Κεφ. 32 Η μετεμφυλιακή Αθήνα

Ανακτορικές επεμβάσεις

Με την Αριστερά εκτός νόμου, το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα ξεκίνησε μέσα στο άγριο κλίμα της κομματικής αντιπαράθεσης, καθώς η Δεξιά επιζητούσε τον εξοστρακισμό και του μεσαίου χώρου. Η Αθήνα έγινε το κέντρο συνωμοσιών της προσπάθειας με νύχια και με δόντια να τονιστεί ο «από βορρά (κομμουνιστικός) κίνδυνος» που δήθεν απειλούσε την χώρα. Το παλάτι έπαιξε βασικό ρόλο σε όλα αυτά. Ο άβουλος βασιλιάς Παύλος χρησιμοποιήθηκε, τόσο από την σύζυγό του, βασίλισσα Φρειδερίκη, όσο και από το κλειστό περιβάλλον του, ως μοχλός ανωμαλίας.

Ήταν 6 Γενάρη του 1950, όταν ο βασιλιάς διόρισε «υπηρεσιακό πρωθυπουργό» τον Ιωάννη (Τζον) Θεοτόκη, ξεσηκώνοντας διαμαρτυρίες από όλα τα κόμματα. Αιτία το ότι ήταν πολιτικός «εν ενεργεία», με τον γιο να πολιτεύεται με το κόμμα του Σπύρου Μαρκεζίνη. Στην κυβέρνησή του υπήρχαν διώκτες του φιλελευθερισμού και άνθρωποι που είχαν σχέση με την δικτατορία του Μεταξά. Προκήρυξε εκλογές για τις 19 Φλεβάρη με πλειοψηφικό σύστημα. Σχεδόν όλα τα κόμματα αρνήθηκαν να μετάσχουν. Ο Θεοτόκης άλλαξε το σύστημα σε απλή αναλογική, άλλαξε και την ημερομηνία των εκλογών (έγινε 5 Μάρτη) και περιόρισε τους εκλεγόμενους βουλευτές σε 250. Παράλληλα, έγινε άρση του στρατιωτικού νόμου και αναστολή της ισχύος του Γ' Ψηφίσματος. Παρ' όλα αυτά, στις φυλακές υπήρχαν 17.000 κατάδικοι για πολιτικά αδικήματα (θανατοποινίτες οι 2.289), ενώ περίπου 5.500 περίμεναν να δικαστούν κι άλλοι 13.000 ήταν εκτοπισμένοι.

Η μεγάλη ελπίδα των Δεξιών ψηφοφόρων άκουγε στο όνομα του αρχιστράτηγου Αλέξανδρου Παπάγου, δημοφιλέστατου νικητή στον εμφύλιο πόλεμο. Ο ίδιος, όμως, δήλωσε ότι δεν θα πολιτευόταν. Κάποιοι φοβήθηκαν ότι το πήγαινε για δικτατορία. Τους διέψευσε:

«H δικτατορία θα ήτο ο τάφος της χώρας αυτής - καταστροφή πρώτου μεγέθους. Το δημοκρατικόν κοινοβουλευτικόν σύστημα είναι το μόνον καθεστώς, που αρμόζει εις την Ελλάδα», δήλωσε.

Η Δεξιά στήριξε τις ελπίδες της στο Λαϊκό κόμμα του Κ. Τσαλδάρη. Στο κέντρο, σχηματίστηκε συμμαχία φιλελευθέρων (Σοφοκλή Βενιζέλου), Εθνικής Πολιτικής Ένωσης Κέντρου (ΕΠΕΚ, Ν. Πλαστήρα) και Κόμματος Γεωργίου Παπανδρέου. Υπήρχε και η υπολογίσιμη «Δημοκρατική Παράταξη» (Σβώλου, Σοφιανόπουλου και Νεόκοσμου Γρηγοριάδη), της οποίας κάποιους υποψήφιους πριμοδότησε το παράνομο ΚΚΕ.

Συνολικά, δέκα κόμματα πέρασαν την πύλη της Βουλής. Με το Λαϊκό να βγαίνει πρώτο αλλά με μόλις 18,8% και 62 βουλευτές. Οι φιλελεύθεροι εξέλεξαν 56 βουλευτές, η ΕΠΕΚ 45 και ο Παπανδρέου 35 (η Δημοκρατική Παράταξη 18).

