Κεφ. 22 ΑΘΗΝΑ: Στα χρόνια του Βούλγαρη

Από την Σκύλλα στην Χάρυβδη

Η έξωση του Όθωνα πανηγυρίστηκε έξαλλα από τους Αθηναίους, ενώ η χώρα αυτόματα ειρήνευσε. Οι Βαυαροί που εγκαταλείφθηκαν στην Ελλάδα, άδικα φοβήθηκαν ότι οι Έλληνες θα ξεσπούσαν επάνω τους. Κανένας δεν ασχολήθηκε μαζί τους. Οι πολλοί παρέμειναν. Σήμερα, οι απόγονοί τους είναι και νιώθουν Έλληνες και μόνο κάποια επώνυμα θυμίζουν τη μακρινή καταγωγή τους. Ουσιαστικά, πρόβλημα είχαν οι αυλόδουλοι, με πρώτον τον Γενναίο Κολοκοτρώνη, που, από πρωθυπουργός, βρέθηκε καταζητούμενος. Διέφυγε στην Ιταλία. Θα επέστρεφε τον επόμενο χρόνο, όπως άλλωστε και ο Αθανάσιος Μιαούλης που ακολούθησε στο εξωτερικό το πια πρώην βασιλικό ζευγάρι.

Στην Αθήνα, η τριανδρία Δημήτριος Βούλγαρης, Κωνσταντίνος Κανάρης, Μπενιζέλος Ρούφος (στην πραγματικότητα ο Βούλγαρης) σχημάτισε επαναστατική κυβέρνηση. Προχώρησε στην προκήρυξη εκλογών με σκοπό την ανάδειξη πληρεξουσίων στην εθνοσυνέλευση, η οποία θα αποφάσιζε το μέλλον του τόπου. Με τους Άγγλους να εργάζονται για την «ομαλή διαδοχή», τροποποιώντας τα αρχικά τους σχέδια. Ονειρεύονταν ως επόμενο βασιλιά των Ελλήνων τον πρίγκιπα Αλφρέδο, δεύτερο γιο της βασίλισσάς τους, Βικτορίας. Μέχρι τότε, τον προόριζαν για την «Επτανησιακή Ηγεμονία» που μεθόδευαν να περιλαμβάνει τα υπό την κατοχή τους Ιόνια νησιά και τις υπό οθωμανική ακόμα κυριαρχία Θεσσαλία και Ήπειρο. Λίγες μόλις μέρες μετά την έξωση του Βαυαρού μονάρχη, ο πρωθυπουργός της Αγγλίας κάλεσε τον Έλληνα επιτετραμμένο στο Λονδίνο, Χαρίλαο Τρικούπη, και του είπε:

«Αφού έφυγε ο Όθωνας, κρατάμε την Κέρκυρα και σας δίνουμε τα υπόλοιπα νησιά του Ιονίου».

Στην Αθήνα, πήραν το μήνυμα. Τελευταίο δεκαήμερο του Νοέμβρη, έγιναν οι εκλογές για την ανάδειξη των πληρεξούσιων (εκλέχτηκαν 327) και, ταυτόχρονα, δημοψήφισμα για την εκλογή νέου βασιλιά. Οι εκλογείς έγραφαν φανερά, ποιον προτιμούσαν. Χάρη στην κινητοποίηση της αγγλικής προπαγάνδας, ο εντελώς άγνωστος πρίγκιπας Αλφρέδος πήρε 230.701 ψήφους, έναντι 10.229 κάποιου Γαλλορώσου πρίγκιπα που, τελευταία στιγμή, προώθησαν Γαλλία και Ρωσία. Βρέθηκαν και 93 ψήφοι υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας!

Στις 10 Δεκέμβρη του 1862, άρχισε στην Αθήνα η εθνοσυνέλευση που θα οδηγούσε στην εκλογή νέου βασιλιά. Την ίδια μέρα, ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών διαμήνυσε πως «η βασίλισσα δεν θα είχε αντίρρηση να δοθούν τα Ιόνια στην Ελλάδα, αν ο νέος βασιλιάς ήταν αρεστός στους Βρετανούς». Και στην Αθήνα έφτασε μήνυμα που δεν έπαιρνε παρερμηνείες:

«Προκειμένου να στηριχτεί η μοναρχία στην Ελλάδα, η βασίλισσα Βικτορία ήταν πρόθυμη να ανακοινώσει στην βουλή των λόρδων και στο αγγλικό κοινοβούλιο την ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα. Όμως, η προσφορά δεν ίσχυε, αν οι Έλληνες εκλέγανε βασιλιά που θα δημιουργούσε υποψίες ότι θ’ ακολουθούσε επιθετική πολιτική προς την Οθωμανική αυτοκρατορία»...

Τον ίδιο καιρό, από τη «Σκύλλα», το πλοίο που μετέφερε τον Όθωνα και την Αμαλία έξω από την χώρα, οι Έλληνες είχαν προλάβει να περάσουν στην Χάρυβδη του διχασμού. Μέσα από αντεγκλήσεις, απόπειρες πραξικοπημάτων και αναταραχή, η εθνοσυνέλευση πρότεινε το στέμμα στον νικητή του δημοψηφίσματος. Όμως, οι άλλες μεγάλες δυνάμεις αντέδρασαν. Οι Άγγλοι αναγκάστηκαν να αναδιπλωθούν. Η κυβέρνησή τους αρνήθηκε την προσφορά για λογαριασμό του Αλφρέδου. Στην Αθήνα, μπερδεύτηκαν. Μια επιτροπή ανέλαβε να διερευνήσει τις πραγματικές διαθέσεις των μεγάλων, ώστε η εθνοσυνέλευση να εναρμονιστεί μ’ αυτές.

Ήδη, είχαν προλάβει να χωριστούν σε βαθιά αντιμαχόμενες ομάδες, τρεις από τις οποίες εξελίσσονταν σε κόμματα: Κυριαρχούσαν οι συντηρητικοί «πεδινοί» του Δημήτριου Βούλγαρη που ψάρευε οπαδούς κυρίως στην δεξαμενή των άλλοτε ψηφοφόρων του αγγλικού κόμματος και οι «ορεινοί» του Κωνσταντίνου Κανάρη, που τους ακολουθούσαν οι ψηφοφόροι των πρώην γαλλικού και ρωσικού κομμάτων. Υπήρχε ακόμα η ομάδα του Εθνικού Κομιτάτου, που ακολουθούσε τον αδιάλλακτο αρχηγό της νεολαίας, Επαμεινώνδα Δεληγιώργη (μετέπειτα «κόμμα Δεληγιώργη»). Υπήρχαν και οι μετριοπαθείς «εκλεκτικοί» (ο Χαρίλαος Τρικούπης, που άφησε το Λονδίνο και μπήκε στον στίβο της πολιτικής, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος κι άλλοι) που κινούνταν αυτόνομα.

Οι «πεδινοί» ονομάστηκαν έτσι, επειδή υποστηρίζονταν από το πεδινό πυροβολικό. Ο ηγέτης τους, Δημήτριος Βούλγαρης, προσπαθούσε να δημιουργήσει καταστάσεις που θα επέτρεπαν να κηρύξει δικτατορία. Για τον σκοπό αυτόν, εργαζόταν για την δημιουργία πραιτοριανών με συνεχείς παρεμβάσεις στον στρατό. Τον στήριζαν μικροκαλλιεργητές, άνεργοι με ανώτερη μόρφωση καθώς και παράνομα διορισμένοι στο δημόσιο και στον στρατό.

Οι «ορεινοί» ονομάστηκαν έτσι, επειδή υποστηρίζονταν από το ορεινό πυροβολικό. Ο ηγέτης τους, Κωνσταντίνος Κανάρης, κύριο μέλημά του είχε να αποτρέψει τον Βούλγαρη από το να πετύχει τους στόχους του. Για τον σκοπό αυτόν, προσπαθούσε να προσεταιριστεί τους διάφορους κομματάρχες και συνεχώς κατάγγελλε τις προθέσεις του Βούλγαρη. Τον στήριζαν πλοιοκτήτες, έμποροι, κτηνοτρόφοι και μικροκαλλιεργητές.

Το Εθνικό κομιτάτο, με ηγέτη τον Επαμεινώνδα Δεληγιώργη, υποστήριζε την ανάπτυξη του κοινοβουλευτισμού και επιδίωκε τον εκσυγχρονισμό στρατού και κράτους, με απώτερο σκοπό την οικονομική ανάπτυξη (διαλύθηκε το 1879, όταν πέθανε ο ιδρυτής του). Οπωσδήποτε, πρώτη δουλειά του Δεληγιώργη ως υπουργού Παιδείας στην επαναστατική κυβέρνηση ήταν να μετονομάσει το «Οθώνειον πανεπιστήμιον» σε «Εθνικόν». Και, την προπαραμονή (8 Δεκέμβρη του 1862) της έναρξης των εργασιών της εθνοσυνέλευσης να προωθήσει διάταγμα για την δημιουργία της «πανεπιστημιακής φάλαγγας», ως παράρτημα της εθνοφυλακής που μόλις είχε ιδρυθεί.

Μετείχαν σ' αυτήν όλοι οι φοιτητές (612 αρχικά, 840 στην συνέχεια), έφεραν όπλα και στολή και ασκούσαν αστυνομικό έργο, κυρίως την προστασία του κτιρίου288 όπου διεξάγονταν οι εργασίες της εθνοσυνέλευσης, των υπουργείων και γενικά των κτιρίων του δημοσίου. Κι αυτό, επειδή «(αι) αταξίαι των στρατιωτικών και άλλων φαύλων στοιχείων ενέπνευσαν φόβους».

 

Τα «Φεβρουαριανά»

Αρχικά, την είπαν πλατεία Ανακτόρων, καθώς, στα σχέδια των Κλεάνθη και Σάουμπερτ, εκεί προβλεπόταν να δημιουργηθεί το βασιλικό παλάτι. Όταν η θέση του παλατιού άλλαξε, την είπαν πλατεία Όθωνα. Ήταν 14 Οκτώβρη του 1862, μόλις δυο μέρες μετά την έξωση του βασιλιά, και ο, μοναδικός τότε, επικεφαλής της επαναστατικής κυβέρνησης, Δημήτριος Βούλγαρης, κάλεσε τους Αθηναίους σε συγκέντρωση, στην πλατεία αυτή, για να γιορτάσουν την απαλλαγή τους από τον Όθωνα και την Αμαλία. Στον πανηγυρικό της ημέρας, ανάμεσα σε άλλα, είπε:

«Ας ορκισθώμεν επί της πλατείας ταύτης, της λαβούσης ήδη το ωραίον της Ομονοίας όνομα, και ας είπη έκαστος εξ ημών: Ορκίζομαι πίστιν εις την πατρίδα και υπακοήν εις τας εθνικάς αποφάσεις».

Η πλατεία μετονομάστηκε σε «Ομονοίας» αλλά εκείνη η «υπακοή εις τας εθνικάς αποφάσεις» που ο Βούλγαρης εκτόξευσε μάλλον ως αρχή του διχασμού ακούστηκε. Μόλις δυο μέρες αργότερα (14 Οκτώβρη), οι έμποροι έκαναν πορεία ως το σπίτι του Κανάρη, τον οποίο και παρακάλεσαν να μπει στην κυβέρνηση, ώστε να προστατέψει τον τόπο από τα δεινά που ο Βούλγαρης του επιφύλασσε.

