τράπεζας) Παύλος Καλλιγάς δημοσίευσε το μυθιστόρημά του, «Θάνος Βλέκας»276. Λογοτεχνικά ήταν πρωτόλειο αλλά περιέγραψε πολύ παραστατικά την δράση των ληστών. Για τον τρόπο αντιμετώπισή τους, σημείωσε:

«...τα μέσα της καταδιώξεως υπήρξαν ατελή. Η ένοπλος δύναμις συνέκειτο εξ ατάκτου στρατού εθελοντών εγχωρίων. Τοιούτοι στρατιώται έχοντες σχέσεις μετά λῃστών, ή και αυτοί ενίοτε μετερχόμενοι τον ληστρικόν βίον, όταν εκ πειθαρχικής αιτίας επροτίμουν να λιποτακτήσουν παρά να υποστήσουν ποινήν, δεν κατεδίωκον σπουδαίως τους σχετικούς και ομοίους των. Ως επί το πλείστον λοιπόν ἡ ένοπλος δύναμις έφθανεν εκεί, όπου ήσαν οι λῃσταί, μετά την αναχώρησίν των!».

Κατακρίθηκε, επειδή θεωρήθηκε ότι αποτέλεσε το έναυσμα για την από τον (και φιλέλληνα) Εντμόντ Αμπού (Edmond About, 1828–1885) δημοσίευση του μυθιστορήματός του «Ο βασιλιάς των ορέων», δυο χρόνια αργότερα (1857, με την ελληνική μετάφραση να κυκλοφορεί το 1858). Όμως, ο Αμπού μάλλον είχε εμπνευστεί το μυθιστόρημά του από την δράση του «λήσταρχου Νταβέλη», ο οποίος, στα μάτια των Αθηναίων, εμφανιζόταν ως εθνικός ήρωας.

Ο «λήσταρχος Νταβέλης»

Γεννήθηκε από οικογένεια βοσκών γύρω στα 1832 στο Στείρι277 της Βοιωτίας ή στα Στύρα της Εύβοιας ή στην Αράχοβα. Το πραγματικό του όνομα ήταν Χρήστος Νάτσιος. Περίπου είκοσι χρόνων, βρισκόταν στην Αττική κι εργαζόταν βοσκός στα κοπάδια της μονής Νταού Πεντέλης ή της μονής Πετράκη (στην οδό Γενναδίου, στο Κολωνάκι, τότε έξω από την πόλη). Τον είχε προσλάβει ο θείος του, ηγούμενος Συμεών. Κι εκτός από βοσκός, εργαζόταν κι ως γαλατάς, μοιράζοντας γάλα μέσα στην Αθήνα. Ο ηγούμενος είχε ερωτικό δεσμό με μια καλόγρια, την Νέζω, που ζούσε στην πόλη. Ζήτησε από τον γαλατά του, μαζί με το γάλα, να παραδώσει στην καλόγρια μια επιστολή, ερωτικό ραβασάκι στην πραγματικότητα. Γεμάτος περιέργεια, ο νεαρός βοσκός ζήτησε από κάποιον «γραμματιζούμενο» να του διαβάσει το γράμμα. Μαθαίνοντας το περιεχόμενο, θέλησε να γνωρίσει από κοντά την καλόγρια. Ήταν πολύ όμορφη. Κι ο περίπου 20χρονος Χρήστος ήταν όμορφος νέος. Η Νέζω παράτησε τον Συμεών κι απέκτησε σχέση με τον γαλατά. Για να τον εκδικηθεί, ο ηγούμενος τον κατάγγειλε ως κλέφτη. Οι χωροφύλακες του έκαναν φάλαγγα (ραβδισμούς στις φτέρνες) αλλά κατόρθωσε να αποδράσει. Βρέθηκε στα Στύρα. Ερωτεύτηκε κι απέκτησε δεσμό με την κόρη ενός παπά (ή την παντρεύτηκε), που, όμως, την είχε τάξει σε πλούσιο κτηνοτρόφο. Ο αντίζηλος έψαχνε για εκδίκηση.

Κάποτε, ένα απόσπασμα χωροφυλακής έφτασε στα Στύρα, αναζητώντας κάποιον Νάστο, λιποτάκτη. Ο κτηνοτρόφος υπέδειξε τον Χρήστο: Νάτσιος το επώνυμό του, Νάστος ο λιποτάκτης, δεν ήθελαν και πολλά οι χωροφύλακες για να πεισθούν ότι βρήκαν αυτόν που έψαχναν. Παρά τις διαμαρτυρίες του, προσπάθησαν να τον συλλάβουν. Ακολούθησε συμπλοκή. Στην διάρκειά της, ένας χωροφύλακας σκοτώθηκε. Ο νεαρός Χρήστος κατάφερε να διαφύγει αλλά, πια, ήταν παράνομος.

Στα βουνά, δρούσε η συμμορία του θείου του, ξαδέλφου της μητέρας του, διαβόητου ληστή Κακαράπη (Λουκά Μπελλούλια από το Κυριάκι278 της Βοιωτίας): Νεαρός, ήταν ξανθός αλλά οι κακουχίες στα βουνά τον είχαν κάνει μελαμψό, οπότε του κόλλησαν το όνομα «καρά αράπης» - Κακαράπης. Έγινε ληστής, επειδή σκότωσε έναν παπά, που είχε βιάσει την γυναίκα του.

Ο Χρήστος Νάτσιος κατέφυγε σ' αυτόν. Σύντομα, έγινε γνωστός ως «λήσταρχος Νταβέλης». Είχε δική του συμμορία και δρούσε στην Αττική, την Βοιωτία και την Εύβοια. Με τον Γιάννη Μέγα, κατά τον θρύλο, παλιό αδελφικό του φίλο και πρωτοπαλίκαρό του.

Μια Ιταλίδα αριστοκράτισσα, η κόμισσα Μπακόλι, θέλησε να επισκεφτεί τους Δελφούς με ασφάλεια. Ζήτησε την προστασία της συμμορίας του Νταβέλη. Την ερωτεύτηκε ο Γιάννης Μέγας, ο υπαρχηγός του Νταβέλη. Εκείνη, όμως, ερωτεύτηκε τον όμορφο αρχηγό. Ο οποίος αγαπούσε κάποιαν άλλη. Ο Μέγας μίσησε τον αρχηγό του και τον παράτησε. Κατατάχτηκε στην χωροφυλακή κι έφτασε να γίνει αξιωματικός.

