Κεφ. 25 ΑΘΗΝΑ: Μεγαλεία και ταπείνωση

Ο δικομματισμός και ο Τρικούπης

Η δεκαετία του 1880 άνοιγε διάπλατα για να δεχτεί μια νέα εμπειρία: Τον δικομματισμό, με εκπροσώπους τον Χαρίλαο Τρικούπη και στη συνέχεια τον Γεώργιο Θεοτόκη από τη μια πλευρά και τον Θεόδωρο Δηλιγιάννη από την άλλη. Όταν η περίοδος αυτή έληξε, το 1909, οι δυο από τους μονομάχους είχαν πεθάνει, ενώ ο τρίτος είχε αποσυρθεί. Όλα ξεκίνησαν με την «αρχή της δεδηλωμένης330» που διακηρύχθηκε από τον βασιλιά Γεώργιο στις 11 Αυγούστου του 1875. Θα περνούσε καιρός, ώσπου ο λαός να αντιληφθεί τη μεγάλη αυτή κατάκτηση του κοινοβουλίου, που, αρχικά, την υποδέχτηκε μάλλον σκωπτικά. Ο Γεώργιος Σουρής σχολίασε:

«Και ήτο για το Σύνταγμα παντού συνομιλία,

και ο Τρικούπης έγραψε πως πταίει η βασιλεία.

Και είδε ο Γεώργιος πως του 'γιναν κουνούπι

και δυο βεντούζες έβαλε στο Σύνταγμα κοφτές,

κι εκάθησε στο θρόνο του και είπε στον Τρικούπη

''έλα λοιπόν να κυβερνάς εσύ οπού δεν φταις!''.

............................................................

Κι εβγήκε ο Χαρίλαος από την φυλακή

κι εφύτρωσε Πρωθυπουργός με κόκκινο βρακί».

Στα 1877, σχηματίστηκε οικουμενική κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον γέρο μπουρλοτιέρη, Κωνσταντίνο Κανάρη. Κύριος σκοπός της ήταν να αντιμετωπίσει τις συνθήκες που είχαν δημιουργηθεί εξαιτίας του τότε ρωσοτουρκικού πολέμου. Ο Χαρίλαος Τρικούπης ανέλαβε υπουργός Εξωτερικών και ήρθε σε συνεννόηση με τις μεγάλες δυνάμεις, για να προωθήσει τα ελληνικά συμφέροντα στην περιοχή. Ο μελλοντικός άσπονδος αντίπαλός του, Θεόδωρος Δηλιγιάννης, ανέλαβε το υπουργείο Παιδείας.

Η Ελλάδα τότε απλωνόταν ως νότια από τη Θεσσαλία, την οποία διεκδικούσε. Ο πόλεμος έληξε με την συνθήκη του Αγίου Στεφάνου και την δημιουργία της Μεγάλης Βουλγαρίας, που προκάλεσε σύντομο σερβοβουλγαρικό πόλεμο. Η κυβέρνηση παραιτήθηκε. Η νέα (του Κουμουνδούρου) έσπευσε με τον υπουργό της των Εξωτερικών, Θεόδωρο Δηλιγιάννη, ως ικέτιδα στο συνέδριο του Βερολίνου που ανέλαβε να «διορθώσει» τις στρεβλώσεις του Αγίου Στεφάνου. Η Θεσσαλία αποδόθηκε στην Ελλάδα αλλά όχι και η Ήπειρος, όπως αρχικά προβλεπόταν (της δόθηκε μόνο η Άρτα). Ο ελληνικός λαός θεώρησε υπεύθυνο της απώλειας το δίδυμο Κουμουνδούρου - Δηλιγιάννη, που έχασε τις εκλογές του 1881.

Θριαμβευτής, ο Τρικούπης ανέλαβε πρωθυπουργός έχοντας στο πλάι του ένα λαμπρό επιτελείο με τους αρίστους των τεχνοκρατών της εποχής. Ξεκίνησε η ηράκλεια προσπάθεια για την αναδιοργάνωση του κράτους και την ανασυγκρότηση της χώρας μέσα από την ανάπτυξη των φυσικών της πόρων και την δημιουργία σύγχρονου συγκοινωνιακού δικτύου.

Ήταν η λαμπρή οκταετία που διακόπηκε για ένα χρόνο, όταν παρεμβλήθηκε μια κυβέρνηση Δηλιγιάννη που όμως δεν κατάφερε να κρατηθεί στην εξουσία. Ο Τρικούπης έθεσε την διακίνηση του πετρελαίου κάτω από κρατικό μονοπώλιο (του κόλλησαν, γι’ αυτό, το επίθετο «Πετρέλαιος», 1886), άνοιξε τη διώρυγα της Κορίνθου, ανέπτυξε τους σιδηροδρόμους, εκμεταλλεύτηκε τους φυσικούς πόρους της χώρας, αποξήρανε την Κωπαΐδα, κατασκεύασε δρόμους, αναδιοργάνωσε το στράτευμα, εξόπλισε το ναυτικό με τρία θωρηκτά κι αύξησε τα έσοδα του κράτους.

Όμως, για να επιτύχει όλ’ αυτά, αύξησε τους φόρους δυσαρεστώντας τους ψηφοφόρους, που δεν ήταν συνηθισμένοι σε τέτοια μεταχείριση και τον καταψήφισαν (1885). Η απόφαση του νέου πρωθυπουργού Θεόδωρου Δηλιγιάννη, να κηρύξει επιστράτευση, ετοιμάζοντας πόλεμο με την Βουλγαρία, οδήγησε στον αποκλεισμό της Ελλάδας από τους στόλους των μεγάλων δυνάμεων (γεγονότα της Ανατολικής Ρωμυλίας, όταν η περιοχή προσαρτήθηκε από την Βουλγαρία και χάθηκε οριστικά για την Ελλάδα). Η Βουλή τον εγκατέλειψε. Ο Τρικούπης επανήλθε πανίσχυρος (1886), ολοκλήρωσε την οικονομική αναδιοργάνωση της χώρας, έβαλε νέους φόρους και καταψηφίστηκε το 1889/1890. Η νέα κυβέρνηση Δηλιγιάννη ανέτρεψε όλα, όσα ο Τρικούπης κατάφερε. Ο πληθωρισμός, που κάλπαζε, την έριξε κι αυτήν (1892).

Ο Τρικούπης επανεκλέχτηκε πανηγυρικά. Έμεινε πρωθυπουργός για τρία χρόνια (με ένα μικρό διάλειμμα, όταν σχηματίστηκε η βραχύβια κυβέρνηση Σωτηρόπουλου - Ράλλη) και παραιτήθηκε, επειδή δεν μπόρεσε να συνάψει δάνειο: Οι δανειστές ζητούσαν να επιβάλουν οικονομικό έλεγχο στην χώρα αλλά ο Τρικούπης αρνιόταν. Ο Ανδρέας Συγγρός δυναμίτιζε τις προσπάθειες του Έλληνα πρωθυπουργού, προσπαθώντας να αποκομίσει προσωπικά οφέλη (τραπεζικά προνόμια, μετοχές της Εθνικής Τράπεζας κ.λπ.). Κι ο βασιλιάς Γεώργιος απέρριψε την πρόταση να συναφθεί νέο δάνειο και παράλληλα να δημιουργηθεί «Ταμείο Δανείου», ενώ, τις κρίσιμες ώρες, έδωσε εντολή να πουληθούν στο Λονδίνο ομολογίες ελληνικών δανείων. Ο Χαρίλαος Τρικούπης υπέβαλε την παραίτηση της κυβέρνησής του. Την 1η Δεκέμβρη του 1893, από το βήμα της Βουλής, φέρεται ότι δήλωσε:

«Κύριοι, δυστυχώς επτωχεύσαμεν».

Επακολούθησε μερικός έλεγχος από τις χώρες που είχαν δανείσει στην Ελλάδα. Τέσσερα χρόνια αργότερα, θα επιβαλλόταν ο εξοντωτικός «Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος (ΔΟΕ)». Όμως, στις εκλογές του 1895, το κόμμα του Τρικούπη καταποντίστηκε: Εκλέχτηκαν 148 βουλευτές του Δηλιγιάννη και μόλις 15 του Τρικούπη, χωρίς ο ίδιος να εκλεγεί. Αντ’ αυτού, εκλέχτηκε ο άσημος Μιλτιάδης Γουλιμής. Ο Τρικούπης το πήρε πολύ βαριά. Σε όποιον συναντούσε, έλεγε πικραμένος:

«Ανθ’ ημών, Γουλιμής!» («αντί για μένα, ο Γουλιμής!»).

Ήταν η τελευταία πολιτική δήλωσή του που επαναλαμβανόταν με αυτοσαρκασμό, καθώς δεν μπορούσε να χωνέψει την αχαριστία των ψηφοφόρων και την ειρωνεία την τύχης να χάσει την βουλευτική του έδρα από κάποιον απίθανο. Όσο για τον Μιλτιάδη Γουλιμή, γόνο παλιάς οικογένειας αρματολών της Δυτικής Στερεάς αλλά άσημο πολιτευτή του Μεσολογγίου, δεν γνωρίζουμε αν ποτέ συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν αυτός που νίκησε τον μεγάλο αντίπαλό του αλλά η γενική κατακραυγή κατά της φορολογίας, την οποία εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο η δημοκοπία του Δηλιγιάννη.

Με συνοδό την αδερφή του, Σοφία, που τον λάτρευε, έφυγε στις Κάνες, όπου και πέθανε σε ηλικία 64 χρόνων (30 Μάρτη του 1896). Τον επόμενο χρόνο, ο άσπονδος αντίπαλός του, Θεόδωρος Δηλιγιάννης, οδηγούσε την Ελλάδα στην καταστροφική ήττα από την Τουρκία.

Ο δικομματισμός και ο Δηλιγιάννης

Ο Θεόδωρος Δεληγιάννης που αργότερα έγινε γνωστός ως Δηλιγιάννης, γεννήθηκε στις 2 Γενάρη του 1820. Σπούδασε νομικά στο πανεπιστήμιο της Αθήνας, διορίστηκε (1848) στο υπουργείο Εσωτερικών, έγινε γενικός γραμματέας του (1854) και βρέθηκε εκλεγμένος πληρεξούσιος στη εθνοσυνέλευση του 1862, μετά την έξωση του Όθωνα. Στα 1863, έγινε υπουργός Εξωτερικών στην κυβέρνηση Μπενιζέλου Ρούφου, συνέχισε στο ίδιο πόστο και στην επόμενη κυβέρνηση κι έγραψε το διάγγελμα που ο Γεώργιος Α’ απηύθυνε στην εθνοσυνέλευση, όταν ανέβηκε στον θρόνο. Στα 1865, διορίστηκε στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στα 1866 στάλθηκε πρεσβευτής της Ελλάδας στο Παρίσι, όπου έμεινε καμιά δεκαριά χρόνια.