Ήταν 12 Μάρτη του 1950, όταν οι Πλαστήρας, Βενιζέλος, Παπανδρέου (και Τσουδερός) έστειλαν επιστολή στον βασιλιά Παύλο, ότι υπέγραψαν πρωτόκολλο κυβερνητικής συνεργασίας (με πρωθυπουργό τον Νικόλαο Πλαστήρα). Διέθεταν απόλυτη πλειοψηφία 136 βουλευτών (σε συνολικά 250 εκλεγέντες). Ο Παύλος τους αγνόησε, καθώς ο Πλαστήρας είχε κατέβει στις εκλογές με τα συνθήματα «Αλλαγή» και «Ειρήνευση». Έδωσε εντολή στον Κ. Τσαλδάρη να διερευνήσει την δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης. Ο Τσαλδάρης απέτυχε να βρει συμμάχους. Στη συνέχεια, ο Παύλος έδωσε την εντολή στον Σοφοκλή Βενιζέλο (αρχηγό του δεύτερου σε κοινοβουλευτική δύναμη κόμματος). Αυτός τα βρήκε με τον Τσαλδάρη και τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο (αρχηγό κόμματος με επτά βουλευτές), έσπασε το πρωτόκολλο με τους κεντρώους και ανακοίνωσε (22 Μάρτη) την κυβέρνησή του.

Μπήκε στη μέση ο πρεσβευτής των ΗΠΑ, Χάρι Γκρέιντι. Απείλησε δημόσια ότι μια παρόμοια κυβέρνηση μπορούσε να προκαλέσει ακόμα και διακοπή της αμερικανικής βοήθειας. Ο Βενιζέλος παραιτήθηκε. Κι εκτός των άλλων, το παλάτι απέκτησε έναν ακόμα αντίπαλο: Τους Αμερικανούς.

Θέλοντας και μη, ο Παύλος διόρισε πρωθυπουργό τον Νικόλαο Πλαστήρα (15 Απρίλη του 1950), ο οποίος σχημάτισε την κυβέρνηση που είχε προταθεί με το πρωτόκολλο, ένα μήνα νωρίτερα. Ο Πλαστήρας προωθούσε την ιδέα της εθνικής συμφιλίωσης και εισηγήθηκε την δυνατότητα αναθεώρησης των αποφάσεων που έπαιρναν τα στρατοδικεία, τα οποία συνέχιζαν να δουλεύουν σε εντατικούς ρυθμούς. Αυτό, όμως, ερχόταν σε αντίθεση με τις προθέσεις της Δεξιάς και των ανακτόρων: Αναζητούσαν την αφορμή εκείνη που θα μπορούσε να οδηγήσει στην ανατροπή του. Την έδωσε ο ίδιος, το Δεκαπενταύγουστο, εκφωνώντας λόγο στην Τήνο, ενάντια στην θανατική ποινή. Το κόμμα του Σοφοκλή Βενιζέλου απέσυρε την εμπιστοσύνη του στην κυβέρνηση. Ο Πλαστήρας παραιτήθηκε (18 Αυγούστου). Το «κεντρώο διάλειμμα» κράτησε μόλις τέσσερις μήνες. Με τον «ψυχρό πόλεμο» ανάμεσα στις ΗΠΑ και τη Σοβιετική Ένωση να έχει φουντώσει, οι Αμερικανοί δεν είχαν αντίρρηση στον σχηματισμό κυβέρνησης της Δεξιάς «με κεντρώο προσωπείο». Ο Παύλος διόρισε πρωθυπουργό τον Σ. Βενιζέλο που σχημάτισε κυβέρνηση (21 Αυγούστου) συμμαχώντας με τον Γεώργιο Παπανδρέου. Στις 9 Σεπτέμβρη, καταψηφίστηκε. Ο βασιλιάς τον ξαναδιόρισε πρωθυπουργό. Σχηματίστηκε τρικομματική κυβέρνηση, καθώς στην συμμαχία Βενιζέλου - Παπανδρέου προστέθηκε κα το Λαϊκό κόμμα του Κ. Τσαλδάρη. Ξέσπασε μεγάλο οικονομικό σκάνδαλο (καταχρήσεις στον Ο.Λ.Π.) που άγγιζε και το στενό συγγενικό περιβάλλον του Τσαλδάρη. Το Λαϊκό κόμμα διασπάστηκε και η κυβέρνηση έχασε την δεδηλωμένη. Ο Παύλος και πάλι ανέθεσε την πρωθυπουργία στον Βενιζέλο με αντιπρόεδρο της κυβέρνησης τον Παπανδρέου (3 Νοέμβρη). Αυτή την φορά, πήρε ψήφο εμπιστοσύνης, καθώς προστέθηκαν και οι ψήφοι της ΕΠΕΚ του Πλαστήρα που απέφυγε να μπει στην κυβέρνηση.

Ήταν 14 Νοέμβρη του 1950, όταν ο 43χρονος βουλευτής του Λαϊκού κόμματος (και υπουργός Εθνικής Άμυνας στην προηγούμενη κυβέρνηση), Κωνσταντίνος Καραμανλής, αμφισβήτησε την αρχηγία του Κ. Τσαλδάρη και έθεσε θέμα νέας ηγεσίας. Απέτυχε και, στις 16 του μήνα, κατέθεσε δήλωση ανεξαρτητοποίησης!