Ο Νταβέλης εισέβαλε και μέσα στην Αθήνα και λήστεψε το αρχοντικό κάποιου Ευλάμπιου, προκαλώντας κατάπληξη στους Αθηναίους για την θρασύτητά του. Η παράτολμη δράση του τον έκανε διάσημο. Η απαγωγή του Γάλλου λοχαγού Μπερτώ τον μετέτρεψε σε εθνικό ήρωα:

Διοικούσε γαλλικό απόσπασμα κατοχής και (στα 1855) ο Νταβέλης με την συμμορία του τον αιχμαλώτισε έξω από το Δαφνί (ή, κατ' άλλη εκδοχή, στην οδό Πειραιώς). Για να τον ελευθερώσει, ζήτησε λύτρα 30.000 φράγκα σε χρυσό, ποσό τεράστιο για την εποχή. Η κυβέρνηση έσπευσε να δεχτεί τους όρους του, πριν οι κατοχικές δυνάμεις επέμβουν στα εσωτερικά της χώρας και για να μην αποκαλυφθούν οι σχέσεις πολιτικών με τους ληστές. Οργανώθηκε η παράδοση των χρημάτων στην παραλία του Κορινθιακού κόλπου, χωρίς οι αρχές να μπορέσουν να τον εντοπίσουν. Αν και αποτρόπαιος φονιάς και ληστοσυμμορίτης, ο Νταβέλης έγινε θρύλος ως ο μόνος που αντιστεκόταν στην αγγλογαλλική κατοχή.

Οκτώβρη του 1855, έκανε επιδρομή στα Στύρα και αποκεφάλισε τον κτηνοτρόφο εκείνον που είχε γίνει αιτία να «βγει στο κλαρί». Νοέμβρη του ίδιου χρόνου (1855), οι συμμορίες των Νταβέλη (ως αρχηγού), Κακαράπη και Καλαμπαλίκη, με εβδομήντα άνδρες, εισέβαλαν στην Χαλκίδα και λήστεψαν το αρχοντικό του βουλευτή Ευβοίας και δήμαρχου της πόλης, Νικόλαου Βουδούρη. Αιχμαλώτισαν και την αρραβωνιασμένη κόρη του βουλευτή, που, όμως, όταν απελευθερώθηκε, δήλωσε ότι οι ληστές της φέρθηκαν με ιδιαίτερο σεβασμό. Ως τα τέλη του χρόνου και τις αρχές του 1856, ο Νταβέλης δρούσε, ληστεύοντας και σκοτώνοντας, στην Βορειοανατολική Αττική, με ορμητήριο την Πεντέλη. Κυκλοφόρησε τότε ο θρύλος για την περιβόητη «Σπηλιά του Νταβέλη».

Οι σφαγές αποσκοπούσαν στην απόδοση αμνηστίας αλλά, όπως ήταν φυσικό, έφερναν το αντίθετο αποτέλεσμα. Ο από τον Σεπτέμβρη του 1855 υπουργός Στρατιωτικών, Λεωνίδας Σμόλεντς (Σμολένσκης) έστελνε το ένα μετά το άλλο τα στρατιωτικά αποσπάσματα για να τον βγάλουν από την μέση. Μάταια. Μάη του 1856, ο Νταβέλης και οι άνδρες του αιφνιδίασαν τους χωροφύλακες στο Μενίδι και τους πήραν όλα τα όπλα. Η ταπείνωση της χωροφυλακής έκανε τον Νταβέλη πιο τολμηρό: Αποφάσισε να αιχμαλωτίσει τον Σμόλεντς, οπότε θα έστελνε τελεσίγραφο στην κυβέρνηση ή αμνηστία ή αποκεφαλισμός του υπουργού!

Πληροφορήθηκε ότι, συγκεκριμένη ημέρα, ο υπουργός θα πήγαινε στον Πειραιά. Νύχτα, αυτός και οι άνδρες του, μπήκαν απαρατήρητοι στην Αθήνα κι εγκαταστάθηκαν σε έναν αχυρώνα, στην γωνία των οδών Ερμού και Πειραιώς. Το πρωί, ακροβολίστηκαν. Όταν εμφανίστηκαν δέκα άμαξες από την πλευρά της σημερινής πλατείας Ομονοίας, ο Νταβέλης και οι άνδρες του τις κύκλωσαν. Οι άμαξες διέθεταν οπλισμένους φρουρούς που όμως φοβήθηκαν να προβάλουν αντίσταση. Τους κατέβασαν στον δρόμο. Ο Σμόλεντς δεν βρισκόταν ανάμεσά τους. Υπήρχαν, όμως, εκεί, 27 πλούσιοι κάτοικοι της Αθήνας. Τους φόρτωσαν σε μια από τις άμαξες, μπήκαν οι ληστές στις υπόλοιπες και κίνησαν για το Δαφνί.

Στην διαδρομή, διασταυρώθηκαν με μια γαλλική περίπολο. Ακολούθησε τρομερή μάχη με τους Γάλλους να σφάζονται άγρια. Στη συνέχεια, ο Νταβέλης με τους άνδρες του και τους 27 αιχμαλώτους, έφυγαν προς τα Σεπόλια και από κει στο Πικέρμι. Έστειλε μήνυμα να του δοθούν 5.000 τάλιρα για να απελευθερώσει τους ομήρους.

Το τέλος και ο θρύλος

Στην Ιταλία, η κόμισσα Μπακόλι έμεινε χήρα. Κι εξακολουθούσε να είναι ερωτευμένη με τον Νταβέλη. Έστειλε κάποιον δικόν της στην Αθήνα, να βρει τον λήσταρχο και να τον πείσει να πάει στην Ιταλία. Ο απεσταλμένος δικτυώθηκε και ήρθε σε επαφή με τη συμμορία. Όμως, η αλληλογραφία της κόμισσας έπεσε στα χέρια των αρχών. Με γνωστές τις επόμενες κινήσεις του Νταβέλη, ο Γιάννης Μέγας κλήθηκε στα ανάκτορα από την καλά ενημερωμένη βασίλισσα Αμαλία που του ανέθεσε να τον συλλάβει. Κατά μια φήμη, του είπε: «Ή το κεφάλι του Νταβέλη ή το δικό σου».

