Κεφ. 24 ΑΘΗΝΑ: Η επέκταση της πόλης

Τα ωραία Πατήσια

Στα πρώτα χρόνια της ως νέα πρωτεύουσα, η Αθήνα αναπτυσσόταν με αργούς ρυθμούς και με τάσεις να απλωθεί κυρίως προς τα βόρεια. Κάθε χρόνο, λιγότεροι από χίλιοι νέοι κάτοικοι έρχονταν να προστεθούν στον πληθυσμό της. Η έλλειψη τακτικής συγκοινωνίας, εκτός από τα «πολυφορεία» που συνέδεαν την οδό Ερμού με το λιμάνι του Πειραιά, ανάγκαζε τους κατοίκους να καλύπτουν τις όποιες αποστάσεις με τα πόδια ή με άμαξα, ιδιόκτητη οι πλούσιοι ή νοικιασμένη οι υπόλοιποι (τα «ταξί» της εποχής). Οπότε, όλοι φρόντιζαν να μένουν σε σπίτι κοντά στο κέντρο. Αυτό ευνοούσε και τους πλανόδιους πωλητές που συνήθως περπατούσαν πλάι στο κάρο ή την άμαξά τους: Ο πραματευτής κυκλοφορούσε στις γειτονιές με την κλειστή άμαξά του να κουβαλά την πραμάτεια, με κύρια πελατεία τις γυναίκες. Πουλούσε κουζινικά, υφάσματα αλλά και έτοιμα ρούχα. Ο μανάβης τριγύριζε διαλαλώντας τα φρούτα και λαχανικά που έσερνε στη σούστα του. Ο νερουλάς τροφοδοτούσε τα σπίτια με νερό από το βυτίο που είχε στερεώσει στο κάρο και, ταυτόχρονα πολλές φορές, πουλούσε και πήλινες στάμνες και κανάτες.

Με κάρα που είχαν ψηλά σανιδένια τοιχώματα, ώστε να αυξάνεται η χωρητικότητά τους, γινόταν η αποκομιδή των σκουπιδιών. Κάρα που σέρνονταν από ζώα χρησιμοποιούσαν και οι πυροσβέστες για να μεταφέρουν το απαραίτητο για την κατάσβεση πυρκαγιών νερό. Κάρα για τη μεταφορά νερού χρησιμοποιούσαν και οι καταβρεχτήρες του δήμου που, τα καλοκαίρια, κατάβρεχαν τους χωματόδρομους, ώστε να μη σηκώνεται σκόνη από το πέρασμα αμαξιών και κάρων. Πιο συνηθισμένοι ήταν οι αραμπάδες, που, όμως, εξαιτίας του μεγάλου βάρους τους, σήκωναν πολλή σκόνη. Οι στίχοι ενός παραδοσιακού τραγουδιού περιγράφουν το τί γίνεται, όταν «αραμπάς περνά»:

«Αραμπάς περνά, σκόνη γίνεται

σήκωσ’ το φουστανάκι σου

να μη σκονίζεται.

Αραμπάς περνά, αραμπατζής λωλός,

στη μπάντα, κοριτσάκια,

να μη σας πάρει ομπρός.

Αραμπάς περνά με τα φρόκαλα318

εβγάτε Φασουλιώτισσες319

με τα τσόκαρα.

Δε σου το 'πα μια μες στο Χασαπά

δε σου το 'πα δυο μες στο Κορδελιό

δε σου το ’πα τρεις να μην παντρευτείς».

Λιγότερο από έναν αιώνα αργότερα, ο συνθέτης - στιχουργός Νίκος Χατζηαποστόλου (1884 - 1941) συνέθεσε τραγούδι που περιγράφει την ζωή του επαγγελματία αγωγιάτη:

«Με το χάραμα ξυπνώ

το τραγούδι αρχινώ

ζεύω το αλογάκι μου

και με τον ιδρώτα μου

βγάζω το ψωμάκι μου.

Στο αγώγι αμέσως τρέχω

εις το κρύο, ζέστη αντέχω

και για σύντροφο στον πόνο

στη βαριά δουλειά που κάνω

το αλογάκι μου έχω μόνο.

Ω ω ω ω ω ω!

Τραλα λα τραλα λα

του αλόγου τα κουδούνια

ντρινγκι, ντρινγκι χαρωπά

τραλα λα τραλα λα

το καμτσίκι κάνει στράκα

στον αέρα σαν χτυπά.

Έλα εσύ αλογάκι μου

άιντε αραπάκι μου.

τη δουλειά μου σαν τελειώσω

κριθαράκι θα σου δώσω.

Εϊ εϊ, άιντε αραπάκι μου!

Εϊ εϊ!

Κουρασμένος πια το βράδυ

σαν αρχίζει το σκοτάδι

στο σπιτάκι μου γυρνώ

αγκαλιάζω την καλή μου

και τους πόνους μου ξεχνώ.

Τ’ αλογάκι μου ταΐζω

και νεράκι το ποτίζω

το καημένο, του μιλώ

να 'μαστε καλά κι οι δυο

το Θεό παρακαλώ.

Ω ω ω ω ω ω!

Τραλα λα τραλα λα

του αλόγου τα κουδούνια

τίνκι τίνκι χαρωπά

τραλα λα τραλα λα

το καμτσίκι κάνει στράκα

στον αέρα σαν κτυπά.

Τρέχα εσύ αλογάκι μου

άιντε αραπάκι μου

τη δουλειά μου σαν τελειώσω

κριθαράκι θα σου δώσω.

Εϊ άιντε αραπάκι μου Εϊ Εϊ Εϊ».

Από τα 1839, γειτονικά στο μετέπειτα Πολυτεχνείο, λειτουργούσε το στέκι «Pausilypum» («Παυσίλυπο»), μια μπιραρία με κύρια πελατεία τους Βαυαρούς στρατιώτες. Στα 1841, ο στενός αγροτικός δρόμος που περνούσε μπροστά από το βαυαρικό στέκι χαράχτηκε και δημιουργήθηκε η οδός Πατησίων. Δεντροφυτεύτηκε με την φροντίδα της βασίλισσας Αμαλίας και, δεξιά κι αριστερά, άνοιξαν τέσσερις πέντε ταβέρνες. Μια στρατιωτική μπάντα έπαιζε, Κυριακές και αργίες, στο ύψος, όπου, σήμερα, υπάρχει το άλσος του πεδίου του Άρεως. Η περιοχή εξελίχθηκε σε τόπο περιπάτου και ψυχαγωγίας των Αθηναίων όλων των κοινωνικών τάξεων. Για τις οικογένειες ήταν ένας φθηνός τρόπος διασκέδασης με την δωρεάν μουσική στην φύση. Για τους νεαρούς και τις νεαρές, χώρος όπου το φλερτ είχε την δυνατότητα να αναπτυχθεί. Για τις οικονομικά εύρωστες αμαζόνες, δημοφιλής χώρος για βόλτα με το άλογο. Άλλωστε, συχνά πήγαιναν εκεί έφιπποι ο Όθωνας και η Αμαλία.

Με τον καιρό, σε δημοφιλή περίπατο, για πεζούς ή εποχούμενους, εξελίχθηκαν και τα τρεισήμισι χιλιόμετρα της απόστασης από την αρχή της οδού Πατησίων, στην Αιόλου, ως

το χωριό Πατήσια. Άλλωστε, πριν να επικρατήσει η ονομασία «Πατήσια», η περιοχή ήταν γνωστή ως «Παραδείσια»: Με πυκνή βλάστηση, επαύλεις, κήπους, αγρούς και πολλά νερά, ήταν ιδεώδης τόπος για παραθερισμό ή απλή εκδρομή. Εξοχικές κατοικίες πλουσίων είχαν κτιστεί εκεί αλλά και ταβέρνες για τους επισκέπτες που, Κυριακές και αργίες, εξέδραμαν ως εκεί με άμαξες και κάρα ή με τα πόδια.

Μια δεκαετία αργότερα (1854), ο Εντμόντ Αμπού320 χαρακτήριζε την οδό Πατησίων ως δρόμο κακοσυντηρημένο: Με τα δέντρα του εγκαταλειμμένα να ξεραίνονται κι έχοντας δεξιά κι αριστερά ακαλλιέργητα χωράφια ή αγρούς σπαρμένους με κριθάρι. Όμως, όταν η σκόνη δεν έκρυβε την ορατότητα, όσοι περπατούσαν σ' αυτόν, μπορούσαν να απολαμβάνουν «ένα από τα ωραία πανοράματα του κόσμου»: Μπροστά τους «έβλεπαν την Πάρνηθα, κομμένη από μια χαίνουσα χαράδρα. Πίσω τους την Αθήνα και την Ακρόπολη. Δεξιά τον Λυκαβηττό. Αριστερά την θάλασσα, τα νησιά και τα βουνά του Μοριά».

«Ο κομψός κόσμος της Αθήνας», έγραφε ο Αμπού «έχει για κυριότερη ψυχαγωγία του, χειμώνα - καλοκαίρι, τον περίπατο στην οδό Πατησίων. Φθάνουν εκεί με τα πόδια, με αμάξι και κυρίως με άλογο. Κάθε Έλληνας που βρίσκει να δανεισθεί τριακόσιες δραχμές, βιάζεται να αγοράσει ένα άλογο. Κάθε Έλληνας που έχει τρεις δραχμές, τις διαθέτει για να νοικιάσει ένα άλογο».

Από τα 1860 κι έπειτα, τα Πατήσια εξελίσσονταν σε προάστιο της Αθήνας και τόπο μόνιμης κατοικίας. Στα 1870, ενσωματώθηκαν στην Αθήνα. Στην απογραφή του 1879, μετρήθηκαν εκεί 847 μόνιμοι κάτοικοι. Αλλά και κάθε Πρωτομαγιά, εκεί συνωστίζονταν οι Αθηναίοι για «να πιάσουν τον Μάη». Με την έλευση του 20ού αιώνα, τόσο τα Πατήσια, όσο και η ομώνυμη οδός άρχισαν να πυκνοκατοικούνται. Σήμερα, η περιοχή έχει διαιρεθεί σε Άνω και Κάτω Πατήσια (με κύριο οδικό άξονα την οδό Αχαρνών) και έχει περιληφθεί στο πέμπτο και πιο βόρειο δημοτικό διαμέρισμα του δήμου Αθηναίων. Στη στροφή του 20ού προς τον 21ο αιώνα (2001), στο διαμέρισμα αυτό είχαν μετρηθεί 95.234 άτομα.

