Κεφ. 31 ΑΘΗΝΑ: Ο Εμφύλιος πόλεμος

Προετοιμάζοντας την επόμενη ημέρα

Από τα τέλη Αυγούστου του 1944, ο σοβιετικός στρατός κατέβαινε ακάθεκτος στη Ρουμανία, ενώ οι παρτιζάνοι του Τίτο ελευθέρωναν τη μια περιοχή μετά την άλλη, στην Γιουγκοσλαβία. Στην Ελλάδα, οι Γερμανοί κινδύνευαν να αποκλειστούν. Αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την χώρα. Τον ίδιο καιρό (2 Σεπτέμβρη του 1944), το ΕΑΜ προσχώρησε στην εξόριστη κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου. Στις 26 Σεπτέμβρη, υπογράφτηκε η συμφωνία της Καζέρτας (στην Ιταλία). Κυρίως, προέβλεπε την υπαγωγή των ανταρτών του ΕΑΜ και του ΕΔΕΣ στις διαταγές της κυβέρνησης, η οποία, με τη σειρά της, τους έθετε κάτω από τις διαταγές των Άγγλων. Στη συνθήκη αυτή, υπήρχε σαφής καταδίκη των Ταγμάτων Ασφαλείας που χαρακτηρίζονταν «όργανα του εχθρού». Υπήρχε και συμφωνία η επιστροφή ή όχι του βασιλιά να κριθεί σε δημοψήφισμα, όταν θα το επέτρεπαν οι περιστάσεις.

Στο μυστικό αεροδρόμιο της «Νεράιδας» (στην Καρδίτσα, εκεί όπου σήμερα υπάρχει η τεχνητή λίμνη Πλαστήρα) προσγειώθηκαν ο Θεμιστοκλής Τσάτσος (1906 - 1970) ως εκπρόσωπος των φιλελευθέρων στην κυβέρνηση Παπανδρέου, ο Γιάννης Ζέβγος (Ταλαγιάννης, 1897 - 1947) ως εκπρόσωπος του ΚΚΕ στην ίδια κυβέρνηση (μαζί με τον Φ. Μανουηλίδη, θα αποτελούσαν την ελληνική κυβερνητική επιτροπή ως την άφιξη της κυβέρνησης εθνικής ενότητας), ο διοικητής της 1ης ελληνικής μεραρχίας στην μάχη του Ελ Αλαμέιν, συνταγματάρχης Παυσανίας Κατσώτας (1896 - 1991), που επρόκειτο να αναλάβει στρατιωτικός διοικητής της Αθήνας (από τις 25 Οκτώβρη του 1944), και ο ταγματάρχης Οδυσσέας Παπαμαντέλος. Αποστολή τους ήταν να οργανώσουν την ομαλή ανάληψη της εξουσίας μετά την αποχώρηση των Γερμανών. Έφθασαν στην Αθήνα στις 7 Οκτώβρη. Για τον σκοπό αυτόν, η κυβέρνηση Παπανδρέου είχε ορίσει στρατιωτικό διοικητή της Αθήνας τον υποστράτηγο Παναγιώτη Σπηλιωτόπουλο, διοικητή Χωροφυλακής και κατηγορούμενο ως συνεργάτη των Γερμανών430.

Τον ίδιο καιρό, ο φρούραρχος της Αθήνας και διοικητής των γερμανικών στρατευμάτων στη Νότια Ελλάδα, πτέραρχος Χέλμουτ Φέλμι (1885 - 1965), ζήτησε από τον και φίλο του αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό να του εγγυηθούν οι Έλληνες την ασφαλή αποχώρηση των στρατευμάτων του με αντάλλαγμα να μην πειραχθούν οι υποδομές της πρωτεύουσας. Μετά από δυο συναντήσεις, η πρώτη με παρόντα τον αρχιεπίσκοπο, η συμφωνία επικυρώθηκε. Ήταν 20 Σεπτέμβρη, όταν ο Φέλμι ανακοίνωσε επίσημα ότι οι δικοί του δεν επρόκειτο να προχωρήσουν σε οποιαδήποτε δολιοφθορά, αρκεί να μην τους ενοχλούσαν κατά την αποχώρησή τους. Στις 8 Οκτώβρη του 1944, με δική του ανακοίνωση, το ΚΚΕ προσχώρησε στη συμφωνία.

Τα γεγονότα, όμως, εξελίχθηκαν διαφορετικά. Οι Άγγλοι, μέσω του λιμανιού της Ραφήνας, έστελναν όπλα, ώστε να εξοπλιστούν οι δυνάμεις ασφαλείας που έργο είχαν να τηρήσουν την τάξη στο μεσοδιάστημα, από την αποχώρηση των Γερμανών ως την ανάληψη της εξουσίας από την κυβέρνηση εθνικής ενότητας, αλλά και για τη συγκρότηση ελληνικού στρατού. Με ενέργειες του Σπηλιωτόπουλου, τα όπλα κατέληγαν στην οργάνωση Χ, στον ΕΔΕΣ και σε άλλες αντικομμουνιστικές οργανώσεις431. Κι επειδή η μεταφορά των όπλων από τα ανατολικά παράλια συναντούσε εμπόδια στο ΕΑΜοκρατούμενο Κορωπί που βρίσκεται πάνω στον δρόμο προς την πρωτεύουσα, στις 9 Οκτώβρη του 1944, άνθρωποι του Σπηλιωτόπουλου, ντυμένοι Γερμανοί, έζωσαν την κωμόπολη, εκτέλεσαν 47 ΕΛΑΣίτες κι έκαψαν τετρακόσια σπίτια432.

Και οι Γερμανοί, παρά τη συμφωνία, υπονόμευσαν όλες τις βιομηχανικές και λιμενικές εγκαταστάσεις στον Πειραιά, με σκοπό να τις ανατινάξουν κατά την αποχώρησή τους. Όμως, τις γερμανικές ενέργειες τις είχε πληροφορηθεί ο ΕΛΑΣ και σχεδίαζε, πώς θα τις αποτρέψει.

Η πρώτη μέρα της λευτεριάς

Ο αθηναϊκός λαός τα αγνοούσε όλα αυτά. Με αγωνία, περίμενε την αποχώρηση των στρατευμάτων κατοχής. Στις 8 το πρωί, 12 Οκτώβρη του 1944, ο διορισμένος δήμαρχος της πόλης, Άγγελος Γεωργάτος, συνόδευσε τον πτέραρχο Φέλμι στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη. Ο Γερμανός κατέθεσε στεφάνι κι αποχώρησε. Αθηναίοι που έτυχε να δουν την κατάθεση, άρπαξαν το στεφάνι και το ποδοπάτησαν. Ο Φέλμι ακολούθησε τις μηχανοκίνητες φάλαγγες των συμπατριωτών του που έφευγαν από την Αθήνα μέσω της Ιεράς Οδού. Στις 9.15 το πρωί, ένας άνδρας της γερμανικής φρουράς, στην Ακρόπολη, κατέβασε τη ναζιστική σημαία, την δίπλωσε βιαστικά και βάζοντάς την παραμάσχαλα, μαζί με τους υπόλοιπους εγκατέλειψε τον Ιερό Βράχο. Τις ίδιες στιγμές, ο δοσίλογος πρωθυπουργός, Ιωάννης Ράλλης, είχε κλειστεί στη μητρόπολη. Τον συνέλαβε η αστυνομία, εκτελώντας διαταγή του αρχηγού της, Άγγελου Έβερτ (1894 - 1970). Την ίδια τύχη είχε και ο Γεώργιος Τσολάκογλου, καθώς και οι υπουργοί τους αλλά και οι διευθυντές των εφημερίδων που είχαν συνεργαστεί με τους κατακτητές. Οι άνδρες των ταγμάτων ασφαλείας κλείστηκαν στο στρατόπεδό τους, στου Γουδή.

Πριν ακόμα εγκαταλείψει την πόλη και ο τελευταίος Γερμανός, οι Αθηναίοι ξεχύθηκαν στους δρόμους, πανηγυρίζοντας. Σημαίες ελληνικές, αγγλικές, αμερικανικές και σοβιετικές ανέμιζαν, ξεφωνητά αγαλλίασης δονούσαν την ατμόσφαιρα:

«Μπήκα άθελά μου στο ρυθμό που επικρατούσε γύρω μου. Τι κάναμε δηλαδή; Μα απλό πράγμα: χαιρόμαστε και δεν ξέραμε πώς να εκφράσουμε τον ενθουσιασμό μας […] Τώρα μας ενδιέφερε να ζήσουμε τη μεγάλη μέρα», έγραψε, αργότερα, ο δημοσιογράφος και μελλοντικός διευθυντής του περιοδικού «Διάπλασις των παίδων», Κώστας Παράσχος.

Και ο Γιώργος Θεοτοκάς περιέγραψε:

«Ήταν ένα κάρο φορτωμένο νέους και νέες που ξεφωνίζανε. Στο άλογο που τραβούσε το κάρο καθότανε καβάλα μια γυναίκα μελαχρινή σα γύφτισσα που είχε στο κεφάλι και στους ώμους ένα σάλι επαναστατικά κατακόκκινο. Φορούσε κίτρινο φουστάνι κι είχε διάφορα χαϊμαλιά στο στήθος, κρατούσε μια ελληνική σημαιούλα και ξεφώνιζε τραγουδώντας: "Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη…". Μια παρέα μάγκες γυρίζανε με ένα χαρτονένιο Χίτλερ κρεμασμένο σε ένα κοντάρι και φωνάζανε ρυθμικά "Εμπατίρησε" (καινούργια λέξη argot). Πολλά τραμ και καμιόνια ανεβοκατέβαιναν τους κεντρικούς δρόμους φορτωμένα παιδιά του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ που φωνάζανε συνθήματα των οργανώσεών τους. Είδα και μια παρέλαση πιτσιρίκων με ξύλινα τουφέκια, του "παιδικού μετώπου" του ΕΑΜ».

Γυναίκες και άνδρες του ΕΑΜ διαδήλωναν φωνάζοντας συνθήματα «Κανένα άσυλο στους προδότες!», «Λευτεριά - Λαοκρατία!». Ασυναίσθητα, ο λαός τα επαναλάμβανε. Τα πλήθη πανηγύριζαν έξαλλα αλλά, παρ' όλα αυτά, δεν προχώρησαν σε πράξεις αντεκδίκησης.

Οι τρεις εκπρόσωποι της κυβέρνησης εθνικής ενότητας, Τσάτσος, Ζεύγος και Φ. Μανουηλίδης, μαζί με τον Παυσανία Κατσώτα που, πια, φορούσε την ελληνική στρατιωτική του στολή, παραβρέθηκαν σε πανηγυρική δοξολογία στη μητρόπολη. Έπειτα πήγαν στην πλατεία Συντάγματος και μίλησαν στους εκεί συγκεντρωμένους. Ακολούθησε παρέλαση τμημάτων Βρετανών καταδρομέων (700 άνδρες) και Ελλήνων Ιερολοχιτών (400 άνδρες) που έφθασαν στην πλατεία Συντάγματος: Τα επιθεώρησε ο στρατιωτικός διοικητής (Π. Σπηλιωτόπουλος) και ακολούθησε κατάθεση στεφάνων. Στη συνέχεια, η τριμελής κυβερνητική επιτροπή εγκαταστάθηκε στο κτίριο της Βουλής. Ο Φ. Μανουηλίδης πήγε στο δημαρχείο και, μέσα σε πανηγυρική ατμόσφαιρα, εγκατέστησε τον νέο δήμαρχο της πόλης: Ήταν ο δικηγόρος και προσωπικός φίλος του Γεώργιου Παπανδρέου, Αριστείδης Σκληρός (1890 - 1976). Θα έμενε δήμαρχος ως τον Μάη του 1947.

Έχοντας εμπειρία από άλλες ευρωπαϊκές πόλεις, όπου, με την αποχώρηση των κατακτητών, σημειώθηκαν ακόμα και λιντσαρίσματα, ο σύνδεσμος του στρατιωτικού διοικητή με το αγγλικό στρατηγείο, συνταγματάρχης της μυστικής υπηρεσίας «Επιχειρήσεις Ειδικών Αποστολών» (Special Operations Executive, SOE), Ρ. Σέπαρντ, παραξενεύτηκε. Καθώς νύχτωνε, έκανε ο ίδιος αυτοψία στις περιοχές που ελέγχονταν από τον ΕΛΑΣ. Διαπίστωσε ότι επικρατούσε απόλυτη ησυχία και είδε άνδρες του ΕΛΑΣ να περιπολούν στους δρόμους, για να προλάβουν ο,τιδήποτε μπορούσε να διαταράξει την τάξη433.

Η μάχη της «Ηλεκτρικής»

Οι πανηγυρισμοί συνεχίστηκαν και την επόμενη μέρα, 13 Οκτώβρη του 1944. Οργανωμένες αυτήν την φορά. Ο προσκείμενος στο κόμμα των φιλελευθέρων και βραβευμένος από την Ακαδημία Αθηνών, λογοτέχνης Γεώργιος Θεοτοκάς (1905 - 1966), έγραψε:

«Σήμερα ήτανε διαδηλώσεις οργανωμένες, που αποτελούσαν ουσιαστικά μιάν ατέλειωτη διαδήλωση του ΕΑΜ, με το πλήθος μοιρασμένο κατά συνοικίες και επαγγέλματα και με ολοφάνερη επικράτηση του ΚΚ. Το πλήθος είχε πολλές κόκκινες σημαίες ανακατωμένες με τις ελληνικές και τις συμμαχικές και μεγάλες κομματικές πινακίδες. Γυναίκες και παιδάκια συμμετείχαν σε μεγάλο αριθμό, πάντα με αυστηρή οργάνωση. Υπήρχαν και παπάδες μέσα στις εαμικές εκδηλώσεις. Συνολικά ήτανε μια επιβλητική επίδειξη των δυνάμεων του κομμουνισμού στην Αθήνα, που την παρακολουθούσε ο άλλος κόσμος με κάποιαν αμηχανία».

Στον Πειραιά, όμως, τα πράγματα δεν εξελίσσονταν το ίδιο ομαλά. Το γερμανικό σχέδιο για την ανατίναξη των εκεί εγκαταστάσεων προέβλεπε ότι η δολιοφθορά θα γινόταν στις 3 το μεσημέρι, 12 του Οκτώβρη. Άνδρες του ΕΛΑΣ είχαν καταφέρει να κόψουν τις καλωδιώσεις, οπότε κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο να εφαρμοστεί. Οι Γερμανοί μπόρεσαν να ανατινάξουν το λιμεναρχείο, το τελωνείο και έναν γερανό του λιμανιού. Και, στο εργοστάσιο της «Ηλεκτρικής» (Ηλεκτρική Εταιρεία Αθηνών Πειραιώς - Πάουερ), στον Άγιο Γεώργιο Κερατσινίου, που τροφοδοτούσε με ηλεκτρικό ρεύμα την Αθήνα και τον Πειραιά, κατάφεραν να υπονομεύσουν τις τουρμπίνες της ηλεκτροπαραγωγής. Απομόνωσαν την βάρδια των 300 εργαζομένων εκεί εκείνη την ώρα και ήταν έτοιμοι να προχωρήσουν στην καταστροφή του εργοστασίου. Ήταν σαράντα στρατιώτες. Κυκλώθηκαν από δυνάμεις του ΕΛΑΣ που τους εγγυήθηκαν ασφαλή αποχώρηση, με την προϋπόθεση ότι θα ελευθέρωναν τους 300 και δεν θα προχωρούσαν στην ανατίναξη του εργοστασίου. Την ώρα των συνομιλιών, φάνηκε τμήμα τριάντα Γερμανών ποδηλατιστών, που ο ΕΛΑΣ είχε εκδιώξει από το εργοστάσιο της ΚΟΠΗ434. Άρχισαν να πυροβολούν ενάντια στους άνδρες του ΕΛΑΣ αλλά, γρήγορα, εξουδετερώθηκαν. Οι Γερμανοί που βρίσκονταν μέσα στο εργοστάσιο, δεν είχαν άλλη επιλογή. Αποχώρησαν. Καλού κακού, οι ΕΛΑΣίτες άφησαν εκεί φρουρά.

