Κεφ. 23 ΑΘΗΝΑ: Ο εκσυγχρονισμός της πόλης

Στην άκρη της πόλης

Στα 1841, η μετέπειτα οδός Πανεπιστημίου αποτελούσε το βόρειο σύνορο της Αθήνας. Τον Μάρτη της χρονιάς αυτής, ο Δανός συγγραφέας παραμυθιών, Χανς Κρίστιαν Άντερσεν (Hans Christian Andersen, 1805 - 1875), επισκέφτηκε την πρωτεύουσα της Ελλάδας. Στο βιβλίο του «Το παζάρι ενός ποιητή»296, αναφέρει ότι πολύ του άρεσε το σπίτι του πρεσβευτή της Αυστρίας, που βρισκόταν «στην άκρη της πόλης»: Είχε θέα «την πλατιά ερημιά και τα ψηλά βουνά». Και το σπίτι του πρεσβευτή κτίστηκε στη σημερινή οδό Φειδίου (δρόμο παράλληλο κι ανάμεσα στις Πανεπιστημίου και Ακαδημίας). Ο κήπος του ξεκινούσε από τη οδό Πανεπιστημίου και εκτεινόταν από την Χαριλάου Τρικούπη ως την Εμμανουήλ Μπενάκη και την εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής. Από το 1919, στέγασε το Ελληνικό Ωδείο, που σήμερα στέκει ερειπωμένο.

Στα σχέδια των Κλεάνθη και Σάουμπερτ, η οδός Πανεπιστημίου προτεινόταν ως βουλεβάρτο (δρόμο περιπάτου). Η ζωή την επέβαλε ως κεντρικό άξονα της πόλης, καθώς η Σταδίου, την οποία προόριζαν για τον ρόλο αυτόν, αργούσε να αξιοποιηθεί.

Την χρονιά αυτή (1841), στη λεωφόρο Πανεπιστημίου, όπου έμελλε να ανεγερθούν κάποια από τα πιο σπουδαία μνημειακά οικοδομήματα της Αθήνας297 του 19ου αιώνα, λειτουργούσε μόνο το κεντρικό κτίριο του πανεπιστημίου. Και στη συνέχειά της (τη σημερινή λεωφόρο Αμαλίας) κτιζόταν το παλάτι (σήμερα, Βουλή), λειτουργούσε ο «Κήπος των ανακτόρων» (Βασιλικός κήπος, σήμερα Εθνικός), η δενδροφύτευση του οποίου είχε ξεκινήσει από το 1839, ενώ ολοκληρωνόταν η Αγγλικανική εκκλησία (του Αγίου Παύλου), η ανέγερση της οποίας είχε ξεκινήσει στα 1838.

Όπως και στα περισσότερα δημόσια κτίρια της εποχής, για το κτίσιμό της επιστρατεύτηκαν δωρητές και ευεργέτες. Στην περίπτωση του Αγίου Παύλου, χρήματα πρόσφεραν η αγγλική κυβέρνηση, ο πρεσβευτής της Αγγλίας στην Ελλάδα (Έντμουντ Λάιονς) κι εγκατεστημένοι στην Αθήνα Αμερικανοί και Άγγλοι πολίτες. Ολοκληρώθηκε στα 1843, σε σχέδια του Σταμάτη Κλεάνθη και επίβλεψη του Χανς Κρίστιαν Χάνσεν.

Στα 1846, ξεκίνησε η ανέγερση του παρθεναγωγείου της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας που, χάρη στις συνεχείς και απλόχερες δωρεές του εθνικού ευεργέτη Απόστολου Αρσάκη, το γνωρίζουμε ως «Αρσάκειο». Σχεδιάστηκε και ολοκληρώθηκε από τον αρχιτέκτονα Λύσανδρο Καυταντζόγλου. Ήταν το πρώτο σχολείο θηλέων στην Ελλάδα αλλά και σχολή για δασκάλες και νηπιαγωγούς. Θεωρείται χαρακτηριστικό δείγμα «εξελληνισμένου κλασικισμού». Όταν τα σχολεία μεταφέρθηκαν στο Ψυχικό (1930), στην πρόσοψη του κτιρίου κτίστηκαν μαγαζιά, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Εμμανουήλ Κριεζή (1936). Στα 1984, ξεκίνησε η κατεδάφισή τους, με αντικειμενικό σκοπό την αποκατάσταση του κτιρίου (σχέδια Αλέξανδρου Καλλιγά). Τελείωσε το 1989, οπότε στο μέγαρο εγκαταστάθηκε το Συμβούλιο της Επικρατείας.

Πλάι στην «αρχιτεκτονική τριλογία» (Εθνική Βιβλιοθήκη, Πανεπιστήμιο, Ακαδημία) και πριν αυτή να υπάρξει, ανεγέρθηκε το Οφθαλμιατρείο: Ο Θεόφιλος Χάνσεν είχε σχεδιάσει ένα κτίριο με έναν όροφο, σε νεοκλασικό ρυθμό. Ο θεμέλιος λίθος μπήκε στα 1847 αλλά οι εργασίες σταμάτησαν στα 1850, επειδή δεν υπήρχαν τα αναγκαία κονδύλια. Ο Χάνσεν παραιτήθηκε. Ο Γεώργιος Σίνας έβαλε το χέρι του βαθιά στην τσέπη και ο Λύσανδρος Καυταντζόγλου ανέλαβε να το ολοκληρώσει. Πρόσθεσε προεξοχή στην κύρια είσοδο και μετέτρεψε τον αρχικό σχεδιασμό. Όταν, στα 1855, το Οφθαλμιατρείο ολοκληρώθηκε, περισσότερο θύμιζε βυζαντινό ρυθμό. Ένας ακόμα όροφος προστέθηκε (1867 - 1869) σε σχέδια του μηχανικού Γεράσιμου Μεταξά, ενώ, στα 1881, δημιουργήθηκε υπερώο στο δώμα. Εξωτερικά ιατρεία κτίστηκαν στην αυλή (1910 - 1915), σε σχέδια του Αριστείδη Μπαλάνου.

Δίπλα ακριβώς στο Οφθαλμιατρείο, υψώνεται η καθολική εκκλησία του Διονυσίου Αεροπαγίτη που θεμελιώθηκε στα 1853 χωρίς, ελλείψει χρημάτων, να προχωρήσει η ανέγερσή της. Το οικόπεδο είχε αγοραστεί από το 1847 με χρήματα των καθολικών της Αθήνας. Ευσεβής καθολικός, ο βασιλιάς Όθωνας είχε αναθέσει τον σχεδιασμό της στον Λέο φον Κλέντσε, τον ίδιο εκείνον αρχιτέκτονα που είχε κάνει τα σχέδια για ανάκτορα πάνω στην Ακρόπολη. Ο Κλέντσε σχεδίασε μια μεγαλοπρεπή τρίκλιτη βασιλική σε νεοαναγεννησιακό ρυθμό, έχοντας πρότυπό του τον Άγιο Βονιφάτιο του Μονάχου.

Έγιναν έρανοι σε ολόκληρη την Ευρώπη για να προχωρήσει το κτίριο και, στα 1858, ανέλαβε να το ολοκληρώσει, χωρίς αμοιβή, ο Λύσανδρος Καυταντζόγλου. Πρότεινε να καταργηθεί το επιβλητικό καμπαναριό, να μικρύνουν οι διαστάσεις του και η διακόσμηση να είναι πιο λιτή από ότι στα αρχικά σχέδια. Προέκυψε ο (κατά τον Κ. Μπίρη) ναός με «ήρεμον και αξιοπρεπή εμφάνισιν, ενηρμονισμένην εις το αρχιτεκτονικόν ύφος του Αθηναϊκού κλασικισμού». Η πρώτη λειτουργία εκεί έγινε στα 1865, αν και το κτίριο αποπερατώθηκε μόλις στα 1891. Η τελευταία ανακαίνισή του πραγματοποιήθηκε την εξαετία 1992 - 1998, στηριγμένη σε μελέτη του Γιάννη Γκίζη.

Όταν ο Σλήμαν συνάντησε τον Τσίλλερ

Ο Ερνέστος Τσίλλερ έφτασε πρώτη φορά στην Αθήνα το 1861, προκειμένου να επιβλέψει την ανέγερση της Ακαδημίας Αθηνών, έπειτα από προτροπή του Θεόφιλου Χάνσεν298. Εκτός από τα επαγγελματικά του καθήκοντα, δραστηριοποιήθηκε και σε αρχαιολογικά θέματα. Ανάμεσα σε άλλα, εντόπισε την ακριβή θέση του Παναθηναϊκού σταδίου, στο οποίο πραγματοποίησε ανασκαφές, και επιμελήθηκε ένα φυλλάδιο με χάρτες και σχέδια της Τροίας.

Ο Ερρίκος Σλήμαν (Heinrich Schliemann, 1822 - 1890) πίστευε ακλόνητα ότι τα ομηρικά έπη δεν αφηγούνταν παραμύθια αλλά πραγματικά γεγονότα. Στα 1859, είχε επισκεφτεί για πρώτη φορά την Ελλάδα. Στα 1864, για δεύτερη. Πληροφορήθηκε για το φυλλάδιο του Τσίλλερ και συναντήθηκε μαζί του. Η γνωριμία τους εξελίχθηκε σε μεγάλη φιλία. Στα 1868, μάταια έψαξε να βρει το παλάτι του Οδυσσέα στην Ιθάκη. Χώρισε την Ρωσίδα γυναίκα του κι αναζήτησε δεύτερη, «Ελληνίδα με μαύρα μαλλιά». Την ήθελε όμορφη, αν ήταν δυνατόν, και αδιαφορούσε για αν και πόση περιουσία θα είχε. Ο καθηγητής στην Θεολογική Σχολή του πανεπιστήμιου, Θεόκλητος Βίμπος, του προξένεψε την Σοφία Καστριώτη (Εγκαστρωμένου): Κόρη πλούσιου μεσοαστού, 17χρονη Αρσακειάδα, γνώστρια των αρχαίων ελληνικών και όμορφη. Μαζί πήγαν στη Μικρά Ασία κι εντόπισαν την αρχαία Τροία (1870 - !873) αλλά η Σοφία έμεινε έγκυος στην κόρη τους, Ανδρομάχη (1871), και αποσύρθηκε, για να επανέλθει αργότερα. Στα 1874, ξέθαβαν τις αρχαίες Μυκήνες. Στα 1878, η Σοφία γέννησε τον γιο τους, Αγαμέμνονα, κι ο Σλήμαν θέλησε ν' αποκτήσει δικό του σπίτι στην Αθήνα. Απευθύνθηκε στον φίλο του, Ερνέστο Τσίλλερ. Πια, και οι δυο ήταν διάσημοι σε όλον τον κόσμο: Ο Σλήμαν ως ο άνθρωπος που ανέστησε τα ομηρικά έπη, πλασάροντας τα ευρήματά του με απίθανους τρόπους299, ενώ ο Τσίλλερ εξελισσόταν στον αρχιτέκτονα που θα πρόσφερε στην Αθήνα τον εξευρωπαϊσμένο της χαρακτήρα.

Έχοντας ζήσει τα παιδικά του χρόνια μέσα στην φτώχεια, ο Σλήμαν είπε στον Τσίλλερ: «Θέλω να διέλθω τα υπολειπόμενά μου έτη εν μεγάλη οικία, ζητώ ευρυχωρίαν και ουδέν πλέον. Έκλεξον οιονδήποτε ρυθμόν θέλεις, οι μόνοι μου όροι είναι πλατειά μαρμάρινη κλίμαξ άγουσα από του εδάφους μέχρι του άνω πατώματος και επί της κορυφής ταράτσα».

Ο Τσίλλερ επέλεξε αναγεννησιακό ρυθμό, προσαρμοσμένο στα ενδιαφέροντα του εργοδότη του: Η πρόσοψη (προς την οδό Πανεπιστημίου) καλύπτεται από διόροφη περίστυλη στοά, με μαρμάρινες κολόνες πάνω στην ισόγεια βάση. Δεξιά κι αριστερά στη στοά και σε κάθε όροφο, υπάρχουν από μια μπαλκονόπορτα, με ψευτοεξώστες στον πρώτο και κανονικούς, οι οποίοι στηρίζονται σε μαρμάρινους γεισίποδες (φουρούσια), εξώστες στον δεύτερο. Οι του δεύτερου ορόφου, στεφανώνονται από τριγωνικά αετώματα.