Ο «ψυχρός πόλεμος»

Όσο στην Αθήνα παιζόταν το έργο «φύγε εσύ, έλα εσύ», η υφήλιος συγκλονιζόταν από τον «ψυχρό πόλεμο»: Είχε πυροδοτηθεί το 1948 (24 Ιουνίου) με τον αποκλεισμό του Δυτικού Βερολίνου από τους Σοβιετικούς. Συνεχίστηκε το 1949 με την δημιουργία της συμμαχίας του ΝΑΤΟ (4 Απρίλη) και την αναβάθμιση των ζωνών κατοχής της Γερμανίας από ΗΠΑ, Βρετανία και Γαλλία στο κράτος της Δυτικής Γερμανίας (23 Μάη). Η Σοβιετική Ένωση απάντησε δημιουργώντας στην δική της ζώνη την Ανατολική (Λαϊκή) Γερμανία (7 Οκτώβρη). Στις 25 Ιουνίου του 1950, ο στρατός της Βόρειας Κορέας εισέβαλε στη Νότια, με «σκοπό την ένωση της χώρας». Ανατολή και Δύση έφτασαν στα πρόθυρα γενικευμένου πολέμου.

Οι ελληνικές κυβερνήσεις πολύ θα ήθελαν την ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ αλλά κάτι τέτοιο δεν το δέχτηκαν οι Αμερικανοί, ως μη αναγκαίο για την «άμυνα του ελευθέρου κόσμου». Ο πόλεμος της Κορέας θεωρήθηκε από τους Έλληνες πολιτικούς (τον Πλαστήρα και τον Σοφοκλή Βενιζέλο, κυρίως) ως ουρανόπεμπτο δώρο, για να αποδείξουν ότι η χώρα ήταν απαραίτητη στο ΝΑΤΟ: Στις 3 Δεκέμβρη του 1950, ελληνικό σμήνος βρέθηκε στην Κορέα, στο πλευρό των δυτικών συμμάχων. Έξι μέρες αργότερα (9 Δεκέμβρη), ένα ελληνικό τάγμα αποβιβάστηκε στην Νότια Κορέα και μπήκε στις μάχες (από 18 του μήνα)459.

Το πραξικόπημα του ΙΔΕΑ

Με το Λαϊκό κόμμα διασπασμένο, η Δεξιά αναζητούσε νέο εκφραστή της. Η «λύση Παπάγου» ήταν αρεστή στον αμερικανικό παράγοντα αλλά συναντούσε την εχθρότητα των ανακτόρων. Στις 25 Μάρτη του 1951, ο βασιλιάς διευκρίνισε σαφέστατα την απέχθειά του, όταν, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Ελευθερία», άφησε να εννοηθεί ότι ήταν αντίθετος με την προοπτική ο Παπάγος να αναμιχθεί στην πολιτική. Τον ίδιο καιρό, ο διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Παύλου (Αριστείδης Μεταξάς) ενορχήστρωνε τις επιθέσεις ενάντιά του. Κύριος σύμβουλος του αρχιστράτηγου, ο Σπύρος Μαρκεζίνης (αρχηγός του «Νέου Κόμματος») κατάλαβε ότι τα ανάκτορα προόριζαν να χρησιμοποιήσουν τον Παπάγο ως πιόνι στις επιδιώξεις τους.

Ήταν 29 Μάη του 1951, όταν ο αρχιστράτηγος επισκέφτηκε τον πρωθυπουργό και υπέβαλε την παραίτησή του από το στράτευμα. Ο Βενιζέλος αρνήθηκε να την δεχτεί με το σκεπτικό ότι κάτι τέτοιο ήταν αντίθετο με τις επιθυμίες του βασιλιά Παύλου. Την επόμενη ημέρα, ο Παπάγος επισκέφτηκε τον βασιλιά. Του ζήτησε να διώξει τον Μεταξά. Ο Παύλος αρνήθηκε. Υπήρξε η φήμη ότι τον διαβεβαίωσε πως δεν πρόκειται να πολιτευτεί. Όμως, βράδυ της ίδιας μέρας, πρώτη στις ειδήσεις του ραδιοφώνου ήταν η αναγγελία της παραίτησης του Παπάγου από το στράτευμα!