Ο παλιός μπουρλοτιέρης αποδέχτηκε την πρόκληση με βαριά καρδιά. Λίγο αργότερα, στους δυο τους προστέθηκε και ο αντιμοναρχικός αγωνιστής, Μπενιζέλος Ρούφος, που, για τον σκοπό αυτόν, έφτασε στην Αθήνα από την Πάτρα.

Όπως συνέβαινε σε ολόκληρη την Ελλάδα, οι κάτοικοι της Αθήνας είχαν κιόλας χωριστοί σε πεδινούς και ορεινούς. Τη νύχτα, μόνον οπλισμένοι κυκλοφορούσαν, οι βιαιοπραγίες βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη, η χωροφυλακή ασχολιόταν να υποστηρίζει τον Δημήτριο Βούλγαρη, οι στρατιωτικοί να προωθούν τις θέσεις του Κωνσταντίνου Κανάρη και ο υπόκοσμος ζούσε τις καλύτερές του ημέρες.

Η κατάσταση άρχισε κάπως να ηρεμεί, όταν δημιουργήθηκαν η πανεπιστημιακή φάλαγγα και η εθνοφυλακή, οι μόνες που ασχολήθηκαν με την τήρηση της τάξης και παρέμειναν πολιτικά ουδέτερες. Όμως, λίγες μέρες μετά την έναρξη των εργασιών της εθνοσυνέλευσης, τέλη Γενάρη, η ατμόσφαιρα επιβαρύνθηκε, όταν, οργισμένος από τις κινήσεις του Βούλγαρη, ο Κανάρης παραιτήθηκε. Έτσι κι αλλιώς, μάλλον με το ζόρι είχε συρθεί να μετάσχει στην επαναστατική επιτροπή και την κυβέρνηση. Τον έπεισαν να ανακαλέσει.

Είχε αποφασιστεί ότι τα μέλη της τριανδρίας (Βούλγαρης, Κανάρης, Ρούφος) θα ασκούσαν την πρωθυπουργία εκ περιτροπής, ανά δεκαήμερο. Ήταν 7 Φλεβάρη του 1863, όταν τέσσερις υπουργοί (Αλέξανδρος Κουμουνδούρος, Δημήτριος Μαυρομιχάλης, Επαμεινώνδας Δελιγιώργης και Θρασύβουλος Ζαΐμης) διαφώνησαν με την απόφαση του Βούλγαρη να καταργήσει κάποιους συναδέλφους τους και παραιτήθηκαν. Παραιτήθηκε, οριστικά αυτή την φορά, κι ο Κανάρης, καταγγέλλοντας τις μεθοδεύσεις του «Τζουμπέ». Ήταν κάτι σαν πραξικόπημα.

Ξεκίνησαν βίαιες διαδηλώσεις, οι «ορεινοί» πήραν τα όπλα, οι «πεδινοί» απάντησαν, τρεις στρατιώτες σκοτώθηκαν, κάποιοι άλλοι το έσκασαν από τις μονάδες τους και, με επίθεση στο σπίτι του, έγινε αποτυχημένη απόπειρα να συλληφθεί ο Βούλγαρης. Τα γεγονότα οδηγούσαν σε εμφύλιο. Μπήκαν στη μέση οι μετριοπαθείς Αλ. Κουμουνδούρος, Θ. Ζαΐμης, Γ. Πετιμεζάς, Σπ. Αντωνόπουλος και Π. Μαυρομάτης κι έπεισαν τις αντιμαχόμενες παρατάξεις να λύσουν τις διαφορές τους στην εθνοσυνέλευση.

Η κρίσιμη συνεδρίαση έγινε στις 9 του μήνα. Ο Μπενιζέλος Ρούφος παραιτήθηκε και, με τον Κανάρη να έχει ήδη υποβάλει την οριστική παραίτησή του, ο Βούλγαρης εξαναγκάστηκε να κάνει το ίδιο, καταγγέλλοντας ότι «η πλειοψηφία παρανομεί»! Η κυβέρνηση έγινε έργο της εθνοσυνέλευσης: Ανέλαβε να ασκεί αυτή την εκτελεστική εξουσία. Ορίστηκε πρωθυπουργός ο αντιπρόεδρός της, Αριστείδης Μωραϊτίνης. Πρώτη του δουλειά ήταν να καλέσει την εθνοφρουρά και την πανεπιστημιακή φάλαγγα να επιβάλουν την τάξη, κάτι που αμέσως έγινε. Στις 13 Φλεβάρη, παραιτήθηκε, για να αναλάβει πρωθυπουργός ο Ζηνόβιος Βάλβης, πρόεδρος της εθνοσυνέλευσης ως εκείνη την στιγμή.

Ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος και άλλοι τέσσερις απετέλεσαν την επιτροπή που ανακοίνωσε στον ελληνικό λαό ότι την διακυβέρνηση της χώρας αναλαμβάνει η εθνοσυνέλευση με πρωθυπουργό τον πρόεδρό της (Ζ.Ι. Βάλβης). Ο στρατός επέστρεψε στους στρατώνες, οι διαδηλώσεις κόπασαν και η εθνοσυνέλευση μπόρεσε να ασχοληθεί με τα καθήκοντά της που ήταν η εκλογή του νέου βασιλιά. Τα πνεύματα είχαν ηρεμήσει. Πεδινοί και ορεινοί βρέθηκαν στην πλατεία Ομονοίας και υποσχέθηκαν να δώσουν τέλος στην διχόνοια289. Η υπόσχεση έμελλε να παραβιαστεί αιματηρά τον επόμενο Ιούνιο.

Οι συγκρούσεις από 7 μέχρι 9 Φλεβάρη του 1863 έμειναν στην Ιστορία ως «Φεβρουαριανά».

 

Γεώργιος Α', βασιλιάς των Ελλήνων

Στις 18 Μάρτη του 1863, η επιτροπή ανακοίνωσε τα αποτελέσματα της έρευνάς της: Οι μεγάλες δυνάμεις συμφωνούσαν στο πρόσωπο του Γουλιέλμου Γεωργίου (πρίγκιπα Χριστιάνους Γουλιέλμου Φερδινάνδου Αδόλφου Γεωργίου του Σλέσβιχ - Χόλσταϊν -Σόντερμπουργκ - Γλίξμπουργκ), γιου του τότε διαδόχου της Δανίας, Χριστιανού. Συμφωνούσε κι ο πατέρας του. Την ίδια μέρα, η εθνοσυνέλευση ανακήρυξε τον Γεώργιο βασιλιά: Βασιλιά των Ελλήνων, ώστε να περιλαμβάνονται και οι των κατεχομένων εδαφών, και όχι της Ελλάδας, όπως ήταν ο Όθωνας.

Μια βδομάδα αργότερα (25 Μάρτη), η κυβέρνηση έπεσε. Η εθνοσυνέλευση είχε ψηφίσει νόμο που αύξανε τις απολαβές των πληρεξουσίων. Η λαϊκή κατακραυγή και αγανάκτηση, καθώς φαινόταν ότι τα μέλη της εθνοσυνέλευσης ευλογούσαν τα γένια τους, και οι επιθέσεις σε σπίτια «πρωταιτίων», προκάλεσαν ψηφοφορία, με την οποία η κυβέρνηση αποδοκιμάστηκε: 112 κατά, 60 υπέρ. Στις 27 του μήνα, σχηματίστηκε «οικουμενική» κυβέρνηση με τον άχρωμο Διομήδη Κυριακό πρωθυπουργό.

Μια επιτροπή (Κωνσταντίνος Κανάρης, Θρασύβουλος Ζαΐμης, Δημήτριος Γρίβας) έφυγε στη Δανία να προσφέρει το στέμμα στον νεαρό Γουλιέλμο, που, στο εξής, θα έφερε το όνομα Γεώργιος (Α'). Έφτασε εκεί στις 13 Απρίλη. Ο βασιλιάς Φρειδερίκος, ο διάδοχος Χριστιανός Θ’ Γλίξμπουργκ με την πριγκίπισσα Λουΐζα και τον γιο τους, Γεώργιο, της επιφύλαξαν τιμές. Καθυστερούσαν όμως να δεχτούν το στέμμα. Έμπειρος ο βασιλιάς των Δανών, είχε προβάλει τρεις όρους προκειμένου να συγκατατεθεί:

Να παραιτηθούν οι Βαυαροί από τον ελληνικό θρόνο, να παραχωρηθούν στην Ελλάδα τα Επτάνησα και να αυξηθεί η χορηγία των μεγάλων δυνάμεων προς τον βασιλιά.

Οι Άγγλοι συμφώνησαν να δώσουν τα Επτάνησα προίκα στον Γεώργιο. Άλλωστε είχαν να κάνουν με τον γιο του αδερφού της γυναίκας του βασιλιά τους, Εδουάρδου Ζ’. Ο πρώτος όρος, όμως, κολλούσε στην άρνηση των Βαυαρών να παραιτηθούν. Με ένα δικολαβίστικο κείμενο, οι τρεις δυνάμεις θυμήθηκαν πως αυτές εξέλεξαν τον Όθωνα, τον δοκίμασαν για… τριάντα χρόνια, διαπίστωσαν ότι δεν τους έκανε και τον απάλλασσαν από τα καθήκοντά του, απαλλάσσοντας και τις ίδιες από τις διάφορες δεσμεύσεις που είχαν αναλάβει απέναντι στους Βαυαρούς. Το θέμα έκλεισε.

Στις 25 Μάη του 1863, ο βασιλιάς Φρειδερίκος αποδέχτηκε το στέμμα των Ελλήνων για λογαριασμό του Γεώργιου. Στις 15 Ιουνίου, η εθνοσυνέλευση ανακήρυξε τον νέο βασιλιά ενήλικο: Ο Γεώργιος είχε γεννηθεί στις 24 Δεκέμβρη του 1845 κι εκείνη την στιγμή ήταν κάτω των 18 χρόνων. Στην Ελλάδα όμως, θυμούνταν ακόμη τα βάσανα της αντιβασιλείας του Όθωνα. Δεν χρειάζονταν επαναλήψεις.

 

Τα «Ιουνιανά»

Στους δρόμους της πρωτεύουσας, ληστοσυμμορίες ανταγωνίζονταν με στρατιωτικούς για το ποιος θα ελέγξει την πιάτσα. Μέσα σ' αυτό το κλίμα της γενικής παράλυσης και της έλλειψης πειθαρχίας, κάποιοι υπαξιωματικοί και απλοί στρατιώτες απήγαγαν και βίασαν ομαδικά μια Αυστριακή ηθοποιό, μέλος γαλλικού θιάσου (Απρίλη του 1863). Το γεγονός δραστηριοποίησε τους πρεσβευτές Αυστρίας και Γαλλίας που υποχρέωσαν το ελληνικό κράτος να καταβάλλει 4.000 δρχ. αποζημίωση στην παθούσα και 60.000 στον θιασάρχη. Το θέμα πήρε χαρακτήρα εθνικοπατριωτικής ντροπής.