Αθήνα Πειραιάς με το τρένο

Δυο προτάσεις να δημιουργηθεί στην Αθήνα συγκοινωνία με σιδηρόδρομο (το 1835 και το 1843) έμειναν αναπάντητες. Όμως, στη σύντομη θητεία του ως πρωθυπουργός (στα 1855), ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος κατέθεσε νομοσχέδιο για την δημιουργία σιδηροδρομικής γραμμής από την Αθήνα ως τον Πειραιά. Ο νόμος έδινε το δικαίωμα εκμετάλλευσης της γραμμής για 55 χρόνια, σε όποιον αναλάμβανε να την κατασκευάσει. Δεν ενδιαφέρθηκε κανένας. Προστέθηκαν άλλα είκοσι στα χρόνια εκμετάλλευσης της γραμμής (έγιναν 75) αλλά και πάλι δεν εμφανίστηκε επενδυτής. Επιτέλους, στα 1867, παρουσιάστηκε ο Εδουάρδος Πίκερινγκ, Άγγλος επιχειρηματίας, που ανέλαβε την δουλειά.

Ήταν 27 Φλεβάρη του 1869, όταν η βασίλισσα Όλγα, ο πρωθυπουργός Θρασύβουλος Ζαΐμης και πλήθος επισήμων εγκαινίασαν το ατμοκίνητο τρένο που κινιόταν σε μονή γραμμή και με έξι βαγόνια κάλυπτε την διαδρομή Θησείο - Πειραιάς. Η διαδρομή διαρκούσε περίπου 19 λεπτά, χρόνος σημαντικά μικρότερος από την μια ώρα που χρειάζονταν τα παντοφορεία για να καλύψουν την ίδια απόσταση. Οπότε, το τρένο σύντομα έγινε ο αγαπημένος τρόπος για τη μετακίνηση όσων ήθελαν να πάνε σε σημεία απ' όπου περνούσε. Στα 1880, η εταιρεία εξαγοράστηκε από θυγατρική της Τράπεζας Βιομηχανικής Πίστεως (ΣΑΠ Α.Ε., Σιδηρόδρομοι Αθηνών Πειραιώς). Οι νέοι ιδιοκτήτες προχώρησαν στην κατασκευή σταθμών με αποβάθρες στο Νέο Φάληρο και στο Μοσχάτο (1882). Ως τότε, μόνο στάσεις υπήρχαν σε όλο το μήκος της γραμμής. Όμως, η παρουσία του τρένου ευνόησε την ανάπτυξη των νότιων περιοχών, οπότε η ύπαρξη στεγασμένων εγκαταστάσεων έγινε απαραίτητη. Στα 1887, ο σταθμός Φαλήρου άλλαξε τόπο (μεταφέρθηκε στη σημερινή του θέση), προκειμένου να γίνει πιο εύκολη η πρόσβαση σε έργα αναψυχής που οι ΣΑΠ είχε κατασκευάσει: Μια εξέδρα και θαλάμους για λουόμενους, θέατρο, πολυτελές ξενοδοχείο πάνω στην παραλία και αγωγό λυμάτων, ενώ χρηματοδοτούσαν και μιαν ορχήστρα. Κτίστηκαν εκεί και παραθεριστικές κατοικίες με το Φάληρο να εξελίσσεται σε αγαπημένο τόπο των Αθηναίων για τις καλοκαιρινές διακοπές τους.

Στα 1889, ξεκίνησε η κατασκευή της υπόγειας σήραγγας που ένωσε τον σταθμό του Θησείου με την Ομόνοια (στην διασταύρωση των σημερινών οδών Λυκούργου και Αθηνάς). Έξι χρόνια αργότερα (το 1895), η σήραγγα ήταν έτοιμη αλλά προκαλούσε φόβο στους Αθηναίους που άργησαν να τη συνηθίσουν. Στα 1904, ολοκληρώθηκε η κατασκευή δεύτερης γραμμής. Πια, το δρομολόγιο Αθήνα - Πειραιά κινιόταν σε διαφορετική γραμμή από το Πειραιά προς Αθήνα. Κι από τον Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου (1904), το τρένο έγινε ηλεκτροκίνητο.

Η συγκοινωνία μέσα στην πόλη

Το μεγάλο άλμα στις συγκοινωνίες πραγματοποιήθηκε στα 1882, όταν εγκαινιάστηκε το τραμ. Βέλγοι επενδυτές δημιούργησαν την «Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Ιπποσιδηροδρόμων και Τροχιοδρόμων Αθηνών και Περιχώρων». Ιπποσιδηρόδρομος ήταν η επίσημη απόδοση της λέξης «τραμ»: Όχημα που τρία άλογα έσερναν πάνω σε ράγες. Τον χειμώνα ήταν κλειστό κι έπαιρνε 16 επιβάτες, ενώ το καλοκαίρι ήταν ανοιχτό και μπορούσε να μεταφέρει είκοσι άτομα. Ένωνε το κέντρο της πρωτεύουσας (πλατεία Συντάγματος) με τις αγροτικές συνοικίες Κολοκυνθού (σήμερα, στο βορειοδυτικό άκρο του δήμου Αθηναίων, στα σύνορα του Κολωνού), Πατήσια (στο βόρειο άκρο) και Αμπελόκηπους (στο βορειοανατολικό). Υπήρχαν ακόμη, οι γραμμές από τους κήπους του Ιλισού προς τις πλατείες Συντάγματος και Ομόνοιας, το Γκάζι και τον Κεραμεικό. Κι από τον επόμενο χρόνο (1883), ιππήλατο τραμ εγκαινιάστηκε και στην γραμμή που ένωνε τον σταθμό του ατμοκίνητου τρένου στον Πειραιά με το τελωνείο του λιμανιού.

Ατμοκίνητο τρενάκι ξεκίνησε να λειτουργεί στα 1887: Ήταν κάτι σαν τραμ που όμως έσερνε πίσω του εφτά βαγόνια. Οι Αθηναίοι το βάφτισαν «Κωλοσούρτη» κι έγινε το πιο δημοφιλές μέσο μετακίνησης. Με αφετηρία τα προπύλαια του πανεπιστημίου, κάλυπτε την διαδρομή λεωφόρο Αμαλίας, σημερινή Δημητρακοπούλου (στο Κουκάκι), Θησέως (στην Καλλιθέα) και κατέληγε στις Τζιτζιφιές, από όπου διακλαδιζόταν προς το Παλιό Φάληρο ανατολικά και το Νέο δυτικά. Ιππήλατο και ατμοκίνητο τραμ έφτασαν να κινούνται στις ίδιες ράγες με τους αμαξάδες και τους μηχανοδηγούς να αμιλλώνται, ποιου το όχημα θα έκανε πιο γρήγορα την διαδρομή.

Στα 1901, το δίκτυο του ιππήλατου τραμ είχε εννέα γραμμές να διασχίζουν την πόλη από το παναθηναϊκό στάδιο ως τον Κεραμεικό ή να έχουν κατεύθυνση προς τις βόρειες περιοχές. Την επόμενη χρονιά (1902), με τραμ διακινήθηκαν 5.200.000 άνθρωποι.

Ιππήλατα και ατμοκίνητα τραμ άρχισαν να αποσύρονται από το 1908: Τα αντικαθιστούσαν τα νέα ηλεκτροκίνητα που μπορούσαν να μεταφέρουν τριάντα άτομα (τα 14 όρθια). Είχαν χρώμα κιτρινοκαφέ αλλά (στα 1940) βάφτηκαν πράσινα για να ξεχωρίζουν από τα «σύγχρονα» κίτρινα που τότε εντάχθηκαν στην κυκλοφορία.

Όμως, η μεγάλη επανάσταση στις αθηναϊκές συγκοινωνίες έγινε το 1922. Τότε, έκαναν την εμφάνισή τους στους δρόμους τα πρώτα λεωφορεία: Μπορούσαν να μεταφέρουν δεκατρείς καθιστούς επιβάτες. Στα 1925, η αγγλική εταιρεία ΠΑΟΥΕΡ και οι μικρές ελληνικές ενώθηκαν και σχημάτισαν δύο μεγάλες: Την ΕΕΣ (Εταιρεία Ελληνικών Σιδηροδρόμων) που ανέλαβε την εκμετάλλευση των τρένων της Αθήνας και την ΗΕΜ (Ηλεκτρική Εταιρεία Μεταφορών), που ανέλαβε την εκμετάλλευση των τραμ και τη σιδηροδρομική γραμμή Ομόνοια - Κηφισιά. Στα 1930, ο ΕΕΣ ένωσε την Ομόνοια με την πλατεία Αττικής με ενδιάμεσο σταθμό στην πλατεία Βικτορίας, δημιουργώντας τη γραμμή Πειραιάς - Ομόνοια - Κηφισιά που λειτουργεί ως σήμερα.

Στα 1953, ξεκίνησε το ξήλωμα του τραμ. Ήταν 15 Οκτώβρη του 1960, όταν το τελευταίο της Αθήνας αποσύρθηκε από την κυκλοφορία. Στα 1977, έπαψε να λειτουργεί κι αυτό που συνέδεε τον Πειραιά με το Πέραμα. Ήταν μια γραμμή που είχε εγκαινιαστεί στα 1936. Στην Αθήνα, ήρθαν τα πιο ευέλικτα τρόλεϊ. Όμως, στις 19 Ιουλίου του 2004, το τραμ επανήλθε θριαμβευτικά στην ζωή της Αθήνας.