Τα μέλη του ΙΔΕΑ460 πίστεψαν ότι ο Παπάγος υποχρεώθηκε να παραιτηθεί. Δώδεκα από αυτά, με επικεφαλής τους ταξίαρχους Α. Χρηστέα και Στ. Ταβουλάρη, μαζεύτηκαν στο Μετοχικό Ταμείο Στρατού και αποφάσισαν να αντιδράσουν δυναμικά. Μέσα στην ίδια νύχτα, 30 προς 31 Μάη του 1951, κινητοποίησαν τις μονάδες τους και κατέλαβαν το Γενικό Επιτελείο Στρατού και το αεροδρόμιο στο Τατόι, καθώς και τους ραδιοφωνικούς σταθμούς. Όταν οι ανώτατοι αξιωματικοί του στρατού πήραν είδηση, τι συνέβαινε, προσπάθησαν να καταστείλουν το κίνημα. Διαπίστωσαν ότι οι υφιστάμενοί τους δεν υπάκουαν στις διαταγές τους.

Ο Παπάγος, για τον οποίο έγιναν όλα αυτά, δήλωσε έκπληκτος. Γύρω στις 6.30 ξημερώματα 31 Μάη του 1951, επισκέφτηκε το Γενικό Επιτελείο Στρατού. Στους εκεί αξιωματικούς ανέφερε ότι «καταδικάζει την αντιπειθαρχική αυτή εκδήλωση» που έκανε ζημιά στον ίδιο. Ουσιαστικά, δεν ήθελε να συνδέσει την επερχόμενη πολιτική σταδιοδρομία του με ένα πραξικόπημα. Ήθελε, όμως, να στείλει μήνυμα στο παλάτι ότι, αν και πολίτης πια, ήταν ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης του στρατού. Για τον λόγο αυτόν, άφησε να περάσουν κάποιες ώρες, ώσπου να επέμβει461.

Εκείνο τον καιρό παιζόταν η ένταξη της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ, οπότε, Παπάγος και Βενιζέλος συμφώνησαν να κουκουλώσουν το θέμα, ώστε να μην υπάρξουν παρενέργειες. Όμως, τα σκληροπυρηνικά στελέχη του ΙΔΕΑ έπαψαν να εμπιστεύονται τους αρχηγούς τους, επειδή δεν ολοκλήρωσαν το πραξικόπημα, ενώ το παλάτι ζητούσε επίμονα να τιμωρηθούν όσοι μετείχαν στο κίνημα. Το Ανώτατο Στρατιωτικό Συμβούλιο απομάκρυνε από τον στρατό τους ηγέτες της απόπειρας πραξικοπήματος και τιμώρησε τα μέλη του ΙΔΕΑ462, που έπαψε να υπάρχει.

Ο Παπάγος ανάγγειλε (31 Ιουλίου) ότι κατεβαίνει στην πολιτική, ως αρχηγός του κόμματος «Ελληνικός Συναγερμός» (ιδρύθηκε 6 Αυγούστου του 1951) και το Ανώτατο Στρατιωτικό Συμβούλιο αποφάσισε, στις επόμενες εκλογές, να μην ψηφίσουν οι στρατιωτικοί και οι στρατευμένοι, επειδή «υπήρχε κίνδυνος να επηρεαστεί από τους αξιωματικούς το ελεύθερο πολιτικό φρόνημα των στρατιωτών». Ο βασιλιάς, από την πλευρά του, διέταξε τον Θρασύβουλο Τσακαλώτο, αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Στρατού, να τον συλλάβει, «επειδή τον εξαπάτησε». Η εντολή δεν εκτελέστηκε.

Το τέλος της «εθνικής συμφιλίωσης»

Η ανοιχτή διαμάχη ανάμεσα στο παλάτι και τον Παπάγο θεωρήθηκε από τον πρωθυπουργό, Σοφοκλή Βενιζέλο, μεγάλη ευκαιρία για να παρατείνει την παραμονή του στην εξουσία, οπότε προκήρυξε εκλογές για τις 9 Σεπτέμβρη του 1951. Ο Σπύρος Μαρκεζίνης διέλυσε το κόμμα του και προσχώρησε στον «Ελληνικό Συναγερμό» του Παπάγου, στο οποίο εντάχθηκαν και οι Παναγιώτης Κανελλόπουλος και Στέφανος Στεφανόπουλος, ηγέτες του Ενωτικού Λαϊκού Κόμματος (προέκυψε από την διάσπαση του Λαϊκού Κόμματος). Ο προεκλογικός αγώνας είχε ξεσπάσει άγριος, με τους μοναρχικούς να προβάλουν τον ΙΔΕΑ ως στρατιωτικό σκέλος του Ελληνικού Συναγερμού και τον Ελληνοαμερικανό Τομ Καραμεσίνη (σταθμάρχη της CIA στην Αθήνα, 1951 - 1953) να δρα απροκάλυπτα υπέρ του Παπάγου.