Η αντιπολίτευση Βούλγαρη κατάγγειλε την κυβέρνηση του Διομήδη Κυριακού ότι «υπέκυψε στις πιέσεις και υποχρεώθηκε να πληρώσει» τις αποζημιώσεις για τον βιασμό της Αυστριακής ηθοποιού. Όμως, το όλο ζήτημα γύρισε μπούμερανγκ στην παράταξη του «Τζουμπέ»: Στις 17 Ιουνίου, η κυβέρνηση πήρε ψήφο εμπιστοσύνης με τους υπουργούς Στρατιωτικών και Ναυτικών να παραιτούνται. Πλην όμως, και οι δύο ανήκαν στους «πεδινούς» του Βούλγαρη. Κι αυτοί που τους αντικατέστησαν, ήταν ο αρχηγός της Εθνοφυλακής, Πάνος Κορωναίος, και ο, γιος του μπουρλοτιέρη, Μιλτιάδης Κανάρης, εκλεκτοί των «ορεινών». Ο Δημήτριος Βούλγαρης είχε χάσει τη μάχη των εντυπώσεων. Ορκίστηκε εκδίκηση.

Οπαδός του «Τζουμπέ» Βούλγαρη, ο λήσταρχος Κυριάκος290 και η συμμορία του, την ίδια εκείνη 17η Ιουνίου 1863, εγκλωβίστηκαν από την Χωροφυλακή στον Σταυρό Αγίας Παρασκευής. Μετά από σύντομη μάχη, οι ληστές παραδόθηκαν με τον όρο να κρατήσουν τα όπλα τους. Οδηγήθηκαν στην Αθήνα αλλά μόλις μπήκαν μέσα στην πόλη, υποτίθεται ότι κατάφεραν να διαφύγουν. Οχυρώθηκαν στη Μονή Πετράκη. Ο νέος υπουργός Στρατιωτικών διέταξε πεζικό και Χωροφυλακή να τους συλλάβει. Όμως, ο επικεφαλής του στρατιωτικού τμήματος (Π. Λεωτσάκος) και οι αξιωματικοί της Χωροφυλακής ήταν φανατικοί οπαδοί του Βούλγαρη. Το σώμα που στάλθηκε να πολιορκήσει τους ληστές, ενώθηκε μαζί τους, έχοντας εξουδετερώσει τους όποιους νομιμόφρονες χωροφύλακες.

Ο υπουργός μπήκε επικεφαλής της Εθνοφυλακής, συνέλαβε τον Λεωτσάκο και κίνησε να πιάσει τους ληστές. Ατύχησε. Οι στρατιώτες του Λεωτσάκου είχαν προλάβει να συλλάβουν δυο υπουργούς (τους Οικονομικών, Αλέξανδρο Κουμουνδούρο, και Παιδείας, Καλλιφρονά), και ζητούσαν να τους ανταλλάξουν με τον αξιωματικό τους. Η κυβέρνηση ενέδωσε. Νύχτα 18 προς 19 Ιουνίου του 1863, οι ληστές του Κυριάκου διασκορπίστηκαν μέσα στην Αθήνα και φιλοξενήθηκαν σε σπίτια οπαδών του Βούλγαρη.

Η νύχτα 19 προς 20 Ιουνίου 1863 βρήκε τους αντιπάλους να ετοιμάζονται για την τελική αναμέτρηση: Οι διασκορπισμένοι σε «δικά τους» αθηναϊκά σπίτια ληστές σκόπευαν να ενωθούν με τους φιλικά στον Βούλγαρη διακείμενους στρατιωτικούς και χωροφύλακες, να καταλύσουν την εξουσία και να του την παραδώσουν, προκειμένου να εγκαταστήσει δικτατορία. Στην αντίπαλη πλευρά, οργανώνονταν οι «ορεινοί» με σκοπό να ματαιώσουν τα σχέδια του Βούλγαρη.

Η 19η Ιουνίου 1863 ξημέρωσε με τους ληστές του Κυριάκου και τους «πεδινούς» από τη μια μεριά και τους «ορεινούς» από την άλλη, να σφάζονται μπροστά στα ανάκτορα, ενώ κυβέρνηση δεν υπήρχε: Ο πρωθυπουργός, Μπενιζέλος Ρούφος, είχε παραιτηθεί από το προηγούμενο απόγευμα.

Η εθνοσυνέλευση ανέθεσε την πρωθυπουργία στον πρόεδρό της, Διομήδη Κυριακό. Ώσπου να σχηματιστεί η νέα κυβέρνηση και να αναλάβει τα ηνία του κράτους, κύλησε και η 20ή του μήνα, με τις μάχες στους δρόμους να έχουν μεταφερθεί στην Ομόνοια. Ο πρωθυπουργός προσπάθησε, μάταια, να πετύχει κάποιον συμβιβασμό ανάμεσα στις αντιμαχόμενες παρατάξεις. Οι συγκρούσεις απλώθηκαν σε ολόκληρη την πόλη και προκάλεσαν τον θάνατο 200 ανθρώπων.

Εκείνες τις ώρες, η Ελλάδα ούτε εκλεγμένη κυβέρνηση διέθετε ούτε αρχηγό του κράτους καθώς ο Όθωνας είχε εξωστεί και ο νέος δεν είχε ακόμα φθάσει. Την κατάσταση ανέλαβαν να εξομαλύνουν οι πρεσβευτές των τριών μεγάλων δυνάμεων (Ρωσίας, Γαλλίας και Αγγλίας). Έστειλαν κοινή διακοίνωση στους αρχηγούς των αντιπάλων ότι θα εγκαταλείψουν τη χώρα, αν οι εχθροπραξίες συνεχίζονταν. Ο εκβιασμός έπιασε. Κηρύχτηκε ανακωχή, στις 21 Ιουνίου συνεδρίασε η εθνοσυνέλευση και ορίστηκε κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Μπενιζέλο Ρούφο που είχε παραιτηθεί μόλις τρεις μέρες νωρίτερα. Τοποθετήθηκαν τέσσερις υπουργοί από το κόμμα των «ορεινών» κι άλλοι τέσσερις από αυτό των «πεδινών». Οι Αθηναίοι την είπε «κυβέρνηση οροπεδίου».

Τα έκτροπα έμειναν στην Ιστορία ως «Ιουνιανά».

 

«Ισχύς μου η αγάπη του λαού»

Η κυβέρνηση Μπενιζέλου Ρούφου κατάφερε να βγάλει το καλοκαίρι. Στις 17 Οκτώβρη (1863), κατέπλευσε στον Πειραιά η ολοκαίνουρια ξύλινη ατμοφρεγάτα που μετέφερε τον Γεώργιο Α' στην Ελλάδα. Ένα χρόνο νωρίτερα, την είχαν βαφτίσει «Αμαλία» αλλά, μετά την έξωση, της άλλαξαν το όνομα: Πια, ήταν «Ελλάς». Με το που μπήκε στο λιμάνι, τα ελληνικά αλλά και τα ξένα πολεμικά πλοία, που βρίσκονταν εκεί, άρχισαν τους κανονιοβολισμούς, όπως άλλωστε και τα πυροβολεία της στεριάς. Τον νεαρό βασιλιά υποδέχτηκαν ο Αριστείδης Μωραϊτίνης ως πρόεδρος της εθνοσυνέλευσης και οι Κωνσταντίνος Κανάρης και Δημήτριος Βούλγαρης με την ιδιότητά τους ως πληρεξούσιων. Τον προσφώνησε ο δήμαρχος του Πειραιά και μια ανοιχτή άμαξα τον παρέλαβε για να τον οδηγήσει στην Αθήνα. Ο Γεώργιος έβγαλε όρθιος ολόκληρη την διαδρομή, καθώς πλήθη λαού τον επευφημούσαν, ενώ η τιμητική φρουρά 300 καβαλάρηδων, που τον συνόδευε, είχε χαλάσει την τάξη της: Συνωθούνταν όλοι γύρω από την άμαξα, για να τον δουν από κοντά.

Κάποτε, έφτασαν στην Αθήνα. Μια αψίδα είχε στηθεί στον Κεραμεικό. Εκεί, ο δήμαρχος Αθηναίων, Εμμανουήλ Κατσικάρης, του πρόσφερε τα «χρυσά κλειδιά της Ακρόπολης». Στη συνέχεια, η πομπή προχώρησε ως τον μητροπολιτικό ναό της πόλης (την Αγία Ειρήνη, στην οδό Αιόλου), όπου τελέστηκε πανηγυρική δοξολογία. Μετά, ο Γεώργιος οδηγήθηκε στα ανάκτορα, βγήκε στον εξώστη, χαιρέτησε τα πλήθη, που παραληρούσαν, κι επιτέλους μπήκε στο παλάτι για να ξεκουραστεί. Απόγευμα, έκανε έναν ανεπίσημο περίπατο στην καινούρια πατρίδα του.

Την επομένη, ορκίστηκε στην εθνοσυνέλευση. Η κυβέρνηση υπέβαλε την παραίτησή της, έχοντας ολοκληρώσει το έργο της. Στις 25 του μήνα, ο βασιλιάς διόρισε νέα με πρωθυπουργό τον Δημήτριο Βούλγαρη. Σύντομα, ο νεαρός Γεώργιος θα μάθαινε πού είχε μπλέξει.

Ο ίδιος, όταν η τριμελής επιτροπή του είχε προσφέρει το στέμμα, στην Κοπεγχάγη, είχε πει ότι έμβλημά του θα ήταν η φράση «ισχύς μου η αγάπη του λαού». Το τήρησε αλλά ήταν ο μόνος. Η δυναστεία του εξακολούθησε να έχει το ίδιο έμβλημα αλλά μόνο στα λόγια. Και για τον τελευταίο, 104 χρόνια αργότερα (1967), οι Αθηναίοι το είχαν τροποποιήσει: «Ισχύς μου η αγάπη του λαού και τα τανκς του Παττακού».

Οι Άγγλοι παρέδωσαν τα Ιόνια νησιά στις 21 Μάη του 1864, οι πληρεξούσιοι των οποίων ενσωματώθηκαν (Αύγουστο του 1864) στην εθνοσυνέλευση. Το νέο σύνταγμα ήταν έτοιμο τον Οκτώβρη (1864): Καθιέρωνε την βασιλευόμενη δημοκρατία, καταργούσε την Γερουσία και προέβλεπε τετραετή, κατ' ανώτατο όριο, διάρκεια της κάθε βουλευτικής περιόδου.

Η εθνοσυνέλευση διαλύθηκε 16 Νοέμβρη του 1864, όταν ο βασιλιάς Γεώργιος παρουσιάστηκε μπροστά της και ορκίστηκε στον νέο καταστατικό χάρτη της χώρας. Ήταν ο πρώτος συνταγματικός βασιλιάς της Ελλάδας.