Η κύρια είσοδος βρίσκεται στην βορειοδυτική πλευρά, από όπου ξεκινά εντυπωσιακή διπλή μαρμάρινη σκάλα, που καταλήγει στον πρώτο όροφο. Ταράτσα καλύπτει την οροφή με ένα στηθαίο που περιβάλλεται από όμορφο κιγκλίδωμα. Σε κάποια απόσταση το ένα από το άλλο στο στηθαίο είχαν τοποθετεί 24 τεράστια πήλινα αγάλματα, εμπνευσμένα από την ελληνική μυθολογία και αρχαιότητα. Το κτίριο βαπτίστηκε «Ιλίου μέλαθρον» (Ίλιο, η ακρόπολη της Τροίας, μέλαθρον το παλάτι) και διέθετε πρωτοποριακά για την εποχή του συστήματα πυρόσβεσης, εξαερισμού και θέρμανσης.

Κουζίνα, αποθήκη και δωμάτια για το προσωπικό βρίσκονταν στο ισόγειο, στην βορειοδυτική πλευρά του οποίου υπήρχε το «μουσείο Σλήμαν». Εκεί, ο ιδιοκτήτης εξέθεσε μερικά από τα ευρήματά του, κι ανάμεσά τους τον λεγόμενο «θησαυρό του Πριάμου»300, που η ελληνική κυβέρνηση είχε αρνηθεί να δεχτεί, όταν της τον πρόσφερε.

Στον πρώτο όροφο, υπάρχουν χώροι υποδοχής, μια τεράστια αίθουσα χορού με πρόβλεψη για αθέατη ορχήστρα, η τραπεζαρία, ξενώνες και χώροι υγιεινής. Εντυπωσιακή σκάλα οδηγεί στον δεύτερο όροφο, όπου οι κρεβατοκάμαρες του ζευγαριού και των παιδιών τους, χώροι υγιεινής, βιβλιοθήκη, γραφείο και αναγνωστήριο.

Τοιχογραφίες (κυρίως με θέματα από τις Μυκήνες και τη μυθολογία) και οροφογραφίες καλύπτουν όλες σχεδόν τις επιφάνειες, ενώ τα δάπεδα είναι στολισμένα με μωσαϊκά. Το κτίριο ήταν έτοιμο αρχές του 1881 και εγκαινιάστηκε (31 Γενάρη) με λαμπρή δεξίωση, στην οποία προσήλθε η αφρόκρεμα της αθηναϊκής κοινωνίας.

Στο μέγαρο αυτό, ο Σλήμαν έζησε ως τον θάνατό του (1890). Η Σοφία και τα δυο παιδιά τους συνέχισαν να μένουν εκεί μέχρι το 1926, οπότε πουλήθηκε στο ελληνικό δημόσιο και, για τρία χρόνια, στέγασε το Μουσείο Καλών Τεχνών. Στα 1929, ξεκίνησε εκεί τη λειτουργία του το Συμβούλιο της Επικρατείας, με τη σημερινή του μορφή. Από το 1934 μέχρι το 1981, στέγασε τον Άρειο Πάγο κι έπειτα (για δυο χρόνια) το Εφετείο. Μετά από μια επώδυνη ανακαίνιση κι αποκατάσταση (από τις 11 Δεκέμβρη του 1998), φιλοξενεί το Νομισματικό Μουσείο.

Τα πρώτα χρόνια του Τσίλλερ

Χάρη στις διασυνδέσεις του εργοδότη του, Θεόφιλου Χάνσεν, και του πλούσιου χρηματοδότη της Ακαδημίας, Σίμωνα Σίνα, αλλά και χάρη στην κατοπινή φιλία του με τον βασιλιά Γεώργιο Α', ο Τσίλλερ εισχώρησε στην αθηναϊκή αριστοκρατία και, για πάνω από μισό αιώνα, έγινε ο αρχιτέκτονας με την μεγαλύτερη ζήτηση.

Ήταν μόλις 27 χρόνων, όταν ανέλαβε την πρώτη του μεγάλη δουλειά στην Αθήνα: Έναν ναό! Ο, εκείνη την εποχή (1864), καθηγητής της Θεολογικής σχολής του πανεπιστημίου, Θεόφιλος Βίμπος (ο ίδιος που, λίγα χρόνια αργότερα, έμελλε να προξενέψει την Σοφία Καστριώτη στον Σλήμαν), ήθελε να κτίσει σε οικόπεδό του, στα Πατήσια, επιβλητική εκκλησία στο όνομα του ευαγγελιστή Λουκά. Στον ίδιο χώρο, προϋπήρχαν μοναστήρι του αποστόλου Λουκά301 και ερείπια αρχαιότερης εκκλησίας. Ο Τσίλλερ σχεδίασε ναό βυζαντινού ρυθμού, «σταυροειδή μετά τρούλου»302. Ο τρούλος έχει σχήμα αβγού, ενώ στα πλάγια ξεπροβάλλουν ξεχωριστοί σε ύφος και σχήμα πυργίσκοι. Σε σχέδια του Τσίλλερ βασίζονται και τα τρία μαρμαρόγλυπτα υπέρθυρα στις εισόδους του ναού (κατασκευάστηκαν ανάμεσα στα 1889 και 1901) καθώς και γύψινο τέμπλο. Τα εγκαίνια της εκκλησίας έγιναν στις 18 Οκτώβρη του 1870, όταν ο Βίμπος ήταν πια αρχιεπίσκοπος Μαντινείας και Κυνουρίας.

Η δεύτερη ολοκληρωμένη δουλειά, που ο Τσίλλερ ανέλαβε, βρισκόταν ακόμα πιο μακριά από το κέντρο της Αθήνας: Ήταν το 1872, όταν ο βασιλιάς Γεώργιος Α' αγόρασε από τον αυλάρχη του, Σκαρλάτο Σούτσο, μεγάλη έκταση στο Τατόι με σκοπό να τη μετατρέψει σε κτήμα αναψυχής. Κάλεσε τον Τσίλλερ και του ζήτησε να κτίσει εκεί μιαν έπαυλη. Του εξήγησε ότι τον πρώτο ρόλο στο κτήμα θα έπαιζε το δάσος, οπότε το κτίσμα θα έπρεπε να είναι λιτό, κάτι σαν ξενώνας. Ο Τσίλλερ σχεδίασε ένα απλό διόροφο, του οποίου η στέγη απλωνόταν σε δυο πλαγιαστές πλευρές (δίριχτη). Ήταν έτοιμο στα 1874. Ο Γεώργιος το χρησιμοποίησε ως τα 1889, οπότε δόθηκε στον γιο του, διάδοχο Κωνσταντίνο, και την γυναίκα του, πριγκίπισσα Σοφία. Κάηκε στην μεγάλη πυρκαγιά του 1916.

Από το 1871, ο πάμπλουτος ομογενής Ανδρέας Συγγρός (1830 - 1899) εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Στα 1872, αγόρασε το γειτονικό στα ανάκτορα οικόπεδο (στην αρχή της σημερινής Βασιλίσσης Σοφίας) με σκοπό να κτίσει ιδιόκτητη κατοικία: Ο Τσίλλερ σχεδίασε γι' αυτόν το μέγαρο που σήμερα στεγάζει το υπουργείο Εξωτερικών (Βασ. Σοφίας 5 και Ζαλοκώστα). Ο ίδιος ο Συγγρός έκανε παρεμβάσεις στα σχέδια, ενώ η επίβλεψη της ανέγερσης ανατέθηκε σε Έλληνα μηχανικό αρχικά και σε Γάλλο αρχιτέκτονα στην συνέχεια. Κληροδοτήθηκε (1921) στο ελληνικό Δημόσιο και, στην δεκαετία 1930 - 40, υπέστη διάφορες επεμβάσεις, οπότε, στην πραγματικότητα, δεν αντιπροσωπεύει τον αρχικό σχεδιαστή του.

Στα 1875, ο Συγγρός παντρεύτηκε την, χήρα Αντωνιάδη, Ιφιγένεια Μαυροκορδάτου (1842 - 1921). Αγόρασε, τότε, μεγάλη έκταση στην Κηφισιά (το κτήμα Συγγρού ή Αναβρύτων) κι ανάθεσε στον Τσίλλερ να σχεδιάσει μια καλοκαιρινή έπαυλη, δώρο στην γυναίκα του. Αυτή την φορά, ο Τσίλλερ σχεδίασε ένα κάστρο (chateau) με στοιχεία πύργου, επάλξεις, πρόπυλο με loggia στο ισόγειο και μεγάλο εξώστη με απεριόριστη εκείνη την εποχή θέα. Είχε χώρους υποδοχής στο ισόγειο, υπνοδωμάτια στον όροφο, τοιχογραφίες και οροφογραφίες παντού. Κι αυτή την φορά, το αρχικό σχέδιο υπέστη παρεμβάσεις. Η Ιφιγένεια Συγγρού έμεινε εκεί από το 1899 (όταν ο άνδρας της πέθανε) ως το 1921, χρονιά του θανάτου της. Με την διαθήκη της, το κτήμα πέρασε στο ελληνικό Δημόσιο, όπως και ολόκληρη η περιουσία του Συγγρού. Σήμερα, το διαχειρίζεται το Ινστιτούτο Γεωργικών Επιστημών.

Το πολύπαθο Δημοτικό θέατρο

Στα χρόνια του Όθωνα, η Αθήνα δεν διέθετε δημοτικό θέατρο. Ο δημιουργός της Εθνικής Σκηνής, Γρηγόριος Καμπούρογλου (πατέρας του ιστορικού και ακαδημαϊκού Δημήτριου), θέλησε να το κάνει πραγματικότητα. Τον πολέμησε δικαστικά ο μοναδικός, τότε, θεατρώνης, καπετάν Γιάννης Μπούκουρας. Έχοντας τα μέσα στην αυλή, ο Καμπούρογλου μπόρεσε να εκδώσει άδεια ανέγερσης του θεάτρου (1856) στη σημερινή πλατεία Κοτζιά. Με χρηματοδότη τον ίδιο. Οι εργασίες ξεκίνησαν τον επόμενο χρόνο (1857), σε σχέδια του Γάλλου αρχιτέκτονα Φρανσουά Μπουλανζέ (Francois Luis Florimon Boulanger, 1807 - 1875), έργο του οποίου είναι και το μέγαρο του Βουλευτηρίου (Παλιά Βουλή). Ο Μπούκουρας προσέβαλε την απόφαση με το σκεπτικό ότι τα σχέδια δεν είχαν επικυρωθεί από τον Όθωνα. Ο Καμπούρογλου τα έστειλε στο παλάτι, να τα υπογράψει ο βασιλιάς. «Χάθηκαν» στην διαδρομή. Οι εργασίες σταμάτησαν. Ο Καμπούρογλου βρήκε νέα σχέδια, πήρε την πολυπόθητη υπογραφή και το έργο ξεκίνησε για δεύτερη φορά. Δεν έμελλε να ολοκληρωθεί: Ο Καμπούρογλου πτώχευσε και το έργο έμεινε στην μέση. Ο Μπούκουρας θριάμβευσε.

Στα 1871, νέες προσπάθειες ξεκίνησαν για να αποκτήσει η Αθήνα το δημοτικό της θέατρο. Επιστρατεύτηκε ο Τσίλλερ, ο οποίος πρόθυμα έφτιαξε τα σχέδια από την αρχή. Το κτίσιμο ξεκίνησε στα 1873 αλλά, δυο χρόνια αργότερα, οι εργασίες σταμάτησαν γι' άλλη μια φορά, καθώς οι πόροι είχαν εξαντληθεί.

Πέρασαν ακόμα 14 χρόνια, ώσπου, στα 1886, στο προσκήνιο εμφανίστηκε ο Ανδρέας Συγγρός. Συνέστησε μια μετοχική εταιρεία, με σκοπό την αποπεράτωση και εκμετάλλευση του θεάτρου. Ο Τσίλλερ υποχρεώθηκε να τροποποιήσει τα σχέδιά του, προσθέτοντας στο ισόγειο καταστήματα και μικραίνοντας το άνοιγμα της σκηνής. Επιτέλους, στα 1888, το δημοτικό θέατρο της Αθήνας ήταν έτοιμο. Με ένα θεωρείο παραχωρημένο ισόβια στον Συγγρό και την οικογένειά του. Στα χρόνια μετά την μικρασιατική καταστροφή (1922), το κτίριο χρησίμευσε ως στέγη προσφύγων και έπαθε μεγάλες καταστροφές. Ήταν το 1927, όταν ο τότε δήμαρχος, Σπύρος Πάτσης, αποφάσισε να το ανακαινίσει, με τις εργασίες να ξεκινούν το 1928, κάτω από την επίβλεψη του μηχανικού Ε. Λαζαρίδη. Το έργο, όμως, κόστιζε πολλά χρήματα, που δεν υπήρχαν. Ο επόμενος (από το 1929) δήμαρχος (Σπύρος Μερκούρης) τις διέκοψε. Το κτίριο εγκαταλείφθηκε. Υπουργός Διοικήσεως πρωτευούσης, ο Κώστας Κοτζιάς πέρασε απόφαση (16 Μάη του 1939) το κτίριο να κατεδαφιστεί. Ο χώρος, που ελευθερώθηκε, εντάχθηκε στην πλατεία Κοτζιά (το 1977, μετονομάστηκε πλατεία Εθνικής Αντίστασης αλλά κανένας δεν την αναφέρει με αυτό το όνομα).