Ήταν 12 Ιουλίου του 1856, όταν μεγάλη δύναμη χωροφυλακής, με επικεφαλής τον Μέγα, περικύκλωσε την συμμορία του Νταβέλη στο Ζεμενό279 της Βοιωτίας. Ακολούθησε φοβερή μάχη με τους ληστές να σκοτώνονται ο ένας μετά τον άλλο. Όταν ο Νταβέλης ένιωσε ότι του ήταν αδύνατο να γλιτώσει, προκάλεσε τον Μέγα σε μονομαχία. Μανιασμένος εκείνος, όρμησε να του πάρει το κεφάλι. Ο Νταβέλης πρόλαβε να τον σκοτώσει, πριν να δεχτεί σφαίρα από κάποιον χωροφύλακα. Πριν να πεθάνει, ακούστηκε να φωνάζει:

«Ούτε ο Νταβέλης στα βουνά, ούτε ο Μέγας στα παλάτια».

Οι χωροφύλακες κάρφωσαν το κεφάλι του σε ένα κοντάρι, το οποίο στήθηκε για μέρες στην πλατεία Συντάγματος. Για τον πολύ λαό, όμως, δεν είχε σκοτωθεί κάποιος αιμοβόρος ληστής αλλά ένας εθνικός ήρωας! Σχεδόν αμέσως, ο θάνατός του τραγουδήθηκε, σαν να επρόκειτο για κλέφτη της τουρκοκρατίας:

«Κατακαημένη Αράχοβα, Νταβέλη, Νταβέλη

Και Δίστομο και Δαύλεια, αχ μωρέ Χρήστο Νταβέλη

Τους κλέφτες τι τους κάματε και τους Καραραπαίους

Αχ στο Ζεμενό τους έχουμε, τους πολεμάει ο Μέγας

Ο Μέγας απ' τη Ράχοβα και ο Δούκας απ' τη Δαύλεια

Εις τα ταμπούρια πήδηξε με το σπαθί στο χέρι

Και τον Φουντούκην έκοψε και τον Χρήστο Νταβέλη».

Κι ακόμα:

«Μας πήρε η μέρα και η αυγή

και πιο κάτω μεσημέρι,

Κακαράπη και Νταβέλη,

και πού θα λημεριάσουμε

πού θα κάνουμε λημέρι

Κακαράπη και Νταβέλη

σ' αυτή τη ράχη την ψηλή

εκεί θα στήσουμε λημέρι,

Κακαράπη και Νταβέλη».

Δεκαετίες αργότερα, ο λαϊκός ζωγράφος Θεόφιλος (1870 - 1934), αφιέρωσε στον Νταβέλη έναν πίνακά του με τίτλο «Ο Λήσταρχος Χρήστος Νάτσιος Νταβέλης το 1855». Φιλοξενείται στην Δημοτική Πινακοθήκη της Ρόδου.

Στον καιρό του, κυκλοφορούσαν ιστορίες για απίστευτα κατορθώματα και για τη μεγάλη τόλμη του. Ανάμεσα σ' αυτές και το ότι συχνά κατέβαινε, μεταμφιεσμένος, στην Αθήνα κι έπινε τον καφέ του σε κεντρικά καφενεία. Κι ακόμη, πως από το λημέρι του στην Πεντέλη (τη «Σπηλιά του Νταβέλη»), ξεκινούσε υπόγεια σήραγγα, η οποία κατέληγε στο αρχοντικό της δούκισσας της Πλακεντίας, όπου ο Νταβέλης περνούσε μαζί της ερωτικές βραδιές. Όμως, η δούκισσα πέθανε Μάη του 1854, στα 69 της χρόνια, ενώ ο Νταβέλης ξεκίνησε να λημεριάζει στην Πεντέλη λίγο πριν από τα τέλη του 1855.

Η δούκισσα της Πλακεντίας

Ήταν 44 χρόνων, όταν, Δεκέμβρη του 1829, εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο. Ο Ι. Καποδίστριας είχε στείλει τον Ιωάννη Μιαούλη (γιο του ναύαρχου της επανάστασης, Ανδρέα, και κυβερνήτη του πολεμικού πλοίου «Άρης») να την παραλάβει από την Κέρκυρα. Η Σοφί ντε Μαρμπουά Λεμπρέν (Sophie de Marbois - Lebrun), δούκισσα της Πλακεντίας (Πιατσέντσα280, ιταλικά Piacenza, λατινικά Placentia) εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο μαζί με την κόρη της, Ελίζα. Είχε γεννηθεί στην Αμερική, κόρη του εκεί πρεσβευτή της Γαλλίας, ντε Μπαρμπουά, και, το 1804 (στα 19 της χρόνια), είχε παντρευτεί τον Κάρολο Λεμπρέν, υπασπιστή του Ναπολέοντα κι από αυτόν διορισμένο δούκα της Πιασέντσα. Την ίδια χρονιά, απέκτησαν την Ελίζα.

Ο γάμος της Σοφί με τον Κάρολο άντεξε δέκα χρόνια. Στα 1814, οι δρόμοι τους χώρισαν, χωρίς ποτέ οι δυο τους να πάρουν διαζύγιο. Η Σοφί αφιερώθηκε στην Ελίζα, που αγαπούσε σχεδόν παθολογικά, και περνούσε τον χρόνο της έχοντας ανοίξει φιλολογικό σαλόνι. Σ' αυτό, ανάμεσα σ' άλλους, σύχναζαν οι φιλέλληνες συγγραφέας Βικτόρ Ουγκώ και ποιητής Καζιμίρ Ντελαβίν, καθώς κι ο λογοτέχνης Λαμαρτίνος, εκπρόσωποι και οι τρεις του ρομαντισμού. Η συναναστροφή μαζί τους την έκανε φιλελεύθερη, οπαδό του ρομαντισμού και φιλελληνίδα με μεγάλη δράση στα πλαίσια του Φιλελληνικού Κομιτάτου (διέθεσε 23.000 φράγκα για την ενίσχυση της ελληνικής επανάστασης). Όταν ο Ιωάννης Καποδίστριας, στα 1826, επισκέφτηκε το Παρίσι281 προσπαθώντας να εξασφαλίσει χρήματα για την ελληνική υπόθεση, γνωρίστηκε μαζί του κι εντυπωσιάστηκε από τη μόρφωσή του. Τέλη του 1829, η Σοφί με την Ελίζα έφτασαν στο Ναύπλιο. Η ομορφιά της, η αρχοντιά της, η εκκεντρικότητά της αλλά και η μαχητικότητά της εντυπωσίασαν τους Έλληνες. Έμεινε γνωστή ως Δούκισσα της Πλακεντίας.

