Κεφ. 26 ΑΘΗΝΑ: Από την ταπείνωση στην ανάταση

Τα χρόνια της κατάπτωσης

Στη στροφή του 19ου προς τον 20ό αιώνα, η φτώχεια και η εξαθλίωση χαρακτήριζαν το συντριπτικά μεγαλύτερο τμήμα του αθηναϊκού πληθυσμού. Ακόμα και η αστική τάξη υπέφερε. Αυτή εξαιτίας των αποικιακών όρων του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου (Δ.Ο.Ε.) που είχε επιβληθεί στην χώρα, μετά την ήττα του 1897. Το καταρρακωμένο εθνικό γόητρο από την ταπείνωση του '97 απλά ερχόταν να προστεθεί στην κοινωνική παρακμή και την οικονομική δυσπραγία. Η τοκογλυφία βρισκόταν σε μεγάλη έξαρση, καθώς οι μεγαλέμποροι στην πράξη προαγόραζαν την παραγωγή με εξευτελιστικούς όρους. Η παραγωγική διαδικασία έπασχε από πιστώσεις με επακόλουθο την εκμηδένιση της επιχειρηματικότητας. Οι έμποροι, ακόμα και οι εφοπλιστές, ζούσαν την παρακμή του εμπορίου, οι αγρότες στέναζαν από τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης, ο πλούτος συσσωρευόταν στις τράπεζες και σε ελάχιστους κεφαλαιούχους και οι εργάτες διαβίωναν μέσα στην εξαθλίωση (δώδεκα με 14 ώρες δουλειάς για τρεις με πέντε δραχμές μεροκάματο οι άνδρες, 0,75 με 1,30 δραχμές οι γυναίκες). Παράλληλα, η ανεργία μάστιζε τον πληθυσμό, που διογκωνόταν από την εσωτερική μετανάστευση: Στους εργάτες της Σύρου που απολύθηκαν μετά από μια μεγάλη απεργία το 1879 και οι πολλοί από αυτούς έφτασαν στην Αθήνα αναζητώντας στον ήλιο μοίρα, προστέθηκαν ακόμα 25.000 από την Κρήτη, που μετανάστευσαν στην πρωτεύουσα μετά το 1897. Περίπου 40.000 κατέφυγαν στην πόλη, στην διετία 1907 - 8, από την Ανατολική Ρωμυλία, όπου εφαρμοζόταν η «βουλγαρική εθνοκάθαρση», ενώ κατέφθαναν και από τη Μακεδονία, όπου διεξαγόταν αδυσώπητος ο «Μακεδονικός Αγώνας». Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν η μεγάλη έξαρση της επαιτείας, με την αστυνομία να προσπαθεί να «καθαρίσει» τους αθηναϊκούς δρόμους από τους ζητιάνους αλλά, πολλές φορές, και από τα πτώματα των αστέγων της εποχής (ηλικιωμένων κυρίως), που το κρύο και η πείνα εξόντωναν.

Μέσα σε όλα αυτά, μια λειψυδρία χτύπησε το Λεκανοπέδιο της Αττικής. Στον Πειραιά, δίνονταν ομηρικές μάχες για την εξασφάλιση μιας στάμνας με νερό, καθώς οι νερουλάδες δεν μπορούσαν να καλύψουν τη ζήτηση. Στην Αθήνα, η κατάσταση ήταν τραγική. Στο καπνεργοστάσιο της Λένορμαν, η διεύθυνση απαγόρευσε τη χρήση νερού στις τουαλέτες των εργατών.

Στα 1896 (8 Απρίλη), χρονιά των Ολυμπιακών αγώνων, ξέσπασαν τα «Λαυρεωτικά». Ήταν η κινητοποίηση των μεταλλωρύχων του Λαυρίου που κράτησε 13 μέρες, με αιτήματα την μείωση των ωρών εργασίας σε δέκα, την κατάργηση των αγγαρειών (απλήρωτη εργασία) και την φροντίδα, ώστε να μειωθούν τα εργατικά ατυχήματα (36 θανατηφόρα, ή τρία τον μήνα, μόνο το 1892). Αντιμετωπίστηκαν με αιματηρή και βίαιη καταστολή. Όταν τα πράγματα ησύχασαν, εγκαταστάθηκε στο Λαύριο στρατιωτική φρουρά. Δέκα χρόνια αργότερα (1906), οι μεταλλωρύχοι προχώρησαν στην ίδρυση εργατικού σωματείου.

Η δημιουργία (1908) Συνδέσμου Βιομηχάνων - Βιοτεχνών δεν εμπόδισε τις εξεγέρσεις των εργατών, με κορύφωση την απεργία των τροχιοδρομικών που ζητούσαν μείωση του εξαντλητικού ωραρίου των 14 ωρών σε δέκα (Ιούνιος του 1909). Η κατάσταση περιγραφόταν γλαφυρά στην εφημερίδα «Ακρόπολις», στις αρχές Αυγούστου.

Ο «Στρατιωτικός Σύνδεσμος»

Ο εγγονός του συνονόματου ήρωα της επανάστασης του 1821, ταγματάρχης Γεώργιος Καραϊσκάκης, που είχε εκλεγεί ως ένας από τους πέντε ανεξάρτητους βουλευτές των εκλογών του 1906, φέρεται ως επικεφαλής ομάδας υπαξιωματικών που συγκροτήθηκε για να προωθήσει αιτήματα του στρατού. Ανάμεσα σε άλλους, στην ομάδα είχαν ενταχθεί ο επιλοχίας Νικόλαος Πλαστήρας με δράση στον Μακεδονικό Αγώνα, όπως και ο οπλαρχηγός Γεώργιος Κονδύλης. Οκτώβρη του 1908, στο σπίτι του υπολοχαγού Θεόδωρου Πάγκαλου (στην οδό Αριστοτέλους 37), συγκεντρώθηκαν καμιά δεκαριά αξιωματικοί με θέμα συζήτησης τη σήψη στην πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της εποχής. Καρπός της συνάντησης ήταν το πρωτόκολλο με το οποίο δημιουργήθηκε ο «Στρατιωτικός Σύνδεσμος». Εκπροσωπώντας τον Σύνδεσμο, ο Θεόδωρος Πάγκαλος και ο ίλαρχος Επαμεινώνδας (Παμίκος) Ζυμβρακάκης ήρθαν σε επαφή με την ομάδα των υπαξιωματικών, που προσχώρησε στη μυστική οργάνωση. Λίγους μήνες αργότερα, ο «Στρατιωτικός Σύνδεσμος αριθμούσε ως μέλη 1.300 κατώτερους αξιωματικούς του στρατού και 130 του ναυτικού.

Ήταν 25 Ιουνίου του 1909, όταν, στο σπίτι του υπολοχαγού Χρ. Χατζημιχάλη, 161 εκλεγμένοι εκπρόσωποι του Στρατιωτικού Συνδέσμου προσπαθούσαν να βάλουν μια τάξη στα πράγματα που τους αφορούσαν. Η σύσκεψη ήταν τόσο μυστική, ώστε το σπίτι περικυκλώθηκε από άνδρες της φρουράς της Αθήνας και ο φρούραρχος με τον υπασπιστή του μπήκαν μέσα αξιώνοντας διάλυση της σύναξης. Τους πέταξαν έξω και τους δύο με τις κλωτσιές. Η φρουρά αποσύρθηκε άπρακτη. Η συνέλευση εξέλεξε εννεαμελή Διοικούσα Επιτροπή, που θα υποστηριζόταν από άλλους έξι. Ανάμεσα στους τελευταίους, ο σκληρός Θεόδωρος Πάγκαλος και ο λαοφιλής Σπύρος Σπυρομήλιος (ο Καπετάν Μπούας του Μακεδονικού Αγώνα). Χρειάζονταν, όμως, κάποιον αρχηγό. Ορίστηκε τριμελής αντιπροσωπεία που θα πλησίαζε συγκεκριμένα πρόσωπα.

Πρωθυπουργός και υπουργός Στρατιωτικών ο Γεώργιος Θεοτόκης ένιωσε ότι «η ατμόσφαιρα μύριζε μπαρούτι». Άτολμος καθώς ήταν, προτίμησε τον δρόμο της φυγής: Από τον προηγούμενο Μάη, τα οξυμένα προβλήματα του τόπου τον είχαν οδηγήσει στην υποβολή παραίτησης, που ο βασιλιάς δεν είχε αποδεχτεί. Αυτή την φορά επέμενε, οπότε ο Γεώργιος αναγκάστηκε να την δεχτεί: 4 Ιουλίου (1909), παραιτήθηκε. Πρωθυπουργός, στις 7 του μήνα, ορκίστηκε ο Δημήτριος Ράλλης. Η εφημερίδα «Χρόνος» σχολίασε:

«Τα φουσάτα του Θεοτόκη παραχόρτασαν. Ας έρθουν τώρα τα τσακάλια της αντιπολίτευσης να κάνουν Πάσχα».

Στις 11 του μήνα, παρά τις προκλήσεις και τις απειλές των Νεοτούρκων, η κυβέρνηση Ράλλη δήλωνε πως στόχος της ήταν η σύσφιξη των σχέσεων Ελλάδας - Τουρκίας. Την 1η Αυγούστου, νέες προκλήσεις στο Αιγαίο και ένταση στην Κρήτη ανέβασαν το θερμόμετρο, ενώ η κυβέρνηση αντιδρούσε χλιαρά. Όμως, αρχηγός για τον Στρατιωτικό Σύνδεσμο δεν είχε βρεθεί ακόμα. Ο συνταγματάρχης πυροβολικού Δούκας Βακάλογλου είχε αρνηθεί, επειδή είχε διατελέσει υπασπιστής του βασιλιά. Ο συνταγματάρχης μηχανικού Ψαρροδήμος επικαλέστηκε προσωπικούς λόγους.

Και ο Δημήτριος Ράλλης εξαπέλυσε κύμα διώξεων ενάντια στους συνδεσμίτες: Μεταθέσεις και παραπομπή δώδεκα αξιωματικών σε συμβούλια με το ερώτημα της απόταξης. Αποτάχθηκαν και οι δώδεκα κι ανάμεσά τους κι ο Θεόδωρος Πάγκαλος. Η εφημερίδα «Χρόνος» αρθρογραφούσε ενάντια στην «βουλευτική φεουδαρχία των κομματικών συμμοριών και της αυλής». Και σημείωνε την ανάγκη για μεταρρυθμίσεις και την απομάκρυνση του διαδόχου Κωνσταντίνου και των πριγκίπων από τον στρατό. Αντί για απάντηση, ο Ράλλης διέταξε συλλήψεις.