Στην αντίπερα όχθη, δημιουργήθηκε το κόμμα της ΕΔΑ (Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς) με πρόεδρο τον Ιωάννη Πασαλίδη και στόχο να απορροφήσει τις ψήφους του παράνομου ΚΚΕ. Στον ενδιάμεσο χώρο, Βενιζέλος και Πλαστήρας συμφώνησαν σε μετεκλογική συνεργασία.

Οι εκλογές έγιναν με το σύστημα της ενισχυμένης αναλογικής κι έφεραν τον Συναγερμό να κερδίζει τη σχετική πλειοψηφία (36,53%) και να εκλέγει 114 βουλευτές, σε σύνολο 258. Το Λαϊκό κόμμα του Τσαλδάρη σχεδόν εξαφανίστηκε (έβγαλε μόλις δυο βουλευτές). Η πρώτη εμφάνιση της ΕΔΑ απέδωσε δέκα βουλευτές, ενώ ο Γεώργιος Παπανδρέου δεν κατάφερε να μπει στην Βουλή.

Με την ΕΠΕΚ του Πλαστήρα εκλέχτηκαν 74 βουλευτές κι άλλοι 57 με τους φιλελεύθερους του Βενιζέλου. Οι δυο τους μαζί αποκτούσαν απόλυτη πλειοψηφία (131 σε σύνολο 258), οπότε ο Παπάγος, ως πρώτο κόμμα, αρνήθηκε να σχηματίσει κυβέρνηση μειοψηφίας. Η χώρα βάδιζε προς μια αναβίωση της κεντρώας διακυβέρνησης με πρωθυπουργό τον Νικόλαο Πλαστήρα, αρχηγό του δεύτερου σε δύναμη κόμματος, ο οποίος είχε υποσχεθεί προωθημένα μέτρα εθνικής συμφιλίωσης: Κατάργηση των στρατοδικείων και υπαγωγή των υποθέσεων στα τακτικά δικαστήρια, κατάργηση των ειδικών αντικομουνιστικών νόμων, απελευθέρωση των εκτοπισμένων και των πολιτικών κρατουμένων, κατάργηση του θεσμού της διοικητικής εκτόπισης, κατάργηση της θανατικής ποινής και εξέταση του ενδεχόμενου να νομιμοποιηθεί το ΚΚΕ.

Για τους ακραίους της Δεξιάς, όλα αυτά ήταν απαράδεκτα. Αξιωματικοί, μέλη του ΙΔΕΑ, κίνησαν τα νήματα και, ξαφνικά, στις 19 Οκτώβρη κι ενώ συνεχίζονταν οι διαβουλεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης, στο έκτακτο στρατοδικείο της Αθήνας, ξεκίνησε η δίκη του Νίκου Μπελογιάννη, με βάση τον Α.Ν. 509. Οκτώ μέρες αργότερα (27 Οκτώβρη), ορκίστηκε η κυβέρνηση συνασπισμού με πρωθυπουργό τον πια άρρωστο, 68χρονο Νικόλαο Πλαστήρα.

Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο

Ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ, ο 35χρονος τότε Νίκος Μπελογιάννης, από την Ρουμανία, όπου βρισκόταν ως πολιτικός πρόσφυγας, γύρισε κρυφά στην Αθήνα (Ιούνιο του 1950) με σκοπό να αναδιοργανώσει το διαλυμένο ΚΚΕ. Τον συνέλαβαν 20 Δεκέμβρη του ίδιου χρόνου. Αν η ΕΔΑ τον είχε συμπεριλάβει στους υποψήφιους βουλευτές των εκλογών του Σεπτέμβρη του 1951, θα είχε εκλεγεί και αποφυλακιστεί. Ήταν, όμως, η εποχή που το ΚΚΕ χρειαζόταν έναν ήρωα, το μετεμφυλιακό κράτος μερικούς προδότες και οι Αμερικανοί, όπως πάντα, κάποιες μάγισσες για την αντικομουνιστική πυρά. Ο Μπελογιάννης συγκέντρωνε τις επιθυμίες όλων.

Συνολικά, στο εδώλιο κάθισαν 92 κατηγορούμενοι. Ανάμεσα στους έκτακτους στρατοδίκες, στην έδρα, βρισκόταν και ο μελλοντικός δικτάτορας, Γεώργιος Παπαδόπουλος. Κάθε μέρα, ο Νίκος Μπελογιάννης εμφανιζόταν στο στρατοδικείο κρατώντας ένα κόκκινο γαρύφαλλο. Μέσα σε 28 ημέρες, η δίκη ολοκληρώθηκε (16 Νοέμβρη): Από τους 92, οι δώδεκα καταδικάστηκαν σε θάνατο. Ο διεθνής ξεσηκωμός ενάντια στην απόφαση οδήγησε τον Νικόλαο Πλαστήρα να δηλώσει ότι η απόφαση δεν θα εκτελεστεί.