 

Πρωθυπουργός ο Κουμουνδούρος

Πρωθυπουργός εκείνη την στιγμή ήταν ο Κωνσταντίνος Κανάρης, με τον νεαρό βασιλιά να είναι μεγάλος θαυμαστής του. Η χώρα έδειχνε να βαδίζει προς την ομαλότητα αλλά το νέο σύνταγμα απαιτούσε εκλογές για την ανάδειξη νέας Βουλής. Ο Δημήτριος Βούλγαρης ήθελε την εξουσία για λογαριασμό του κι αρνιόταν στον πρωθυπουργό το δικαίωμα να τις διεξάγει. Ο Δεληγιώργης ήθελε αβασίλευτη δημοκρατία και βρέθηκε ευκαιριακός σύμμαχος του Βούλγαρη.

Οπαδός της κοινοβουλευτικής μοναρχίας, ο σύμβουλος του βασιλιά, κόμης Γουλιέλμος Σπόνεκ (Καρλ Βίλχελμ Έπινγκεν Σπόνεκ, Carl Wilhelm Eppingen Sponneck, 18151888), είχε συστήσει στον νεαρό Γεώργιο να αναθέσει την διενέργεια των εκλογών στον Αλέξανδρο Κουμουνδούρο. Ήταν αυτός οπαδός της συνταγματικής βασιλείας και υπουργός Εσωτερικών τη συγκεκριμένη στιγμή. Και μόλις πριν από λίγους μήνες είχε γλιτώσει από μια απόπειρα δολοφονίας (29 Σεπτέμβρη του 1864). Με πρόθεση να απαλλαγεί από τον Κουμουνδούρο σχηματίζοντας νέα κυβέρνηση, ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Κανάρης παραιτήθηκε στις 26 Φλεβάρη του 1865. Με έκπληξή του, είδε τον βασιλιά να αναθέτει στον Κουμουνδούρο την εντολή σχηματισμού εκλογικής κυβέρνησης.

Έτσι, στις αρχές του 1865, η Ελλάδα διέθετε νέο βασιλιά, τον Γεώργιο, νέο σύνταγμα και νέα κυβέρνηση, αυτή του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου. Εκείνο που δεν είχε ήταν και νέα Βουλή, καθώς οι τελευταίες βουλευτικές εκλογές είχαν διεξαχθεί επί βασιλείας Όθωνα. Ο νέος (και διορισμένος) πρωθυπουργός ανέλαβε να τις πραγματοποιήσει μέσα στην χρονιά. Ομολογούν όλοι ότι ήταν από τις πιο τίμιες που είχαν γίνει ως τότε. Μόνο που, όταν τελείωσαν, όλες οι πλευρές θεωρούσαν ότι αυτές νίκησαν. Ο Δημήτριος Βούλγαρης κάλεσε τον Κουμουνδούρο να παραιτηθεί επειδή «έχασε τας εκλογάς» και ζητούσε από τον βασιλιά να ορίσει νέο. Ο Κουμουνδούρος απάντησε: «Δεν δυνάμεθα να υποχωρήσωμεν, διότι είμεθα νικηταί».

Το πράγμα έμελλε να ξεκαθαρίσει στις 8 Ιουλίου του 1865, ημέρα εκλογής του νέου προέδρου της Βουλής.

Καθώς όλα τα κόμματα διακήρυσσαν ότι νίκησαν στις εκλογές, η ψηφοφορία για την εκλογή προέδρου της Βουλής ήταν η μόνη «καθαρή» αποδεικτική διαδικασία που θα καθόριζε, ποιο κόμμα είχε την πλειοψηφία στο κοινοβούλιο! Ο υποψήφιος που προτάθηκε από την κυβέρνηση Κουμουνδούρου, πήρε 96 ψήφους. Ο Επαμεινώνδας Δεληγιώργης, ως υποψήφιος των οπαδών της αβασίλευτης δημοκρατίας, 31. Και ο υποψήφιος του Δημήτριου Βούλγαρη, τριάντα. Άρα, ο Κουμουνδούρος είχε την απόλυτη πλειοψηφία!

Ως πρωθυπουργός, ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος μετέτρεψε σε νομοσχέδια, που πήραν την ψήφο της Βουλής, όλα τα διατάγματα με τα οποία κυβερνήθηκε η χώρα στο διάστημα της μεσοβασιλείας. Και δρομολόγησε την διανομή της γης που ανήκε στο κράτος, την οργάνωση της εκπαίδευσης, την θέσπιση συγκεκριμένων προσόντων προκειμένου να γίνει κάποιος δημόσιος υπάλληλος και την αναμόρφωση της φορολογίας. Κάποια στιγμή, σε λόγο του στην Βουλή, δήλωσε ότι πια ο τόπος ζούσε από τα έσοδά του και ότι ο όποιος δανεισμός είχε να κάνει μόνο με την εξόφληση παλαιών χρεών. Οκτώβρη του 1865, έφερε νομοσχέδιο για την άντληση πόρων που θα εξυπηρετούσαν χερσαίες και θαλάσσιες συγκοινωνίες. Το κείμενο προσδιόριζε με ακρίβεια πόσα θα εισπράττονταν από τους φόρους και πού ακριβώς θα πήγαιναν τα λεφτά. Στην πραγματικότητα, επρόκειτο για ένα φιλόδοξο πρόγραμμα ενίσχυσης της ακτοπλοΐας και δημιουργίας δημόσιων δρόμων. Καταψηφίστηκε. Ο Κουμουνδούρος και η κυβέρνησή του παραιτήθηκαν.

Παιχνίδια με τον Σπόνεκ

Ο βασιλιάς κάλεσε τον Δημήτριο Βούλγαρη και τον διόρισε νέο πρωθυπουργό. Ο Υδραίος πολιτικός πίστεψε ότι είχε έλθει η ώρα να παίξει τα πολιτικά του παιχνίδια. Για να σχηματίσει κυβέρνηση, έβαλε έναν όρο: Να φύγει από την Ελλάδα ο Σπόνεκ, άτυπος σύμβουλος του Γεωργίου και οικογενειακός φίλος του πατέρα του. Γνώριζε ότι εκείνος ήταν που είχε προτείνει τον Κουμουνδούρο για πρωθυπουργό, ένα χρόνο πριν.

Ο Γεώργιος, με επιστολή του, αρνήθηκε. Ούτε διορισμένος πουθενά ήταν ο Σπόνεκ ούτε χρήματα του δημοσίου εισέπραττε ούτε είχε κάποια θέση. Από πού να παραιτηθεί; Και γιατί να τον διώξει από την Ελλάδα; Ας άφηνε ο Βούλγαρης κατά μέρος αυτού του είδους τις αιτιάσεις και ας ερχόταν στα ανάκτορα να κουβεντιάσουν για τους υπουργούς.

Ο Βούλγαρης κάλεσε τον ευκαιριακό σύμμαχό του, Επαμεινώνδα Δεληγιώργη, και του έδειξε την βασιλική επιστολή. Ο Δεληγιώργης κάθισε κι έγραψε μιαν απάντηση για λογαριασμό τού Βούλγαρη. Περιληπτικά:

«Ο Σπόνεκ επεμβαίνει στο κυβερνητικό έργο. Αν δεν φύγει από την Ελλάδα, ο Βούλγαρης δεν αναλαμβάνει πρωθυπουργός».

Με την γραμμένη από τον Δεληγιώργη επιστολή στα χέρια, ο Βούλγαρης πήγε στα ανάκτορα. Ο Γεώργιος δεν δέχτηκε τον εκβιασμό. Απέσυρε την εντολή από τον Βούλγαρη και την ανέθεσε στον Επαμεινώνδα Δεληγιώργη, μη γνωρίζοντας ότι εκείνος είχε γράψει την επιστολή. Ο Δεληγιώργης δέχτηκε χωρίς όρους. Η κυβέρνησή του εμφανίστηκε στη Βουλή, 20 Οκτώβρη 1865. Ούτε ψήφο εμπιστοσύνης χρειαζόταν, αφού δεν προβλεπόταν κάτι τέτοιο από το σύνταγμα, ούτε ο Κουμουνδούρος είχε σκοπό να τον καταψηφίσει. Στις 29 του μήνα, η Βουλή ψήφισε τον προϋπολογισμό του 1866. Στις 30, η κυβέρνηση παραιτήθηκε:

Ο Βούλγαρης είχε γίνει πυρ και μανία με τον Δεληγιώργη, θεωρώντας ότι τον εξαπάτησε. Κι όταν, στις 25 του μήνα (Οκτώβρη), ο βασιλιάς κάλεσε τα μέλη της Βουλής σε γεύμα, έστησε νέα μηχανορραφία. Σε βάρος του Δεληγιώργη αυτή τη φορά. Έβαλε τον βουλευτή του Παπαμιχαλόπουλο να πλησιάσει τον «κουμουνδουρικό» πρόεδρο της Βουλής, Κεχαγιά:

«Ο Δεληγιώργης είναι απατεώνας. Συμφωνήσαμε να φύγει ο Σπόνεκ, ο Βούλγαρης έχασε την πρωθυπουργία κι αυτός έσπευσε να την αρπάξει. Ως πότε θα τον ανεχόμαστε;».

Ο Κεχαγιάς απάντησε πως τα περί Σπόνεκ πρώτη φορά τα άκουγε κι ότι ο Κουμουνδούρος δεν σκόπευε να ανατρέψει τον Δεληγιώργη, αν δε βρισκόταν αξιόπιστη εναλλακτική λύση. Ο Παπαμιχαλόπουλος πρότεινε κυβέρνηση μεγάλου συνασπισμού (Βούλγαρη – Κουμουνδούρου), ζήτησε από τον Κεχαγιά να πείσει τον Κουμουνδούρο κι «ανέλαβε» να «πείσει» ο ίδιος τον Βούλγαρη.

Οι κουβέντες έφτασαν και στα αφτιά του πρωθυπουργού, Δεληγιώργη. Στο ίδιο εκείνο γεύμα, πλησίασε κάποια στιγμή τον νεαρό βασιλιά και του είπε ξερά: «Παραιτούμαι». Ο Γεώργιος έμεινε άναυδος. Ρώτησε: «Για ποιο λόγο;». Ο Δεληγιώργης απάντησε ότι στο γεύμα ήταν παρών και ο Σπόνεκ. Ο βασιλιάς αναρωτήθηκε, πού ήταν το κακό, κι εν πάση περιπτώσει, αν του είχε πει ότι τον ενοχλεί η παρουσία του, δε θα τον καλούσε. Αναγκαστικά, ο Δεληγιώργης ανακάλεσε την παραίτησή του και το ζήτημα έμεινε εκεί.

Στις 29 Οκτώβρη, μέρα που ψηφίστηκε ο προϋπολογισμός του 1866, ο Δεληγιώργης πήγε στα ανάκτορα και παραπονέθηκε στον Γεώργιο ότι «ο Σπόνεκ προσπαθεί να ενώσει τους Κουμουνδούρο και Βούλγαρη ενάντιά του, μέσω του προέδρου της Βουλής, Κεχαγιά». Ο βασιλιάς κάλεσε τον Σπόνεκ. Αυτός δήλωσε άγνοια. Όσο για τον Κεχαγιά, με εξαίρεση δυο τυπικές κουβέντες στο γεύμα, είχε βδομάδες να μιλήσει μαζί του. Κλήθηκε και ο Κεχαγιάς. Δήλωσε ότι δεν είχε κουβεντιάσει με τον Σπόνεκ κι εξήγησε, τι είχε γίνει.