Όταν επέστρεψε, βρήκε την Ελλάδα να ζει στον αστερισμό του Χαρίλαου Τρικούπη. Έγινε υπουργός Παιδείας στην Οικουμενική του καιρού του και υπουργός Εξωτερικών στην κυβέρνηση του Αλεξάνδρου Κουμουνδούρου και βρέθηκε εκπρόσωπος της Ελλάδας στο συνέδριο του Βερολίνου (1878). Με ρεαλιστικές παρεμβάσεις, συνετέλεσε στην απόδοση της Θεσσαλίας στην χώρα μας αλλά έχασε την Ήπειρο. Όταν ο Κουμουνδούρος πέθανε (1883), κατάφερε να προσεταιριστεί τους οπαδούς του, δημιουργώντας το Εθνικόν κόμμα. Από εκεί κι έπειτα, μοναδικός σκοπός της ζωής του έγινε η εκμηδένιση του Χαρίλαου Τρικούπη και του έργου του. Το κατάφερε, οδηγώντας την Ελλάδα στο έσχατο σημείο της εξαθλίωσης και της ταπείνωσης.

Χρησιμοποίησε κάθε θεμιτό κι αθέμιτο μέσο για να ανατρέψει τον Χαρίλαο Τρικούπη στα 1885 και, στον ένα μόλις χρόνο που έμεινε στην εξουσία, διέλυσε ό,τι ο αντίπαλός του είχε στήσει. Η μικροπολιτική λαίλαπα, που έφερε μαζί του στην δημόσια ζωή, κατάργησε ακόμα και τον νόμο περί προσόντων των δημοσίων υπαλλήλων, επειδή και μόνον ήταν έργο του Τρικούπη. Όμως, του έτυχε το ζήτημα της Ανατολικής Ρωμυλίας που, παρά τις εθνικόφρονες κορόνες των Δηλιγιαννικών, την κατάπιε η Βουλγαρία. Οι μεγάλες δυνάμεις απέκλεισαν τα ελληνικά παράλια κι ο Δηλιγιάννης αναγκάστηκε να παραιτηθεί (1886).

Η άγρια λιτότητα που ο αντίπαλός του επέβαλε για να φέρει την κατάσταση σε λογαριασμό, άνοιξε πάλι στον Δηλιγιάννη τον δρόμο για την πρωθυπουργία (1890). Αυτή την φορά, του πήρε περίπου δυο χρόνια, ώσπου να καταστρέψει την ελληνική οικονομία και να δημιουργήσει μια από τις μεγαλύτερες κρίσεις που γνώρισε ο τόπος. Ούτε καν δάνειο δεν μπορούσε να βρει. Ήταν 17 Φλεβάρη του 1892, όταν ο Γεώργιος τον απέλυσε, καθώς φαίνεται ότι έβαλε το χεράκι του κι ο Ανδρέας Συγγρός, που έπαιζε οικονομικά παιχνίδια. Ο Δηλιγιάννης το έριξε στην αντιβασιλική αντίσταση. Καταποντίστηκε στις εκλογές του Μάη κι άρχισε μεθοδική επιχείρηση εξόντωσης του Χαρίλαου Τρικούπη. Η πολεμική του απέφερε καρπούς στα 1895, καθώς ο Τρικούπης δεν κατάφερε ούτε βουλευτής να εκλεγεί. Ο Δηλιγιάννης θριάμβευε, με την κατεστραμμένη Ελλάδα να ζει στους ρυθμούς των πρώτων διεθνών Ολυμπιακών αγώνων που ανέλαβε να οργανώσει για το 1896.

Οι Ολυμπιακοί αγώνες της Αθήνας

Στα 1829, μέσα στη μέθη της ανάστασης του ελληνικού κράτους, κάποιοι Γάλλοι ξεκίνησαν ανασκαφές στην Ολυμπία. Τα ευρήματα μεταφέρθηκαν στο Λούβρο. Νέες συστηματικές ανασκαφές, Γερμανών, έγιναν ανάμεσα στα χρόνια 1875 και 1881. Ο αρχαίος χώρος αποκαλύφθηκε σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια και μαζί καλλιτεχνήματα σπάνιας τέχνης: Ο Ερμής του Πραξιτέλη, η Νίκη του Παιωνίου, τα αετώματα του ναού κ.λπ. Ο Ανδρέας Συγγρός έβαλε βαθιά το χέρι στην τσέπη και δημιουργήθηκε το μουσείο της Ολυμπίας που τα φιλοξένησε. Και ο εθνικός ευεργέτης Γεώργιος Αβέρωφ έστειλε ένα τηλεγράφημα στο παλάτι: «Αβέρωφ δωρίζει στάδιον». Και εννοούσε την αναμαρμάρωση του Παναθηναϊκού Σταδίου.

Μεσολάβησαν οι ανασκαφές του Γερμανού ερασιτέχνη Ερρίκου Σλίμαν που αποκάλυψαν την Τροία στη Μ. Ασία (1870 – 1873) και τους βασιλικούς τάφους στις Μυκήνες (1874 – 1876). Μπροστά στην έκπληκτη Ευρώπη, η αρχαία Ελλάδα του μύθου ξαναγεννιόταν κι έπαιρνε σάρκα και οστά.

Στα 1837, έγινε προσπάθεια να αναβιώσουν οι Ολυμπιακοί Αγώνες: Στον Πύργο της Ηλείας, πλάι στην Αρχαία Ολυμπία, 25η Μάρτη, κάθε τέσσερα χρόνια. Στα 1865, ένας νόμος μεριμνούσε για την «οριστική συγκρότηση της των Ολυμπίων Επιτροπής». Στα 1868, ο Ιωάννης Φωκιανός (1845 - 1896) ανέλαβε να οργανώσει τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1870, που σημείωσαν τεράστια επιτυχία (τους παρακολούθησαν 30.000 θεατές).

Ήταν η χρονιά που ξεκίνησε ο Γαλλοπρωσικός πόλεμος (1870 - 71), ο οποίος κατέληξε στον θρίαμβο της Πρωσίας του κάιζερ και του Βίσμαρκ. Η ταπεινωμένη Γαλλία πήρε την κάτω βόλτα. Χρόνια αργότερα, δυο φίλοι ξεκίνησαν αγώνα για την ανασυγκρότηση της χώρας μέσα από μιαν εκπαιδευτική μεταρρύθμιση: Ο βαρόνος Πιερ ντε Κουμπερτέν (Pierre Frédy, Baron de Coubertin, 1863 - 1937), που την έβλεπε μέσα από την ανάπτυξη του αθλητισμού, κι ο κατά 32 χρόνια μεγαλύτερός του Μισέλ Αλφρέντ Ζιλ Μπρελ, που πίστευε ότι αυτή μπορούσε να γίνει μέσα από την αναβίωση της κλασικής φιλολογίας, της οποίας ήταν εραστής. Στα 1892, ο Κουμπερτέν έριξε την ιδέα της αναβίωσης των Ολυμπιακών αγώνων, ξεκινώντας μια μεγάλη εκστρατεία για την καθιέρωσή τους σε παγκόσμιο επίπεδο. Για τον σκοπό αυτό, οργάνωσε στο Παρίσι (18 Ιουνίου του 1894) ένα συνέδριο. Κρυφή ελπίδα του ήταν οι πρώτοι αγώνες να διεξαχθούν στην Γαλλία αλλά οι συμπατριώτες του δεν έδειξαν ενδιαφέρον. Κρυφή ελπίδα των Ελλήνων ήταν να οριστεί η Ελλάδα τόπος μόνιμης τέλεσής τους. Αποφασίστηκε οι αγώνες να γίνονται σε διαφορετική πόλη και χώρα, κάθε τέσσερα χρόνια. Εκπρόσωπος της Ελλάδας, ο λογοτέχνης Δημήτριος Βικέλας (1835 – 1908) πρότεινε οι πρώτοι Ολυμπιακοί αγώνες να γίνουν στην Αθήνα, καθώς η Ελλάδα είναι η πατρίδα του Ολυμπισμού. Εγκρίθηκε ομόφωνα.

Η οικονομικά κατεστραμμένη Ελλάδα αναλάμβανε μια πανάκριβη διοργάνωση αλλά η είδηση αυτή ξεσήκωσε κύματα ενθουσιασμού. Οι μόνοι που εμφανίστηκαν σκεπτικοί ήταν ο Χαρίλαος Τρικούπης, πρωθυπουργός τη συγκεκριμένη στιγμή, κι ο Στέφανος Δραγούμης, μέλος της οργανωτικής επιτροπής των αγώνων, που υπολόγισε ότι το κόστος θα έφθανε το 3.740.000 δρχ. (τρεις φορές μεγαλύτερο από όσα υπολόγιζε ο Κουμπερτέν). Κανένας, όμως, από τους δυο δεν μπόρεσε να προσγειώσει την κοινή γνώμη. Ο τότε διάδοχος Κωνσταντίνος μπήκε επικεφαλής της οργανωτικής επιτροπής και βάλθηκε να βρει χρήματα: Ένας πανελλήνιος έρανος απέδωσε 330.000 δρχ. Μια σειρά γραμματόσημα με θέματα τους αγώνες απέφερε 400.000 δρχ. Προστέθηκαν άλλες 200.000 δρχ. από την πώληση εισιτηρίων αλλά ούτε το ένα τρίτο του προϋπολογισμού συγκεντρώθηκε. Άλλες 920.000 δρχ. κόστισε η αναμαρμάρωση του Παναθηναϊκού σταδίου, όπου επρόκειτο να φιλοξενηθούν οι αγώνες, ποσό που κάλυψε ολοκληρωτικά ο Γεώργιος Αβέρωφ. Τιμητικά, φιλοτεχνήθηκε το άγαλμά του που στολίζει την είσοδο του σταδίου.

Οι αθλητές έπρεπε να είναι ερασιτέχνες αλλά υποχρεώνονταν να πληρώσουν οι ίδιοι την διαμονή τους στην Αθήνα: Ούτε σκέψη υπήρξε για την δημιουργία Ολυμπιακού χωριού ή έστω για την κάλυψη των εξόδων τους από τους οργανωτές. Κι επειδή δεν υπήρχε πισίνα, τα (συνολικά τέσσερα) αθλήματα κολύμβησης αποφασίστηκε να διεξαχθούν στα παγωμένα νερά του λιμανιού της Ζέας. Παρ' όλα αυτά, συμμετείχαν 285 αθλητές (ή, κατ' άλλες μαρτυρίες, από 241 ως 246), όλοι άνδρες, από 13 (ή 14) χώρες (στο συνέδριο, στο Παρίσι, είχαν μετάσχει έντεκα κράτη). Από αυτούς, οι 169 ήταν Έλληνες και οι 14 Αμερικανοί, με τις ΗΠΑ να αποτελούν την δεύτερη πολυπληθέστερη ομάδα.

Ολόκληρη η χώρα ζούσε για την ιστορική στιγμή που οι αγώνες θα ξεκινούσαν. Κι ο αρχαιολάτρης Μισέλ Μπρελ, πρότεινε στον Κουμπερτέν να προστεθεί ένα νέο αγώνισμα που θα τόνιζε την ανθρώπινη προσπάθεια και θα συνέδεε την διοργανώτρια πόλη με το ένδοξο αρχαίο της παρελθόν: Τον δρόμο αντοχής από τον Μαραθώνα ως το Καλλιμάρμαρο, σε ανάμνηση της θρυλικής διαδρομής του ανώνυμου οπλίτη, που ανάγγειλε τη νίκη των Αθηναίων στον Μαραθώνα331. Θα ήταν η κορύφωση του συνθήματος «citius, altius, fortius» («πιο γρήγορα, πιο ψηλά, πιο δυνατά») που έγινε το σήμα των αγώνων. Και υποσχέθηκε ότι ο ίδιος θα αθλοθετούσε βαρύτιμο ασημένιο κύπελλο για τον νικητή.