Η επανάσταση στου Γουδή

Τότε ήταν που κάποιοι θυμήθηκαν τον γεννημένο το 1844, (65χρονο συνταγματάρχη πια) μετριοπαθή, μορφωμένο Νικόλαο Ζορμπά. Γιατί όχι; Στα 1897 ήταν ο μόνος που βγήκε και τα είπε χύμα στη στρατιωτική καμαρίλα. Στα 1898, είχε καταγγείλει τον Κωνσταντίνο για την δειλία του στον πόλεμο με τους Τούρκους και το επιτελείο για την ασχετοσύνη του. Στα έμπειρα χέρια του Νικόλαου Ζορμπά το επίσημο πόρισμα για τα αίτια της ήττας έγινε φύλλο και φτερό. Η κλίκα του επιτελείου δεν τόλμησε να τον πειράξει. Δεν μπορούσε να τα βάλει με τον λαοφιλή, μετριοπαθή και μορφωμένο αξιωματικό, για τον οποίο ο πόλεμος του ’97 ήταν η τρίτη πολεμική εμπειρία. Αλλά και το 1899, ως διοικητής της Σχολής Ευελπίδων, δεν είχε διστάσει να αφήσει στάσιμο τον πρίγκιπα Ανδρέα και να κάνει επιλοχία τον Θεόδωρο Πάγκαλο. Τον πλησίασαν. Στις 8 Αυγούστου του 1909, ο Νικόλαος Ζορμπάς ορκιζόταν αρχηγός της μυστικής οργάνωσης «Στρατιωτικός Σύνδεσμος». Τόσο μυστικής, ώστε ένα αίσθημα ανακούφισης και μια γλυκιά προσμονή να καλύπτουν τη μικρή Ελλάδα απ’ άκρη σ’ άκρη.

Πέντε ημέρες ήταν αρκετές για τον νέο ηγέτη να οργανωθεί, να ενημερωθεί και να εκπονήσει τα σχέδιά του. Την έκτη, άρχισε η δράση:

Παραμονή της Παναγίας, 14 Αυγούστου του 1909, με τον βασιλιά Γεώργιο να παραθερίζει στο Τατόι, μια επιτροπή αξιωματικών ζήτησε ακρόαση από τον πρωθυπουργό για να του υποβάλει «υπόμνημα συνταχθέν από τον Στρατιωτικόν Σύνδεσμον». Ο Ράλλης όχι μόνο αρνήθηκε να τους δει αλλ’ ούτε καν δέχτηκε να παραλάβει κάποιος για λογαριασμό του το κείμενο. Ο πρωθυπουργός δε συζητούσε με τους οποιουσδήποτε. Το μεσημέρι, έφυγε για το σπίτι του, ενώ μια ασυνήθιστη ηρεμία κάλυπτε την πόλη. Διαταράχθηκε όταν μαθεύτηκε ότι, την ίδια μέρα (14 Αυγούστου), ο Πάγκαλος, με μια παράτολμη επιχείρηση, απελευθέρωσε τους φυλακισμένους αξιωματικούς.

Είχε βραδιάσει για τα καλά, όταν ο Νικόλαος Ζορμπάς επικεφαλής 450 αξιωματικών και 2.500 στρατιωτών, μαζί με τον Σπύρο Σπυρομήλιο κι 65 χωροφύλακες, εμφανίστηκε στις στρατιωτικές εγκαταστάσεις της αθηναϊκής φρουράς στου Γουδή και τις κατέλαβε. Την επομένη, Δεκαπενταύγουστο, οι εφημερίδες κυκλοφόρησαν δημοσιεύοντας το «υπόμνημα» ως «Διακήρυξη του Στρατιωτικού Συνδέσμου». Η γλώσσα του κειμένου θύμιζε τον μετριοπαθή Ζορμπά του ’97:

«Η Πατρίς μας ευρίσκεται υπό δυσχερεστάτας περιστάσεις, το δε επίσημον κράτος, υβρισθέν και ταπεινωθέν, αδυνατεί να κινηθεί προς άμυναν των δικαίων του».

Ο πρωθυπουργός Ράλλης είχε άσχημο ξύπνημα. Αυτός που την προηγούμενη μέρα δεν συζητούσε με τους οποιουσδήποτε, αναζητούσε τρόπο επαφής με τους επαναστάτες. Επιστράτευσε τον δήμαρχο Αθηναίων, Σπύρο Μερκούρη, και τον προσωπάρχη του υπουργείου Στρατιωτικών, ταγματάρχη Αν. Παπούλια, και τους έστειλε στου Γουδή να διαπραγματευτούν. Αυτόκλητος υπερασπιστής της νομιμότητας «και του βασιλέως», ο αντισυνταγματάρχης ιππικού Λ. Μεταξάς πήγε «να καθαρίσει» μαζί με άλλους πέντε αυλικούς. Έφτασε στο ιππικό, στην πλαγιά ενός λόφου, και διέταξε τους άνδρες να ιππεύσουν. Τον πέρασαν για συνδεσμίτη και υπάκουσαν. Μόλις κατάλαβαν, τι ήθελε να κάνει, χίμηξαν πάνω του να τον λιντσάρουν. Είδαν κι έπαθαν οι αξιωματικοί του Ζορμπά να τον γλιτώσουν.

Δυο φορές πήγαν και ήλθαν οι απεσταλμένοι του πρωθυπουργού την απόσταση Αθήνα - Γουδή. Επιτέλους, ο Ράλλης κατάλαβε ότι δεν ήταν σε θέση να κουβεντιάζει. Στην πόλη, ήδη γίνονταν διαδηλώσεις και πανηγύρια. Τηλεφώνησε στον βασιλιά, τον πληροφόρησε ότι παραιτείται και του ζήτησε να αναθέσει την πρωθυπουργία στον Ζορμπά.

«Δεν είσαι καλά», ήταν το ζουμί της απάντησης του Γεωργίου.

Ο Ράλλης προθυμοποιήθηκε να ανέβει στο Τατόι. Ο Γεώργιος τον έκοψε:

«Άσε. Θα κατέβω εγώ».

Την ίδια ώρα, οι συνδεσμίτες είχαν αμοληθεί να βρουν κάποιον «αμόλυντο» από τα σκάνδαλα και τη ρεμούλα για πρωθυπουργό. Αποτάθηκαν στους πρώην «Ιάπωνες»341, Δημήτριο Γούναρη και Στέφανο Δραγούμη, που όμως αρνήθηκαν. Βρήκε ευκαιρία να κάνει παιχνίδι ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης. Ήταν εγγονός του συνονόματου εκείνου που δολοφόνησε τον Καποδίστρια και είχε κληρονομήσει το μισό κόμμα του δολοφονημένου Θ. Δεληγιάννη. Έστειλε ένα σημείωμα στον Ζορμπά γράφοντας ότι ασπάζεται τις αρχές του Συνδέσμου και θα τις υπηρετήσει, αν ο βασιλιάς του ανέθετε την πρωθυπουργία. Έβαλε και μερικούς άλλους να πλησιάσουν την αυλή και να διαμηνύσουν ότι θα στήριζε τον θρόνο, αν επιλεγόταν.

Θέμα θρόνου δεν έμπαινε σ’ εκείνη τη φάση αλλ’ ο συγκεκριμένος υποψήφιος απολάμβανε την ανοχή και των δύο πλευρών. Παλάτι και Σύνδεσμος συμφώνησαν στο πρόσωπό του ως προσωρινού πρωθυπουργού. Ο Μαυρομιχάλης πίστεψε ότι τους είχε όλους τουμπάρει. Έστειλε νέο σημείωμα στον Ζορμπά εκφράζοντας την επιθυμία του να τον έχει υπουργό Στρατιωτικών. Ο Ζορμπάς του απάντησε με τον γνωστό μετριοπαθή τρόπο του «να κόψει τις βλακείες». Ο Μαυρομιχάλης άλλαξε τροπάριο. Με νέο σημείωμα, ζητούσε συνάντηση «για να συζητήσουν τα πρόσωπα του νέου υπουργικού συμβουλίου». Αντί γι’ απάντηση, έλαβε ένα χαρτί με τη λίστα των υπουργών που ενέκρινε ο Σύνδεσμος. Αυτή τη φορά, ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης κατανόησε πλήρως την κατάσταση.

Η νέα κυβέρνηση ορκίστηκε στις 16 Αυγούστου. Υπουργός Στρατιωτικών ο συνταγματάρχης Λεωνίδας Λαπαθιώτης, Ναυτικών ο πλοίαρχος Ι. Δαμιανός. Στις 17, το πρώτο διάταγμα της νέας κυβέρνησης αμνήστευε τους επαναστάτες. Στις 19, έμπαιναν σε διαθεσιμότητα «τη αιτήσει τους» ο διάδοχος Κωνσταντίνος κι ο πρίγκιπας Νικόλαος. Με το ίδιο διάταγμα, στέλνονταν στην Γερμανία με «τριετή εκπαιδευτική άδεια» ο διάδοχος Κωνσταντίνος και οι πρίγκιπες Ανδρέας και Χριστόφορος. Στις 24, ο Κωνσταντίνος αναχωρούσε για την Ευρώπη μέσω Πατρών και Κέρκυρας, όπου οι μοναρχικοί οργάνωσαν διαδηλώσεις. Στην Αθήνα, στρατός και συνδικάτα οργάνωσαν διαδηλώσεις υπέρ του Συνδέσμου. Το νερό έμπαινε στο αυλάκι.

Ο Νικόλαος Ζορμπάς ήταν ο άνθρωπος που ανέβασε την Ελλάδα στο τρένο για τον 20ό αιώνα. Χρειαζόταν, όμως, κι ένας μηχανοδηγός που θα οδηγούσε αυτό το τρένο. Βρέθηκε στο πρόσωπο του Ελευθέριου Βενιζέλου. Ο Ζορμπάς διέλυσε τον Στρατιωτικό σύνδεσμο και αποσύρθηκε στο στρατόπεδο. Έζησε να δει την Ελλάδα να γιγαντώνεται και να μεγαλουργεί, έγραψε τα «Απομνημονεύματά» του και μια δίτομη ιστορία του πολέμου του 97 και πέθανε το 1920, χωρίς να προλάβει να νιώσει την πίκρα της μικρασιατικής καταστροφής.

Η λαϊκή συμπαράσταση

Ήταν 6 Σεπτέμβρη του 1909, όταν κυκλοφόρησε το τεύχος του περιοδικού «Νουμάς», με την δεύτερη δόση από τα «Σατιρικά γυμνάσματα» του Κωστή Παλαμά342. Περιγράφουν με σκληρό αλλά και γλαφυρό τρόπο την πολιτικοστρατιωτική και κοινωνική κατάσταση της εποχής. Το πρώτο από αυτά, μπάζει τον αναγνώστη στην ουσία του θέματος:

«Στ’ ακάθαρτα κυλήστε μας του βούρκου,
και πιο βαθιά. Πατήστε μας με κάτι
κι από το πόδι πιο σκληρό του Τούρκου.

