Κεφ. 28 ΑΘΗΝΑ: Η ζωή στην πόλη

Η σύνθεση του πληθυσμού

Από χωριό με μόλις τριακόσια κατοικήσιμα σπίτια359 και λίγες χιλιάδες κατοίκους που ήταν το 1833, η Αθήνα πέρασε μάλλον απότομα στον χαρακτηρισμό της (1834) ως πρώτη πόλη του νεοσύστατου κράτους. Τα χαλάσματα που άφησε πίσω της η επανάσταση και τα διάσπαρτα αρχαία ερείπια και μνημεία, όσα σώζονταν, συνέθεταν μια μάλλον θλιβερή εικόνα μαρασμού και εγκατάλειψης.

Η επέλαση των ξενόφερτων που έσπευσαν είτε να αγοράσουν γη και να εγκατασταθούν πλάι στο κέντρο των αποφάσεων και της γραφειοκρατίας είτε να βρουν δουλειά, δημιούργησε ένα παράξενο μίγμα: Οικογένειες πλούσιων και φτωχών χωρικών, μικροαστών αλλά και κυνηγοί ευκαιριών συγχρωτίστηκαν με μετανάστες που αναζητούσαν κάποιο καλύτερο μέλλον και αγωνιστές της επανάστασης που άδικα περίμεναν δικαίωση. Μεγαλέμποροι, πάμπλουτοι επιχειρηματίες αστοί από το Φανάρι, το Ναύπλιο ή και τις ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις αλλά και μεγαλόσχημοι ξένοι «εραστές του αρχαίου μεγαλείου» ή άνθρωποι, που ανακάλυψαν νέες πηγές πλουτισμού, συμπλήρωσαν το μωσαϊκό. Συνυπήρξαν η φουστανέλα και το ευρωπαϊκό κοστούμι, σύμβολα διαφορετικών τρόπων ζωής. Μόλις τρία χρόνια αργότερα (1837), όταν, στην βασιλική κατοικία της μετέπειτα πλατείας Κλαυθμώνος, δόθηκε η μεγάλη δεξίωση για την γνωριμία της βασίλισσας Αμαλίας με την αθηναϊκή κοινωνία, διαγράφηκε ανάγλυφη η σύνθεση του πληθυσμού: Οι αφίξεις των τυχερών καλεσμένων και οι κινήσεις τους από τις άμαξες που τους μετέφεραν ως την είσοδο του διόροφου, που έπαιζε τον ρόλο του ανακτόρου, έγιναν το πρωτόγνωρο θέαμα του απλού πληθυσμού που κατέκλυσε τον χώρο και, από ασφαλή απόσταση, χάζευε και σχολίαζε. Οι μόνοι που δεν βρίσκονταν εκεί ήταν οι ελάχιστοι «ξένοι» που είχαν ξαναζήσει ανάλογες στιγμές αλλά και δεν ανήκαν στην «υψηλή κοινωνία».

Στα πρώτα τρία χρόνια (1834 - 1837), χτίστηκαν βιαστικά περίπου χίλια σπίτια, αυθαίρετα τα πιο πολλά. Στα 1837, ο βαρόνος Κωνσταντίνος Μπέλλιος360 σημείωσε: «Εκατασκευάσθησαν με βίαν και άκραν οικονομίαν, με λάσπας και ξύλα και με ασβέστην ασπρισμένα, χωρίς να σκεφθούν οι ανόητοι ότι μήτε πέντε χρόνους δεν θέλουν διατηρηθεί, πρέπει να γκρεμισθούν, ότι τα τείχη των μόλις 5 δακτύλων χόντρους έχουν».

Με κατοπινά διατάγματα, κατεδαφίστηκαν όσα αυθαίρετα είχαν ανεγερθεί πλάι σε αρχαιότητες και η Αθήνα άρχισε να μοιάζει περισσότερο με πόλη. Μια πόλη που προσπαθούσε να μιμηθεί τις πρωτεύουσες των ευρωπαϊκών κρατών: Κυριακές και αργίες, οι στρατιωτικές μπάντες έπαιζαν μουσική σε ανοιχτούς χώρους (κυρίως, εκεί όπου αργότερα δημιουργήθηκε το πάρκο του πεδίου του Άρεως και στην πλατεία Συντάγματος), αποτελώντας δωρεάν ψυχαγωγία για τους κατοίκους. Με το βασιλικό ζευγάρι παρόν τις περισσότερες φορές. Οι τάξεις των φτωχών οικογενειών έβρισκαν φθηνή διασκέδαση με τις γυναίκες τους να έχουν την ευκαιρία λίγο να ξεσκάσουν και να βγουν από το σπίτι.

Η «υψηλή κοινωνία» δεν παρέλειπε να απολαμβάνει τις υπαίθριες μουσικές εκδηλώσεις καθώς τις νομιμοποιούσε η εκεί βασιλική παρουσία αλλά προτιμούσε τους κλειστούς χώρους: Συναυλίες δίνονταν στα αρχοντόσπιτα, τόσο από μουσικούς, τους οποίους μετακαλούσαν από το εξωτερικό, όσο και από ερασιτέχνες Έλληνες. Και, βέβαια, δίνονταν παραστάσεις της ιταλικής όπερας και της γαλλικής οπερέτας.

Καφενεία και τράπουλα

Η πιο παλιά, όμως, ψυχαγωγία των Αθηναίων ήταν τα καφενεία (και, από την εποχή των Βαυαρών, και οι μπιραρίες). Κρατούσε από τον καιρό της τουρκοκρατίας και, ουσιαστικά, ήταν ο τόπος συνάντησης των κατοίκων, της ανταλλαγής απόψεων, του πολιτικού καβγά αλλά και της ενημέρωσης πάνω στα τρέχοντα θέματα της επικαιρότητας: Ο καφές ήταν απλά η αφορμή. Και η τράπουλα το μέσον για να περάσει η ώρα ή για να φανεί ποιος (χαμένος) θα πλήρωνε τον λογαριασμό. Όμως, η χαρτοπαιξία δεν θα αργούσε να μεταβληθεί σε μάστιγα, με το επίσημο κράτος αρχικά να την εξοβελίζει σε «καταστήματα» έξω από την πόλη και, στη συνέχεια, να την φορολογεί.

Ένα από τα πρώτα στέκια, στα οποία εισέβαλε η τράπουλα, ήταν το υπόγειο «Καφενείο των αγωνιστών», στη συμβολή των σημερινών οδών Αιόλου και Μητροπόλεως. Μαζεύονταν εκεί

απόμαχοι της επανάστασης, από εκείνους που είχαν συρρεύσει στην πρωτεύουσα με την ελπίδα κάποιας ανταμοιβής, έπιναν τον καφέ τους, κάπνιζαν τον ναργιλέ τους κι έπαιζαν τη ρωσικής έμπνευσης «πρέφα του αγωνιστή».

Γρήγορα, η χαρτοπαιξία διαδόθηκε κι εξελίχθηκε σε κοινωνική μάστιγα. Στα 1836, ένας νόμος όρισε ότι χαρτιά ως τυχερά παιχνίδια μπορούσαν να παίζονται σε ειδικές (χαρτοπαικτικές) λέσχες που θα έδρευαν σε κτίρια τουλάχιστον είκοσι χμ. από την πόλη. Με τον τρόπο αυτόν, η χαρτοπαιξία ουσιαστικά απαγορευόταν, καθώς δεν υπήρχαν μέσα μεταφοράς, εκτός από τις ιδιωτικές άμαξες των πλουσίων. Παρ' όλα αυτά και παρά την επιβολή φόρου στις τράπουλες, η χαρτοπαιξία νίκησε. Γύρω στα 1850, σχεδόν δεν υπήρχε καφενείο, στο οποίο να μην παίζονται χαρτιά. Από κάποια στιγμή κι έπειτα, και με τον νόμο: Τα παιχνίδια χωρίστηκαν σε «τεχνικά» που επιτρέπονταν και «τυχερά» που απαγορεύονταν. Κι όταν η αστυνομία έκανε έφοδο σε καφενείο, διαπίστωνε ότι παίζονταν «μόνο τεχνικά παιχνίδια». Στα 1883, ο Χαρίλαος Τρικούπης, μαζί με άλλα, κατέστησε την παραγωγή και πώληση της τράπουλας κρατικό μονοπώλιο και ανέθεσε την εκτύπωσή της στη μονάδα γραφικών τεχνών του Γεράσιμου Ασπιώτη, στην Κέρκυρα. Ήδη, η χαρτοπαιξία είχε εισβάλει ως ψυχαγωγία ακόμα και στα σπίτια, ενώ οι παράνομες λέσχες ξεφύτρωναν παντού. Χαρτοκλέφτες έκαναν χρυσές δουλειές και συχνά η χαρτοπαιξία οδηγούσε σε άγριους καβγάδες, ξυλοδαρμούς αλλά και μαχαιρώματα. Σε περιστατικό στην πλατεία του Ψυρή, υπήρξαν ένας νεκρός και τρεις βαριά τραυματισμένοι. Αρχηγός της αστυνομίας, ο Δημήτριος Μπαϊρακτάρης εκμεταλλεύτηκε καταγγελία κι έκανε έφοδο σε καφενείο στην περιοχή Μακρυγιάννη. Μια πόρτα οδηγούσε σε κρυφό δωμάτιο, όπου χαρτόπαιζαν ανώτεροι αξιωματικοί του στρατού και της αστυνομίας. Ο Μπαϊρακτάρης δημιούργησε αποσπάσματα για την αντιμετώπιση των παράνομων λεσχών. Διαπίστωσε, όμως, ότι οι περισσότεροι από τους άνδρες του, όταν έπιαναν επ' αυτοφώρω παράνομους χαρτοπαίχτες, προχωρούσαν σε κατάσχεση τραπουλών και τραπεζιών αλλά τα χρήματα, που έβρισκαν, προτιμούσαν να τα βάζουν στις δικές τους τσέπες. Κάποια στιγμή, συγκέντρωσε τους αστυνομικούς και τους προειδοποίησε ότι, όσοι συλληφθούν να χαρτοπαίζουν, θα αποταχθούν. Την ίδια νύχτα, σχημάτισε απόσπασμα από ευζώνους κι έκανε έφοδο σε ξενοδοχείο της οδού Αιόλου. Έσπασε τις πόρτες, εισέβαλε σε κρυφό χώρο και συνέλαβε γνωστά μέλη της αθηναϊκής κοινωνίας να χαρτοπαίζουν. Συνέλαβε και τον ιδιοκτήτη.

Παρ' όλα αυτά, η χαρτοπαιξία δεν υπήρχε τρόπος να αναχαιτιστεί. Κάποιοι έφτασαν στο σημείο να νοικιάζουν καΐκια, να ξανοίγονται στην θάλασσα κι ελεύθερα να στρώνονται στην χαρτοπαιξία. Τα οικογενειακά δράματα γίνονταν θέματα στις εφημερίδες. Κι ο Γεώργιος Σουρής διακωμώδησε κάποιον που, για να ρεφάρει τα χαμένα, πίεζε την γυναίκα του να βγει στο πεζοδρόμιο:

«Δεν τού 'μεινε άλλη καταντιά,

μονάχα η γυναίκα του τού μένει,

αλλά και πριν την χάσει στα χαρτιά,

την έχει ο κακόμοιρος χαμένη…».

Η υπόθεση έγινε γνωστή από καταγγελία της ίδιας στον Μπαϊρακτάρη, ο οποίος δεν δίστασε να ξυλοφορτώσει τον χαμένο τζογαδόρο. Θύμα της τράπουλας υπήρξε και ο πρωθυπουργός Θεόδωρος Δηλιγιάννης που δολοφονήθηκε, όταν προσπάθησε να κλείσει τις χαρτοπαικτικές λέσχες361.