Η έναρξη των αγώνων

Ήταν 25 Μάρτη του 1896 (6 Απρίλη με το νέο ημερολόγιο), Δευτέρα του Πάσχα, όταν γύρω στους 80.000 θεατές κατέκλυσαν το Παναθηναϊκό στάδιο για να παρακολουθήσουν την τελετή έναρξης. Ανάμεσά τους, η βασιλική οικογένεια: Κάθισαν στους μαρμάρινους θρόνους, στην σφενδόνη, που είχαν καλυφθεί με κόκκινο ύφασμα. Δεξιά τους, κάθονταν το υπουργικό συμβούλιο και τα μέλη της Ιεράς Συνόδου, καθώς και των ξένων θρησκευτικών αποστολών. Αριστερά τους, τα μέλη του διπλωματικού σώματος, η βασιλική ακολουθία και οι ξένοι αντιπρόσωποι. Κοντά σε όλους αυτούς βρίσκονταν οι βουλευτές, οι αξιωματούχοι και οι δημοσιογράφοι, ενώ, πάνω από το στάδιο, στριμώχνονταν τζαμπατζήδες αλλά και πολλοί που δεν είχαν καταφέρει να βρουν εισιτήριο.

Ο αστυνομικός διευθυντής της Αθήνας, Δημήτριος Μπαϊρακτάρης, είχε «φυτέψει» όργανά του ανάμεσα στο πλήθος που συνωστιζόταν έξω από το στάδιο για να αποτρέψει τη μαύρη αγορά εισιτηρίων. Από τις προηγούμενες μέρες, είχε συγκεντρώσει όλους τους σημασμένους Έλληνες λωποδύτες και τους είχε φέρει στο φιλότιμο, όχι μόνο να αναστείλουν τις κλοπές, όσο διαρκούσαν οι αγώνες, αλλά και να επιτηρούν τους ξένους κλέφτες που είχαν καταφτάσει στην Αθήνα, ευελπιστώντας σε πλούσια λεία. Το αποτέλεσμα ήταν να μη σημειωθεί καμιά κλοπή ή ληστεία σε όλη την διάρκεια της Ολυμπιάδας.

Μέσα στο στάδιο, την τάξη τηρούσαν ένοπλοι στρατιώτες τοποθετημένοι στα διαζώματα που οδηγούν στις κερκίδες. Ο βασιλιάς Γεώργιος Α' κήρυξε την έναρξη των αγώνων, λέγοντας:

«Κηρύττω την έναρξιν των πρώτων εν Αθήναις Διεθνών Ολυμπιακών Αγώνων. Ζήτω το Έθνος! Ζήτω ο Ελληνικός Λαός!».

Οι πανηγυρικοί κανονιοβολισμοί σκέπασαν τις επευφημίες των θεατών. Εννιά μπάντες και μια χορωδία 150 ατόμων έψαλλαν τον Ολυμπιακό ύμνο: Τον είχε γράψει ο Κωστής Παλαμάς (1859 - 1943) και, από την προηγούμενη χρονιά (1895), τον είχε μελοποιήσει ο Σπυρίδων Φιλίσκος Σαμάρας (1861 - 1917):

«Αρχαίο Πνεύμα αθάνατο, αγνέ πατέρα
του ωραίου, του μεγάλου και τ' αληθινού,
κατέβα, φανερώσου κι άστραψε εδώ πέρα
στη δόξα της δικής σου γης και τ' ουρανού.

Στο δρόμο και στο πάλεμα και στο λιθάρι,
στων ευγενών αγώνων λάμψε την ορμή
και με το αμάραντο στεφάνωσε κλωνάρι
και σιδερένιο πλάσε και άξιο το κορμί,
και σιδερένιο πλάσε και άξιο το κορμί.

Κάμποι, βουνά και πέλαγα φέγγουνε μαζί σου
σαν ένας λευκοπόρφυρος μέγας ναός.
Και τρέχει στο ναό εδώ προσκυνητής σου,
Αρχαίο Πνεύμα αθάνατο, κάθε λαός, κάθε λαός
Αρχαίο Πνεύμα αθάνατο, κάθε λαός».

Ακολούθησε έπαρση της ελληνικής σημαίας, ανάκρουση του εθνικού ύμνου και παρέλαση των αθλητών. Τα αγωνίσματα ξεκίνησαν με τους προκριματικούς στον δρόμο των 100 μέτρων όπου συμμετείχαν 21 δρομείς.

Το πρώτο μετάλλιο που κέρδισε Έλληνας αθλητής ήταν στην ξιφασκία. Το αγώνισμα έγινε στο Ζάππειο, την δεύτερη μέρα των αγώνων, με λίγους θεατές να το παρακολουθούν: Ο τότε 25χρονος Λεωνίδας Πύργος νίκησε τον παγκόσμιο πρωταθλητή, Γάλλο Ζαν Μορίς Περονέ, με 3 - 1, στη σπάθη οπλοδιδασκάλων και κατέκτησε την πρώτη θέση (το ασημένιο μετάλλιο, μια και τότε δεν υπήρχε χρυσό). Ενθουσιασμένοι οι θεατές τον σήκωσαν στους ώμους και, με ζητωκραυγές, τον περιέφεραν σε όλη την πόλη.

Συνολικά, οι Έλληνες αθλητές κέρδισαν δέκα πρώτα (ασημένια) μετάλλια, 19 δεύτερα (χάλκινα) και είχαν και 18 πλασαρίσματα στην τρίτη θέση, για την οποία, τότε, δεν υπήρχαν μετάλλια. Με τις ΗΠΑ να κατακτούν ένδεκα ασημένια και επτά χάλκινα και να έχουν δυο πλασαρίσματα σε τρίτη θέση.

Όμως, το παγκόσμιο ενδιαφέρον είχε κατακτήσει το νέο άθλημα: Ο μαραθώνιος που ήταν προγραμματισμένος για τις 29 Μάρτη (10 Απρίλη, με το νέο ημερολόγιο).

Ο θρίαμβος του Σπύρου Λούη

Η αναγγελία του νέου αθλήματος και ο θρύλος, που το συνόδευε, σκόρπισαν ενθουσιασμό τόσο στην Ελλάδα όσο και σε Ευρώπη κι Αμερική. Από τη μια στιγμή στην άλλη, η πρωτιά στους Ολυμπιακούς αγώνες συνδυάστηκε με τη νίκη στον μαραθώνιο που ξαφνικά έγινε «εθνική υπόθεση» όλων. Οι φήμες οργίαζαν: Ως και προίκα από τον εθνικό ευεργέτη Γεώργιο Αβέρωφ λεγόταν ότι θα εξασφάλιζε ο νικητής.

Μια δοκιμαστική κούρσα έφερε πρώτο τον αθλητή Χαρίλαο Βασιλάκο, που κάλυψε την απόσταση σε τρεις ώρες και 18 λεπτά. Χρόνος που μειώθηκε κατά 6 λεπτά και 33 δευτερόλεπτα στην προκριματική διαδρομή, όπου νικητής αναδείχθηκε ο αθλητής Γιάννης Λαυρέντης. Η ελληνική ομάδα ήταν πολυπληθής και καλά προπονημένη. Με τον συνταγματάρχη Παπαδιαμαντόπουλο που είχε οριστεί αφέτης, να παρακολουθεί άγρυπνα την κατάσταση.

Ο 26χρονος τότε Σπύρος Λούης δεν είχε καιρό για αθλητισμό. Έβγαζε το ψωμί του πουλώντας νερό με τη σούστα του, στο Μαρούσι, κι αυτό που τον απασχολούσε ήταν ότι η κυρά Ασπασία Τερζοπούλου, δεν τον ήθελε για γαμπρό. Η Ελένη του, όμως, η ψυχοκόρη της, άκουσε για τον μαραθώνιο και τον χαμό που γινόταν γι’ αυτόν και κατέβασε την φαεινή ιδέα:

«Αν τρέξεις και νικήσεις, η ψυχομάνα μου δεν θα μπορεί να πει όχι».

Μια κουβέντα ήταν. Ούτε είχε ξανατρέξει ούτε ήξερε πολλά για τον αθλητισμό και τον οπλίτη μαραθωνοδρόμο της αρχαιότητας. Την αγαπούσε όμως. Παρουσιάστηκε στον αθλίατρο και ζήτησε να τρέξει. Δεν ανήκε σε σύλλογο, δεν είχε προπονητή, δεν ήξερε καν την διαδρομή. Με την επιμονή του, δέχτηκαν να τον δοκιμάσουν. Έτρεξε χίλια μέτρα κι ήρθε δεύτερος, ολόκληρα είκοσι δευτερόλεπτα πίσω από τον αθλητή που τον έβαλαν να συναγωνιστεί. Η συμμετοχή του απορρίφθηκε.

Τον έπιασε μαύρη απελπισία: Έχανε την Ελένη! Και ξαφνικά, άκουσε μια άγρια φωνή που του φάνηκε μελωδία:

«Τι θέλεις εσύ εδώ;».

Ήταν ο αφέτης, Παπαδιαμαντόπουλος, που τον είχε ορντίναντσα στον στρατό.

«Να τρέξω, κύριε συνταγματάρχα, αλλά δεν μ’ αφήνουν».

Ο συνταγματάρχης ανέλαβε να καθαρίσει, λέγοντας στον αρχίατρο ότι ο νεαρός είχε τρομερή αντοχή:

«Από τους Αμπελόκηπους, τον έστελνα στο Σύνταγμα για τσιγάρα και γυρνούσε σε είκοσι λεπτά».

Η συμμετοχή του Σπύρου Λούη εγκρίθηκε «κατά παρέκκλισιν».

Καταμεσήμερο, δόθηκε το σύνθημα της εκκίνησης: Τέσσερις ξένοι αθλητές, δώδεκα Έλληνες κι ο νερουλάς από το Μαρούσι. Ως το Πικέρμι, μπροστά πήγαινε ο Αυστραλός, πίσω του ο Γάλλος, πιο πίσω ο Ούγγρος, μετά ο Άγγλος κι ακολουθούσαν οι Έλληνες με τον Λούη τελευταίο. Στο Πικέρμι, ήπιε ένα ποτήρι κρασί να καρδαμώσει. Ξεκίνησε να τους περνά τον ένα μετά τον άλλο. Τρία χιλιόμετρα πριν από τον τερματισμό, ο Παπαδιαμαντόπουλος τον είδε να προπορεύεται. Καβάλησε το άλογό του κι έσπευσε καλπάζοντας στο στάδιο, όπου η αγωνία είχε κορυφωθεί. Πρόφτασε τα νέα στον βασιλιά Γεώργιο και την οικογένειά του που βρίσκονταν εκεί. Τα έμαθε όλο το στάδιο με τους 60.000 θεατές να κραυγάζουν ρυθμικά:

«Έλλην, Έλλην».