Διαβασμένοι, ντοτόροι, σπιρουνάτοι,
ρασοφόροι, δασκάλοι, ρουσφετλήδες,
οικοπεδοφαγάδες, αβοκάτοι,

κομματάρχηδες και κοτσαμπασήδες,
και της γραμματικής οι μανταρίνοι
και της πολιτικής οι φασουλήδες,

ταρτούφοι, ραμπαγάδες, ταρταρίνοι!
– Αμάν! Αγά, στα πόδια σου! άκου! στάσου! –
Βυζαντινοί, Γασμούλοι, Λεβαντίνοι.

Ρωμέικο να! Με γεια σου, με χαρά σου».

Το τέταρτο λοιδορεί την τάχα πατριωτική στάση των καιροσκόπων της εποχής του που πρόβαλλαν ως δικαιολογία το «αρχαίο μεγαλείο». Λέει:

«Σκύλος κοκκαλογλύφτης φέρνει γύρα
κρακ! τακ! της γειτονιάς τους τενεκέδες.
Ο ποσαπαίρνης με το θεσιθήρα

για την πατρίς καυγά στους καφενέδες.
Οι γάτοι λυγεροί στα κεραμίδια
ταιριάζουν ερωτόπαθους γιαρέδες.

Φαγοπότι, ξαπλωταριό, τα ίδια.
Τα θέατρα, τις ταβέρνες, τα πορνεία,
φάμπρικες, μπάνκες, σπίτια, αποκαΐδια,

τ' ανταμώνει αττικότατη αρμονία.
Και κοιμισμένη στα όνειρά της βλέπει
μουρλή γλωσσοκοπάνα Πολιτεία

τον Περικλή. Μα ο Χασεκής343 της πρέπει».

Η συντριπτική πλειοψηφία του αθηναϊκού λαού βρέθηκε στο πλάι των επαναστατών και με κάθε τρόπο εκδήλωνε τη συμπαράστασή της, προβληματίζοντας έντονα την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία που παρακολουθούσε μουδιασμένη τις εξελίξεις. Κι ο Σύνδεσμος Συντεχνιών Ελλάδος που εκπροσωπούσε περίπου πενήντα επαγγελματικές οργανώσεις, οι οποίες αριθμούσαν γύρω στα 30.000 μέλη, οργάνωσε συλλαλητήριο για τις 14 Σεπτέμβρη, προκειμένου να υποστηρίξει τις ενέργειες του Στρατιωτικού Συνδέσμου. Κατά την εφημερίδα «Χρόνος», 70.000 κόσμος μαζεύτηκε στο Πεδίο του Άρεως, ενώ, κατά την εφημερίδα «Ακρόπολις», οι συγκεντρωμένοι ήταν περίπου 80.000, όταν ο συνολικός πληθυσμός της Αθήνας δεν ξεπερνούσε τους 130.000 κατοίκους. Εγκρίθηκε ψήφισμα με αίτημα την «ανόρθωση» του κράτους, το οποίο επιδόθηκε στον βασιλιά Γεώργιο, που βγήκε στον εξώστη του παλατιού και δήλωσε «την χαιρετίζομεν», εννοώντας τη συγκέντρωση.

Και, μέσα στην σύγχυση, το «Αβέρωφ»

Η ιταλική κυβέρνηση είχε παραγγείλει τρία νέου τύπου θωρηκτά στα ναυπηγεία Cantieri Orlando του Livorno. Ονόμασε «Πίζα» και «Σαν Τζόρτζιο» τα δυο πρώτα και τα ενέταξε στον στόλο της. Όσο όμως διαρκούσε η ναυπήγηση του τρίτου, οι Ιταλοί διαπίστωσαν ότι δεν το χρειάζονταν. Τους αρκούσαν τα άλλα δύο. Η ιταλική κυβέρνηση ζήτησε από τη ναυπηγική εταιρεία να το βγάλει στο σφυρί.

Ενδιαφέρθηκαν οι Τούρκοι. Παζάρευαν ακόμα, όταν, στην Αθήνα ξέσπασε η επανάσταση στου Γουδή. Ο γενικός διευθυντής των ιταλικών ναυπηγείων είχε έμπνευση. Ήρθε ο ίδιος στην Ελλάδα και ζήτησε να δει τους αρμόδιους υπουργούς. Ο υπουργός Στρατιωτικών, Λαπαθιώτης, τον παρέπεμψε στον Δαμιανό που «ήξερε από πλοία». Ξετρελάθηκε αυτός. Οι Ιταλοί ζητούσαν το ισόποσο των 70.435 ευρώ. Ο Έλληνας υπουργός Ναυτικών ζήτησε πίστωση χρόνου.

Ο ελληνικός στόλος ήταν στα όρια της απόσυρσης. Τα Βαλκάνια έβραζαν. Ο Δαμιανός έκανε σκοπό της ζωής του ν’ αποκτήσει η Ελλάδα αυτό το πλοίο, πραγματικό κόσμημα της εποχής του. Λεφτά όμως δεν υπήρχαν. Ανακαλύφθηκε η διαθήκη του μεγάλου εθνικού ευεργέτη Γεώργιου Αβέρωφ, που είχε πεθάνει πριν από δέκα χρόνια (1899). Υπήρχαν 23.480 ευρώ στη διάθεση της κυβέρνησης «δια την ναυπήγησιν ελληνικού πολεμικού πλοίου, το οποίον να χρησιμεύει και ως σχολή των δοκίμων και το οποίον να φέρει το όνομα» του διαθέτοντος. Η μαγιά είχε βρεθεί. Χρειάζονταν ακόμα δυο φορές τόσα, αλλά, 30 Οκτώβρη του 1909, μόλις δυόμισι μήνες μετά την επανάσταση, ο υπουργός Ναυτικών, πλοίαρχος Ιωάννης Δαμιανός, έβαζε περιχαρής την υπογραφή του στα συμβόλαια.

Οι Νεότουρκοι που τότε βρίσκονταν στα πράγματα στην Τουρκία, σκύλιασαν. Αγόρασαν από τη Γερμανία δυο αδελφά θωρηκτά. Στα 1910, τα είχαν: Ήταν το «Μπαρμπαρόσα» και το «Τουργκούτ Ρέις». Αποκτούσαν έτσι την υπεροπλία στο Αιγαίο. Στην Αθήνα, με δυσκολία μαζεύτηκε το υπόλοιπο του ποσού για την αγορά του ελληνικού θωρηκτού. Το ισόποσο ενός ευρώ είχε τότε πολλαπλάσια από τη σημερινή αγοραστική αξία. Ούτε σκέψη για δεύτερο.

Το «Γεώργιος Αβέρωφ» καθελκύστηκε 12 Μάρτη του 1910. Ήδη, από τον Γενάρη, η διακυβέρνηση της χώρας είχε περάσει σε πολιτικά χέρια, με τους συνδεσμίτες να έχουν αποσυρθεί στους στρατώνες. Ο πρώην υπουργός Ναυτικών, πλοίαρχος Ιωάννης Δαμιανός, βρέθηκε πρώτος κυβερνήτης του Θ/Κ «Αβέρωφ», για την απόκτηση του οποίου τόσο πολύ είχε κοπιάσει.

Φωτιά στα ανάκτορα

Ήταν νύχτα παραμονής των Χριστουγέννων του 1909 και το κρύο περόνιαζε. Γύρω στις 9.30, ο ουρανός φωτίστηκε, ενώ κόκκινος καπνός σκέπασε τον ορίζοντα, στα ανατολικά: Τα ανάκτορα είχαν πάρει φωτιά! Στην πλατεία Συντάγματος, παρά το κρύο, οι Αθηναίοι συνωθούνταν για να παρακολουθήσουν το θέαμα, ενώ η «Διλοχία Σκαπανέων και Πυροσβεστών», που κατέφθασε, πελαγοδρομούσε. Ούτε γνώριζαν, τι έπρεπε να κάνουν για να αντιμετωπίσουν τις φλόγες, ούτε διέθεταν κάποια κατάλληλα για την περίσταση μέσα.

Ο πρεσβευτής της Αγγλίας, που κατάλαβε τι γινόταν, ειδοποίησε τη μοίρα του αγγλικού στόλου που ναυλοχούσε στο Φάληρο. Στάλθηκε δύναμη ναυτών που ανέλαβε τη μάχη με τις φλόγες, ενώ, αργότερα, κατέφθασαν και άνδρες από ρωσικά πολεμικά. Έλληνες στρατιώτες περικύκλωσαν την περιοχή για να εμποδίσουν τους περίεργους να πλησιάσουν. Η φωτιά σβήστηκε δυο μέρες αργότερα.

Η βασιλική οικογένεια δεν βρισκόταν στο παλάτι, όταν ξεκίνησε το κακό. Είχαν όλοι τους πάει στο Τατόι, για να κάνουν εκεί Χριστούγεννα. Τα μάζεψαν και γύρισαν στην Αθήνα, μόλις τους ειδοποίησαν τηλεφωνικά. Φυσικά, δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτα. Ποτέ δεν εξακριβώθηκε, από πού ξεκίνησε η φωτιά. Ως πιθανότερη αιτία θεωρήθηκε κάποιο καντήλι στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, στην ανατολική πτέρυγα. Άλλωστε, ο ναός καταστράφηκε ολοκληρωτικά, όπως και οι τρεις αίθουσες υποδοχής στη μεσαία πτέρυγα. Καταστράφηκε και τμήμα του θεάτρου στην δυτική πλευρά. Τα υπόλοιπα διαμερίσματα διασώθηκαν αλλά σε πολύ κακή κατάσταση.

Οι θεωρίες συνωμοσίας ξεκίνησαν τις ίδιες εκείνες ώρες, όταν η φωτιά κατέτρωγε το παλάτι. Οι οπαδοί της μοναρχίας θεωρούσαν υπεύθυνους τους επαναστάτες του Στρατιωτικού Συνδέσμου ότι ήθελαν να καταργήσουν τη μοναρχία. Οι αντιμοναρχικοί ότι την φωτιά έβαλαν πράκτορες του βασιλιά, για να του δώσουν δικαιολογία να φύγει από την χώρα. Η επέμβαση των Άγγλων ναυτών στην προσπάθεια κατάσβεσης ενοχοποίησε την Αγγλία: Οι Άγγλοι προκάλεσαν την πυρκαγιά, ώστε να μπουν στα ανάκτορα για να καταστρέψουν κάποια έγγραφα που δεν ήθελαν να υπάρχουν εκεί. Τους Άγγλους θεωρούσε υπεύθυνους και ο πρόξενος της Αυστρίας. Υποτίθεται ότι ήθελαν να στείλουν μήνυμα στον Νικόλαο Ζορμπά, αρχηγό του Στρατιωτικού Συνδέσμου, ότι η παρουσία τους ήταν αναπόφευκτη και είχαν λόγο για όσα συνέβαιναν στην Ελλάδα.