Ως πρώτο καφενείο που άνοιξε μετά την αναγόρευση της Αθήνας ως πρωτεύουσας του κράτους θεωρείται ότι ήταν «Το πράσινο δεντρί». Ανήκε σε Βαυαρό, δημιουργήθηκε το 1834 και βρισκόταν στην Ιερά Οδό. Στην ιστορία της πόλης, όμως, έμεινε το καφενείο «Η Ωραία Ελλάς»362, χώρος που εξελίχθηκε σε κέντρο πολιτικής ζύμωσης. Άλλαξε χρήση στα 1879 αλλά το διαδέχτηκε επάξια το καφενείο «Του Ζαχαράτου»: Εγκαινιάστηκε τον Δεκέμβρη του 1888, στην πλατεία Συντάγματος, στην γωνία των σημερινών οδών Σταδίου και Γεωργίου Α'. Διέθετε πολυτελή επίπλωση, σφαιριστήριο και πολλά αντίτυπα εφημερίδων στην διάθεση των πελατών. Και είχε άπλετο φωτισμό ακόμα και τη νύχτα. Στα 1910 (8 Γενάρη), έκλεισε για να μεταφερθεί στην απέναντι γωνία (Σταδίου και σημερινή Καραγεώργη Σερβίας). Έγινε καθημερινό στέκι πολιτικών, στρατιωτικών, καλλιτεχνών και δημοσιογράφων, ο «προθάλαμος της υπουργοποίησης», όπως το χαρακτήρισε στα 1929 η εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα», «το δεύτερον και πιο ελεύθερον κοινοβούλιον», όπως το αποκάλεσε ο Γεώργιος Παπανδρέου το 1960. Ανάμεσα στους τακτικούς θαμώνες του ήταν και οι Κωστής Παλαμάς, Γιάννης Ψυχάρης, Γρηγόρης Ξενόπουλος, Γεώργιος Δροσίνης, Εμμανουήλ Ροΐδης, Γεώργιος Σουρής, Ζαν Μωρεάς κ. ά. Στα 1963, κατεδαφίστηκε.

Στροφή στα ζαχαροπλαστεία

Καφενεία, με την παλιά έννοια της λέξης συνέχιζαν να υπάρχουν. Όμως, πολλά από αυτά είχαν λοξοδρομήσει. Κάποια μετεξελίχθηκαν σε ζαχαροπλαστεία που πρόσφεραν και καφέ, όπως το θρυλικό του Ζαβορίτη: Ο ιδιοκτήτης του διέθετε δικό του εργοστάσιο αλλά και έκανε συχνά ταξίδια στις ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις, ώστε να ενημερώνεται για τις τάσεις της ζαχαροπλαστικής. Βρισκόταν στην πλατεία Συντάγματος και κατεδαφίστηκε κι αυτό στα 1963. Θρυλικό ζαχαροπλαστείο ήταν και τα «Ηνωμένα Βουστάσια», στην οδό Πανεπιστημίου, εκεί όπου αργότερα κτίστηκε το ξενοδοχείο «Τιτάνια», με φημισμένη σπεσιαλιτέ του την πάστα νουγκατίνα, με την περίφημη σαντιγί.

Στα 1888, άνοιξε στην οδό Σταδίου το ζαχαροπλαστείο Τσίτα που, στα 1905, μεταστεγάστηκε στην οδό Πανεπιστημίου. Στις μέρες της δόξας του, απασχολούσε 180 άτομα. Διέθετε σύγχρονα για την εποχή του μηχανήματα και, ανάμεσα σε άλλα, πουλούσε τσιπς συσκευασμένα σε μεγάλες σακούλες. Όμως, στην δεκαετία του 1960 και σε μια επιχείρηση σκούπα, η υγειονομική υπηρεσία έκανε έφοδο και σ' αυτό το κατάστημα. Εντόπισε ένα ποντίκι μέσα σε μια κατσαρόλα με σιρόπι. Ο Τσίτας πήρε την κάτω βόλτα. Μια γελοιογραφία του Μποστ (Μέντη Μποσταντζόγλου, 1918 - 1995) ήταν το τελειωτικό χτύπημα. Παρουσίαζε ένα ποντικάκι να εμφανίζεται μέσα από μια πάστα και να λέει στον πελάτη «Τσίτα με να σε τσιτώ, να πελνούμε τον κελό». Έκλεισε το 1968. Τον ακολούθησε το ζαχαροπλαστείο «Πέτρογκραντ», που είχαν ανοίξει στα 1935 στην οδό Σταδίου ο συνθέτης Νίκι Γιάκοβλεφ και ο πατέρας του, οι οποίοι, αρχές της δεκαετίας του 1930, έφτασαν στην Αθήνα, πρόσφυγες από τη Ρωσία. Στα 1969, κατεδαφίστηκε το κτίριο στο οποίο στεγαζόταν. Το ζαχαροπλαστείο έκλεισε.

Στα 1917, στο ημιυπόγειο του σπιτιού του, στις παρυφές των Εξαρχείων (γωνία των οδών Ακαδημίας και Ασκληπιού), ο Επτανήσιος ποιητής Γεράσιμος Σπαταλάς (1877 - 1971) άνοιξε το καφενείο «Μαύρος Γάτος» που προσπάθησε να μιμηθεί το μποέμικο λογοτεχνικό καφενείο «Chat Noir» της Μονμάρτης: Είχε ανοίξει το 1881 και είχε κατεβάσει ρολά το 1897 αλλά η φήμη του επιζούσε ακόμα, καθώς είχε γίνει έδρα μιας εκκεντρικής καλλιτεχνικής παρέας που «απεχθανόταν το νερό και προτιμούσε μόνο το κρασί (και τη μπίρα)» (αποκαλούνταν Les Hydropathes). Από τον γαλλικό «Μαύρο Γάτο», στα χρόνια 1892 μέχρι 1895, κυκλοφορούσε ομώνυμο λογοτεχνικό περιοδικό. Το ίδιο προσπάθησε να κάνει και ο Σπαταλάς με το δικό του περιοδικό «Μαύρος Γάτος» (1919 - 1921). Αμέσως μετά την ίδρυσή του, το καφενείο έγινε στέκι της οργάνωσης «Σοσιαλιστικό Τμήμα Αθηνών». Εξελίχθηκε σε κέντρο σοσιαλιστικών και αναρχικών λογοτεχνών που μαζεύονταν εκεί και απάγγελλαν τα έργα τους. Τα μέλη της οργάνωσης μετέτρεψαν τον «Μαύρο Γάτο» σε άτυπα γραφεία και, σε αλλεπάλληλες συσκέψεις, συνέταξαν επαναστατική προκήρυξη. Τύπωσαν αντίτυπά της και τα σκόρπισαν στην πόλη. Συνελήφθησαν. Το γκρουμπούσκουλο διαλύθηκε (Μάης του 1917). Από το 1920, ο «Μαύρος Γάτος» στέγασε την «Καλλιτεχνική Συντροφιά», ένα σωματείο που αγωνιζόταν για τα πνευματικά δικαιώματα των δημιουργών. Ανάμεσα στους ιδρυτές του ήταν οι λογοτέχνες Τέλλος Άγρας (ψευδώνυμο του Ευάγγελου Ιωάννου), Ναπολέων Λαπαθιώτης, Ιωάννης Παναγιωτόπουλος, Φώτος Γιοφύλλης αλλά και ο μουσουργός Αντίοχος Ευαγγελάτος καθώς και ο γλύπτης Φωκίων Ρωκ. Ανάμεσα στις δραστηριότητες της Συντροφιάς ήταν και η έκδοση μιας Ανθολογίας Νέων Ποιητών. Όμως, οι δημοκρατικές ιδέες του ιδιοκτήτη καθώς και της πλειοψηφίας των πελατών του κίνησαν το ενδιαφέρον της αστυνομίας και το καφενείο μπήκε κάτω από στενή παρακολούθηση. Στα 1921, έκλεισε. Ήταν η εποχή του άγριου διωγμού των «αντεθνικών φιλελευθέρων», λίγο πριν να εξελιχθεί σε τραγωδία η μικρασιατική εκστρατεία.

Τη στενή οδό Κριεζώτου, στην αρχή της Πανεπιστημίου, οι Αθηναίοι την είχαν βαφτίσει «τα Δαρδανέλια». Υπήρχαν εκεί, αντικριστά, δυο ζαχαροπλαστεία με «τραπεζάκια έξω», οπότε, για να διασχίσει κάποιος τον δρόμο, έπρεπε να ελίσσεται ανάμεσά τους: Ήταν του «Γιαννάκη» και το «Ντορέ» που ανταγωνίζονταν, ποιο θα έχει τους πιο γνωστούς Αθηναίους πελάτες.

Ο νεαρός Βασίλης Απότσος, από την Χίο, έφτασε κάποια στιγμή στην Αθήνα. Έπιασε δουλειά στου Γιαννάκη. Αρχές του εικοστού αιώνα ή, κατ' άλλους, το 1897, άνοιξε το δικό του μαγαζί στον αριθμό 5 της οδού Σταδίου: «Β. Απότσος, Εδώδιμα, Αποικιακά». Όμως, το μπακάλικό του έγινε γνωστό για τα πολύ νόστιμα φαγώσιμα που πουλούσε, είτε ντόπια είτε εισαγωγής από ευρωπαϊκές χώρες. Και, όσο να ετοιμάσει τις παραγγελίες, κερνούσε ούζο τους πελάτες του! Η νοστιμιά των προϊόντων που πουλούσε προκάλεσε το ενδιαφέρον των γειτονικών ανακτόρων. Έγινε «προμηθευτής της βασιλικής αυλής», με την εικόνα της βασιλικής άμαξας να κοσμεί, αργότερα, το εξώφυλλο του καταλόγου του.

Το μαγαζί συνέχισε να λειτουργεί από τον γιο του Βασίλη, Νίκο Απότσο. Αρχές της δεκαετίας του 1950, μετατράπηκε σε ουζερί. Στα 1969, μεταφέρθηκε στην οδό Βουκουρεστίου και, δυο χρόνια αργότερα (1971), στο βάθος της στοάς, στην οδό Πανεπιστημίου 10. Οι τοίχοι του ήταν καλυμμένοι με, κυρίως προπολεμικές, διαφημιστικές αφίσες. Έγραψε γι' αυτές, το 1969, ο δημοσιογράφος και λογοτέχνης Αλέκος Λιδωρίκης (1907 - 1988):

«Και οι τοίχοι… Ω! Αυτοί οι τοίχοι του τόσο επιβλητικού για μένα εκείνου κέντρου. Άβαφοι, λερωμένοι, που κατέληγαν σ’ ένα ψηλό ψηλό ταβάνι και που ήταν όλοι στολισμένοι με πολύχρωμες ρεκλάμες, πολύχρωμα μικρά "πανό" που διαφήμιζαν τα προϊόντα μεγάλων οίκων του εξωτερικού – ιδιαίτερα προϊόντα Αγγλίας και Γαλλίας. Θυμάμαι πάντα έναν παλιάτσο γραφικότατο - διαφήμιση του «Κουαντρώ», κάποιες μαϊμούδες παιχνιδιάρικες που ξερογλείφονταν μπροστά σε μπουκάλια της σαμπάνιας, ρεκλάμες για σκωτσέζικα ουίσκια, τα γάλατα «Νεστλέ», οβομαλτίνες, μπισκότα, εδώδιμα προϊόντα κάθε είδους, πασίγνωστα έξω από την Ελλάδα»

Έγινε το στέκι λογοτεχνών, ανάμεσα στους οποίους και οι Οδυσσέας Ελύτης, Αντώνης Σαμαράκης, Μιλιτιάδης Μαλακάσης, Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Δημοσθένης Βουτυράς, Γιώργος Κατσίµπαλης, Γιώργος Σεφέρης, Ανδρέας Καραντώνης. Στα 1945, στου Απότσου δημιουργήθηκε το λογοτεχνικό περιοδικό «Τετράδιο» με εκδότες τους Αλέξανδρο Ξύδη, Αλέξη Σολωμό, Ανδρέα Καμπά και Αντώνη Βουσβούνη. Το ουζερί έκλεισε το 1997, όταν έληξε το συμβόλαιο ενοικίασης του χώρου και δεν ανανεώθηκε.