Το «Θηρίο»

Στο Λαύριο, τα ορυχεία απέδιδαν άφθονο μετάλλευμα, το οποίο μεταφερόταν με άμαξες στο λιμάνι για να φορτωθεί σε πλοία. Ήταν μια διαδρομή πάνω από δέκα χμ σε κακοτράχαλο και επικίνδυνο δρόμο. Ως κύριος ενδιαφερόμενος για τα μεταλλεία, ο Ανδρέας Συγγρός, έπεισε τη νέα κυβέρνηση Χαριλάου Τρικούπη (εκλέχτηκε στις 3 Μάρτη του 1882) να του αναθέσει την κατασκευή σιδηροδρομικής γραμμής από το Λαύριο ως την Αθήνα. Στις 4 Μάη (1882), η «Εταιρεία Μεταλλουργείων Λαυρίου» υπέγραψε τη σχετική σύμβαση με το Ελληνικό δημόσιο: Η γραμμή θα είχε μήκος 67 χμ και, με διακλαδώσεις, θα συνδεόταν με τα ορυχεία στην αρχή της και με την Κηφισιά προς το τέρμα της. Δημιουργήθηκε η εταιρεία «Σιδηρόδρομοι Αττικής» (Δεκέμβρης του 1882) που θα κατασκεύαζε την γραμμή και θα την εκμεταλλευόταν για 99 χρόνια. Τα έργα ξεκίνησαν τον επόμενο μήνα (Γενάρης του 1883). Με την ολοκλήρωση του έργου, ο Ανδρέας Συγγρός θα είχε την δυνατότητα να παίρνει το τρένο από την Αθήνα και να πηγαίνει είτε στο Λαύριο, όπου βρισκόταν τα μεταλλεία του, είτε στην Κηφισιά, στον πύργο που κτιζόταν για την γυναίκα του321.

Το πρώτο τμήμα της γραμμής κατασκευάστηκε από το Λαύριο ως το Δασκαλειό, όπου τα ορυχεία, και ήταν καθαρά βιομηχανικό. Το τμήμα Αθήνα - Ηράκλειο - διακλάδωση προς την Κηφισιά εγκαινιάστηκε στις 4 Φλεβάρη του 1885. Ήταν Καθαρή Δευτέρα κι ο κόσμος ήθελε να ξεχαστεί από την αντιπαλότητα που ταλάνιζε την πολιτική ζωή του τόπου (η κυβέρνηση του Χαριλάου Τρικούπη έπεσε την επομένη, 5 του μήνα).

Τα εγκαίνια μεταβλήθηκαν σε πανηγύρι: Οι «Σιδηρόδρομοι Αττικής» είχαν νοικιάσει άμαξες που μετέφεραν τους υποψήφιους επιβάτες από το κέντρο της Αθήνας ως την πλατεία Αττικής, όπου βρισκόταν ο σταθμός επιβίβασης. Πλήθος κατοίκων έσπευσε να δοκιμάσει τη νέα διαδρομή και να κάνει κούλουμα στην Κηφισιά. Το πρώτο δρομολόγιο σκόνταψε λίγο μετά το Ηράκλειο, εξαιτίας βλάβης. Διορθώθηκε αλλά υπήρξε καθυστέρηση. Στο χωριό Μαρούσι, περίμεναν να υποδεχτούν το τρένο με μουσική και τυμπανοκρουσίες. Καθώς αυτό αργούσε να φανεί, οι χωρικοί θύμωσαν. Όταν, τελικά, το είδαν να περνά, άρχισαν να το πετροβολούν. Με επέμβαση της χωροφυλακής, τα πνεύματα ηρέμησαν. Στην Κηφισιά, τα πράγματα ήταν διαφορετικά: Οι κάτοικοι καλωσόρισαν το τρένο με πλήρη επισημότητα, ενώ εκφωνήθηκε και ο πανηγυρικός της ημέρας που υπογράμμιζε ότι στο εξής η απόσταση Κηφισιά - Αθήνα θα καλυπτόταν σε μόλις εξήντα λεπτά: Τριάντα από την Κηφισιά ως την πλατεία Αττικής με το τρένο κι άλλα τριάντα από εκεί ως την Ομόνοια με άμαξα! Την επομένη, η «Εφημερίς» σημείωνε ότι «το πολύ πλήθος» πήρε το τρένο των δέκα. Αυτό οι Μαρουσιώτες το υποδέχτηκαν με τιμές. Ο κόσμος που ανέβαινε στην Κηφισιά ήταν τόσο πολύς, ώστε, από τις 2 το μεσημέρι, η εταιρεία έπαψε να κόβει εισιτήρια. Μετάβαση κι επιστροφή γίνονταν δωρεάν.

Για λίγα χρόνια, η νέα συγκοινωνία άνοιξε τις δουλειές των αμαξάδων στην Κηφισιά και στην Αθήνα. Όμως, στα 1889, η γραμμή από την πλατεία Αττικής, με ενδιάμεσο σταθμό την πλατεία Βικτωρίας, έφτασε στην περιοχή της πλατείας Ομονοίας. Ένας σταθμός ήταν έτοιμος στην γειτονική πλατεία. Τον είπαν «σταθμό Λαυρίου», με το όνομα «πλατεία Λαυρίου» να υπάρχει ως σήμερα. Οι αμαξάδες της Αθήνας έχασαν την πελατεία τους «για το τρένο». Τα χωριά Μαρούσι και Χαλάνδρι, όμως, αναπτύχθηκαν και η Κηφισιά γνώρισε μεγάλη άνθιση. Πια, με το ατμοκίνητο τρένο, η επικοινωνία γινόταν γρήγορα (σε μισή ώρα) και άνετα. Ως τότε, η διαδρομή καλυπτόταν από την κακοτράχαλη λεωφόρο Μαραθώνος που μετονομάστηκε σε Κηφισίας (σημερινές Βασιλίσσης Σοφία και Κηφισίας) και γινόταν με άμαξες που χρειάζονταν μιάμιση ώρα για να την καλύψουν.

Στα 1901, οι «Σιδηρόδρομοι Αττικής» ανέλαβαν να διαμορφώσουν το Άλσος της Κηφισιάς με την δημιουργία πάρκου, στο οποίο θα υπήρχαν θέατρο, εστιατόριο, καφενείο και περίπτερα. Και να εγκαταστήσουν εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος που θα ηλεκτροδοτούσε το άλσος και την γύρω περιοχή, όπου «συμπτωματικά» υπήρχαν μόνο σπίτια πλουσίων. Το «αηδόνι της Βουλής», όπως αποκαλούσαν τον βουλευτή Νικόλαο Λεβίδη, κατάγγειλε την κυβέρνηση για διαπλοκή καθώς μεριμνούσε μόνο για τους πλούσιους και άφηνε στο σκοτάδι «τα χωριά της Κηφισιάς και του Χαλανδρίου».

Όμως, μετά τον Α' Παγκόσμιο πόλεμο, το ατμοκίνητο τρένο είχε ξεπεραστεί. Η ηλεκτροκίνηση δεν είχε φτάσει ως αυτό. Εκτελούσε τα δρομολόγιά του χωρίς να συντηρείται, αγκομαχούσε κι αργοπορούσε σε σημείο οι Αθηναίοι να λένε ότι «με το τρένο θέλεις τρεις ώρες για να φτάσεις από την Αθήνα στην Κηφισιά, με τα πόδια μια ώρα». Κι επειδή έκαιγε ό,τι υπήρχε πρόχειρο (ξύλα ή κάρβουνα), έβγαζε μαύρο καπνό που κάποιες φορές μουντζούρωνε και τους επιβάτες. Οι σπίθες που έβγαιναν από την μηχανή, ο θόρυβος που προκαλούσε, όταν κινιόταν, και το μαύρο χρώμα του ενέπνευσαν τους δημοσιογράφους της εποχής να το βαφτίσουν «Θηρίο». Καταργήθηκε το 1938. Ήταν 7 Αυγούστου, όταν το «Θηρίο» έκανε την τελευταία του διαδρομή με τους κατοίκους της Κηφισιάς να στήνουν γλέντι για το γεγονός και να κολλούν κηδειόχαρτα στις κολόνες.

Δεκαεννέα χρόνια αργότερα (10 Αυγούστου του 1957) ξεκίνησαν τα δρομολόγια του ηλεκτρικού τρένου από την Κηφισιά ως τον Πειραιά. Ένα χρόνο νωρίτερα (1956) καταργήθηκε και η γραμμή Αθήνα - Λαύριο, ακολουθώντας τον «εκσυγχρονισμό» της κατάργησης του τραμ.

Οι πρώτες νέες συνοικίες

Το άπλωμα της σύγχρονης πόλης ξεκίνησε από τους πρόποδες της Ακρόπολης: Η Πλάκα είναι η πιο παλιά συνοικία και γι’ αυτό λέγεται και Παλιά Αθήνα. Χάρη και σε ορισμένους προστατευτικούς νόμους που θεσπίστηκαν ανάμεσα στο 1975 και το 1990, διατηρεί το παλιό της χρώμα. Δυτικά της, αρχίζει το Μοναστηράκι, η παλιά εμπορική συνοικία με συνέχειά της εκείνη του Ψυρή. Η ρυμοτομία και τα σπίτια τους, παλιά, έμοιαζαν με της Πλάκας.

Οι πρώτες σχεδόν ακατοίκητες περιοχές που εντάχτηκαν στο σχέδιο του Λέο φον Κλέντσε ήταν δυτικά το μετέπειτα Μεταξουργείο (τότε Χεζολίθαρο ή Χεσμένη Πέτρα) και βορειοδυτικά η μετέπειτα συνοικία Βάθη. Και στις δυο, έσπευσαν να αγοράσουν γη βαθύπλουτοι της εποχής, καθώς γειτονεύουν με την πλατεία Ομονοίας, που τότε προοριζόταν ως η τοποθεσία όπου θα ανεγείρονταν τα ανάκτορα.