Η οικογένεια Μελά και ο Τσίλλερ

Ο μεγαλέμπορος Μιχαήλ Βασιλείου από το Αργυρόκαστρο είχε δυο κόρες, την Ευφροσύνη και τη Σμαράγδα. Η Ευφροσύνη παντρεύτηκε τον ισχυρό μεγαλέμπορο της Οδησσού, Σπυρίδωνα ντε Βιάζι - Μαύρο. Η Σμαράγδα παντρεύτηκε τον Γεώργιο Μελά, μεγαλέμπορο στην Κωνσταντινούπολη. Δημιουργήθηκε έτσι ένα πανίσχυρο τραστ Ελλήνων εμπόρων. Οι δυο γαμπροί (Μελάς και Μαύρος) δραστηριοποιήθηκαν στους σκοπούς της Φιλικής Εταιρείας, υπέστησαν διώξεις αλλά κατάφεραν να επιζήσουν και, με την απελευθέρωση, να συνεχίσουν τις επικερδείς επιχειρήσεις τους.

Ο Γεώργιος Μελάς απέκτησε τέσσερις γιους και δυο κόρες: Τους Λέοντα, Κωνσταντίνο, Βασίλειο και Μιχαήλ καθώς και τις Ευφροσύνη και Σμαράγδα.

Ο Λέων γεννήθηκε το 1812 στην Κωνσταντινούπολη και εξελίχθηκε σε μεγάλο πατριώτη. Ανάμεσα σε άλλα, διώχθηκε επί Όθωνα, επειδή αρνήθηκε να επιβάλει λογοκρισία ως υπουργός Δικαιοσύνης, ενώ στήριξε οικονομικά και ασχολήθηκε δραστήρια στην Κρητική επανάσταση του 1866 ως πρόεδρος «Κεντρικής εν Αθήναις υπέρ των Κρητών Επιτροπής». Κι ακόμα, υπήρξε καθηγητής στη Νομική σχολή του πανεπιστήμιου και, ως πρόεδρος της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας, καθιέρωσε το μάθημα των παιδαγωγικών. Δικό του είναι το μυθιστόρημα «Ο Γεροστάθης», που εκδόθηκε το 1858 και, για γενιές, αποτέλεσε διδακτικό βιβλίο στο δημοτικό σχολείο. Άφησε την περιουσία του στον «Σύλλογο προς διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων».

Ο Μιχαήλ Μελάς γεννήθηκε το 1833 στην Ερμούπολη της Σύρου. Απέκτησε πολύ μεγάλη περιουσία πουλώντας στο Λονδίνο και στη Μασσαλία σιτηρά που αγόραζε στη Ρωσία. Στα 1874, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Την επόμενη χρονιά (1875), εισηγήθηκε την δημιουργία μιας κλειστής λέσχης μόνο για άνδρες, κατά τα αγγλικά πρότυπα. Γεννήθηκε η Αθηναϊκή Λέσχη, με διακόσια μέλη, τα πιο πλούσια της τότε Αθήνας (σήμερα, έχει χίλια). Υπήρξε (1878) ταμίας της Εθνικής Άμυνας, οργάνωσης που δρούσε στις κάτω από τουρκική κατοχή Κρήτη και Θεσσαλία (την διέλυσε ο Χαρίλαος Τρικούπης στα 1882). Αργότερα, οργανώθηκε στην Εθνική Εταιρεία (ιδρύθηκε το 1894) και ήταν πρόεδρός της το 1897, όταν με τις ενέργειές της προκάλεσε τον καταστροφικό ελληνοτουρκικό πόλεμο της χρονιάς αυτής. Πέθανε τον ίδιο αυτόν ζοφερό χρόνο. Γιος του ήταν ο μακεδονομάχος Παύλος Μελάς («Μίκης Ζέζας»), από τους πρώτους νεκρούς του Μακεδονικού Αγώνα.

Το 1850, η Ευφροσύνη Μελά παντρεύτηκε τον Ανδρέα Βαλλιάνο, ο οποίος (στα 1888) ήταν ένα από τα αδέλφια που χρηματοδότησαν την ανέγερση της Εθνικής Βιβλιοθήκης303. Η έκτη από τα αδέλφια, η Σμαράγδα Μελά, παντρεύτηκε τον μεγαλέμπορο Εμμανουήλ Βικέλα. Γιος τους ήταν ο Δημήτριος Βικέλας, πρωτεργάτης της αναβίωσης των ολυμπιακών αγώνων και πρώτος πρόεδρος της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής.

Ο Βασίλειος Μελάς γεννήθηκε το 1819 στην Κωνσταντινούπολη. Το 1849, εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο ως διευθυντής των επιχειρήσεων της οικογένειας Μαύρου. Στα 1851, παντρεύτηκε την Τερψιχόρη, κόρη του μεγαλέμπορα Κωνσταντίνου Γεραλόπουλου, και, μετά το 1854, ξεκίνησε με τα αδέλφια του την επιχείρηση «Αδελφοί Μελά», μπαίνοντας δυναμικά στο εμπόριο σιτηρών, μεταξιού και βαμβακιού. Έγιναν πάμπλουτοι. Στα 1873, ο Βασίλειος εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου αγόρασε ολόκληρο τετράγωνο (αυτό που περικλείεται σήμερα από τις οδούς Αιόλου, Σοφοκλέους, Στρέιτ και Κρατίνου), στη νοτιοανατολική γωνία της πλατείας Κοτζιά. Ήταν η χρονιά που, απέναντι από το οικόπεδο του Μελά, ξεκινούσε το χτίσιμο του Δημοτικού θεάτρου σε σχέδια του Τσίλλερ που, από το 1872, είχε διοριστεί και καθηγητής του Πολυτεχνείου. Ο Μελάς του ανέθεσε να σχεδιάσει και ένα δικό του κτίριο: Το ήθελε διόροφο με υπόγειο και να καλύπτει ολόκληρο το τετράγωνο (16.000 τμ). Μέσα σε έναν χρόνο (1874), ήταν έτοιμο.

Κόστισε ένα εκατομμύριο δρχ. και, στην εποχή του, ήταν το μεγαλύτερο ιδιωτικό κτίριο στην Αθήνα που, τότε, μετρούσε 74.500 κατοίκους. Τέσσερις πυργίσκοι, ένας σε κάθε γωνία, πολυεδρικές επιφάνειες στις προσόψεις, χρωματιστή διακόσμηση με Καρυάτιδες και κεφαλές του Ερμή, ένα όμορφο αίθριο στο ισόγειο, στηθαία (παραπέτα), τοξωτά και ευθύγραμμα περβάζια στις γωνίες, επιστέψεις και ευθύγραμμες κορνίζες δίνουν ένα εντυπωσιακό σύνολο, δείγμα γραφής του αρχιτέκτονα. Ονομάστηκε «Grand Hôtel d' Athènes» αλλά μάλλον ποτέ δεν λειτούργησε ως ξενοδοχείο. Γνωρίζουμε ότι στέγασε το Χρηματιστήριο (1881) πριν από τον θάνατο του ιδιοκτήτη του.

Ο Βασίλειος Μελάς ήταν άτεκνος αλλά, με την διαθήκη του, ίδρυσε το «Νηπιακό Επιμελητήριο Μελά», του οποίου σκοπός είναι η δημιουργία και συντήρηση νηπιαγωγείων, οπουδήποτε έξω από την Αθήνα. Για την εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού, χρησιμοποιούνται όλα τα έσοδα από την εκμετάλλευση του μεγάρου. Ο Βασίλειος πέθανε το 1884 και η γυναίκα του το 1887. Από τότε, στα επόμενα 130 χρόνια, κτίστηκαν και συντηρήθηκαν πάνω από 260 νηπιαγωγεία (και κάποια δημοτικά) στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια, όπου υπήρχε Ελληνισμός.

Το Επιμελητήριο δραστηριοποιείται ακόμα και σήμερα, με τον ιδρυτή του να θεωρείται ως ο θεμελιωτής της προσχολικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Δραστηριοποιείται και η Αθηναϊκή Λέσχη με έδρα στην οδό Πανεπιστημίου (αριθμό 11), δρόμο, στον οποίο βρίσκονται και όλες οι κατοικίες της οικογένειας Μελά (ιδιοκτησίες της Λέσχης).

Στα 1897, μια φωτιά προκάλεσε σοβαρές ζημιές στο Μέγαρο Μελά, με την επισκευή του να ολοκληρώνεται το 1899. Σε σχέδια του αρχιτέκτονα Φιλίππου Οικονόμου (από το 1909 ως το 1932) προστέθηκε τρίτος όροφος, ενώ, από το 1900 ως το 1973, στεγάστηκε εκεί το κεντρικό ταχυδρομείο. Στα 1974, κηρύχθηκε διατηρητέο. Από το 1979, το νοικιάζει η Εθνική Τράπεζα, με δαπάνες της οποίας κατεδαφίστηκε (ανάμεσα 1983 με 1988) ο τρίτος όροφος και το μέγαρο ανάκτησε την αρχική μορφή του.

Η συνοικία και το μέγαρο Τσίλλερ

Ο Παύλος Τσίλλερ, αδελφός του αρχιτέκτονα Ερνέστου, είχε κι αυτός εγκατασταθεί στην Αθήνα κι ασχολιόταν με οικοδομικές επιχειρήσεις. Τα δυο αδέλφια και ο πάμπλουτος γιατρός Παύλος Οριγώνης έστησαν ένα υαλουργείο στον Πειραιά, σε μια τότε ερημική έκταση, που σήμερα καλύπτεται και από την κεντρική πλατεία Αλεξάνδρας (τότε, Καλλιθέας). Η επιχείρηση δεν περπάτησε αλλά το οικόπεδο, στο οποίο είχε ανεγερθεί το υαλουργείο, μπήκε στο σχέδιο πόλεως (1873). Βρισκόταν στην δεξιά πλευρά του Πασαλιμανιού, πάνω από την βραχώδη περιοχή, πλάι στην θάλασσα και με απεριόριστη θέα. Ο Ερνέστος Τσίλλερ σκέφτηκε να την οικοδομήσει με επαύλεις και να τις πουλήσει για θερινές κατοικίες. Έκτισε επτά στην σειρά, με την περιοχή να βαφτίζεται «συνοικία των επαύλεων» ή «Τσίλλερ». Ο ίδιος εγκαταστάθηκε στο μετασκευασμένο σε έπαυλη υαλουργείο, στην αυλή του οποίου άνοιξε πηγάδι, αποκτώντας αυτονομία στο, δυσεύρετο τότε, νερό. Οι επαύλεις διέθεταν βεράντα μπροστά με θέα στην θάλασσα και μικρό κήπο πίσω. Βρίσκονταν πάνω στη σημερινή ακτή Μουτζοπούλου, με κατεύθυνση προς τη σημερινή πλατεία Αλεξάνδρας, που τότε, από πλατεία Καλλιθέας, έγινε γνωστή ως πλατεία Τσίλλερ. Μοσχοπουλήθηκαν.

Η πρώτη έπαυλη αγοράστηκε από τον ναυπηγό και ιδιοκτήτη ναυπηγείων, Β. Βασιλειάδη, και, αργότερα, πουλήθηκε στον εφοπλιστή Γ. Ποταμιάνο (κατεδαφίστηκε το 1950 και στην θέση της υψώθηκε πολυκατοικία). Τα καλοκαίρια του 1878 και του 1879, φιλοξενήθηκε σε αυτό η οικογένεια του βασιλιά Γεώργιου Α'. Η Πηνελόπη Δέλτα πέρασε στην περιοχή το καλοκαίρι του 1879 (τότε 5χρονη Πηνελόπη Μπενάκη), φιλοξενούμενη θείων της. Περιέγραψε ότι «ο βασιλέας» έμενε στο μεγάλο πρώτο σπίτι, μια Ρωσίδα κυρία των τιμών (της βασίλισσας Όλγας) στο δεύτερο, η δική της οικογένεια στο τρίτο, η εβραϊκή οικογένεια Χορν στο τέταρτο και από μια αθηναϊκή οικογένεια στα υπόλοιπα τρία σπίτια.