Το πρακτικό αποτέλεσμα της πυρκαγιάς ήταν ότι το κτίριο έπαψε να χρησιμεύει ως παλάτι. Η βασιλική οικογένεια εγκαταστάθηκε στο Τατόι, ενώ ο Γεώργιος χρησιμοποιούσε το ανάκτορο του γιου του, διαδόχου Κωνσταντίνου, για την εκπλήρωση των βασιλικών υποχρεώσεών του. Τον επόμενο Μάρτη (του 1910) επρόκειτο να διατεθούν 1.200.000 δρχ. για την επισκευή του. Η βασιλική οικογένεια θα επέστρεφε εκεί την άνοιξη του 1912, ενώ συνεχίζονταν οι εργασίες αποκατάστασης.

Έκκληση στον Βενιζέλο

Η κυβέρνηση Κυριακούλη Μαυρομιχάλη έφερνε κατά ριπές στην Βουλή τα νομοσχέδια (169 σε 82 μέρες), που ψηφίζονταν κάτω από τα βλέμματα των εγκατεστημένων στα θεωρεία αξιωματικών. Όμως, συγκεκριμένο σχέδιο για την έξοδο από την κρίση δεν υπήρχε. Ούτε βρισκόταν ο άνθρωπος που θα αναλάμβανε την πρωθυπουργία και θα επέβαλλε την αλλαγή. Ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος δεν διέθετε πρόγραμμα. Απλά ήθελε την «ανόρθωση».

Κάποιοι δημοσιογράφοι πλησίασαν τον αξιωματικό και μέλος της διοίκησης του Συνδέσμου, Εμμανουήλ Ζυμβρακάκη (αδελφό του Επαμεινώντα), και του πρότειναν να ζητηθεί από τον τότε πρωθυπουργό της Κρητικής Πολιτείας, Ελευθέριο Βενιζέλο, να αναλάβει τις τύχες της χώρας. Εκείνη την εποχή, ο Βενιζέλος ήταν από τους πιο δημοφιλείς άνδρες καθώς είχε αποτρέψει τη μετατροπή της Κρήτης σε ανεξάρτητο πριγκιπάτο, που θα ματαίωνε την ένωσή της με την Ελλάδα, και είχε αναγκάσει τον πρίγκιπα Γεώργιο να παραιτηθεί από ύπατος αρμοστής. Και η αρθρογραφία του στον «Κήρυκα των Χανίων» έδειχνε σύμπλευση με την ανάγκη μεταρρυθμίσεων που πρόβαλλαν οι επαναστάτες της Αθήνας. Ο Ζυμβρακάκης ενθουσιάστηκε. Μετέφερε την ιδέα στους λοιπούς επικεφαλής που την αποδέχθηκαν ως την πιο καλή λύση.

Η απόρρητη επιστολή του Στρατιωτικού Συνδέσμου που ο λοχαγός Κονταράτος μετέφερε στον Ελευθέριο Βενιζέλο, αποτελούσε πρόκληση. Του ζητούσαν να αναλάβει την αποστολή να συμφιλιώσει την επανάσταση με τα ελληνικά κόμματα. Κι αν χρειαζόταν, να αναλάβει την ηγεσία του ανορθωτικού αγώνα. Η απάντησή του ήταν προσεκτικά διατυπωμένη:

«Ως τίθεται προ εμού το ζήτημα εν τη επιστολή ταύτη, αρνητική κατ’ αρχήν απάντησις εκ μέρους μου δεν είναι επιτετραμμένη. Αλλά δεν δύναμαι εξ άλλου ουδέ κατ’ αρχήν να δηλώσω ότι είμαι έτοιμος να αναλάβω την αρχήν, εφ’ όσον εγγυτέρα μελέτη της καταστάσεως δεν με πείσει ότι το συμφέρον του έθνους μοι επιβάλλει τούτο ως επιτακτικόν καθήκον...».

Παρά τη μυστικότητα που κάλυπτε τις διαπραγματεύσεις, το πράγμα διέρρευσε. Όταν (28 Δεκέμβρη του 1909) ο Βενιζέλος αποβιβαζόταν στον Πειραιά, βρήκε τα δημοσιογραφικά όργανα του παλατιού και των κομμάτων να προσπαθούν να δημιουργήσουν κλίμα. Τους κατείχε ο φόβος ότι ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος θα τον επέβαλε πρωθυπουργό με τη δύναμη των όπλων. Και η προσωπικότητά του τους φόβιζε, καθώς η πρόσφατη επανάσταση στο Θέρισο αποδείκνυε ότι δεν δίσταζε να πάρει τα όπλα, αν πίστευε ότι αυτό θα ωφελούσε γενικότερα. Οι πολλοί όμως, λαός και ιθύνοντες, προσέβλεπαν σ’ αυτόν ως τον άνθρωπο που θα έφερνε τον εκσυγχρονισμό και την ανανέωση της πολιτικής ζωής.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος αιφνιδίασε και τους μεν και τους δε: Στην επαναστατική Επιτροπή του Στρατιωτικού Συνδέσμου είπε ότι ήταν λάθος να τα βάλουν με τα κόμματα και όχι με τον ανεύθυνο ρυθμιστή του πολιτεύματος (τον βασιλιά), ήταν δεύτερο λάθος ότι δεν επέβαλαν για ένα χρόνο δικτατορία και προσπαθούσαν να περάσουν την αλλαγή μέσω κομματικού μηχανισμού και θα ήταν τρίτο λάθος, αν ο ίδιος γινόταν πρωθυπουργός. Προσφέρθηκε να αναλάβει σύμβουλός τους και μεσολαβητής στα κόμματα για την επιστροφή στην ομαλότητα. Και υπέδειξε τον Στέφανο Δραγούμη ως πρωθυπουργό μέχρι την διενέργεια εκλογών για αναθεωρητική Βουλή.

Ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης υποχρεώθηκε να παραιτηθεί. Νέος πρωθυπουργός ανέλαβε (18 Γενάρη του 1910) ο πρώην επικεφαλής της ομάδας των «Ιαπώνων», Στέφανος Δραγούμης, που αυτή την φορά αποδέχτηκε την πρόταση, με κύριο έργο να οδηγήσει την χώρα σε εκλογές.

Ο Βενιζέλος πρωθυπουργός

Οι εκλογές έγιναν στις 10 Αυγούστου του 1910. Κάποιοι δήλωσαν τον Ελευθέριο Βενιζέλο ανεξάρτητο υποψήφιο βουλευτή Αττικοβοιωτίας. Εκλέχτηκε παίρνοντας το 86,22% των ψήφων (32.765 σε σύνολο 38.000). Εκλέχτηκαν κι άλλοι 164 ανεξάρτητοι που δήλωναν «θαυμαστές» του, ενώ όλα μαζί τα κόμματα έβγαλαν 200 βουλευτές. Η εφημερίδα «Πατρίς» σχολίασε:

«Μία επανάστασις συνετελέσθη, όχι του στρατού πλέον αλλά του λαού. Του κυριάρχου. Επανάστασις ειρηνική. (...) Ο Βενιζέλος τι εκπροσωπεί; Ο Βενιζέλος είναι σύμβολον, είναι μία ιδέα. Ο αντικομματισμός είναι η ελπίς της Αναγεννήσεως».

Ο ίδιος ο Βενιζέλος βρισκόταν στην Ελβετία, όταν έμαθε τον εκλογικό του θρίαμβο. Πια, δεν μπορούσε να κάνει πίσω, καθώς ο ελληνικός λαός απαιτούσε να αναλάβει τα ηνία της χώρας. Ήταν 5 Σεπτέμβρη του 1910, όταν έφτασε γι’ άλλη μια φορά στον Πειραιά. Θριαμβευτική υποδοχή τον περίμενε.

Κλήθηκε στα ανάκτορα όπου ο βασιλιάς Γεώργιος Α’, ο οποίος είχε ορκιστεί ότι θα υπακούει στην «αρχή της δεδηλωμένης», του ανάθεσε την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Τυπικά, δεδηλωμένη δεν υπήρχε. Τη στιγμή εκείνη, ο Ελευθέριος Βενιζέλος διέθετε μια μόνο έδρα: Την δική του. Η κυβέρνησή του, από δυναμικά και μετριοπαθή άτομα, ορκίστηκε στις 6 Οκτώβρη. Στις 12, δημοσιευόταν το διάταγμα της προκήρυξης εκλογών για την ανάδειξη Β’ Αναθεωρητικής Βουλής. Έγιναν 28 Νοέμβρη του 1910. Το κόμμα των Φιλελευθέρων που ο Βενιζέλος ίδρυσε, κατέλαβε τις 307 από τις 362 έδρες, ενώ τα παλιά κόμματα είχαν κηρύξει αποχή που δεν πέρασε στα στρώματα των ψηφοφόρων.

Το νέο σύνταγμα επέβαλλε την υποχρέωση του κράτους να παρέχει στοιχειώδη εκπαίδευση στους Έλληνες, μεριμνούσε για την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών που θα έπρεπε να μοιραστούν στους ακτήμονες, δημιουργούσε το Συμβούλιο της Επικρατείας, απαγόρευε την ανάμιξη των στρατιωτικών στην πολιτική, καθιέρωνε την πρώτη στην Ελλάδα εργατική νομοθεσία και επέβαλλε τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων. Πια δεν θα υπήρχαν απολυμένοι δημόσιοι υπάλληλοι να κλαίνε τη μοίρα τους στην πλατεία Κλαυθμώνος344.

Οι σχολιαστές της εποχής σημείωσαν: «Ο εκσυγχρονισμός που ξεκίνησε από τον Χαρίλαο Τρικούπη και δεν ευτύχησε επί του άτολμου Θεοτόκη, βρίσκει τώρα τον ιδανικό διεκπεραιωτή του». Οι σοσιαλιστές τον κατηγορούσαν ότι δεν είχε σαφή ιδεολογική τοποθέτηση αλλά του αναγνώριζαν ότι ήταν σε θέση αμέσως να πιάνει τον παλμό και την φορά του κοινωνικού ρεύματος. Ο Ψυχάρης παραπονιόταν ότι δεν έκανε τίποτα για τη δημοτική και μιλούσε στην καθαρεύουσα αλλά ο Βενιζέλος ήταν που έμπασε τη δημοτική ως γλώσσα διδασκαλίας της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (που άλλωστε «δημοτικό» ονομάστηκε).

Ο ίδιος ο Βενιζέλος εξέπληξε εχθρούς και φίλους με την πολιτική του στα εθνικά θέματα: Ως εκπρόσωπος της Κρήτης, είχε κυρίαρχο σκοπό την ένωση της μεγαλονήσου με την Ελλάδα κι έβλεπε στον Γεώργιο έναν αμείλικτο αντίπαλο. Όταν όμως έγινε πρωθυπουργός, συνεργάστηκε με τον βασιλιά, προστάτευσε τον θρόνο επιβάλλοντας αναθεωρητική κι όχι συντακτική βουλή κι απαγόρευσε στους βουλευτές της Κρήτης να μπουν στο ελληνικό κοινοβούλιο.