Στην περιοχή Περάματος, οι Γερμανοί είχαν αφήσει 56 άνδρες του ειδικού στις ανατινάξεις τμήματος του μηχανικού των SS, με επικεφαλής τον Χανς Λίνπερμαν. Ήταν οπλισμένοι με αυτόματα και τέσσερα μηχανοκίνητα πολυβόλα και είχαν εντολή να ανατινάξουν τα εργοστάσια του Αγίου Γεωργίου και του Νέου Φαλήρου.

Ξημερώματα 13 Οκτώβρη, μια έκρηξη συγκλόνισε τον Πειραιά, καθώς οι Γερμανοί ανατίναξαν τις εγκαταστάσεις της SHELL, στο Πέραμα. Η έκρηξη, όμως, λειτούργησε και σαν σύνθημα για την κινητοποίηση των κατοίκων, που έσπευσαν να στήσουν οδοφράγματα, ενώ ένα τάγμα του ΕΛΑΣ πήρε θέσεις στο νεκροταφείο της Κοκκινιάς.

Στις 6.45, οι Γερμανοί εξαπέλυσαν επίθεση ενάντια στο εργοστάσιο της Ηλεκτρικής. Δέχθηκαν καταιγισμό πυροβολισμών απ' όλες τις μεριές κι αναγκάστηκαν να σταματήσουν. Ακολούθησε μάχη τριών ωρών. Οι Γερμανοί είχαν έντεκα νεκρούς και 16 τραυματίες, όταν αναγκάστηκαν να παραδοθούν, μαζί με τον διοικητή τους. Ο ΕΛΑΣ μετρούσε οκτώ νεκρούς. Η ασταμάτητη βροχή που συνόδευσε τη σωτηρία της Ηλεκτρικής, δεν εμπόδισε τους κατοίκους να παρακολουθήσουν την θριαμβευτική παρέλαση των ΕΛΑΣιτών, ενώ ακουγόταν τα σύνθημα «Ελλάς - λαοκρατία».

Ήταν η τελευταία μάχη του ΕΛΑΣ ενάντια στους Γερμανούς.

Η ματωμένη Κυριακή

Στην Αθήνα, η εαμική παρουσία έγινε ακόμα πιο αισθητή την επόμενη μέρα, Σάββατο, 14 Οκτώβρη. Έγραψε ο Γιώργος Θεοτοκάς:

«Στα καθαυτό αθηναϊκά πλήθη προστέθηκαν οι συνοικισμοί και εν μέρει τα περίχωρα. Ποτέ δεν είδε η Αθήνα τέτοια συγκέντρωση λαϊκών μαζών, που γεμίζανε ακατάπαυστα το Σύνταγμα, την Ομόνοια και όλο το μήκος των οδών Σταδίου και Πανεπιστημίου και άλλους δρόμους γειτονικούς με πλήθος σημαίες και πινακίδες. Το πλήθος ήταν οργανωμένο αξιοθαύμαστα για πλήθος ελληνικό και διαιρεμένο κατά τομείς και επαγγέλματα. Είδα πάλι μες στη διαδήλωση παπάδες και γριές και παιδάκια σε μεγάλο αριθμό. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως τούτος ο λαός που βλέπουμε αυτές τις μέρες είναι άλλος από κείνον που ξέραμε, πιο δυναμικός, πιο γενναίος και πιο περήφανος, αληθινά χειραφετημένος και λεύτερος, όπως φαντάζεται κανείς πως θα ήταν η γενεά του Εικοσιένα, μα όπως δεν ήτανε πια ο αστικοποιημένος λαός που γνωρίσαμε στις μέρες μας».

Την επόμενη μέρα, Κυριακή, 15 Οκτώβρη, ξεκίνησε η απόβαση των αγγλικών στρατευμάτων στον Πειραιά. Στην Αθήνα, ήταν η σειρά των αστών να διαδηλώσουν. Έγραψε γι' αυτήν την διαδήλωση ο Γιώργος Θεοτοκάς:

«Σήμερα αποκρίθηκε η αστική τάξη. Ο φόβος και το πείσμα των αντικομμουνιστικών στοιχείων θαυματούργησαν και κατάφεραν να οργανώσουν σε μια νύχτα μια μεγάλη διαδήλωση όλων των εθνικιστικών οργανώσεων, που δεν είχε βέβαια τον όγκο της χθεσινής διαδήλωσης, ήταν όμως και αυτή εξαιρετικά επιβλητική. Πρόκειται βέβαια για το κοινό του κέντρου της πόλης που είναι κατά πλειοψηφία αστικό. Συχνά άκουε κανείς σχόλια για τα θρυλικά "σαλόνια του Κολωνακίου". Πραγματικά η σημερινή διαδήλωση ήταν αισθητά πιο καλοντυμένη και ευπαρουσίαστη από τη χθεσινή και περιείχε αρκετές κομψές γυναίκες.

»Είναι η πρώτη φορά αυτές τις μέρες που ένοιωσα στην Ελλάδα τόσο έντονα, τόσο ξεκάθαρα και απόλυτα τον κοινωνικό διχασμό, την ατμόσφαιρα του ταξικού πολέμου. Αυτή είναι πια στο εξής η "ελληνική πραγματικότητα"».

Το ΕΑΜ οργάνωσε αντιδιαδήλωση που ξεκίνησε από τα Χαυτεία. Στην κορυφή της υπήρχαν μέλη της οργάνωσης από την Καισαριανή. Κρατούσαν σημαίες και ένα τεράστιο πανό που απεικόνιζε μια αλυσοδεμένη γυναίκα. Φώναζαν συνθήματα, με κυρίαρχο το «Λαοκρατία και όχι βασιλιά».

Καθώς προχωρούσαν στην οδό Πανεπιστημίου, δέχτηκαν επίθεση από οπλοφόρους εθνικών οργανώσεων. Το τι έγινε, περιέγραψε η εφημερίδα «Μάχη» (όργανο της Ένωσης Λαϊκής Δημοκρατίας, του Ηλία Τσιριμώκου):

«Στις 12.45 το μεσημέρι μια διαδήλωση της ΕΣΑΣ435 κατέβαινε την οδό Πανεπιστημίου. Πέρασε μπροστά από τα ξενοδοχεία "Ερμής", "Μάζεστι"» και "Μέγα Εθνικόν" που είναι εγκατεστημένοι η Ε.Α.Σ.Α.Δ.436 και άλλαι οργανώσεις και προχωρώντας έστριψε προς την οδό Θεμιστοκλέους.

Την ίδια ώρα φάνηκε ν’ ανεβαίνει από την Ομόνοια άλλη διαδήλωσή του ΕΑΜ της Καισαριανής. Μπροστά η σημαία μας και πανώ με εθνικοαπελευθερωτικά συνθήματα και πίσω ο λαός, κυρίως γυναίκες, διαδήλωναν τη χαρά τους και την απόφασή τους πως δε θέλουμε βασιλιά.

Όταν η ουρά της διαδήλωσης της ΕΣΑΣ πέρασε από τον "Ερμή" και πριν ακόμα φτάσει στο ίδιο ύψος η κεφαλή της εαμικής διαδήλωσης που ανέβαινε, όργανα του ΕΑΣΑΔ που βγήκαν από το ξενοδοχείο με τα όπλα "προτείνατε", συνέστησαν βιαστικά στον κόσμο να παραμερίσει. Ήταν αγριεμένοι και στα πρόσωπά τους φαινόταν η απόφαση να κάμουν το κακό… Σε λίγα δευτερόλεπτα έφτασεν η κεφαλή της εαμικής διαδήλωσης ανάμεσα στα ξενοδοχεία των ΕΔΕΣιτών. Και τότε, χωρίς προειδοποίηση, χωρίς κανείς να προκαλέσει, χωρίς τίποτα να μεσολαβήσει, ακούστηκαν πυκνοί πυροβολισμοί. Οι σημαιοφόροι της διαδήλωσης έπεσαν στην άσφαλτο παρασέρνοντας μαζί και τις σημαίες που βάφτηκαν για μια ακόμα φορά από αίμα του λαού, γνήσιο αίμα ελληνικό. Ταυτόχρονα σχεδόν από τα παράθυρα των ξενοδοχείων έπεφταν χειροβομβίδες στην άσφαλτο για να ξαπλώσουν χάμω κι άλλα κορμιά…».

Φοιτητής του Πολυτεχνείου που τυχαία περνούσε εκείνη την ώρα από εκεί, εξομολογήθηκε:

«Έρχεται από την Καισαριανή μια τεράστια διαδήλωση που κρατούσε ένα πλακάτ, μια γυναίκα δεμένη με αλυσίδες. Ξαφνικά βλέπω να κυνηγάνε έναν, ο οποίος έτρεξε στην είσοδο του ξενοδοχείου437 που μέναν οι ΕΔΕΣίτες, απέναντι απ’ το ΡΕΞ, και οι σύντροφοί του ΕΔΕΣίτες πυροβόλησαν. Όταν λέμε σκοτωμός, δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσοι πυροβολισμοί και πόσες χειροβομβίδες πέσανε. Μακελειό, ουρλιαχτά... Όπως έπεσα κάτω –στεκόμουνα στο περίπτερο ανάμεσα στο Τιτάνια και το ΡΕΞ – χώθηκα σε ένα ρολογάδικο. Μια κοπέλα θυμάμαι, τα γυαλιά της ήταν γεμάτα αίματα. Μες στο ρολογάδικο είχαν καταφύγει τραυματίες. Ενός το πόδι ήταν κομμένο από χειροβομβίδα, κι ήταν κι ένας παπάς που είχε φάει σφαίρα στο στήθος...».

Οι πυροβολισμοί επεκτάθηκαν σε όλο το κέντρο της Αθήνας, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν εννέα άτομα και να τραυματιστούν 82. Η οργή των ΕΑΜιτών ξεχείλισε και το μέλος της τριμελούς κυβερνητικής επιτροπής, ο (κομμουνιστής) Γιάννης Ζέβγος, χρειάστηκε να καταβάλει τεράστιες προσπάθειες, ώστε να αποφευχθούν τα αντίποινα. Την ίδια εκείνη μέρα, ο Άγγλος ανώτατος αρχηγός επιχειρήσεων Μεσογείου, στρατηγός σερ Μέτλαντ Ουίλσον, τηλεγραφούσε στον πρωθυπουργό του, Ουίνστον Τσόρτσιλ, και ανάμεσα σε άλλα, τον πληροφορούσε:

«(…) 4. Η Αθήνα φαίνεται ήσυχη, αλλά το ΕΑΜ δείχνει αγριότητα. Η άφιξη περισσοτέρων δυνάμεων θα επιτρέψει στον πληθυσμό να απαλλαγεί από τους φόβους του...».

Ο «λόγος της απελευθέρωσης»

Ήταν Δευτέρα, 16 Οκτώβρη, όταν στα νότια παράλια της Αττικής κατέπλευσε ο ελληνικός στόλος. Ο αντιναύαρχος ε .α. Αριστείδης Γιαννόπουλος περιέγραψε την άφιξη:

«Το φθινοπωρινό απομεσήμερο της 16ης Οκτωβρίου του 1944 ένας μεγάλος αριθμός κάθε είδους πλοίων, σχίζει τα σκοτεινιασμένα από την ψιλή βροχή που πέφτει συνέχεια στα ήρεμα νερά του Σαρωνικού. Οι σημαίες που ανεμίζουν στις πρύμνες κάνουν τα νερά της Σαλαμίνας να ριγούν. Είναι πλοία του Ελληνικού Στόλου, μαζί με πολλά Αγγλικά πολεμικά, που πλέουν προς στο Φάληρο και τον Πειραιά. Θα αποβιβάσουν σε λίγες ώρες στρατό και παντός είδους εφόδια, για πρώτη φορά μετά από σχεδόν τέσσερα χρόνια σκλαβιάς της πατρίδας. Οι Γερμανοί έχουν εγκαταλείψει τον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης μόλις πριν από λίγες ώρες. Πλέουν πολύ αργά. Μπροστά τα ναρκαλιευτικά, ακολουθούν τα αποβατικά με στρατό, και πολλά φορτηγά και πετρελαιοφόρα. Γύρω τους και μπροστά τους τα προστατεύουν τα αντιτορπιλικά και κάθε είδους συνοδά. Ακολουθούν δύο Αγγλικά καταδρομικά».

Ο πρωθυπουργός και τα μέλη της κυβέρνησης εθνικής ενότητας βρίσκονταν στον Πόρο, όπου είχαν φθάσει από τον Τάραντα της Νότιας Ιταλίας. Πρωί, 17 Οκτώβρη του 1944, από την Αλεξάνδρεια, όπου βρισκόταν, κατέπλευσε εκεί το θωρηκτό «Αβέρωφ». Τις ίδιες ώρες, ναρκαλιευτικά καθάριζαν τον Σαρωνικό από τις νάρκες. Ήταν λίγο πριν από τις 11.30 το πρωί, όταν ο Παπανδρέου και οι υπουργοί του επιβιβάστηκαν στο θωρηκτό. Απέπλευσε, 12 μεσημέρι, για το Φάληρο. Στις 3.30, αγκυροβόλησε στον Φαληρικό όρμο.

Πρωί, 18 Οκτώβρη του 1944, ο πρωθυπουργός και οι 19 υπουργοί (από τους οποίους οι έξι του ΚΚΕ) βγήκαν στη στεριά. Σχεδόν όλοι οι κάτοικοι του λεκανοπεδίου της Αττικής, ήταν εκεί και παραληρούσαν από ενθουσιασμό. Ξεκίνησαν για την Ακρόπολη. Τους συνόδευαν ο αρχιστράτηγος των συμμαχικών δυνάμεων στην Ελλάδα Ρόναλντ Μακένζι Σκόμπι (Ronald MacKenzie Scobie, 1893 - 1969) και ο πρεσβευτής της Βρετανίας στην Ελλάδα. Κορίτσια του Λυκείου Ελληνίδων, που συνοδεύονταν από ευζώνους και μέλη αντιστασιακών οργανώσεων μετέφεραν εκεί την ελληνική σημαία438, ενώ Ιερολοχίτες και ΕΛΑΣίτες παρουσίαζαν όπλα. Ο Παπανδρέου έκανε ο ίδιος την έπαρση της σημαίας στον ιερό βράχο.