Στα 1934, στην γωνία των οδών Πανεπιστημίου και Κριεζώτου, άνοιξε το ζαχαροπλαστείο «Zonar's», που έμελλε να επιβληθεί σε όλα τα τριγύρω. Ο ιδιοκτήτης του, Κάρολος Ζωναράς, είχε επιστρέψει από τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου διατηρούσε μια αρκετά κερδοφόρα σοκολατοβιομηχανία. Έκανε εισαγωγή «Κόκα Κόλα» χύμα, σε βαρέλια, και καθιέρωσε το παγωτό «Σικάγο», που έγινε διάσημο στην Αθήνα. Στα 1938, τέλειωσε η ανέγερση του κτιρίου του Μετοχικού Ταμείου Στρατού363, που κάλυπτε ολόκληρο το τετράγωνο των σημερινών οδών Σταδίου, Αμερικής, Πανεπιστημίου και Βουκουρεστίου. Ο Ζωναράς νοίκιασε τον χώρο στην γωνία Πανεπιστημίου και Βουκουρεστίου. Απευθύνθηκε στους επιπλοποιούς της μόδας, Θεμιστοκλή Βαράγγη και Δημήτριο Αθηναίο, οι οποίοι φιλοτέχνησαν ξύλινες επενδύσεις και δημιούργησαν την επίπλωση, ενώ ο χώρος στολίστηκε με πολυελαίους, κρύσταλλα και καθρέφτες. Πανάκριβα σερβίτσια και τραπεζομάντιλα από λινό ύφασμα, συμπλήρωναν την όλη εικόνα. Το νέο στέκι του ζαχαροπλαστείου «Zonar's» εγκαινιάστηκε τον 15αύγουστο του 1940, μέρα που ένα ιταλικό υποβρύχιο τορπίλισε την «Έλλη» στην Τήνο. Έγινε το μόνιμο στέκι της πολιτικής και καλλιτεχνικής ελίτ, με τακτικούς θαμώνες τους Κωνσταντίνο Καραμανλή, Σοφοκλή Βενιζέλο, Ηλία Ηλιού, Γεώργιο Μαύρο, Ευάγγελο Αβέρωφ, Γεώργιο Ράλλη, Ξενοφώντα Ζολώτα και τους νεότερους Γιώργο Γεννηματά, Λεωνίδα Κύρκο, Αναστάσιο Πεπονή κ. ά. καθώς και τους Σπύρο Μελά, Οδυσσέα Ελύτη, Νίκο Γκάτσο, Νίκο Χατζηκυριάκο Γκίκα, Δημήτρη Μυράτ, Μίνω Βολονάκη, Μάνο Χατζιδάκι, Μελίνα Μερκούρη, Τζένη Καρέζη, Φρέντυ Γερμανό, Αλίκη Βουγιουκλάκη, Ιάκωβο Καμπανέλλη κ. ά. Ο Ζωναράς πέθανε το 1968, το ζαχαροπλαστείο έκλεισε το 2001 και ξανάνοιξε το 2007.

Καφέ σαντάν και καφέ αμάν

Στα 1863, κάποιο καφενείο προσέλαβε ξένο μουσικό συγκρότημα. Πλαισίωσε την παράσταση με σατιρικά σκετς. Ο θόρυβος που ξεσηκώθηκε, συνέβαλε στην καθιέρωσή του. Γεννήθηκε το καφωδείο, το οποίο έμελλε να διαχωριστεί σε «καφέ σαντάν»364 (από το 1871) και «καφέ αμάν» (από το 1873).

Στα καφέ σαντάν εμφανίζονταν ξεπεσμένες αλλοδαπές τραγουδίστριες, οι «σαντέζες»365, που τραγουδούσαν κυρίως τραγούδια δυτικού τύπου. Το πρώτο από αυτά δημιουργήθηκε στο «Άντρο των Νυμφών», στις όχθες του Ιλισού, με αποτέλεσμα η περιοχή να γεμίσει τέτοια κέντρα. Οι τραγουδίστριες ήταν κυρίως Γαλλίδες αλλά και Ιταλίδες, Αυστριακές και Ουγγαρέζες. Εκτός από το τραγούδι, πρόσφεραν και χορό καθώς και σκετσάκια σε διάλογο με τους θαμώνες που ήταν στην πλειοψηφία τους άνδρες ευκατάστατοι. Συχνά, η κατάσταση ξέφευγε, οδηγώντας σε καβγάδες με κυρίαρχη αιτία, το ποιος θα αποκτούσε την εύνοια της καλλιτέχνιδας, μετά το τέλος του προγράμματος. Εύνοια που σχεδόν πάντα είχε να κάνει με το πόσο ανοιχτοχέρης ήταν ο θαμώνας. Με τις σαντέζες να έχουν κολλήσει στους Αθηναίους αφροδίσια νοσήματα, κυρίως σύφιλη.

Ο δημοφιλέστερος χορός που οι καλλιτέχνιδες παρουσίαζαν ήταν ένα είδος «καν καν» που επέτρεπε στους θαμώνες να θαυμάζουν μηρούς και γάμπες, με αποτέλεσμα να προσελκύεται ιδιαίτερα το νεανικό κοινό. Μια από τις πιο διάσημες σαντέζες ήταν η Γαλλίδα Ζανταράς που εμφανιζόταν σε καφέ σαντάν της πλατείας Λαυρίου (κοντά στην πλατεία Ομονοίας). Εκεί την είδε και την ερωτεύτηκε ο μαγαζάτορας Ροδόλφος Μάιφαρτ που έγινε αιτία για το πιο θορυβώδες «μαξιλάρωμα» του 19ου αιώνα366.

Στα 1878, στην αρχή της σημερινής οδού Εμμανουήλ Μπενάκη, άνοιξε το καφέ σαντάν «Γκαιτέ» (από την γαλλική λέξη gaité, που σημαίνει κέφι). Ιδιοκτήτες ήταν η κυρά Παλούκαινα, διάσημη πατρόνα της εποχής, και ο γιος της, που ντυνόταν «δυτικοευρωπαϊκά» (ρεντιγκότα, γιλέκο, χρυσή αλυσίδα). Έγινε διάσημο καθώς οι Ιταλίδες, Γερμανίδες και Ουγγαρέζες σαντέζες του, μετά το πρόγραμμά τους και εφόσον διαπίστωναν ότι ο πελάτης διέθετε αρκετά χρήματα, πρόσφεραν τα θέλγητρά τους, αφού πρώτα τον «έγδυναν». Φορούσαν ρούχα με βαθιά «ντεκολτέ», επιδεικνύοντας τα στήθη τους, καθώς έσκυβαν σε κάθε ευκαιρία, και τραγουδούσαν και χόρευαν σηκώνοντας τις φούστες τους και δείχνοντας γυμνές γάμπες και μηρούς. Μετά το τραγούδι και, καθώς η πελατεία ήταν ξαναμμένη, έβγαζαν δίσκο για να εισπράξουν πεντάρες αλλά και θωπείες ή τσιμπιές στα οπίσθια. Κι αν οι τσιμπιές ήταν τέτοιες που δημιουργούσαν πόνο, δεν δίσταζαν να χειροδικήσουν ενάντια στους δράστες.

Στα 1873, ένα καφενείο στην Ιερά Οδό εγκαινίασε νέο είδος καφωδείου: Αντί για σαντέζες και δυτικού τύπου πρόγραμμα, καθιέρωσε την εμφάνιση μουσικού συγκροτήματος με μουσική ανατολικού τύπου. Ανάλογα υπήρχαν στην ακόμα τουρκοκρατούμενη Θεσσαλονίκη από τις αρχές του 19ου αιώνα. Στο πρώτο αθηναϊκό, το συγκρότημα χρησιμοποιούσε βιολιά και τα τραγούδια βασίζονταν σε στίχους που οι τραγουδιστές συνήθως αυτοσχεδίαζαν τη στιγμή που τα τραγουδούσαν. Και για να μην δημιουργείται χασμωδία, όσο να σκεφτούν τον επόμενο στίχο, επαναλάμβαναν την λέξη «αμάν - αμάν». Είχε τεράστια επιτυχία. Τον επόμενο χρόνο (1874), το μαγαζί έφερε συγκρότημα από τη Σμύρνη. Τραγουδιστές οι Βασίλειος Κονταξής και Αναστάσιος Βελέντζας, βιολιά οι Παναγός Βογιατζής και Κοκόλης Σιλάλης, λαούτο ο Δημήτρης Βογιατζής και σαντούρι ο Κυριάκος Τσορβάς. Ένα τραγούδι του Κονταξή θεωρείται το πιο παλιό που γνωρίζουμε:

«Το πληγωμένο στήθος μου πονεί, μα δεν το λέει.
Τ' αχείλι μου κι αν τραγουδεί, μα η καρδιά μου κλαίει».

Το νέο είδος διασκέδασης έγινε μόδα. Από το 1876, τα κέντρα αυτά ξεχώριζαν από τα καφέ σαντάν ως καφέ αμάν. Και αυτά, στα οποία ως κύριο όργανο εισέβαλε το σαντούρι, αποκλήθηκαν «καφέ σαντούρ».

Ξέσπασε πόλεμος ανάμεσα στους λόγιους που υποστήριζαν ότι τα «αμανετζήδικα» μαγαζιά είναι όργανα της τουρκικής προπαγάνδας και εκείνων που κατέκριναν τα καφέ σαντάν ως κέντρα που προωθούσαν την έκλυση των ηθών. Παρ' όλα αυτά, τα καφέ αμάν αυξάνονταν και πληθύνονταν, κατακλύζοντας τη συνοικία Γεράνι (πλάι στην οδό Αθηνάς), τα πέριξ της σημερινής πλατείας Κουμουνδούρου και τη συνοικία της Αγίας Τριάδας, στην Ιερά Οδό. Με σερβιτόρες κυρίως Ιταλίδες αλλά και Κερκυραίες. Οι άντρες των συγκροτημάτων χειρίζονταν τα μουσικά όργανα, ενώ τα τραγούδια εκτελούσαν, συχνά χορεύοντας, γυναίκες: Τουρκάλες, Αρμένισσες, Εβραίες αλλά και Ελληνίδες από αθηναϊκές φτωχογειτονιές ή από τη Σμύρνη, με πιο γνωστή την Φωτεινή Κονδυλάκη από την Κωνσταντινούπολη που έδρεπε δάφνες ως «χανεντέ Φώτο»367. Το τραγούδι της, «Μέμο», έγινε τεράστια επιτυχία της εποχής (άρχιζε με τα λόγια «Αμάν Μέμο! Κουζούμ Μέμο! Γιαβρούμ Μέμο! Σεκέρ Μέμο! Εβλιάτ Μέμο!»). Το τραγούδι ηχογραφήθηκε στην Θεσσαλονίκη (1912).

Προσιτά στον πολύ λαό και με τραγούδια με κατανοητά λόγια, τα καφέ αμάν κυριάρχησαν από το 1886 και για μια ολόκληρη δεκαετία. Πιο δημοφιλές από αυτά ήταν το «Περιβολάκι» στο Γεράνι. Εμφανίστηκαν εκεί αρχικά η Ελένη η «λιγύμολπος368 και καϊμακοπαχουλή» από το Κιρκά Αγάτς της μικρασιατικής Ασίας (σημερινή Μανίσα) με τον Γιοβανίκα της Σμύρνης, «πρώτο βιολί της Ανατολής», και, στη συνέχεια η διεθνούς φήμης πανέμορφη μονόφθαλμη Σμυρνιά Κατίγκω, η κιορ Κατίνα. Η παρουσία της έγινε αιτία να αποδεχτούν τα καφέ αμάν και οι αστοί.

Η παρακμή τους ξεκίνησε λίγο πριν από τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, καθώς οι κάτοικοι της Αθήνας στράφηκαν στο θέατρο σκιών. Όμως, το τελευταίο από αυτά, το καφέ αμάν «Χαβάνα» στη σημερινή οδό Λυκούργου, έκλεισε μόλις το 1947. Από καιρό, είχε ξεκινήσει συζήτηση, αν έπρεπε να απαγορευτούν οι αμανέδες, ως ανατολίτικη μουσική. Ο Ιωάννης Μεταξάς τους απαγόρευσε.