Το 1876, ο Ερνέστος Τσίλλερ παντρεύτηκε στην Βιέννη την πιανίστρια Σοφία Δούδου, κόρη μεγαλέμπορα από την Κοζάνη. Μετά τον γάμο, πήρε την ελληνική υπηκοότητα και πια εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ελλάδα. Το ζευγάρι απέκτησε πέντε παιδιά (Βαλέρια, Ναταλία, Ιωσηφίνα ή Φιφή, Όθωνα και Βάλτερ). Όλα γεννήθηκαν στο εξοχικό τους, στον Πειραιά.

Στα 1882, αγόρασε οικόπεδο ενός στρέμματος στη σημερινή οδό Μαυρομιχάλη 6, απέναντι από το θέατρο Ολύμπια (στην Ακαδημίας). Εκεί, έκτισε το σπίτι του, το μέγαρο Τσίλλερ όπως αποκαλείται. Ολοκληρώθηκε το 1885 και αποτέλεσε καύχημα της Αθήνας. Χαρακτηρίζεται ως έργο του ώριμου νεοκλασικισμού. Το εσωτερικό κοσμούν τοιχογραφίες και οροφογραφίες που θυμίζουν το μέγαρο Σλήμαν, καθώς ο ίδιος καλλιτέχνης (ο Σλοβένος ζωγράφος Γιούρι Σούμιτς) ευθύνεται για την διακόσμηση και των δυο κτιρίων. Ενώ, όμως, μαρμάρινη σκάλα οδηγεί στον πρώτο όροφο στο σπίτι του Σλήμαν, στο δικό του ο Τσίλλερ προτίμησε μια ξυλόγλυπτη.

Γόνοι πλούσιων οικογενειών και άνθρωποι των γραμμάτων και της τέχνης υπερηφανεύονταν ότι βρίσκονταν ανάμεσα στους καλεσμένους, στις περίφημες εκείνη την εποχή εσπερίδες που η Σοφία Δούδου Τσίλλερ οργάνωνε στο μέγαρό τους. Πιανίστρια η ίδια, χάριζε μικρά ρεσιτάλ κλασικής μουσικής στους καλεσμένους της. Ανάμεσά τους ήταν κι ο νεαρός Κεφαλονίτης Διονύσιος Λοβέρδος (1877 - 1934) τραπεζικός που, μετά το 1900, εργαζόταν ως ιδιαίτερος γραμματέας του διευθυντή Δημοσιότητας της Εθνικής Τράπεζας. Θαύμαζε το κτήριο και είχε την ελπίδα ότι κάποτε θα αποκτούσε ένα ίδιο. Στα 1905, μόλις 22 χρόνων, σκέφτηκε να δημιουργήσει δική του τράπεζα: Ίδρυσε τη Λαϊκή κι έγινε ο πρώτος διευθυντής της.

Ο Τσίλλερ, όμως, ήταν σπουδαίος αρχιτέκτονας αλλά πολύ κακός επιχειρηματίας. Έστησε επιχειρήσεις οικοδομικών υλικών αλλά έπεσε έξω. Στα 1911, το μέγαρο πέρασε στην κατοχή μιας ασφαλιστικής εταιρείας, που, τον επόμενο χρόνο (1912), το έβγαλε σε πλειστηριασμό. Ο πια 35χρονος Διονύσιος Λοβέρδος το είδε ως την ευκαιρία της ζωής του. Πλειοδότησε και το πήρε δικό του.

Έγινε το σπίτι του, ένα τμήμα του οποίου μετέτρεψε (το 1930) σε μουσείο για να στεγάσει την περίφημη συλλογή του με μεταβυζαντινές εικόνες. Λίγο πριν από το 1930, έκτισε στον κήπο εκκλησάκι με εντυπωσιακά ζωγραφισμένο θόλο (αρχιτέκτονας ο Αριστοτέλης Ζάχος). Ο Λοβέρδος πέθανε το 1934, η Λαϊκή τράπεζα συγχωνεύτηκε με την Ιονική (εξ ου και «Ιονική και Λαϊκή»304) στα 1938. Μεγάλο μέρος της συλλογής (470 εικόνες και ένα τέμπλο) δόθηκαν, στα 1979, στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο. Στα 1980, στο μέγαρο φιλοξενήθηκε το βεστιάριο της Λυρικής Σκηνής που, από το 1944, στεγαζόταν στην οδό Ακαδημίας, περίπου απέναντι στο μέγαρο Τσίλλερ. Μια φωτιά κατέστρεψε βεστιάριο και μέγαρο, το οποίο εγκαταλείφθηκε. Στα 1992, οι κόρες του Λοβέρδου, Μαρία και Ιωάννα, χάρισαν το κτίριο στο ελληνικό Δημόσιο, με το υπουργείο Πολιτισμού να αναλαμβάνει την αποκατάστασή του (ξεκίνησε το 2014) για να στεγάσει τη Μεταβυζαντινή Συλλογή Λοβέρδου, ως παράρτημα του Βυζαντινού και Χριστιανικού μουσείου της Αθήνας.

Το Πολυτεχνείο και το Μουσείο

Ήταν το 1836, όταν, με το βασιλικό διάταγμα «περί εκπαιδεύσεως εις την αρχιτεκτονικήν», δημιουργήθηκε το «Βασιλικό Σχολείο των Τεχνών». Σκοπό του είχε να σπουδάσει τους νέους που ήθελαν να γίνουν αρχιτεχνίτες (αρχιμάστορες) σε αρχιτεκτονικές εργασίες. Ξεκίνησε να λειτουργεί από τον επόμενο χρόνο (1837), με τα μαθήματα να γίνονται τις Κυριακές και λοιπές αργίες. Η προσέλευση μαθητών ξεπέρασε κάθε προσδοκία, οπότε, από το 1840, προστέθηκε και καθημερινό σχολείο, παράλληλα με το κυριακάτικο, με διδασκαλία και άλλων μαθημάτων. Το έλεγαν «Πολυτεχνείο» και, για να μπορούν να φοιτήσουν σ' αυτό όλοι όσοι επιθυμούσαν, μετεγκαταστάθηκε στην οδό Πειραιώς, στο μέγαρο του (πρωτοσπαθάριου της ηγεμονίας της Βλαχίας), Γ. Βλαχούτση. Είχε κτιστεί το 1834 και σ' αυτό κατοικούσε ο αντιβασιλιάς του Όθωνα, κόμης Άρμανσμπεργκ, ο οποίος, αρχές του 1837, υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει την Αθήνα305.

Πια, το σχολείο έγινε ίδρυμα και είχε δυο κατευθύνσεις: Βιομηχανικών Τεχνών και Καλών Τεχνών, με τριετή φοίτηση. Όμως, το πλήθος των μαθητών έκανε το μέγαρο Βλαχούτση να μοιάζει ανεπαρκές. Γινόταν φανερό ότι χρειαζόταν νέους χώρους. Η Ελένη, χήρα του εθνικού ευεργέτη Μιχαήλ Τοσίτσα, χάρισε ένα τεράστιο οικόπεδο στην αρχή της οδού Πατησίων που τότε διαμορφωνόταν. Με χρήματα από την διαθήκη του Γεωργίου Στουρνάρη και σε σχέδια Λύσανδρου Καυτατζόγλου, ξεκίνησε (στα 1862) να κτίζεται εκεί το πρώτο κτίριο. Τα έργα στην οικοδομή σταμάτησαν, από έλλειψη χρημάτων, η επιτροπή που είχε αναλάβει την ανέγερση είχε άποψη και επενέβαινε στα σχέδια και ο Λύσανδρος Καυτατζόγλου παραιτήθηκε.

Ο Γεώργιος Αβέρωφ έβαλε βαθιά το χέρι στην τσέπη και, στα 1870, οι εργασίες ξανάρχισαν. Το πρώτο εκείνο κτίριο ονομάστηκε «Αβέρωφ». Κι ενώ είχαν ξεκινήσει και ολοκληρώνονταν και τα υπόλοιπα κτίρια, στα 1873, τα μαθήματα μεταφέρθηκαν εκεί. Στα 1878, η ανέγερση είχε τελειώσει. Το ίδρυμα έγινε ανώτατο (1887) και ονομάστηκε Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (το 1914), προς τιμήν των βασικών δωρητών (Τοσίτσα, Αβέρωφ και Στουρνάρη), που όλοι τους κατάγονταν από το Μέτσοβο306.

Η Ελένη Τοσίτσα πρόσφερε και το, γειτονικό στο Πολυτεχνείο, οικόπεδο 62.056,42 τ. μ., για να ανεγερθεί εκεί το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Ήταν το 1866, όταν, με την προσφορά της, έληξε και αυτή η περιπέτεια. Είχαν περάσει 32 χρόνια, αφότου ίσχυσε ο αρχαιολογικός νόμος που όριζε την δημιουργία Κεντρικού Δημόσιου Μουσείου στην Αθήνα. Ο αρχιτέκτονας φον Κλέντσε, που είχε τροποποιήσει το πολεοδομικό σχέδιο της Αθήνας307, των Κλεάνθη και Σάουμπερτ, ήθελε το μουσείο πάνω στην Ακρόπολη (Εθνική Γλυπτοθήκη το ονόμαζε). Στα 1836, άλλαξε γνώμη και πρότεινε να κτιστεί επιβλητικό μουσείο (Παντεχνείο το έλεγε) στον λόφο του Αγίου Αθανασίου, στον Κεραμεικό. Κόστιζε πολλά λεφτά που δεν υπήρχαν, οπότε το σχέδιο εγκαταλείφθηκε.

Από το 1856, στον κρατικό προϋπολογισμό εγγραφόταν ποσό 10.000 δρχ. τον χρόνο για την ανέγερση του μουσείου. Τα χρήματα ήταν ελάχιστα. Τέλη του ίδιου χρόνου (1856), ο μόνιμος κάτοικος Πετρούπολης, Δημήτριος Μπερναρδάκης, πρόσφερε 200.000 δρχ. (ο ίδιος, οχτώ χρόνια αργότερα, θα ξανάβαζε το χέρι στην τσέπη, ώστε να ολοκληρωθεί επιτέλους και το πανεπιστήμιο308). Δημοσιεύτηκε νέος νόμος (1858), προκηρύχθηκε διεθνής διαγωνισμός που κρίθηκε άκαρπος, καθώς κανένα σχέδιο, από τα 14 που υποβλήθηκαν, δεν άρεσε. Για μια ακόμα φορά, το όλο θέμα πάγωσε.

Ξανάρθε στην επικαιρότητα, στα 1866, με την έντονη αρθρογραφία λόγιων της εποχής, ενώ, στην βιβλιοθήκη των ανακτόρων, ανακαλύφθηκαν τα σχέδια του Γερμανού αρχιτέκτονα Λούνβιχ Λάνζε (Ludwig Lange, 1808 - 1868) που, με δική του πρωτοβουλία, είχε εκπονήσει αλλά, με την έξωση του Όθωνα, κάπου είχαν ξεχαστεί. Αρχές του 1865, βασιλικό διάταγμα όρισε την ανέγερση Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου στον Κεραμεικό με βάση τα σχέδια του Λάνζε. Ορίστηκε να επιβλέπει το έργο ο αρχιτέκτονας Παναγιώτης Κάλκος. Οι αντιρρήσεις που προβλήθηκαν για την θέση του μουσείου, ματαίωσαν και την εκεί ανέγερση. Η Ελένη Τοσίτσα έλυσε το όλο πρόβλημα, προσφέροντας το οικόπεδο πλάι στο Πολυτεχνείο.

Ήταν 3 Οκτώβρη του 1866, όταν σε επίσημη και πανηγυρική τελετή μπήκε ο θεμέλιος λίθος. Ο Κάλκος τροποποίησε τα αρχικά σχέδια και, το 1874, η δυτική πτέρυγα ήταν σχεδόν έτοιμη. Όμως, στα 1875, ο Κάλκος πέθανε και η χρηματοδότηση είχε στερέψει.

Ο Δημήτριος Μπερναρδάκης είχε πεθάνει από το 1870 αλλά ο γιος του, Νικόλαος, πρόσφερε 100.000 φράγκα, ποσό που, μαζί με τα χρήματα που συνεισέφερε η Αρχαιολογική Εταιρεία, επαρκούσε για την αποπεράτωση του μουσείου. Προτάθηκε στον αρχιτέκτονα Θεόφιλο Χάνσεν να αναλάβει την επίβλεψη αλλά αυτός αντιπρότεινε νέα θέση (νότια στην Ακρόπολη) και νέα σχέδια. Απορρίφθηκαν. Τελικά, την ολοκλήρωση του έργου ανέλαβε ο Τσίλλερ: Πρόσθεσε πρόπυλο με τέσσερις ιωνικούς κίονες μπροστά και άλλους δυο πιο πίσω και, δεξιά κι αριστερά του, σχεδίασε δυο στοές οι οποίες καταλήγουν σε δυο δωμάτια με στέγη που φέρει αέτωμα. Επιτέλους, στα 1889, το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο παραδόθηκε έτοιμο!