Ο Σπύρος Λούης μπήκε στο στάδιο νικητής και ακμαίος, με χρόνο 2 ώρες, 58 λεπτά και πενήντα δευτερόλεπτα, συντρίβοντας το ρεκόρ κατά δεκαπέντε λεπτά. Κανένας όμως δεν ασχολιόταν με το ρεκόρ. Χαμένος στις αγκαλιές παραληρούντων πριγκίπων και απλών Ελλήνων, ζούσε τον θρίαμβό του. Με τον δεύτερο, επίσης Έλληνα, Χαρίλαο Βασιλάκο, και τον τρίτο, Σπυρίδωνα Μπελόκα, να έχουν ξεχαστεί: Ο Μπελόκας ακυρώθηκε, έπειτα από ένσταση ότι τμήμα της διαδρομής το είχε κάνει πάνω σε ένα κάρο, οπότε τρίτος ανακηρύχθηκε ο Ούγγρος Γκιούλα Κέλνερ.

Ο Σπύρος Λούης ξενύχτησε διασκεδάζοντας. Του υποσχέθηκαν λαγούς με πετραχήλια. Κι ακόμα: «Ο κύριος Κυπαρίσσης, πρόεδρος της συντεχνίας αργυροχρυσοχόων, του πρόσφερε μία χρυσή αλυσίδα, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, κύριος Τζιβανόπουλος, ένα δαχτυλίδι, ο καφεπώλης, Δημήτριος Μπαβέας, δωρεάν καφέδες για ένα χρόνο, ο Παύλος Αθανασίου 100 οκάδες κρασί, η ξενοδόχος Δήμητρα Βιβή δωρεάν φαγητό εφόρου ζωής, οι Σιδηρόδρομοι Αττικής δωρεάν εισιτήριο εφόρου ζωής, ο Μιχαήλ Βόδας μια κυνηγετική καραμπίνα και η εταιρεία Σίνγκερ μία ραπτομηχανή». Κατάφερε να πάρει μια καινούρια σούστα. Και βέβαια να παντρευτεί την Ελένη. Ποια κυρά Ασπασία μπορούσε ν’ αρνηθεί στον ήρωα;

Δεν ξανάτρεξε. Στους Ολυμπιακούς του 1936, μπήκε σημαιοφόρος της ελληνικής ομάδας στο στάδιο του Βερολίνου. Στα 1938, ακριβώς 42 χρόνια μετά τον θρίαμβό, τιμήθηκε με ισόβια σύνταξη που του παραχώρησε η γενέτειρά του, κοινότητα Αμαρουσίου Αττικής. Πέθανε 28 Μάρτη του 1940.

Η νίκη του έκανε τον γύρο του κόσμου: Ένας άσχετος με τον αθλητισμό κατάφερε να νικήσει έμπειρους και προπονημένους αθλητές σε μια πολύ δύσκολη διαδρομή: Αυτήν που είχε καλύψει, το 490 π. Χ., ο ανώνυμος οπλίτης. Η μάχη του Μαραθώνα και το δράμα του οπλίτη που πέθανε, αναγγέλλοντας τη νίκη, ξαναβγήκαν στο προσκήνιο. Στην Βοστόνη των ΗΠΑ, από τον αμέσως κιόλας επόμενο χρόνο (1897), καθιερώθηκε ετήσιος μαραθώνιος δρόμος που διεξάγεται ανελλιπώς κάθε άνοιξη. Στα 2013, βάφτηκε με το αίμα της μισαλλοδοξίας: Μετρήθηκαν τρεις νεκροί και 183 τραυματίες, από την έκρηξη δυο βομβών που πυροδότησαν δυο αδέλφια τσετσενικής καταγωγής.

Η λήξη των αγώνων

Οι αγώνες στίβου στο Παναθηναϊκό στάδιο έληξαν στις 29 του Μάρτη (10 Απρίλη με το νέο ημερολόγιο). Το ενδιαφέρον των Αθηναίων επικεντρώθηκε στην κολύμβηση, με τους τέσσερις αγώνες που είχαν προγραμματιστεί για τις 30 του μήνα, στο λιμάνι της Ζέας. Μαζεύτηκαν στην ακτή 20.000 θεατές. Ο πατέρας του Ούγγρου Άλφρεντ Λάγιος είχε μεγαλώσει τον γιο του υποχρεώνοντάς τον να κολυμπά στα κρύα νερά του Δούναβη. Στον Πειραιά, ο Λάγιος δεν είχε κάποιο πρόβλημα με την παγωμένη θάλασσα. Νίκησε στα 100 και στα 1.200 μ. ελεύθερα. Δεν προλάβαινε να μετάσχει και στα 500 μ. ελεύθερα, οπότε, εκεί, νικητής αναδείχθηκε ο γεννημένος στην Βιέννη, υπήκοος της Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας, Πάουλ Νιούμαν, που τερμάτισε ενάμισι λεπτό πριν από τον, Έλληνα, δεύτερο. Πραγματοποιήθηκε και αγώνας 100 μ. ελεύθερο για μέλη του Ελληνικού Βασιλικού Ναυτικού, με τον Ιωάννη Μαλοκίνη, ναύτη του θωρηκτού «Ύδρα», να χρίζεται πρώτος Ολυμπιονίκης.

Πρωί Κυριακής, 31 Μάρτη, με τους αγώνες ποδηλασίας και σκοποβολής να συνεχίζονται στο Ποδηλατοδρόμιο του Πειραιά (σήμερα, στάδιο Καραϊσκάκη) και στο σκοπευτήριο Καλλιθέας, ο βασιλιάς Γεώργιος Α' παρέθεσε τιμητικό γεύμα στους Ολυμπιονίκες, τις ξένες αθλητικές αποστολές, τους κριτές και τους αντιπροσώπους του ξένου Τύπου. Νύχτα της Κυριακής, μια λαμπαδηδρομία οργανώθηκε στο κέντρο της Αθήνας. Εντυπωσίασε με την υποβλητικότητά της.

Αρχικά, η τελετή λήξης είχε προγραμματιστεί για την Τρίτη, 2 Απρίλη, αλλά εκείνη την ημέρα ξέσπασε σφοδρή κακοκαιρία, οπότε οι διοργανωτές αποφάσισαν να την αναβάλουν για την επομένη. Εξαιτίας του καιρού, άλλωστε, την προηγουμένη μέρα (1 Απρίλη), ματαιώθηκε η διεξαγωγή των αγώνων κωπηλασίας και ιστιοπλοΐας, καθώς τα τεράστια κύματα ήταν απαγορευτικά.

Το πρωί Τετάρτης, 3 Απρίλη, ο κόσμος συνωστιζόταν έξω από το Καλλιμάρμαρο. Κάποια στιγμή, έφθασαν εκεί ο βασιλιάς και η οικογένειά του που κάθισαν στις θέσεις τους. Αμέσως μετά, δόθηκε η εντολή να επιτραπεί η χωρίς εισιτήριο είσοδος των θεατών. Η τελετή της λήξης των αγώνων ξεκίνησε με την απονομή των μεταλλίων από τον βασιλιά στους Ολυμπιονίκες: Ασημένια για τους πρώτους, χάλκινα για τους δεύτερους. Όλοι τους, στεφανώνονταν με κλαδί αγριελιάς από την ιερή Άλτη της Ολυμπίας κι έπαιρναν από ένα δίπλωμα τυλιγμένο σε κύλινδρο κι από ένα κλαδί δάφνης. Έπειτα, σχηματίστηκε πομπή των Ολυμπιονικών, που, με αργό βήμα, παρέλασαν, έχοντας επικεφαλής τον Σπύρο Λούη. Τέλος, ο βασιλιάς Γεώργιος σηκώθηκε όρθιος και, με δυνατή φωνή, είπε:

«Κηρύττω την λήξιν των πρώτων Διεθνών Ολυμπιακών Αγώνων».

Ο κόσμος ζητωκραύγασε κι άρχισε να αποχωρεί. Σχηματίστηκε αυθόρμητη παρέλαση έχοντας επικεφαλής τις φιλαρμονικές και τις σημαίες των κρατών, που συμμετείχαν. Η διαδήλωση έφτασε μπροστά στα ανάκτορα. Ο δημοφιλής εξαιτίας της προσπάθειάς του να διεξαχθούν οι αγώνες, διάδοχος Κωνσταντίνος, ύστερα από απαίτηση των συγκεντρωμένων, υποχρεώθηκε να βγει και να απευθύνει στο πλήθος λίγα λόγια. Λόγο έβγαλαν και οι εκπρόσωποι διαφόρων οργανώσεων, με τον κόσμο σιγά σιγά να αποχωρεί.

Η τελευταία ημέρα των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών αγώνων έληξε με την φωταγώγηση της Ακρόπολης με πυρσούς. Λίγες μέρες αργότερα (στις 5 Μάη), πέθανε ο αφανής εργάτης της διοργάνωσης και οργανωτής των αγώνων του 1870, απ' όπου όλα ξεκίνησαν, Ιωάννης Φωκιανός: Πριν να ξεκινήσουν οι αγώνες, τραυματίστηκε βοηθώντας στην κατασκευή ενός δίσκου. Δεν έδωσε στο τραύμα την σημασία που έπρεπε, οπότε τον σκότωσε ο σακχαρώδης διαβήτης από τον οποίο έπασχε. Πέθανε στα 51 του, ευτυχισμένος που είδε το όνειρό του να πραγματοποιείται. Με απόφαση του πρωθυπουργού, Θεόδωρου Δηλιγιάννη, η κηδεία του έγινε «δημοσία δαπάνη»: Ήταν ο ελάχιστος φόρος τιμής στον άνθρωπο που εργάστηκε όσο κανένας άλλος για την εισαγωγή της γυμναστικής ως μάθημα στα σχολεία.

Η ταπείνωση του '97

Τον ίδιο μήνα (Μάη του 1896), σφαγές χριστιανών στην Κρήτη χάλασαν το κλίμα ευφορίας που είχαν προκαλέσει οι Ολυμπιακοί αγώνες. Με την επέμβαση των μεγάλων δυνάμεων, η τουρκική προκλητικότητα χαλάρωσε για λίγο. Όμως, η εφαρμογή των συμφωνημένων που περιλαμβάνονταν στην από το 1878 «Χάρτα της Χαλέπας»332, δυσαρεστούσε τους Τούρκους στην Κρήτη.

Γενάρη του 1897, νέες σφαγές χριστιανών, οδήγησαν σε γενικευμένη επανάσταση στο νησί. Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Δημήτριος Ράλλης, που είχε διαδεχθεί προσωρινά τον Χαρίλαο Τρικούπη ως επικεφαλής του κόμματός του, δημαγωγούσε με φλογερή ρητορική ότι η κυβέρνηση ήταν ανίκανη να χειριστεί εθνικά θέματα. Αλλά ο πρωθυπουργός, Θεόδωρος Δηλιγιάννης, έσπευσε να καρπωθεί το πολιτικό όφελος από μια ένωση της μεγαλονήσου με την Ελλάδα. Έστειλε εκεί στρατιωτικές δυνάμεις. Έφθασαν στην Κρήτη Φλεβάρη του 1897 με αρχηγό τον Τιμολέοντα Βάσσο, συνταγματάρχη και υπασπιστή του βασιλιά Γεώργιου. Ο ελληνικός στρατός κυρίευσε το νησί εκτός από τις τρεις μεγάλες πόλεις, τις οποίες είχαν προλάβει να καταλάβουν στρατεύματα των μεγάλων δυνάμεων.