Τα θέατρα

Τα θεάματα αποτελούσαν μια από τις πιο προσιτές οικογενειακές διασκεδάσεις. Όταν, όμως, η Αθήνα βαπτίστηκε πρωτεύουσα, δεν διέθετε παρά μόνον ένα χώρο για παραστάσεις: Ήταν ένα άθλιο ξύλινο κατασκεύασμα, στην οδό Αιόλου 86, εκεί όπου αργότερα (1845) κτίστηκε το κεντρικό κατάστημα της Εθνικής Τράπεζας. Διέθετε μιαν εξέδρα, που έπαιζε τον ρόλο σκηνής, και κάποια καθίσματα. Οι παραστάσεις θύμιζαν τσίρκο χωρίς ζώα: Σαλτιμπάγκοι, γελωτοποιοί και ακροβάτες της κακιάς ώρας, μάταια τις πιο πολλές φορές, προσπαθούσαν να γοητεύσουν το κοινό.

Ένας Κεφαλλονίτης, ο Αθανάσιος Σκοντζόπουλος, αγόρασε το παράπηγμα και προσπάθησε να το μετατρέψει σε θέατρο. Δημιουργήθηκε ένα ξύλινο κτίριο που χωρούσε περίπου χίλια άτομα. Διέθετε πλατεία με δώδεκα σειρές σανιδένιους πάγκους αλλά και χώρο για όρθιους. Διέθετε και θεωρεία με ένα από αυτά υπερυψωμένο, τάχα βασιλικό369. Πλάι στην είσοδο ήταν το «εισιτηριοπωλείον» (μια δραχμή για την πλατεία, μιάμιση για τα θεωρεία). Αμέσως μετά την είσοδο, είχε στηθεί ένας πάγκος, απ' όπου, όποιος ήθελε, μπορούσε να αγοράσει ζαχαρωτά. Πάτωμα δεν υπήρχε. Οι θεατές πατούσαν στο χώμα. Έκανε πρεμιέρα στις 24 Μάη του 1836 με το έργο «Ολύμπια» του Μεταστάζιο370, σε μετάφραση Ρήγα Βελεστινλή. Ο ερασιτεχνικός θίασος (μόνο άνδρες οι ηθοποιοί) έδινε παραστάσεις Κυριακές και αργίες (συνολικά 16 ως τον Σεπτέμβρη του 1836). Όμως, η επιχείρηση δεν τα πήγε καλά. Ο Σκοντζόπουλος δεν μπόρεσε να ξεχρεώσει την ξυλεία που είχε αγοράσει για να στήσει το θέατρό του. Το έκλεισε. Μάρτη του 1937, νοίκιασε μια αποθήκη και τη μετέτρεψε σε θέατρο. Ανέβασε τα ίδια με του 1836 έργα με τον ίδιο θίασο. Αυτή την φορά, είχε να αντιμετωπίσει και τον ανταγωνισμό από τον Ιταλό θεατρώνη, Γκαετάνο Μέλι (Gaetano Meli). Χειμώνα της ίδιας χρονιάς, κήρυξε πτώχευση.

Ο Μέλι έστησε το δικό του ξύλινο θέατρο στην οδό Αιόλου (πλατεία Ιερού Λόχου) λίγο πιο κάτω από εκείνο του Σκοντζόπουλου. Αποτελούσε κακέκτυπο των ευρωπαϊκών θεάτρων εκείνης της εποχής και διέθετε σκηνή, καμαρίνια, υποβολείο, ορχήστρα αλλά και θεωρεία που χωρίζονταν μεταξύ τους από διαδρόμους. Εγκαινιάστηκε το 1837 και, αρχικά, παρουσίασε έναν ιταλικό θίασο ακροβατών και παντομίμας. Τέλη Αυγούστου του 1837, αποτόλμησε να ανεβάσει όπερα. Έφερε ιταλικό θίασο που περιλάμβανε και γυναίκες κι έστησε σκηνικά φερμένα από την Ιταλία. Η παράσταση έκανε πάταγο. Ενθουσιασμένος ο Μέλι, έβαλε μια τέντα πάνω από το θέατρό του, για να μπορέσει να παρατείνει όσο γινόταν τις παραστάσεις. Ένας δυνατός άνεμος την πήρε και τη σήκωσε. Και οι γυναίκες του θιάσου διαπίστωσαν ότι απέκτησαν πλήθος θαυμαστών, ανάμεσα στους οποίους μπορούσαν να διαλέξουν συντρόφους. Μια μια, αποχωρούσαν, χωρίς να μπορεί ο θεατρώνης να τις αναπληρώσει.

Το πρώτο «χειμερινό» θέατρο ξεκίνησε να κτίζεται από κάποιον Ιταλό Καμιλιέρι (J. Camillieri) που πήρε δωρεάν ένα οικόπεδο στη σημερινή οδό Μενάνδρου. Δεν βρήκε χρηματοδότη και κηρύχθηκε έκπτωτος, οπότε η άδεια πέρασε στον συμπατριώτη του Μπαζίλιο Σανσόνι (1839) που μπόρεσε να το τελειώσει. Τα εγκαίνια έγιναν στις 6 Γενάρη του 1840 με πρεμιέρα της όπερας του Γκαετάνο Ντοντσέττι, «Λουτσία ντι Λαμερμούρ», την οποία ο συνθέτης είχε γράψει μόλις πριν από πέντε χρόνια (1835). Έκανε τεράστια επιτυχία (144 παραστάσεις)

Στα 1844, ο Σπετσιώτης καπετάν Γιάννης Μπούκουρας371 πλήρωσε 23.000 δρχ. και αγόρασε το θέατρο. Για δεκαετίες, ήταν ο μοναδικός θεατρώνης της Αθήνας. Το θέατρο κατεδαφίστηκε στα 1898.

Στα 1871, κάποιος Σκορπάρος έφτιαξε θερινό θέατρο στην πλατεία Ομονοίας, εκεί όπου, στα 1890, ο Τσίλλερ ξεκίνησε να κτίζει το ξενοδοχείο «Μπάγκειον». Ήταν ξύλινο με δώδεκα σειρές ξύλινους πάγκους για τους θεατές και μια σειρά θεωρείων. Την καλλιτεχνική διεύθυνση ανέλαβε ο ηθοποιός Μιχάλης Αρνιωτάκης που ανέβασε μια ιταλική οπερέτα. Όμως, μετά από λίγες παραστάσεις, νεαροί κομψευόμενοι Αθηναίοι κατάφεραν να πείσουν όλες τις γυναίκες του θιάσου να παρατήσουν το θέατρο και να τους ακολουθήσουν σε νεανικές περιπέτειες. Ο Αρνιωτάκης προσπάθησε να καταρτίσει καινούριο θίασο. Τον σχημάτισε αλλά πια δεν είχε θεατές.

Ήταν η χρονιά (1871) που ένα καφωδείο στήθηκε στην περιοχή γύρω από τον Ιλισό, στο σημείο, όπου βρίσκεται το κολυμβητήριο του Εθνικού Γ. Σ. Ήταν το «Άντρο των Νυμφών». Παρουσίασε ένα συγκρότημα τσιγγάνων που προκάλεσε μεγάλη κοσμοσυρροή. Ο ιδιοκτήτης του το μετέτρεψε σε πρόχειρο θέατρο και μετακάλεσε μια ορχήστρα από την Βοημία, την οποία συνόδευαν όμορφες ξανθές και γαλανομάτες τραγουδίστριες. Η γλώσσα των τραγουδιών ήταν άγνωστη στο αθηναϊκό κοινό αλλά αυτό ελάχιστα ενοχλούσε τους θεατές. Τα πιο πολλά από τα τραγούδια τους κατέληγαν με την επωδό «τούμπλα - τούμπλα - τουμπλαλά», οπότε οι κάτοικοι της Αθήνας τις βάφτισαν «Τούμπλες».

Το θέατρο του Σκορπάρου κατέβασε ρολά. Μέχρι τα 1873, νοικιαζόταν σε ερασιτεχνικούς θιάσους που παρουσίαζαν εθνικοπατριωτικά έργα. Σε ένα από αυτά, έπαιζε και ο Γεώργιος Σουρής. Το «Άντρο των Νυμφών» συνέχισε την επιτυχημένη πορεία του, παρουσιάζοντας παντομίμα, τραγούδια και ελληνικά κωμικά μονόπρακτα. Και ο ιδιοκτήτης του ήταν ο πρώτος που έφερε στην Αθήνα πυροτεχνήματα. Το κτίριο κατεδαφίστηκε στα 1895, μαζί με όλα τα άλλα γύρω μαγαζιά, προκειμένου να γίνουν πολεοδομικές ρυθμίσεις.

Στα 1872, μέσα σε έναν δροσερό, γεμάτο δέντρα και φυτά κήπο, απέναντι από το «Άντρο των Νυμφών», στήθηκε το θέατρο «Απόλλων» με σκεπασμένη σκηνή. Γαλλικοί κυρίως θίασοι ανέβαζαν εκεί ελαφρές παραστάσεις, ενώ το θέατρο έφερε την επιγραφή «Théâtre des familles» (οικογενειακό θέατρο). Και, στα 1873, πλάι στο «Άντρο των Νυμφών», λειτούργησε το «Θέατρο των Ιλισίδων Μουσών» που, το 1883, άλλαξε ιδιοκτήτη και μετονομάστηκε «θέατρο Παράδεισος». Στο θέατρο αυτό, στις 31 Αυγούστου του 1894, ανέβηκε και η πρώτη επιθεώρηση: Το «Λίγο απ' όλα», από τον θίασο του Δημήτριου Κοτοπούλη. Έγινε πάρα πολύ μεγάλη η επιτυχία, με αποτέλεσμα να ξεπεράσει τις χίλιες παραστάσεις και να καθιερώσει την επιθεώρηση στην συνείδηση του κοινού.

Στα 1876, κτίστηκε το χειμερινό θέατρο «Ευτέρπη», στα Χαυτεία, και στα 1881 το «Ορφέας» στη σημερινή πλατεία Βικτορίας, που τότε ήταν σκοτεινή και δυσπρόσιτη περιοχή. Άντεξε ένα καλοκαίρι. Τον επόμενο χρόνο (1882), χτίστηκε το θέατρο «Ολυμπία», σε σχέδια του Τσίλερ. Κατεδαφίστηκε στα 1887, προκειμένου να κτιστεί το μέγαρο του Ζαππείου. Την ίδια χρονιά (1887), εγκαινιάστηκε το «Μέγα Θέατρο» ή «Νέο Θέατρο» (υπονοώντας ότι το θέατρο του Μπούκουρα ήταν το «παλιό»).

Η Αθήνα, πια, είχε πληθυσμό πάνω από 120.000 κατοίκους και μπορούσε να αντέξει πιο πολλά θέατρα. Στα επόμενα χρόνια, κτίστηκαν αρκετά, ανάμεσά τους το Δημοτικό (έτοιμο στα 1888) και το Βασιλικό372 (μετέπειτα Εθνικό) που λειτούργησε πρώτη φορά στα 1901.

Ο Καραγκιόζης

Το πιο φθηνό θέαμα για τους κατοίκους της Αθήνας ήταν το Θέατρο Σκιών: Με μια δεκάρα (5 λεπτά το εισιτήριο και άλλα 5 ο ναργιλές373), μπορούσε κάποιος να ψυχαγωγηθεί για τρεις ώρες με τον Καραγκιόζη. Αρχικά, οι παραστάσεις δίνονταν σε καφενεία. Στα 1852, ιδρύθηκε στην Αθήνα το «Ανατολικό θέατρο». Οι παραστάσεις συστηματοποιήθηκαν αλλά παρέμεναν με καθαρά «τουρκικό» περιεχόμενο. Καταγγέλθηκαν ως άσεμνες, με την εφημερίδα «Αθηνά» να κατηγορεί, την ίδια χρονιά (1852), την αστυνομική διεύθυνση της Αθήνας ότι ανεχόταν «την εν τισιν καφενείοις παράστασιν του λεγομένου Καραγκιόζη, ενώ άλλοτε αυστηρώς εμποδίζετο αύτη». Ο καραγκιοζοπαίχτης Γιάννης Μπράχαλης αναφέρεται ως ένας από τους πρώτους που έδιναν παραστάσεις στην πρωτεύουσα. Από το 1860 στον Πειραιά κι έπειτα στην Αθήνα. Η βωμολοχία και τα χοντρά αστεία κυριαρχούσαν.