Οι ονομασίες Χεζολίθαρο και Χεσμένη Πέτρα αντικαταστάθηκαν από την εύηχη «Χρυσωμένη Πέτρα» και οι πρίγκιπες Ιωάννης Καρατζάς (παλιότερα, ηγεμόνας της Βλαχίας) και Γεώργιος Καντακουζηνός ήταν από τους πρώτους που αγόρασαν εκεί τεράστια οικόπεδα. Ο πρώτος έκτισε επιβλητική κατοικία (κατεδαφίστηκε το 1978). Ο δεύτερος ξεκίνησε να κτίζει εμπορικό κέντρο, σε σχέδια Κρίστιαν Χάνσεν. Οι επεμβάσεις του ιδιοκτήτη στα σχέδια έκαναν τον αρχιτέκτονα να παραιτηθεί. Η αλλαγή της θέσης των ανακτόρων έπεισε τον ιδιοκτήτη να εγκαταλείψει το εγχείρημα: Οι «καλές συνοικίες» είχαν πάρει μετάθεση για τα ανατολικά, οπότε το εμπορικό κέντρο έμεινε στη μέση. Στα 1840, το εγκαταλειμμένο κτίριο αγόρασε μια αγγλική εταιρεία με σκοπό να το μετατρέψει σε εργοστάσιο μεταξωτών υφασμάτων. Πριν να προλάβει να το λειτουργήσει, πτώχευσε. Στα 1854, το κτίριο αγοράστηκε από την «Σηρική Εταιρεία της Ελλάδος», του εγκατεστημένου στην Αθήνα Ηπειρώτη επιχειρηματία, Αθανάσιου Δουρούτη. Ήταν το πρώτο ατμοκίνητο «μεταξοκλωστήριο» στην Ελλάδα και λειτούργησε ως το 1875, διάστημα υπεραρκετό για να βαφτιστεί Μεταξουργείο η εκεί συνοικία.

Βάθη ή Βάθεια ονομάστηκε η περιοχή γύρω από ένα βαθούλωμα, στο οποίο λίμναζαν τα νερά του Κυκλόβορου322. Με το που μπήκε στο σχέδιο πόλης, ο άλλοτε ηγεμόνας της Μολδαβίας, Μιχαήλ Βόδας Σούτσος (πατέρας του ηγεμόνα της Μολδοβλαχίας Αλέξανδρου Σούτσου), αγόρασε εκεί μια τεράστια έκταση, όπου έκτισε το μέγαρό του (σήμερα, Άσυλο Αγίας Αικατερίνης), σε σχέδια των Κλεάνθη - Σάουμπερτ. Γύρω από το μέγαρο, διαμόρφωσε πανέμορφους κήπους. Οι κήποι τεμαχίστηκαν σε οικόπεδα, δημιουργώντας την συνοικία της Βάθης, γύρω από την ομώνυμη τριγωνική πλατεία (επίσημα, από το 1943, πλατεία Ανεξαρτησίας). Ως το 1926, σήμα της πλατείας αυτής ήταν μια υπεραιωνόβια λεύκα που τη σκίαζε σχεδόν ολόκληρη.

Τελικά, η γειτονιά κοντά στην οριστική θέση των ανακτόρων βρέθηκε να είναι ένα τμήμα από τα Πιθαράδικα: Την περιοχή που η μια της πλευρά ορίζεται ανατολικά από τις σημερινές οδούς Σίνα και την περίπου συνέχειά της Σαραντάπηχου, στους πρόποδες του Λυκαβηττού, ως την Χαριλάου Τρικούπη, δυτικά. Και, νότια, από την Πανεπιστημίου ως περίπου την λεωφόρο Αλεξάνδρας, στα βόρεια. Είναι η μετέπειτα Νεάπολη (Νέα Πόλη). Με την άλλη πλευρά να ορίζεται από τις σημερινές Χ. Τρικούπη, ανατολικά, με δυτικό της σύνορο τις οδούς Θεμιστοκλέους, Μπόταση, Ζαΐμη και Δεληγιάννη κι από την Πανεπιστημίου, νότια, ως την Καλλιδρομίου, βόρεια: Τα Εξάρχεια (από το όνομα κάποιου Έξαρχου που είχε μεγάλο μαγαζί στην περιοχή324.

Την είπαν Πιθαράδικα, επειδή ήταν γεμάτη από εργαστήρια αγγειοπλαστικής που κυρίως κατασκεύαζαν πιθάρια. Προμηθεύονταν το αργιλώδες χώμα για τον πηλό από το γειτονικό λατομείο του λόφου Αγχεσμός που ανήκε στην οικογένεια Στρέφη (το λατομείο λειτούργησε ως την δεκαετία του 1920 και, στα 1963, ο λόφος χαρίστηκε στον δήμο Αθηναίων που τον είπε «λόφο Στρέφη»). Στην δεκαετία του 1840, γέμισε από Κυκλαδίτες (κυρίως, Σιφναίους) κτίστες, που έφθαναν στην Αθήνα για το μεροκάματο. Κι όταν λειτούργησε το πανεπιστήμιο (1841), πολλοί φοιτητές βρήκαν εκεί φθηνή στέγη. Καθόλου συμπτωματικά, στα 1859, η περιοχή έγινε το ορμητήριο των φοιτητών που ξεσηκώθηκαν (τα Σκιαδικά), με αφορμή τα σκιάδια από την Σίφνο325.

Όταν, στα 1865, τα Πιθαράδικα εντάχθηκαν στο σχέδιο πόλης, στις δυο συνοικίες που τα αποτελούσαν (Νεάπολη και Εξάρχεια), κατοικούσαν πλούσιοι και φτωχοί, εργάτες και αστοί, μορφωμένοι και απαίδευτοι, με την προς τα Εξάρχεια πλευρά να δέχεται ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών326 και να μεταβάλλεται σε στίβο ιδεολογικών και πολιτικών αντιπαραθέσεων. Πρωτοπόρος του δημοτικισμού, ο Κωστής Παλαμάς (1859 - 1943) είχε φιλολογικό σαλόνι στη σημερινή οδό Χαριλάου Τρικούπη (τότε, οδό Πινακωτών). Σύχναζε εκεί και ο Κωνσταντίνος Τσάτσος (1899 - 1987), πρώτος πρόεδρος της Δημοκρατίας μετά την ψήφιση του συντάγματος της μεταπολίτευσης, το 1975.

Η μετάλλαξη των Αμπελοκήπων

Η ύπαρξη της λεωφόρου Κηφισίας που διέσχιζε την περιοχή για να ενώσει την πλατεία Συντάγματος με την Κηφισιά, μετέτρεψε σταδιακά την αγροτική περιοχή των Αμπελοκήπων σε συνοικία. Ήταν τοποθεσία πλημμυρισμένη στα δέντρα και στα αμπέλια, με πολύ υγιεινό κλίμα που, αργότερα, προσέλκυσε την εκεί δημιουργία νοσοκομείων.

Στα 1876, ξεκίνησε η διάνοιξη της μελλοντικής λεωφόρου Αλεξάνδρας που ένωσε την οδό Πατησίων με την λεωφόρο Κηφισίας, βελτιώνοντας την επικοινωνία των Αμπελοκήπων με το κέντρο. Το έργο ολοκληρώθηκε δυο χρόνια αργότερα (1878), αφού πρώτα διευθετήθηκε η διαμάχη του δήμου Αθηναίων με τον μεγαλοκτηματία Νικολαΐδη που κατείχε 300 στρέμματα γης, τα οποία η λεωφόρος θα χώριζε στα δυο. Τελικά, ο δήμος αγόρασε όλη την έκταση και η λεωφόρος έγινε πραγματικότητα. Στα 1891, την ονόμασαν «Αλεξάνδρας». Ήταν η εποχή που η μεγαλύτερη κόρη του βασιλιά Γεώργιου Α' και σύζυγος του μεγάλου δούκα της Ρωσίας, Παύλου, πριγκίπισσα Αλεξάνδρα, πέθανε πάνω στην γέννα (24 Σεπτέμβρη του 1891). Το νεογέννητο επέζησε κι εξελίχθηκε στον μεγάλο δούκα Ντμίτρι Πάβλεβιτς, έναν από τους φονιάδες του Ρασπούτιν (τον Δεκέμβρη του 1916). Ο θάνατος της πριγκίπισσας, όμως, προκάλεσε τεράστια θλίψη στους Έλληνες και ο δήμος Αθηναίων την τίμησε, δίνοντας το όνομά της στη λεωφόρο.

Ο δρόμος έχει συνδεθεί με την ιστορία του Παναθηναϊκού Α. Ο: Ήταν στα 1908, όταν 40 μέλη του Πανελληνίου Γυμναστικού Συλλόγου (Π.Γ.Σ.) αποχώρησαν από αυτόν και δημιούργησαν τον Ποδοσφαιρικό Όμιλο Αθηνών (Π.Ο.Α.). Στα 1910, με νέα διάσπαση, δημιουργήθηκε ο Πανελλήνιος Ποδοσφαιρικός Όμιλος (Π.Π.Ο.). Στα 1922, κατά μια άποψη, επειδή εκτός από το ποδόσφαιρο, μπήκαν και άλλα αθλήματα, κατ' άλλη με σκοπό να κάνει δική του την περιοχή της Περιβόλας (έκταση του δήμου, όπου προγραμματιζόταν να φτιαχτεί πάρκο), το σωματείο και πάλι άλλαξε όνομα: Έγινε Παναθηναϊκός Αθλητικός Όμιλος (Π.Α.Ο). Φανατικός οπαδός του Παναθηναϊκού, ο γιος του βασιλιά Γεωργίου Α' και αδελφός του τότε βασιλιά Κωνσταντίνου, πρίγκιπας Νικόλαος, πίεσε όσο μπορούσε, ώστε ο δήμος να παραχωρήσει το χωράφι, όπου κτίστηκε το γήπεδο της ομάδας. Ελάχιστα χρόνια αργότερα, ο πρώτος πρόεδρος της Δημοκρατίας, Παύλος Κουντουριώτης, φρόντισε να χτιστούν στην περιοχή, πίσω από το γήπεδο, κατοικίες, για να στεγάσουν κάποιους από τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας. Ολόκληρος ο χώρος αυτός πήρε το όνομα Κουντουριώτικα.