Στα 1911, μπορούσε να απαλλάξει την Ελλάδα από το στέμμα. Όμως, οι αναπόφευκτοι κλυδωνισμοί, που θα ακολουθούσαν μια τέτοια εξέλιξη, ήταν αμφίβολο αν θα επέτρεπαν την απερίσπαστη ενασχόληση με τα εθνικά θέματα και την ανασυγκρότηση του στρατού, που τότε αποτελούσε την πιο επείγουσα αναγκαιότητα. Όρθιος στο βήμα της Βουλής, στο σύνθημα «συ – ντα – κτι - κή» που φώναζαν ρυθμικά σχεδόν όλοι οι βουλευτές, απαντούσε μόνος του, επίσης ρυθμικά, «α – να – θε – ω – ρη – τι – κή». Και επέβαλε την άποψή του σε ένα κοινοβούλιο έκδηλα αντιβασιλικό.

Μέσα σε ελάχιστους μήνες, απέφυγε τις παγίδες της βουλγαρικής διπλωματίας κι έμπασε την Ελλάδα στην βαλκανική συμμαχία (Σερβίας, Βουλγαρίας και Μαυροβούνιου). Όταν ξέσπασε ο Α' Βαλκανικός πόλεμος (4 Οκτώβρη του 1912), ο ελληνικός στρατός ξεκίνησε την ηράκλεια προσπάθεια της απελευθέρωσης της Μακεδονίας και της Ηπείρου κι ο ελληνικός στόλος, με ναυαρχίδα το θωρηκτό «Αβέρωφ» (και κυβερνήτη του τον Παύλο Κουντουριώτη), ελευθέρωσε ένα προς ένα όλα τα νησιά του Αιγαίου (εκτός από τα Δωδεκάνησα, που η Ιταλία είχε προλάβει να κυριεύσει). Και, παραμονές της έναρξης του πολέμου (1 Οκτώβρη του 1912), υποδέχτηκε στην Αθήνα τους βουλευτές από την Κρήτη, σε μια επίσημη και έμπρακτη ένωση της μεγαλονήσου με την Ελλάδα.

Τραυματίες σε κοινή θέα

Ο ενθουσιασμός από τις νίκες στα πεδία του πολέμου δεν άφησε τους Αθηναίους να καμφθούν από τη μετατροπή της πόλης σε ένα απέραντο νοσοκομείο, αν και έβλεπαν τους τραυματίες και τους άρρωστους να μεταφέρονται με το τραμ από τον σταθμό Λαρίσης και με τον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο από το λιμάνι του Πειραιά: Εκτός από τα δυο στρατιωτικά νοσοκομεία που ήδη υπήρχαν, δημιουργήθηκαν άλλα τέσσερα στην Αθήνα και επτά στον Πειραιά, ενώ στρατιώτες περιέθαλπαν και τα νοσοκομεία Ερυθρού Σταυρού, Αρεταίειο, Σωτηρία και Τζάνειο που, για τον σκοπό αυτόν, είχαν διαθέσει κλινικές τους.

Οι τραυματίες αλλά και οι άρρωστοι από κρυοπαγήματα ή και ασθένειες μεταφέρονταν στην Αθήνα και τον Πειραιά με νοσηλευτικά τρένα και με πλωτά νοσοκομεία. Η κόρη του διαδόχου, πριγκίπισσα Ελένη, είχε εξοπλίσει ένα υγειονομικό τρένο που μετέφερε τραυματίες από την Λάρισα. Τους συνόδευαν η ίδια, ο καθηγητής Ιατρικής και βουλευτής, Νικόλαος Αλιβιζάτος, καθώς και εθελόντριες νοσοκόμες. Με δαπάνες της πριγκίπισσας Μαρίας Βοναπάρτη, γυναίκας του άλλοτε αρμοστή της Κρήτης, πρίγκιπα Γεώργιου, το επιταγμένο ατμόπλοιο «Αλβανία» μετασκευάστηκε σε πλωτό νοσοκομείο, το οποίο διεύθυνε ο καθηγητής Ιατρικής, Βαρθολομαίος Γκίζης. Έκανε, συνολικά, 52 δρομολόγια, μεταφέροντας στον Πειραιά 16.034 ασθενείς και τραυματίες. Ένα ακόμα πλωτό νοσοκομείο ήταν το επίτακτο ατμόπλοιο «Ιωνία» με διευθυντές τον επίατρο Π. Παπαδόπουλο αρχικά και τον αρχίατρο Ι. Τσαμπρή στην συνέχεια.

Το Α' μόνιμο Στρατιωτικό νοσοκομείο της Αθήνας λειτουργούσε σε ένα πέτρινο κτίριο του 1838, στην περιοχή Μακρυγιάννη, αλλά διέθετε και παραρτήματα στα κτίρια της Ένωσης Ελληνίδων, της Πολυκλινικής, της Γερμανικής σχολής και του αναρρωτήριου της πριγκίπισσας Ελένης. Ως τις 3 Φλεβάρη του 1913, διευθυνόταν από τον επίατρο Σπυρίδωνα Βασιλάκη. Από εκεί κι έπειτα, το ανέλαβε ο έφεδρος γενικός αρχίατρος Ιωάννης Παπαθεοδώρου που είχε διαπρέψει και στον σύντομο πόλεμο του 1897. Στον απολογισμό του, ο επικεφαλής της χειρουργικής κλινικής, ομογενής από την Σμύρνη Απόστολος Ψαλτώφ, με υπερηφάνεια αναφέρει ότι, από τους 1.064 τραυματίες πολέμου που χειρουργήθηκαν σε ολόκληρη την διάρκεια των βαλκανικών πολέμων, μόνο πέντε πέθαναν (συνολικά, το νοσοκομείο περιέθαλψε 6.682 στρατιωτικούς).

Το Β' μόνιμο Στρατιωτικό νοσοκομείο βρισκόταν στην περιοχή της μονής Πετράκη με διευθυντή τον γενικό αρχίατρο Γιώργο Καπετανάκη. Το αποτελούσαν 22 πέτρινα κτίρια, κάποια ξύλινα και μερικές νοσοκομειακές σκηνές, ενώ, στην δικαιοδοσία του υπαγόταν και το νοσοκομείο Συγγρού, όπου στέλνονταν όσοι έπασχαν από αφροδίσια νοσήματα. Στην διάρκεια των πολέμων, περιέθαλψε 9.100 μεταφερμένους από τα μέτωπα, τραυματίες οι 2.440. Στο νοσοκομείο αυτό φιλοξενήθηκαν και πολλοί τραυματίες Τούρκοι αιχμάλωτοι.

Το Γ' Στρατιωτικό νοσοκομείο λειτούργησε στη Σχολή Ευελπίδων με διευθυντή τον Ιωάννη Παπαθεοδώρου, που, τον Φλεβάρη του 1913, ανέλαβε το Α' νοσοκομείο. Στο Γ', τον διαδέχτηκε ο γενικός αρχίατρος Γεώργιος Αγγελίδης. Στο νοσοκομείο αυτό εργάζονταν ακατάπαυστα και δέκα Γαλλίδες νοσοκόμες που, αργότερα, αντικαταστάθηκαν από Ελβετίδες. Διέκοψε τη λειτουργία του τον Φλεβάρη του 1913 (ξαναλειτούργησε τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου) και, ως τότε, περιέθαλψε 2.900 στρατιωτικούς (τραυματίες οι 1.500). Η πριγκίπισσα Μαρία (δεύτερη κόρη του βασιλιά Γεώργιου) συντηρούσε το νοσοκομείο με δικά της έξοδα.

Αρχές Νοέμβρη του 1912, στο κτίριο του Πτωχοκομείου, που είχε αναλάβει και τα έξοδα για τη λειτουργία του, δημιουργήθηκε το Δ' Στρατιωτικό νοσοκομείο. Υπαγόταν στο Β' και, αρχικά, είχε διευθυντή τον γιατρό Βασίλειο Λαμπίκη και προσωπικό, κυρίως, του Σουηδικού Ερυθρού Σταυρού. Ως νοσοκόμες δούλεψαν εκεί αφιλοκερδώς και οι κυρίες και δεσποινίδες, μέλη της διοίκησης του Πτωχοκομείου. Νοσηλεύτηκαν 1.730, από τους οποίους 152 τραυματίες και 48 με κρυοπαγήματα.

Τέλη Γενάρη του 1913, ξεκίνησε να λειτουργεί (στην Ιερατική Σχολή, στου Γουδή) το Ε' Στρατιωτικό νοσοκομείο, με διευθυντή τον έφεδρο εκ μονίμων επίατρο Σπυρίδωνα Γαβαλά και με προσωπικό από εφέδρους, οι οποίοι, λίγο αργότερα, ενισχύθηκαν από το προσωπικό του Γ' νοσοκομείου που έπαψε να λειτουργεί. Μόνο στις 12 Ιουλίου (1913), μεταφέρθηκαν εκεί 387 μάχιμοι, από τους οποίους οι 314 ήταν τραυματίες. Από τους 6.500 που νοσηλεύτηκαν ως τον Σεπτέμβρη του 1913, κανένας τραυματίας δεν πέθανε. Υπήρξαν, όμως, νεκροί από διπλή πνευμονία και άλλα βαριά θανατηφόρα νοσήματα.

Τέλη Φλεβάρη του 1913, λειτούργησε (για τρεις, συνολικά, μήνες) το μικρό ΣΤ' Στρατιωτικό νοσοκομείο που περιέθαλψε 2.841 αρρώστους και τραυματίες.

Κι όλα αυτά τα νοσοκομεία λειτουργούσαν δίχως να διαθέτουν ακτινολογικά μηχανήματα. Μόνο το Β' Στρατιωτικό νοσοκομείο διέθετε ένα που είχε εγκατασταθεί εκεί το 1911, αλλά όλες οι ακτινολογικές εξετάσεις γίνονταν στα εργαστήρια του «Ευαγγελισμού», όπου, από το 1897, υπήρχε ακτινολογικό μηχάνημα.

Ακόμα επτά στρατιωτικά νοσοκομεία δημιουργήθηκαν προσωρινά στον Πειραιά. Είχαν εγκατασταθεί στο εκεί Ορφανοτροφείο (το Α') και σε δημοτικά σχολεία (τα υπόλοιπα).

 

Θρίαμβοι και γκρίνια

Η Οθωμανική αυτοκρατορία κήρυξε τον πόλεμο στη Σερβία και την Βουλγαρία, 4 Οκτώβρη του 1912. Την Ελλάδα την άφησε απέξω, ελπίζοντας στην ελεύθερη ναυσιπλοΐα στο Αιγαίο. Την επομένη, 5 Οκτώβρη, η Ελλάδα της κήρυξε τον πόλεμο.