Φιλελεύθερη καθώς ήταν, δεν άργησε να συγκρουστεί με τον Καποδίστρια, που, μαθημένος στην τσαρική Ρωσία, δεν είχε καλές σχέσεις με τις δημοκρατικές διαδικασίες. Βρισκόταν στην Ιταλία, όταν ο κυβερνήτης δολοφονήθηκε (1831). Αποκάλεσε τους Μαυρομιχάληδες φονιάδες του, «νέους τυραννοκτόνους».

Μάνα και κόρη εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα (1834). Η Ελίζα ερωτεύτηκε τον Ηλία Κατσάκο Μαυρομιχάλη που ο Καποδίστριας είχε φυλακίσει στα 1830. Στα 1836, ο Κατσάκος ήταν υπασπιστής του Όθωνα. Απρίλη αυτού του χρόνου, συνόδευσε τον βασιλιά στο Μόναχο, που εκείνη την εποχή μαστιζόταν από την χολέρα. Προσβλήθηκε απ' αυτήν και πέθανε εκεί. Τον έθαψαν στο νεκροταφείο της πόλης, σε εντυπωσιακό τάφο, που κτίστηκε με εντολή του βασιλιά Λουδοβίκου Α'.

Τον ίδιο καιρό, δούκισσα και Ελίζα ταξίδευαν στην τουρκοκρατούμενη Ασία. Η είδηση για τον θάνατο του Κατσάκου χτύπησε μάνα και κόρη σαν κεραυνός. Η Ελίζα έπεσε σε μελαγχολία, την πρόσβαλε και η πανούκλα, πέθανε στην Βηρυτό (1837). Η Σοφί ταρίχευσε την σορό της Ελίζας και γύρισε στην Αθήνα.

Τρόμαξαν να την αναγνωρίσουν. Πρόωρα γερασμένη κι απόκοσμη, τρομερά αδυνατισμένη, με ρυτίδες κι άσπρα μαλλιά, εγκατέλειψε την κοσμική ζωή και κλείστηκε στο σπίτι της, στο υπόγειο του οποίου τοποθέτησε το ταριχευμένο πτώμα της Ελίζας. Την επισκεπτόταν κάθε μέρα κι έμενε πλάι της για ώρες, καλώντας την σπαρακτικά να σηκωθεί και να της μιλήσει. Και είχε βάλει φύλακά της ένα άγριο θηλυκό σκυλί, τη Λεύκα, που απέτρεπε οποιονδήποτε άλλον να πλησιάσει.

Μοναδικές που μπορούσαν να μπαινοβγαίνουν στο σπίτι της, στην οδό Μυλλέρου282, ήταν η (γεννημένη στα 1826) μικρή εγγονή του Πετρόμπεη, Φωτεινή Μαυρομιχάλη, την οποία η Σοφί μεγάλωνε, και η γραμματέας της, Ελένη Καψάλη, κόρη του Μεσολογγίτη ήρωα, Χρήστου Καψάλη283, και γυναίκα του διαχειριστή της περιουσίας της, Γεωργίου Σκουζέ. Κι ένας από τους ελάχιστους φίλους που της απέμειναν ήταν ο αρχιτέκτονας Σταμάτης Κλεάνθης. Σε δικά του σχέδια, στα 1840, είχαν ξεκινήσει να κτίζονται πέντε κτίρια: Το χειμωνιάτικο σπίτι της στις όχθες του Ιλισού, η «Βίλα Ιλίσια» (σήμερα, «Βυζαντινό και Χριστιανικό μουσείο», στην οδό Βασιλίσσης Σοφίας 22), το καλοκαιρινό «Καστέλο της Ροδοδάφνης» στην Πεντέλη, γνωστό ως «Πύργος της Πλακεντίας» και τρία μικρότερα. Και τα τρία βρίσκονται στην Πεντέλη: Το «Σπιτάκι» («Maisonnette), η «Τέρψη» («Plaisance») και ο «Πυργίσκος» («Tourelle»). Για τις ανάγκες των οικοδομών της στην Πεντέλη, η δούκισσα χρηματοδότησε την δημιουργία δυο λατομείων μαρμάρου κι ενός κοιτώνα για τους εργάτες τους καθώς και το κτίσιμο μαρμάρινης γέφυρας με πέντε τόξα. Κτίστηκαν με δαπάνες της και κρήνες κι άνοιξαν δρόμοι. Ήταν τα αντισταθμιστικά οφέλη, προκειμένου να πειστεί η Μονή Πεντέλης να της παραχωρήσει 1.738 στρέμματα γης, για τα οποία της πλήρωσε 7.512 δραχμές.

Η «Τέρψη» ολοκληρώθηκε το 1846. Τον Ιούνιο της χρονιάς αυτής (1846), ο λήσταρχος Σπύρος Μπίμπισης και η συμμορία του αιχμαλώτισαν την Σοφί, στην Πεντέλη, κι απαίτησαν λύτρα 5.000 χρυσά τάλιρα. Η δούκισσα έστειλε έναν από τους συνοδούς της να σηκώσει το ποσόν αυτό και να το φέρει. Έμαθαν, όμως, οι Χαλανδριώτες, τι συνέβαινε, κι έσπευσαν στο σημείο που οι ληστές περίμεναν για τα λύτρα. Έβαλαν τις φωνές στον λήσταρχο, ο οποίος αναγκάστηκε να ελευθερώσει το θύμα του και να αποχωρήσει χωρίς να εισπράξει κάποιο ποσό.