Στη συνέχεια, όλοι πήγαν στη μητρόπολη, όπου έγινε πανηγυρική δοξολογία. Την ίδια ώρα, ο αθηναϊκός λαός είχε πλημυρίσει την πλατεία Συντάγματος. Ο Γ. Θεοτοκάς περιέγραψε την εικόνα:

«Ποτέ δεν είχα δει την πλατεία σε τέτοιο σημείο πλημυρισμένη από λαό. Το δάσος οι σημαίες κι οι πινακίδες συνθέτανε μιαν εικόνα παρδαλή και ζωηρή, πολύ αλλιώτικη από το θέαμα των παλαιών αθηναϊκών συλλαλητηρίων, όπου έβλεπε κανείς μονάχα ένα γκρίζο πλήθος».
Το υπουργικό συμβούλιο έφτασε στην πλατεία αμέσως μετά την δοξολογία. Ο Παπανδρέου βγήκε στο μπαλκόνι του μεγάρου Πάλλη (σήμερα, πολυχώρος
Public) για να εκφωνήσει τον λόγο της απελευθέρωσης. Δίπλα του, ο Θεμιστοκλής Τσάτσος τρόμαξε. Όπως έγραψε:

«…Η ερυθρά σημαία και τα λάβαρα με το σφυροδρέπανον εκυριάρχουν από άκρου εις άκρον. Ο Εθνικός ύμνος ή εν οιονδήποτε Εθνικόν άσμα δεν ηκούοντο. Μόνον η "Λαοκρατία". Θέσις δια μιαν έστω εθνικήν οργάνωσιν εις την Πλατείαν του Συντάγματος δεν υπήρχε. Μόνον Εαμικαί οργανώσεις ηδυνήθησαν να καταλάβουν θέσιν επί της πλατείας. Γύρω γύρω μόνον, όπου είχον μαζευτεί όσοι δεν ενθουσιάζοντο ανά τετράδας, ηκούετο η φωνή "Μεγάλη Ελλάς"!».

Μιλώντας, ο Παπανδρέου υποσχέθηκε ότι θα εργαστεί για την εθνική ενότητα και για την ανασυγκρότηση της χώρας, καθώς και για την ανασύσταση του ελληνικού στρατού και των σωμάτων ασφαλείας. «Ένας νέος κόσμος θα υψωθεί από τα ερείπια», υπογράμμισε. Το συγκεντρωμένο πλήθος τον διέκοπτε συνέχεια με τα συνθήματα «Εθνική Νέμεση» και «Λαοκρατία». Διαβεβαίωσε ότι θα τιμωρηθούν οι προδότες και όσοι εκμεταλλεύτηκαν την δυστυχία του λαού, λέγοντας «η Εθνική Νέμεσις θα είναι αδυσώπητος» και, εκτός κειμένου, διαβεβαίωσε: «Πιστεύομεν και εις την λαοκρατίαν».

Με βήμα ταχύ προς τη ρήξη

Ο Γεώργιος Παπανδρέου είχε συμφωνήσει να ξεκινήσουν στα μέσα του Δεκέμβρη οι δίκες των δοσίλογων αλλά οι συλλήψεις συνεργατών των Γερμανών γίνονταν με το σταγονόμετρο, καθώς αστυνομία και χωροφυλακή κωλυσιεργούσαν. Κι ακόμα, Νοέμβρη μήνα, οργανώθηκε και υλοποιήθηκε σχεδόν επίσημα η απόδραση περίπου επτακοσίων439 δοσίλογων από τις φυλακές Αβέρωφ: Οι πιο πολλοί ανήκαν στην αστυνομία και την χωροφυλακή και είχαν συλληφθεί με την κατηγορία ότι συνεργάστηκαν με τον κατακτητή. Έσπευσαν στο Τάγμα Μετεκπαιδεύσεως Χωροφυλακής (στην πλατεία Βικτωρίας) κι εντάχθηκαν στην δύναμή του: Το τάγμα είχε συγκροτηθεί από άνδρες εθνικών οργανώσεων της επαρχίας που ο ΕΛΑΣ είχε διαλύσει.

Βασικό σημείο τριβής ανάμεσα στην κυβέρνηση και το ΕΑΜ ήταν η συγκρότηση του εθνικού στρατού με ταυτόχρονη διάλυση των αντιστασιακών οργανώσεων, με βάση τα όσα περιλάμβανε η συμφωνία της Καζέρτας. Ήταν 3 Νοέμβρη του 1944, όταν ο στρατηγός Αλέξανδρος Οθωναίος440 διορίστηκε αρχιστράτηγος των ελληνικών δυνάμεων. Πρότεινε για υπαρχηγό του τον (ως πρόσφατα στρατιωτικό διοικητή του ΕΛΑΣ) Στέφανο Σαράφη. Του το αρνήθηκαν, καθώς, τόσο ο πρωθυπουργός, όσο και ο αρχηγός του βρετανικού στρατού στην Ελλάδα, Ρ. Σκόμπι, προτιμούσαν για την θέση αυτή τον (αρχηγό του ελληνικού στρατού Μέσης Ανατολής), στρατηγό Κωνσταντίνο Βεντήρη441. Με βάση τη συμφωνία της Καζέρτας, όταν θα διαλύονταν οι αντιστασιακές οργανώσεις (ΕΑΜ και ΕΔΕΣ) κι ώσπου να συγκροτηθεί ο εθνικός στρατός, ο αρχιστράτηγος δεν θα είχε δικαίωμα να διοικεί ελληνικές ένοπλες δυνάμεις, καθώς αυτές θα βρίσκονταν κάτω από τις διαταγές του Σκόμπι. Για τον Οθωναίο, η πρόθεση της κυβέρνησης να παραμερίσει τον ΕΛΑΣ γινόταν φανερή. Οκτώ μέρες μετά τον διορισμό του (11 Νοέμβρη του 1944), παραιτήθηκε.

Από τις 5 Νοέμβρη, με τη σύμφωνη γνώμη του Σκόμπι, ο Παπανδρέου ανακοίνωσε ότι ΕΑΜ και ΕΔΕΣ επρόκειτο να αφοπλιστούν μέχρι τις 10 του Δεκέμβρη. Οι διαπραγματεύσεις, που ακολούθησαν ανάμεσα στην κυβέρνηση και το ΕΑΜ, οδήγησαν στη συμφωνία (18 Νοέμβρη) να δημιουργηθεί εθνοφυλακή, η οποία θα στελεχωνόταν από τις κλάσεις του 1936. Όμως, διαπιστώθηκε ότι είχαν επαναφερθεί στο στράτευμα περισσότεροι από εκατό αξιωματικοί των Ταγμάτων Ασφαλείας. Υπεύθυνος γι' αυτό ήταν ο (σοσιαλιστής) υφυπουργός Στρατιωτικών, Λάμπρος Λαμπριανίδης. Τον έκαναν υφυπουργό «άνευ χαρτοφυλακίου» (24 Νοέμβρη). Νέος υφυπουργός Στρατιωτικών ορκίστηκε το μέλος του ΕΑΜ, Πτολεμαίος Σαρηγιάννης. Τρεις μέρες αργότερα (27 του Νοέμβρη), υπονοώντας ότι υπήρχε διχογνωμία στο εσωτερικό του μετώπου, ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε ότι συμφώνησε με τρεις από τους υπουργούς του ΕΑΜ (Σβώλο, Τσιριμώκο και Ζέβγο) να αποστρατευτεί ο ΕΛΑΣ και να αφοπλιστεί ο ΕΔΕΣ. Οι διαπραγματεύσεις διακόπηκαν.

Την 1η του Δεκέμβρη, ανακοίνωσε ότι, με βάση την πρόσφατη συμφωνία, διατάχτηκε γενικός αφοπλισμός. Εξαιρέθηκαν οι «Ριμινίτες» και οι «Ιερολοχίτες», ως οι μόνες ένοπλες ομάδες που πολέμησαν τον άξονα.

«Ριμινίτες» ήταν οι άνδρες της Τρίτης Ορεινής Ταξιαρχίας (3η ΕΟΤ), που δημιουργήθηκε (31 Μάη του 1944) στον Λίβανο από την δεξιά πτέρυγα του ελληνικού στρατού, με αξιωματικούς, στους οποίους οι Άγγλοι και ο βασιλιάς είχαν απόλυτη εμπιστοσύνη. Διοικητής της ήταν ο συνταγματάρχης Θρασύβουλος Τσακαλώτος: Είχε διατελέσει γενικός διευθυντής του υπουργείου Εθνικής Άμυνας στην πρώτη κατοχική κυβέρνηση και μετείχε στην αντιστασιακή οργάνωση «Θέρος» που προωθούσε Έλληνες αξιωματικούς στη Μέση Ανατολή (στα 1943, έφυγε κι αι ο ίδιος για εκεί). Η 3η ΕΟΤ διακρίθηκε στην μάχη του Ρίμινι, στην Ιταλία, εξ ου και αποκλήθηκε «Ταξιαρχία Ρίμινι». Κατά τον αντικομμουνιστή Γεώργιο Καφαντάρη, την Τρίτη Ορεινή Ταξιαρχία αποτελούσαν οι πραιτοριανοί του βασιλιά.

«Ιερολοχίτες» ήταν οι άνδρες της «μονάδας ειδικών δυνάμεων» που δημιουργήθηκε (στις 6 Σεπτέμβρη του 1942), στη Μέση Ανατολή, ως Λόχος Επιλέκτων Αθανάτων, αποκλειστικά από Έλληνες αξιωματικούς των τριών όπλων και της χωροφυλακής καθώς και μαθητές της Σχολής Ευελπίδων. Εννιά μέρες αργότερα (15 Σεπτέμβρη), μετονομάστηκε σε «Ιερό Λόχο» από τον διοικητή της, (φιλελεύθερο) συνταγματάρχη Χριστόδουλο Τσιγάντε. Μετείχε με επιτυχία σε συμμαχικές επιχειρήσεις στην Βόρεια Αφρική και στο Αιγαίο.

Το ΕΑΜ ζήτησε νέες διαπραγματεύσεις και αφοπλισμό των Ριμινιτών και Ιερολοχιτών. Όμως, την ίδια μέρα, ο στρατηγός Σκόμπι έβγαλε διαταγή να αφοπλιστούν οι αντιστασιακές οργανώσεις, απειλώντας ότι, σε περίπτωση άρνησης, οι επιπτώσεις θα ήταν ολέθριες. Το μέλος του ΕΑΜ και υπουργός Οικονομικών, Αλέξανδρος Σβώλος, έσπευσε στον επικεφαλής της 8μελούς σοβιετικής στρατιωτικής αποστολής, συνταγματάρχη Γκριγκόρι Ποπόφ, και του ζήτησε να μεσολαβήσει στην ηγεσία του ΚΚΕ, ώστε να μην επέλθει ρήξη. Ο Ποπόφ αρνήθηκε να επέμβει. Την επομένη (2 Δεκέμβρη), παραιτήθηκαν τα έξι μέλη του ΕΑΜ στην κυβέρνηση (Αλέξανδρος Σβώλος, Νικόλαος Ασκούτσης, Ηλίας Τσιριμώκος, Ιωάννης Ζέβγος, Μιλτιάδης Πορφυρογένης και Άγγελος Αγγελόπουλος). Ο υφυπουργός Εθνικής Άμυνας, Σαρηγιάννης, παραιτήθηκε την μεθεπόμενη μέρα (4 Δεκέμβρη).

Το ΕΑΜ ζήτησε και πήρε άδεια για την πραγματοποίηση συγκέντρωσης διαμαρτυρίας, στις 3 του μήνα στο Σύνταγμα. Κάλεσε όλους τους εργαζόμενους σε γενική απεργία, διέταξε την ΕΑΜική πολιτοφυλακή να μην παραδώσει τα όπλα της στην Εθνοφυλακή και ανακοίνωσε την επαναδραστηριοποίηση της κεντρικής επιτροπής του ΕΛΑΣ.

Η κυβέρνηση πήρε πίσω την έγκριση που είχε δώσει και απαγόρευσε την συγκέντρωση του ΕΑΜ: «Υπήρχαν πληροφορίες ότι το ΕΑΜ θα ξεκινούσε ένοπλη στάση».

Μακελειό στην πλατεία

Κυριακή, 3 Δεκέμβρη του 1944 και παρά την απαγόρευση, μια τεράστια διαδήλωση του ΕΑΜ πραγματοποιήθηκε στην πλατεία Συντάγματος. Υπολογίστηκε ότι μετείχαν σ' αυτήν από 100 μέχρι 500.000 γυναίκες και άνδρες. Διάσπαρτοι μέσα στο πλήθος υπήρχαν κάποιοι ένοπλοι του ΕΑΜ, ως περιφρούρηση. Οι συγκεντρωμένοι φώναζαν το σύνθημα «Λαοκρατία» αλλά και άλλα, κυρίως ενάντια στον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ.

Ξαφνικά, πυκνοί πυροβολισμοί άρχισαν να πέφτουν από τις ταράτσες της Αστυνομικής Διεύθυνσης (στην συμβολή της Πανεπιστημίου με την λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας), του ξενοδοχείου Μεγάλη Βρετανία (όπου στεγάζονταν το υπουργικό συμβούλιο και ο Άγγλος στρατηγός, Σκόμπι) και της Βουλής. Ακροβολισμένοι αστυνομικοί και μέλη παραστρατιωτικών οργανώσεων πυροβολούσαν ενάντια στο πλήθος των συγκεντρωμένων. Το σύνθημα για το μακελειό, που ακολούθησε, είχε δοθεί από τον αρχηγό της Αστυνομίας Πόλεων, Άγγελο Έβερτ442. Μετρήθηκαν πάνω από τριάντα νεκροί διαδηλωτές και πάνω από 140 τραυματίες. Κανένας τους δεν οπλοφορούσε.

Η ένταση έφτασε στο κατακόρυφο. Για να εκτονωθεί η κατάσταση, ο Παπανδρέου πρότεινε να παραιτηθεί η κυβέρνησή του και να αναλάβει άλλη, οικουμενική, με πρωθυπουργό τον αρχηγό των φιλελευθέρων, Θεμιστοκλή Σοφούλη. Την πρόταση αποδέχτηκαν όλα τα κόμματα (και το ΚΚΕ) αλλά και ο πρεσβευτής της Βρετανίας στην Αθήνα, Ρέτζιλαντ Λίπερ. Την απέρριψε, όμως, ο πρωθυπουργός της Βρετανίας, Ουίνστον Τσόρτσιλ. Σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας «The Sydney Morning Herald» (εκδίδεται στο Σίδνεϊ της Αυστραλίας) στις 7 Δεκέμβρη του 1944, ο Τσόρτσιλ τηλεγράφησε στον Λίπερ, δίνοντάς του καθοριστικές εντολές:

«Πρέπει να υποχρεώσετε τον Παπανδρέου να κάνει το καθήκον του και να τον διαβεβαιώσετε ότι, εάν το κάνει, θα υποστηριχθεί με όλες τις δυνάμεις μας. Αν παραιτηθεί, φυλακίστε τον έως ότου συνέλθει, όταν πια θα έχουν τελειώσει οι μάχες. Θα μπορούσε το ίδιο καλά να αρρωστήσει και κανένας να μην μπορεί να τον πλησιάσει. Έχει περάσει ο καιρός που η οποιαδήποτε ομάδα Ελλήνων πολιτικών θα μπορούσε να επηρεάσει αυτή την εξέγερση του όχλου. Η μόνη του ελπίδα να βγει απ' αυτή την κατάσταση, είναι να ταχθεί ανεπιφύλακτα στο πλευρό μας».