Οχτώ ελληνικές μεραρχίες ρίχτηκαν στη μάχη. Η μια κινήθηκε στην Ήπειρο, οι επτά ανέλαβαν να απελευθερώσουν τη Μακεδονία, σε έναν αγώνα δρόμου με τους Βουλγάρους, καθώς το έπαθλο λεγόταν Θεσσαλονίκη. Ο ελληνικός στρατός πέρασε το Σαραντάπορο. Την επομένη (10 Οκτώβρη), στην Αθήνα, η βουλή ψήφισε τον νόμο «περί καταστάσεως πολιορκίας» και το δικαιοστάσιο (αναβολή της εκδίκασης υποθέσεων, εξαιτίας του πολέμου). Στις 11 Οκτώβρη, ο ελληνικός στρατός πήρε τα Γιαννιτσά.

Όμως, ο Ελευθέριος Βενιζέλος έβλεπε έκπληκτος τον αρχιστράτηγο, τότε διάδοχο, Κωνσταντίνο να κινείται βορειοδυτικά προς την Φλώρινα, ενώ οι Βούλγαροι προέλαυναν ακάθεκτοι τραγουδώντας «Αρς, μαρς, Σαλούν νας» («Εμπρός μαρς, η Θεσσαλονίκη είναι δική μας»). Τον διέταξε να βαδίσει ενάντια στην Θεσσαλονίκη. Ο διάδοχος απάντησε πως στρατηγικά έπρεπε πρώτα να πάρουν την Φλώρινα. Ο Βενιζέλος τον απείλησε με άμεση καθαίρεση κι αντικατάσταση345. Μπροστά στην απειλή, καθώς ο βασιλιάς πατέρας του δεν τον υπερασπίστηκε, ο Κωνσταντίνος πείστηκε. Στις 26 Οκτώβρη, ο ελληνικός στρατός πήρε την Θεσσαλονίκη, ελάχιστες ώρες πριν να φτάσουν εκεί οι Βούλγαροι. Στις 29, ο βασιλιάς Γεώργιος εγκαταστάθηκε στην απελευθερωμένη πόλη, ενώ ο γιος του, πρίγκιπας Νικόλαος, διορίστηκε γενικός διοικητής της. Ο ελληνικός στόλος κυριαρχούσε στο Αιγαίο, απελευθερώνοντας όλα τα νησιά (εκτός από τα Δωδεκάνησα) και δίνοντας νικηφόρες ναυμαχίες («της Έλλης», 3 Δεκέμβρη του 1912 και «της Λήμνου», 5 Γενάρη του 1913).

Την γενική ευφορία σκίασε ο κλονισμός της υγείας του πρόσφατα ολυμπιονίκη Κωνσταντίνου Τσικλητήρα. Ίνδαλμα της νεολαίας, με το χρυσό μετάλλιο των Ολυμπιακών της Στοκχόλμης (καλοκαίρι του 1912, στο «άλμα εις μήκος άνευ φόρας») να συμπληρώνει τα δυο ασημένια και το ένα χάλκινο της τροπαιοθήκης του, είχε σπεύσει να καταταγεί εθελοντής. Βρέθηκε να υπηρετεί στη Λάρισα αλλά, με παρέμβαση του πρίγκιπα Νικόλαου, πήρε μετάθεση για την Αθήνα. Ο πρίγκιπας φοβόταν ότι μια περιπέτεια της υγείας του δημοφιλή αθλητή θα επηρέαζε το ηθικό των στρατιωτών. Δεν τον γλίτωσε. Ήταν 2 Φλεβάρη του 1913, όταν ο Τσικλητήρας μεταφέρθηκε επειγόντως στο νοσοκομείο. Τον είχε χτυπήσει φυματιώδης μηνιγγίτιδα. Η πάλη του με τον θάνατο κράτησε οχτώ μέρες. Οι Αθηναίοι παρακολουθούσαν τις εξελίξεις με κομμένη την ανάσα, ενώ οι βασιλόφρονες βρήκαν ευκαιρία να χτυπήσουν την κυβέρνηση. Λυσσαλέα άρθρα στις αντιβενιζελικές εφημερίδες κατηγορούσαν τον πρωθυπουργό ότι «είχε ντύσει τον Τσικλητήρα στρατιώτη». Βράδυ, 10 Φλεβάρη, ο Τσικλητήρας πέθανε. Η κηδεία του έγινε στον Άγιο Γεώργιο Καρύτση. Την παρακολούθησαν ο πρόεδρος της Βουλής, ο νομάρχης Αττικοβοιωτίας και ο δήμαρχος Αθηναίων ως εκπρόσωποι της πολιτείας, ενώ ένοπλη διλοχία απέδωσε τιμές ήρωα πολέμου.

Την γενική κατήφεια έδιωξε, έντεκα μέρες αργότερα (21 Φλεβάρη του 1913), η απελευθέρωση των Ιωαννίνων που γιορτάστηκε με ανυπόκριτο ενθουσιασμό.

Η ώρα του Κωνσταντίνου

Ήταν 5 Μάρτη του 1913, όταν ένας οπλοφόρος πυροβόλησε και σκότωσε τον βασιλιά Γεώργιο, την ώρα που έκανε τον συνηθισμένο του περίπατο, στην Θεσσαλονίκη. Ο φονιάς πιάστηκε επί τόπου από τον υπασπιστή του βασιλιά. Η πρώτη ανακοίνωση έλεγε ότι ο Γεώργιος είχε πέσει θύμα «του ανισόρροπου σοσιαλιστή Αλέξανδρου Σχινά, από τον Βόλο». Η δεύτερη ότι «ο ανισόρροπος αναρχικός Αλέξανδρος Σχινάς από τις Σέρρες» αυτοκτόνησε, πέφτοντας από το παράθυρο του Διοικητηρίου, όπου είχε μεταφερθεί για ανάκριση. Σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής, ο Σχινάς ούτε σοσιαλιστής ούτε αναρχικός ήταν. Δεινός σκοπευτής ήταν. Στην αρχή, κρατούσε το στόμα του κλειστό. Έπειτα, άρχισε να μιλά. Τι είπε, κανένας δεν ξέρει. Η δικογραφία εξαφανίστηκε. Πεποίθηση όλων, όμως, ήταν ότι πίσω από την δολοφονία υπήρχε γερμανικός δάκτυλος346.

Η σορός του Γεώργιου ταριχεύτηκε κι εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα, στην Θεσσαλονίκη. Στην Αθήνα, η Βουλή συνήλθε σε έκτακτη συνεδρίαση, στις 8 του μήνα: Ο Κωνσταντίνος Α' ορκίστηκε νέος βασιλιάς. Οι βασιλόφρονες τον είπαν «Κωνσταντίνο ΙΒ'», ως συνεχιστής του Κωνσταντίνου ΙΑ' Παλαιολόγου, τελευταίου αυτοκράτορα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας: «Θα ξανάπαιρνε την Πόλη». Για την ώρα, μαζί με τα μέλη της βασιλικής οικογένειας, επιβιβάστηκε στην βασιλική θαλαμηγό «Αμφιτρίτη» και, με τη συνοδεία πολεμικών πλοίων, ελληνικών και των τριών μεγάλων δυνάμεων, έπλευσε στην Θεσσαλονίκη. Παρέλαβαν την σορό του νεκρού κι επέστρεψαν στον Πειραιά, 14 Μάρτη. Η κηδεία έγινε στις 20 του μήνα με ένα τεράστιο πλήθος να την παρακολουθεί. Θάφτηκε στον λόφο Παλιόκαστρο, στο Τατόι. Λίγες μέρες αργότερα (8 Απρίλη), «αυτοκτόνησε» ο Σχινάς.

Στα μέτωπα του πολέμου, που συνεχιζόταν, οι Τούρκοι έχαναν τις μάχες, τη μια μετά την άλλη. Ανήμερα της κηδείας του Γεώργιου (20 Μάρτη), οι μεγάλες δυνάμεις παρουσίασαν ένα σχέδιο κατάπαυσης του πυρός. Ήταν 17 Μάη, όταν υπογράφτηκε στο Λονδίνο η συνθήκη που τερμάτιζε τον Α' Βαλκανικό πόλεμο. Όμως, Έλληνες και Σέρβοι δεν έβλεπαν με καλό μάτι τις βουλγαρικές κινήσεις. Με πρωτοβουλία του Βενιζέλου, που ο βασιλιάς, πια, Κωνσταντίνος υποχρεώθηκε να εγκρίνει, Ελλάδα και Σερβία συμφώνησαν συμμαχία. Όταν, στις 17 Ιουνίου του 1913, η Βουλγαρία ξεκίνησε τον Β' Βαλκανικό πόλεμο, βρήκε απέναντί της Έλληνες και Σέρβους ενωμένους. Κι ενάντιά της κινήθηκαν η Ρουμανία και η Οθωμανική αυτοκρατορία, που βρήκε ευκαιρία να ανακαταλάβει εδάφη. Η Βουλγαρία τα έχασε όλα.

Οι τελικές υπογραφές στη συνθήκη («του Βουκουρεστίου», όπως ονομάστηκε), μπήκαν στις 28 Ιουλίου του 1913. Ο Β’ Βαλκανικός πόλεμος είχε τελειώσει. Ελληνοβουλγαρικό σύνορο ορίστηκε ο Νέστος. Η Δυτική Θράκη έμεινε στους Βούλγαρους. Θα γινόταν ελληνική ύστερα από επτά χρόνια. Την 1η Νοέμβρη στην Αθήνα, υπογραφόταν η ελληνοτουρκική συνθήκη, με την οποία αναγνωριζόταν ότι τα νησιά του Αιγαίου (εκτός από τα Δωδεκάνησα) ήταν ελληνικά. Την ίδια ελληνικότητα των νησιών αναγνώριζαν και οι μεγάλες δυνάμεις με διακοίνωσή τους (31 Γενάρη του 1914), με την οποία, όμως, καταχωρούσαν την Ίμβρο και την Τένεδο στην Οθωμανική αυτοκρατορία.

Η Πάολα και οι Γερμανοί

Ως βασιλιάς, ο Κωνσταντίνος εγκαταστάθηκε στο τριόροφο ανάκτορό του (στην οδό Ηρώδου Αττικού και βασιλέως Γεωργίου Β'). Είχε κτιστεί στα χρόνια ανάμεσα στα 1891 και 1897, σε σχέδια Τσίλερ347. Η μητέρα του, Όλγα, συνέχισε να ζει στα παλιά ανάκτορα, καθώς οι σχέσεις με τη νύφη της δεν ήταν οι καλύτερες. Η βασίλισσα Σοφία χαρακτηριζόταν ως «ψυχρή Γερμανίδα» και δεν φημιζόταν για την ομορφιά της. Οπότε, πέρα από το να αραδιάζει παιδιά (τρία αγόρια και τρία κορίτσια), δεν είχε άλλες επαφές με τον βασιλιά άνδρα της. Σύμφωνα με τις τότε φήμες, ο Κωνσταντίνος έβρισκε παρηγοριά σε ξένες αγκαλιές. Την Πάολα, όμως, την ερωτεύτηκε.