Την επομένη (30 του μήνα), ο βασιλιάς κάλεσε το υπουργικό συμβούλιο σε έκτακτη σύσκεψη. Έκανε μια περίληψη των όσων είχαν προηγηθεί και τους ρώτησε, αν μένουν ή φεύγουν. Τους προκατέλαβε ο Δεληγιώργης, δηλώνοντας «εμμονή στην παραίτηση». Αναγκαστικά, και οι υπουργοί του δήλωσαν ότι παραιτούνται.

Ήταν Σάββατο. Την Κυριακή, ο βασιλιάς έβαλε να βρουν τον Μπενιζέλο Ρούφο. Του ζήτησε να αναλάβει πρωθυπουργός. Ο Ρούφος δεν είχε σκοπό να ξαναμπλέξει. Αρνήθηκε. Ο βασιλιάς ξανακάλεσε τον Δημήτριο Βούλγαρη. Προκειμένου να μην του προκύψει πάλι ο Δεληγιώργης, ο «Τζουμπές» δέχτηκε δίχως όρους. Στις 3 Νοέμβρη (του 1865), παρουσίασε την κυβέρνησή του. Ο Γεώργιος ενέκρινε τον κατάλογο με τους υπουργούς. Ορκίστηκαν.

Την επομένη (4 του μήνα), ο Βούλγαρης ζήτησε από τον βασιλιά Γεώργιο να κλείσει την Βουλή ως τον Γενάρη, ώστε να έχει χρόνο να χαράξει κυβερνητική πολιτική και να συντάξει νέο προϋπολογισμό. Ο βασιλιάς αρνήθηκε. Στις 5 του μήνα, ο Βούλγαρης παραιτήθηκε. Ο βασιλιάς κάλεσε για άλλη μια φορά τον Αλέξανδρο Κουμουνδούρο. Ο Κουμουνδούρος πήγε στο σπίτι του Δεληγιώργη και του ζήτησε να συμπράξει. Το ίδιο ζήτησε και από τον Βούλγαρη. Απέβλεπε σε μια πλατιά κυβέρνηση που θα μπορούσε να οδηγήσει την χώρα έξω από το πολιτικό αδιέξοδο. Και οι δυο αρνήθηκαν. Η κυβέρνηση Κουμουνδούρου έπεσε. Ο βασιλιάς ξανακάλεσε τον Επαμεινώνδα Δεληγιώργη. Ορκίστηκε στις 13 του μήνα. Έπεσε στις 25. Αιτία το ότι η Βουλή αρνήθηκε να διακόψει, όπως της ζητήθηκε.

Και πάλι, ο Κουμουνδούρος πρότεινε συμμαχική κυβέρνηση. Με πρωθυπουργό «άχρωμο». Ο Βούλγαρης αναγκαστικά δέχτηκε. Σχηματίστηκε στις 28 Νοέμβρη (πέμπτη κυβέρνηση μέσα στον μήνα) με πρωθυπουργό τον Μπενιζέλο Ρούφο (δέχτηκε «για το καλό της πατρίδας»), υπουργούς από όλες τις πτέρυγες και χωρίς τους δυο μονομάχους (Κουμουνδούρο και Βούλγαρη). Ιούνιο (1866) παραιτήθηκε, ενώ σύννεφα επερχόμενου πολέμου σκίαζαν την Ευρώπη.

Ο Γεώργιος κάλεσε τους τρεις (Κουμουνδούρο, Βούλγαρη, Δεληγιώργη) και τους ζήτησε να συμπράξουν σε μια νέα κυβέρνηση. Κατέληξαν σε κυβέρνηση Βούλγαρη – Δεληγιώργη με την ανοχή του Κουμουνδούρου. Η νέα κυβέρνηση δεν άντεξε ως το τέλος του χρόνου. Στις 18 Δεκέμβρη, παραιτήθηκε.

Είχε μεσολαβήσει η επανάσταση στην Κρήτη (21 Αυγούστου) και είχε συντελεστεί η θυσία στη μονή Αρκαδίου (9 Νοέμβρη), ενώ, στην Ευρώπη, μάχονταν Πρώσοι και Αυστριακοί: Η Ελλάδα χρειαζόταν ισχυρή κυβέρνηση. Ο βασιλιάς έδωσε εντολή στον Κουμουνδούρο. Ανέλαβε ορίζοντας υπουργό Εξωτερικών τον νέο στην πολιτική, Χαρίλαο Τρικούπη. Η «μεγάλη» όπως την είπαν κυβέρνηση πρόλαβε να διαχειριστεί με τόλμη το Κρητικό ζήτημα, πριν να εξαναγκαστεί σε παραίτηση, ένα χρόνο αργότερα. Μετά την αδυναμία να κρατηθεί στην εξουσία μια κυβέρνηση υπό τον Αριστείδη Μωραϊτίνη, ο Γεώργιος έδωσε στον Βούλγαρη την εντολή να σχηματίσει νέο υπουργικό συμβούλιο. Η νέα κυβέρνηση ορκίστηκε στις 25 Γενάρη του 1868.

Έρωτας και συνοικέσιο

Όταν ο Γεώργιος έφτασε στην Αθήνα, πλησίαζε να κλείσει τα 18 του χρόνια κι όλοι, γύρω του, Δανοί και Έλληνες, ήταν αρκετά μεγάλοι για να κάνει φίλο του κάποιον από αυτούς. Συνήθως, πέρα από την άσκηση των καθηκόντων του, δεν είχε με τι άλλο να ασχοληθεί. Οι Αθηναίοι αριστοκράτες το κατάλαβαν αυτό και προσπάθησαν να το εκμεταλλευτούν, οργανώνοντας την μια μετά την άλλη τις δεξιώσεις, στις οποίες τον καλούσαν. Για να τον ψυχαγωγήσουν αλλά και για να τα έχουν καλά μαζί του.

Ο πρώτος που τον κάλεσε, ήταν ο σύμβουλος επικρατείας (καθηγητής πολιτικής οικονομίας στο πανεπιστήμιο) Ιωάννης Σούτσος, γιος του ηγεμόνα της Μολδοβλαχίας, Αλέξανδρου Σούτσου. Η δεξίωση δόθηκε στο εξοχικό αρχοντικό, στην περιοχή όπου σήμερα βρίσκεται ο Άγιος Μελέτιος Αχαρνών. Ένας, διάσημος εκείνη την εποχή κήπος, ένα κτήμα με πορτοκαλιές κι ένα δασάκι με πεύκα περιτριγύριζαν το κτίριο και δημιουργούσαν ειδυλλιακή εικόνα. Είχαν προσκληθεί όλοι οι ξένοι πρεσβευτές και, φυσικά, η «αφρόκρεμα της αθηναϊκής κοινωνίας». Και όλοι βρίσκονταν εκεί, όταν έφθασαν ο Γεώργιος και η συνοδεία του.

Ο οικοδεσπότης του παρουσίασε τους προσκεκλημένους έναν προς έναν κι έπειτα τα μέλη της οικογένειάς του. Ο Γεώργιος χαιρετούσε όλους τυπικά, ώσπου, κάποια στιγμή, έμεινε ακίνητος με το πρόσωπό του να δείχνει έκπληκτο και θαμπωμένο. Ο μπαμπάς Σούτσος του σύστηνε την κόρη του, Φρόσω. Ο νεαρός βασιλιάς έμεινε κεραυνόπληκτος. Η Ευφροσύνη Σούτσου ήταν πασίγνωστη για την ομορφιά της αλλά ο Γεώργιος την έβλεπε πρώτη φορά. Της ζήτησε τον πρώτο χορό κι όλη νύχτα δεν είχε μάτια για άλλην. Χόρευαν ως τις πρωινές ώρες. Ήταν για όλους φανερό ότι την είχε ερωτευτεί.

Στις επόμενες χοροεσπερίδες, στις οποίες τον καλούσαν, φρόντιζαν να είναι εκεί και η νεαρή Φρόσω. Με τον Γεώργιο να περνά μαζί της όλη την νύχτα. Κάποια φορά, της είπε, για να την προετοιμάσει:

«Μια από τις επόμενες μέρες, θα έρθω στο σπίτι σου, να σε ζητήσω από τον πατέρα σου».

Όπως αναφέρεται ότι έγραψε στο ημερολόγιο, που κρατούσε για την αδελφή της η Ρωξάνη (μετέπειτα Τυπάλδου Κοζάκη), η Φρόσω απάντησε:

«Θα ήταν για μένα μια ονειρεμένη ευτυχία. Όμως, συγχωρείστε με. Δεν μου είναι δυνατόν να το πιστέψω. Δεν μπορώ».

Η μικρή είχε δίκιο. Όταν μαθεύτηκε ότι ο νεαρός Γεώργιος δεν περνούσε απλά τον καιρό του μαζί της αλλά σκόπευε στα σοβαρά να την παντρευτεί, πρώτος ο κόμης Σπόνεκ του επέστησε την προσοχή: Όσο το όλο θέμα έμενε σε επίπεδο ανεπίσημου φλερτ, τα πάντα βρίσκονταν υπό έλεγχο. Αν, όμως, το ειδύλλιο προχωρούσε σε γάμο, κινδύνευε ακόμα και ο θρόνος του: Όλοι περίμεναν ένα συνοικέσιο με γνωστό βασιλικό οίκο που θα ισχυροποιούσε την θέση της μικρής Ελλάδας.

Ο Γεώργιος επέμενε. Ο Σπόνεκ έγραψε στον πατέρα του, πια βασιλιά της Δανίας. Εκείνος έστειλε στην Αθήνα τον αδελφό του, να βάλει μυαλό στον Γεώργιο. Κι ο τότε πρωθυπουργός, Δημήτριος Βούλγαρης, του ανακοίνωσε ότι κυβέρνηση, βουλή και λαός ήταν αντίθετοι στα σχέδιά του. Ο νεαρός βασιλιάς του γύρισε την πλάτη και αποχώρησε. Ο Βούλγαρης θίχτηκε, βρήκε τον μεγάλο αυλάρχη, Σκαρλάτο Σούτσο (θείο της Φρόσως), και του είπε ότι, την άλλη μέρα, θα υπέβαλλε την παραίτηση της κυβέρνησης.

Τον πρόλαβε ο αδελφός του βασιλιά της Δανίας, Ιωάννης, που έφθασε εκείνη την ημέρα και κλείστηκε με τον Γεώργιο σε ένα δωμάτιο. Όταν τέλειωσαν, ο νεαρός βασιλιάς κάλεσε τον υπασπιστή του, Φουγκ, και του ζήτησε να παραδώσει ένα γράμμα στην Φρόσω. Εκείνη ήταν ήδη πληροφορημένη από τον θείο της. Στο ημερολόγιό της, φέρεται να έγραψε:

«Η επίσκεψη του Φουγκ με την επιστολή του βασιλιά δεν με εξέπληξε. Γνώριζα την απόφασή του από τον θείο μου, από την προηγούμενη νύχτα. Δεν λυπάμαι. Το είχα προβλέψει. Όλη αυτή η ιστορία ήταν ένα παραμύθι».

Ο θείος του βασιλιά, Ιωάννης, παρέμεινε «αντιβασιλιάς» στην Αθήνα, ώσπου να σιγουρευτεί ότι ο ανιψιός του θα παντρευόταν την «κατάλληλη νύφη».