Δευτέρα, 4 Δεκέμβρη, μέσα σε βαριά ατμόσφαιρα, στη μητρόπολη της Αθήνας, έγινε η κηδεία των θυμάτων, ενώ ξεκινούσε η γενική απεργία που είχε κηρύξει το ΕΑΜ. Ακολούθησε πομπή με τα φέρετρα, που κινήθηκε προς την πλατεία Συντάγματος, ενώ ένα τεράστιο πανό καλούσε τον ελληνικό λαό να διαλέξει ανάμεσα «στις αλυσίδες και στα όπλα του ΕΑΜ».

Εξαιτίας της απεργίας, το κέντρο της πόλης έμεινε χωρίς ρεύμα και πολλές συνοικίες χωρίς τηλέφωνο, ενώ, στον Πειραιά, δεν γίνονταν φορτοεκφορτώσεις πλοίων. Για να αντιμετωπιστεί η κατάσταση, αεροπλάνα σηκώθηκαν πάνω από την Αθήνα και, πετώντας χαμηλά, σκορπούσαν φέιγ βολάν με εντολές της αγγλικής στρατιωτικής διοίκησης. Στις συνοικίες, μέλη του ΕΑΜ, της ΕΠΟΝ και του ΚΚΕ περιόδευαν και με «χωνιά» φώναζαν συνθήματα. Στο κέντρο της Αθήνας βρίσκονταν σε εξέλιξη ογκώδεις διαδηλώσεις ΕΑΜιτών. Όπως και στις 15 του προηγούμενου Οκτώβρη, χτυπήθηκαν με πυροβολισμούς από κεντρικά ξενοδοχεία, όπου βρίσκονταν «υπό περιορισμό» μέλη εθνικών οργανώσεων, αλλά και από ταγματασφαλίτες και μέλη της οργάνωσης Χ. Τους διαδηλωτές, όμως, αυτή την φορά συνόδευαν και ένοπλοι που απαντούσαν στους πυροβολισμούς. Οπωσδήποτε, νέοι νεκροί έρχονταν να προστεθούν σε εκείνους της προηγούμενης ημέρας.

Από το πρωί, δυο τάγματα του ΕΛΑΣ συγκρούονταν με τις δυνάμεις της Χ, στα Πετράλωνα και στο Θησείο, όπου έδρευε η οργάνωση του Γ. Γρίβα. Λίγες ώρες αργότερα, οι ΕΛΑΣίτες είχαν στριμώξει τους αντιπάλους τους. Κατέφθασαν, τότε, αγγλικά θωρακισμένα άρματα που απεγκλώβισαν τον Γρίβα και, μαζί με άλλους άνδρες του, τον μετέφεραν στο κέντρο της πόλης. Την ίδια μέρα, δυνάμεις του ΕΛΑΣ κατέλαβαν 17 αστυνομικά τμήματα του Πειραιά και γύρω από το κέντρο της Αθήνας, αφόπλισαν τους αστυνομικούς και πήραν τα όπλα τους. Το απόγευμα, επιτέθηκαν και κυρίευσαν τις φυλακές Βαριώτη (στον ομώνυμο λόφο, στην αρχή της λεωφόρου Βουλιαγμένης). Νύχτα προς 5 του Δεκέμβρη, δυνάμεις του ΕΛΑΣ επιτέθηκαν στις φυλακές Συγγρού. Βρετανικά άρματα μάχης εμπόδισαν την κατάληψή τους.

Τρίτη, 5 Δεκέμβρη του 1944, νέες διαδηλώσεις του ΕΑΜ πραγματοποιήθηκαν στις συνοικίες της πρωτεύουσας. Όμως, πια, δεν είχαν κανένα αντίκτυπο. Ήταν ήδη φανερό ότι τα όπλα είχαν αναλάβει να ξεκαθαρίσουν την κατάσταση.

Τα «Δεκεμβριανά»

Από την πρώτη στιγμή που οι Γερμανοί αποχώρησαν από την Αθήνα, ο ΕΛΑΣ εγκατέστησε φρουρά στην Ακρόπολη. Όταν ξεκίνησαν οι συγκρούσεις, συζητήθηκε να στηθεί εκεί ουλαμός πυροβόλων. Η κομματική οργάνωση Αθήνας το απαγόρευσε. Αντιπρότεινε ο βράχος της Ακρόπολης να κηρυχθεί «χώρος ανοχύρωτος». Οι Βρετανοί συμφώνησαν. Μεσολάβησε ο Ερυθρός Σταυρός και ο ΕΛΑΣ αποχώρησε. Το πρωί, 6 Δεκέμβρη του 1944, η βρετανική ταξιαρχία αλεξιπτωτιστών κατέλαβε την Ακρόπολη κι εγκατέστησε εκεί πολυβόλα και όλμους. Η Κ.Ε. του ΕΛΑΣ κατάγγειλε την αγγλική παρασπονδία αλλά αυτό λίγο μετρούσε. Πυροβόλα και όλμοι χτυπούσαν ήδη τους ΕΛΑΣίτες που, την ίδια μέρα, είχαν ξεκινήσει την επίθεση στο σύνταγμα χωροφυλακής Μακρυγιάννη. Την ίδια πάντα μέρα αλλά και την επομένη (7 του μήνα), ο ΕΛΑΣ προσπάθησε να ανακαταλάβει την Ακρόπολη. Απέτυχε, όπως απέτυχε να κυριεύσει και το στρατόπεδο, στου Μακρυγιάννη.

Ο ΕΛΑΣ αποκρούστηκε και στο στρατόπεδο στου Γουδή, όπου έδρευαν οι Ριμινίτες, και πολιόρκησε τη Σχολή Ευελπίδων. Παρενέβησαν αγγλικές δυνάμεις, έλυσαν την πολιορκία και μετέφεραν αλλού όσους βρίσκονταν εκεί. Σε όλα τα άλλα μέτωπα της Αθήνας, ο ΕΛΑΣ νικούσε. Στις 9 Δεκέμβρη, σχεδόν το σύνολο της πρωτεύουσας ήταν στα χέρια του ΕΛΑΣ, με εξαίρεση το κέντρο της Αθήνας443.

Ήταν 9 Δεκέμβρη του 1944, όταν ο πρωθυπουργός της Βρετανίας, Τσόρτσιλ, έδωσε διαταγή να σταλούν και νέες δυνάμεις στην Αθήνα, ενώ ο στρατάρχης Χάρολντ Αλεξάντερ (1891 - 1969) αντικατέστησε στην ηγεσία των επιχειρήσεων τον Σκόμπι (που παρέμεινε στην Αθήνα) με τους υποστράτηγο Τζων Χωκσγουερθ (John Hawkesworth) και ταξίαρχο Χιου Μάνεριγκ (Hugh Mainwaring). Πλαισιώθηκαν από έμπειρο επιτελείο και οργάνωσαν τη Στρατιωτική Διοίκηση Αθηνών (Military Command Athens). Αεροπλάνα της ΡΑΦ, αγγλικές μεραρχίες και ινδικές ταξιαρχίες κατέφθασαν στην Αθήνα. Η πλάστιγγα άρχισε να γέρνει ενάντια στον ΕΛΑΣ. Στο τρίτο δεκαήμερο του Δεκέμβρη, όμως, ο ΕΛΑΣ έλεγχε το μεγαλύτερο τμήμα της πρωτεύουσας. Η μεταστροφή μεγάλου μέρους της κοινής γνώμης επήλθε, όταν, 26 Γενάρη (1945), μαθεύτηκε η δολοφονία της δημοφιλέστατης εκείνη την εποχή ηθοποιού, Ελένης Παπαδάκη (1908 - 1944).

Κυκλοφορούσε η φήμη (και από εφημερίδες της Δεξιάς) ότι ήταν ερωμένη του δοσίλογου πρωθυπουργού, Ιωάννη Ράλλη, και ότι είχε σχέσεις με Γερμανούς αξιωματικούς. Μόλις τον Μάρτη του 1944, ενώ απολύθηκαν πολλοί ηθοποιοί από το Εθνικό Θέατρο, εκείνη είχε υπογράψει νέο, καλύτερο, συμβόλαιο. Αυτή και επτά συνάδελφοί της είχαν διαγραφεί από το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών. Όταν ξεκίνησαν οι συγκρούσεις, την φιλοξενούσε, κρύβοντάς την, ο γραμματέας του ΕΑΜ Θεάτρου, Δημήτρης Μυράτ. Η Λαϊκή Πολιτοφυλακή Γαλατσίου - Πατησίων πληροφορήθηκε την κρυψώνα της και, 21 Δεκέμβρη, τη συνέλαβε. Τη μετάφεραν στα διυλιστήρια της Ούλεν (Εταιρείας Υδάτων) και την εκτέλεσαν. Το ΕΑΜ συνέλαβε τα μέλη της Πολιτοφυλακής, έστησε λαϊκό δικαστήριο444 και καταδίκασε τους ενόχους σε θάνατο. Εκτελέστηκαν δημόσια στην πλατεία Κολιάτσου445. Έξι μήνες αργότερα (Ιούνιο του 1945), στην 12η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, ο Νίκος Ζαχαριάδης παραδέχτηκε:

«Αγριότητες έγιναν κατά τον Δεκέμβρη και τέτοιες έκαμαν και μέλη του Κόμματος που ήταν είτε προβοκάτορες, είτε ανάξια να είναι μέλη του. Φυσικά, οι πράξεις τους δημιουργούν ευθύνες για το Κόμμα. Μα μια που το ΚΚΕ δεν έδωσε τέτοια γραμμή και αποκήρυξε και αυτούς που έκαναν υπερβασίες και τις υπερβασίες τις ίδιες, δεν δημιουργείται θέμα ηθικής τάξης για το ΚΚΕ. Γιατί το Κόμμα μας έχει το θάρρος να διακηρύξει ότι περιπτώσεις όπως του Κορώνη ή της ηθοποιού Παπαδάκη δεν μπορούν να βρουν δικαίωση και πρέπει να καταδικαστούν ανοικτά».

Είχαν προηγηθεί πολλά:
Ανήμερα Χριστούγεννα του 1944, ο πρωθυπουργός της Βρετανίας, Τσόρτσιλ, έφτασε με αεροπλάνο στα Μέγαρα, κι από εκεί στο Φάληρο, όπου κατέλυσε στο θωρηκτό «Aiax» (Αίας). Την επομένη και ενώ οι μάχες συνεχίζονταν, ανέβηκε στην Αθήνα (στο υπουργείο Εξωτερικών). Τον συνόδευε ο υπουργός του των Εξωτερικών, Άντονι Ίντεν. Συγκροτήθηκε σύσκεψη με συμμετοχή επιτελών του και των πρεσβευτών Βρετανίας, ΗΠΑ, Σοβιετικής Ένωσης και Γαλλίας ως διαιτητών σε μια ανούσια διαπραγμάτευση ανάμεσα στην κυβέρνηση και τους εκπροσώπους του ΕΑΜ. Δε βρέθηκε κοινός τόπος.

Απόγευμα, 27 του μήνα, ο Τσόρτσιλ συναντήθηκε με τον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό και του πρότεινε να αναλάβει αντιβασιλιάς. Ο Δαμασκηνός δέχτηκε. Στις 29, ο Τσόρτσιλ επέστρεψε στην Αγγλία. Στις 31, με «υπόδειξη του Γεωργίου Β’», ο Δαμασκηνός ορκιζόταν αντιβασιλιάς. Η κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου παραιτήθηκε. Πρωθυπουργός ανέλαβε (3 Γενάρη του 1945) ο Νικόλαος Πλαστήρας, επικεφαλής της «κυβέρνησης κατευνασμού», όπως αποκλήθηκε.

Από τις 27 Δεκέμβρη του 1944, οι βρετανικές δυνάμεις εξαπέλυσαν γενική επίθεση. Στις 3 του Γενάρη (1945), κυκλώθηκαν οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ, στο Μεταξουργείο. Οι Βρετανοί ανακοίνωσαν ότι είχαν δέκα νεκρούς, έναντι 150 του ΕΛΑΣ. Στα Εξάρχεια, οι μάχες δόθηκαν από σπίτι σε σπίτι. Μετά και από μια μεγάλη μάχη στο Γηροκομείο, ο ΕΛΑΣ αποχώρησε από την Αθήνα (5 Γενάρη). Την επόμενη μέρα (6 Γενάρη), έφυγε και από τον Πειραιά. Ήταν 11 Γενάρη του 1945, όταν Βρετανοί και αντιπροσωπεία της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΛΑΣ υπέγραψαν ανακωχή: Ο ΕΛΑΣ υποχρεώθηκε να αποχωρήσει από την Αττική και από την Θεσσαλονίκη.

Οι μάχες είχαν κοστίσει στους Βρετανούς 210 νεκρούς και 55 αγνοούμενους. Οι κυβερνητικοί είχαν 3.480 νεκρούς και ακαθόριστο αριθμό αιχμαλώτων. Οι νεκροί του ΕΛΑΣ υπολογίστηκαν σε δυο με τρεις χιλιάδες και οι αιχμάλωτοι γύρω στους επτά με οκτώ χιλιάδες. Ανυπολόγιστος είναι ο αριθμός όσων προσκείμενων στο ΕΑΜ συνέλαβαν οι Βρετανοί. Γύρω στους 500 ήταν οι άμαχοι νεκροί από τους βομβαρδισμούς της ΡΑΦ.