Στις 5 Απρίλη (18, με το νέο ημερολόγιο) του 1897, η Τουρκία κήρυξε τον πόλεμο στην Ελλάδα. Ο Δηλιγιάννης δέχτηκε την πρόκληση και διόρισε αρχιστράτηγο τον δημοφιλή εκείνη τη στιγμή, διάδοχο Κωνσταντίνο (απόφοιτο της Σχολής Ευελπίδων και της στρατιωτικής σχολής του Βερολίνου). Ο ενθουσιασμός μεγάλωσε, καθώς σώμα Γαριβαλδινών333 ήρθε να πολεμήσει στο πλευρό των Ελλήνων κι ο πρωθυπουργός φανταζόταν «νέο 21». Ακόμα και οι τρόφιμοι στις φυλακές της «Παλιάς Στρατώνας»334 ζήτησαν να συγκροτήσουν στρατιωτικό σώμα και να πολεμήσουν στην πρώτη γραμμή του μετώπου (δεν τους έγινε το χατίρι).

Όμως, η Ελλάδα ήταν απαράσκευη, με ανοργάνωτο στρατό και με στρατάρχες και γαλονάδες, των οποίων μοναδικά προσόντα ήταν η συγγένειά τους με τον βασιλιά ή το γλείψιμο της βασιλικής οικογένειας335. Οι Τούρκοι μπήκαν στην Θεσσαλία κι εύκολα την πήραν. Οι Έλληνες υποχώρησαν κι ο Δηλιγιάννης, κάτω από το βάρος της ήττας, παραιτήθηκε στις 16 του Απρίλη, ακριβώς δυο χρόνια μετά την εκλογική του νίκη και έντεκα μέρες μετά την έναρξη των εχθροπραξιών. Τον διαδέχτηκε ο Δημήτριος Ράλλης. Στις 5 Μάη, στη μάχη του Δομοκού, οι Έλληνες νικήθηκαν και ο διάδοχος Κωνσταντίνος το έσκασε νύχτα από το μέτωπο. Στις 8, ο πόλεμος είχε τελειώσει ταπεινωτικά για την Ελλάδα.

Στις φυλακές της «Παλιάς Στρατώνας», οι Ρουμελιώτες φυλακισμένοι κατηγορούσαν εκείνους από τη Λακωνία ότι οι συμπατριώτες τους ήταν οι πρώτοι που το έβαλαν στα πόδια. Οι Λάκωνες δεν το κατάπιαν. Νοέμβρη του 1897, έγιναν φοβερά επεισόδια που καταλάγιασαν με την επέμβαση της φρουράς. Όμως, λίγες μέρες αργότερα, ξέσπασε αιματηρή συμπλοκή ανάμεσα στα δυο στρατόπεδα. Πριν να επέμβει ο στρατός, μετρήθηκαν 15 τραυματίες.

Στο διπλωματικό πεδίο διεξάγονταν ατέλειωτες διαπραγματεύσεις. Από πριν να ξεκινήσουν οι εχθροπραξίες, οι μεγάλες δυνάμεις είχαν δηλώσει ότι δεν επρόκειτο να αναγνωρίσουν καμιά προσάρτηση εδαφών, όποιος κι αν ήταν ο νικητής. Οι καιροί δεν ευνοούσαν την Οθωμανική αυτοκρατορία που αναγκάστηκε να επιστρέψει την Θεσσαλία. Η κυβέρνηση του Δημητρίου Ράλλη παραιτήθηκε στις 20 Σεπτέμβρη, οπότε πρωθυπουργός ανέλαβε ο Αλέξανδρος Ζαΐμης. Στις 22 Νοέμβρη (4 Δεκέμβρη του 1897 με το νέο), υπογράφηκε η συνθήκη της Κωνσταντινούπολης. Σύμφωνα με αυτήν, η Ελλάδα υποχρεώθηκε να πληρώσει πολεμική αποζημίωση τέσσερα εκατομμύρια τουρκικές λίρες. Για να βρει το ποσό, η χώρα δανείστηκε από ξένα κράτη που την υπέβαλαν στον «Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο» (ΔΟΕ), εκχωρώντας στους δανειστές τα μονοπώλια αλατιού, πετρελαίου, σπίρτων, τραπουλών, τσιγαρόχαρτου, σμύριδας Νάξου, καθώς και τον φόρο κατανάλωσης καπνού, τα τέλη χαρτοσήμου και τους δασμούς του τελωνείου του Πειραιά.

Απόπειρα κατά του Γεώργιου

Για τους Έλληνες, όλα αυτά μεταφράζονταν σε εθνική ταπείνωση καθώς η πρώτη μετά τον απελευθερωτικό αγώνα του 1821 πολεμική αναμέτρηση με την Οθωμανική αυτοκρατορία κατέληξε σε φοβερή ήττα. Αναζητούνταν οι υπαίτιοι για το φιάσκο με τις εφημερίδες να στοχοποιούν τα ανάκτορα ξεσηκώνοντας την κοινή γνώμη. Η δημοτικότητα του πολιτικού προσωπικού αλλά και του βασιλιά Γεώργιου πήρε την κάτω βόλτα. Ο αθηναϊκός λαός, όμως, κύριο υπεύθυνο θεωρούσε τον και αρχιστράτηγο διάδοχο Κωνσταντίνο, ο οποίος είχε την κύρια ευθύνη στην διεξαγωγή του πολέμου.

Τον ίδιο καιρό, ο Γεώργιος συνήθιζε να κατηφορίζει με άμαξα στο Παλιό Φάληρο, όπου έκανε περίπατο. Αργά το μεσημέρι, 14 Φλεβάρη του 1898, ο βασιλιάς ξεκίνησε για την καθιερωμένη βόλτα του, με την κόρη του, πριγκίπισσα Μαρία, και την συνοδεία κάποιου Περικλή Νέρη. Λίγο μετά τις 5 το απόγευμα, αποφάσισαν να γυρίσουν στην Αθήνα. Η ανοιχτή άμαξα ακολούθησε την καθιερωμένη διαδρομή. Στην θέση Ανάλατος (σημερινό Άγιο Σώστη, στη λεωφόρο Συγγρού), δυο άνδρες τους είχαν στήσει καρτέρι. Οι πυροβολισμοί τους, όμως, δεν πέτυχαν τον βασιλιά αλλά τραυμάτισαν τον συνοδό. Μέσα στον πανικό που δημιουργήθηκε, οι δράστες κατάφεραν να διαφύγουν.

Όταν μαθεύτηκε η απόπειρα δολοφονίας του Γεώργιου, συγκροτήθηκε διαδήλωση μπροστά στα ανάκτορα, υπέρ του βασιλιά. Όμως, την επομένη (15 του μήνα), συνελήφθησαν οι δυο υποψήφιοι δολοφόνοι, οπότε γρήγορα διαδόθηκε η φήμη ότι η απόπειρα ήταν στημένη, με απώτερο σκοπό το ανέβασμα της δημοτικότητας του βασιλιά. Την άποψη αυτή υποστήριζε με άρθρα του και ο Πέτρος Κανελλίδης, εκδότης της εφημερίδας «Καιροί». Αντίθετα, η επίσημη γραμμή προσπαθούσε να κατευθύνει την ανάκριση στην άποψη ότι επρόκειτο για αναρχικούς αλλά αποδείχτηκε ότι οι δυο συλληφθέντες ούτε καν τι σημαίνει η λέξη αναρχία γνώριζαν. Ο ένας, μάλιστα, από αυτούς, ο δημοτικός υπάλληλος Γεώργιος Καρδίτσης, είχε πολεμήσει ως εθελοντής στην Κρήτη. Και αυτός και ο σύντροφός του στην απόπειρα (Ιωάννης Γεωργίου ή Κυριακού) δεν είχαν, ως τότε, απασχολήσει την αστυνομία. Εκφράστηκε και η τεκμηριωμένη άποψη ότι οι δυο τους έγιναν άβουλα όργανα των γερμανικών μυστικών υπηρεσιών, που προτιμούσαν για βασιλιά της Ελλάδας τον γερμανόφιλο Κωνσταντίνο. Και ότι οι ίδιες κυκλοφόρησαν τα περί στημένης απόπειρας, αφού τα όργανά τους αποδείχτηκαν ανίκανα.

Η δίκη τους έγινε έναν μήνα αργότερα (19 Μάρτη). Ο Καρδίτσης που έδειχνε ο αρχηγός των δυο, απολογήθηκε:

«Ο Τύπος και ολόκληρος η κοινή γνώμη εγνώριζε και έλεγεν ότι ο βασιλεύς και οι υπουργοί του ήσαν αίτιοι του επαισχύντου πολέμου. Απεφάσισα να εκδικηθώ την προσβληθείσαν τιμήν της πατρίδος μου και δια τούτο εξετέλεσα την πράξιν».

Και οι δυο καταδικάστηκαν σε θάνατο. Ο βασιλιάς απέφυγε να τους δώσει χάρη, κάτω από τις κατηγορίες για σκηνοθετημένη απόπειρα. Εκτελέστηκαν στις 27 Απρίλη (1898). Δεκαεννιά μέρες νωρίτερα (8 Απρίλη), είχε υποβληθεί στον υπουργό Στρατιωτικών η «Έκθεσις του Διαδόχου Κωνσταντίνου επί των πεπραγμένων του Στρατού Θεσσαλίας, 1897». Για την ήττα, έφταιγε ότι «το στράτευμα απετελείτο εκ δειλών, απειθάρχων, φυγάδων και ανικάνων προς οιανδήποτε πολεμικήν δράσιν…».

Στον τόπο της απόπειρας, αποφασίστηκε να χτιστεί η εκκλησία «του Αγίου Σώστη». Ξεκίνησε έρανος, στον οποίο μετείχε με γερό ποσό και η βασίλισσα Όλγα αλλά τα χρήματα που συγκεντρώθηκαν δεν επαρκούσαν. Ο Σπυρίδων Μερκούρης εκλέχτηκε δήμαρχος Αθηναίων για πρώτη φορά, το 1899. Αυτός και η ερανική επιτροπή αποφάσισαν να μεταφέρουν από το Παρίσι το λυόμενο ελληνικό περίπτερο της εκεί διεθνούς έκθεσης: Είναι έργο του Γάλλου αρχιτέκτονα, Λυσιέν Μαγν (Lucien Magne, 1849 - 1916) και αναπαριστάνει βυζαντινό ναό, σταυροειδή με τρούλο. Στα 1901, το περίπτερο αποσυναρμολογήθηκε, μεταφέρθηκε στην Αθήνα και στήθηκε στο σημείο. Το εγχείρημα ολοκληρώθηκε στα 1902, οπότε και ξεκίνησε η λειτουργία της εκκλησίας.

Ως τότε, είχαν προηγηθεί πολλά.