Η συνοικία στους Αμπελόκηπους υπήρχε ήδη στα 1881, ενώ η συγκοινωνιακή σύνδεσή της με το κέντρο, χάρη στο ιππήλατο τραμ, το 1882, της έδωσε μεγάλη οικιστική ώθηση. Στην αρχή, ήταν εξοχή με λίγες βίλες. Στη συνέχεια, πυκνοκατοικήθηκε εξαιτίας και των νοσοκομείων που δημιουργήθηκαν εκεί.

Γιος υπασπιστή του Όθωνα, ο Νικόλαος Θων (1850 - 1906) βρέθηκε επιμελητής της περιουσίας του βασιλιά Γεώργιου και ιδιοκτήτης μεταλλείων στις Κυκλάδες, με τεράστιες δικές του εκτάσεις, μια από τις οποίες ήταν το κτήμα του στους Αμπελόκηπους: Έπιανε ολόκληρο το σημερινό τετράγωνο Κηφισίας - Αλεξάνδρας - Θεοφάνους και Αιτωλίας. Ζούσε στην Νεάπολη αλλά θέλησε να έχει και μια έπαυλη στο κτήμα του αυτό. Ανέθεσε την κατασκευή της στον Ερνέστο Τσίλλερ, ο οποίος δημιούργησε μια πανέμορφη κατοικία, έτοιμη να κατοικηθεί στα 1891. Ξεχώριζε χάρη στον πράσινο κωνικό της πύργο και τα όμορφα βιτρό που στόλιζαν τα παράθυρα. Μέσα στον καταπράσινο κήπο που είχε διευθετηθεί με παρτέρια, είχαν στηθεί προτομές ηρώων της επανάστασης του 1821, φιλελλήνων και πολιτικών καθώς και οκτώ γλυπτικές συνθέσεις από πεντελικό μάρμαρο, έργα γνωστών καλλιτεχνών της εποχής. Και, μέσα στο κτήμα, γύρω στα 1900, είχε ανεγερθεί ένα στρογγυλό εκκλησάκι με ημισφαιρικό τρούλο, το μόνο που υπάρχει ως σήμερα. Η έπαυλη βομβαρδίστηκε στην διάρκεια του Β' Παγκοσμίου πολέμου και τμήμα της ανατινάχτηκε στα Δεκεμβριανά. Ό,τι απέμεινε, κατεδαφίστηκε.

Ένας πλούσιος παλαιοπώλης, Αρμένιος, έκτισε στη συμβολή των οδών Βασιλίσσης Σοφίας (τότε, Κηφισίας) και Μεσογείων μια ονειρεμένη βίλα, που θύμιζε παραμυθένιο κάστρο με ένα κωνικό τρούλο, μικρούς πύργους, πολεμίστρες και αψιδωτά παράθυρα. Βρισκόταν μέσα σε πολύ όμορφο κήπο και διέθετε 32 δωμάτια και πολλούς αποθηκευτικούς χώρους. Κάποια στιγμή, πέρασε στην ιδιοκτησία του πρώην μάγειρα των ανακτόρων κι έπειτα ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου «Μεγάλη Βρετανία», Ευστάθιου Λάμψα. Το βάφτισε «Βίλα Μαργαρίτα», το όνομα της κόρης του. Με κουτσουρεμένο τον κήπο της από τις απαλλοτριώσεις, η βίλα πουλήθηκε (1970) στην Κτηματική τράπεζα. Κατεδαφίστηκε αμέσως μετά τα εγκαίνια (1971) του απέναντί της γυάλινου «πύργου των Αθηνών». Ο πύργος έχει ύψος 103 μέτρα και 28 ορόφους. Στην θέση της βίλας, υπάρχει σήμερα 9όροφο κτίριο της Εθνικής Τράπεζας.

Οι Αμπελόκηποι εντάχθηκαν στο σχέδιο πόλης της Αθήνας στα 1926. Γύρω τους ξεπρόβαλαν οι συνοικίες πλατείας Μαβίλη, Ερυθρού Σταυρού, Γηροκομείου και Ελληνορώσων.

Η γειτονιά των νοσοκομείων

Σύμφωνα με την ίδια, η γυναίκα του τότε διαδόχου Κωνσταντίνου, πριγκίπισσα Σοφία, ένιωσε «την άθλια ζωή και τη ραγισμένη υγεία» των περισσότερων παιδιών στις λαϊκές συνοικίες: «Ξυπόλυτα, ρακένδυτα, χλωμά, καχεκτικά», περιφέρονταν στους δρόμους σαν αλητόπαιδα, τρέφονταν ελεεινά και ζούσαν μέσα σε τρώγλες, με αποτέλεσμα την τεράστια παιδική θνησιμότητα. Δημιούργησε λαϊκά συσσίτια σε συνοικίες και, στα 1896, ίδρυσε το Νοσοκομείο Παίδων «Η Αγία Σοφία». Ένας πανελλήνιος έρανος εξασφάλισε τα απαιτούμενα χρήματα και, στα 1901, το νοσοκομείο ξεκίνησε να λειτουργεί στου Γουδή, στις ανατολικές παρυφές των Αμπελοκήπων. Σήμερα, διαθέτει 750 κρεβάτια νοσηλείας και είναι ένα από τα μεγαλύτερα παιδιατρικά νοσοκομεία στην Ευρώπη.

Μετά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, η Σοφία, χήρα του Ερρίκου Σλήμαν327, βρέθηκε στο δημοτικό νοσοκομείο, όπου είδε να νοσηλεύονται στρατιώτες που τους είχε χτυπήσει η φυματίωση. Δημιούργησε έναν όμιλο κυριών και, στα 1902, ίδρυσε την εταιρεία «Σωτηρία». Η Μονή Πετράκη παραχώρησε εξακόσια στρέμματα στους Αμπελόκηπους και, στα 1903, ξεκίνησε η ανέγερση σανατόριου που ήταν έτοιμο τα 1905. Διέθετε 40 κρεβάτια και σκοπό του είχε την περίθαλψη απόρων φυματικών. Στα 1919, πέρασε στην δικαιοδοσία του δημοσίου. Από το 1954 κι έπειτα, βαθμιαία επεκτάθηκε σε Γενικό Νοσοκομείο Νοσημάτων Θώρακος, κι αυτό ένα από τα μεγαλύτερα του είδους στην Ευρώπη.

Μέσα στα τριακόσια στρέμματα που ο δήμος Αθηναίων αγόρασε από τον Νικολαΐδη, ώστε να είναι δυνατή η διάνοιξη της λεωφόρου Αλεξάνδρας, υπήρχε και μια έκταση, όπου, στα 1904, ξεκίνησε το κτίσιμο συγκροτήματος πέντε κτιρίων, για να φιλοξενήσουν το νοσοκομείο του δήμου «Η Ελπίς», το οποίο, πια, ασφυκτιούσε στις αρχικές εγκαταστάσεις του, στην οδό Ακαδημίας328. Η ανέγερση προχωρούσε με αργούς ρυθμούς. Στα 1912 κι ενώ ακόμα δεν είχε αποπερατωθεί, επιτάχτηκε από τον Ερυθρό Σταυρό, καθώς προέκυψε η ανάγκη περίθαλψης των τραυματιών στους Βαλκανικούς πολέμους. Προέκυψε το «430 στρατιωτικό νοσοκομείο» που λειτούργησε και μετά τους πολέμους. Η μετεγκατάσταση, τελικά, πραγματοποιήθηκε στα 1971.

Από τα τέλη του 19ου αιώνα, στη σημερινή οδό Βασιλίσσης Σοφίας, λειτουργούσε το «Μαράσλειο Χημείο». Στα 1912, μετατράπηκε σε προσωρινό στρατιωτικό νοσοκομείο, όπου λειτούργησαν χειρουργεία. Με τη συμπαράσταση της πριγκίπισσας Σοφίας, ο μηχανικός Αλέξανδρος Ζαχαρίας δώρισε όλες τις υδραυλικές και ηλεκτρικές εγκαταστάσεις. Το νοσοκομείο λειτούργησε από την αποστολή του γερμανικού Ερυθρού Σταυρού αλλά, μετά τη λήξη των Βαλκανικών πολέμων, παρέμεινε στην δικαιοδοσία του στρατού. Στα 1923, μετά τη μικρασιατική καταστροφή, το ίδρυμα μετατράπηκε σε «Νοσοκομείο Προσφύγων Αθηνών», με διευθυντή επίατρο. Στα 1935, καταργήθηκε. Στην θέση του, ξεκίνησε να λειτουργεί το «Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Αθηνών».

Με δωρεά του Εμμανουήλ Μπενάκη (1823 - 1929) και κληροδότημα του Μαρίνου Κοργιαλένιου (1830 - 1911), ο Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός δημιούργησε στους Αμπελόκηπους το νοσοκομείο που φέρει τιμητικά το όνομά τους. Εγκαινιάστηκε το 1930. Σταδιακά, η γύρω περιοχή απέκτησε το όνομα «συνοικία Ερυθρού Σταυρού».