Η συμφωνία της Βάρκιζας

Τον Γενάρη του 1945, ο ΕΛΑΣ κατείχε τα τρία τέταρτα της χώρας, με την κυβέρνηση να ελέγχει Αττική και Ανατολική Στερεά ως την Άμφισσα, Μαγνησία, Εύβοια και κάποια νησιά από τις Κυκλάδες, Θεσσαλονίκη, Βόρεια Πελοπόννησο και Ιόνιο446. Άρχισαν συζητήσεις σχετικά με το τι θα γινόταν στο εξής. Συμφωνήθηκε να σχηματιστούν δυο αντιπροσωπείες (κυβερνητική και του ΕΑΜ) και να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις. Ως τόπος, ορίστηκε μια πολυτελής έπαυλη, δυο χμ από την παραλία της Βάρκιζας, προς τη μεριά της Βάρης (έπαυλη Κανελλόπουλου). Οι συνομιλίες ξεκίνησαν νύχτα, 2 Φλεβάρη του 1945. Από το ΕΑΜ, παρόντες ήταν ο γενικός γραμματέας του ΚΚΕ, Γιώργος Σιάντος, ο γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΑΜ, Δημήτρης Παρτσαλίδης, ο (από τους ιδρυτές του ΕΑΜ) γραμματέας της «Ελληνικής Λαϊκής Δημοκρατίας» (ΕΛΔ), Ηλίας Τσιριμώκος447 και ο στρατηγός Στέφανος Σαράφης ως στρατιωτικός σύμβουλος. Επικεφαλής της κυβερνητικής αντιπροσωπείας ήταν ο στενός φίλος, άλλοτε, του Ελευθέριου Βενιζέλου και οπαδός της εθνικής συμφιλίωσης, Ιωάννης Σοφιανόπουλος (1887 - 1951). Είχε μόλις επιστρέψει από το εξωτερικό και είχε αναλάβει υπουργός Εξωτερικών στην κυβέρνηση Πλαστήρα. Στην κυβερνητική αντιπροσωπεία μετείχαν και οι (προερχόμενοι από το Λαϊκό κόμμα) υπουργοί Εσωτερικών, Περικλής Ράλλης, και Γεωργίας, Ιωάννης Μακρόπουλος. Παρευρίσκονταν ως παρατηρητής ο διευθυντής του πολιτικού γραφείου του αντιβασιλιά και ως στρατιωτικοί εμπειρογνώμονες ένας αντισυνταγματάρχης και ένας ταγματάρχης. Οι δυο αντιπροσωπείες διαφώνησαν για το θέμα της αμνηστίας και η συνάντηση διακόπηκε το ίδιο βράδυ.

Οι συνομιλίες ξανάρχισαν τέσσερις μέρες αργότερα (6 Φλεβάρη), με το ΕΑΜ να αποσύρει την πρότασή του για συμμετοχή στην κυβέρνηση. Έξι μέρες αργότερα (12 Φλεβάρη του 1945), επήλθε συμφωνία που συνοψίστηκε σε εννέα άρθρα. Οι διαπραγματευτές έφυγαν από την Βάρκιζα και πήγαν στο υπουργείο Εξωτερικών, όπου, μέσα σε πανηγυρική ατμόσφαιρα και με παρόντες Έλληνες και ξένους δημοσιογράφους, υπέγραψαν το κείμενο. Ήταν η Συμφωνία της Βάρκιζας, με δυο κύρια σημεία:

Το άρθρο 6 προέβλεπε την αποστράτευση και τον αφοπλισμό όλων των αντιστασιακών οργανώσεων. Και, με το άρθρο 3, παρεχόταν αμνηστία όλων των «πολιτικών αδικημάτων» που τελέστηκαν μετά τις 3 Δεκέμβρη του 1944 (και όχι των «κοινών αδικημάτων»). Έτσι, τα ηγετικά στελέχη του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ και του ΚΚΕ αμνηστεύτηκαν αλλά όχι και οι μαχητές τους, που πια αντιμετώπιζαν θανάσιμο κίνδυνο.

Μέχρι τις 28 Φλεβάρη, ο αφοπλισμός είχε ολοκληρωθεί, εκτός από κάποιες μονάδες του

ΕΛΑΣ, που αρνήθηκαν να δεχτούν τη συμφωνία και κατέφυγαν στα βουνά. Ανάμεσά τους

και ο Άρης Βελουχιώτης που κατάγγειλε ότι το ΚΚΕ πρόδωσε τους απλούς αντάρτες. Ίδρυσε

το Μέτωπο Εθνικής Ανεξαρτησίας (ΜΕΑ) και ξεκίνησε να δρα στην ορεινή Κεντρική Ελλάδα.

Το ΚΚΕ τον κατάγγειλε ως «τυχοδιωκτικό και ύποπτο στοιχείο». Ο Βελουχιώτης κυκλώθηκε

(στον ορεινό όγκο των Τζουμέρκων) και αυτοκτόνησε στις 15 Ιουνίου του 1945. Την ίδια μέρα,

στην Αθήνα, το ΚΚΕ ανάγγελλε ότι τον είχε διαγράψει448.

Δίκη δοσίλογων και πτώση Πλαστήρα

Προσηλωμένη στην εθνική συμφιλίωση, αμέσως μετά την υπογραφή της συμφωνίας στην Βάρκιζα, η κυβέρνηση Πλαστήρα προχώρησε στην δίκη των επιφανών δοσίλογων (ξεκίνησε στις 21 Φλεβάρη του 1945). Η δίκη έγινε σε αίθουσα των δικαστηρίων της οδού Σανταρόζα και στο εδώλιο κάθισαν οι πρωθυπουργοί και τα μέλη των τριών κατοχικών κυβερνήσεων (27 συνολικά, με τους πέντε να δικάζονται ερήμην). Η απόφαση εκδόθηκε στις 31 Μάη, όταν πια η κυβέρνηση Πλαστήρα είχε παραιτηθεί. Μόλις τρεις καταδικάστηκαν σε θάνατο αλλά κανένας τους δεν εκτελέστηκε:

Ο Γεώργιος Τσολάκογλου, του οποίου η θανατική ποινή ζητήθηκε από το δικαστήριο να μετατραπεί σε ισόβια δεσμά, εξαιτίας «των πολλαπλών υπηρεσιών του προς την χώρα ως στρατιωτικός». Η πρόταση έγινε δεκτή (19 Αυγούστου του 1945). Μεταφέρθηκε στις φυλακές Ζελιώτη (εκεί, όπου αργότερα υψώθηκε το πολυκατάστημα του «Μινιόν»). Πέθανε, το 1948, στο στρατιωτικό νοσοκομείο (ΝΙΜΙΤΣ), όπου νοσηλευόταν.

Ο Έκτωρ Τσιρονίκος, υπουργός Γεωργίας που έμεινε στην φυλακή ως το 1952, οπότε πήρε χάρη.

Και ο Σωτήριος Γκοτζαμάνης που καταδικάστηκε ερήμην κι αργότερα πήρε χάρη.

Σε ισόβια καταδικάστηκαν:

Ερήμην, ο διάδοχος του Τσολάκογλου στην πρωθυπουργία, Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος, που το είχε σκάσει στην Γερμανία, όπου τον συνέλαβαν οι Αμερικανοί και τον έστειλαν πίσω στην Ελλάδα. Έμεινε στην φυλακή, από το 1946 μέχρι το 1951, οπότε πήρε χάρη (πέθανε το 1961).

Ο τρίτος κατοχικός πρωθυπουργός, Ιωάννης Ράλλης, που πέθανε στην φυλακή το 1946.

Ο υπουργός Γεωργίας στην κυβέρνηση Τσολάκογλου, Ιωάννης Καραμάνος, που, το 1951, πήρε χάρη.

Ερήμην, ο υπουργός Εσωτερικών στις δεύτερη και τρίτη κατοχικές κυβερνήσεις, Αναστάσιος Ταβουλάρης. Το είχε σκάσει στην Αυστρία, όπου και πέθανε την ίδια χρονιά (1945).

Και ο γενικός διοικητής Κρήτης (1941 - 42), Ιωάννης Πασσαδάκης, που πέθανε στην φυλακή.

Εκτός από επτά κατηγορούμενους που αθωώθηκαν, οι υπόλοιποι καταδικάστηκαν από πέντε μέχρι είκοσι χρόνια. Στα 1951, οι περισσότεροι από όσους βρίσκονταν ακόμα στην φυλακή, πήραν χάρη κι αφέθηκαν ελεύθεροι.

Έτσι κι αλλιώς, η κυβερνητική προσπάθεια για εθνική συμφιλίωση έβρισκε μεγάλη αντίσταση, κυρίως από τις ακροδεξιές οργανώσεις. Στην διάρκεια των «Δεκεμβριανών», αφέθηκαν ελεύθεροι οι ταγματασφαλίτες, οι περισσότεροι από τους οποίους οπλίστηκαν και πολέμησαν στο πλευρό της κυβέρνησης Παπανδρέου και των Βρετανών. Ήδη, αποζητούσαν ρεβάνς. Η κυβέρνηση Πλαστήρα στεκόταν εμπόδιο. Η αφορμή για να τη ρίξουν, βρέθηκε: Στην φιλομοναρχική εφημερίδα «Ελληνικόν Αίμα»449, δημοσιεύτηκε μια επιστολή του Πλαστήρα, τον Ιούνιο του 1941, με αποδέκτη τον Έλληνα πρεσβευτή στο Βισύ. Σε αυτήν, ο Πλαστήρας κατάγγελλε το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, ότι είχε σαμποτάρει τις διαπραγματεύσεις του με την Γερμανία για να σταματήσει η ιταλική εισβολή στην Ελλάδα450. Αντίγραφο της επιστολής είχε δοθεί και στον κατηγορούμενο στην δίκη των δοσίλογων, Ιωάννη Ράλλη, για να την χρησιμοποιήσει στην απολογία του.

Αμέσως μετά την δημοσίευση (6 Απρίλη του 1945), ο Πλαστήρας επισκέφτηκε τον αντιβασιλιά Δαμασκηνό και του ζήτησε περιθώριο μιας βδομάδας για να παρουσιάσει την δική του θέση. Ο Δαμασκηνός δεν έδειξε διατεθειμένος να δώσει την προθεσμία και ο Πλαστήρας έβγαλε το πιστόλι του και απείλησε να αυτοκτονήσει. Ο Δαμασκηνός κάμφθηκε. Όμως, ακολούθησε παρέμβαση του πρεσβευτή της Βρετανίας, Ρ. Λίπερ, που απαίτησε την άμεση παραίτηση της κυβέρνησης451. Ο Πλαστήρας και η κυβέρνησή του, παραιτήθηκαν στις 8 Απρίλη του 1945.

Τον αντικατέστησε ο αντιναύαρχος Πέτρος Βούλγαρης που σχημάτισε νέα κυβέρνηση. Ήταν αυτός που είχε καταστείλει το κίνημα στον ελληνικό στρατό452, στην Μέση Ανατολή, ένα χρόνο νωρίτερα, με την ενεργό σύμπραξη των Άγγλων. Την κυβέρνησή του αποτελούσαν δεξιοί και φιλοβασιλικοί πολιτικοί και στρατιωτικοί που, ουσιαστικά, μπήκαν στην υπηρεσία της Αγγλίας, καθώς Βρετανοί «σύμβουλοι» διορίστηκαν στα υπουργεία και σε νευραλγικά κέντρα αποφάσεων. Κάτι αντίστοιχο είχε επιχειρηθεί να γίνει και στην προηγούμενη κυβέρνηση αλλά ο Πλαστήρας το είχε απορρίψει.

Η «λευκή τρομοκρατία»

Με δικαιολογία το άρθρο 3 της συμφωνίας στην Βάρκιζα, που εξαιρούσε από την αμνηστία τα «κοινά αδικήματα» (χωρίς να ξεκαθαρίζει ποια είναι αυτά), ξεκίνησε κύμα τρομοκρατίας ενάντια στους αριστερούς πολίτες αλλά και ενάντια σε όποιον δεν τασσόταν ανοιχτά υπέρ της μοναρχίας. Την ασκούσαν ακροδεξιές και μοναρχικές οργανώσεις καθώς και η χωροφυλακή. Το όλο θέμα έφτασε στο απροχώρητο, σε τέτοιο σημείο, ώστε οι ηγέτες των κεντρώων κομμάτων (Θεμιστοκλής Σοφούλης, Νικόλαος Πλαστήρας, Γεώργιος Καφαντάρης, Εμμανουήλ Τσουδερός και Αλέξασνδρος Μυλωνάς), στις 5 Ιουνίου του 1945, προχώρησαν σε κοινή δήλωση:

«Η εγκαθιδρυθείσα μετά το κίνημα του Δεκεμβρίου εις ολόκληρον την χώραν τρομοκρατία της άκρας Δεξιάς επεκτείνεται καθημερινώς, έχει δε προσλάβει ήδη έκτασιν και βιαιότητα καθιστώσαν αφόρητον την ζωήν των μη βασιλοφρόνων πολιτών, και αποκλείουσαν οιανδήποτε σκέψιν διεξαγωγής ελευθέρου δημοψηφίσματος ή εκλογών (...). Αι τρομοκρατικαί οργανώσεις της άκρας Δεξιάς, εκ των οποίων αι κυριώτεραι είχον οπλισθή εν μέρει υπό των Γερμανών και παντειοτρόπως συνειργάσθησαν μετ' αυτών, όχι μόνον δεν αφωπλίσθησαν, όχι μόνον δεν διώκονται, αλλά αναφανδόν συμπράττουν με τα όργανα της τάξεως προς τελείαν κάθε δημοκρατικής πνοής κατάπνιξιν».

Η παρέμβαση έπεσε στο κενό. Η τρομοκρατία συνεχίστηκε και τον επόμενο χρόνο, κρατικά οργανωμένη453. Αποκλήθηκε «λευκή τρομοκρατία» και ουσιαστικά εξωθούσε την ηγεσία του ΚΚΕ να αναλάβει ένοπλη δράση.

Στην Αθήνα, οι φιλοβασιλική και αντιμοναρχική παρατάξεις δεν κατάφερναν να συμφωνήσουν για την διενέργεια των εκλογών. Μη μπορώντας να βρει αποδεκτή λύση, η κυβέρνηση του Π. Βούλγαρη παραιτήθηκε (9 Οκτώβρη του 1945). Επί οχτώ μέρες, ο αντιβασιλιάς, Δαμασκηνός, προσπαθούσε να βρει κάποιον, να γίνει πρωθυπουργός. Είδε κι αποείδε και τελικά (στις 17 Οκτώβρη του 1945), έγινε ο ίδιος πρωθυπουργός διατηρώντας και το αξίωμα του αντιβασιλιά. Έμεινε πρωθυπουργός δυο βδομάδες, καθώς βρήκε πρόθυμο να αναλάβει επικεφαλής της κυβέρνησης. Ήταν ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ήδη πρόεδρος του «Εθνικού Ενωτικού Κόμματος».

Από τις 25 Ιουλίου (του 1945), πρωθυπουργός της Βρετανίας ήταν ο Κλέμεντ Άττλι (1883 - 1967), επικεφαλής κυβέρνησης των Εργατικών. Κι από τις 2 Σεπτέμβρη, ο Β' Παγκόσμιος πόλεμος είχε τελειώσει, με την υποταγή και της Ιαπωνίας. Το ελληνικό ζήτημα βρέθηκε στο επίκεντρο της βρετανικής πολιτικής σκηνής και απείλησε την ενότητα του εκεί κυβερνώντος κόμματος.

Με την άνοδο των Εργατικών, η σε σχέση με την Ελλάδα βρετανική εξωτερική πολιτική δεν άλλαξε. Ουσιαστικά, συνέχισε να ασκείται, όπως είχε διαμορφωθεί από τους συντηρητικούς, με αποτέλεσμα να υπάρξουν έντονες εσωκομματικές αντιδράσεις. Η κυβέρνηση βρέθηκε στο επίκεντρο των δριμύτατων επικρίσεων του Τύπου, των ίδιων των βουλευτών της και των εργατικών συνδικάτων, καθώς διαψεύστηκαν οι ελπίδες για μια διαφορετική εξωτερική πολιτική.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, δημιουργήθηκε στη Βρετανία ο ΣΔΕ (Σύνδεσμος για τη Δημοκρατία στην Ελλάδα). Δημοσιεύσεις στον Τύπο, συλλαλητήρια και διαμαρτυρίες στους διεθνείς οργανισμούς ήταν τα μέσα που χρησιμοποίησε για να συμπαρασταθεί στον αγώνα του ελληνικού δημοκρατικού λαού και να τον προβάλει στην βρετανική και την διεθνή κοινή γνώμη.