Λίγα χρόνια αργότερα, Απρίλη του 1867, ο Γεώργιος επισκέφτηκε Παρίσι, Λονδίνο και πάλι το Παρίσι, όπου διαπραγματεύτηκε για την γυναίκα που θα παντρευόταν: Ήταν Ρωσίδα κι αυτό δημιουργούσε προβλήματα με τις δυο άλλες μεγάλες δυνάμεις. Ο Γεώργιος είχε δει πρώτη φορά την Όλγα, το 1863. Είχε επισκεφτεί την Αγία Πετρούπολη για να ευχαριστήσει τον τσάρο, ο οποίος υποστήριξε την υποψηφιότητά του για τον θρόνο της Ελλάδας. Τότε, η μέλλουσα βασίλισσα της Ελλάδας ήταν μόλις δώδεκα χρόνων. Την ξανάδε το 1867, όταν επισκέφτηκε την Ρωσία γι' άλλη μια φορά. Του μπήκε η ιδέα να την παντρευτεί. Η Όλγα, πια, ήταν 16 χρόνων (κι αυτός 22), χριστιανή ορθόδοξη, μεγάλη δούκισσα της Ρωσίας, εγγονή του τσάρου Νικόλαου Α', που είχε πεθάνει δώδεκα χρόνια νωρίτερα, ανιψιά του τσάρου Αλέξανδρου Β' αλλά και απόγονος της αυτοκράτειρας του Βυζαντίου, Ευφροσύνης Δούκαινας Καματερίνας (γυναίκας του Αλέξιου Γ'). Διέθετε δηλαδή όλα τα τυπικά προσόντα. Απλά, δεν της άρεσε η ιδέα να παρατήσει τη Ρωσία.

Γαλλία και Αγγλία πείστηκαν: Τέλη Απρίλη του 1867, «αρθέντος παντός προσκόμματος», το συνοικέσιο ανακοινώθηκε επίσημα. Ο Γεώργιος έφυγε από το Παρίσι κι έφτασε πάλι στην Αγία Πετρούπολη. Ζήτησε το χέρι της. Ανακοινώθηκε «ανεπίσημος αρραβώνας» (11 Μάη). Οι Αθηναίοι τον πανηγύρισαν με διαδήλωση και κανονιοβολισμούς. Ιούλιο, έγιναν οι επίσημοι αρραβώνες. Υπήρχε ένας όρος στο συνοικέσιο: Ο γάμος θα γινόταν μετά τα 16α γενέθλια της Όλγας κι αυτά έπεφταν 3 Σεπτέμβρη. Αποφασίστηκε ο γάμος να γίνει στις 13 Οκτώβρη. Την ημέρα εκείνη, η Όλγα δεν ένιωθε καλά. Η τελετή αναβλήθηκε για τις 15 του μήνα. Κυριακή, 15/27 Οκτώβρη του 1867, ο γάμος τελέστηκε στην Πετρούπολη, με κάθε επισημότητα. Κανονιοβολισμοί την επομένη και δοξολογία στην Αθήνα ανάγγειλαν στους Αθηναίους το ευτυχές γεγονός. Το βασιλικό ζευγάρι έφτασε στον Πειραιά στις 12 Νοέμβρη του 1867 και, ώσπου να πάει στην Αθήνα, γνώρισε την αποθέωση του λαού.

 

Επιστροφή στην μιζέρια

Με όλο αυτό το ανεβοκατέβασμα κυβερνήσεων, είχε επέλθει η ώρα για νέες εκλογές (1868). Τις διεξήγαγε ο Δημήτριος Βούλγαρης που βρέθηκε πρωθυπουργός. Βρέθηκαν έξω από τη Βουλή οι Αλέξανδρος Κουμουνδούρος, Θεόδωρος Δηλιγιάννης, Χαρίλαος Τρικούπης και άλλοι επιφανείς αντίπαλοι του Βούλγαρη. Είχε όμως εκλεγεί ο επίσης εχθρός του, Λοβέρδος (Ζακύνθου), ενώ είχε αποτύχει ο φίλος του, Μιλτιάδης Κανάρης (Κυκλάδων). Και τα Κύθηρα έβγαλαν τρεις φίλους του Κουμουνδούρου. Ο Βούλγαρης ακύρωσε τις εκεί εκλογές. Στην Ζάκυνθο ποτέ δεν επαναλήφθηκαν. Στα Κύθηρα επανεκλέχτηκαν οι δυο από τους τρεις του Κουμουνδούρου και στις Κυκλάδες βγήκε με κόλπα ο δικός του.

Ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος έμεινε εκτός Βουλής. Χρειαζόταν όμως να γίνει επαναληπτική εκλογή στο Οίτυλο, την γενέτειρά του, αν και ο ίδιος εκλεγόταν στη Μεσσήνη. Φίλοι του, τον υπέδειξαν υποψήφιο. Ευκαιρία βρήκε ο Βούλγαρης και τον κατάγγειλε ως στασιαστή. Κι αφού ο Κουμουνδούρος ήταν «στασιαστής», στάλθηκε στρατός να τον συλλάβει. Δόθηκε πραγματική μάχη. Ο Κουμουνδούρος παραιτήθηκε από υποψήφιος και κρύφτηκε στη Μάνη. Θεωρήθηκε καταζητούμενος. Οι φίλοι του προσέφυγαν στην Δικαιοσύνη. Το Εφετείο έκρινε ότι η ένοπλη αντίσταση πολιτικού κατά της αυθαιρεσίας και των παρανομιών πρωθυπουργού είναι νόμιμη. Επέστρεψε στην Αθήνα, δικαιωμένος αλλά εκτός Βουλής. Ίδρυσε εφημερίδα και οργάνωσε κόμμα με σκοπό να ανατρέψει την κίβδηλη κυβέρνηση και να πετύχει στοιχειώδη κοινοβουλευτική συμπεριφορά στον τόπο.

Τον ίδιο καιρό, ο Δημήτριος Βούλγαρης συνέχιζε τα δικά του. Το 1874, προχώρησε σε κοινοβουλευτικό πραξικόπημα και το 1875 προσπάθησε να εξασφαλίσει απαρτία στη βουλή με απάτη και πλαστογραφία. Τον πήραν είδηση και τον παρέπεμψαν σε δίκη μαζί με όλη την κυβέρνησή του. Απέφυγε την καταδίκη αλλά απομακρύνθηκε οριστικά από την πολιτική. Πέθανε το 1877. Δυο χρόνια νωρίτερα, στα 1875, ο Χαρίλαος Τρικούπης είχε πείσει τον βασιλιά να δεχτεί την «αρχή της δεδηλωμένης» (να έχει η κυβέρνηση τη δεδηλωμένη πλειοψηφία στη Βουλή).

Ο Κουμουνδούρος έγινε πρωθυπουργός τρεις ακόμα φορές. Ρύθμισε το τεράστιο ελληνικό δημόσιο χρέος, συνετέλεσε στην παραχώρηση της Θεσσαλίας και μικρού τμήματος της νότιας Ηπείρου, ψήφισε τον νόμο περί ευθύνης υπουργών και οργάνωσε το φορολογικό σύστημα. Αποχώρησε από την πολιτική μετά την αποτυχία του στις εκλογές του Δεκέμβρη του 1881, όπου υπερίσχυσε ο πρώην πολιτικός φίλος του, Χαρίλαος Τρικούπης.

Η σφαγή στο Δήλεσι

Ήταν 29 Μάρτη του 1870, όταν μια ομάδα από οχτώ Άγγλους, δυο Ιταλούς κι έναν Έλληνα ξεναγό, ξεκίνησε από την Αθήνα με δυο άμαξες και τέσσερις έφιππους χωροφύλακες, που τη συνόδευε για προστασία, να επισκεφτεί τον Μαραθώνα. Η εκδρομή πήγε καλά κι αργά το μεσημέρι, οι εκδρομείς αποφάσισαν να επιστρέψουν. Έπεσαν στην παγίδα που τους είχε στήσει (ανάμεσα Πικέρμι και Σπάτα) η συμμορία των λήσταρχων αδελφών Χρήστου και Τάκου Αρβανιτάκη και Βαγγέλη Σπανού (περίπου 25 άνδρες).

Οι Αρβανιτάκηδες κι ο Σπανός ήταν περιβόητοι λήσταρχοι της εποχής, πρώην μέλη της ήδη διαλυμένης συμμορίας του Καλαμπαλίκη291, κατατρομοκρατούσαν Αττική και Βοιωτία και, παρ' όλο που είχαν επικηρυχτεί, διατηρούσαν σχέσεις με πολιτικούς και μεγαλοκτηματίες. Μόλις δυο χρόνια νωρίτερα (Γενάρη του 1868), είχαν απαγάγει τον δάσκαλο με όλους τους μαθητές του από το σχολείο στο Γαρδίκι του σημερινού δήμου Μακρακώμης292. Τότε, είχαν βάλει τον δάσκαλο να ξεχωρίσει τα δέκα παιδιά με τους πιο πλούσιους γονείς του χωριού, από τους οποίους ζήτησαν και πήραν λύτρα, για να τα ελευθερώσουν.

Οι τέσσερις συνοδοί των ξένων χωροφύλακες επιτέθηκαν στους ληστές αλλά σκοτώθηκαν οι δυο και τραυματίστηκαν οι άλλοι δυο. Οι περιηγητές αιχμαλωτίστηκαν. Ένα μικρό στρατιωτικό απόσπασμα, που τους πλησίασε, αναγκάστηκε να αποχωρήσει κάτω από την απειλή των ληστών ότι θα σκοτώσουν τους ξένους. Οι γυναίκες της ομάδας και οι δυο τραυματισμένοι χωροφύλακες αφέθηκαν ελεύθεροι, με την απαίτηση των ληστών να μεταφέρουν στην Αθήνα μήνυμα ότι απαιτούσαν λύτρα 50.000 λίρες Αγγλίας και αμνηστία για να ελευθερώσουν τους αιχμαλώτους. Οι υπόλοιποι όμηροι οδηγήθηκαν σε σπηλιά της Πεντέλης. Εκεί, τους περίμεναν οι Αρβανιτάκηδες, ο Σπανός και κάποιοι πια ηλικιωμένοι λήσταρχοι.

Ο πρεσβευτής της Αγγλίας στην Αθήνα προθυμοποιήθηκε να πληρώσει τα λύτρα αλλά ο από τις 29 Γενάρη του 1869 υπουργός Στρατιωτικών στην τότε κυβέρνηση, Σκαρλάτος Σούτσος (ο θείος της Φρόσως και φημολογούμενος προστάτης του Σπανού), αρνήθηκε να ενδώσει. Ο από τους αιχμαλώτους λόρδος Μάνκαστερ πρότεινε να τον ελευθερώσουν κι αυτός, μόλις επέστρεφε στην πρωτεύουσα, θα τους έστελνε τα λύτρα και θα φρόντιζε για την παροχή αμνηστίας. Του επέτρεψαν να φύγει. Όμως, ο Σούτσος παρέμενε ανένδοτος. Ήταν 5 Απρίλη, όταν έφθασε στην Αθήνα η λαίδη Βάινερ, μητέρα του πιο μικρού από τους αιχμαλώτους. Έστειλε στον Χρήστο Αρβανιτάκη ένα διαμαντένιο δαχτυλίδι, παρακαλώντας να λυπηθεί την ζωή του γιου της. Ο λήσταρχος ανταπέδωσε το δώρο, στέλνοντάς της ένα μαχαίρι στολισμένο με πετράδια κι ένα κομπολόι.