Η ελληνοποίηση του Καραγκιόζη έκανε λαοφιλέστερο το Θέατρο Σκιών. Ξεκίνησε δειλά από το 1880 και κορυφώθηκε από τον Πατρινό καραγκιοζοπαίχτη Δημήτρη (Μίμη) Σαρδούνη, γνωστό ως Μίμαρο (1859 - 1912). Κατάργησε τις βωμολοχίες, καθιέρωσε φιγούρες Ελλήνων ηρώων και έμπασε στον μπερντέ το σεράι στη μια πλευρά και την καλύβα του Καραγκιόζη στην άλλη. Ο ίδιος έπλασε την φιγούρα του Μπάρμπα Γιώργου, που «δέρνει τον Βεληγκέκα», την οποία τελειοποίησε ο μαθητής του, Γιάννης Ρούλιας (1872 - 1905). Ο Ρούλιας έστησε το θέατρό του στο Μετς (το είχε βαφτίσει «Μπάρμπα Γιώργος»). Κατά τις τότε εφημερίδες, στην δεκαετία 1895 - 1905, η κάθε παράστασή του προσέλκυε πεντακόσιους θεατές. Στα 1899, ο Μίμαρος επισκέφτηκε την πρωτεύουσα και επί τρεις μήνες έδινε παραστάσεις σε διάφορα σημεία της Δυτικής Αθήνας. Όλες γνώρισαν μεγάλη επιτυχία. Στα 1901, επανέλαβε την επίσκεψή του, με την ίδια επιτυχία. Αποτόλμησε και τρίτη, στα 1902, οπότε οι παραστάσεις του δόθηκαν σε κανονικό θέατρο: Ήταν το 750 θέσεων «Αθήναιον», το πιο μοντέρνο θέατρο του καιρού του (κτίστηκε στα 1895).

Από το 1903, ένας νέος καραγκιοζοπαίχτης έδωσε νέα ώθηση στο Θέατρο Σκιών: Ο Αντώνης Παπούλιας, γνωστός ως Μόλλας (1871 - 1949), γέννημα θρέμμα της Αθήνας και συνεχιστής του Ρούλια. Καθιέρωσε τις φιγούρες του Ομορφονιού, του Σαναλέμε και του Πεπόνια και τις φιγούρες αεροπλάνων και υποβρυχίων (τα τεχνολογικά θαύματα της εποχής του). Ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε τον ηλεκτρισμό για τον φωτισμό της σκηνής. Τις ιστορίες του, του Καραγκιόζη, τις τύπωνε σε φυλλάδια, οπότε πρόσεχε την γλώσσα, στην οποία τις έγραφε. Στα 1926, μαζί με τον Σωτήριο Σπαθάρη, πρωτοστάτησε στην δημιουργία του Πανελληνίου Σωματείου Καραγκιοζοπαιχτών.

Το Θέατρο Σκιών συνέχισε να γοητεύει τους κατοίκους της πρωτεύουσας αλλά, μετά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο, άρχισε να υποχωρεί. Οπωσδήποτε, καραγκιοζοπαίχτες όπως ο Χρήστος Χαρίτος (1895 - 1970), γνωστός ως Χαρίδημος, και ο, γιος του Σωτήριου, Ευγένιος Σπαθάρης (1924 - 2009), συνέχισαν να ψυχαγωγούν το αθηναϊκό κοινό.

Η κινηματογραφική εισβολή

Ήταν 28 Νοέμβρη του 1896, λίγο μετά τους πρώτους Ολυμπιακούς αγώνες, όταν σε καφενείο της πλατείας Κολοκοτρώνη στήθηκε μια οθόνη και οι θαμώνες είχαν την ευκαιρία να απολαύσουν την πρώτη κινηματογραφική προβολή στην Αθήνα: Είδαν την διάσημη Λόιε Φούλερ, Αμερικανίδα σταρ του βαριετέ, να χορεύει, σαν αυτό να γινόταν μπροστά τους. Κι ακόμα, είδαν άλογα να τρέχουν στη λεωφόρο των Ηλυσίων, στο Παρίσι. Είδαν κι άλλα φοβερά και τρομερά που η νέα τεχνολογία τους πρόσφερε.

Ο νέος τρόπος διασκέδασης μπήκε ορμητικά στην ζωή των κατοίκων της Αθήνας. Η μηχανή προβολής περιφερόταν στα καφενεία, όπου οι θαμώνες απολάμβαναν κινηματογραφικές σκηνές. Πρώτοι επιχειρηματίες οι αδελφοί Ψυχούλη από τον Βόλο, είχαν αγοράσει μια φορητή μηχανή προβολής από την Κωνσταντινούπολη κι έκαναν χρυσές δουλειές. Υπήρξαν, όμως, και αντιδράσεις: Τέλη Ιουνίου του 1899, η προβολή σε καφενείο του Πειραιά περιλάμβανε φιλί «ανάμεσα σ' εκείνον και σ' εκείνη». Θίχτηκαν τα χρηστά ήθη ενός ευζώνου και σηκώθηκε να διαμαρτυρηθεί. Οι λοιποί θαμώνες, όμως, το απολάμβαναν και του ζήτησαν να καθίσει. Έγινε κάποιο επεισόδιο με τον εύζωνο να αποχωρεί, καθώς κατάλαβε ότι ήταν μόνος του.

Κυρίως, οι προβολές περιλάμβαναν σκηνές από την καθημερινή ζωή αλλά και «ζουρνάλ»: Τη μεταφορά, δηλαδή, στην οθόνη, σημαντικών επίκαιρων γεγονότων. Μεγάλη επιτυχία είχε η κινηματογράφηση και προβολή της Μεσολυμπιάδας του 1906.

Στα 1908, άνοιξε η πρώτη κινηματογραφική αίθουσα της Αθήνας: Ήταν το «Θέατρον του Κόσμου», στην οδό Σταδίου, προς την πλευρά της πλατείας Συντάγματος. Στα 1911, είχαν ανοίξει ακόμα δυο αίθουσες: Το «Ρουαγιάλ» και το «Πανελλήνιον». Με την ανέγερση του κινηματογράφου «Αττικόν» στην οδό Σταδίου, οι αίθουσες προβολής καθιερώθηκαν οριστικά και ανταγωνίζονταν τα θέατρα. Ξεκίνησε και το γύρισμα ελληνικών ταινιών «με υπόθεση». Την πρώτη απόπειρα αποτόλμησε η «Αθήνη φιλμ» του παραγωγού, σκηνοθέτη και κωμικού ηθοποιού, Σπυρίδωνα Δημητρακόπουλου, γνωστού με το ψευδώνυμο «Σπυριντιών». Την δημιούργησε το 1911 και γύρισε τέσσερις μικρού μήκους κωμικές ταινίες: Τις «Quo vadis, Σπυριντιών;», «Ο Σπυριντιών χαμαιλέων», «Οι δυο τυχεροί» και «Ο Σπυριντιών μπέμπης», που γνώρισαν μεγάλη επιτυχία, με την τελευταία να προβάλλεται και στην Γερμανία (1914). Οι επιτυχίες αυτές προκάλεσαν το ενδιαφέρον και άλλων παραγωγών που στράφηκαν στο γύρισμα κωμειδυλλίων. Τότε, γυρίστηκε (από την «Άστυ φιλμ») σε ταινία και το κωμειδύλλιο του Δημήτρη Κορομηλά (1850 - 1896), «Η τύχη της Μαρούλας», που γνώρισε πολύ μεγάλη επιτυχία. Τον ίδιο καιρό (1914), γυρίστηκε και η μεγάλη θεατρική επιτυχία, «Γκόλφω», το βουκολικό δράμα του Σπύρου Περεσιάδη (1854 - 1918), που έσπασε τα ταμεία.

Από το 1929, το «Αττικόν» ξεκίνησε να παρουσιάζει ομιλούσες ταινίες, γεγονός που ανάγκασε και τις άλλες αίθουσες να το μιμηθούν. Και στις 27 Οκτώβρη του 1932, ξεκίνησε να λειτουργεί η πολυτελέστατη κινηματογραφική αίθουσα, «Παλλάς», στο μέγαρο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού, που ακόμα κτιζόταν, σηματοδοτώντας την επικράτηση του κινηματογράφου στις προτιμήσεις των κατοίκων της πρωτεύουσας. Μετά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο, έγινε η πιο δημοφιλής και οικονομικά προσιτή ψυχαγωγία. Οι αίθουσες προβολής ταινιών ξεφύτρωναν σε κάθε συνοικία της πόλης. Τέλη του 20ού αιώνα, εμφανίστηκαν στην Αθήνα συγκροτήματα με περισσότερες της μιας αίθουσες στο ίδιο κτίριο (Village, Odeon κ.λπ.), προσελκύοντας τους φίλους του κινηματογράφου που είχαν, έτσι, την πολυτέλεια να διαλέξουν ανάμεσα σε πολλές ταινίες.

Τα μουσικά κουτιά

Αφ' ότου η μουσική βγήκε από τα αριστοκρατικά σαλόνια κι έγινε κτήμα του λαού, άρχισαν να εμφανίζονται στους αθηναϊκούς δρόμους μουσικά κουτιά: οι λατέρνες374 και οι ρομβίες375. Τις λατέρνες κουβαλούσαν στην πλάτη οργανοπαίκτες, τις ρομβίες έσερναν πάνω σε τρεις ρόδες. Και στις δυο περιπτώσεις, ο οργανοπαίκτης γύριζε μια μανιβέλα, οπότε ακουγόταν η μουσική, και εισέπραττε, ό,τι οι ακροατές του είχαν ευχαρίστηση. Από το 1850 κι έπειτα, κυριάρχησαν. Κι από κάποια στιγμή κι έπειτα, έγιναν απαραίτητες σε γάμους, βαφτίσια και γιορτές αλλά και εισέβαλαν σε, κυρίως υπαίθρια, κέντρα διασκέδασης. Οι λατέρνες είχαν την δυνατότητα να παίζουν εννέα διαφορετικά τραγούδια, οι ρομβίες δέκα.

Η δικτατορία του Πάγκαλου376 τις εξόρισε από τους κεντρικούς δρόμους και τις περιόρισε στις γειτονιές. Η δικτατορία του Μεταξά τις καταδίωξε, θεωρώντας ότι τις εκμεταλλεύονταν άνθρωποι του υπόκοσμου. Έτσι κι αλλιώς, η διάδοση του γραμμόφωνου (πικ απ) αλλά και η εγκατάσταση τζουκμπόξ (jukebox) σε καφενεία, σφαιριστήρια και λοιπά κέντρα διασκέδασης τις εξοστράκισαν. Στην πρωτεύουσα, επέζησαν ως την δεκαετία του 1960. Ειδικά, η λατέρνα «πρωταγωνίστησε» στην ταινία της «Φίνος φιλμ», «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο» (1955, με τους Μίμη Φωτόπουλο και Βασίλη Αυλωνίτη, την Τζένη Καρέζη και, σε ένα μικρό ρόλο, τον Αλέκο Αλεξανδράκη), αλλά και στη συνέχειά της, «Λατέρνα, φτώχεια και γαρίφαλο», που γνώρισαν τεράστια επιτυχία.

Το ραδιόφωνο που, κατά τα πρότυπα της ναζιστικής Γερμανίας, η δικτατορία Μεταξά καθιέρωσε (1938), ώστε να διαθέτει το απόλυτο μέσο προπαγάνδας, αποτέλεσε την οριστική ταφόπλακα των μουσικών κουτιών. Ιδιαίτερα, μετά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο, όταν κυκλοφόρησαν τα φορητά ραδιόφωνα («τρανζιστοράκια», όπως τα έλεγαν).