Στην Αθήνα, κατέφθασε ο υφυπουργός Εξωτερικών της Βρετανίας, Έκτορας Μακ Νιλ. Έφερνε προτάσεις (εντολές στην ουσία) για την άσκηση της οικονομικής πολιτικής. Αν τις εφάρμοζε η κυβέρνηση, θα παρέδιδε την ελληνική οικονομία στον βρετανικό έλεγχο. Ο Κανελλόπουλος άντεξε στις πιέσεις τρεις βδομάδες. Στις 22 Νοέμβρη του 1945, παραιτήθηκε.

Οι εκλογές του 1946

Με την ανοχή του ΚΚΕ, ο Μακ Νιλ δραστηριοποιήθηκε έντονα, καταπατώντας κάθε έννοια εθνικής κυριαρχίας, και επέβαλε την κυβέρνηση που ήθελε: Πρωθυπουργός ο (φιλελεύθερος) Θεμιστοκλής Σοφούλης, αντιπρόεδρος ο (αντιμοναρχικός) Γεώργιος Καφαντάρης, β' αντιπρόεδρος ο (κεντρώος αντικομμουνιστής) Εμμανουήλ Τσουδερός, υπουργός Εξωτερικών και Τύπου και Πληροφοριών ο (στρατευμένος υπέρ της εθνικής συμφιλίωσης) Ιωάννης Σοφιανόπουλος, υπουργός Εσωτερικών και Δικαιοσύνης ο (αντιμοναρχικός και μάρτυρας υπεράσπισης στην δίκη των δοσίλογων) Κωνσταντίνος Ρέντης, υπουργός Οικονομικών ο (ιδρυτής του Αγροτικού Κόμματος και, ως υπουργός του Βενιζέλου, εισηγητής του νόμου για την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών) Αλέξανδρος Μυλωνάς κ.λπ.

Το κεντροαριστερό προφίλ της κυβέρνησης προκάλεσε την βίαιη αντίδραση των κομμάτων της Δεξιάς, που κατάγγειλαν την απροκάλυπτη βρετανική παρέμβαση. Το ΚΚΕ, αντίθετα, με ανακοίνωσή της Πολιτικής Γραμματείας του, έδειξε την «κατ' αρχήν ανοχή» του «καθώς και ολόκληρης της ΕΑΜικής Αριστεράς». Η κομματική απόφαση έδειχνε φιλική στους Άγγλους, καθώς διαφαινόταν στροφή της βρετανικής εξωτερικής πολιτικής από την κυβέρνηση των Εργατικών.

Στις 15 Δεκέμβρη, η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ ανέτρεψε την απόφαση: Αποσύρθηκε η ανοχή και προβλήθηκαν τρία θέματα ως προϋπόθεση, ώστε να προχωρήσει η χώρα σε εκλογές: Να δοθεί γενική αμνηστία, να εκκαθαριστεί ο κρατικός μηχανισμός και να ανασυσταθούν οι εκλογικοί κατάλογοι. Τα αιτήματα αυτά απορρίφθηκαν από την εργατική κυβέρνηση της Βρετανίας.

Η κυβέρνηση του Θεμιστοκλή Σοφούλη προχώρησε στην ανασύσταση και ενημέρωση των εκλογικών καταλόγων και, παρ' όλο που (στην επαρχία, κυρίως) η λευκή τρομοκρατία συνεχιζόταν απτόητη, προκήρυξε εκλογές για τις 31 Μάρτη του 1946. Το ΚΚΕ ζήτησε την αναβολή τους, ώσπου να υπάρξουν συνθήκες ελεύθερης έκφρασης του εκλογικού σώματος. Το αίτημα αγνοήθηκε. Ο ηγέτης του ΚΚΕ, Νίκος Ζαχαριάδης, ζήτησε την γνώμη της Μόσχας (5 Φλεβάρη του 1946): Να μετάσχει στις εκλογές ή να ξεκινήσει ένοπλο αγώνα; Πήρε την απάντηση στις 8 Φλεβάρη: Να μετάσχει στις εκλογές. Προτίμησε τρίτη λύση: Τον ίδιο μήνα (Φλεβάρη του 1946), η δεύτερη ολομέλεια του ΚΚΕ αποφάσισε να καλέσει τον λαό σε αποχή.

Οι εκλογές έγιναν με το ΚΚΕ να απέχει. Σύμφωνα με ανακοίνωση (3 Απρίλη) του υπουργείου Εσωτερικών, ψήφισαν 1.161.693 πολίτες και η αποχή ήταν 50%. Προέκυψε παντοκρατορία του φιλομοναρχικού συνασπισμού (δέκα κόμματα ως Ηνωμένη Παράταξις Εθνικοφρόνων) που, σε σύνολο 305 βουλευτών, εξέλεξε 205 (οι 156 του Λαϊκού κόμματος). Η Εθνική Πολιτική Ένωσις (ΕΠΕ, Σοφοκλής Βενιζέλος, Γ. Παπανδρέου, Π. Κανελλόπουλος και Γρηγόριος Κασιμάτης) έβγαλε 68 και οι φιλελεύθεροι του Θ. Σοφούλη 48, ενώ το κόμμα του Ναπολέοντα Ζέρβα 20. Η Ένωσις Εθνικοφρόνων έβγαλε 9. Αναδείχτηκαν και δυο ανεξάρτητοι454.

Μεσολάβησε (4 - 18 Απρίλη) κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον πρόεδρο του ΣτΕ, Παναγιώτη Πουλίτσα, ώσπου να συνεδριάσει η Κ.Ο. του Λαϊκού κόμματος και να εκλέξει αρχηγό της τον Κωνσταντίνο Τσαλδάρη, που ανέλαβε πρωθυπουργός.

Στην επαρχία κυρίως αλλά και στην Αθήνα, η λευκή τρομοκρατία οργίαζε. Πρώην μαχητές του ΕΛΑΣ αλλά και αμέτοχοι πολίτες δολοφονούνταν ή απλά, κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά, εξοστρακίζονταν από τον δημόσιο βίο455. Συγκροτήθηκαν ομάδες πρώην ΕΛΑΣιτών, οι οποίες πέρασαν στην αντεπίθεση. Δημιουργήθηκαν έτσι, οι πρώτοι πυρήνες του «Δημοκρατικού Στρατού» (ΔΣΕ) που, για την ώρα, εστίαζαν στην αυτοάμυνα. Για μια ακόμα φορά, η χώρα βάδιζε προς τον εμφύλιο πόλεμο456.

Εμφύλιος και Αμερικανοί

Η ολοκληρωτικά φιλοβασιλική κυβέρνηση του Τσαλδάρη προχώρησε στην έγκριση (18 Ιουνίου του 1946) του Γ' Ψηφίσματος «Περί εκτάκτων μέτρων αφορώντων την Δημοσίαν τάξιν και ασφάλειαν». Στρεφόταν ενάντια στους κομμουνιστές και τους «συνοδοιπόρους» τους. Και προέβλεπε τη σύσταση έκτακτων στρατοδικείων, στις αποφάσεις των οποίων δεν χωρούσε έφεση παρά μόνο «βασιλική χάρη», αν και βασιλιάς ακόμα δεν υπήρχε στην Ελλάδα. Μέσα σε μια βδομάδα (20 με 27 Ιούλιου του 1946), στήθηκαν τρία έκτακτα στρατοδικεία: Δίκασαν κι έστειλαν στο εκτελεστικό απόσπασμα δώδεκα κομμουνιστές με κατηγορίες ότι ήταν «συμμορίτες», «αυτονομιστές» και «πράκτορες του σλαβισμού». Ήταν οι πρώτοι νεκροί με τη σφραγίδα του επίσημου κράτους.

Τον ίδιο μήνα (Ιούνιο του 1946), εγκρίθηκε και το Δ' Ψήφισμα που όριζε ότι την 1η Σεπτέμβρη του 1946 θα διεξαγόταν δημοψήφισμα, όχι για το πολιτειακό ζήτημα (αν θα υπάρξει στην χώρα αβασίλευτη ή βασιλευόμενη δημοκρατία) αλλά για την «Επάνοδον της Αυτού Μεγαλειότητος του Βασιλέως Γεωργίου εις την Ελλάδα»!

Η τρομοκρατία επεκτάθηκε απροκάλυπτα και ενάντια σε όσους απλά δεν ήθελαν τον βασιλιά ή υπήρχε υποψία ότι δεν τον ήθελαν. Και στις ταβέρνες των λαϊκών συνοικιών της Αθήνας, το «αριστερό» τραγούδι «γιούπι για για, γιούπι γιούπι γιούπι για» απέκτησε νέα στροφή:

«Εμείς τον θέλουμε, παιδιά, τον βασιλιά,

εμείς τον θέλουμε, παιδιά, τον βασιλιά,

να πηγαίνει στο Παγκράτι,

να πουλάει Ριζοσπάστη

και να κάνει ότι τον διατάζει ο ΕΛΑΣ».

Είχε εμφανιστεί στην διάρκεια της κατοχής και σατίριζε την τότε κατάσταση:

«Τίνος είναι, βρε γυναίκα, τα παιδιά,

τίνος είναι, βρε γυναίκα, τα παιδιά,

το 'να μου φωνάζει "σι",

τ' άλλο μου φωνάζει "για",

τίνος είναι, βρε γυναίκα, τα παιδιά.

Το ένα είναι του μακαρονά,

το άλλο είναι του Γερμαναρά

και το τρίτο είναι το δικό μας,

γαμώ το κέρατό μας

γαμώ τον βασιλιά».

Στο ενδιάμεσο, αμέσως μετά την απελευθέρωση, είχε προστεθεί νέα στροφή:

«Τα κορίτσια που πηγαίναν με Ιταλούς,

τα κορίτσια που πηγαίναν με Ιταλούς,

τώρα πάνε μ' εγγλεζάκια

με κοντά παντελονάκια

κι από πίσω ένα σύνταγμα Ινδούς».

Οι συγκρούσεις ανταρτών και μοναρχικών οργανώσεων πολλαπλασιάστηκαν. Ήταν 11 Αυγούστου του 1946, όταν παρακρατικοί της συμμορίας του Σούρλα σταμάτησαν το τρένο (στον Πλατύκαμπο της Λάρισας) και, μπροστά στα μάτια απαθών αξιωματικών του στρατού, κατέβασαν με την βία τον δημοσιογράφο του Ριζοσπάστη, Κώστα Βιδάλη. Τον βασάνισαν και τον σκότωσαν στο νεκροταφείο του χωριού Μελία. Είκοσι μέρες αργότερα (1η Σεπτέμβρη), έγινε το δημοψήφισμα μέσα σε κλίμα άγριας τρομοκρατίας, βίας και νοθείας, με το ΚΚΕ να προτρέπει για λευκό. Το αποτέλεσμα ήταν 68,8% υπέρ της επανόδου του Γεωργίου Β'. Ένα 19,8% ψήφισε λευκό. Υπήρξαν και 11,4% των ψήφων υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας. Ο πρώην πρωθυπουργός, Θεμιστοκλής Σοφούλης, το χαρακτήρισε «εστερημένον οιουδήποτε κύρους και αξίας ηθικής, οικτρόν κατασκεύασμα βίας και νοθείας». Ο Γεώργιος γύρισε στην Αθήνα στις 27 Σεπτέμβρη του 1946.

Τα γεγονότα εξωθούσαν στην ένοπλη σύγκρουση. Στις 11 Σεπτέμβρη, πραγματοποιήθηκε η 3η ολομέλεια του ΚΚΕ, που προχώρησε στην έγκριση του σχεδίου «Λίμνες», για τη ίδρυση κομμουνιστικού τακτικού στρατού και την δημιουργία κομμουνιστικού κράτους στην Βόρεια Ελλάδα. Σε εκτέλεση του σχεδίου, στις 28 Οκτώβρη του 1946, αρχηγοί αντάρτικων ομάδων συγκρότησαν τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας (ΔΣΕ), με στρατηγό τον Μάρκο Βαφειάδη. Ο εμφύλιος ξεκίνησε σφοδρός.

Με την κυβέρνηση να αντιμετωπίζει τρομερά οικονομικά προβλήματα, Δεκέμβρη του 1946, ο πρωθυπουργός Κ. Τσαλδάρης βρέθηκε στις ΗΠΑ και ζήτησε από τον πρόεδρο Χάρι Τρούμαν οικονομική βοήθεια. Εκείνος έστειλε τον Πολ Α. Πόρτερ (βοηθό διευθυντή του Γραφείου Οικονομικής Σταθεροποίησης των ΗΠΑ) επικεφαλής αμερικανικής αποστολής για να εξετάσει την κατάσταση. Οι Αμερικανοί έφτασαν στην Αθήνα 18 Γενάρη του 1947 και βρήκαν την χώρα να ταλανίζεται από απεργία των δημοσίων υπαλλήλων. Άλλωστε, εξαιτίας της, έξι μέρες αργότερα, η κυβέρνηση Τσαλδάρη παραιτήθηκε (24 Γενάρη).

Όπως έναν χρόνο νωρίτερα έπραξε ο Βρετανός Μακ Νιλ, ο Πόρτερ πίεσε να δημιουργηθεί μια κυβέρνηση με συμμετοχή και κεντρώων, ώστε να υπάρξει ευρύτερο αντικομμουνιστικό μέτωπο. Πρωθυπουργός ορκίστηκε ο εξωκοινοβουλευτικός τραπεζίτης και αντιβενιζελικός, Δημήτριος Μάξιμος457. Στην κυβέρνηση μπήκαν εκπρόσωποι επτά κομμάτων, όχι όμως και των φιλελευθέρων. Ο Πόρτερ την είπε «ανασχηματισμό δεξιών ομάδων».

Ήταν 14 Φλεβάρη του 1947, όταν ο Πόρτερ υπέβαλε την έκθεσή του. Ξεκινούσε με την διαπίστωση:

«Εδώ δεν υφίσταται κράτος σύμφωνα με τα δυτικά πρότυπα. Αντ' αυτού υπάρχει μια χαλαρή ιεραρχία ατομιστών πολιτικών, μερικοί από τους οποίους είναι χειρότεροι από άλλους, που είναι τόσο απασχολημένοι με τον προσωπικό τους αγώνα για εξουσία, ώστε δεν έχουν τον χρόνο να αναπτύξουν οικονομική πολιτική, ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι είχαν την ικανότητα».