Οι περιπέτειες του Ζαππείου

Η φιλολογία για την αναβίωση των Ολυμπιακών αγώνων είχε ξεκινήσει από το 1837, με κύριο υπέρμαχο τον ρομαντικό συγγραφέα και πολιτικό, Παναγιώτη Σούτσο. Αυτός ενέπνευσε τον εθνικό ευεργέτη, Ευάγγελο Ζάππα, να υποβάλει ένα υπόμνημα (1856), με το οποίο πρότεινε την καθιέρωση σειρά εκδηλώσεων, που θα πρόβαλαν την Ελλάδα στον διεθνή χώρο και θα την έκαναν να ακολουθήσει τους ρυθμούς της βιομηχανικής επανάστασης. Εισηγήθηκε οι εκδηλώσεις αυτές να γίνουν στις 25 Μάρτη του 1857 και να περιλαμβάνουν και την διεξαγωγή αγώνων στην Αθήνα. Ο ίδιος δεσμεύτηκε να χρηματοδοτήσει τους αγώνες και την ανέγερση ολυμπιακού κτιρίου, όπου θα προβάλλονταν δείγματα της ελληνικής τέχνης και βιομηχανίας. Πρότεινε το κτίριο αυτό να μετατραπεί σε μουσείο ελληνικών αρχαιοτήτων. Κατέθεσε και 2.000 αυστριακά φλορίνια για τα έξοδα των πρώτων «Ολυμπίων».

Ξεκίνησε ένας πρώτος καβγάς για το πού θα ανεγειρόταν το κτίριο, με πρώτη επιλογή την κορυφή του λόφου πάνω από το Παναθηναϊκό στάδιο. Τελικά, η Βουλή ψήφισε νόμο, με τον οποίο παραχωρήθηκαν περίπου 80.000 τμ ανάμεσα στον ανακτορικό (σήμερα, Εθνικό) κήπο και τα ερείπια του Ολυμπιείου, ώστε το μέγαρο να κτιστεί κοντά στο στάδιο. Τα σχέδια του κτιρίου ανέλαβε να εκπονήσει ο Γάλλος αρχιτέκτονας, Φρανσουά Μπουλανζέ. Ο Έλληνας στρατιωτικός μηχανικός, Αναστάσιος Θεοφιλάς, το τροποποίησε. Αρχικό και τροποποιημένο σχέδια εγκαταλείφθηκαν κάτω από το βάρος τρομερών καταγγελιών για καταχρήσεις. Στα 1873, το Πολυτεχνείο απέλυσε από την θέση του καθηγητή τον Ερνέστο Τσίλλερ, επειδή ο αρχιτέκτονας αρνιόταν να καλύψει την διασπάθιση των χρημάτων του Ευάγγελου Ζάππα που είχε πεθάνει από το 1865. Τελικά, ο θεμέλιος λίθος μπήκε στις αρχές του 1874 αλλά το έργο δεν προχωρούσε, καθώς οι καταχρήσεις είχαν παραχωρήσει τη θέση τους σε επαγγελματικές αντιζηλίες ανάμεσα στους αρχιτέκτονες.

Ξάδελφος του Ευάγγελου και διαχειριστής της περιουσίας του, ο Κωνσταντίνος Ζάππας αποφάσισε να επέμβει δυναμικά. Ανέθεσε την εκπόνηση νέου σχεδίου στον Θεόφιλο Χάνσεν, ακόμα και αν αυτό θα ήταν σε βάρος του ό,τι είχε μέχρι τότε οικοδομηθεί. Ο Χάνσεν έκτισε το οικοδόμημα σε νεοκλασικό ρυθμό, με κορινθιακού ρυθμού πρόπυλο. Εγκαινιάστηκε επίσημα τον Οκτώβρη του 1888. Το είπαν Ζάππειο μέγαρο και είναι το πρώτο στον κόσμο που κτίστηκε για να εξυπηρετήσει ολυμπιακές ανάγκες.

Το μέγαρο διαθέτει 25 χώρους έκθεσης, με ποικιλία διαστάσεων και χρησιμοποιήθηκε αρχικά για να στεγάσει τα «Νέα Ολύμπια», έκθεση με γεωργικό, τεχνικό και βιομηχανικό περιεχόμενο που επαναλαμβανόταν κάθε τέσσερα χρόνια. Στους πρώτους διεθνείς Ολυμπιακούς αγώνες, του 1896, φιλοξένησε την ξιφασκία, ενώ, από το 1938, τις εγκαταστάσεις του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας. Την πρωτοχρονιά του 1981, υπογράφτηκε επίσημα εκεί, από τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή, η συνθήκη προσχώρησης της Ελλάδας στην τότε ΕΟΚ. Σήμερα, το Ζάππειο χρησιμοποιείται για διάφορες δημόσιες και ιδιωτικές εκδηλώσεις, ενώ εκεί στήνεται το κέντρο τύπου, κάθε φορά που διεξάγονται εκλογές.

Οδός Σταδίου, ο δρόμος με τις ακακίες

Ο τρίτος βασικός δρόμος των αρχικών σχεδίων Κλεάνθη και Σάουμπερτ ήταν η οδός Σταδίου: Θα ξεκινούσε από την πλατεία Ανακτόρων (σημερινή Ομόνοιας) με κατάληξη το παναθηναϊκό στάδιο. Η μετακίνηση της θέσης των ανακτόρων σταμάτησε την ανάπτυξή της προς τα ανατολικά. Και η διάνοιξή της σκόνταφτε σε τεράστιο φυσικό εμπόδιο: Ο Βοϊδοπνίχτης, ένας από τους 700 ποταμούς, χείμαρρους και ρυάκια που τότε διέσχιζαν το λεκανοπέδιο της Αττικής, ξεκινούσε από τον Λυκαβηττό, κατέβαινε από την σημερινή οδό Βουκουρεστίου και ακολουθούσε όλο το μήκος της Σταδίου προς την Ομόνοια. Κι ένα γεφύρι, στο ύψος του Αρσάκειου, ένωνε τη μια όχθη με την άλλη. Στα 1852, μια καταιγίδα το παρέσυρε: Η Αθήνα κόπηκε στα δύο. Οχτώ χρόνια αργότερα (1860), το ρέμα σκεπάστηκε για να διαμορφωθεί επιτέλους οριστικά η οδός Σταδίου. Με την ευκαιρία εκείνη, δημιουργήθηκε και ο πρώτος κανονικός υπόνομος της πόλης.

Ήταν ένας φαρδύς δρόμος με παρτέρι στην μέση, όπου οι ακακίες σχημάτιζαν δεντροστοιχία. Κι ως τα 1880, παρέμεναν άκτιστα τουλάχιστον 16 οικόπεδα, ενώ ελάχιστα ήταν τα αξιόλογα κτίρια που υπήρχαν σ' αυτόν. Μονοκατοικίες και διώροφα σπίτια καθιστούσαν τη Σταδίου κυρίως δρόμο κατοίκησης. Και καθώς τότε ήταν ένας ήσυχος δρόμος αλλά και βρίσκεται κοντά στο πανεπιστήμιο, προτιμούσαν να μένουν εκεί καθηγητές και άνθρωποι της επιστήμης:

Σε σπίτι πλάι στη (σημερινή) πλατεία Κολοκοτρώνη, έμενε ο καθηγητής Φαρμακολογίας και Μαιευτικής στο πανεπιστήμιο, Νικόλαος Κωστής (1805 - 1861), προσωπικός γιατρός της βασίλισσας Αμαλίας και πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου της Αθήνας.

Στην διασταύρωση Σταδίου και (σημερινή) Εδουάρδου Λω, είχε το σπίτι του ο επίσης (από το 1863) καθηγητής της Ιατρικής και πρύτανης του πανεπιστημίου, Θεόδωρος Αρεταίος (1829 - 1893), που κληροδότησε το τεράστιο για την εποχή ποσό του ενός εκατομμυρίου δρχ. για την ανέγερση χειρουργικού και γυναικολογικού πανεπιστημιακού νοσοκομείου, του γνωστού «Αρεταίειου». Ανεγέρθηκε στο επί της σημερινής λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας 76 οικόπεδο, σε σχέδια των αρχιτεκτόνων Ηλία Αγγελόπουλου και Ιωάννη Ιωάννου (θεμελιώθηκε το 1894, εγκαινιάστηκε το 1898).

Στον ίδιο δρόμο έμενε και ο καθηγητής Λατινικής Φιλολογίας, Ευθύμιος Καστόρχης (1810 - 1889), συνιδρυτής (από το 1871) με τον Στέφανο Κουμανούδη του περιοδικού «Αθήναιον».

Από το 1835 ως το 1907, στην οδό Σταδίου και προς την πλευρά της πλατείας Ομονοίας (ανάμεσα στις σημερινές οδούς Σανταρόζα και Αρσάκη) λειτουργούσε το «Βασιλικό Τυπογραφείο και Λιθογραφείο» («Εθνικό Τυπογραφείο», από το 1862). Κτίστηκε σε σχέδια του Βαυαρού αρχιτέκτονα Γιόζεφ Χόφερ (Joseph Hoffer).

Στην άκρη του δρόμου, προς την πλευρά της πλατείας Συντάγματος, υπήρχαν οι βασιλικοί στάβλοι. Κάλυπταν ολόκληρο το οικοδομικό τετράγωνο των σημερινών οδών Βουκουρεστίου, Σταδίου, Αμερικής και Πανεπιστημίου. Κι εκτός από τους στάβλους, φιλοξενούνταν εκεί ένα αγρόκτημα με κοτέτσια για να έχουν φρέσκα αβγά οι κατοικούντες στα γειτονικά ανάκτορα κι ένα πλάτωμα, όπου έκαναν πατινάζ οι πιο νεαροί της βασιλικής οικογένειας. Από το 1910 κι έπειτα, γινόταν όλο και φανερό ότι οι στάβλοι που, πια, δεν βρίσκονταν στην άκρη της πόλης, αποτελούσαν ανορθογραφία για την περιοχή. Το πάρσιμο οριστικής απόφασης για την τύχη τους επέσπευσε μια πυρκαγιά (στα 1920), οπότε το τεράστιο αυτό οικόπεδο παραχωρήθηκε στο Μετοχικό Ταμείο Στρατού για αξιοποίηση.

Ακολούθησαν αρχιτεκτονικοί διαγωνισμοί, ώσπου, στα 1927, εγκρίθηκαν τα σχέδια των αρχιτεκτόνων Βασίλειου Κάσσανδρου και Λεωνίδα Μπόνη. Από τον επόμενο χρόνο (1928), ξεκίνησε η ανέγερση του κτιρίου που ολοκληρώθηκε δώδεκα χρόνια αργότερα.

Λοξά κι απέναντι από το οικόπεδο των βασιλικών στάβλων υπήρχε το σπίτι που ο βασιλιάς Όθωνας χρησιμοποίησε για κατοικία του, όταν έφτασε στην Αθήνα309. Με την από τον βασιλιά παραχώρηση του συντάγματος, εκεί συνεδρίαζε η συντακτική συνέλευση κι εκεί ψηφίστηκε το πρώτο σύνταγμα της Ελλάδας (Μάρτης του 1844). Στο κτίριο αυτό συνεδρίαζε η Βουλή ως το 1854, οπότε το κατέστρεψε μια φωτιά. Στα γρήγορα, κτίστηκε ένα πρόχειρο κτίριο από τούβλα για να στεγάσει τις συνεδριάσεις της Βουλής. Οι Αθηναίοι το είπαν «παράγκα».

Στα 1857, στον χώρο της καμένης πρώην βασιλικής κατοικίας, η βασίλισσα Αμαλία θεμελίωσε νέο κτίριο για τις συνεδριάσεις της Βουλής και της Γερουσίας, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Φρανσουά Μπουλανζέ. Η ανέγερση διακόπηκε την επόμενη χρονιά από έλλειψη κονδυλίων. Έμελλε να ξεκινήσει πάλι στα 1863, όταν πια ο Όθωνας και η Αμαλία είχαν απομακρυνθεί. Και μια που το νέο σύνταγμα καταργούσε την Γερουσίας, τα σχέδια τροποποιήθηκαν από τον αρχιτέκτονα Παναγιώτη Κάλκο. Το νέο κτίριο εγκαινιάστηκε στις 11 Αυγούστου του 1875 με τον λόγο του θρόνου, τότε που ο βασιλιάς Γεώργιος Α' καθιέρωσε την «αρχή της δεδηλωμένης»310. Η Βουλή συνεδρίαζε εκεί ως το 1935, οπότε μεταφέρθηκε στο σημερινό της χώρο, το κτίριο των Παλαιών Ανακτόρων.