Η Μεσολυμπιάδα του 1906

Στα 1906, γι' άλλη μια φορά η Αθήνα προσέλκυσε τα διεθνή φώτα της δημοσιότητας και πρόσφερε στους κατοίκους της ανάλογη με του 1896 ευκαιρία να ψυχαγωγηθούν. Παρ' όλα τα οικονομικά χάλια της, η Ελλάδα ζητούσε τη μόνιμη διεξαγωγή των Ολυμπιακών αγώνων στην Ελλάδα. Ο Πιέρ ντε Κουμπερτέν αντιδρούσε. Όμως, αντίθετα με τους πρώτους αγώνες στην Αθήνα (το 1896) που είχαν σημειώσει μεγάλη επιτυχία, οι δεύτεροι, στο Παρίσι (1900), αποδείχτηκαν σκέτη αποτυχία. Στα 1901, η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή πρότεινε μια συμβιβαστική λύση: Οι Ολυμπιακοί αγώνες να διεξάγονται κάθε τέσσερα χρόνια σε άλλη χώρα αλλά, στο μεσοδιάστημα, να διεξάγονται μόνιμα στην Αθήνα οι «Διεθνείς Ολυμπιακοί Αγώνες». Η οργανωτική επιτροπή δεν προλάβαινε να είναι έτοιμη το 1902 (αμέσως επόμενο μεσοδιάστημα), οπότε οι πρώτοι (που αποδείχτηκαν και οι τελευταίοι) ορίστηκαν για το 1906. Έμειναν γνωστοί ως «Μεσολυμπιάδα του 1906» και δεν μετρούν. Για τους Αθηναίους, όμως, ήταν ένα μέσον διαφυγής από την οδυνηρή πραγματικότητα.

Αθήνα και Πειραιάς σημαιοστολίστηκαν και, στις 9 Απρίλη του 1906, ο βασιλιάς Γεώργιος Α' κήρυξε την έναρξη των αγώνων στο κατάμεστο Παναθηναϊκό στάδιο. Διάρκεσαν μόλις έντεκα μέρες. Συμμετείχαν 884 αθλητές από είκοσι χώρες με τους Γάλλους να αναδεικνύονται πολυνίκεις με σαράντα μετάλλια (15 χρυσά, 9 ασημένια, 16 χάλκινα). Οι Αμερικανοί ήρθαν δεύτεροι με 24 μετάλλια από τα οποία χρυσά τα 12 (με 6 ασημένια κι άλλα 6 χάλκινα). Τρίτη αναδείχτηκε η Ελλάδα με 34 μετάλλια, από τα οποία, όμως, μόνο οχτώ ήταν χρυσά (13 τα ασημένια κι άλλα 13 τα χάλκινα).

Στον μαραθώνιο, οι Έλληνες αθλητές καταποντίστηκαν αλλά προέκυψε νέος εθνικός ήρωας: Ο Δημήτρης Τόφαλος (1882 - 1966) από την Πάτρα που έδωσε συγκλονιστική διήμερη μάχη με τον Αυστριακό Γιόζεφ Στάινμπαχ στην άρση βαρών με τα δυο χέρια και νίκησε (σήκωσε 142,5 κιλά, κάνοντας νέο παγκόσμιο ρεκόρ που το κράτησε ως το 1914). Έλληνας πολυνίκης των αγώνων αναδείχτηκε ο Νικόλαος Γωργαντάς με τρία μετάλλια: Χρυσό στην λιθοβολία και ασημένια στην δισκοβολία και την «ελληνική δισκοβολία» (ρίψη του δίσκου από εξέδρα).

Όπως και στην πρώτη Ολυμπιάδα (του 1896), πρόεδρος της οργανωτικής επιτροπής ήταν ο διάδοχος Κωνσταντίνος. Κι όπως και τότε, για να μαζευτούν χρήματα, εκδόθηκε ειδική σειρά γραμματοσήμων, που απέφερε 400.000 δρχ.

Οι «φυλές» της πόλης

Μια άγρια ψυχαγωγία ήταν ο πετροπόλεμος που ξεκίνησε ως παιχνίδι εφήβων και κατέληξε σε δραστηριότητα ακόμα και ατόμων μέσης ηλικίας. Κάτοικοι της Πλάκας απαγόρευαν στους Αναφιώτες να μπουν στην περιοχή τους, όπως και κάτοικοι των Αναφιώτικων εμπόδιζαν τους Πλακιώτες να περάσουν από την γειτονιά τους. Η παράβαση της απαγόρευσης αποτελούσε αιτία πετροπόλεμου, με αποτέλεσμα, κάποιες φορές, να υπάρχουν νεκροί και σοβαρά τραυματισμένοι, ενώ, όχι σπάνια, οι αντίπαλοι χρησιμοποιούσαν σφεντόνες ή και όπλα. Συχνά, ο τόπος, η μέρα και η ώρα της συμπλοκής αποτελούσε θέμα συμφωνίας ανάμεσα στις αντίπαλες ομάδες και ανακοινωνόταν με αγγελία στις εφημερίδες.

Το «έθιμο» είχε ξεκινήσει από τους κατοίκους της Πλάκας, του Ψυρή και του Μεταξουργείου και επεκτάθηκε στην πλατεία Βάθης, στου Γκύζη, το Θησείο, το Κολωνάκι, τη Νεάπολη και το Πολύγωνο, πριν να εξαπλωθεί σε ολόκληρη την πρωτεύουσα. Κατά κανόνα, οι μάχες δίνονταν τα κυριακάτικα πρωινά, σε προκαθορισμένα κεντρικά σημεία, στην Γούβα (σημερινή συνοικία Άγιος Αρτέμιος, πίσω από το Α' Νεκροταφείο), στου Φιλοπάππου, γύρω από την Ακρόπολη και το Στάδιο, με αποτέλεσμα να τραυματίζονται και ανύποπτοι περαστικοί: «Το σπορ, κατ’ εξοχήν ελληνικό και αθηναϊκό, τρομοκρατούσε τους φιλήσυχους Αθηναίους», αναφέρει στο βιβλίο του «Η Αθήνα του περασμένου αιώνα (1830 – 1900)»377, ο Επαμεινώνδας Στασινόπουλος (1900 - 1998).

Όταν η αστυνομία αποφάσισε να αναλάβει δράση, οι συμπλοκές μεταφέρθηκαν σε απόμακρα σημεία, ενώ «τσιλιαδόροι» ειδοποιούσαν έγκαιρα ότι πλησίαζαν αστυνομικοί. Σε μερικές από τις μάχες αυτές, συμμετείχαν και γυναίκες.

Ο πετροπόλεμος άρχισε να παίρνει την κάτω βόλτα, όταν (από το 1905 κι έπειτα) ξεκίνησε η ασφαλτόστρωση των αθηναϊκών δρόμων κι εξαφανίστηκε γύρω στα 1910. Περιορισμένος ανάμεσα στους εφήβους, ξαναφάνηκε για λίγα χρόνια στην δεκαετία του 1960.

Στα πρώτα βήματα της Αθήνας ως πρωτεύουσας της χώρας, στην πόλη ζούσαν και άστεγοι έφηβοι που προσπαθούσαν να επιβιώσουν, κάνοντας θελήματα ή μικροαπατεωνιές. Τις κρύες μέρες, μαζεύονταν στον πύργο, πάνω στον οποίο στηριζόταν το «ρολόι του Έλγιν378». Άναβαν φωτιά για να ζεσταθούν κι έλεγαν ιστορίες με, στην πλειοψηφία τους, φανταστικά κατορθώματα. Κατά μια πληροφορία, κάποιο βράδυ πέρασε από εκεί ο διευθυντής της αστυνομίας και, βλέποντάς τους μαζεμένους, σχολίασε:

«Βρε, τι μάγκα379 είστε αυτού;».

Τους έμεινε η προσωνυμία «μάγκας» που έφτασε να σημαίνει τον λαϊκό άνθρωπο, ο οποίος χαρακτηριζόταν από υπερβολική αυτοπεποίθηση ή έπαρση καθώς και από το διαφορετικό ντύσιμό του αλλά και τον έμπειρο που διέθετε (και διαθέτει) αναγνωρισμένες ικανότητες. Με αντίθετό του τον «ψευτόμαγκα», αυτόν που, χωρίς να είναι, παριστάνει τον σκληρό άντρα. Οι μάγκες έχασαν το καταφύγιό τους, όταν (8 Αυγούστου του 1884) μια φωτιά κατέστρεψε την παλιά αγορά και, μαζί της, τον πύργο και το «ρολόι του Έλγιν». Έτσι κι αλλιώς, η ανάπτυξη της πόλης έγινε αιτία να εξαφανιστούν οι άστεγοι έφηβοι και να εκλείψει το είδος του αρχικού μάγκα380.

Στην Αθήνα, χαρακτηριστικοί ψευτόμαγκες ήταν οι «κουτσαβάκηδες». Πήραν το όνομά τους από κάποιον Δημήτριο Κουτσαβάκη που, στα 1862, ζούσε στον Πειραιά. Ήταν υπαξιωματικός του στρατού (δεκανέας του ιππικού) κι έγινε πασίγνωστος για τους καβγάδες και τα νταηλίκια του, όπου έβλεπε ότι απέναντί του υπήρχε κάποιος του χεριού του381. Χαρακτηριστικά τους είχαν το στριφτό μουστάκι και το λιγδωμένο μαλλί που κάλυπτε σχεδόν ολόκληρο το μέτωπο. Φορούσαν μυτερά παπούτσια με υψωμένες τις μύτες, τραγιάσκα και, κατά κανόνα, κόκκινη ζώνη, της οποίας η άκρη σερνόταν στο έδαφος. Και είχαν περασμένο το ένα χέρι στο μανίκι του σακακιού τους, το οποίο ουσιαστικά κρεμόταν από τον ώμο. Στην ζώνη, έκρυβαν μαχαίρια και μικρά όπλα και χωρίς αιτία κι αφορμή ζητούσαν τον λόγο και ήταν έτοιμοι να χειροδικήσουν ενάντια σε όποιον τους κοιτούσε κάπως περίεργα ή τους υπενθύμιζε ότι «κρέμεται το ζωνάρι»382 τους. Με τον καιρό, η πλατεία Ηρώων στου Ψυρή έγινε το στέκι τους αλλά αλώνιζαν ολόκληρη την πόλη και αποτελούσαν μεγάλη απειλή για τους κατοίκους της. Και μαχαίρωναν, δίχως καμιά αφορμή, τις γυναίκες που έκαναν πεζοδρόμιο και αποτελούσαν εύκολους στόχους.

Ο αστυνόμος Δημητριάδης ήταν αυτός που πρώτος προσπάθησε να τους αντιμετωπίσει. Έκανε εφόδους στα στέκια τους αλλά εκείνοι έστησαν καρτέρι στην πλατεία Δημοπρατηρίου (στην συμβολή των οδών Αιόλου και Ερμού) και σκότωσαν τον γραμματέα της αστυνομίας, Λύτρα. Ο Δημητριάδης ηγήθηκε αστυνομικής δύναμης και, έπειτα από μάχη, συνέλαβε τους δολοφόνους που κρύβονταν σε ένα υπόγειο. Σημειώθηκε εξέγερση των κατοίκων του Ψυρή με επακόλουθο την υποχώρηση της αστυνομίας. Ο υπόκοσμος του Ψυρή συνασπίστηκε και ετοιμάστηκε να επιτεθεί στην αστυνομία. Ο αστυνόμος ζήτησε την άδεια από την κυβέρνηση να ξεκληρίσει τους κουτσαβάκηδες αλλά εκείνη (του Δημήτριου Βούλγαρη) προτίμησε να τον απολύσει για να ηρεμήσει τα πνεύματα.