Μήνες αργότερα, δημοσιεύτηκαν σε περιοδικό οι εκτός έκθεσης και διόλου κολακευτικές για την άρχουσα τάξη προσωπικές εντυπώσεις του:

«Απ' ό, τι μπόρεσα να διαπιστώσω, η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει καμιά άλλη πολι­τική πρακτική από το να εκλιπαρεί για ξένη βοήθεια, ώστε να διατηρηθεί στην εξουσία απαριθμώντας θορυβωδώς τις θυσίες της Ελλάδας. (...) Στόχος της είναι να χρησιμοποιήσει την ξένη βοήθεια ως μέσο για την διαιώνιση των προνομιών μίας μικρής κλίκας εμπόρων και τραπεζιτών, οι οποίοι αποτελούν την αόρατη εξουσία στην Ελλάδα»458.

Τον ίδιο καιρό, οι Βρετανοί αντιμετώπιζαν τρομερά οικονομικά προβλήματα και αδυνατούσαν να βοηθήσουν την ελληνική κυβέρνηση. Ζήτησαν (Φλεβάρη του 1947) επίσημα από τις ΗΠΑ να τους αντικαταστήσουν σ' αυτόν τον ρόλο. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Χάρι Τρούμαν, το αποδέχτηκε. Στις 12 Μάρτη του 1947, διατύπωσε το, όπως αποκλήθηκε, «δόγμα Τρούμαν», τονίζοντας ότι είναι η «πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών για να υποστηρίξουν τους ελεύθερους λαούς που αντιστέκονται στην προσπάθεια υποδούλωσής τους από ένοπλες μειονότητες ή από εξωτερικές πιέσεις». Αρχές Απρίλη, διευκρίνισε:

«Διαλέξαμε την Ελλάδα (αλλά) και την Τουρκία, όχι γιατί χρειάζονται βοήθεια ή γιατί είναι λαμπρά υποδείγματα δημοκρατίας και ύπαρξης των τεσσάρων ελευθεριών, αλλά γιατί αποτελούν για μας τις στρατηγικές πύλες της Μαύρης θάλασσας και της καρδιάς της Σοβιετικής Ένωσης».

Μάη του 1947, οι ΗΠΑ ενέκριναν στρατιωτική και οικονομική βοήθεια ύψους 400.000.000 δολαρίων.

Το τέλος των μαχών

Στην τελευταία παλινόρθωσή του, ο Γεώργιος Β' χάρηκε τον θρόνο του έξι μήνες και τέσσερις μέρες. Βράδυ, 31 Μάρτη του 1947, παρακολούθησε την ταινία «Ερρίκος ο Ε'» στον κινηματογράφο Παλλάς. Μεσημέρι πρωταπριλιάς, μια καμαριέρα τον βρήκε νεκρό στον καναπέ του γραφείου του. Λίγοι, τότε, διέθεταν ραδιόφωνο κι ακόμα λιγότεροι τηλέφωνο. Οι αστυνομικοί επιφορτίστηκαν να μεταφέρουν τα νέα πόρτα με πόρτα, προκειμένου οι Αθηναίοι να υψώσουν μεσίστιες τις σημαίες τους. Στην αρχή, οι Αθηναίοι κάγχαζαν. Θεώρησαν πρωταπριλιάτικο αστείο την είδηση. Οι αστυφύλακες απείλησαν με συλλήψεις, όσους τους κορόιδευαν. Τελικά, ο θάνατος του Γεωργίου έγινε πιστευτός. Ο διάδοχος, Παύλος, και η γυναίκα του, Φρειδερίκη, βρίσκονταν στο σπίτι τους, στο Ψυχικό, όταν τους τηλεφώνησαν τα νέα. Κατέβηκαν στην Αθήνα. Ο Παύλος ορκίστηκε νέος βασιλιάς στις 8 το βράδυ. Η κηδεία του Γεώργιου έγινε 6 Απρίλη.

Μέσα στον ίδιο μήνα (Απρίλη του 1947), ξεκίνησαν μεγάλες μάχες ανάμεσα στον κυβερνητικό και τον δημοκρατικό στρατό. Τα στρατοδικεία δούλευαν με εντατικούς ρυθμούς, οι εκτελέσεις και οι εκτοπισμοί είχαν μπει στην ημερήσια διάταξη. Στη Μακρόνησο δημιουργήθηκε στρατόπεδο «εθνικής αναμόρφωσης» για χιλιάδες κομμουνιστές, πολιτικούς κρατούμενους και λιποτάκτες στρατιώτες.

Παρενέβη ο ΟΗΕ: Μια επιτροπή του στάλθηκε να συμβιβάσει την κατάσταση. Περιορίστηκε να διαπιστώσει τα ήδη γνωστά:

«Οι αντάρτες κομμουνιστές ενισχύονται από τους βόρειους γείτονες της χώρας, η Δεξιά εφαρμόζει καταπιεστικά μέτρα».

Ήταν 5 Ιουνίου του 1947, όταν (στο πανεπιστήμιο Χάρβαρντ) ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Τζορτζ Μάρσαλ, ανακοίνωσε σχέδιο οικονομικής ενίσχυσης των κρατών της Ευρώπης που είχαν πληγεί άγρια από τον πόλεμο. Ήταν το «σχέδιο Μάρσαλ», με βάση το οποίο η Ελλάδα επρόκειτο, στα επόμενα τρία χρόνια, να εισπράξει 366 εκατομμύρια δολάρια. Για ν' αρχίσει να τα παίρνει, όμως, χρειαζόταν μια πιο δημοκρατική κυβέρνηση. Προωθήθηκε η «λύση Σοφούλη», με συνεργασία του Λαϊκού κόμματος και των φιλελευθέρων. Η κυβέρνηση Μάξιμου παραιτήθηκε (29 Αυγούστου του 1947) και, για εννέα μέρες, ανέλαβε κυβέρνηση Τσαλδάρη. Παραιτήθηκε 7 Σεπτέμβρη, οπότε ανέλαβε νέα με πρωθυπουργό τον Θεμιστοκλή Σοφούλη και αντιπρόεδρο τον Κωνσταντίνο Τσαλδάρη. Είχε μεσολαβήσει η απειλή του Αμερικανού διπλωμάτη, Λου Χέντερσον, στον Τσαλδάρη ότι, αν δεν δεχόταν κυβέρνηση συνασπισμού, οι ΗΠΑ θα διέκοπταν την οικονομική βοήθεια.

Ως πρωθυπουργός, ο Σοφούλης αρχικά προχώρησε σε μέτρα εθνικής συμφιλίωσης. Παρ' όλη την αμερικανική βοήθεια, όμως, ο δημοκρατικός στρατός εξακολουθούσε να σημειώνει νίκες. Τα συμφιλιωτικά μέτρα εγκαταλείφθηκαν. Με ψήφισμα (17 Νοέμβρη του 1947), έκλεισε τον «Ριζοσπάστη» και, σαράντα μέρες αργότερα (27 Δεκέμβρη), πέρασε τον Αναγκαστικό Νόμο 509: Με αυτόν, το ΚΚΕ βρέθηκε εκτός νόμου και τα στρατοδικεία αναλάμβαναν την δίωξη των κομμουνιστών, επιβάλλοντας ακόμα και την θανατική ποινή. Οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι στρατιωτικοί που αποδεικνυόταν ότι είναι κομμουνιστές, απολύονταν.

Είχε προηγηθεί (24 Δεκέμβρη του 1947) η από τον παράνομο ραδιοφωνικό σταθμό του ΚΚΕ αναγγελία της συγκρότησης της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης, με πρωθυπουργό τον Μάρκο Βαφειάδη. Το 1948 βρήκε τον δημοκρατικό στρατό να σημειώνει επιτυχίες έχοντας δύναμη 26.000 άνδρες έναντι των 220.000 του τακτικού στρατού. Ήδη, όμως, τα βόρεια σύνορα έκλειναν. Αν πιστέψουμε τον Μίλοβαν Τζίλας, με διαταγή του Στάλιν.

Ήταν 24 Φλεβάρη του 1948, όταν έφτασε στην Αθήνα ο Αμερικανός στρατηγός Τζέιμς Όλγουορντ Βαν Φλιτ (James Alward Van Fleet, 1892 - 1992), επικεφαλής 250 στρατιωτικών συμβούλων. Τον υποδέχτηκε ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο οποίος, του παρουσίασε το τιμητικό άγημα, με την φράση «Στρατηγέ μου, ιδού ο στρατός σας». Έτσι κι αλλιώς, ο Φλιτ ανέλαβε την διοίκηση του στρατού και την διαχείριση της αμερικανικής βοήθειας.

Η κυβέρνηση παράπαιε με τις πολιτικές κρίσεις να διαδέχονται η μια την άλλη. Παραλίγο να πέσει τον Νοέμβρη του 1948, όταν διασώθηκε με μόλις μια ψήφο. Ανασχηματίστηκε στις 20 Γενάρη του 1949, με αντιπρόεδρο τον οικονομολόγο και ακαδημαϊκό, Αλέξανδρο Διομήδη, και αμέσως διόρισε αρχιστράτηγο του ελληνικού στρατού τον Αλέξανδρο Παπάγο.

Ο Σοφούλης πέθανε στις 24 Ιουνίου του 1949. Ο Διομήδης ορκίστηκε πρωθυπουργός. Ήταν αυτός πρόεδρος της κυβέρνησης, όταν έληξε ο εμφύλιος με ήττα των κομμουνιστών (29 Αυγούστου του 1949). Παραιτήθηκε 6 Γενάρη του 1950.

Ο άξονας «εθνικός» - «αντεθνικός»

Πενήντα χρόνια μετά την λήξη του εμφύλιου πολέμου (20 - 23 Οκτώβρη του 1999), έγινε στην Αθήνα, σε ακαδημαϊκό επίπεδο, μια πρώτη προσέγγιση της περιόδου του εμφυλίου πολέμου, ως ιστορικό γεγονός, με πρόθεση να σπάσει η «συνωμοσία σιωπής» που κάλυπτε μερικές από τις πιο επώδυνες στιγμές του πρόσφατου παρελθόντος. Στηρίχθηκε από τρία πανεπιστήμια (Π.Μ.Σ. Πολιτικής Επιστήμης και Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας Πάντειου Πανεπιστημίου, Τμήμα Ιστορίας Ιόνιου Πανεπιστημίου) με τη συνεργασία της ΕΔΙΑ (Εταιρείας Διάσωσης Ιστορικών Αρχείων) και με προφανή πρόθεση να εστιαστεί η έρευνα στο πολιτικό επίπεδο.

Γεννήθηκε έτσι το πρώτο στο είδος του συνέδριο με τίτλο «Ο Ελληνικός Εμφύλιος: Από τη Βάρκιζα στο Γράμμο», χωρισμένο σε εννιά θεματικές ενότητες, με κορύφωση μια συζήτηση ανάμεσα σε στρατιωτικούς του τότε, προερχόμενους και από τις δυο πλευρές.

Το αποτέλεσμα ήταν το αναμενόμενο: Ναι μεν μισός αιώνας είναι υπεραρκετή χρονική απόσταση για να πλησιαστεί και να φωτιστεί αντικειμενικά ένα ιστορικό γεγονός, όπως π.χ. ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος, ταυτόχρονα όμως αποτελεί μικρό χρονικό διάστημα, όταν το αντικείμενό του δίχασε κι εξακολουθεί να διχάζει την κοινωνία σε όλα της τα επίπεδα, από τον μικρόκοσμο του όποιου χωριού ως τους φορείς της ιδεολογικής και πολιτικής σύγκρουσης.

Ένας από τους εισηγητές, ο ιστορικός Μιχάλης Λυμπεράτος ανέλυσε το θέμα «Η μεταπολεμική διαμόρφωση των ιδεολογικών μετώπων και η εμφύλια σύγκρουση (Ο άξονας ''εθνικός - αντεθνικός'')», διαπιστώνοντας απουσία προϋποθέσεων συμβιβασμού που θα συνέτειναν στην αποτροπή της ένοπλης αντιπαράθεσης. Την εντόπιζε ιδίως στην πλευρά της υπό διαδικασία ανασυγκρότησης αστικής ιδεολογίας, καθώς κύρια προσπάθειά της ήταν να γίνει αποδεκτή η ένταξη της χώρας στο δυτικό γεωπολιτικό στρατόπεδο αλλά και να νομιμοποιηθεί η βίαιη απολάκτιση της ελληνικής Αριστεράς από την πολιτική σκηνή. Η προσπάθεια αυτή ευνοήθηκε από τις διεθνείς διεργασίες καθορισμού των συνόρων, μέσα από τις οποίες αναπτύχθηκαν εθνικά αιτήματα και αναμοχλεύτηκαν παραδοσιακές αντιπαραθέσεις γύρω από αυτά. Η εξυπηρέτηση εθνικών αιτημάτων και ο προσανατολισμός προς την Δύση συνδέθηκαν με σχέση αμοιβαίας προϋπόθεσης (απλουστευμένα, «εντασσόμαστε στην Δύση, εφόσον μας δώσετε τα εδάφη», «σας δίνουμε τα εδάφη, αν ενταχθείτε στην Δύση»).

Με όλα αυτά, πρωταρχικό ρόλο έπαιξε η αναβίωση της προπολεμικής ιδεολογικής αντιπαράθεσης στην βάση του «εθνικός» και «αντεθνικός», της «εθνικοφροσύνης» και του «μειοδοτικού διεθνισμού». Στόχος ήταν η αποβολή του ιδεολογικού αντιπάλου από την επίσημη πολιτική σκηνή, ώστε δικαιώματα δράσης να έχουν μόνο οι πολιτικές δυνάμεις που κινούνταν στην βάση της εθνικής ιδεολογίας. Στήθηκε έτσι το σκηνικό των «εθνικοφρόνων» και των «εαμοβούλγαρων», που απαιτούσε βίαιες πρακτικές περιθωριοποίησης των αριστερών για λόγους «εθνικής ανάγκης» και απέκλειε κάθε δυνατότητα πολιτικού συμβιβασμού.

Μπροστά σ’ αυτή την διαμορφούμενη κατάσταση, το ΚΚΕ και το ΕΑΜ, που η κοινωνική του δυναμική στηριζόταν σε καθοριστικό βαθμό στο πατριωτικό πρόταγμα, επιδόθηκαν σε έναν αγώνα αποτίναξης των κατηγοριών, προσπαθώντας να προλάβουν την διάλυση της εαμικής συμμαχίας. Και, στην επανάληψη της προπολεμικής κατηγορίας της «εθνικής μειοδοσίας», αντέταξαν ακόμα και αιτήματα που δεν απείχαν πολύ από τον σοβινισμό. Προβλήθηκαν ιδιαίτερα η εθνική φυσιογνωμία της Αριστεράς και ο σταθερός προσανατολισμός της στις κυρίαρχες εθνικές αναγκαιότητες. Και, όντας σε προφανή θέση άμυνας, το ΚΚΕ ανταπέδωσε τις κατηγορίες που δεχόταν, κατηγορώντας τον αντίπαλο για ξενοδουλεία, παραλείποντας την προσπάθεια να αναδείξει την κοινωνική διάσταση της σύγκρουσης. Έτσι όμως, βρέθηκε να παίζει στο γήπεδο του αντιπάλου, τον οποίο διευκόλυνε να εμφανίσει τη σύγκρουση ως ανταρσία υποκινούμενων αντεθνικών δυνάμεων.