Την ίδια εκείνη μέρα (16 Νοέμβρη του 1951), η Ασφάλεια Προαστίων της Χωροφυλακής εντόπισε στην Καλλιθέα και στην Γλυφάδα παράνομους ασυρμάτους. Αν και φυλακισμένοι, ο Μπελογιάννης και οι σύντροφοί του κατηγορήθηκαν ως υπεύθυνοι. Και οι ασύρματοι ήταν απόδειξη ότι οι κατηγορούμενοι κατασκόπευαν υπέρ ξένου κράτους. Κι αφού ο Μπελογιάννης και οι σύντροφοί του δήλωναν κομμουνιστές, το ξένο κράτος δεν μπορούσε παρά να είναι η Σοβιετική Ένωση. Αρμόδιο για την εκδίκαση της υπόθεσης δεν ήταν πια το έκτακτο αλλά το τακτικό στρατοδικείο.

Με κατηγορητήριο βασισμένο στον μεταξικό νόμο 375/1936 «περί κατασκοπείας», η δίκη του Μπελογιάννη και των συντρόφων του ξεκίνησε 15 Φλεβάρη του 1952, ξεσηκώνοντας θύελλα αντιδράσεων ανά τον κόσμο: Στην Γαλλία, ο στρατηγός Σαρλ ντε Γκολ, ο σπουδαίος ποιητής Πολ Ελιάρ, ο ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, μυθιστοριογράφος, ζωγράφος και σκηνοθέτης Ζαν Κοκτώ, ο εκπρόσωπος του υπαρξισμού, φιλόσοφος Ζαν Πολ Σαρτρ, και άλλοι διάσημοι ένωσαν την φωνή τους με τον Άγγλο ηθοποιό και σκηνοθέτη Τσάρλι Τσάπλιν, τον Ισπανό ζωγράφο Πάμπλο Πικάσο, τον Τούρκο συγγραφέα Ναζίμ Χικμέτ και άλλους, προσπαθώντας να σώσουν τον Μπελογιάννη. Κι ακόμα, 159 βουλευτές των αγγλικών συντηρητικού και εργατικού κομμάτων υπέγραψαν έκκληση προς την ελληνική κυβέρνηση. Δήλωση υπέρ της σωτηρίας του Μπελογιάννη έκανε και ο τότε αρχιεπίσκοπος, Σπυρίδων.

Παρ' όλα αυτά, απτόητο το στρατοδικείο συνέχιζε να εκδικάζει την υπόθεση. Στις 27 Φλεβάρη του 1952, τρεις μόλις μέρες πριν από την έκδοση της απόφασης, ανακοινώθηκε με τρόπο βαρύγδουπο ότι αποκαλύφθηκε μεγάλη συνωμοσία του ΚΚΕ, στην οποία εμπλέκονταν είκοσι, αεροπόροι, στην πλειοψηφία τους «κομμουνιστές, που (από τον Σεπτέμβρη του 1951) έκαναν συγκεκριμένες δολιοφθορές». Κατά την ανακοίνωση, είχαν συλληφθεί 19, ενώ ο 20ός το είχε σκάσει στην Ρωσία, μέσω Αλβανίας.

Η «αποκάλυψη» επισκίασε τις κινητοποιήσεις υπέρ των κατηγορουμένων που δικάζονταν στο στρατοδικείο αλλά και τη συγκλονιστική απολογία του Μπελογιάννη. Ούτε αποδείχτηκε τίποτα στην ακροαματική διαδικασία ούτε άλλωστε χρειαζόταν να αποδειχθεί. Η απόφαση είχε βγει πριν καν αρχίσει η δίκη. Απαγγέλθηκε 1 Μάρτη του 1952: Έξι καταδικάστηκαν «εις θάνατον», 21 σε βαριές ποινές.

Επώνυμοι κι ανώνυμοι απ' όλο τον κόσμο κινητοποιήθηκαν για να σωθούν οι μελλοθάνατοι. Μέσα σε μια βδομάδα, η κυβέρνηση έλαβε 250.000 τηλεγραφήματα συμπαράστασης στους καταδικασμένους. Ο Πλαστήρας δεν ήθελε να εκτελεστούν. Ήθελαν, όμως, οι φιλελεύθεροι του Σοφοκλή Βενιζέλου. Παρασκευή, 28 Μάρτη του 1952, οι αιτήσεις χάριτος απορρίφθηκαν από τον βασιλιά. Πριν να ξημερώσει Κυριακή, 30 Μάρτη του 1952, οι Νίκος Μπελογιάννης, Νίκος Καλούμενος, Δημήτρης Μπάτσης και Ηλίας Αργυριάδης βρέθηκαν στο στρατόπεδο, στου Γουδή. Εκτελέσθηκαν με τουφέκια στο φως των προβολέων της κλούβας που τους μετέφερε από την φυλακή της Καλλιθέας όπου βρίσκονταν. Η σύντροφός του Μπελογιάννη, Έλλη Παππά, δεν εκτελέστηκε, επειδή ήταν έγκυος στο παιδί τους. Ο Τάκης Λαζαρίδης δεν εκτελέστηκε, επειδή δεν ήταν ενήλικος.