Η μεταμόρφωση της Σταδίου

Η οδός Σταδίου παρέμενε ήσυχος δρόμος δίχως μεγάλη κίνηση, εκτός απ' όταν συνεδρίαζε η Βουλή και συζητούσε νομοσχέδια ειδικού περιεχομένου, οπότε οι ενδιαφερόμενοι σχημάτιζαν πηγαδάκια έξω από αυτήν. Με τον καιρό, μεταβλήθηκε σε πολυσύχναστο δρόμο περιπάτου, κυρίως τα απογεύματα, κι έχασε την ηρεμία της. Η πολυκοσμία έγινε αιτία να αναπτυχθούν εμπορικά καταστήματα και χώροι ψυχαγωγίας, ενώ νέα κτίρια αντικατέστησαν τα χαμηλά του πρώτου καιρού.

Από τις πρώτες εντυπωσιακές οικοδομές είναι και το μέγαρο Αθηνογένους (στον αριθμό 50) που ξεκίνησε να κτίζεται στα 1875 κι ολοκληρώθηκε πέντε χρόνια αργότερα, σε σχέδια ξένου αρχιτέκτονα311. Πρόκειται για νεοκλασική σύνθεση, με ιωνικές παραστάδες στην πρόσοψη, σε συνδυασμό με γαλλική επιρροή μπαρόκ, όπως επιτάσσανε οι τάσεις της εποχής. Στα τέλη του αιώνα, στο μέγαρο αυτό φιλοξενήθηκε η «Οθωμανική Τράπεζα Συναλλάγματος και Αξιών» («Banque Ottomane de Change et de Valeurs»). Στα 1989, πέρασε στην κυριότητα της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας, μισοκάηκε στα 2004, κηρύχθηκε διατηρητέο αλλά έχει εγκαταλειφθεί και καταρρέει.

Στον σημερινό αριθμό 23 του δρόμου, στα 1880, κτίστηκε η εντυπωσιακή εκλεκτικιστικού ρυθμού τριόροφη κατοικία του Χιώτη τραπεζίτη Σταμάτιου Δεκόζη Βούρου, σε σχέδια του Τσίλλερ. Ουσιαστικά, ο ιδιοκτήτης του δεν πρόλαβε να την χαρεί, καθώς πέθανε το 1881 (σε ηλικία 89 χρόνων). Άλλαξε διάφορους ιδιοκτήτες και, από τις αρχές του 20ού αιώνα, χρήσεις, με μαγαζιά στο ισόγειο και γραφεία διαφόρων εταιρειών στους ορόφους.

Στα 1881, ήταν έτοιμο και το διπλανό διόροφο κτίριο (σήμερα, Σταδίου 19 - 21 και Χρήστου Λαδά), έργο κι αυτό του Τσίλλερ (κι αυτό εκλεκτικιστικού ρυθμού), με επίσης ιδιοκτήτη τον Σταμάτιο Δεκόζη Βούρο, ο οποίος είχε αγοράσει κι άλλα οικόπεδα στην περιοχή312. Στις αρχές του 20ού αιώνα, στέγαζε στο ισόγειο φαρμακείο, κουρείο και κατάστημα «ειδών Κίνας». Έμελλε να φιλοξενήσει το κινηματοθέατρο «Αττικόν» και, αργότερα, και τον υπόγειο κινηματογράφο «Απόλλων».

Στα 1890, στην γωνία των οδών Σταδίου και (σημερινή) Κοραή, κτίστηκε ένα κομψό τριόροφο ξενοδοχείο. Δείγμα του ώριμου κλασικισμού, διαθέτει χαρακτηριστική τοξοστοιχία στα ανοίγματα του ισογείου. Αρχικά, ονομαζόταν «Ξενοδοχείον η Αίγυπτος» («Hôtel d' Egypte»). Στη συνέχεια, «Ξενοδοχείο των Αθηνών» («Hôtel d' Athènes») κι, αργότερα, «Grand Hôtel d' Athènes». Από το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, στέγασε γραφεία και καταστήματα. Η ριζική ανακαίνισή του κόλλησε στα δικαστήρια.

Στα 1893, η οδός Σταδίου απέκτησε το θερινό «θέατρο Τσόχα», όπου δίνονταν παραστάσεις από τον Μάη ως τα τέλη Οκτώβρη. Διέθετε τέντα για την περίπτωση που έπιανε βροχή, ενώ, με μια δεκάρα, οι θεατές είχαν την δυνατότητα να νοικιάσουν μαξιλάρι: Υποτίθεται ότι έτσι θα μπορούσαν να καθίσουν πιο αναπαυτικά αλλά, συχνά πυκνά, όταν το προσφερόμενο θέαμα δεν ήταν του γούστου τους, τα εκσφενδόνιζαν στη σκηνή. Ήταν το περιβόητο «μαξιλάρωμα», που ξεκίνησε από εκεί και πήρε αρκετά μεγάλες διαστάσεις313. Δυο χρόνια αργότερα (1895), στην γωνία Σταδίου και (σημερινή) Πεσμαζόγλου, υψώθηκε το «Βαριετέ» ή «Θέατρο Ποικιλιών», που διέθετε καμαρίνια, χώρο για ορχήστρα και άνετη σκηνή. Στα 1911, η 23χρονη τότε Κυβέλη ξεκίνησε εκεί παραστάσεις με τον δικό της θίασο.

Αρχές του 20ού αιώνα (1904), το επιβλητικό ορειχάλκινο άγαλμα του Κολοκοτρώνη, έφιππου, στήθηκε στην γωνία της Σταδίου με τον γειτονικό δρόμο που, εξαιτίας του μνημείου, πήρε το όνομά του (οδός Κολοκοτρώνη). Είναι έργο του διάσημου την εποχή εκείνη γλύπτη, Λάζαρου Σώχου (1862 - 1911), από την Τήνο. Παρουσιάζει τον αρχιστράτηγο της επανάστασης του 1821 να κρατά τα χαλινάρια του αλόγου του με το αριστερό χέρι και με τεντωμένο το δεξί να δείχνει μπροστά, ενώ το κεφάλι του είναι στραμμένο αριστερά, σαν να διατάζει εκείνους που υποτίθεται ότι τον ακολουθούν. Το αρσενικό άλογο έχει υψωμένο το μπροστινό αριστερό του πόδι, κάτι που σημαίνει στην γλώσσα των γλυπτών ότι ο αναβάτης πέθανε από τα τραύματά του, μετά από κάποια μάχη (αν και τα δυο πόδια είναι υψωμένα, ο αναβάτης σκοτώθηκε στη μάχη), ενώ είναι γνωστό ότι ο Κολοκοτρώνης πέθανε από εγκεφαλικό επεισόδιο, ύστερα από γλέντι (Φλεβάρη του 1843).

Το γλυπτό στηρίζεται πάνω σε μαρμάρινο βάθρο, στις πλαϊνές πλευρές του οποίου έχουν εντοιχιστεί δυο χάλκινες ανάγλυφες πλάκες, έργα του ίδιου γλύπτη. Στην μια από αυτές, αναπαριστάνεται η καταστροφή του Δράμαλη στα Δερβενάκια. Στην άλλη, ο Κολοκοτρώνης καλεί τους Έλληνες να επαναστατήσουν ενάντια στον σουλτάνο. Το έργο είναι πανομοιότυπο με εκείνο του ίδιου γλύπτη που βρίσκεται στην πλατεία Κολοκοτρώνη, στο Ναύπλιο, και είχε προηγηθεί (1895). Η εκεί επιτροπή είχε υποχρεώσει τον καλλιτέχνη να παρουσιάσει τον Κολοκοτρώνη με περικεφαλαία, παρόλο που εκείνος τον ήθελε ασκεπή, ώστε να τονίζονται τα πλούσια μακριά μαλλιά του. Ο Σώχος υπάκουσε στην εντολή, οπότε και το πανομοιότυπο της Αθήνας τον εμφανίζει με περικεφαλαία. Όταν, στα 2002, χρειάστηκε να γίνει συντήρηση του ανδριάντα, έκπληκτοι οι συντηρητές διάβασαν στο βάθος της περικεφαλαίας την φράση:

«Παρά τη θέλησιν του Σώχου, Κολοκοτρώνη μου, ξαναφόρεσε την περικεφαλαία, Paris 1909» (1909, αν και το άγαλμα ήταν έτοιμο από το 1904).

Κάποτε, γινόταν μεγάλη συζήτηση για το «προς τα πού δείχνει ο Κολοκοτρώνης», ο οποίος, απλά δείχνει μπροστά. Ο καλλιτέχνης δεν μπορούσε καν να γνωρίζει, πού επρόκειτο να στηθεί ο ανδριάντας: Ο δήμος Αθηναίων είχε προτείνει τον χώρο μπροστά στο Ζάππειο, ενώ η νομαρχία Αττικής μπροστά στην Παλιά Βουλή, όπου και τοποθετήθηκε αρχικά. Όταν, επί πρωθυπουργίας Κωνσταντίνου Καραμανλή, διαμορφώθηκε η πλατεία Κολοκοτρώνη, το άγαλμα μετακινήθηκε στην τωρινή του θέση. Τότε, ξαναμπήκε θέμα για το προς τα πού θα έπρεπε να δείχνει ο Κολοκοτρώνης, με πολλές από τις απόψεις να στηρίζονται σε διάφορα επιχειρήματα, όπως «να δείχνει προς την Πόλη, για να μην την ξεχνούν οι Έλληνες»! Μια κατοπινή φήμη αναφέρει ότι ο Καραμανλής κάλεσε τους ειδικούς σε σύσκεψη, ώστε να αποφασιστεί η οριστική θέση. Για κάμποση ώρα, τους άκουγε βλοσυρός να διαπληκτίζονται, ώσπου, κάποια στιγμή, βρόντησε το χέρι του στο τραπέζι, σηκώθηκε όρθιος και, σε τόνο που δεν σήκωνε αντιρρήσεις, έδειξε μπροστά και είπε:

«Θα κοιτάζει προς τα εκεί»!

Και «προς τα εκεί», κοιτάζει.

Στην πλατεία Συντάγματος

Το τείχος Χασεκή314 που οριοθετούσε την Αθήνα, χώριζε στα δυο την έκταση όπου έμελλε να δημιουργηθεί η πλατεία Συντάγματος: Ένα τμήμα της βρισκόταν μέσα στην πόλη κι ένα άλλο έξω από αυτήν. Έτσι κι αλλιώς, η περιοχή ήταν ακατοίκητη και ονομαζόταν «Περιβολάκια». Οι Κλεάνθης και Σάουμπερτ πρότειναν να δημιουργηθεί στην θέση αυτή στρογγυλή πλατεία, την οποία θα διέσχιζε η οδός Σταδίου. Την έλεγαν πλατεία «Θουκυδίδου» στα σχέδιά τους. Όταν αποφασίστηκε να κτιστεί εκεί το παλάτι, την είπαν πλατεία «Ανακτόρων». Με την επανάσταση της 3ης Σεπτέμβρη του 1843, πήρε το οριστικό της όνομα: Πλατεία Συντάγματος.

Από το 1837, η πλατεία είχε ανοιχτεί μπροστά από την κύρια είσοδο του παλατιού που ακόμα χτιζόταν. Στην προέκτασή της, ο γεωπόνος Σμάρατ (Smarat) που είχε αναλάβει και τον (τότε) Βασιλικό Κήπο, δημιούργησε τον «Κήπο των Μουσών», με πρότυπο τους γαλλικούς κήπους. Την επί Όθωνα τελική της μορφή, η πλατεία την πήρε στα 1842, όταν διαρρυθμίστηκε συμμετρικά δεξιά και αριστερά του άξονα παλάτι - οδός Ερμού.

Τότε ήταν που πολλοί πλούσιοι έσπευσαν να αγοράσουν οικόπεδα για να κτίσουν τα σπίτια τους κοντά στα ανάκτορα και να γίνουν γείτονες του βασιλιά. Με πρώτον τον βαθύπλουτο Αντώνη Δημητρίου, ως τότε εγκατεστημένο στην Τεργέστη. Ο Θεόφιλος Χάνσεν ανέλαβε τα σχέδια και την επίβλεψη αλλά η γειτνίαση με τα ανάκτορα απαιτούσε η οικοδομή να εγκριθεί και από τον ίδιο τον Όθωνα. Ο βασιλιάς είδε τα σχέδια, ενθουσιάστηκε κι αποφάσισε όλα τα μελλοντικά κτίρια της περιοχής να ακολουθήσουν το ίδιο μοτίβο! Δεν του έγινε το χατίρι.