Συγκροτήθηκε στρατιωτικό απόσπασμα που στάλθηκε ενάντια στους ληστές. Στις 8 Απρίλη, οι στρατιώτες έφτασαν στον Ωρωπό, όπου είχαν μετακινηθεί ληστές και αιχμάλωτοι. Οι ληστές πρόλαβαν να φύγουν στο Δήλεσι, όπου, 9 του μήνα, τους κύκλωσαν οι διώκτες τους. Ο Έλληνας ξεναγός κατάφερε να δραπετεύσει αλλά οι εναπομείναντες τέσσερις ξένοι πια δεν μπορούσαν να περπατήσουν από την ταλαιπωρία. Οι ληστές τους σκότωσαν. Ακολούθησε συμπλοκή με το στρατιωτικό απόσπασμα. Σκοτώθηκαν επτά ληστές, ανάμεσα στους οποίους και ο λήσταρχος Χρήστος Αρβανιτάκης, διέφυγαν δέκα (με επικεφαλής τον Τάκο Αρβανιτάκη) και συνελήφθησαν οι υπόλοιποι (δικάστηκαν και εκτελέστηκαν, αργότερα). Ο Τάκος έφυγε στον τουρκοκρατούμενο Όλυμπο, όπου σκοτώθηκε, δέκα χρόνια αργότερα.

Η δολοφονία των τεσσάρων ξένων στο Δήλεσι προκάλεσε πανευρωπαϊκό αποτροπιασμό και δημιούργησε διπλωματικό ζήτημα σε βάρος της Ελλάδας. Οι, αγγλικές κυρίως, εφημερίδες αποκαλούσαν την χώρα «φωλιά ληστών και πειρατών». Η κυβέρνηση υποχρεώθηκε να πληρώσει από 22.000 λίρες σε κάθε μια από τις οικογένειες των θυμάτων, να αποδώσει τιμές στους νεκρούς και να εκφράσει τη λύπη της στις κυβερνήσεις Αγγλίας και Ιταλίας. Οι κυρώσεις θα ήταν χειρότερες, αν δεν επενέβαιναν υπέρ της Ελλάδας ο πρωθυπουργός, τότε, της Αγγλίας Ουίλιαμ Γλάδστων (Γουίλιαμ Γκλάντστοουν, William Ewart Gladstone, 1809 - 1898) και οι πρεσβευτές Ρωσίας και Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίοι δικαιολόγησαν ως σωστή την απόφαση των ελληνικών αρχών να μη συνδιαλαγεί με τους Αρβανιτάκηδες.

Στην Αθήνα, ήταν έντονη η φημολογία ότι ο Άγγλος μεγαλοκτηματίας, Φρανκ Νόελ, βρισκόταν πίσω από την ληστεία: Ήταν κοινό μυστικό ότι συναλλασσόταν με τους ληστές και συχνά τους πρόσφερε καταφύγιο στα κτήματά του στην Εύβοια, όταν στριμώχνονταν από καταδιωκτικά αποσπάσματα. Τον παρέπεμψαν σε δίκη αλλά, με την επέμβαση της αγγλικής πρεσβείας, ένα βούλευμα τον απάλλαξε.

Στην Βουλή, ο δημοφιλής βουλευτής και στρατιωτικός, Πάνος Κορωναίος293, κατηγόρησε τον υπουργό Στρατιωτικών, Σκαρλάτο Σούτσο, ως συνομιλητή των ληστών. Ήταν γνωστό ότι τους χρησιμοποιούσε ως φύλακες των απέραντων εκτάσεών του (200.000 στρέμματα στην Αττική, ανάμεσα στα οποία και το μετέπειτα βασιλικό τμήμα στο Τατόι). Ο 64χρονος τότε Σούτσος θίχτηκε και κάλεσε τον (61 χρόνων) Κορωναίο σε μονομαχία. Εκείνος δέχτηκε την πρόκληση. Στην παρουσία μαρτύρων μονομαχία τους, ο Σκαρλάτος Σούτσος μπόρεσε να τραυματίσει σοβαρά τον αντίπαλό του αλλά υποχρεώθηκε να παραιτηθεί από υπουργός. Η κατακραυγή συνεχιζόταν, οπότε, 9 Ιουλίου του 1870, παραιτήθηκε ολόκληρη η κυβέρνηση (Θρασύβουλου Ζαΐμη), για να αναλάβει νέα, υπό τον Επαμεινώνδα Δελιγιώργη.

Τα «Λαυρεωτικά»

Με προφανή σκοπό να ενθαρρυνθούν ξένοι και να προχωρήσουν σε επενδύσεις, ψηφίστηκε στα 1867 ο νόμος «περί μεταλλείων και ορυκτών». Την ίδια χρονιά, εκδόθηκαν διατάγματα που παραχωρούσαν στην γαλλοϊταλική εταιρεία Roux - Serprieri το δικαίωμα εξόρυξης μεταλλευμάτων σε έκταση 10.791 στρεμμάτων που ο Ιταλός Serprieri από το 1864 είχε καπαρώσει στο Λαύριο.

Ένα πρωτοφανές «κυνήγι θησαυρών» ακολούθησε, καθώς, «πανταχού σχεδόν της Ελλάδος (πολίτες) περιέτρεχον τα όρη και τας κοιλάδας προς ανίχνευσιν του (...) υποκρυπτομένου πλούτου εξ ου ωνειροπωλούντο αμύθητα κέρδη», σύμφωνα με έκθεση της εποχής. Ως το 1875, είχαν υποβληθεί 1.086 αιτήσεις για ορυχεία. Εγκρίθηκαν 359. Προχώρησαν οι 40. Στα 1875, λειτουργούσαν οι εννέα.

Στο Λαύριο όμως υπήρχαν και σημαντικές ποσότητες επιφανειακών χωμάτων που περιείχαν μετάλλευμα. Η εταιρεία έσπευσε να τις εκμεταλλευτεί, προκαλώντας την αντίδραση της κοινής γνώμης. Με επικεφαλής τον Επαμεινώνδα Δεληγιώργη, η αντιπολίτευση ισχυριζόταν ότι η ξένη εταιρεία είχε δικαίωμα εξόρυξης κοιτασμάτων και όχι οικειοποίησης επιφανειακών αποθεμάτων. Και οι εφημερίδες της εποχής μιλούσαν για ξεπούλημα αληθινού θησαυρού που, αν έμενε σε ελληνικά χέρια, μπορούσε να καλύψει ολόκληρο το δημοσιονομικό πρόβλημα της Ελλάδας. Η αλήθεια ήταν ότι οι σχετικές αποφάσεις δεν διευκρίνιζαν, τι έπρεπε να γίνει με τα μεταλλούχα χώματα.

Η κυβέρνηση Κουμουνδούρου προχώρησε (Μάης του 1871) σε ψήφιση νόμου, σύμφωνα με τον οποίο το ανακατεμένο με το χώμα της επιφάνειας μετάλλευμα ανήκε στο κράτος. Η εταιρεία αντέδρασε υποστηρίζοντας ότι η αρχική σύμβαση δεν διαχώριζε το έδαφος από το υπέδαφος και ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν μπορούσε να υπάρξει νόμος με αναδρομική ισχύ.

Αντί όμως οι της εταιρείας να προσφύγουν στην ελληνική δικαιοσύνη, απευθύνθηκαν στις πρεσβείες της Γαλλίας και της Ιταλίας και, μέσω αυτών, ζήτησαν αποζημίωση 15.000.000 δρχ. (ποσό υπερβολικά μεγάλο για την εποχή).

Οι πρεσβείες πίεζαν φορτικά την ελληνική πλευρά να ικανοποιήσει το αίτημα της εταιρείας, ο λαός απαιτούσε «δυναμικές λύσεις» και η κυβέρνηση παραιτήθηκε. Ούτε οι επόμενες του Ζαΐμη και του Βούλγαρη έβγαλαν άκρη. Ο βασιλιάς Γεώργιος κάλεσε τον Δεληγιώργη που είχε κινήσει το ζήτημα και του ανέθεσε τον σχηματισμό κυβέρνησης με εντολή να βρει λύση «στο Λαυρεωτικό» (8 Ιουλίου του 1872).

Ο Δεληγιώργης παρέπεμψε το θέμα στην δικαιοσύνη. Η εταιρεία αρνήθηκε αυτή τη λύση με το σκεπτικό ότι η δημοσιότητα, που είχε δοθεί, επηρέαζε την κρίση των δικαστών. Οι πρεσβείες Γαλλίας και Ιταλίας αντιπρότειναν την προσφυγή στην διαιτησία των μεγάλων δυνάμεων. Η αντιπρόταση απορρίφθηκε και επειδή ήταν μειωτική για το ελληνικό κράτος και διότι αποδοχή της θα σήμαινε υπαγωγή της εταιρείας σε καθεστώς ετεροδικίας. Και βέβαια, θα αποτελούσε και παραίτηση της Ελλάδας από το δικαίωμα ελέγχου των κρατικών ορυχείων.

Οι πρεσβευτές προχώρησαν σε εκβιασμό. Ο Γάλλος ότι τα γαλλικά λιμάνια θα έκλειναν για τα ελληνικά πλοία. Ο Ιταλός ότι η χώρα του θα προχωρούσε σε διακοπή των διπλωματικών σχέσεων με την Ελλάδα.

Ο Δεληγιώργης, όμως, διερευνούσε τον ίδιο καιρό την δυνατότητα να εξαγοραστεί η εταιρεία από Έλληνες κεφαλαιούχους. Ο Ανδρέας Συγγρός ανταποκρίθηκε. Επικεφαλής ομάδας Ελλήνων κεφαλαιούχων, ήρθε σε διαπραγματεύσεις με τους ξένους, εξαγόρασε την εταιρεία, τα δικαιώματά της και όλες τις εγκαταστάσεις της, πήρε το δικαίωμα εκμετάλλευσης και των επιφανειακών μεταλλευμάτων και ίδρυσε την «Εταιρεία Μεταλλουργείων Λαυρίου» που κυρώθηκε με βασιλικό διάταγμα.

Η αρχική συμφωνία προέβλεπε ότι το δημόσιο θα εισέπραττε το 44% των καθαρών κερδών. Στη συνέχεια, παγιοποιήθηκε στις 200.000 δρχ. κάθε χρόνο.