Η πάλη για την γλώσσα

Ανάμεσα σε όλα τα άλλα, η ταπείνωση του 1897 έγινε αιτία να γιγαντωθεί και το «γλωσσικό ζήτημα»: Από περίπου το 1830, στα ελληνικά γράμματα (στην ποίηση κυρίως) κυριαρχούσε ο ρομαντισμός της «Α' Αθηναϊκής Σχολής» με χαρακτηριστικά τη στροφή προς το «ένδοξο παρελθόν», την κυριαρχία της καθαρεύουσας, μια μελαγχολική διάθεση, χαλαρή έκφραση και πομπώδες ύφος. Από τα 1850 κι ως τα 1870, η τάση αυτή έφτασε στην ακμή της, με νέους εκπροσώπους της τον Αχιλλέα Παράσχο (1838 - 1895) και τον Σπυρίδωνα Βασιλειάδη (1844 - 1874), καθώς είχαν επιβληθεί οι ποιητικοί διαγωνισμοί που διοργάνωνε το πανεπιστήμιο της Αθήνας. Όμως, από το 1870, η πρώτη αθηναϊκή σχολή ξεκίνησε τον κατήφορο προς την παρακμή. Μοναδικός άξιος εκπρόσωπός της παρέμενε ο Παράσχος, που, από το 1868, δήλωνε μετανοιωμένος για την πολεμική που άσκησε στον Όθωνα336. Από το 1880, στην πνευματική ζωή του τόπου κυριαρχούσε η «Νέα Αθηναϊκή Σχολή», καθώς, δυο χρόνια πριν (1878), στον εκδοτικό ορίζοντα είχε εμφανιστεί η σατιρική εφημερίδα «Ραμπαγάς»337, με εκδότες τους βαθιά προοδευτικούς δημοτικιστές, Κλεάνθη Τριαντάφυλλο και Βλάση Γαβριηλίδη.

Στην εφημερίδα αυτή εμφανίστηκαν πρώτη φορά οι Γεώργιος Δροσίνης, Ιωάννης Πολέμης, Γεώργιος Σουρής και Κωστής Παλαμάς. Με τον τελευταίο να γίνεται η εμπροσθοφυλακή του δημοτικισμού: Από το 1886, άρχισε να δημοσιεύει κριτικές, με τις οποίες κήρυξε αμείλικτο αγώνα κατά της ρομαντικής ποίησης, χτυπώντας αλύπητα τους εκφραστές της και κυρίως τον Αχιλλέα Παράσχο.

Στα 1880, ο Γαβριηλίδης εξέδωσε και το 15θήμερο περιοδικό «Μη χάνεσαι» που, από τον Νοέμβρη του 1883, μετατράπηκε σε καθημερινή εφημερίδα με τίτλο «Ακρόπολις». Έγινε ένα ακόμα βήμα των δημοτικιστών.

Η καταστροφή του ’97 έφερε το δυνάμωμα των δύο διαμετρικά αντίθετων κινημάτων: Της αναβάπτισης στο αρχαίο μεγαλείο με την επιστροφή στην προγονική γλώσσα, της οποίας μόνη συνέχεια θεωρήθηκε η καθαρεύουσα. Και της αναγέννησης του λαού μέσα από μιαν εθνική γλώσσα, την δημοτική. Του πρώτου εμπροσθοφυλακή ήταν οι «γλωσσαμύντορες»338 καθηγητές του πανεπιστημίου. Του δεύτερου, ο Κωστής Παλαμάς. Η αρχική σύγκρουση ήταν φονική.

Ήταν 2 Απρίλη του 1899, όταν ο Γεώργιος Θεοτόκης (1843 - 1916) πήρε τις βουλευτικές εκλογές σαρώνοντας το κόμμα του Δηλιγιάννη (131 έδρες έναντι μόλις 37 του κύριου αντιπάλου και 66 των άλλων κομμάτων). Σχημάτισε κυβέρνηση ως συνεχιστής της πολιτικής του Χαρίλαου Τρικούπη, ενώ, από την αρχή, οι αντίπαλοί του έψαχναν τρόπους να τον ανατρέψουν. Τους προσφέρθηκαν στο πιάτο από μια αγνή πρωτοβουλία της βασίλισσας Όλγας, γυναίκας του Γεώργιου Α’: Στον ελληνοτουρκικό πόλεμο, η βασίλισσα τριγυρνούσε τα νοσοκομεία προσπαθώντας να δώσει κουράγιο στους τραυματίες και μοιράζοντάς τους αντίτυπα του ευαγγέλιου. Δεν άργησε να καταλάβει πως τα δώρα της ήταν άχρηστα. Οι νοσηλευόμενοι στρατιώτες δεν μπορούσαν να καταλάβουν, τι λέει.

Με την ενθάρρυνση του (από το 1896) μητροπολίτη Αθηνών, Προκοπίου Οικονομίδη, η βασίλισσα ανάθεσε σε πρόσωπα της εμπιστοσύνης της να μεταφράσουν το ευαγγέλιο στην δημοτική. Η Ιερά Σύνοδος αντέδρασε. Η μετάφραση ολοκληρώθηκε. Πριν να τυπωθεί, υποβλήθηκε στην Ιερά Σύνοδο για έγκριση. Απορρίφτηκε ομόφωνα. Η βασίλισσα επέμενε. Υποκινημένοι από τους αρχαΐζοντες καθηγητές τους, οι φοιτητές ξεκίνησαν εκστρατεία με στόχο την δυσφήμηση της μετάφρασης αλλά και της Όλγας. Τον ίδιο καιρό, η προσπάθεια να μεταφραστεί το ευαγγέλιο σε γλώσσα κατανοητή, κατακεραυνώθηκε από τα πατριαρχεία Κωνσταντινούπολης, Αλεξάνδρειας και Ιεροσολύμων. Με διακριτική κυβερνητική παρέμβαση, η βασίλισσα πείσθηκε να παραιτηθεί από το εγχείρημα.

Τα «Ευαγγελιακά»

Το όλο ζήτημα πήγαινε να ξεχαστεί, όταν μια μικρή ομάδα δημοτικιστών πέρασε στην αντεπίθεση. Η εφημερίδα «Ακρόπολις» του Βλάσση Γαβριηλίδη άρχισε να δημοσιεύει σε συνέχειες το ευαγγέλιο σε μετάφραση Αλέξανδρου Πάλλη. Επισήμαινε ότι είναι θεάρεστο έργο το ευαγγέλιο να φτάσει σε κάθε ελληνικό σπίτι και να γίνει αντιληπτό. Οπότε «το έργον της Βασιλίσσης η Ακρόπολις το συνεχίζει».

Οι καθηγητές κατέβασαν τους φοιτητές στους δρόμους με αίτημα να σταματήσει η δημοσίευση. Φυσικά, η εφημερίδα δεν είχε τέτοιο σκοπό. Άνοιξε τις στήλες της σε διάλογο. Η κατακραυγή στράφηκε ενάντια στην κυβέρνηση Θεοτόκη. Όμως, η κυβέρνηση δεν μπορούσε να ασκήσει λογοκρισία. Οι αντιτρικουπικοί κομματάρχες όξυναν τα πράγματα υποθάλποντας αντικυβερνητικές διαδηλώσεις με αίτημα να αφοριστούν ο Πάλλης και οι υπεύθυνοι της εφημερίδας. Οι γλωσσαμύντορες φώναζαν κατά των «μαλλιαρών» ότι νόθευαν την καθαρότητα της γλώσσας. Προστέθηκαν και οι θρησκόληπτοι που κατακεραύνωναν τους δημοτικιστές ως ιερόσυλους κι απειλούσαν με τη συντέλεια του κόσμου. Η εφημερίδα συνέχιζε απτόητη τη δημοσίευση της μετάφρασης.

Οι φοιτητές προχώρησαν σε κατάληψη του πανεπιστημίου, ενώ στην Αθήνα τα πράγματα οδηγούσαν σε νέο διχασμό. Οι διαδηλωτές κραύγαζαν στους δρόμους αντιμοναρχικά συνθήματα (κυρίως ενάντια στην «Σλάβα Όλγα») με κυρίαρχα τα «Κάτω οι Σλάβοι», «Κάτω τα ρούβλια», «Κάτω οι Πανσλαβιστές», «Κάτω η Πανσλαβιστική Εταιρεία», «Ζήτω η πριγκίπισσα Σοφία». Οι τοπικοί κομματάρχες οργάνωσαν «πάνδημον συλλαλητήριον» για τις 8 Νοέμβρη του 1901. Η κυβέρνηση κάλεσε στην πόλη στρατιωτικά αποσπάσματα για να ενισχύσει την διατήρηση της τάξης, καθώς αντιτρικουπικοί, γλωσσαμύντορες και θρησκόληπτοι ενώθηκαν σε μια περίεργη συμμαχία. Κάποιος φώναξε το σύνθημα να ριχτεί ο πρωθυπουργός στο «πυρ το εξώτερον». Αυτό ήταν κάπως δύσκολο. Πιο εύκολο θεωρήθηκε να επιχειρήσουν να τον λιντσάρουν. Τα εξαγριωμένα πλήθη κινήθηκαν απειλητικά. Η αστυνομία χτύπησε ανελέητα. Τα επεισόδια επεκτάθηκαν σε ολόκληρη την πρωτεύουσα. Οι ταραχές ονομάστηκαν «Ευαγγελιακά». Όταν όλα ηρέμησαν, μετρήθηκαν οχτώ (ή, κατ' άλλους, ένδεκα) νεκροί κι ογδόντα τραυματίες.

Νύχτα της ίδιας μέρας (8 Νοέμβρη του 1901), ο υπουργός Παιδείας και Εκκλησιαστικών (Σπυρίδων Στάης) πήγε στη μητρόπολη και ζήτησε από τον μητροπολίτη Προκόπιο να παραιτηθεί, επειδή «κινδύνευε η ζωή του». Αρχικά, ο Προκόπιος αρνήθηκε. Τότε, ο υπουργός του αποκάλυψε ότι βασιλιάς και κυβέρνηση ήθελαν την παραίτησή του «για να μην ξεκινήσει αιματοκύλισμα της χώρας». Ο Προκόπιος ζήτησε να επισκεφτεί τα ανάκτορα. Πέρασαν και από το σπίτι του πρωθυπουργού Θεοτόκη κι όλοι μαζί ζήτησαν ακρόαση από τον Γεώργιο. Ο βασιλιάς συνομίλησε με τον μητροπολίτη, ο οποίος αναγκάστηκε να υποβάλει παραίτηση. Επί τόπου, εκδόθηκε βασιλικό διάταγμα, με το οποίο ο Γεώργιος «αποδέχθηκε την οικειοθελή παραίτηση του Προκόπιου». Ο Θεοτόκης ζήτησε ψήφο εμπιστοσύνης από την Βουλή, την πήρε, αλλά, τρεις μέρες αργότερα, η κυβέρνησή του αναγκάσθηκε να παραιτηθεί. Την αντικατέστησε «υπηρεσιακή αυλική» του Αλέξανδρου Ζαΐμη, όπως είχε γίνει και πριν από τέσσερα χρόνια (1897).