Το μέγαρο Δημητρίου κτίστηκε (1842) τριόροφο, με τα παιδιά του ιδιοκτήτη, Κωνσταντίνο και Ελένη, να παίρνουν από έναν όροφο, ενώ στο ισόγειο εγκαταστάθηκαν τα γραφεία της επιχείρησής του. Από το 1874, στέγασε το ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία»315, ένα από τα λαμπρότερα στην Ανατολική Μεσόγειο. Στις επόμενες δεκαετίες, υπέστη διάφορες επεμβάσεις, επεκτάθηκε κι απέκτησε νέες πτέρυγες, ενώ οι όροφοί του έφτασαν τους εννέα.

Δίπλα στο μέγαρο Δημητρίου, στα 1873, ξεκίνησε να κτίζεται το μέγαρο του πάμπλουτου τραπεζίτη Βασίλειου Σκουλούδη, Έλληνα ομογενή στην Κωνσταντινούπολη, ο οποίος εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, στα 1876, όταν ολοκληρώθηκε η οικοδομή. Έζησε εκεί ως τον θάνατό του, στα 1928. Οι κληρονόμοι του, το μετέτρεψαν σε ξενοδοχείο. Κατεδαφίστηκε στα 1934 και στη θέση του κτίστηκε το ξενοδοχείο «King George».

Γειτονικό στο μέγαρο Σκουλούδη κι επίσης στα 1873, ξεκίνησε να κτίζεται το γωνιακό με την οδό Σταδίου μέγαρο του Δημήτριου Βούρου. Ολοκληρώθηκε (1876) ταυτόχρονα με του Σκουλούδη. Δώδεκα χρόνια αργότερα, στα 1888, η οικογένεια αντιμετώπισε οικονομικά προβλήματα, οπότε μετέτρεψε το ισόγειο του μεγάρου σε καταστήματα. Φιλοξενήθηκε εκεί το ζυθοπωλείο - καφενείο του Ζαχαράτου. Ουσιαστικά, ήταν επέκταση του καφενείου Ζαχαράτου που υπήρχε στην απέναντι γωνία, Σταδίου και Μουσών (σημερινή Καραγεώργη Σερβίας). Έκλεισε στα 1963, οπότε κατεδαφίστηκε και το μέγαρο. Στην θέση του, κτίστηκε το ξενοδοχείο «Meridien». Ανακαινίστηκε στα 1998, με νέους ιδιοκτήτες και μετονομάστηκε «Athens Plaza».

Ο Ζαχαράτος είχε επιχείρηση στην πλατεία Ομονοίας και, κάποια στιγμή, επεκτάθηκε και στην πλατεία Συντάγματος. Για τον σκοπό αυτό, νοίκιασε και ανακαίνισε το καφενείο Γιαννόπουλου που απλωνόταν στο ισόγειο του ξενοδοχείου Grand Hôtel (είχε κτιστεί εκεί από τα χρόνια του Όθωνα).

Στα 1842, ο υφηγητής Φυσικού Δικαίου, Παύλος Καλλιγάς (1814 - 1896), αγόρασε το χωράφι πλάι στο ξενοδοχείο αυτό (στη σημερινή Καραγεώργη Σερβίας 4) για να κτίσει το δικό του σπίτι. Σκάβοντας για τα θεμέλια, βρήκαν μια πλάκα με χαραγμένη την επιγραφή «ΗΟΡΟΣ ΚΗΠΟΥ ΜΟΥΣΩΝ» (εξ ου και κήπος Μουσών το όνομα της μικρής πλατείας που ο Σμάρατ δημιούργησε εκεί). Στα 1862, ο Καλλιγάς βγήκε στο μπαλκόνι του πάνω ορόφου κι άρχισε να πυροβολεί στο αέρα, πανηγυρίζοντας την έξωση του Όθωνα. Το σπίτι ήταν διόροφο κι έτσι έμεινε ως τα 1900, όταν ο, γιος του Παύλου, Γεώργιος Καλλιγάς, ανέθεσε στον Τσίλλερ να το επεκτείνει: Προστέθηκαν τρίτος όροφος και κτίσματα στα πλάγια. Στα μέσα του 20ού αιώνα, φιλοξένησε τα γραφεία της εφημερίδας «Ελευθερία». Κατεδαφίστηκε στα 1957. Στη θέση του, κτίστηκε πολυόροφο κτίριο με στοά που ενώνει την οδό Σταδίου με την Καραγεώργη Σερβίας (Στοά Καλλιγά).

Απέναντι στο σπίτι του Καλλιγά (στην γωνία της πλατείας με την σημερινή οδό Καραγεώργη Σερβίας 1), στα 1845, κτίστηκε το διόροφο σπίτι του Πάλλη, σε πρώιμο νεοκλασικό ύφος. Κατεδαφίστηκε κάποια στιγμή και στην θέση του ανεγέρθηκε το τετραόροφο μέγαρο Πάλλη (1910 - 1911), σε σχέδια του αρχιτέκτονα Αναστάσιου Μεταξά (1863 - 1937). Αποτελεί «χαρακτηριστικό δείγμα του όψιμου νεοκλασικού ρυθμού, με έντονες εκλεκτικιστικές επιδράσεις και έναν διακοσμητικό φόρτο που έχει θεωρηθεί πομπώδης»316. Στα 2006, εγκρίθηκε η αποκατάσταση της εξωτερικής όψης του, με παράλληλη δραστική επέμβαση στο εσωτερικό του, προκειμένου να φιλοξενήσει υπεραγορά βιβλίων και πολυχώρο (το Public). Τη μελέτη για το όλο εγχείρημα έκαναν οι αρχιτέκτονες Παναγιώτης Γραμματικόπουλος και Χρήστος Πανουσάκης.

Στα 1853, ο αρχιτέκτονας Παναγιώτης Κάλκος, ξεκίνησε να κτίζει, στο οικόπεδο της γωνίας οδού Ερμού 1 και πλατείας Συντάγματος, το εντυπωσιακό τριόροφο μέγαρο του τυπογράφου, εκδότη και βιβλιοπώλη Ανδρέα Κορομηλά. Το κτίριο ολοκληρώθηκε στα 1860 αλλά ο Κορομηλάς δεν ζούσε πια (πέθανε το 1858). Το μέγαρο έμελλε να κατεδαφιστεί στα 1963. Στην δεκαετία του 1970, αποτέλεσε μέρος του εξαόροφου ζαχαροπλαστείου «Παπασπύρου».

Στην απέναντι γωνία (Ερμού 2) είχε υψωθεί το «Grand Hôtel d’ Angletterre» («Μεγάλο Ξενοδοχείο της Αγγλίας»), δεύτερο σε φήμη μετά την «Μεγάλη Βρετανία».

Το μέγαρο Νεγρεπόντε, στην γωνία των σημερινών λεωφόρου Αμαλίας και οδoύ Όθωνος, υψώθηκε στα 1878 από τον Γάλλο αρχιτέκτονα Ευγένιο Τρουμπ (Eugène Troump). Προήλθε από την ενοποίηση των μεγάρων Λουριώτη και Νεγρεπόντε που προϋπήρχαν. Σ' αυτό έμειναν ο τότε διάδοχος Κωνσταντίνος και η γυναίκα του πριγκίπισσα Σοφία ώσπου να κτιστεί το δικό τους παλάτι (σήμερα, προεδρικό μέγαρο), το 1897. Στη συνέχεια, εγκαταστάθηκε εκεί το υπουργείο Ναυτιλίας. Κατεδαφίστηκε στα 1957.

Πιο κάτω, στη συμβολή των σημερινών οδών Όθωνος και Φιλελλήνων, δημιουργήθηκε το «Ξενοδοχείο των Ξένων» («Hôtel des étrangers»).

Στα 1870, ο δήμαρχος Παναγής Κυριακός οριστικοποίησε την διαμόρφωση της πλατείας, ενώ, στα 1890, ο τότε δήμαρχος, Τιμολέων Φιλήμων, πήρε δάνειο από την Εθνική Τράπεζα για να προχωρήσει σε έργα ανάπλασής της. Παραιτήθηκε τον επόμενο χρόνο, κάτω από το βάρος των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε ο δήμος. Στα 1932, εγκαινιάστηκε εκεί, κάτω από το κτίριο της Βουλής, το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη. Πάνω από ένα κενοτάφιο, καίει άσβεστη φλόγα, ψηλότερα από την οποία υπάρχει το επιβλητικό ανάγλυφο του Άγνωστου Στρατιώτη: Παριστάνει έναν νεκρό αρχαίο πολεμιστή, με γυμνό σώμα, που φέρει περικεφαλαία, ενώ κρατά ασπίδα στο αριστερό χέρι. Είναι δημιουργία του γλύπτη Φωκίωνα Ρωκ (1891 - 1945). Για την όλη παρουσία του μνημείου, συνεργάστηκε με τον γλύπτη Κωνσταντίνο Δημητριάδη (1881 - 1943), που φιλοτέχνησε και τον Δισκοβόλο (χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς του 1924): Αντίγραφό του έχει στηθεί απέναντι στο Παναθηναϊκό Στάδιο, καθώς το πρωτότυπο κοσμεί το Σέντραλ Παρκ της Νέας Υόρκης.

Φως, νερό κι ονόματα

Παραμονές της επανάστασης του 1821, στην Αθήνα ζούσαν περίπου 10.000 κάτοικοι. Στα 1856, ο πληθυσμός της είχε φτάσει τους 30.000. Η αρχική πρόβλεψη των Κλεάνθη και Σάουμπερτ ήταν η πόλη να μπορεί να εξυπηρετήσει 100.000 κατοίκους. Ο αριθμός αυτός ξεπεράστηκε από το 1889, όταν μετρήθηκαν 107.000. Νέες συνοικίες σχηματίζονταν από τους νέους κατοίκους που έφταναν για μόνιμη εγκατάσταση αλλά η πόλη επεκτεινόταν χωρίς σχέδια και χωρίς πρόγραμμα. Στα τέλη του 19ου αιώνα (1896), οι κάτοικοι είχαν φθάσει τους 123.000.

Τα προβλήματα της ύδρευσης και της αποχέτευσης εμφανίζονταν πιεστικά. Οι Αθηναίοι προμηθεύοντα νερό από τις περίπου 55 δημοτικές βρύσες, τις οποίες τροφοδοτούσαν μικρά υδραγωγεία. Από την δεκαετία του 1840, γίνονταν έρευνες για να εντοπιστούν οι σήραγγες του αρχαίου Αδριάνειου υδραγωγείου. Όποια από αυτές βρισκόταν, καθαριζόταν, ενώ τα πιο πολλά φρεάτια χρειαζόταν να ανακατασκευαστούν. Στα 1870, εντοπίστηκε και η δεξαμενή στο Κολωνάκι, όπου κατέληγαν οι αρχαίοι αγωγοί που έφερναν το νερό στην πόλη. Είχε από αιώνες εγκαταλειφθεί με συνέπεια να αχρηστευτεί. Οι κάτοικοι της περιοχής την ξέχασαν, καθώς πάνω της είχε δημιουργηθεί μια στάνη που αργότερα αντικαταστάθηκε από μια εκκλησία. Καθαρίστηκε επιδιορθώθηκε και λειτούργησε ως το 1940.

Το 1925, η αμερικανική εταιρεία Ούλεν ανέλαβε να λύσει οριστικά το πρόβλημα: Ιδρύθηκε η Ε.Ε.Υ (Ανώνυμος Ελληνική Εταιρεία Υδάτων των Πόλεων Αθηνών - Πειραιώς και περιχώρων)

και κτίστηκε το φράγμα της λίμνης του Μαραθώνα, που εγκαινιάστηκε το 1931. Το 1977 εγκαινιάστηκε και το έργο της λίμνης Υλίκης (στην Βοιωτία). Από το 1981, η υδροδότηση της Αθήνας ενισχύθηκε με το νερό από την τεχνητή λίμνη που δημιουργήθηκε χάρη στο φράγμα του Μόρνου (στην Φωκίδα).