Ήταν μια Ιταλίδα τυχοδιώκτρια που κατάφερε και τύλιξε τον Γερμανό κόμη φον Όστχάιμ, τον οποίο παντρεύτηκε. Ο κόμης κατάλαβε γρήγορα με ποιαν είχε να κάνει και την χώρισε. Έστω κι έτσι, στην Πάολα έμεινε ο τίτλος της κόμισσας. Ήταν 21 Ιουνίου του 1913, όταν βρέθηκε στην Αθήνα, σε μια δεξίωση της Βελγίδας κόμισσας Χριστίνας ντε Λανόυ (Christine de Lanoy), στο ξενοδοχείο της Μεγάλης Βρετανίας. Στην ίδια δεξίωση ήταν κι ο βασιλιάς. Η Πάολα τον πλησίασε κι άπλωσε τα δίχτυα της. Ο Κωνσταντίνος την ερωτεύτηκε. Της έγραφε περιπαθή ερωτικά γράμματα (εκατό από αυτά δημοσίευσε η Ελληνίδα δημοσιογράφος Ασπασία Στεφανοπούλου) αλλά και της περιέγραφε στιγμές του και σκέψεις του, μέσα από τις οποίες ξέφευγαν κρατικά μυστικά και χρήσιμα για κάθε ξένο ενδιαφερόμενο στοιχεία348. Εκείνη τον αποκαλούσε Tino και του έστελνε τους λογαριασμούς των αγορών της ή τον κατάλογο των χρεών της στο πόκερ που μανιωδώς έπαιζε. Η αλληλογραφία και οι πληρωμές κράτησαν δέκα χρόνια, μέχρι το 1923, οπότε ο Κωνσταντίνος πέθανε. Στο μεσοδιάστημα, της έκανε ακριβά δώρα, ακόμα και μυκηναϊκά κοσμήματα που ο Σλήμαν είχε βρει στις ανασκαφές του.

Με τους Βαλκανικούς πολέμους, ο Κωνσταντίνος είχε αποκτήσει φήμη στρατηλάτη και η ως πρόσφατα αναξιόπιστη Ελλάδα είχε μεταβληθεί σε πολύφερνη νύφη, την οποία οι πάντες κολάκευαν. Ο στρατός της πολεμούσε αδιάκοπα επί έναν ολόκληρο χρόνο χωρίς να υποστεί κάποια ήττα. Οι δυο πόλοι της τότε αντιπαλότητας, η Αντάντ (Γαλλία, Αγγλία, Ρωσία) και οι κεντρικές αυτοκρατορίες (Γερμανία και Αυστρία) οδηγούνταν προς την αναπόφευκτη σύγκρουση με έπαθλο τα Βαλκάνια και οι δυο πλευρές ανταγωνίζονταν, ποια θα προσέλκυε την Ελλάδα με το μέρος της. Η Γερμανία φάνταζε ως η επικρατέστερη, καθώς ο βασιλιάς ήταν γυναικάδελφος του κάιζερ, θαυμαστής της γερμανικής κουλτούρας και απόφοιτος της Ακαδημίας Πολέμου της Πρωσίας. Το φθινόπωρο του 1913, ο κάιζερ Γουλιέλμος Β' τον προσκάλεσε να παρακολουθήσει μαζί του ασκήσεις του γερμανικού στρατού. Με την ευκαιρία, ο Κωνσταντίνος προσπάθησε να πάρει δάνειο από τους Γερμανούς. Αποτέλεσμα ήταν να χαρακτηριστεί ανοιχτά γερμανόφιλος. Με τον Ελευθέριο Βενιζέλο να είναι ανοιχτά γαλλόφιλος.

Σύγκρουση του βασιλιά με τον πρωθυπουργό

Καλοκαίρι του 1914, ο Α' Παγκόσμιος πόλεμος ξέσπασε σφοδρός. Τον επόμενο χρόνο (1915), οι εμπόλεμοι ξεκίνησαν ανταγωνισμό προσφορών προς τους ουδέτερους, προκειμένου να τους προσελκύσουν. Αντάντ και κεντρικές δυνάμεις πλησίασαν την Ιταλία, την Ελλάδα, την Βουλγαρία, τη Ρουμανία και την Πορτογαλία. Με την Ιταλία παίχτηκε χοντρό παιχνίδι (τελικά, εντάχθηκε στην Αντάντ). Η Ρουμανία περίμενε προς τα πού θα κλίνει η Βουλγαρία, για να πάει με τους αντιπάλους της. Θα αποφάσιζε στα 1916, όπως άλλωστε και η Πορτογαλία.

Για την Ελλάδα, το πρόβλημα ήταν ιδιαίτερα πολύπλοκο. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος θα ήθελε να πάει με τον φίλο και γυναικάδελφό του κάιζερ, όπως άλλωστε και η γυναίκα του, βασίλισσα Σοφία. Ο αδελφός του βασιλιά, πρίγκιπας Γεώργιος, και η Γαλλίδα γυναίκα του, πριγκίπισσα Μαρία Βοναπάρτη, τάσσονταν υπέρ της Αντάντ, όπως άλλωστε και η μητέρα του βασιλιά, χήρα του Γεώργιου Α’, Όλγα, που, από το 1914, ζούσε στην Πετρούπολη.

Κυρίως όμως, προς την Αντάντ έκλιναν ο πρωθυπουργός Ελ. Βενιζέλος και η κυβέρνησή του των Φιλελευθέρων. Άλλωστε, ελάχιστοι ήταν εκείνοι που θα μπορούσαν να διανοηθούν ότι υπήρχε περίπτωση η χώρα να συμπολεμήσει με τις κεντρικές αυτοκρατορίες. Πέρα από την φόρτιση των συναισθημάτων, προβάλλονταν και πρακτικοί λόγοι καθώς η Ελλάδα είναι ευπρόσβλητη από τη θάλασσα όπου οι Βρετανοί κυριαρχούσαν. Η μόνη εξυπηρέτηση, που ο γερμανόφιλος Κωνσταντίνος θα μπορούσε να προσφέρει στον κουνιάδο του, κάιζερ, ήταν να κρατήσει την Ελλάδα ουδέτερη. Το προσπάθησε ως την τελική πτώση. Πανίσχυρος μετά τους βαλκανικούς πολέμους, ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος πίεζε για έξοδο στον πόλεμο, στο πλάι της Αντάντ. Η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη.

Με αφορμή τον βομβαρδισμό της χερσονήσου της Καλλίπολης από τις δυνάμεις της Αντάντ, ο Βενιζέλος ζήτησε να αποσταλεί ελληνικό εκστρατευτικό σώμα στην Θράκη που κατεχόταν από τους Βούλγαρους (η Δυτική) και τους Τούρκους (η Ανατολική). Ο βασιλιάς έδειξε να συμφωνεί αλλά ο σύμβουλός του και «εκφραστής των απόψεων της αυλής», συνταγματάρχης Ιωάννης Μεταξάς, διοικητής επιχειρήσεων του Γενικού Επιτελείου Στρατού, διαφώνησε και υπέβαλε την παραίτησή του. Ο βασιλιάς συγκάλεσε για τις 19 και 20 Φλεβάρη του 1915 «συμβούλιο του στέμματος», στο οποίο μετείχαν οι ζώντες πρώην πρωθυπουργοί, όλοι αντιβενιζελικοί: Ο Γεώργιος Θεοτόκης, κληρονόμος του κόμματος που είχε ιδρύσει ο Χαρίλαος Τρικούπης, οι Δημήτριος Ράλλης και Κυριακούλης Μαυρομιχάλης που μοιράστηκαν την κληρονομιά του Εθνικού κόμματος του Θεοδώρου Δηλιγιάννη, ο Αλέξανδρος Ζαΐμης, δυο φορές διορισμένος πρωθυπουργός για σύντομα διαστήματα, και ο Στέφανος Δραγούμης, πρωθυπουργός το 1910 με εντολή της επανάστασης του 1909. Μετείχε και ο Βίκτορας Δούσμανης, αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος ανέπτυξε τις θέσεις του, με τις οποίες, προς μεγάλη και δυσάρεστη έκπληξη του βασιλιά, συμφώνησαν οι Γ. Θεοτόκης, Δ. Ράλλης και Στ. Δραγούμης: τέσσερις εναντίον δύο! Με τον Θεοτόκη να δηλώνει ότι έβρισκε τις απόψεις του πρωθυπουργού σωστές, παρά την δική του προτίμηση της συμπαράταξης με τις κεντρικές αυτοκρατορίες ενάντια στον «σλαβισμό». Ο Κωνσταντίνος επιφυλάχθηκε να απαντήσει την επομένη.

Την άλλη μέρα, Σάββατο 21 του μήνα, ο Βενιζέλος πήγε στα ανάκτορα, για να πληροφορηθεί, τι τελικά αποφάσισε ο βασιλιάς. Ο Κωνσταντίνος δήλωσε πως ήταν πεπεισμένος ότι η Αντάντ δεν θα κέρδιζε τον πόλεμο. Άρα, δε συμφωνούσε με τον πρωθυπουργό. Ο Βενιζέλος δεν είχε άλλη επιλογή παρά να δηλώσει:

«Υπάρχει διαφωνία στέμματος και κυβερνήσεως. Η δευτέρα είναι αναγκασμένη να παραιτηθεί».

Την ίδια ημέρα, συγκάλεσε συνεδρίαση της Βουλής, ανέβηκε στο βήμα, έκανε μια σύντομη δήλωση και κήρυξε τη λήξη της συνεδρίασής της. Η δήλωση ήταν:

«Λαμβάνω την τιμήν να ανακοινώσω εις την Βουλήν ότι, μη εγκριθείσης υπό του στέμματος της περαιτέρω εξωτερικής πολιτικής της κυβερνήσεως, έλαβον την τιμήν να υποβάλω τω βασιλεί την παραίτησιν της κυβερνήσεως. Παρακαλώ επομένως την Βουλήν να διακόψει τας εργασίας της μέχρι της συγκροτήσεως της νέας κυβερνήσεως».