Οι εξελίξεις αυτές πυροδότησαν και την αντιπαλότητα μέσα στα ανάκτορα καθώς οι σχέσεις της βασίλισσας Όλγας με τη νύφη της (σύζυγο του διαδόχου Κωνσταντίνου), πριγκίπισσας Σοφίας, ποτέ δεν υπήρξαν ομαλές. Η αντιπαλότητα αυτή οδήγησε και την ελληνική κοινωνία στον διχασμό, με την κοινή γνώμη να χωρίζεται σε οπαδούς της Όλγας (που κατάγγελλαν τη Σοφία, ως εκφραστή των γερμανικών συμφερόντων, καθ' όσον ήταν αδελφή του κάιζερ) και σε οπαδούς της Σοφίας (που κατάγγελλαν την Όλγα, ως εκφραστή των πανσλαβιστικών επιδιώξεων του τσάρου, καθ' όσον ήταν και μεγάλη δούκισσα της Ρωσίας). Άλλωστε, μετά την δολοφονία Γεώργιου (1913) και το πέρασμα του θρόνου στον Κωνσταντίνο, η πια χήρα Όλγα σχεδόν εξαναγκάστηκε να φύγει για πάντα από την Ελλάδα (1914).

Σανίδες και κλειδαριές

Με τον διορισμό του Ζαΐμη στην πρωθυπουργία, ο βασιλιάς ουσιαστικά παραβίασε την «αρχή της δεδηλωμένης»339, την οποία ο ίδιος είχε καθιερώσει. Στην πραγματικότητα, ο Ζαΐμης είχε δύναμη 14 βουλευτών, ενώ ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Δηλιγιάννης, 49. Για να τα βγάλει πέρα, ο διορισμένος αυλικός πρωθυπουργός ήταν αναγκασμένος να στηρίζεται, πότε στο κόμμα του Θεοτόκη, πότε σε εκείνο του Δηλιγιάννη. Και τα δυο κόμματα τον εκβίαζαν ποικιλότροπα προκειμένου να τον στηρίξουν. Αρχές φθινοπώρου του 1902, το πράγμα δεν πήγαινε άλλο. Ο Ζαΐμης ζήτησε από τον βασιλιά να διαλύσει την Βουλή και να προκηρύξει εκλογές. Εκείνον τον καιρό, ο Γεώργιος βρισκόταν στην Δανία για διακοπές. Το σχετικό διάταγμα υπογράφτηκε στην Κοπεγχάγη (12 Σεπτέμβρη), με τις εκλογές να ορίζονται για τις 17 Νοέμβρη (1902).

Ήταν οι πρώτες εκλογές στον 20ό αιώνα. Η προεκλογική περίοδος μετατράπηκε σε τρομερή διαμάχη ανάμεσα στα κόμματα του Δηλιγιάννη («Εθνικόν») και του Θεοτόκη («Νεωτερικόν»). Στην Αθήνα αυτά, καθώς στην επαρχία Δηλιγιαννικοί και Θεοτοκικοί συνεργάζονταν και κατέβαζαν μικτούς συνδυασμούς, με σκοπό να αποτρέψουν την εκλογή υποψηφίων από τα άλλα κόμματα (γι' αυτό και χαρακτηρίστηκαν «εκλογές των παράνομων συνοικισμών»)! Ο ίδιος ο Δηλιγιάννης εμφανιζόταν ως αντιστασιακός και στυλοβάτης του συντάγματος, το οποίο ο βασιλιάς όντως είχε παραβιάσει, και είχε εξασφαλίσει και την υποστήριξη του Γαβριηλίδη και της εφημερίδας του, «Ακρόπολις», παρ' όλο που δεν είχε συμπληρωθεί χρόνος, από τότε που οι Δηλιγιαννικοί είχαν σπάσει τα τυπογραφεία του, στα «Ευαγγελιακά». Οι οπαδοί του αποκαλούσαν τους Θεοτόκη και Ζαΐμη «τσανακογλύφτες» των ανακτόρων που βοηθούσαν την «χεράρα του Βασιλέως να σταματά τη συνταγματική μηχανή». Ο Γεώργιος υποστήριζε σχεδόν απροκάλυπτα τον Ζαΐμη και, μέσα σ' αυτό το κλίμα, ο Θεοτόκης προσπαθούσε να επιβιώσει.

Η μέρα των εκλογών εξελίχθηκε σε πανηγύρι, με τους οπαδούς των δυο κομμάτων να διαδηλώνουν στους δρόμους της Αθήνας, με συνθήματα υπέρ των «δικών τους» και ενάντια στους «αντιπάλους». Και, το ξύλο να λύνει τις μεταξύ τους διαφορές, όταν συναντιόνταν οι αντίπαλες ομάδες.

Το αποτέλεσμα, όμως, ήταν πρωτόγνωρο: Εθνικόν (του Δηλιγιάννη) και «Νεωτερικόν» (του Θεοτόκη) ισοψήφησαν: Έβγαλαν, καθένα, από 102 βουλευτές. Με τον εκλεκτό του βασιλιά, Αλέξανδρο Ζαΐμη, να διαθέτει μόλις 19 βουλευτές, ενώ τέταρτο κόμμα αναδείχτηκε το «Νεοελληνικόν» του Δημήτριου Ράλλη με έντεκα βουλευτές. Με θορυβώδεις διαδηλώσεις οι Αθηναίοι οπαδοί του Δηλιγιάννη, απαιτούσαν να δοθεί στον εκλεκτό τους η εντολή για τον σχηματισμό κυβέρνησης αλλά ο Γεώργιος δίσταζε. Πρότεινε στον πρόεδρο του Αρείου Πάγου (Κωνσταντίνο Σημαντήρα). Αρνήθηκε. Απευθύνθηκε στον υπασπιστή του, στρατηγό ε.α., Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλο, αλλά ο Δηλιγιάννης το πληροφορήθηκε έγκαιρα και κατέβασε τους οπαδούς του στους δρόμους. Οπλισμένοι με σανίδες που είχαν ξηλώσει από οικοδομές της οδού Σταδίου, οι πιο εριστικοί από αυτούς πλιατσικολογούσαν καταστήματα και πετούσαν πέτρες στα γραφεία εφημερίδων, ενώ οι συγκρούσεις με οπαδούς του Θεοτόκη είχαν πολλά θύματα τραυματισμών. Η τρομοκρατία κράτησε πέντε μέρες (18 - 23 Νοέμβρη), με τους διαδηλωτές να βρίζουν τον Γεώργιο και τον Θεοτόκη και να εκτοξεύουν ενάντιά τους απειλές. Ο «εντολοδόχος» Παπαδιαμαντόπουλος εισηγήθηκε στον βασιλιά να αναθέσει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον Δηλιγιάννη. Ο Δηλιγιάννης πήρε την εντολή κι αμέσως όλα ησύχασαν. Οι ταραχές έμειναν στην ιστορία της Αθήνας με την ονομασία «Σανιδικά». Όμως, τα πράγματα δεν ήταν καθόλου εύκολα:

Ο κανονισμός της Βουλής όριζε ότι ο πρόεδρός της κατά την προηγούμενη περίοδο κατείχε την έδρα μέχρι την έναρξη της νέας. Από την έναρξη της νέας συνόδου μέχρι την εκλογή του νέου προέδρου, προέδρευε ο γηραιότερος από τους βουλευτές. Πρόεδρος της προηγούμενης συνόδου ήταν ο Θεόδωρος Ρετσίνας (1836 - 1930), που ανήκε στο κόμμα του Θεοτόκη. Και όλος ο μηχανισμός της Βουλής ήταν στελεχωμένος από υπαλλήλους που είχε διορίσει το κόμμα του. Οι Θεοτοκικοί πρόβαλλαν τον βουλευτή τους Δημήτριο Τραυλό ως τον πιο μεγάλο σε ηλικία μέλος του κοινοβουλίου. Ήταν πάνω από ογδόντα χρόνων αλλ' άγνωστο πόσων ακριβώς. Οι Δηλιγιαννικοί τον, 84χρόνο τότε, δικόν τους Ευάγγελο Τσαρλαπά (1818 - 1913).

Το όλο ζήτημα τραβούσε σε μάκρος και ο Δηλιγιάννης, ως εντολοδόχος πρωθυπουργός, κάλεσε τον Δηλιγιαννικό διευθυντή της αστυνομίας, Ιωάννη Γενήσαρλη, και του έδωσε εντολή να εκκενώσει την Βουλή. Ο Γενήσαρλης επισκέφτηκε τον διευθυντή της Βουλής, Θεόδωρο Φαρμακόπουλο, και του ζήτησε να παραδώσει το κτίριο. Αυτός, όμως, όχι μόνο ανήκε στο κόμμα του Θεοτόκη αλλ' είχε εκλεγεί και βουλευτής του στις πρόσφατες εκλογές. Αρνήθηκε, προβάλλοντας την διάταξη του κανονισμού της Βουλής ότι «τα της ευταξίας της Βουλής ανήκουσιν εις αυτήν». Ο Γενήσαρλης αποχώρησε, απειλώντας ότι θα επιστρέψει με αστυνομική δύναμη και θα επιβάλει την εκκένωση με την βία. Πραγματικά, μερικές ώρες αργότερα, εμφανίστηκε μπροστά στην Βουλή επικεφαλής δύναμης εκατό ανδρών. Όμως, στο διάστημα που είχε μεσολαβήσει, ο Φαρμακόπουλος είχε διώξει όλους τους υπαλλήλους, είχε κλειδώσει όλες τις εισόδους, είχε πάρει μαζί του όλα τα κλειδιά και είχε εξαφανιστεί.

Ο Δηλιγιάννης έγινε έξαλλος. Συγκάλεσε υπουργικό συμβούλιο στο σπίτι του. Αποφασίστηκε η Βουλή να καταληφθεί με κάθε τρόπο και να τους παραδοθεί πριν από το πρωί της επόμενης μέρας (9 Δεκέμβρη του 1902).

Οργανώθηκε ειδική επιχείρηση:

Ήταν τρεις το πρωί, όταν ομάδα από δυο εισαγγελείς, κάποιους βουλευτές του Δηλιγιάννη, δύναμη της χωροφυλακής και ευζώνων, καθώς και δυο τεχνίτες (ένα σιδερά και τον βοηθό του) έστησαν μια σκάλα της Πυροσβεστικής σε έναν από τους εξωτερικούς τοίχους της Βουλής. Οι δυο τεχνίτες ανέβηκαν την σκάλα, διέρρηξαν με λοστό ένα παράθυρο, μπήκαν στο κτίριο, κατέβηκαν στο ισόγειο κι άνοιξαν την είσοδο της Βουλής «από μέσα».

Μπήκε μόνο ο 84χρονος Ευάγγελος Τσαρλαπάς, ο οποίος πήγε και κάθισε στην έδρα του προέδρου. Οι εισαγγελείς αποχώρησαν, ενώ χωροφύλακες και εύζωνοι φρουρούσαν τις εισόδους, κάτω από την επιτήρηση των Δηλιγιαννικών βουλευτών.

Το πρωί, η Βουλή άνοιξε κανονικά, έγινε η καθιερωμένη επίσημη ορκωμοσία κι ο Γεώργιος προσήλθε και εκφώνησε τον «λόγο του θρόνου». Όλο αυτό το διάστημα, ο Τσαρλαπάς έμενε καθισμένος στην έδρα του προέδρου της Βουλής. Σηκώθηκε μόνον όταν τελείωσε η τελετή και του έφεραν να υπογράψει την απόλυση όλων των υπαλλήλων του κοινοβουλίου και την πρόσληψη νέων, εγνωσμένων οπαδών του Δηλιγιάννη. Ο ίδιος διέταξε και την αντικατάσταση όλων των κλειδαριών.