Τον αμέσως επόμενο μήνα (Απρίλη του 1952), η κυβέρνηση πέρασε τον νόμο 2058/52 «περί μέτρων ειρηνεύσεως». Ανάμεσα σε άλλα, μετατράπηκαν σε ισόβια περίπου 2.000 καταδίκες σε θάνατο που εκκρεμούσαν, ενώ οι περισσότεροι πολιτικοί κρατούμενοι απολύθηκαν από τις φυλακές.

Από 1η Γενάρη του 1952, ίσχυε το αναθεωρημένο σύνταγμα της Ελλάδας, η οποία μπήκε στο ΝΑΤΟ (μαζί με την Τουρκία) 18 Φλεβάρη (1952).

Η σκευωρία με τους αεροπόρους

Σύμφωνα με τις τότε πληροφορίες που διοχετεύτηκαν στον Τύπο, ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας, Εμμανουήλ Κελαϊδής, διέταξε (13 Σεπτέμβρη του 1951) ανακρίσεις, επειδή ένα εκπαιδευτικό αεροπλάνο της σχολής Ικάρων έκανε «σκληρή προσγείωση» και παραλίγο να διαλυθεί, ενώ, λίγες μέρες αργότερα, στον τοίχο μιας αίθουσας της σχολής γράφτηκε σύνθημα υπέρ του ΚΚΕ. Η ανάκριση ανατέθηκε στον διευθυντή του 2ου Γραφείου του ΓΕΑ, σμηναγό Αντώνιο Σκαρμαλιωράκη, με ανακριτή τον υποσμηναγό Μητσάκο. Έπρεπε να συνδυάσει την έρευνα με την απόδραση του δόκιμου Ίκαρου, Νικόλαου Ακριβογιάννη, στην Αλβανία κι από εκεί στη Ρωσία. Αποτέλεσμα όλων αυτών των ανακρίσεων ήταν να αποκαλυφθεί ότι στους κόλπους της αεροπορίας δρούσε κομμουνιστική οργάνωση που σχεδίαζε και εκτελούσε δολιοφθορές, με εντολές της ηγεσίας του ΚΚΕ, η οποία βρισκόταν στο εξωτερικό.

Εκείνα που οι διαρροές δεν έλεγαν, ήταν ότι τόσο ο Κελαϊδής, όσο και ο Σκαρμαλιωράκης463, ήταν μέλη του ΙΔΕΑ και έστησαν την υπόθεση για να πλήξουν το κύρος του πρωθυπουργού, Πλαστήρα, και να εκκαθαρίσουν την πολεμική αεροπορία από ικανά στελέχη, ώστε να ανοίξει ο δρόμος για τους δικούς τους. Άλλωστε, όλοι οι κατηγορούμενοι, με πρώτον τον αντισμήναρχο Θεοφάνη Μεταξά, πολέμησαν στην πλευρά του κυβερνητικού στρατού κατά τον εμφύλιο που μόλις πρόσφατα είχε λήξει. Κι ακόμα, ο ανακριτής υποσμηναγός Μητσάκος «την φύλαγε» στον Μεταξά, καθώς ο αντισμήναρχος του είχε ασκήσει πειθαρχική και ποινική δίωξη για λαθρεμπόριο!

Κι εκείνο που αποκαλύφθηκε αργότερα, ήταν ότι ο «φυγάς» ίκαρος Νικόλαος Ακριβογιάννης είχε σταλεί στην Αλβανία από την υπηρεσία του, εκτελώντας αποστολή κατασκοπείας υπέρ της Ελλάδας, είχε συλληφθεί (κατά κάποιους, τον είχαν καταδώσει προϊστάμενοί του) και είχε εκτελεστεί χωρίς ποτέ να πάει στη Ρωσία.

Η δίκη των αεροπόρων ξεκίνησε 22 Αυγούστου του 1952, με παρόντες τους 18 από τους είκοσι κατηγορούμενους: Έλειπαν ο «φυγάς» Ακριβογιάννης και ο καθηγητής μαθηματικών, Χρήστος Δάδαλης που είχε πεθάνει κατά την διάρκεια των ανακρίσεων και είχε ταφεί σε άγνωστη τοποθεσία!