Ήταν 19 Δεκέμβρη του 1847, όταν έπιασε φωτιά το σπίτι της. Η Σοφί έλειπε αλλά η σορός της Ελίζας κάηκε. Το χτύπημα ήταν πολύ μεγάλο για την δούκισσα. Την φιλοξένησε για λίγο καιρό ο ακόλουθος της γαλλικής πρεσβείας, ώσπου τέλειωσε το κτίσιμο της βίλας στα Ιλίσια (1848), όπου και εγκαταστάθηκε. Είχε γίνει, όμως, πολύ δύστροπη. Τσακώθηκε ακόμα και με τον Σταμάτη Κλεάνθη και τους αρχιτέκτονα Χάνς Κρίστιαν Χάνσεν και μηχανικό Αλέξανδρο Γεωργαντά που είχαν αναλάβει τις οικοδομές της. Τα κτισίματα παραμελήθηκαν. Το καστέλο εγκαταλείφθηκε. Μετά τον θάνατό της, το πήρε το δημόσιο. Στα 1959, αποφασίστηκε να δοθεί ως κατοικία στον διάδοχο και μετέπειτα βασιλιά Κωνσταντίνο. Ολοκληρώθηκε (1960 - 61) κι εκσυγχρονίστηκε από τον αρχιτέκτονα των ανακτόρων, Αλέξανδρο Μπαλτατζή. Ο Κωνσταντίνος έμεινε σ' αυτό από το 1961 ως το 1964. Σήμερα, ανήκει στον δήμο Πεντέλης. Η «Τέρψη» προοριζόταν για ξενώνας. Έγινε ξενοδοχείο. Ο «Πυργίσκος» δεν ολοκληρώθηκε ποτέ: Τα ερείπιά του βρίσκονται δεξιά στον δρόμο που, από το Χαλάνδρι, οδηγεί στην Πεντέλη.

Η δούκισσα επέζησε ως τις 2 Μάη του 1854. Την έθαψαν στην Πεντέλη, σε τάφο σε σχήμα αρχαίου ναού που σχεδίασε ο Σταμάτης Κλεάνθης. Μαζί της θάφτηκε και η τέφρα της Ελίζας. Ένας ανιψιός, κληρονόμος της, πούλησε την τεράστια περιουσία της στο ελληνικό δημόσιο.

«Σκιαδικά»: Η εξέγερση της νεολαίας

Όπως και εκείνες του 1850 και του 1853 (που κέρδισε ο φιλοβασιλικός Αντώνιος Κριεζής), οι εκλογές του 1856 έγιναν μέσα σε κλίμα νοθείας. Τα διατάγματα (όπως και εκείνα του 1850) υπέγραφε η Αμαλία, ως αντιβασίλισσα, καθώς ο βασιλιάς Όθωνας, και τις δυο φορές, έλειπε στο εξωτερικό. Διενεργήθηκαν από την κυβέρνηση του Δημητρίου Βούλγαρη που, από το 1855, είχε αντικαταστήσει την «κατοχική» Κριεζή. Ο, όπως τον αποκαλούσαν, «Τζουμπές»284, τις κέρδισε αλλά δεν ανεχόταν τις συνεχείς παρεμβάσεις του Όθωνα και της Αμαλίας, τσακώθηκε μαζί τους και, τον επόμενο χρόνο, παραιτήθηκε. Ο βασιλιάς διόρισε στη θέση του (13 Νοέμβρη του 1857), τον υπασπιστή του, Αθανάσιο Μιαούλη, αυλόδουλο γιο του ναύαρχου του 1821, Ανδρέα Μιαούλη.

Στην πραγματικότητα, κυβερνούσε η Αμαλία. Η βασιλική αυταρχικότητα συμπληρωνόταν από την βαθιά οικονομική κρίση, ο πολύς λαός πεινούσε κι ένα σύνθημα άρχισε να ακούγεται, δειλά στην αρχή, τολμηρά στη συνέχεια:

«Αν γίνουν εις τον τόπον ελεύθερ’ εκλογαί,

θα λείψουν και αι δέκα του Φαραώ πληγαί».

Αρχές του 1859, ιδρύθηκε στην Αθήνα μια αντιμοναρχική οργάνωση. Μέσα στο πρώτο δίμηνο της ύπαρξής της, σύμφωνα με μια μαρτυρία285, μέλη της έγιναν 17 βουλευτές, 150 φοιτητές και μαθητές, οχτώ αξιωματικοί, ο επίσκοπος Μαντινείας, Θεοφάνης, και τρείς δημοσιογράφοι, ανάμεσα στους οποίους ο διευθυντής της εφημερίδας «Αιών», Ιωάννης Φιλήμων, και ο διευθυντής της εφημερίδας «Αθηνά», Εμμανουήλ Αντωνιάδης. Προκηρύξεις της με αντιμοναρχικό περιεχόμενο έπεσαν στην Αθήνα, στην επέτειο της 25 Μάρτη, ενώ, με το ταχυδρομείο, στάλθηκαν άλλες σε έγκριτους Αθηναίους. Το κείμενο υπέγραφε «Η άγνωστος αλλά πανίσχυρος λαϊκή θέλησις».

Υπουργός Εξωτερικών, από την κυβέρνηση Βούλγαρη ακόμα (του 1856), ήταν ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής. Εργαζόταν με σθένος για να αποκτήσει η χώρα αυτονομία και πολιτική ανεξαρτησία και πίστευε ότι ήταν απόλυτα αναγκαία η ενίσχυση της ελληνικής παραγωγής. Για τον σκοπό αυτόν, σε κάθε ευκαιρία, καλούσε τους έχοντες να προτιμούν ελληνικά προϊόντα αντί για τα εισαγόμενα. Για παράδειγμα, συνιστούσε να αγοράζουν και να φορούν τα ψάθινα καπέλα («σκιάδια» τα αποκαλούσαν) που κατασκευάζονταν στη Σίφνο, αντί για τα εισαγόμενα ψηλά.