Τον ίδιο καιρό, η βρεφονηπιακή θνησιμότητα (μωρά και νήπια ως πέντε χρόνων) ξεπερνούσε το 20% στην Ελλάδα. Και το καλύτερο μαιευτήριο της Ευρώπης βρισκόταν στη Λωζάννη της Ελβετίας. Στα 1926, έτυχε να το επισκεφτεί η Έλενα, γυναίκα του Ελευθέριου Βενιζέλου που τότε ιδιώτευε. Κι όταν ο Βενιζέλος επανήλθε στην πολιτική (1928), έβαλε σκοπό της ζωής της να δημιουργήσει παρόμοιο ίδρυμα στην Αθήνα των, πια, 400.000 κατοίκων. Εκείνη την εποχή, τις γεννήσεις, που γίνονταν στα σπίτια των εγκύων, αναλάμβαναν πρακτικές μαίες (επάγγελμα αρκετά διαδεδομένο) με την βοήθεια συγγενών και φίλων. Στην πρωτεύουσα, λειτουργούσαν τρία υποτυπώδη μαιευτήρια με συνολική δύναμη μικρότερη των 100 κρεβατιών. Η Έλενα ήρθε σε επαφή με τον καθηγητή Ροσιέ (Rossier) και τον σπουδαίο αρχιτέκτονα Γεώργιο Επιτώ (Georges Épitaux, 1873, - 1957), που ευθύνονταν για το μαιευτήριο της Λωζάννης, αλλά και με τον τότε πρόεδρο του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, Ιωάννη Αθανασάκη. Οι πληροφορίες που της έδωσαν, είχαν αποτέλεσμα να αγοράσει ένα οικόπεδο που ανήκε στον, εξόριστο τότε, πρίγκιπα Ανδρέα, στους Αμπελόκηπους. Βάφτισε «Μαρίκα Ηλιάδη» το μαιευτήριο που ετοίμαζε, καθώς εκείνο τον καιρό έτυχε να πεθάνει πάνω στην γέννα η αγαπημένη της φίλη, Μαρίκα Ηλιάδη. Στοίχισε περισσότερα από 100.000 λίρες Αγγλίας και σχεδιάστηκε από τον αρχιτέκτονα Γ. Διαμαντόπουλο. Ολόκληρο το ποσό, μαζί με ένα καταπίστευμα συνολικά 90.000 λιρών, βάρυναν την δωρήτρια. Στα 1933, το κεντρικό κτίριο ήταν έτοιμο. Τα εγκαίνια έγινα στις 16 Φλεβάρη. Η τότε δυναμικότητά του ήταν 130 κρεβάτια.

Καθηγητής της Ιατρικής σχολής, ο Αριστοτέλης Κούζης (1872 - 1961) έβαλε σκοπό της ζωής του την δημιουργία ερευνητικού κέντρου για την αντιμετώπιση του καρκίνου. Δημιούργησε το Ελληνικό Αντικαρκινικό Ινστιτούτο και, σε συνεργασία με τον μελλοντικό πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, Παναγιώτη Πουλίτσα (1881 - 1968), και τον καθηγητή της Θεολογίας Παναγιώτη Μπρατσιώτη (1889 - 1982) κινήθηκε δραστήρια για την επίτευξη του σκοπού του. Ο δήμαρχος Αθηναίων, Κωνσταντίνος Κοτζιάς, παραχώρησε δημοτική έκταση στους Αμπελόκηπους, ο σπουδαίος αρχιτέκτονας του μεσοπολέμου, Βασίλειος Τσαγκρής (1882 - 1941) έκανε τα σχέδια δωρεάν και, στα 1935, το Αντικαρκινικό Νοσοκομείο «Άγιος Σάββας» ήταν γεγονός.

Η Αγλαΐα Κυριακού πέθανε άτεκνη τον Αύγουστο του 1933. Με διαθήκη, άφησε ολόκληρη την περιουσία της για την δημιουργία νοσοκομείου που θα περιέθαλπε άπορα παιδιά. Η διοίκηση του Νοσοκομείου Παίδων «Αγία Σοφία» παραχώρησε το ιδιοκτησίας της γειτονικό οικόπεδο, το αρμόδιο υπουργείο συμπλήρωσε το απαιτούμενο ποσό και, στις 8 Νοέμβρη του 1934, ξεκίνησε η ανέγερση του νοσοκομείου. Τρεισήμισι χρόνια αργότερα (27 Απρίλη του 1938), το Νοσοκομείο Παίδων «Αγλαΐα Κυριακού» εγκαινιαζόταν επίσημα.

Η λειτουργία του μαιευτηρίου «Αλεξάνδρα» έγινε πραγματικότητα στα 1954, χάρη στις προσπάθειες του καθηγητή της Μαιευτικής Νικόλαου Λούρου (1898 - 1986) και τα χρήματα του «σχεδίου Μάρσαλ». Ήταν η δωδέκατη προσπάθεια δημιουργίας του: Αυτή που καρποφόρησε. Το είπαν (στα 1898) «Αλεξάνδρα» στη μνήμη της πριγκίπισσας που πέθανε πάνω στην γέννα.

Και, στα 1995, ξεκίνησε η ανέγερση του νοσοκομείου «Ερρίκος Ντυνάν».

Από του Μακρυγιάννη ως το Γκάζι

Ολόκληρη η περιοχή νότια της Ακρόπολης, από τη σημερινή λεωφόρο Συγγρού μέχρι την οδό Πειραιώς, αποτελούσε κτηματική περιουσία του Ιωάννη Μακρυγιάννη, τα όρια της οποίας έφταναν ως τα Πετράλωνα. Από τα 1843, μέσα στην ιδιοκτησία του είχε κτίσει ένα μεγάλο διόροφο σπίτι, που επιζούσε ως την δεκαετία του 1950 (περίπου στο σημείο του σταθμού του μετρό για την Ακρόπολη). Μετά τον θάνατό του (Απρίλη του 1864), οι κληρονόμοι του έκοψαν σε κομμάτια το ανατολικό τμήμα του κτήματος και το πούλησαν για οικόπεδα. Δημιουργήθηκε έτσι η συνοικία Μακρυγιάννη. Νότιά της, τιμητικά για τον Σουλιώτη αγωνιστή Λάμπρο Βέικο που (στα 1827) σκοτώθηκε στη μάχη του Ανάλατου, η περιοχή ονομάστηκε συνοικία Βεΐκου. Κύριο χαρακτηριστικό της είναι η ομώνυμη κεντρική οδός που την διασχίζει.

Νοτιότερα, ένα εργοστάσιο σιδερένιων κρεβατιών και το σπίτι του εργοστασιάρχη έδωσαν το όνομα της συνοικίας: Κουκάκι. Ως την δεκαετία του 1970, είχε κορεστεί οικιστικά.

Στην περιοχή δυτικά στο Κουκάκι υπήρχαν πέτρινα αλώνια, που οι λιγοστοί αγρότες κάτοικοι χρησιμοποιούσαν για το αλώνισμα των σιτηρών τους. Ως το 1926, ονομαζόταν Κατσικάδικα, καθώς πλήθος από κοπάδια με κατσίκια σύχναζαν εκεί. Την χρονιά αυτή, απαγορεύτηκε η κυκλοφορία κοπαδιών με αιγοπρόβατα στις κατοικημένες περιοχές. Η αρχική ονομασία ξεχάστηκε. Τα αλώνια επέβαλαν την ονομασία τους: Πετράλωνα. Από την δεκαετία του 1950, η συνοικία γνώρισε έντονη οικοδόμηση. Η γραμμή του ηλεκτρικού τρένου που την διαπερνά, την χωρίζει σε Άνω Πετράλωνα (το ανατολικό της τμήμα) και Κάτω Πετράλωνα (το δυτικό).

Εκεί, όπου το σχέδιο των Κλεάνθη - Σάουμπερτ προέβλεπε τη στρογγυλή πλατεία στην γωνία των οδών Ερμού και Πειραιώς, ξεκίνησε (στα 1857) να ανεγείρεται το εργοστάσιο φωταερίου. Για τον σκοπό αυτόν, ο δήμος Αθηναίων παραχώρησε στον Γάλλο Φραγκίσκο Φεράλδι (Francois Theophile Feraldi) οικόπεδο τριάντα στρεμμάτων και το δικαίωμα να εκμεταλλευτεί την παραγωγή για πενήντα χρόνια. Το εργοστάσιο κτίστηκε με υλικά που έφτασαν στην Αθήνα από την Γαλλία. Από το 1862, σταδιακά η Αθήνα απέκτησε λάμπες φωταερίου που αντικατέστησαν τις πετρελαίου. Η πελατεία αυξανόταν με γοργούς ρυθμούς καθώς γύρω από τις εγκαταστάσεις παραγωγής φωταερίου άρχισαν να ξεφυτρώνουν εργοστάσια, που, για να κινηθούν, χρειάζονταν και εργάτες. Μια παραγκούπολη άρχισε να δημιουργείται.

Από το 1873, όμως, τα οικονομικά προβλήματα του εργοστασιάρχη τον οδήγησαν σε περιπέτειες. Τελικά, στα 1887, η επιχείρηση εξαγοράστηκε από τον Ιταλογάλλο Ερρίκο Φουλόν ντε Βω (Henri Foulon de Vaulx) και τον Ιωάννη Βαπτιστή Σερπιέρη (αυτόν που ευθύνεται για τα Λαυρεωτικά329). Οι εγκαταστάσεις επεκτάθηκαν, νέα κτίρια κτίστηκαν και ο χώρος του εργοστασίου πήρε τη σημερινή του μορφή. Πλάι του, παράγκες και χαμόσπιτα δημιούργησαν τη συνοικία Γκάζι, με τους εκεί κατοίκους να αποκαλούνται Γκαζοχωρίτες. Κι από το 1910, ξεκίνησε η εκεί εγκατάσταση οίκων ανοχής. Η ονομασία Γκαζοχωρίτης επεκτάθηκε και στους μόνιμους θαμώνες τους, οπότε κατάντησε τίτλος απαξίωσης. Οι αναθυμιάσεις από την καύση της πρώτης ύλης για την παραγωγή του φωταέριου αλλά και οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης των εργατών υποβάθμισαν την περιοχή. Στα 1938, η μονάδα πέρασε στην ιδιοκτησία του δήμου με την Δημοτική Επιχείρηση Φωταερίου Αθηνών (ΔΕΦΑ) να αναλαμβάνει την εκμετάλλευσή της. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, και την καθιέρωση του ηλεκτρισμού, το εργοστάσιο υπολειτουργούσε. Η γύρω περιοχή άρχισε να ερημώνεται. Στην δεκαετία του '60, ελάχιστοι κάτοικοι ζούσαν μόνιμα εκεί.