Ζητούμενο είναι, αν το ΚΚΕ στ' αλήθεια σκόπευε εξαρχής στην βίαιη κατάληψη της εξουσίας. Κατά τον ιστορικό Μενέλαο Χαραλαμπίδη, σε μια τέτοια περίπτωση, θα είχε επιτεθεί ανάμεσα στις 12 και 16 Οκτώβρη του 1944, όταν το ΕΑΜ «έπαιζε μόνο του», καθώς οι Γερμανοί είχαν φύγει, ενώ οι Άγγλοι (και ο ελληνικός στρατός) δεν είχαν φτάσει ακόμα. Επιπρόσθετα, στις κρίσιμες εκείνες ημέρες, το ΕΑΜ φρόντισε να υπάρξει απόλυτη ησυχία στην Αθήνα, όπου «δεν άνοιξε μύτη», σε αντίθεση με ό,τι συνέβη σε άλλες χώρες. Στην Γαλλία, για παράδειγμα, μόλις λίγες ώρες μετά την απελευθέρωση του Παρισιού, λιντσαρίστηκαν πάνω από 9.000 συνεργάτες των Γερμανών, σε ένα αιματηρό ξέσπασμα αντεκδίκησης. Στην Ιταλία, οι αντίστοιχοι αριθμοί κυμαίνονται από 12.000 μέχρι 20.000.

Κι ακόμα, η πορεία των διαπραγματεύσεων για την απόδοση των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα δικαιώνει το σκεπτικό του εισηγητή στο συνέδριο του 1999: Τα κατακρατούσε η Ιταλία για περίπου μισό αιώνα αλλά, ως νικημένη του πολέμου, όφειλε να τα αποδώσει. Στην Ελλάδα ή στην Τουρκία από την οποία τα είχε αφαιρέσει (το 1911). Στο Παρίσι, το ανώτατο συμβούλιο των υπουργών Εξωτερικών των χωρών που πολέμησαν τον άξονα αποφάσισε ν’ αποδοθούν στην Ελλάδα μαζί με το Καστελόριζο (26 Ιουνίου του 1946). Στις 10 Φλεβάρη του 1947, υπογράφηκε η συμφωνία στο Μέγαρο της Ευρώπης, στο γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών, μαζί με τις άλλες ρυθμίσεις που απέρρεαν από τις μεταπολεμικές συνθήκες. Στις 15 Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου, έγινε η παράδοση των νησιών. Ενσωματώθηκαν στην Ελλάδα 7 Μάρτη του 1948. Στις 8, ο βασιλιάς Παύλος ήταν ο πρώτος Έλληνας εστεμμένος που επισκεπτόταν τη Ρόδο.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

430. Διαμαρτυρόμενος για τον διορισμό του Σπηλιωτόπουλου, ο αρχηγός του ΕΔΕΣ, Ναπολέων Ζέρβας, έγραψε στον πρωθυπουργό: «Δεν υπάρχει περίπτωσις ανοχής της εκλογής ταύτης. Τούτο θα ήτο από μέρους μας αναξιοπρεπές. Δεν είναι ανεκτόν να διορίζωνται δοσίλογοι ως ανώτεροι διοικηταί, άνθρωποι οι οποίοι από την πρώτην ημέραν συνειργάσθηκαν με τον κατακτητήν».

431. Στην απολογία του, στην δίκη των δοσίλογων, ο από 21 Ιουλίου του 1944 υφυπουργός παρά τον υπουργό Εσωτερικών, Δ. Μπακογιάννης, είπε ότι «250 από τα όπλα που έστελναν οι Άγγλοι, κατέληξαν στον αρχηγό του μηχανοκινήτου της αστυνομίας, Νικόλαο Μπουραντά». Και ότι, στο διάστημα των δυόμισι μηνών που ο ίδιος ήταν υφυπουργός, ο Σπηλιωτόπουλος είχε τουλάχιστον πέντε συναντήσεις μαζί του. Στην ίδια δίκη, το μέλος την Κεντρικής Επιτροπής του ΕΔΕΣ Αθηνών - Πειραιώς, Κ. Ροδοκανάκης, κατέθεσε ότι, για την παραλαβή του αγγλικού οπλισμού, ο δοσίλογος πρωθυπουργός, Ιωάννης Ράλλης, είχε στείλει και δικούς του ανθρώπους να βοηθήσουν στη μεταφορά.

432. Ο Θωμάς Πρόφης, Ταξίαρχος ΠΑ (ε.α.), ιστορικός ερευνητής και συγγραφέας, στο έργο του «Τα ερωτήματα και οι απορίες για την Τραγωδία του Κορωπίου», αναφέρει: «Οι ενισχύσεις που ήλθαν στο Κορωπί και κτύπησαν τους ελασίτες, ήταν από το στρατόπεδο των ταγμάτων ασφαλείας κοντά στην Παιανία...».

433. Έγγραφο της «Force 133» (δύναμη 133), θυγατρικής της SOE, αναφέρει: «Απόλυτη ησυχία παντού. Καμία ταραχή και οι δρόμοι σχεδόν άδειοι. Ο ΕΛΑΣ και άλλα όργανα περιπολούν με τάξη».

434. Μεγάλο στρατιωτικό εργοστάσιο στην Δραπετσώνα, παραγωγής ειδών ιματισμού (στολές, χιτώνια, πουκάμισα, στρατιωτικά παλτά, μπότες και στρατιωτικές φούστες τσολιάδων).

435. Ε.Σ.Α.Σ. είναι τα αρχικά του «Εθνικού Συνδέσμου Ανωτάτων Σχολών», οργάνωσης που ιδρύθηκε στα τέλη του 1942 και κύριο σκοπό είχε την κατάργηση της ηγετικής παρουσίας των ΕΑΜικών οργανώσεων στις ανώτατες σχολές.

436. Ε.Α.Σ.Α.Δ. είναι τα αρχικά της οργάνωσης «Εθνικός Αγροτικός Σύνδεσμος Αντικομμουνιστικής Δράσης».

437. Πρόκειται για το ξενοδοχείο «Μαζέστικ», Πανεπιστημίου 53 και Σανταρόζα.

438. Σύμφωνα με κάποιες πληροφορίες, η σημαία ήταν αυτή του θωρηκτού «Αβέρωφ».

439. Κατ' άλλους, ο αριθμός όσων απέδρασαν έφθανε τους 720, κατ' άλλους τους 688!

440. Ο Οθωναίος είχε διατελέσει πρόεδρος του δικαστηρίου στην δίκη των Έξι (1922) και μεταβατικός πρωθυπουργός το 1933 (μετά το πραξικόπημα Πλαστήρα). Τον θεωρούσαν συμπαθούντα του ΕΑΜ.

441. Ο Βεντήρης ήταν και ιδρυτής της, αρχικά αντιμοναρχικής, αλυτρωτικής αντιστασιακής οργάνωσης ΡΑΝ (Ρωµυλία - Αυλών - Νήσοι).

442. Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Ακρόπολις» (12 Δεκέμβρη του 1958), ο Άγγελος Έβερτ δήλωσε ότι ο ίδιος διέταξε την βίαιη διάλυση των διαδηλωτών, ακολουθώντας διαταγές που του είχαν δοθεί («Αφού συναντήθην με τον πρωθυπουργό Γ. Παπανδρέου και επί τη βάσει υπευθύνων διαταγών τας οποίας είχα, διέταξα τη βιαίαν διάλυσιν των διαδηλωτών»). Και ο μετέπειτα βουλευτής της ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή, Νικόλαος Φαρμάκης (1929 - 2017), παραδέχτηκε ότι, ως 15χρονο μέλος της οργάνωσης Χ, είχε μετάσχει στο μακελειό, ξεκινώντας να πυροβολεί, με το σύνθημα που δόθηκε από τον Έβερτ (με ένα μαντίλι).

443. Ανάμεσα σε άλλα, ο ΕΛΑΣ είχε κυριεύσει τα κτίρια της Ειδικής Ασφάλειας Αθηνών (στην Γ' Σεπτεμβρίου και Δεριγνί), της Γενικής Ασφάλειας Αθηνών (Πατησίων και Τοσίτσα) και της Ανώτατης Διοίκησης Χωροφυλακής (Πατησίων, στο ύψος του Πεδίου του Άρεως).

444. Στην δίκη, οι κατηγορούμενοι «απολογήθηκαν» ότι «ενήργησαν κατ’ εντολή των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών».

445. Ο φυσικός αυτουργός της δολοφονίας, Βλάσης Μακαρωνάς, διέφευγε ως το 1948, οπότε και εκτελέστηκε.

446. Σχετικό χάρτη δημοσίευσε η εφημερίδα «Ελευθερία», στις 16 Γενάρη του 1945.

447. Ο Ηλίας Τσιριμώκος κατηγορήθηκε ότι είχε ενημερώσει τον αντιβασιλέα, αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό, για τις θέσεις του ΕΑΜ και ότι τον είχε διαβεβαιώσει ότι, αν χρειαζόταν, θα ψήφιζε ενάντια στις θέσεις του ΚΚΕ.

448. Ο Άρης Βελουχιώτης αποκαταστάθηκε στην πανελλαδική συνδιάσκεψη του ΚΚΕ, στις 16 Ιουλίου του 2011, με την επισήμανση ότι «είχε δίκιο ως προς την εκτίμηση που έκανε για τη Συμφωνία της Βάρκιζας».

449. Η εφημερίδα «Ελληνικόν Αίμα» κυκλοφορούσε, παράνομα, από το 1942, ως δημοσιογραφικό όργανο της ομώνυμης αντιστασιακής οργάνωσης. Με την υποψία ότι η εφημερίδα διέθετε, εκτός του Πλαστήρα, και επιλήψιμες επιστολές του Δαμασκηνού, μπήκε κάτω από την παρακολούθηση των αρχών. Το 1947, διατάχθηκε η διακοπή της κυκλοφορίας της. Επανεκδόθηκε το 1948 αλλά, τότε, διατάχτηκε το οριστικό κλείσιμό της.

450. Βλ. και κεφάλαιο 30, «η ιταλική και η γερμανική εισβολή».

451. Άρθρο του πρώην υφυπουργού Παιδείας (επί Νέας Δημοκρατίας), Βασίλη Μπεκίρη, στην εφημερίδα «Πελοπόννησος» της Πάτρας, στις 13 Απρίλη του 2017 (pelop.gr)

452. Το κίνημα της άνοιξης του 1944 σκοπό είχε τον σχηματισμό κυβέρνησης με βάση την ΠΕΕΑ (Πανελλήνια Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης ή «κυβέρνηση του βουνού») που είχε σχηματιστεί στην κατεχόμενη Ελλάδα. Το κατέστειλαν αγγλικές και ελληνικές δυνάμεις.

453. Σε ενημέρωσή του προς τον βασιλιά Γεώργιο, που ακόμα βρισκόταν στο εξωτερικό, ο βουλευτής του Λαϊκού κόμματος και μέλος της «Επιτροπής Συντονισμού Εθνικού Αγώνα για την παλινόρθωση της Βασιλείας», Χρήστος Ζαλοκώστας, πληροφορούσε (7 Ιουλίου του 1946) ότι δημιουργήθηκε παρακρατική οργάνωση («κομιτάτο» την ονόμαζε) «εκ των δύο στρατηγών Σπηλιωτοπούλου και Βεντήρη, του κ. Μαρκεζίνη, του Βουλευτού Καβάλας Ν. Γρηγοριάδη, των τριών διευθυντών εφημερίδων Αχ. Κύρου, Καλαποθάκη και Βοβολίνη υπό την προεδρίαν του Υπουργού των ενόπλων δυνάμεων. Αμέσως ήρχισεν υπό του Γεν. Επιτελείου η αποστολή όπλων εις την ύπαιθρον. Εντός διημέρου απεστάλησαν 600 εις Θεσσαλονίκην, 750 εις Δ. Μακεδονίαν και 200 εις Στερεάν, ίνα διανεμηθούν εις τους εθνικόφρονας» (το έγγραφο βρέθηκε στο αρχείο των βασιλικών ανακτόρων και δημοσιεύτηκε στην «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», 17 Μάη του 2009 από τον «Ιό»).

454. Στο κλίμα της εποχής, το σύνθημα της αποχής από τις εκλογές του 1946 φάνταζε σαν η σωστή λύση για την Αριστερά και η βολική για τη Δεξιά. Αποδείχτηκε το δεύτερο. Αν υποτεθεί πως οι επί πλέον ψήφοι στο δημοψήφισμα (1ης Σεπτέμβρη, για την επαναφορά του Γεώργιου Β’) ήταν το ποσοστό της αποχής του Μάρτη, θα προέκυπτε κεντροδεξιά ή και κεντροαριστερή κυβέρνηση με μια πιο ήρεμη πορεία προς την ομαλότητα. Οι έδρες του φιλομοναρχικού συνασπισμού θα ήταν 140 αντί τις 205, της ΕΠΕ 40 αντί 68, των Φιλελευθέρων 35 αντί 48, του Ζέρβα 15 αντί τις 20 και της Αριστεράς 105 αντί μηδέν.

455. Ένα από τα σοβαρότερα περιστατικά τρομοκρατίας συνέβη στις 20 Γενάρη του 1946 (πολύ πριν από τις εκλογές), όταν συμμορία χιλίων ανδρών του καταδικασμένου σε ισόβια αλλά φυγόποινου Βαγγέλη Μαγγανά, εισέβαλε στην Καλαμάτα, ελευθέρωσε γύρω στους 15 δοσίλογους και κάποιους φυλακισμένους για εν ψυχρώ δολοφονία αριστερών, δυο μέρες νωρίτερα, και προσπάθησε να καταστρέψει δικογραφίες δοσίλογων, κατέστρεψε τυπογραφεία αριστερών εντύπων, αιχμαλώτισε γύρω στα εκατό άτομα και αποχώρησε. Το αποτέλεσμα της επίθεσης ήταν 18 νεκροί (οι αιχμάλωτοι απελευθερώθηκαν, έπειτα από διαπραγμάτευση).

456. Τυπικό σημείο εκκίνησης του εμφύλιου πολέμου θεωρείται η επίθεση ανταρτών στον σταθμό χωροφυλακής, στο Λιτόχωρο (30 Μάρτη του 1946, παραμονή των εκλογών). Όταν έγινε, πέρασε μάλλον απαρατήρητη. Την θυμήθηκαν (η εφημερίδα «Εξόρμηση», όργανο του Δημοκρατικού Στρατού) ενάμισι χρόνο αργότερα.

457. Στα 1952, το δημόσιο αγόρασε το αρχοντικό του (στην οδό Ηρώδου του Αττικού) «μισοτιμής» ως χώρο φιλοξενίας ξένων υψηλών προσώπων. Από το 1982, φιλοξενεί το πρωθυπουργικό γραφείο και αποτελεί την επίσημη πρωθυπουργική κατοικία. Ο Μάξιμος πέθανε το 1955.

458. Οι εντυπώσεις του Πόρτερ δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Κόλιερς (Collier's), Σεπτέμβρη του 1947.

(τελευταία επεξεργασία, 8 Δεκεμβρίου 2020)

Επικοινωνήστε μαζί μας