Την άποψη αυτή την έκανε μόδα ο γιος του, Κλέων. Σύντομα, τα ψάθινα σιφνέικα καπέλα έγιναν σημάδι αναγνώρισης της προοδευτικής νεολαίας. Τα φορούσαν κυρίως τις Κυριακές στους περιπάτους τους. Η χωροφυλακή έφτασε να ξεχωρίζει τους αντιμοναρχικούς από τους οπαδούς του Όθωνα, χάρη στα καπέλα τους: Σκιάδια Σίφνου, στολισμένα με γαλάζιες κορδέλες οι ενάντιοι, άσπρα ψηλά καπέλα εισαγωγής οι οπαδοί.

Κυριακή, 10 Μάη του 1859, στον χώρο όπου δεκαετίες αργότερα σχεδιάστηκε το πεδίο του Άρεως (που, όμως, και στα χρόνια του Όθωνα αποτελούσε χώρο ψυχαγωγίας των Αθηναίων) εμφανίστηκε μια μεγάλη ομάδα μαθητών με σκιάδια από τη Σίφνο. Κάποιοι εισαγωγείς καπέλων, σε αντίπραξη, έστειλαν υπαλλήλους τους, που φορούσαν κουρελιασμένα σκιάδια με σκοπό να γελοιοποιήσουν τους νεαρούς. Όταν οι δυο ομάδες συναντήθηκαν, οι υπάλληλοι των εισαγωγέων άρχισαν να κοροϊδεύουν τους μαθητές. Η πρόκληση δεν έμεινε αναπάντητη, με τα πράγματα να οδηγούνται σε σύγκρουση. Η επέμβαση της χωροφυλακής ήταν άμεση: Οι χωροφύλακες επιτέθηκαν σ' εκείνους που φορούσαν σκιάδια, καθώς τους θεώρησαν (και ήταν) αντικαθεστωτικούς. Συνέλαβαν και τρεις μαθητές ως «πρωταίτιους». Τους φυλάκισαν στο τμήμα χωροφυλακής της Νεάπολης (συνοικία ανατολικά στα Εξάρχεια). Μαζεύτηκαν εκεί πολλοί μαθητές που ζητούσαν την αποφυλάκιση των συλληφθέντων. Οι χωροφύλακες τους επιτέθηκαν και τους απώθησαν. Οι, πια, διαδηλωτές διαλύθηκαν, έχοντας, όμως, ορίσει τόπο συνάντησης το καφενείο «Η Ωραία Ελλάς286», στην οδό Ερμού. Από εκεί, ξεκίνησε νέα μαχητική διαδήλωση, στην οποία συμμετείχε και πλήθος λαού. Ανέβηκαν την οδό Ερμού κι έφτασαν ως την πλατεία Συντάγματος, όπου πολιόρκησαν τα ανάκτορα με αίτημα να ελευθερωθούν οι τρεις φυλακισμένοι και να απολυθεί ο διευθυντής της χωροφυλακής. Η κυβέρνηση έστειλε λόχους πεζικού να συνδράμουν τους χωροφύλακες. Οι συγκρούσεις κράτησαν ως αργά τη νύχτα, οπότε και διαλύθηκαν οι διαδηλωτές.

Την επομένη, Δευτέρα, 11 Μάη του 1859, πραγματοποιήθηκε συγκέντρωση, τεράστια για την εποχή, στα Προπύλαια του πανεπιστημίου: Συμμετείχαν μαθητές, φοιτητές αλλά και πολύς κόσμος από όλες τις τάξεις. Τους υπολόγιζαν σε 4.000 (η εφημερίδα «Ήλιος») ως και 10.000, αν και ο φιλομοναρχικός Τύπος μιλούσε για «μερικές εκατοντάδες». Οι συγκεντρωμένοι έκαναν πορεία ως το υπουργείο Εσωτερικών, όπου απαίτησαν από τον υπουργό (Κωνσταντίνο Προβελέγγιο) να απολύσει τον διευθυντή της χωροφυλακής, Δημητριάδη, και να ελευθερώσει τους τρεις μαθητές. Η απάντηση που πήραν δεν τους ικανοποίησε, οπότε συνέχισαν την πορεία τους ως τα ανάκτορα, όπου ζήτησαν να τους δεχτεί ο βασιλιάς. Ο Όθωνας αρνήθηκε να δεχτεί μια αντιπροσωπεία τους, με επακόλουθο τη σύγκρουση των διαδηλωτών με τους χωροφύλακες. Με επέμβαση του γνωστού για τις αντιμοναρχικές του απόψεις (μπουρλοτιέρη) Κωνσταντίνου Κανάρη, οι διαδηλωτές γύρισαν στα Προπύλαια. Η συγκέντρωση γινόταν όλο και πιο μαχητική, με αποτέλεσμα ο στρατός να επιτεθεί ενάντια στους διαδηλωτές και να τους διαλύσει. Στις συγκρούσεις, υπήρξαν πολλοί τραυματισμοί κι έγιναν 38 συλλήψεις.

Για να μη συνεχιστούν οι διαδηλώσεις, ο υπουργός Παιδείας (Χαράλαμπος Χριστόπουλος) έκλεισε το πανεπιστήμιο και ζήτησε να εγκατασταθεί σ' αυτό στρατιωτική φρουρά. Η σύγκλητος αναγκάστηκε να παρέχει κατάλυμα και τροφή σε 30 φρουρούς ως τις 16 του μήνα. Οι εξελίξεις καταγγέλθηκαν από την αντιπολίτευση αλλά και προκάλεσαν την αντίδραση της πανεπιστημιακής κοινότητας. Για να εκτονωθεί η κατάσταση, ο διορισμένος πρωθυπουργός, Αθανάσιος Μιαούλης, κατάργησε τον διευθυντή της χωροφυλακής. Ο σάλος, όμως, συνεχιζόταν. Ο Μιαούλης παραιτήθηκε. Κλήθηκαν ο Κωνσταντίνος Κανάρης και ο Ανδρέας Μεταξάς να σχηματίσουν κυβέρνηση. Δεν τα κατάφεραν και κατέθεσαν την εντολή, οπότε ο Όθωνας κάλεσε πάλι τον Αθανάσιο Μιαούλη. Η νέα κυβέρνηση ορκίστηκε στις 29 Μάη (1859). Έλειπαν, όμως, οι υπουργοί Εσωτερικών, Κωνσταντίνος Προβελέγγιος (τον αντικατέστησε ο Ρήγας Παλαμήδης), Παιδείας, Χαράλαμπος Χριστόπουλος (τον αντικατέστησε ο Θρασύβουλος Ζαΐμης), και Στρατιωτικών, Λεωνίδας Σμόλεντς (τον αντικατέστησε ο Σπυρίδων Σπυρομήλιος).