Στα 1967, Έλληνες μουσουλμάνοι από την Θράκη εγκαταστάθηκαν στην περιοχή, ψάχνοντας συνθήκες καλύτερης διαβίωσης. Στα 1984, το εργοστάσιο έπαψε να λειτουργεί. Δυο χρόνια αργότερα (1986), με απόφαση της τότε υπουργού Πολιτισμού, Μελίνας Μερκούρη, ο χώρος χαρακτηρίστηκε διατηρητέο μνημείο πολιτισμού. Προέκυψε η Τεχνόπολη. Έγινε πόλος έλξης πολιτιστικών εκδηλώσεων, ενώ τα εγκαταλειμμένα εργοστάσια και σπίτια μετατράπηκαν σε χώρους ψυχαγωγίας, δίνοντας στη συνοικία νέο παλμό. Στα 1999, στην Τεχνόπολη μεταφέρθηκαν και οι εγκαταστάσεις του δημοτικού ραδιοφωνικού σταθμού «Αθήνα 9,84» που από την ίδρυσή του (31 Μάη του 1987 η πρώτη μετάδοση) λειτουργούσε σε κτίριο του δήμου, στην οδό Λιοσίων.

Οι προεκτάσεις της πόλης

Στα 1864, χαράχθηκε ο δρόμος που έμελλε να ονομαστεί «Αγίου Κωνσταντίνου». Ξεκινά από την πλατεία Ομονοίας και κατευθύνεται δυτικά, ως είσοδος στην πόλη. Τέσσερα χρόνια αργότερα (στα 1878), η βασίλισσα Όλγα γέννησε το πρώτο της παιδί: Του έδωσαν το όνομα του πατέρα της, μεγάλου δούκα της Ρωσίας: Κωνσταντίνος. Έμελλε να γίνει ο επόμενος και μοιραίος βασιλιάς της Ελλάδας. Για να γιορτάσει το γεγονός, ο δήμος Αθηναίων αποφάσισε να κτιστεί ο ναός του Αγίου Κωνσταντίνου, χάρη στον οποίο βαφτίστηκε και ο δρόμος, στη μικρή πλατεία του οποίου ανεγέρθηκε. Ο αρχιτέκτονας Λύσανδρος Καυταντζόγλου ανέλαβε την υλοποίησή του. Το έργο θεμελιώθηκε στα 1871, με τον αρχιτέκτονα να διακηρύσσει την αντίθεσή του προς τον βυζαντινό ρυθμό. Όταν, 34 χρόνια αργότερα (1905), ο γιγάντιος ναός ήταν έτοιμος, οι Αθηναίοι είδαν μπροστά τους ένα κτίριο που ελάχιστα θύμιζε εκκλησία, σε νεοκλασικό ρυθμό. Ο αρχιτέκτονας δεν ζούσε να δει το δημιούργημά του ολοκληρωμένο (πέθανε το 1885).

Σχεδόν απέναντι στην εκκλησία, από το 1901, λειτουργούσε το Βασιλικό Θέατρο, πόλος έλξης για την τότε αριστοκρατία που έσπευσε να κτίσει κατοικίες στην γύρω περιοχή δημιουργώντας την συνοικία της Ομόνοιας. Όλα είχαν ξεκινήσει το 1880, όταν ο βασιλιάς Γεώργιος Α' δέχτηκε μια δωρεά 10.000 λιρών από τον Ευστράτιο Ράλλη (1800 - 1884), τελευταίο από τα πέντε αδέλφια της τότε ισχυρότερης ελληνικής εμπορικής οικογένειας στο Λονδίνο. Ο δωρητής όριζε ότι ο βασιλιάς μπορούσε να διαθέσει το ποσό, όπου αυτός νόμιζε καλύτερα. Ο Γεώργιος τα χρησιμοποίησε ως βάση για την δημιουργία του θεάτρου. Ο Μαρίνος Κοργιαλένιος και το δημόσιο συμπλήρωσαν το απαιτούμενο ποσό αλλά το έργο θεμελιώθηκε μόλις στα 1891, σε οικόπεδο του Νικόλαου Θων. Ο Ερνέστος Τσίλλερ σχεδίασε το κτίριο σε αναγεννησιακό ρυθμό, με πρόσοψη εμπνευσμένη από την Αδριάνειο Βιβλιοθήκη, ενώ οι εγκαταστάσεις της σκηνής, του φωτισμού και της θέρμανσης ήταν οι πιο σύγχρονης της εποχής. Το θέατρο άνοιξε στο κοινό στις 27 Νοέμβρη του 1901, παρουσιάζοντας έναν μονόλογο από το έργο του ρομαντικού συγγραφέα Δημήτριου Βερναρδάκη, «Μαρία Δοξαπατρή», και δυο μονόπρακτες κωμωδίες, «Ο θάνατος του Περικλέους» του Δημήτριου Κορομηλά, και «Ζητείται υπηρέτης» του Χαράλαμπου Άννινου. Δυο χρόνια αργότερα, το θέατρο θα γινόταν αφορμή να ξεσπάσουν τα «Ορεστειακά». Από το 1930, με νόμο του τότε υπουργού Παιδείας, Γεωργίου Παπανδρέου, μετονομάστηκε «Εθνικό Θέατρο» (3 Μάη).

Δρόμος της προκοπής που να συνδέει την Αθήνα με το Φάληρο δεν υπήρχε ως τα τέλη του 19ου αιώνα. Από την εποχή της τουρκοκρατίας, η επικοινωνία ανάμεσα στις δυο περιοχές, γινόταν από την «οδό Φαλήρου», που περισσότερο έμοιαζε με μονοπάτι. Κάποιες σκέψεις για την δημιουργία αληθινού δρόμου σκόνταφταν στην άθλια οικονομική κατάσταση, στην οποία βρίσκονταν, τόσο η χώρα, όσο και ο δήμος Αθηναίων. Στα 1899, το δημοτικό συμβούλιο της πόλης αποφάσισε να βαφτίσει «οδό Συγγρού» ένα δρόμο που ξεκινούσε από το ύψος του Ολυμπιείου και κατέληγε σε μια γέφυρα του Ιλισού, στο ύψος της σημερινής ανισόπεδης διασταύρωσης Συγγρού και Καλλιρρόης. Ο Ανδρέας Συγγρός ζούσε ακόμα (πέθανε στις 13 Φλεβάρη του ίδιου χρόνου), κολακεύτηκε με την απόφαση κι ανέθεσε στον νομομηχανικό Γαζή να σχεδιάσει την διεύρυνση του δρόμου. Όμως, ο Συγγρός πέθανε και το έργο ούτε καν ξεκίνησε. Έμεινε μόνο η ονομασία του δρόμου.

Η κυβέρνηση εκμεταλλεύτηκε την «προφορική θέληση» του πια νεκρού Ανδρέα Συγγρού και ανέθεσε στον Γαζή να επιλέξει διεύρυνση της «οδού Φαλήρου» ή χάραξη νέου δρόμου, πλάι στον Ιλισό. Ο Γαζής αντιπρότεινε την δημιουργία φαρδιάς λεωφόρου που θα ξεκινούσε από την πύλη του Αδριανού και θα κατέληγε στο Φάληρο. Η χήρα, Ιφιγένεια Συγγρού, δέχτηκε να χρηματοδοτήσει το έργο, με την προϋπόθεση ότι θα έφερε το όνομα του μακαρίτη, και η πρόταση του Γαζή εγκρίθηκε. Ξέσπασε φοβερή διαμάχη ανάμεσα στις διάφορες υπηρεσίες, για την αναγκαιότητα του έργου: Τα χρήματα ήταν πολλά οπότε και οι μνηστήρες προέκυψαν πολλοί. Η διαμάχη τραβούσε καιρό, ώσπου ο πρωθυπουργός, Γεώργιος Θεοτόκης, ανέλαβε να λύσει το θέμα. Αποφάσισε να υλοποιηθεί η πρόταση του Γαζή. Ο δρόμος χαράχτηκε στα 1901. Στα 1904, με πρωθυπουργό πάλι τον Γεώργιο Θεοτόκη, η πια λεωφόρος Συγγρού ήταν έτοιμη. Ο Γαζής ρώτησε τον πρωθυπουργό και την χήρα, αν θα γίνονταν επίσημα εγκαίνια. Και οι δυο είπαν «όχι». Κυριακή, 21 Νοέμβρη (1904), παραδόθηκε στο κοινό. Είχε πλάτος 28 μέτρα: Δώδεκα μέτρα ο κύριος δρόμος και από οχτώ οι δυο πλευρικοί, ένας για τους πεζούς κι ένας για τους καβαλάρηδες. Οικοδομές υπήρχαν μέχρι την διασταύρωση με τον Ιλισό, όπου κτίστηκε σιδερένια γέφυρα. Από εκεί κι ως το Φάληρο, η περιοχή ήταν ερημική. Και, στο Φάληρο, όπου κατέληγε η λεωφόρος Συγγρού, υπήρχαν έλη. Κόστισε 1.200.000 δραχμές και, στην αρχή, είχε ελάχιστη κίνηση. Θα αποκτούσε μεγάλη, μετά τη μικρασιατική καταστροφή, όταν στις δυο πλευρές της δημιουργήθηκαν προσφυγικές συνοικίες.

Ως την δεκαετία του 1950, η επικοινωνία της Αθήνας με τις νοτιοανατολικές περιοχές της Αττικής γινόταν μέσα από μικρούς οδικούς άξονες, καθώς η αρχαία «Αστική οδός», ο κύριος οδικός άξονας που ένωνε την Αθήνα με την παραλία, είχε ξεχαστεί: Ένωνε το άστυ με το ιερό του Ποσειδώνα, στο Σούνιο, και τα μεταλλεία της Λαυρεωτικής. Στα 1889, δόθηκε στην κυκλοφορία «αμαξιτή οδός» στην Βουλιαγμένη για να εξυπηρετεί την πελατεία ενός νέου «καφεστιατορίου» που εγκαινιάστηκε τότε. Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, επί υπουργού Δημοσίων Έργων (1952 - 1955) Κωνσταντίνου Καραμανλή, ολοκληρώθηκε η σύγχρονη λεωφόρος Βουλιαγμένης που ακολουθεί τα χνάρια της αρχαίας «Αστικής οδού». Παράλληλα με τη λεωφόρο και ως τον δήμο του Αγίου Δημητρίου, δημιουργήθηκε γραμμή του μετρό (το τελευταίο τμήμα της παραδόθηκε το 2013).