Ο επόμενος που θέλησε να διαλύσει τους κουτσαβάκηδες ήταν ο αστυνόμος Βρατσάνος από τα Ψαρά: Προσέλαβε κάποιους από αυτούς, οι οποίοι υποδείκνυαν πού κρύβονταν οι άλλοι, με αποτέλεσμα να συλλάβει αρκετούς. Η υπόθεση χάλασε, όταν αυτοί που είχαν προσληφθεί ήρθαν σε συνεννόηση με τους παράνομους κι όλοι μαζί δρούσαν ενάντια στην αστυνομία. Ο Βρατσάνος απάντησε με επιδρομές στα στέκια των κουτσαβάκηδων. Αυτοί ήρθαν σε επαφή με τους πολιτικούς τους φίλους, οι οποίοι πέτυχαν την αντικατάσταση του αστυνόμου.

Ένας ακόμη που προσπάθησε να αντιμετωπίσει τους κουτσαβάκηδες ήταν ο αστυνόμος Κουσσονάκος. Είχε κάποια επιτυχία αλλά εκείνος που τους τσάκισε ήταν ο αστυνόμος Δημήτριος Μπαϊρακτάρης (1932 - 1904). Αρχηγό της αστυνομίας τον διόρισε ο Χαρίλαος Τρικούπης (1893). Έκανε εφόδους με ευζώνους κι όποιον κουτσαβάκη συνελάμβανε, τον οδηγούσε στη σημερινή πλατεία Κλαυθμώνος, όπου υπήρχε ένα αμόνι: Τον έβαζε να διαλύσει πάνω σ' αυτό τα όποια όπλα κουβαλούσε. Έπειτα, τον κάθιζε σ' ένα σκαμνί και, με ένα τεράστιο ψαλίδι, του έκοβε ο ίδιος το μισό μουστάκι, το ζωνάρι που κρεμόταν και το μανίκι που δεν φορούσε. Του έλεγε «αφού δεν το φοράς, σου είναι άχρηστο». Στη συνέχεια, έκοβε τις μύτες των παπουτσιών κι έδιωχνε τον κουτσαβάκη ρίχνοντάς τον μέσα στο μαζεμένο πλήθος που απολάμβανε το θέαμα. Λίγο καιρό αργότερα, ο «κουτσαβακισμός» είχε τελείως εξαλειφθεί.

Μια ιδιότυπη φυλή Αθηναίων αποτελούσαν οι λιμοκοντόροι: Νεαροί γόνοι αστών, που ζούσαν από το χαρτζιλίκι των γονιών τους, το οποίο, όμως, ήταν περιορισμένο (συνήθως, δέκα λεπτά την ημέρα), «για να μην κακομαθαίνουν». Οπότε, ναι μεν ήταν «αριστοκράτες», πλην όμως δεν διέθεταν χρήματα383. Φορούσαν ακριβά ρούχα, είχαν επιτηδευμένους τρόπους και όλη την ημέρα τριγυρνούσαν στην πόλη, προσπαθώντας «να πουλήσουν γοητεία». Συνήθως, δεν το πετύχαιναν, καθώς ενάντιά τους κυκλοφορούσε σατιρικό δίστιχο:

«Κορίτσια μην πιστεύετε εις τους λιμοκοντόρους
γιατί τα ρούχα που φορούν χρωστούν εις τους εμπόρους».

Τύποι του 19ου αιώνα

Στην Αθήνα των λίγων χιλιάδων κατοίκων, εκκεντρικοί άνθρωποι με ιδιόρρυθμο χαρακτήρα ή περίεργες επιδόσεις γίνονταν γνωστοί ως «τύποι της πόλης», άλλοτε με τον τρόπο της ζωής τους κι άλλοτε ως αντικείμενο διασκέδασης των «φυσιολογικών» κατοίκων. Κάποιοι από αυτούς, όταν υπήρχε ακροατήριο, έβγαζαν πύρινους λόγους ενάντια σε ότι θεωρούσαν πως έπρεπε να στηλιτευτεί. Με τους ακροατές να τους τσιγκλάνε διασκεδάζοντας και να τους κάνουν χάζι.

Ένας από αυτούς ήταν ο εφημεριδοπώλης «Κώστας ο ρήτορας». Εμφανίστηκε στα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Όθωνα και κατακεραύνωνε μονάρχες και ανάκτορα. Κάποια στιγμή, χάθηκε από την πρωτεύουσα. Ήταν παντρεμένος με μια κοπέλα, στην Εύβοια, την οποία είχε εγκαταλείψει δέκα χρόνια νωρίτερα αλλά, ξαφνικά, την επιθύμησε. Την βρήκε να συζεί με κάποιον άλλον, θύμωσε και τη σκότωσε. Δικάστηκε με την κατηγορία του φόνου για λόγους τιμής και φυλακίστηκε. Βρήκε ακροατήριο τους συγκρατούμενούς του. Όταν αποφυλακίστηκε, γύρισε στην παλιά δουλειά του, πουλώντας εφημερίδες, αγορεύοντας και πρωταγωνιστώντας σε αντιμοναρχικά επεισόδια. Πέθανε στο νοσοκομείο. Τον αναφέρει σε ένα σατιρικό ποίημά του ο Γεώργιος Σουρής:

«Με κάθε Κώστα ρήτορα, με κάθε λαοπλάνο

τη λευτεριά την έχομε και με το παραπάνω.

Μα σαν κοιτάς τη λευτεριά να τρέχει μες στον δρόμο

χωρίς κανένα χαλινό, χωρίς κανένα νόμο,

δεν είναι τίποτε κι αυτή παρά μια δεσποτεία

και ξαμολιέται πίσω της όλ' η φαυλοκρατία».

Στα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Όθωνα εμφανίστηκε και ο γνωστός καρδιοκατακτητής, Ευστράτιος Ράλλης. Ανήκε στην πάμπλουτη οικογένεια των μεγαλέμπορων Ράλληδων αλλά δεν ασχολιόταν με το εμπόριο. Είχε διαπρέψει ως αξιωματικός εθελοντικού σώματος που μετείχε στον Κριμαϊκό πόλεμο (1854 - 1856) αλλά γρήγορα διαλύθηκε. Γύρισε στην Αθήνα και εντυπωσίασε την «υψηλή κοινωνία» με την φινέτσα και τους αριστοκρατικούς τρόπους του αλλά και την χορευτική του δεινότητα. Έφτασε να αποτελεί μεγάλη τιμή για μια γυναίκα να χορέψει μαζί του. Αποτελούσε το κέντρο ενδιαφέροντος του γυναικόκοσμου στις χοροεσπερίδες, από τις οποίες ουδέποτε απουσίαζε.

Κάποια στιγμή, μετά τον πόλεμο, κλήθηκε στην τουρκική πρεσβεία στην Αθήνα, όπου του παραδόθηκε ένας χαρτοφύλακας: Ήταν δικός του αλλά τον είχε χάσει σε κάποια μάχη. Οι Τούρκοι, που τον βρήκαν, θεώρησαν ότι τα έγγραφα που περιείχε, είχαν στρατιωτική αξία, οπότε τα έστειλαν στην Κωνσταντινούπολη. Διαπιστώθηκε εκεί ότι ήταν ερωτικές επιστολές. Η καλή φήμη της οικογένειας των Ράλληδων384 συνετέλεσε, ώστε να φυλαχτεί ο χαρτοφύλακας και να παραδοθεί στον ιδιοκτήτη του.

Συνέχισε να καλείται στις χοροεσπερίδες μέχρι τα βαθιά του γεράματα. Έλεγαν γι' αυτόν ότι έφτασε να χορεύει «με τας εγγόνας των κυριών τας οποίας είχε χορέψει εις την νεότητά των».

Άλλος περιώνυμος καρδιοκατακτητής στην Αθήνα αλλά και στον Πειραιά ήταν ο μπάρμπα Γιάννης ο κανατάς. Εμφανίστηκε ξαφνικά, γύρω στα 1860. Έμενε στην Πλάκα, απ' όπου, κάθε πρωί φόρτωνε τον ξανθοκόκκινο γάιδαρό του με αιγινίτικα κανάτια κι όργωνε Αθήνα και Πειραιά, πουλώντας τα. Η πραμάτεια του ήταν απαραίτητη στα νοικοκυριά, καθώς η ύδρευση γινόταν από τις δημόσιες βρύσες. Ως πραματευτής, ήταν ντυμένος φτωχικά, περπατούσε ξυπόλυτος και πάντα φορούσε ψάθινο καπέλο. Ήταν, όμως, ομορφάντρας, ψηλός, ξανθός, με φαρδύ περιποιημένο μουστάκι. Με την ιδιότητά του πραματευτή, έμπαινε στα αθηναϊκά σπίτια και δεν δίσταζε να συνάπτει ερωτικές σχέσεις με τις νοικοκυρές. Κατάφερε να πλουτίσει αλλά συνέχισε να πουλά κανάτια ξυπόλυτος. Τις Κυριακές και τις αργίες, όμως, μεταμορφωνόταν: Φορούσε άψογο κοστούμι, ψηλό καπέλο και καλογυαλισμένα παπούτσια, κρατούσε ασημένιο μπαστούνι και η χρυσή αλυσίδα που κρεμόταν στο σακάκι φανέρωνε την ύπαρξη χρυσού ρολογιού τσέπης. Εκκλησιαζόταν αλλά, μετά τη λειτουργία, έκανε περίπατο στο Ζάππειο και κατέληγε στο καφενείο «Η Ωραία Ελλάς» ή στο «Σολώνειον», όπου συναναστρεφόταν με την αριστοκρατία της πόλης. Τα απογεύματα, επισκεπτόταν την πλατεία Συντάγματος, όπου η στρατιωτική μπάντα ψυχαγωγούσε τους Αθηναίους.

Παιδούλα ακόμα, η Πηνελόπη Μπενάκη (κατοπινή Δέλτα), συνάντησε τον μπάρμπα Γιάννη στον Πειραιά και τον λυπήθηκε, έτσι που τον είδε ξυπόλυτο και φτωχοντυμένο. Σε κάποια τυχαία συνάντησή της με τον βασιλιά Γεώργιο385, έπιασαν κουβέντα. Η μικρή εξέφρασε τη συμπάθειά της για τον «φτωχό κανατά». Ο βασιλιάς δεν έκρυψε την αντιπάθειά του για τον μπάρμπα Γιάννη, προσπαθώντας να πείσει την Πηνελόπη ότι δεν επρόκειτο για φτωχό αλλά για απατεώνα. Και της ανέφερε τους στίχους «που φοράς ψηλό καπέλο και παπούτσια γυαλιστά». Ο Γεώργιος ήταν θυμωμένος και με τον Ανδρέα Ζάιλερ που είχε διασκευάσει ένα ιταλικό τραγούδι, σκαρώνοντας το πασίγνωστο «Μπάρμπα Γιάννης Κανατάς». Ο Ζάιλερ ήταν από τους πρώτους Βαυαρούς που είχαν εγκατασταθεί στην Αθήνα κι έφτασε αρχιμουσικός της στρατιωτικής μπάντας, οπότε έπρεπε να είχε πάρει άδεια για να συνθέσει οποιοδήποτε τραγούδι, κάτι που είχε παραλείψει. Το τραγούδι έφτασε στις μέρες μας ερμηνευμένο αρχικά από την Ελβίρα ντε Ιντάλγκο (1933) και τον τενόρο τον Πέτρο Επιτροπάκη (1934):

«Μπάρμπα Γιάννη με τις στάμνες
και με τα σταμνάκια σου,
να χαρείς τα μάτια σου

Κι αν φορείς ψηλό καπέλο

και παπούτσια γυαλιστά,

μπάρμπα Γιάννη Κανατά.

Πρόσεξέ μη σε γελάσει
καμιά έμορφη κυρά,
μπάρμπα Γιάννη Κανατά.


Και σου φάει το γαϊδούρι
και σ’ αφήσει την ουρά,
Μπάρμπα Γιάννη Κανατά.

Μπάρμπα Γιάννη, πέσε πρώτος
στου Φαλήρου τα νερά,
μπάρμπα Γιάννη Κανατά.