Στα επόμενα τρία χρόνια, ο Αθανάσιος Μιαούλης, με βία και νοθεία, πήρε τις επόμενες δυο εκλογικές αναμετρήσεις. Όμως, το ποτάμι δεν μπορούσε να γυρίσει πίσω. Τα γεγονότα του διημέρου 10 και 11 Μάη του 1859 ήταν η πρώτη δυναμική εκδήλωση της σπουδάζουσας νεολαίας (το «βάπτισμα του πυρός για την δημοκρατική νεολαία», όπως αποκλήθηκε) και υπήρξαν η αρχή του τέλους για την βασιλεία του Όθωνα και της Αμαλίας. Έμειναν στην Ιστορία ως «Σκιαδικά».

Η έξωση του Όθωνα

Η νίκη της νεολαίας δεν έμεινε ανεκμετάλλευτη. Όλο το καλοκαίρι του 1859, η αντιπολίτευση ζητούσε από το βασιλικό ζευγάρι να τηρήσει το σύνταγμα, στο οποίο ο Όθωνας είχε ορκιστεί. Οι εκλογές ήταν αναπόφευκτες, καθώς τελείωνε και η τριετής θητεία της Βουλής. Έγιναν τον Σεπτέμβρη και Οκτώβρη, μέσα στο γνώριμο κλίμα τρομοκρατίας και νοθείας. Εκλέχτηκαν 139 βουλευτές, από τους οποίους οι 120 υπάκουαν στις θελήσεις του Όθωνα και της Αμαλίας και υποστήριζαν τον Αθανάσιο Μιαούλη. Όμως, ένας από τους 19 της αντιπολίτευσης ήταν ο Επαμεινώνδας Δεληγιώργης που, παρ' όλη την πολεμική ενάντιά του, εκλέχτηκε βουλευτής στο Μεσολόγγι. Ήταν μόλις τριάντα χρόνων, δικηγόρος με μεγάλη ευγλωττία, ενθουσιώδης και βαθιά δημοκρατικός. Διακήρυσσε πως για όλα έφταιγε το στέμμα. Ξεκίνησε ανοιχτή αντιμοναρχική εκστρατεία και γρήγορα έγινε ίνδαλμα των φοιτητών. Μέρα με τη μέρα, το αντιβασιλικό ρεύμα ογκωνόταν. Ο βασιλιάς κάλεσε, από το Παρίσι, τον Δημήτριο Καλλέργη να σχηματίσει κυβέρνηση. Ο Καλλέργης αρνήθηκε, οπότε προκηρύχθηκαν εκλογές (Γενάρη του 1861). Ήταν οι ως τότε πιο βίαιες. Οι 138 βουλευτές που «εκλέχτηκαν» ήταν όλοι άνθρωποι του Μιαούλη. Ο Δεληγιώργης δεν κατάφερε να εκλεγεί.

Ήταν 6 Σεπτέμβρη του 1861, όταν ένας 17χρονος «γόνος καλής οικογένειας», ο Αριστείδης Δόσιος, αποπειράθηκε να δολοφονήσει την βασίλισσα Αμαλία. Τον συνέλαβαν. Συνέλαβαν και τον Επαμεινώνδα Δεληγιώργη, τον αδελφό του, Λεωνίδα, και άλλους αντιμοναρχικούς και τους εξόρισαν στην Κύθνο ως πρωταίτιους. Στην δίκη του, ο Δόσιος απολογήθηκε ότι θέλησε να σκοτώσει την βασίλισσα, επειδή «η διάκρισις των φύλων παύει, όταν ανέλθει εις τον θρόνον γυνή». Τον καταδίκασαν σε θάνατο αλλά, με παρέμβαση της ίδιας της Αμαλίας που κατάλαβε ότι είχε να κάνει με παλαβό μισογύνη, η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια. Φυλακίστηκε στον «μεντρεσέ287». Ένα χρόνο αργότερα, αποφυλακίστηκε, καθώς είχε προβεί σε «εθνική» πράξη.

Τέλη του χρόνου (26 Δεκέμβρη του 1861), ένας σεισμός στον Κορινθιακό κόλπο ισοπέδωσε εννιά χωριά, ενώ είκοσι άτομα σκοτώθηκαν. Η ολιγωρία του κράτους στην θεραπεία των πληγών μεγάλωσε την κατακραυγή. Ακολούθησε μια επανάσταση στο Ναύπλιο (2 Φλεβάρη του 1862, «Ναυπλιακά»), στην διάρκεια της οποίας έγινε προσπάθεια να απελευθερωθούν οι εκτοπισμένοι στην Κύθνο. Η απόπειρα απέτυχε, ο Δεληγιώργης μεταφέρθηκε στη Μύκονο και η επανάσταση καταπνίγηκε από την κυβέρνηση του Μιαούλη (8 Απρίλη του 1862). Ως βήμα καλής θέλησης, ο Δεληγιώργης αμνηστεύτηκε.