Ο χειρισμός από τον Δεληγιώργη αποδείχτηκε αριστοτεχνικός. Εξελίχθηκε όμως σε τραγωδία. Με την εξαγορά, οι Γάλλοι και οι Ιταλοί έπαψαν να έχουν λόγο να εκβιάζουν. Με τον Ανδρέα Συγγρό στο τιμόνι, η πορεία της εταιρείας προοιωνιζόταν λαμπρή. Τον γενικό ενθουσιασμό ακολούθησε πυρετός αγοράς μετοχών της νέας εταιρείας. Η τιμή της μετοχής πήρε τα ύψη σε ένα ξέφρενο ρυθμό, καθώς όλοι έσπευδαν να επενδύσουν τα χρήματά τους «στο Λαύριο». Οι συναλλαγές γίνονταν στο καφενείο «Η Ωραία Ελλάς», που, από το 1870, είχε μετατραπεί σε ανεπίσημο χρηματιστήριο294 (ως τότε, η διαπραγμάτευση αφορούσε μόνο ομολογίες εθνικών δανείων και μετοχές της Εθνικής Τράπεζας και της εταιρείας «Εθνική Ατμοπλοΐα»).

Και βέβαια, την εξωπραγματική άνοδο της τιμής της μετοχής ακολούθησε μια καθόλου εξωπραγματική κατρακύλα. Πολλοί μικρομεσαίοι αποταμιευτές έχασαν τα χρήματά τους. Στις απώλειες αυτές τους ακολούθησαν και όσοι είχαν επενδύσει σε άλλα ορυχεία. Οι «θησαυροί» ούτε καν άνθρακες αποδείχτηκαν. Απλά ήταν ανύπαρκτοι.

Οι διαδηλώσεις των οικονομικά κατεστραμμένων από την όλη υπόθεση τάραξαν την Αθήνα και εξελίχθηκαν σε πραγματικές μάχες. Στρέφονταν ενάντια στον Επαμεινώνδα Δεληγιώργη και την κυβέρνησή του, που θεωρούσαν υπαίτιους της κρίσης. Στις 9 Φλεβάρη του 1874, η κυβέρνηση παραιτήθηκε.

Η Εταιρεία Μεταλλουργείων Λαυρίου καθεαυτή αποδείχτηκε αρχικά κερδοφόρα. Για πάνω από είκοσι χρόνια (ως το 1907), το Λαύριο έδινε κάθε χρόνο 15.000 τόνους αργυρούχου μολύβδου, 30.000 τόνους ψευδάργυρου (καλαμίνας) και 150.000 τόνους σιδηρομετάλλευμα. Από εκεί κι έπειτα, η παραγωγή έπεσε. Στα 1930, απέδιδε 5.000 τόνους μολύβδου, δέκα με δώδεκα χιλιάδες τόνους καλαμίνας κι ελάχιστο σιδηρομετάλλευμα. Μισό αιώνα αργότερα, τα ορυχεία υπολειτουργούσαν.

Η αρχή της δεδηλωμένης

Ο Γεώργιος ανέθεσε τον σχηματισμό κυβέρνησης στον Δημήτριο Βούλγαρη. Διέθετε δώδεκα βουλευτές, οπότε δεν μπορούσε να περάσει τα παιχνίδια του. Προκήρυξε εκλογές για τις 23 Ιουνίου. Έγιναν μέσα σε ένα όργιο βίας και νοθείας αλλά, παρ' όλα αυτά, ο Βούλγαρης έβγαλε 82 βουλευτές σε σύνολο 190. Όμως, ο Επαμεινώνδας Δεληγιώργης και ο τότε ανερχόμενος Χαρίλαος Τρικούπης, κι αυτός από το Μεσολόγγι, δεν κατάφεραν να εκλεγούν.

Μερικές μέρες αργότερα, στις 29 του μήνα, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Οι Καιροί» το περίφημο άρθρο με τίτλο «Τις πταίει». Με αυτό, καταγγέλλονταν όλες οι κυβερνήσεις, από το 1868 κι έπειτα, ως προσωπικές, νόθες, αποτέλεσμα και μόνο του προνομίου που είχε το στέμμα να διορίζει πρωθυπουργούς. Το άρθρο ήταν ανυπόγραφο κι ο διευθυντής της εφημερίδας, Π. Κανελίδης, κλήθηκε σε απολογία. Την ευθύνη ανέλαβε ο Χαρίλαος Τρικούπης. Αυτός το είχε γράψει. Τον συνέλαβαν και τον προφυλάκισαν (6 Ιουλίου). Στις 9, δημοσιεύτηκε και δεύτερο άρθρο του με τίτλο «Παρελθόν και ενεστώς». Σ’ αυτό, εξηγούσε ότι ο Όθωνας έχασε τον θρόνο, επειδή ανέχτηκε τις εκλογές βίας και νοθείας κι επειδή αδιαφορούσε για τη λαϊκή θέληση. Την επομένη, 10 Ιουλίου του 1874, ο Χαρίλαος Τρικούπης αποφυλακίστηκε με εγγύηση. Στις 23, απαλλάχτηκε με βούλευμα.

Με κοινοβουλευτικά πραξικοπήματα, ο Βούλγαρης πέρασε τον προϋπολογισμό του 1875 και προχώρησε στην ψήφιση νομοσχεδίων με εξόφθαλμο ρουσφετολογικό περιεχόμενο (30 Νοέμβρη και 2 Δεκέμβρη του 1874). Η προσέλευση των αντιπολιτευόμενων βουλευτών στην Βουλή γινόταν κάτω από απίθανα αστυνομικά μέτρα και προπηλακισμούς. Η αντιπολίτευση κατάγγελλε τις μεθοδεύσεις αυτές αλλά ο Βούλγαρης δεν έδινε καμιά σημασία. Οι εφημερίδες κατακεραύνωναν τις κυβερνητικές πρακτικές, διαδηλώσεις βάραιναν την ατμόσφαιρα και οι κυβερνητικοί βουλευτές αντιμετώπιζαν τον χλευασμό των πολιτών. Σε κάποιες περιπτώσεις, ξενοδόχοι ζητούσαν από επαρχιώτες βουλευτές του Βούλγαρη να τους αδειάσουν τα δωμάτια και να φύγουν, ενώ 58 εκλεγμένοι της αντιπολίτευσης υπέγραψαν υπόμνημα προς τον βασιλιά, στο οποίο απαριθμούσαν μία προς μία τις κυβερνητικές ατασθαλίες και με το οποίο του ζητούσαν να επέμβει.

Στις εφημερίδες, καθημερινά δημοσιεύονταν τα ονόματα των πραξικοπηματιών βουλευτών, κατά την πρακτική των Αθηναίων της αρχαιότητας, που έγραφαν τα ονόματα των προδοτών σε μαρμάρινες στήλες, για να μην ξεχαστούν: Η περίοδος αυτή έμεινε στη μνήμη των Ελλήνων με την ονομασία «Στηλιτικά», στα οποία προστέθηκαν και τα «Σιμωνιακά295»: Δυο υπουργοί του Βούλγαρη, ο και γαμπρός του Βασίλειος Νικολόπουλος (Δικαιοσύνης) και ο Ιωάννης Βαλασόπουλος (Εκκλησιαστικών) αποκαλύφθηκε ότι είχαν αδρά δωροδοκηθεί από τέσσερις υποψήφιους μητροπολίτες για να πιέσουν την Ιερά Σύνοδο να τους εκλέξει σε ισάριθμες χηρεύουσες μητροπόλεις! Νέο κοινοβουλευτικό πραξικόπημα (αλχημεία, ώστε η Βουλή να θεωρηθεί ότι είχε απαρτία, παρ' όλο που παρόντες ήταν 92, ενώ απαιτούνταν 96 βουλευτές) έγινε στις 19 Μάρτη (του 1875).

Ο βασιλιάς κάλεσε τον Έλληνα πρεσβευτή στο Παρίσι, Ανδρέα Κουντουριώτη (1820 - 1894), να επιστρέψει στην Αθήνα και να αναλάβει πρωθυπουργός. Ο Κουντουριώτης ήρθε στις 10 Απρίλη, είδε πώς είχαν τα πράγματα και συμβούλευσε τον Γεώργιο να αναθέσει την εντολή στον Τρικούπη. Η κυβέρνηση παραιτήθηκε και, στις 27 Απρίλη, αν και μη εκλεγμένος, ο Μεσολογγίτης πολιτικός ανέλαβε την διακυβέρνηση της χώρας.

Ως πρωθυπουργός, ο Χαρίλαος Τρικούπης δεν έκανε τίποτ’ άλλο από το να προετοιμάσει τις πρώτες απόλυτα ελεύθερες και γνήσιες εκλογές, που ως τότε γνώρισε ο τόπος. Έγιναν με απόλυτη τάξη από 18 έως 21 Ιουλίου του 1875. Το κόμμα του Τρικούπη έβγαλε 25 βουλευτές και η κυβέρνησή του παραιτήθηκε. Όμως, όταν, στις 11 Αυγούστου του 1875, άνοιξε η Βουλή (με επίσημα εγκαίνια του νέου κτιρίου στην οδό Σταδίου), ο βασιλιάς Γεώργιος εκφώνησε τον γραμμένο από τον Τρικούπη λόγο του θρόνου. Με αυτόν, διακήρυσσε την «αρχή της δεδηλωμένης»:

Στο εξής, κυβέρνηση θα σχημάτιζε μόνον όποιος εξασφάλιζε την πλειοψηφία, με την έκφραση εμπιστοσύνης από το κοινοβούλιο. Ουσιαστικά, ο Γεώργιος απεμπολούσε ένα προνόμιό του και καταργούσε το άρθρο του συντάγματος, που προέβλεπε ότι την κυβέρνηση διορίζει ο βασιλιάς. Ήταν ένας σταθμός. Από την ημέρα εκείνη άρχιζε ουσιαστικά η κοινοβουλευτική ιστορία της νεότερης Ελλάδας.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

288. Το σήμερα αποκαλούμενο «κτίριο της Παλιάς Βουλής», στην οδό Σταδίου.

289. Κάποιες πηγές υποστηρίζουν ότι τότε ήταν που δόθηκε το όνομα «πλατεία Ομονοίας».

290. Οι λήσταρχοι της εποχής κυκλοφορούσαν ανενόχλητοι στην Αθήνα, καθώς τους είχαν αμνηστεύσει οι πολιτικοί που, ουσιαστικά, συνεργάζονταν μαζί τους.

291. Βλ. και κεφάλαιο 21, «ο λήσταρχος Νταβέλης».

292. Ο δήμος Μακρακώμης βρίσκεται στην Φθιώτιδα και προήλθε από την συνένωση των προϋπαρχόντων δήμων Σπερχειάδας, Μακρακώμης, Αγίου Γεωργίου Τυμφρηστού και της κοινότητας Τυμφρηστού.

293. Ο Πάνος Κορωναίος ήταν επικεφαλής της εθνοφυλακής αμέσως μετά την έξωση του Όθωνα και αρχηγός εθελοντικού σώματος στην επανάσταση της Κρήτης, το 1866.

294. Βλ. και κεφάλαιο κεφ. 20, «Η οδός Ερμού».

295. Από την λέξη «σιμωνία» που σημαίνει εξαγορά ιερατικού αξιώματος με αντάλλαγμα. Παραπέμπει στον Σίμωνα τον μάγο (α' μ. Χ. αιώνας) που προσπάθησε να δωροδοκήσει τους μαθητές του Χριστού για να μάθει «τα κόλπα» τους.

(τελευταία επεξεργασία, 26 Νοεμβρίου 2020)

Επικοινωνήστε μαζί μας