Τον χειμώνα του 1989 - 90 ξηρασία έπληξε τη χώρα. Τα αποθέματα άρχισαν να μειώνονται και ο κίνδυνος να μείνει η πρωτεύουσα χωρίς νερό ήταν μεγάλος. Το καλοκαίρι του 1990 πέρασε με συνεχείς εκκλήσεις για οικονομία και με απαγορεύσεις. Ο επόμενος χειμώνας έφερε βροχές και απομάκρυνε το φάσμα της λειψυδρίας. Υπήρχε αρκετό νερό για το καλοκαίρι του 1991. Το πρόβλημα, όμως, παρέμενε καθώς η πρωτεύουσα χρειαζόταν κατά μέσο όρο 1.000.000 κυβικά νερό κάθε μέρα. Τα έργα εκτροπής του ποταμού Εύηνου και η άφθονη βροχή των επόμενων χρόνων απομάκρυναν το φάσμα της λειψυδρίας.

Από το 1980, την διαχείριση της ύδρευσης στην ευρύτερη περιοχή της Αθήνας και του Πειραιά έχει η ΕΥΔΑΠ (Εταιρεία Ύδρευσης και Αποχέτευσης), στην οποία συγχωνεύτηκαν η Ε.Ε.Υ. και ο Ο.Α.Π. (Οργανισμός Αποχετεύσεως Πρωτευούσης).

Άλλωστε, η αποχέτευση ήταν ένα ακόμα μεγάλο πρόβλημα της νέας πρωτεύουσας: Ως την απελευθέρωση της Αθήνας, μικρός υπόνομος υπήρχε μόνο στην περιοχή της Πλάκας. Από το 1838 ως το 1840, μικροί υπόνομοι ανοίχτηκαν στο κέντρο της πόλης. Όμως, ο πρώτος πραγματικός υπόνομος ξεκίνησε να κατασκευάζεται στην υπό διαμόρφωση οδό Σταδίου, στα 1858. Οι υπόνομοι (ουσιαστικά, βόθροι) που διέθεταν τα σπίτια, άδειαζαν στα γειτονικά τους χωράφια. Οι κάτοικοι υπέφεραν από την δυσοσμία, ενώ οι επιδημίες (τύφου, δυσεντερίας κ.λπ.) ταλαιπωρούσαν συχνά τον πληθυσμό. Κι όταν ξεσπούσε κάποια νεροποντή, πολλοί πνίγονταν, ενώ η πόλη μετρούσε ζημιές. Μόνο στα 1896, πνίγηκαν 17 άτομα.

Το πράγμα παράγινε και ο δήμος Αθηναίων (δήμαρχος ο Σπύρος Πάτσης) υποχρέωσε τους κατοίκους (μετά το 1925) να κατασκευάσουν στεγανούς βόθρους. Ένα δίκτυο υπονόμων ξεκίνησε να δημιουργείται, ενώ, στα 1950, ιδρύθηκε ο Ο.Α.Π. Από το 1954, κατασκεύασε τον κεντρικό αγωγό (από τέρμα Πατησίων ως Κοκκινιά), οπότε τα λύματα έπαψαν να αδειάζουν στο Νέο Φάληρο. Το πρόβλημα, όμως, δεν έχει αντιμετωπιστεί οριστικά, καθώς επιδεινώθηκε με το ανεξέλεγκτο μπάζωμα των ρεματιών. Οι νεροποντές εξακολούθησαν να προκαλούν μεγάλες ζημιές. Στις 21 Νοέμβρη του 1977, πλημμύρες στις δυτικές συνοικίες της Αθήνας είχαν αποτέλεσμα 22 νεκρούς και εκτεταμένης διάρκειας «μπλακ άουτ», με ανυπολόγιστες καταστροφές. Από το 1994, στο νησάκι Ψυττάλεια, στον Σαρωνικό κόλπο, άρχισε να λειτουργεί ένα σύγχρονο κέντρο επεξεργασίας λυμάτων. Ένα από τα φανερά πλεονεκτήματά του είναι και η απορρύπανση του κόλπου.

Άλλο ένα πρόβλημα που ταλαιπωρούσε τους Αθηναίους ήταν η κυκλοφορία στους δρόμους, όταν ο ήλιος βασίλευε. Τα λαδοφάναρα, με τα οποία έγινε προσπάθεια να φωτιστεί η νέα πρωτεύουσα, κάποια στιγμή αντικαταστάθηκαν με φανάρια πετρελαίου κι, από το 1862, με λάμπες φωταερίου. Οι λάμπες πετρελαίου καταργήθηκαν σταδιακά ως το 1873. Από το 1889, ξεκίνησε ο ηλεκτροφωτισμός της πόλης, καθώς μια ομάδα επιχειρηματιών ίδρυσε την «Γενική Εταιρεία Εργοληψιών» (Γ.Ε.Ε.) κι έστησε εργοστάσιο παραγωγής ρεύματος στη σημερινή οδό Αριστείδου. Πρώτα κτίρια που ηλεκτροφωτίστηκαν ήταν η Βουλή (στην οδό Σταδίου) και το Δημοτικό Θέατρο (στην πλατεία Κοτζιά). Δέκα χρόνια αργότερα (1899), η Εθνική τράπεζα, η πολυεθνική «Thompson – Houston Μεσογείου» και ιδιώτες δημιούργησαν την «Ελληνική Ηλεκτρική Εταιρεία» (Ε.Η.Ε), εξαγόρασαν την Γ.Ε.Ε κι επέκτειναν την ηλεκτροδότηση που, όμως, ως το 1915 ήταν ελάχιστη. Παραμονή των Φώτων (5 Γενάρη) του 1900 ξεκίνησε κι ο ηλεκτροφωτισμός του Πειραιά, καθώς άρχισε να λειτουργεί το εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος στο Νέο Φάληρο.

Το 1926, την παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος ανέλαβε η ΗΕΑΠ (Ηλεκτρική Εταιρεία Αθηνών Πειραιώς) που βελτίωσε τον σταθμό παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος στο Νέο Φάληρο και δημιούργησε νέο εργοστάσιο στο Κερατσίνι. Αργότερα, ο σταθμός στο Νέο Φάληρο καταργήθηκε και η πόλη άρχισε να παίρνει ρεύμα από το Αλιβέρι της Εύβοιας. Το 1950, δημιουργήθηκε η ΔΕΗ (Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού) κι όλες οι εταιρείες παραγωγής ρεύματος (ανάμεσά τους και η ΗΕΑΠ) απορροφήθηκαν σ’ αυτήν.

Ένα ακόμα μεγάλο πρόβλημα, που έπρεπε να λυθεί, ήταν η έλλειψη ονομασίας των δρόμων της. Ουσιαστικά, για δεκαετίες, ονόματα είχαν μόνον οι δρόμοι που αναφέρονταν στα διάφορα πολεοδομικά σχέδια, τα οποία, κατά καιρούς, είχαν εκπονηθεί. Έτσι, στα 1884, από τους 440 δρόμους που τότε υπήρχαν στην πρωτεύουσα, μόνο οι 160 είχαν ονομασία. Και από τις 23 πλατείες, οι δώδεκα. Οπότε ήταν πολύ μεγάλη ταλαιπωρία να βρει κάποιος την ακριβή θέση του προορισμού του.

Γενάρη του 1884, με δήμαρχο Αθηναίων τον Δημήτριο Σούτσο, το δημοτικό συμβούλιο της πρωτεύουσας προχώρησε στα βαφτίσια των ως τότε ανώνυμων δρόμων και πλατειών. Τα νέα πανηγυρίστηκαν από τον αθηναϊκό τύπο.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

296. Το βιβλίο του Άντερσεν κυκλοφόρησε στα ελληνικά με τίτλο «Οδοιπορικό στην Ελλάδα» (εκδόσεις Εστία).

297. Ο Αλέξης Πολίτης αναφέρει ότι στην οδό Πανεπιστημίου κτίστηκαν  «τα κυριότερα μνημειακά οικοδομήματα της Αθήνας».

298. Βλ. και κεφάλαιο 20, «η τριλογία της Αθήνας».

299. Για παράδειγμα, ολόκληρος ο τότε Τύπος αναμετέδιδε την εικόνα που είχε πλάσει: «Μέσα στη φλεγόμενη Τροία, ενώ οι Αχαιοί είχαν κυριεύσει την πόλη και πυρπολούσαν τα πάντα, μια αρχόντισσα προσπαθούσε να γλιτώσει τα κοσμήματά της. Παγιδεύτηκε στα ερείπια του σπιτιού της και πέθανε αγκαλιά με τα χρυσαφικά της: Ιδού τα ερείπια του καμένου σπιτιού, ιδού ο σκελετός, ιδού το κολιέ, ιδού και το δαχτυλίδι της». Ο σκελετός, όμως, είχε βρεθεί αλλού, ανήκε σε άλλη από την καταστροφή εποχή και κανένα βέβαια στοιχείο δεν μαρτυρούσε πως επρόκειτο για αρχόντισσα. Σε ένα τρίτο σημείο είχε βρεθεί το δαχτυλίδι και σ’ ένα τέταρτο το κολιέ. Ο Σλήμαν τα είχε μαζέψει και είχε στήσει το δικό του σκηνικό, πετυχαίνοντας να κάνει πάταγο.

300. Ο «θησαυρός του Πριάμου» ανήκει σε εποχή τουλάχιστον μια χιλιετία πριν από την δεκαετία του Τρωικού πολέμου, γεγονός που αποκαλύφθηκε πολύ αργότερα. Ωστόσο, όταν ο Σλήμαν τον πρόσφερε στην Ελλάδα και στη σχετική συζήτηση στην Βουλή, ακούστηκε από βουλευτή ότι «δεν μας ενδιαφέρουν τα τενεκεδάκια του κυρίου Σλήμαν».

301. Το μοναστήρι αναφέρει ο Αναστάσιος Ορλάνδος στο έργο του «Μεσαιωνικά Μνημεία της πεδιάδος των Αθηνών και των κλιτυών Υμηττού - Πεντελικού - Πάρνηθος και Αιγάλεω».

302. Οι ναοί αυτού του ρυθμού κτίζονται σε σχήμα σταυρού με κλίτη (μακρόστενους χώρους ανάμεσα σε δυο κιονοστοιχίες ή μια κιονοστοιχία και τοίχο) και φέρουν έναν ή περισσότερους τρούλους.

303. Βλ. και κεφάλαιο 20, «η τριλογία της Αθήνας».

304. Στα 1957, η Ιονική και Λαϊκή εξαγοράστηκε από την Εμπορική τράπεζα του Στρατή Ανδρεάδη, ενώ, στα 1975, πέρασαν στον έλεγχο του Ελληνικού δημοσίου. Το 1999, η Ιονική Λαϊκή πουλήθηκε στην Άλφα Τράπεζας Πίστεως δημιουργώντας, την επόμενη χρονιά (2000), την Alpha Bank. Το 2013, και η Εμπορική τράπεζα απορροφήθηκε από την Alpha Bank.

305. Βλ. και κεφάλαιο 20, «η καθαίρεση του Άρμανσπεργκ».

306. Το Μέτσοβο είναι κωμόπολη στα ανατολικά του νομού Ιωαννίνων, σε υψόμετρο 1.150 μ.

307. Βλ. και κεφάλαιο 20, «οι καβγάδες για το σχέδιο πόλης».

308. Βλ. και κεφάλαιο 20, «η τριλογία της Αθήνας».

309. Βλ. και κεφάλαιο 20, «η εγκατάσταση του Όθωνα».

310. Βλ. κεφάλαιο 21, «η αρχή της δεδηλωμένης».

311. Δεν έχει διευκρινιστεί σε ποιον ανήκει η πατρότητα των σχεδίων. Κάποιοι πιστεύουν ότι αρχιτέκτονας ήταν ο Γάλλος Φρεντερίκ Πιά (Frederic Piat), άλλοι δέχονται τον επίσης Γάλλο Ευγένιο Τρουμπ (Eugene Troumpe), ενώ σχέδιο της πρόσοψής του υπάρχει στο αρχείο του Τσίλλερ.

312. Βλ. και κεφάλαιο 20, «ο γρίφος με το παλάτι».

313. Το πιο διάσημο «μαξιλάρωμα» ήταν αυτό που ο υπέστησαν (στα 1895) ο Γερμανός Ροδόλφος Μάιφαρτ και η Γαλλίδα «Ζανταράς», στο θέατρο «Ορφανίδου». Βλ. και κεφάλαιο 20, «η οδός Ερμού».

314. Για το τείχος του Χασεκή, βλ. κεφάλαιο 17, «Ο Γιαχόλιορης και οι λογαριασμοί».

315. Το ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία» ιδρύθηκε το 1866 και αρχικά στεγαζόταν σε κτίριο στην γωνία των οδών Σταδίου και (σημερινής) Καραγεώργη Σερβίας.

316. Αρχείο Νεοτέρων Μνημείων, «Μέγαρο Πάλλη» (ηλεκτρονική έκδοση).

(τελευταία επεξεργασία, 27 Νοεμβρίου 2020)

 

Επικοινωνήστε μαζί μας