Λαός και Κολωνάκι

Η πιο διαφημισμένη αριστοκρατική συνοικία της Αθήνας, το Κολωνάκι, άργησε πολύ να δημιουργηθεί. Η περιοχή ήταν αγροτική αλλά και με πολλές στάνες και οι Αθηναίοι την ήξεραν ως Κατσικάδικα, όπως και τα Πετράλωνα. Καθώς βρίσκεται πλάι στα τότε ανάκτορα, από το 1860 άρχισαν να κτίζονται εκεί κάποια σπίτια. Πολύ λίγα ως το 1880. Κατοικούσαν εκεί κυρίως μεροκαματιάρηδες, ώσπου, γύρω στα 1900, ανακαλύφθηκε από τους αστούς. Γεννήθηκε η συνοικία του Κολωνακίου, στους πρόποδες του Λυκαβηττού. Ο εντοπισμός της δεξαμενής, στα 1870, όπου κατέληγαν οι αρχαίοι αγωγοί του πόσιμου νερού, έδωσε το όνομα «Δεξαμενή» στην γύρω περιοχή. Και η ανακάλυψη στην εκεί πλατεία μιας κολόνας ύψους γύρω στα δυο μέτρα έγινε αιτία η νέα συνοικία να ονομαστεί Κολωνάκι: Κατά τον μεσαίωνα, υπήρχε η πρόληψη ότι οι επιδημίες ήταν δυνατό να αποτραπούν με μια μαγική διαδικασία, η οποία περιλάμβανε και την θυσία δυο δίδυμων μοσχαριών. Στον τόπο της θυσίας, έστηναν μια μικρή κολόνα, όπως αυτή που βρέθηκε στην πλατεία της Δεξαμενής. Στα 1938, η κολόνα μεταφέρθηκε στην πρώην πλατεία βασιλίσσης Όλγας και, από το 1930, πλατεία Φιλικής Εταιρείας, γύρω από την οποία είχε αναπτυχθεί η συνοικία. Η πλατεία έγινε γνωστή ως «Κολωνακίου» και με το όνομα αυτό βαπτίστηκε ολόκληρη η περιοχή. Η προνομιακή της θέση (γειτονική στη σημερινή Βουλή και με όμορφη θέα) ανέβασε τις τιμές των οικοπέδων με αποτέλεσμα να εξελιχθεί σε πολύ αριστοκρατική.

Ως το 1910, η περιοχή από την πλατεία Αγάμων (μετά την Αγγελοπούλου) ως το τέρμα Πατησίων, ήταν γεμάτη λαχανόκηπους. Οι Αθηναίοι πήγαιναν εκεί εκδρομή την Πρωτομαγιά για να μαζέψουν αγριολούλουδα. Όμως, στη δεκαετία 1910 - 1920, δημιουργήθηκαν ραγδαία οι αρχικά φτωχικές συνοικίες Αγάμων, Κολιάτσου, Αγ. Λουκά, Κλωναρίδου, Κυπριάδου, Αλυσίδας, Κάτω Πατησίων. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, οι συνοικίες αυτές γνώρισαν πολύ γοργή ανάπτυξη αλλά η πυκνή δόμηση τις οδήγησε στην υποβάθμιση.

Η συνοικία του Κολωνού, στα δυτικά της πόλης, αριστοκρατική περιοχή στην αρχαιότητα, τον 19ο αιώνα ήταν αραιοκατοικημένη. Το ίδιο και η ενταγμένη σ' αυτήν συνοικία της πλατείας Αττικής, που αποτελούσε μικρό προάστιο στην άκρη της πόλης. Ξεκίνησε να αναπτύσσεται στα 1885, όταν δημιουργήθηκε εκεί η πλατεία που φιλοξενεί τον «Σταθμό Αττικής» του τρένου, ο οποίος έδωσε το όνομά του στην γύρω συνοικία. Στις δεκαετίες 1960 και 1970 γνώρισε έντονη οικοδομική δραστηριότητα, πυκνοκατοικήθηκε και υποβαθμίστηκε, όπως και τα γειτονικά Σεπόλια, περιοχή όπου, το 1889, μετρήθηκαν να κατοικούν μόλις 279 άτομα.

Στα ανατολικά του καλλιμάρμαρου, δημιουργήθηκε στα χρόνια των Βαλκανικών πολέμων το Παγκράτι. Η συνοικία γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη μετά το 1922. Σχεδόν προέκταση στο Παγκράτι, μετά το 1920, δημιουργήθηκε η συνοικία του Γουδή. Αναπτύχθηκε γρήγορα εξαιτίας των στρατιωτικών εγκαταστάσεων που προϋπήρχαν εκεί και, μετά το 1965, της πανεπιστημιούπολης.

Στα 1908, στους νότιους πρόποδες των Τουρκοβουνίων, οριοθετήθηκε η συνοικία της Κυψέλης. Η οικιστική της ανάπτυξη ξεκίνησε γύρω στα 1930. Γρήγορα απλώθηκε νοτιοδυτικά για να δημιουργηθούν οι συνοικίες της Αγ. Ζώνης και (μετά το 1935) της αριστοκρατικής Φωκίωνος Νέγρη.

Πιο νωρίς, μετά τη μικρασιατική καταστροφή, πλάι στις συνοικίες Αγγελοπούλου και Φ. Νέγρη, αναπτύχθηκε το Πολύγωνο: Μια απέραντη συνοικία με χαμόσπιτα προορισμένα να στεγάσουν τους ξεριζωμένους πρόσφυγες. Ανάλογη συνοικία δημιουργήθηκε απέναντι από το γήπεδο του Παναθηναϊκού, ενώ, πλάι στη λεωφόρο Συγγρού, στο ύψος του παλιού εργοστασίου Φιξ, χτίστηκαν άθλιες πολυκατοικίες για να στεγάσουν πρόσφυγες, δημιουργώντας τη συνοικία Δουργούτη. Και οι τρεις δεν υπάρχουν πια. Στην πρώτη δημιουργήθηκε η συνοικία Ευελπίδων, που σήμερα είναι από τις πιο ακριβές εξαιτίας των δικαστηρίων που μεταφέρθηκαν εκεί. Η δεύτερη έχει υπαχθεί στους Αμπελόκηπους και η τρίτη στο Νέο Κόσμο.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

317. Αραμπάς ονομαζόταν το δίτροχα ή τετράτροχο κάρο που σερνόταν από άλογα ή βόδια και μετέφερε ανθρώπους ή προϊόντα.

318. Φρόκαλα, τα σκουπίδια.

319. Φασουλιώτισσες: Οι γυναίκες της συνοικίας Φασουλάς στη Σμύρνη. Κορδελιό και Κασαμπάς επίσης βρίσκονται στη Σμύρνη.

320. Για τον Αμπού, βλ. και κεφάλαιο 21, «η διάλυση των κομμάτων και οι λήσταρχοι».

321. Βλ. κεφάλαιο 23, «τα πρώτα χρόνια του Τσίλλερ».

322. Κυκλόβορος ονομαζόταν ο χείμαρρος που ξεκινούσε από τα Τουρκοβούνια, διέσχιζε την περιοχή Γκύζη, κατέβαινε από τη μετέπειτα οδό Μάρνη και χυνόταν στον Κηφισό.

324. Τα στοιχεία για τα σύνορα Νεάπολης και Εξαρχείων είναι παρμένα από το κείμενο της Φιλίππας Δημητριάδη, «Τα οκτώ μεγάλα μπερδέματα της πόλης των Αθηνών», στην ιστοσελίδα «Ποπαγάντα».

325. Βλ. κεφάλαιο 21, «Σκιαδικά: Η εξέγερση της νεολαίας».

326. Στο ιστολόγιό του, ο Πάνος Αβραμόπουλος (http://panosavramopoulos.blogspot.gr) και στο κείμενό του «Εξάρχεια - Νεάπολη (Ιστορική Αναδρομή στην Αθήνα μας)» αναφέρει ως κατοίκους της περιοχής και τους Ν. Γύζη (1842-1901), Δημήτριο Φιλιππότη (1839-1919), Δημήτριο Βερναδάκη (1833-1907), Γιαννούλη Χαλεπά (1851-1938), Αλέξανδρο Φιλαδελφέα (1866-1954), Ιωάννη Κολλάρο (1870-1956) , Θεόδωρο Βελλιανίτη (1863-1934), όπου «στην δύση του 19ου αιώνα λειτούργησε ένα από τα ονομαστά φιλολογικά σαλόνια των Αθηνών κάθε Παρασκευή βράδυ, το οποίο συναποτελούσαν επιφανείς λογοτέχνες, εικαστικοί και πολιτικοί της εποχής κι ανάμεσά τους οι Γ. Σουρής, Π. Νιρβάνας, Ν. Σπανδωνής, Ι. Πολέμης, Δ. Χατζόπουλος, Γ. Καμπύσης, Αρ. Προβελλέγιος, Δ. Καμπούρογλου, Κ. Παρθένης», Αλέξ. Μωραϊτίδης (1850-1929), ο Μπάμπης Άννινος (1852-1934), Δ. Ταγκόπουλος (1867-1926), ο Δ. Καμπούρογλου, ο Τίμος Μωραϊτίνης (1875-1952), Νίκος Σκαλκώτας (1904-1949), Κώστας Ταχτσής (1927-1988), Λιλή Ζωγράφου (1922-1998).

327. Βλ, κεφάλαιο 23, «όταν ο Σλήμαν συνάντησε τον Τσίλλερ».

328. Βλ. κεφάλαιο 20, «ο πρώτος εκλεγμένος δήμαρχος»

329. Βλ. κεφάλαιο 22, «τα Λαυρεωτικά».

(τελευταία επεξεργασία, 28 Νοεμβρίου 2020)

Επικοινωνήστε μαζί μας