Στις 26 Μάη (του 1862), ο βασιλιάς κατάργησε τον Μιαούλη και διόρισε πρωθυπουργό τον Ιωάννη (Γενναίο) Κολοκοτρώνη. Για τους αντιμοναρχικούς, ήταν «μια από τα ίδια». Για να σώσουν την κατάσταση, ο Όθωνας και η Αμαλία έκαναν μια μεγάλη περιοδεία στην Πελοπόννησο. Αναθάρρησαν κι ετοίμασαν μια δεύτερη στην Αιτωλοακαρνανία. Μεγάλη αποκοτιά. Απόγονος γενιάς που πάνω από 350 χρόνια κατείχε το αρματολίκι στην περιοχή, ο Θεοδωράκης Γρίβας (1797 - 1862) ήταν πασίγνωστος αντιμοναρχικός και είχε φυλακιστεί παλιότερα γι’ αυτό, μαζί με τον Κολοκοτρώνη. Ύψωσε σημαία επανάστασης στην Βόνιτσα. Ήταν 10 Οκτώβρη του 1862. Την ίδια μέρα, επαναστάτησε και η Πελοπόννησος. Τη νύχτα, ξέσπασαν ταραχές στην Αθήνα. Στρατιωτικοί κατέλαβαν τα ανάκτορα, ενώ ο καθηγητής του πανεπιστημίου, Νικόλαος Σαρίπολος (1817 - 1887), έγραψε μια προκήρυξη. Έχοντας προσχωρήσει στους αντιμοναρχικούς, ο Δημήτριος Βούλγαρης σχημάτισε τριμελή διοίκηση (Βούλγαρης, Κωνσταντίνος Κανάρης, Μπενιζέλος Ρούφος) επαναστατικής κυβέρνησης.

Η περιοδεία στην Αιτωλοακαρνανία ματαιώθηκε. Μεσημέρι, 11 Οκτώβρη, η βασιλική θαλαμηγός, «Αμαλία», κατέπλευσε στο λιμάνι του Πειραιά. Οι επιβάτες της δεν βγήκαν στη στεριά. Από το πρωί, η προκήρυξη του Νικολάου Σαρίπολου είχε δημοσιευτεί από τον Επαμεινώνδα Δεληγιώργη: Διακήρυσσε την κατάργηση της βασιλείας του Όθωνα και συγκαλούσε εθνοσυνέλευση. Ο λαός είχε βγει στους δρόμους. Στην προκυμαία του Πειραιά, τα πλήθη υποδέχτηκαν τη θαλαμηγό με αποδοκιμασίες. Όθωνας και Αμαλία προτίμησαν να την οδηγήσουν στη Σαλαμίνα, όπου και διανυκτέρευσαν. Την επομένη, 12 του μήνα, με το αγγλικό πλοίο «Σκύλλα», έφυγαν για πάντα από την Ελλάδα.

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης είχε πεθάνει από το 1843. Δεν ζούσε να δει την δικαίωση της ρήσης του στα εγκαίνια του πανεπιστημίου της Αθήνας, ότι «το σπίτι ετούτο θα φάει το σπίτι εκείνο».

«Ετούτο» ήταν το πανεπιστήμιο. «Εκείνο», τα ανάκτορα. Τα «έφαγαν» η σπουδάζουσα νεολαία και η διακήρυξη του Νικολάου Σαρίπολου, καθηγητή στο πανεπιστήμιο.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

272. Απόστολος Ναδίρης, το όνομά του.

273. Ο Πάρκερ είχε προϋπάρξει κυβερνήτης της φρεγάτας «Ουορσπάιτ» που είχε μεταφέρει τον Ιωάννη Καποδίστρια, ως πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας, από την Αγκόνα στο Ναύπλιο.

274. Τα τρία πλοία που δεν πειράχτηκαν, έφεραν αγγλικά ονόματα (Κόχραν, Άστιγξ και Ματθίλδη), οπότε τα σεβάστηκαν.

275. Κατάληψη του Μύτικα και πολιορκία του Μεσολογγίου το 1836, εισβολή στο Γύθειο το 1839, κατάληψη της Πάτρας το 1847 κ.λπ.

276. Το μυθιστόρημα «Θάνος Βλέκας» δημοσιεύτηκε στο μηνιαίο λογοτεχνικό - οικογενειακό περιοδικό «Πανδώρα».

277. Στείρι: Μικρό χωριό της Βοιωτίας, στους πρόποδες του Ελικώνα.

278. Κυριάκι: Ορεινό χωριό, στην πλαγιά του Ελικώνα, έδρα ομώνυμης δημοτικής ενότητας του δήμου Λεβαδέων Βοιωτίας.

279. Ζεμενό: Οικισμός πάνω στον δρόμο που συνδέει τη Λιβαδειά με την Αράχοβα, από την οποία απέχει επτά χμ.

280. Πιατσέντζα: Πόλη στην Βορειοδυτική Ιταλία, πρωτεύουσα ομώνυμης επαρχίας στην περιφέρεια Εμίλια Ρομάνια.

281. Historyreport.gr, «Καποδίστριας, Ιωάννης: ο σθεναρός αντίπαλος του Μέτερνιχ».

282. Η οδός Μυλλέρου βρίσκεται στον Κεραμεικό. Το σπίτι που νοίκιαζε η δούκισσα της Πλακεντίας φιλοξένησε (από το 1856) το Ορφανοτροφείο Χατζηκώστα.

283. Μη μπορώντας να μετάσχει στην έξοδο του Μεσολογγίου (το 1826), ο 75χρονος τότε Χρήστος Καψάλης, όταν οι Τούρκοι εισέβαλαν στην μπαρουταποθήκη, όπου βρισκόταν, προτίμησε να ανατιναχτεί, παίρνοντας μαζί του στον θάνατο και πολλούς εισβολείς. Η δούκισσα της Πλακεντίας χρηματοδότησε την β' έκδοση των «Χρονικών του Μεσολογγίου».

284. Τζουμπέ αποκαλούσαν τον Δημήτριο Βούλγαρη, επειδή συνήθιζε να φορά μια μακριά μαύρη μπέρτα: Την αποκαλούσαν τζουμπέ ή τσουμπέ ή μπινίσια ή ντουλαμά.

285. Γ. Β. Τσοκοπούλου, «Παλαιαί Αθήναι: Η Βασίλισσα Αμαλία».

286. Το καφενείο «Η Ωραία Ελλάς» είχε εξελιχθεί σε αντιμοναρχικό στέκι. Βλ. και κεφάλαιο 20, «η οδός Ερμού».

287. Η φυλακή του Μεντρεσέ ήταν το πρώην μουσουλμανικό ιεροδιδασκαλέιο της Αθήνας. Βλ. και κεφάλαιο 17, «ο μεντρεσές και ο πλάτανος».

(τελευταία επεξεργασία, 25 Νοεμβρίου 2020)

Επικοινωνήστε μαζί μας