Ο Γεώργιος Σουρής απαθανάτισε το όλο σκηνικό με το σατιρικό ποίημά του: «Άλωσις του σωτηρίου και κλεινού Βουλευτηρίου». Ανάμεσα σε άλλα, σημείωνε:

«Κι έφεραν σιδηρουργούς για να σπάσουν τις βαριές

και μεγάλες κλειδαριές,

και των κλείθρων θραυομένων και σπαρακτικώς τριζόντων

εκρατύνετο το κράτος των θεσμών των στεναζόντων».

Τα Ορεστιακά και ο φόνος του Δηλιγιάννη

Η κυβέρνηση Δηλιγιάννη μπόρεσε να επιζήσει λιγότερο από έξι μήνες. Έπεσε στις 14 Ιουνίου του 1903. Για δυο βδομάδες, την αντικατέστησε μια κυβέρνηση Θεοτόκη, την οποία διαδέχτηκε (28 Ιουνίου του 1903) κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Δημήτριο Ράλλη, που είχε διαδεχτεί τον Δηλιγιάννη μετά την παραίτησή του το 1897.

Αρχές Νοέμβρη του 1903, στο τότε Βασιλικό (σήμερα, Εθνικό) θέατρο έγινε η πρεμιέρα της τριλογίας του Αισχύλου340, «Ορέστεια». Την είχε μεταφράσει στην δημοτική γλώσσα και σε πεζό κείμενο ο φιλόλογος και αρχαιολόγος (μελλοντικός ακαδημαϊκός και πρώτος πρύτανης του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης), Γεώργιος Σωτηριάδης. Την βραδιά της πρεμιέρας, η μόλις 16χρονη ηθοποιός Μαρίκα Κοτοπούλη (1887 - 1954) απάγγειλε προλογικά το 110 στίχων ποίημα του (γραμματέα, τότε, του πανεπιστημίου) Κωστή Παλαμά «Το χαίρε της τραγωδίας». Αρχίζει ως εξής:

«Μ’ έκραξες; έρχομαι από πέρα,
χαίρε! Σ’ εσέ το χαίρε, ω πλάστη και ω πατέρα!
Είμαι η βασίλισσα της Τέχνης, είμαι η Τραγωδία.
Στης παναρμονικότατης Αθήνας τον αέρα
όλα είναι σαν αγάλματα, βλαστάρια ενός Φειδία,
όλα, και τα καλά του νου, σαν τα καλά της πλάσης·
και μέσα σε όλα ένας εσύ δεν είσαι για να μοιάσεις».

Και καταλήγει:

«Ένα όραμα, ένα όραμα, φως και φτερά του νου!
Πάλε σαν πρώτα, απ’ τα βαθιά του αμέτρητού σου τραγουδιού
κάμε η Ελλάδα να υψωθεί
σε Ανατολή και Δύση,
που είναι του μέτρου η μουσική και της υγείας η βρύση,
η Ελλάδα· χαμογέλα της, αγέλαστε, κι εσύ!».

Πέρασαν κάποιες μέρες, μέχρις ότου ο γλωσσαμύντορας καθηγητής της Φιλοσοφικής, Γεώργιος Μιστριώτης, να πάρει είδηση, τι γινόταν. Ήταν της άποψης ότι οι παραστάσεις των αρχαίων τραγωδιών έπρεπε να δίνονται στην γλώσσα που γράφτηκαν: Στα αρχαία ελληνικά, που κανένας θεατής δεν θα καταλάβαινε.

Ο Μιστριώτης ζήτησε από τον πρωθυπουργό να διατάξει το κατέβασμα της παράστασης. Αυτή, όμως, τελούσε κάτω από την αιγίδα του βασιλιά, που τον είχε διορίσει. Αρνήθηκε. Ο Μιστριώτης ξεσήκωσε τους φοιτητές σε ανταρσία ενάντια στο κράτος. Οι διαδηλώσεις εξελίχθηκαν σε βίαια επεισόδια. Η κυβέρνηση κατέβασε στους δρόμους και τον στρατό.

Ήταν 8 Νοέμβρη, ακριβώς δυο χρόνια μετά τα ευαγγελιακά, όταν οι διαδηλωτές (φοιτητές και «αγανακτισμένοι πολίτες») συγκρούστηκαν με τον στρατό, ο οποίος άνοιξε πυρ. Σκοτώθηκε ένας πολίτης (κατ' άλλες πηγές, τρεις) και τραυματίστηκαν άλλοι επτά. Αποκαταστάθηκε η τάξη, το έργο, τελικά, κατέβηκε αλλά και η κυβέρνηση παραιτήθηκε. Ο Θεοτόκης που, δυο χρόνια πριν, είχε οδηγηθεί σε παραίτηση για τον ίδιο λόγο, κλήθηκε να σχηματίσει κυβέρνηση (6 Δεκέμβρη).

Νωρίτερα, στις 20 Φλεβάρη του 1905, έγιναν νέες εκλογές. Τις κέρδισε πανηγυρικά ο Δηλιγιάννης με 142 έδρες έναντι 79 του Θεοτόκη και 15 από άλλα κόμματα.

Με όλα αυτά, τα οικονομικά του κράτους πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο. Ο Δηλιγιάννης υποχρεώθηκε από τα πράγματα να ξεκινήσει πρόγραμμα αυστηρής λιτότητας. Τα νομοσχέδια των περικοπών και των φόρων έφθαναν για ψήφιση στη Βουλή, με ρυθμό ριπών. Ο κόσμος άρχισε να βαρυγκωμά. Ο Δηλιγιάννης πίστεψε ότι βρήκε το φάρμακο. Προσπάθησε να περάσει για προστάτης της οικογένειας και του προϋπολογισμού των νοικοκυριών. Με τυμπανοκρουσίες έφερε στην Βουλή το νομοσχέδιο, με το οποίο θα προστάτευε την δημόσια ηθική και τις αποταμιεύσεις των μέσων και κατώτερων εισοδηματικών τάξεων, αυτών που αποκαλούνταν «στρώματα εθνικής εργασίας».

Ήταν ο νόμος για τη λειτουργία των χαρτοπαικτικών λεσχών. Και η αστυνομία πήρε εντολή να τον εφαρμόσει με κάθε αυστηρότητα. Την άνοιξη του 1905, οι περισσότερες έκλεισαν.

Ο Κωστογερακάρης ήταν μανιώδης χαρτοπαίκτης κι έβγαζε το ψωμί του ως μπράβος παράνομης χαρτοπαικτικής λέσχης. Τα μέτρα του Δηλιγιάννη κυριολεκτικά τον άφηναν άνεργο. Με το χαρτί με τα αιτήματά του στο χέρι, την έστησε στην είσοδο της Βουλής. Ήταν 31 Μάη του 1905.

Η άμαξα του Δηλιγιάννη σταμάτησε μπροστά στα σκαλιά της Βουλής (στη σημερινή πλατεία Κολοκοτρώνη της Αθήνας). Ο Δηλιγιάννης ήταν μάστορας στις δημόσιες σχέσεις. Είδε τον Κωστογερακάρη να τρέχει προς το μέρος του ανεμίζοντας το χαρτί με τα αιτήματα και στράφηκε στο μέρος του, χαμογελώντας, έτοιμος να ακούσει, τι είχε να του πει ο ψηφοφόρος του. Μόνο που ο «ψηφοφόρος», μόλις πλησίασε, έβγαλε ένα μαχαίρι και το κάρφωσε στο στήθος του πρωθυπουργού. Ο Δηλιγιάννης που είχε επιζήσει τόσων καταστροφών, πήγε από το χέρι χαρτοπαίκτη. Πέθανε λίγο αργότερα στο ιατρείο της Βουλής. Ήταν 81 χρόνων. Ο Κωστογερακάρης δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο. Αποκεφαλίστηκε στο Παλαμήδι (στο Ναύπλιο). Το «Εθνικόν κόμμα» διαλύθηκε. Το κόμμα του Θεοτόκη επέζησε ως τα 1910, επομένη της επανάστασης στου Γουδή. Πια είχε έλθει η ώρα του Βενιζέλου.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

330. Βλ. κεφάλαιο 22, «η αρχή της δεδηλωμένης».

331. Βλ. κεφάλαιο 4, «η μάχη του Μαραθώνα».

332. Η «Χάρτα της Χαλέπας» (συνοικίας στα Χανιά) ουσιαστικά προέβλεπε την αυτονομία της Κρήτης. Υπογράφτηκε στις 15 Οκτώβρη του 1878 από τους εκπροσώπους του σουλτάνου και την ενδεκαμελή επαναστατική επιτροπή των Κρητών.

333. «Γαριβαλδινοί» ή «ερυθροχίτωνες» ονομάζονταν τα μέλη σώματος εθελοντών που ίδρυσε στα 1862 ο ήρωας της Ιταλίας, Τζιουζέπε Γκαριβάλντι, και οι οποίοι έσπευδαν να βοηθήσουν, όπου υπήρχε απελευθερωτικός αγώνας.

334. Βλ. κεφάλαιο 17, «ο δαπανηρός επίλογος».

335. Ο στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος χαρακτήρισε τον ελληνικό στρατό εκείνης της εποχής «ένοπλο συρφετό», ενώ, νωρίτερα, ο Χαρίλαος Τρικούπης είχε πει ότι «ο ελληνικός στρατός της σήμερον είναι αγέλη».

336. Ο Αχιλλέας Παράσχος είχε φυλακιστεί στον Μεντρεσέ (βλ. κεφ. 17, «ο Μεντρεσές κι ο πλάτανος») για την δράση του ενάντια στον βασιλιά αλλ' όταν, στα 1868, ο Όθωνας πέθανε, του αφιέρωσε το «Ελεγείον εις τον πρώην βασιλέα της Ελλάδος Όθωνα Α’», η πρώτη στροφή του οποίου, περιλαμβάνει τους ακόλουθους στίχους: «Αν πάντες εσιώπησαν οι άνανδροί σου φίλοι, // Ους από σκότος έφερες βαθύ εις την ημέραν· // Εαν δέν ήνοιξε κανείς και δια σε τα χείλη, // Κ’ εις λήθην σ’ έγκατελειψαν θανάτου βαρυτεραν, // Εγώ, ο πριν πολέμιος, εν δάκρυον θα χύσω. // Δεν λησμονώ, καθώς αυτοί, πως βασιλεύς μου ήσο!».

337. Όπως εξήγησε ο συνεκδότης της εφημερίδας, Κλεάνθης Τριαντάφυλλος, το «Ραμπαγάς» σημαίνει «Παλιάνθρωπος»!

338. «Γλωσσαμύντορες» (από τις λέξεις «γλώσσα» και «άμυνα») βαφτίστηκαν από τους λόγιους της εποχής, οι υπερασπιστές της αρχαΐζουσας έκφρασης, σε αντίθεση με τους δημοτικιστές που αποκαλούνταν «μαλλιαροί».

339. Βλ. κεφάλαιο 22, «η αρχή της δεδηλωμένης».

340. Βλ. κεφάλαιο 4, «οι τρεις κολοσσοί».

 

(τελευταία επεξεργασία, 30 Νοεμβρίου 2020)

Επικοινωνήστε μαζί μας