Ο Κωνσταντίνος πρότεινε στον Αλέξανδρο Ζαΐμη να αναλάβει πρωθυπουργός. Αρνήθηκε. Απευθύνθηκε στον Δημήτριο Γούναρη, άλλοτε άτυπο εκπρόσωπο της ομάδας των «Ιαπώνων». Ανέλαβε πρωθυπουργός, κρατώντας και το υπουργείο Στρατιωτικών. Η Αθήνα βρέθηκε στο κέντρο οξείας προεκλογικής μάχης με τον Γούναρη να δηλώνει ότι ο Βενιζέλος ήταν έτοιμος για εδαφικές παραχωρήσεις. Ο Βενιζέλος ζήτησε από τον Κωνσταντίνο «να τον μαζέψει». Η αντιπαράθεση έφτασε στα άκρα με τους βενιζελικούς να έχουν απέναντί τους όλα τα παλιά κόμματα κι ένα καινούριο, το προσωπικό που ο Δημήτριος Γούναρης δημιούργησε για την περίσταση. Η Εκκλησία προστέθηκε στο στρατόπεδο των αντιβενιζελικών και ο βασιλιάς βρήκε την ώρα να αρρωστήσει (Μάη του 1915). Ο γιατρός της βασιλικής οικογένειας, Ανδρέας Αναστασόπουλος, διαπίστωσε ότι, στην χρόνια πνευμονοπάθεια εξαιτίας του ότι ο βασιλιάς ήταν μανιώδης καπνιστής, προστέθηκε «πνευμονιοκοκκική λοίμωξη του αναπνευστικού», καθώς είχε προσβληθεί από στρεπτόκοκκο και σταφυλόκοκκο. Διαγνώστηκε και πολύ ψηλή υπέρταση.

Εκκλησία και κυβέρνηση συνέπραξαν να τον κάνουν καλά: Ήταν 13 Μάη, όταν το θωρηκτό Αβέρωφ έφερε στον Πειραιά τον μητροπολίτη Σύρου - Τήνου που κουβαλούσε και την εικόνα της Παναγιάς της Τήνου. Για την θεραπεία του βασιλιά, πραγματοποιήθηκαν επίσημες εκδηλώσεις με τη συμμετοχή του αρμόδιου υπουργού. Με την ευκαιρία, η μεταφορά της εικόνας από τον Πειραιά στην Αθήνα μετατράπηκε σε θορυβώδες αντιβενιζελικό συλλαλητήριο. Πλην όμως, ο βασιλιάς δεν έλεγε να γίνει καλά με τους βενιζελικούς να υποπτεύονται «διπλωματική ασθένεια» ενόψει της αναμενόμενης νίκης τους.

Οι εκλογές έγιναν 31 Μάη. Τα αποτελέσματα γνωστοποιήθηκαν 2 Ιουνίου: Από τις συνολικά 308 έδρες, ο Ελευθέριος Βενιζέλος με τους φιλελευθέρους του κέρδιζε τις 185 (το 60%) έναντι 123 όλων των άλλων (Λαϊκό του Γούναρη 90, Θεοτόκης 12, και από 7 οι Ράλλης, Δημητρακόπουλος, Μαυρομιχάλης). Ο Γούναρης όμως αρνιόταν να παραιτηθεί, επειδή «ο βασιλεύς είναι ασθενής». Η εκκρεμότητα τράβηξε πάνω από δυο μήνες. Η νέα κυβέρνηση του Ελευθέριου Βενιζέλου κατάφερε να ορκιστεί στις 10 Αυγούστου. Στις 22, με την υγεία του να έχει αποκατασταθεί, ο βασιλιάς δήλωσε ότι διακατέχεται από «αισθήματα βαθιάς ευθύνης ενώπιον του Θεού και της Ιστορίας». Η δήλωση σωστά ερμηνεύτηκε ως προανάκρουσμα νέας επέμβασης των ανακτόρων στα πολιτικά πράγματα της χώρας.

Η υπογραφή της βουλγαρογερμανικής συνθήκης (6 Σεπτέμβρη του 1915) και η επιστράτευση των Βουλγάρων (9 του μήνα) προκάλεσαν αλυσιδωτές αντιδράσεις. Η κυβέρνηση διέταξε επιστράτευση, κάλεσε τις δυνάμεις της Αντάντ να χρησιμοποιήσουν την Θεσσαλονίκη για τη στήριξη των Σέρβων και ζήτησε από τον βασιλιά να τιμήσει την υπογραφή του στην ελληνοσερβική συνθήκη (της 19ης Μάη του 1913). Ο Κωνσταντίνος απάντησε ότι η ορθή ερμηνεία της συνθήκης ήταν πως η Ελλάδα θα πολεμούσε στο πλάι της Σερβίας, μόνον αν στην γειτονική χώρα εκδηλωνόταν βουλγαρική επίθεση σε πόλεμο που θα ήταν ξεκάθαρα ενδοβαλκανική υπόθεση. Εκείνη την ώρα, ναι μεν η Σερβία δεχόταν εισβολή αλλά από τους Γερμανοαυστριακούς. Όχι από τους Βουλγάρους.

Με την άδεια του πρωθυπουργού Βενιζέλου και την ανοχή του βασιλιά Κωνσταντίνου που δεν ήταν σε θέση να προβάλει αντιρρήσεις, οι στρατιωτικές δυνάμεις της Αντάντ έκαναν απόβαση στην Θεσσαλονίκη (21 Σεπτέμβρη). Την ίδια μέρα, προκλήθηκε συζήτηση στη Βουλή, με την κυβέρνηση των φιλελευθέρων να παίρνει ψήφο εμπιστοσύνης. Όμως, ο βασιλιάς «μελέτησε τα πρακτικά της Βουλής» και κάλεσε τον Βενιζέλο να τον επισκεφτεί. Στη μεταξύ τους συνάντηση, ο Κωνσταντίνος δήλωσε ότι διαφωνεί με τις κυβερνητικές επιλογές, έστω και αν αυτές τυχαίνουν της έγκρισης λαού και βουλής, και ζήτησε την παραίτησή του (24 του μήνα).

Νέος πρωθυπουργός διορίστηκε ο Αλέξανδρος Ζαΐμης με την ανοχή των Φιλελευθέρων. Στις 4 Οκτώβρη (1915), η Βουλγαρία εισέβαλε στη Σερβία εκπληρώνοντας τον όρο της ελληνοσερβικής συνθήκης όπως την ερμήνευε ο βασιλιάς. Ο Ζαΐμης όμως έμενε άπρακτος. Το θέμα έπρεπε να ήταν «ενδοβαλκανική οικογενειακή υπόθεση». Την ίδια μέρα, ο υπουργός Εξωτερικών της Βρετανίας, Έντουαρντ Γκρέι (Grey), έστειλε τηλεγράφημα στον Ζαΐμη αναφέροντάς του τα εξής:

«Σήμερον, οπόταν η Σερβία υπέστη επίθεσιν παρά της Βουλγαρίας, εάν η Ελλάς θελήσει να έλθει εις βοήθειάν της, η κυβέρνησης της Αυτού Μεγαλειότητος είναι πρόθυμος να παραχωρήσει την νήσον Κύπρον εις την Ελλάδα».

Ο Ζαΐμης απάντησε:

«Η Ελλάς δεν δύναται να αποδεχθεί την γενομένην εις αυτήν προσφοράν και θα παραμείνει ουδετέρα».

Οι Φιλελεύθεροι τον ανέτρεψαν.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

341. Την «ομάδα των Ιαπώνων» αποτελούσαν επτά βουλευτές (Στέφανος Δραγούμης, Δημήτριος Γούναρης, Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, Χαράλαμπος Βοζίκης, Απόστολος Αλεξανδρής, Εμμανουήλ Ρέπουλης και Ανδρέας Παναγιωτόπουλος) που κατάγγελλαν την όλη κατάσταση και δεν άφηναν σε χλωρό κλαρί τις κυβερνήσεις, επιζητώντας μεταρρυθμίσεις και φιλολαϊκούς νόμους. Τους βάπτισε έτσι ο διευθυντής της φημερίδας «Ακρόπολις», Βλάσης Γαβριηλίδης που, για την μαχητικότητά τους, τους παρομοίαζε με τους σαμουράι.

342. Πρόκειται για 44 ποιήματα. Τα πρώτα είκοσι είχαν δημοσιευτεί στον «Νουμά» της πρωτοχρονιάς του 1908. Τα επόμενα 24, δημοσιεύτηκαν στις 6 Σεπτέμβρη του 1909.

343. Βλ. κεφάλαιο 17, «η πρώτη φορά του Χασεκή».

344. Την βάφτιση της πλατείας σε «Κλαυθμώνος» έκανε ο Δημήτριος Καμπούρογλου, το 1878, με χρονογράφημά του στο περιοδικό «Εστία»: Στην πλατεία αυτή βρισκόταν το κτίριο, στο οποίο στεγαζόταν το υπουργείο Οικονομικών. Εκεί μαζεύονταν, μετά από κάθε εκλογές, οι δημόσιοι υπάλληλοι που απολύονταν από τη νέα κυβέρνηση, προκειμένου να διοριστούν οι δικοί της ψηφοφόροι. Με την καθιέρωση της μονιμότητας, έπαψε να υπάρχει αυτή η κατάσταση και, απλά, ξεκίνησε η διόγκωση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων, καθώς, στους υπάρχοντες, κάθε νέα κυβέρνηση, πρόσθετε και «τα δικά της παιδιά».

345. Τηλεγραφική διαταγή του Βενιζέλου, ως υπουργού Στρατιωτικών, στις 25 Οκτώβρη του 1912 ανέφερε: «Σας καθιστώ υπεύθυνον προσωπικά δια την βραδύτητα, με την οποία διεξάγετε τας επιχειρήσεις, αι οποίαι κινδυνεύουν να φέρουν τους Βουλγάρους πρώτους εις Θεσσαλονίκην».

346. Σε βιβλίο του, ο αντιστράτηγος Λεωνίδας Παρασκευόπουλος γράφει ότι επισκέφτηκε τον πρίγκιπα Νικόλαο για να τον συλλυπηθεί κι ανίδεος, όπως ήταν, αναφέρθηκε στον «ανισόρροπο αναρχικό δολοφόνο». Ο Νικόλαος δάκρυσε και του είπε: «Δεν είναι έργο αναρχικών αλλά πολιτικών εξωτερικών συμφερόντων». Γράφτηκε πως ο Σχινάς ήταν όργανο των γερμανικών μυστικών υπηρεσιών, επειδή ο Γεώργιος μισούσε τον κάιζερ και συμπαθούσε τους Άγγλους, ενώ ο διάδοχος Κωνσταντίνος ήταν γερμανόφιλος (τον ονόμασαν και στρατηγό του γερμανικού στρατού). Ο στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος έγραψε απερίφραστα πως ο Γεώργιος ήταν «θύμα των γερμανικών βλέψεων επί της Βαλκανικής».

347. Τα νέα ανάκτορα, όπως αποκλήθηκαν, το 1924 μετατράπηκαν σε κυβερνείο (προεδρικό μέγαρο) με την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας, το 1935, ξανάγιναν ανάκτορα, με την παλινόρθωση της δυναστείας, από το 1967, με την φυγή του Κωνσταντίνου Β', έμειναν αχρησιμοποίητα κι από το 1974 κι έπειτα είναι το προεδρικό μέγαρο.

348. Τις εκατό επιστολές του Κωνσταντίνου η δημοσιογράφος τις ανακάλυψε στο Ιστορικό Αρχείο του υπουργείου Εξωτερικών της Γερμανίας.

 

(τελευταία επεξεργασία, 1 Δεκεμβρίου 2020)

Επικοινωνήστε μαζί μας