Να σε δουν τα κοριτσάκια
και να πέσουνε κι αυτά,
μπάρμπα Γιάννη Κανατά

Μπάρμπα Γιάννη, σε λατρεύω,

θα σε αγαπώ πιστά,

μπάρμπα Γιάννη κανατά».

Γύρω στα 1880, ο μπάρμπα Γιάννης εξαφανίστηκε. Κανένας δεν ξανάκουσε γι' αυτόν. Τότε ήταν που κυκλοφόρησε η φήμη πως επρόκειτο για κατάσκοπο, μάλλον Βούλγαρο, που γύρισε στην πατρίδα του μετά την απελευθέρωσή της από τους Τούρκους (το 1878, με την συνθήκη του Αγίου Στεφάνου).

Φανατικός «αντίπαλος» του Χαρίλαου Τρικούπη ήταν ο φουστανελοφόρος Τσέλιος Πίτσαρης, γνωστός τύπος της Αθήνας που οι κάτοικοι της πρωτεύουσας αποκαλούσαν Τσελεπίτσαρη. Ως αρχηγός μικρού εκστρατευτικού σώματος, είχε πολεμήσει (Μάρτη του 1878), στην δεύτερη μάχη της Μακρυνίτσας387. Σε αναγνώριση της δράσης του, ο δήμος Αθηναίων του πρόσφερε την θέση φανοκόρου (υπεύθυνου για το άναμμα των φανών), την οποία απέρριψε ως υποτιμητική για έναν «καπετάνιο του Αγώνα», όπως θεωρούσε ότι ήταν. Κατάντησε να μην έχει να φάει. Αποφάσισε ότι για την φτώχεια του έφταιγε ο Χαρίλαος Τρικούπης, οπότε εντάχθηκε στο κόμμα του Θεόδωρου Δηλιγιάννη και αναδείχτηκε σε συγκεντρωσιάρχη του. Έμπαινε μπροστά στις αντιτρικουπικές διαδηλώσεις ή δημιουργούσε πορείες ο ίδιος, επικεφαλής μικρών παιδιών, και διέτρεχε την πόλη ζωσμένος το κομματικό έμβλημα του Δηλιγιάννη388 και κραδαίνοντας μια γκλίτσα που είχε στην άκρη ένα παλιό τσαρούχι (σύμβολο της «έντιμης φτώχειας»). Κι αυτός και η ακολουθία του, κραύγαζαν «Κάτω ο Πετρέλαιος» και «Κάτω ο Πακετάκιας» (παρατσούκλια του Τρικούπη, επειδή είχε επιβάλει κρατικό μονοπώλιο στο πετρέλαιο και στον καπνό). Πέθανε στα τέλη του 19ου αιώνα.

Παρεξηγημένος τύπος της Αθήνας ήταν ο Ιωάννης Πύρλας, που γεννήθηκε στην Τρίπολη (το 1817), σπούδασε ιατρική και φυσικές επιστήμες στην Αθήνα και το Παρίσι κι εγκαταστάθηκε στην ελληνική πρωτεύουσα (το 1862). Στα 1864, υπέβαλε στην Γαλλική Ακαδημία εργασία με θέμα την δημιουργία πηδαλιοχούμενου αερόστατου (αερόπλοιου). Η Ακαδημία μελέτησε το υπόμνημα, βρήκε την ιδέα ενδιαφέρουσα και τον κάλεσε στο Παρίσι. Δεν είχε χρήματα και ζήτησε από την κυβέρνηση, να του πληρώσει τα εισιτήρια. Το αίτημά του απορρίφθηκε, οπότε το όλο θέμα πάγωσε389. Στην ιστορία της Αθήνας έμεινε ως γραφικός τύπος, επειδή πίστευε στη μετεμψύχωση, αντιπαθούσε τα ξένα φάρμακα, συνταγογραφούσε μόνο φυτικές ουσίες που αφθονούν στην ελληνική ύπαιθρο και ήταν ενάντιος στο άνοιγμα της διώρυγας της Κορίνθου, επειδή πίστευε ότι «θα απελευθερώσει όλες τις αρρώστιες».

Τέλη του 19ου αιώνα, έζησε ο επιπλοποιός Μήλας, «περιπατητικός φιλόσοφος». Είχε μανία με την τελειότητα και συνήθιζε να κάνει μοναχικούς περιπάτους. Απέφευγε την δημοσιότητα κι έπιανε κουβέντα μόνο, όταν απέναντί του βρισκόταν κάποιος με γνώσεις φιλοσοφίας. Τότε, κυριευόταν από πάθος κι αναψοκοκκίνιζε. Επιζητούσε να λύσει το μυστήριο της ύπαρξης του ανθρώπου και να βρει για ποιον λόγο υπάρχει το σύμπαν. Το μεγάλο ερώτημα ήταν «Πώς η φύσις κτήσις γίνεται άνευ τινός αιτίας;». Του ανήκαν οι στίχοι:

«Ο νους τα πάντα πέφυκε

εν φώτι και σκοτία

και η φύσις κτήσις γέγονε

μη κτήτορος αιτία».

Σε μια από τις συζητήσεις του, καταφέρθηκε ενάντια στον θεσμό της βασιλείας. Τον συνέλαβε η αστυνομία και τον φυλάκισε ως αναρχικό.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

359. Βλ. και κεφάλαιο 19, «η Αθήνα οριστικά ελληνική».

360. Βλ. και κεφάλαιο 20, «τα αρχαία πρώτο μέλημα».

361. Βλ. και κεφάλαιο 25, «τα Ορεστιακά και η δολοφονία του Δηλιγιάννη»

362. Βλ. και κεφάλαιο 20, «η οδός Ερμού».

363. Βλ. και κεφάλαιο 23, «Οδός Σταδίου, ο δρόμος με τις ακακίες».

364. Το «καφέ σαντάν» αποτελούσε μίμηση του γαλλικού «cafés chantant», καφενείου με τραγουδιστές και μικρά σκετς, που εμφανίστηκε στην Γαλλία τον 18ο αιώνα.

365. Σαντέζα ήταν η «ελληνοποίηση» της γαλλικής λέξης chanteuse (θηλυκό του chanteur, τραγουδιστής).

366. Βλ. και κεφάλαιο 20, «η οδός Ερμού».

367. «Χανεντέ», δηλαδή εφάμιλλη του Ζαχαρία Χανεντέ (1680 - 1750), σπουδαίου τραγουδιστή στο σεράι επί σουλτάνων Αχμέτ Γ' (1703 - 1730) και Μαχμούτ Α' (1730 - 1754) και σημαντικού συνθέτη.

368. Λιγύμολπος είναι αυτός (ή αυτή) που ψάλλει δυνατά και καθαρά (λιγύς είναι ο οξύς, δυνατός, μολπός από τη μολπή, το τραγούδι).

369. Ο Γερμανός δάσκαλος K. Schönwälder, που είδε από κοντά το «βασιλικό θεωρείο», σημείωσε ότι ήταν τόσο ψηλά και τόσο μακριά από την σκηνή, ώστε να βρίσκεται στο χειρότερο για τον θεατή σημείο της αίθουσας.

370. Μεταστάζιο ή Μεταστάσιο (Metastasio, Ρώμη 1698 – Βιέννη 1782) είναι το φιλολογικό ψευδώνυμο του Ιταλού ποιητή Πιέτρο Ντομίνικο Αρμάντο Τραπάσι (Pietro Dominico Armando Trapasi).

371. Βλ. και κεφάλαιο 23, «το πολύπαθο Δημοτικό θέατρο».

372. Βλ. και κεφάλαιο 24, «οι προεκτάσεις της πόλης».

373. «Κατά την συνοικίαν Πλάκας εσυστήθη ανατολικόν θέατρον, εξοδεύων δε τις δέκα μόνον λεπτά, πέντε δηλαδή εις την εισοδον και πέντε δι’ ένα ναργιλέν, δύναται να διασκεδάσει τρεις ολοκλήρους ώρας, εξακολουθών να γελά ακαταπαύστως καθ' όλον αυτό το διάστημα», αναφέρει αθηναϊκή εφημερίδα της εποχής, όπως μαρτυρείται στον ιστότοπο haridimos.gr.

374. Η ονομασία «λατέρνα» προέρχεται από τις λέξεις la torno (αυτό που περιστρέφεται).

375. Η ονομασία «ρομβία» προήλθε από την ιταλική επιγραφή POMBIA (Πόμπια) που έφερε το μουσικό κουτί αλλά διαβαζόταν με ελληνική προφορά.

376. Βλ. αμέσως επόμενο κεφάλαιο 29, «Από πραξικόπημα σε πραξικόπημα».

377. Το βιβλίο εκδόθηκε το 1963.

378. Ήταν ένα μεγάλο ρολόι που ο Έλγιν είχε χαρίσει στην Αθήνα, όταν έκλεβε τα γλυπτά του Παρθενώνα. Οι δημογέροντες έκτισαν έναν πύργο στην παλιά αγορά και το έστησαν πάνω του.

379. Μάγκα ονομαζόταν η μικρή ομάδα άτακτων πολεμιστών, το μπουλούκι.

380. Στα 1979, ο Νίκος Παπάζογλου ερμήνευσε το τραγούδι των Νίκου Ξυδάκη (συνθέτη), Μανώλη Ρασούλη (στιχουργού), «Οι μάγκες δεν υπάρχουν πια» (Οι μάγκες δεν υπάρχουν πια / τους πάτησε το τρένο, / με μάγκικο σαλπάρανε / με ναργιλέ σβησμένο).

381. Κατ' άλλη ερμηνεία, το «κουτσαβάκης» προέκυψε, επειδή οι ψευτόμαγκες αυτοί βάδιζαν τάχα κουτσαίνοντας «εξαιτίας πληγής που απέκτησαν σε κάποια συμπλοκή».

382. Από αυτή την συνήθεια προέκυψε η φράση «έχει λυμένο το ζωνάρι (για καβγά)».

383. Λιμοκοντόρος, ο «κόντες της λίμας», ο αριστοκράτης της πείνας.

384. Ο Τομαζής (Θωμάς) Ράλλης (1798 - 1858) ήταν διευθυντής της εταιρείας «Τομαζής Ράλλης και Σία» που είχε καταστήματα στην Κωνσταντινούπολη και στην Τραπεζούντα.

385. Βλ. και κεφάλαιο 23, «η συνοικία και το μέγαρο Τσίλλερ».

386. Υπήρξε μια φήμη ότι τους στίχους του τραγουδιού είχε γράψει ο ίδιος ο μπάρμπα Γιάννης, οπότε, όταν εμφανιζόταν στην πλατεία Συντάγματος, η μπάντα τον υποδεχόταν με αυτό.

387. Ο τότε ρωσοτουρκικός πόλεμος έγινε αιτία ξεσηκωμού σε Θεσσαλία, Μακεδονία και Ήπειρο, με σκοπό την ένωση των περιοχών αυτών με την Ελλάδα. Ξεσηκώθηκε και το Πήλιο και δόθηκαν δυο μάχες (Γενάρη και Μάρτη του 1878) κοντά στην Μακρινίτσα, με τελική νίκη των Τούρκων. Η Θεσσαλία ενσωματώθηκε στην Ελλάδα το 1881.

388. Κομματικό σύμβολο του Δηλιγιάννη ήταν το «κορδόνι». Καθιερώθηκε, όταν σε κάποιες εκλογές είπε σε υποψήφιούς του ότι «ο συνδυασμός θα βγει κορδόνι», δηλαδή θα εκλεγούν όλοι, πράγμα που έγινε.

389. Στα 1901, χρονιά που ο Πύρλας πέθανε, ο κόμης Φερδινάνδος φον Ζέπελιν ύψωσε το αερόπλοιο που ο ίδιος έφτιαξε και που, τιμητικά, ονομάστηκε «ζέπελιν»: Ήταν περίπου ίδιο με αυτό που Πύρλας εισηγήθηκε.

(τελευταία επεξεργασία, 3 Δεκεμβρίου 2020)

Επικοινωνήστε μαζί μας