Η δίωξη είχε ασκηθεί με βάση τον νόμο περί κατασκοπείας, όπως και στην περίπτωση του Μπελογιάννη και των συντρόφων του. Η απόφαση εκδόθηκε 17 Σεπτέμβρη του 1952: Δύο «εις θάνατον», τέσσερις ισόβια, τρεις είκοσι χρόνια, τρεις 15 χρόνια, ένας έξι, ενώ οι λοιποί κηρύχθηκαν αθώοι. Κανένας δεν εκτελέστηκε.

Μάρτη του 1953, η υπόθεση ξεκίνησε να εξετάζεται στο Αναθεωρητικό. Διακόπηκε «δια κρείσσονας αποδείξεις», ξανάρχισε τέλη Σεπτέμβρη και κράτησε ως τα τέλη του χρόνου (1953). Οι θανατικές ποινές εξαλείφθηκαν και οι υπόλοιπες μειώθηκαν στο μισό τους. Νοέμβρη του 1955, δόθηκε αμνηστία. Αποφυλακίστηκαν όλοι. Αμνηστία δόθηκε και στους σκευωρούς, που είχαν μηνυθεί από τους κατηγορούμενους, οπότε ποτέ δεν δικάστηκαν. Ως τότε, είχαν συμβεί πολλά.

Η κυβέρνηση Παπάγου

Αύγουστο του 1952, ο άρρωστος Πλαστήρας προκήρυξε εκλογές και πρότεινε στην Αριστερά να συμπράξουν. Με την Ελλάδα να έχει μπει στο ΝΑΤΟ επί Πλαστήρα, με εκτελεσμένους τον Μπελογιάννη και τους συντρόφους του και με την δίκη των αεροπόρων σε εξέλιξη, η ΕΔΑ αρνήθηκε κάθε συζήτηση. Κατέβασε το σύνθημα «Τι Πλαστήρας, τι Παπάγος», προτρέποντας έτσι τους ψηφοφόρους να μην εμπιστευτούν τα κόμματα του κεντρώου χώρου. Ο αριθμός των βουλευτών ορίστηκε στους τριακόσιους και το εκλογικό σύστημα, πλειοψηφικό. Ήταν φανερό ότι θα διασώζονταν μόνο συνασπισμοί. Στο κέντρο, συνασπίστηκαν η ΕΠΕΚ του Πλαστήρα με τους φιλελεύθερους του Σ. Βενιζέλου. Στην Δεξιά, ο Εθνικός Συναγερμός του Παπάγου κατέβηκε αυτόνομος αλλά προσχώρησαν σ' αυτόν ομαδικά εξήντα νυν και πρώην βουλευτές άλλων κομμάτων. Έχοντας μεγάλη εκτίμηση στον Γεώργιο Παπανδρέου, ο Παπάγος τον κάλεσε στους συνδυασμούς του. Οι Αμερικανοί αλλά και μεγάλα εκδοτικά συγκροτήματα εκδηλώθηκαν ανοιχτά υπέρ του Συναγερμού, ενώ το παλάτι υποστήριξε το Λαϊκό κόμμα του Κ. Τσαλδάρη.

Έντεκα Οκτώβρη του 1952, ανέλαβε υπηρεσιακή κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κιουσόπουλο, που διενήργησε τις εκλογές (16 Νοέμβρη). Το αποτέλεσμα ήταν ένας θρίαμβος του Αλέξανδρου Παπάγου: Ο Συναγερμός εξέλεξε 247 βουλευτές έναντι 51 του κεντρώου συνασπισμού (31 της ΕΠΕΚ, είκοσι των φιλελευθέρων). Εκλέχτηκαν και δυο ανεξάρτητοι. Λαϊκό Κόμμα και ΕΔΑ έμειναν έξω από την Βουλή.

Με την πρώτη μεταπολεμική μονοκομματική κυβέρνηση, ο Παπάγος βρέθηκε απόλυτος κυρίαρχος του παιχνιδιού. Προχώρησε σε πλήρη εκκαθάριση του κρατικού μηχανισμού και του στρατού από όσους μη δεξιούς είχαν απομείνει και συνέχισε τις διώξεις ενάντια στους αριστερούς με συνεχείς δίκες (μόλις έξι μέρες μετά την ορκωμοσία της κυβέρνησης Παπάγου, 25 Νοέμβρη του 1952, η αστυνομία συνέλαβε το ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ, Νίκο Πλουμπίδη, που δικάστηκε κι εκτελέστηκε τον Ιούλιο του 1953). Ο υπουργός Συντονισμού της κυβέρνησης, Σπ. Μαρκεζίνης, έγινε ο κυρίαρχος της οικονομικής πολιτικής: Κατάργησε το δελτίο στο ψωμί, επέβαλε τη συγχώνευση των τραπεζών Εθνικής και Αθηνών και προχώρησε (9 Απρίλη του 1953) στην κατά 50% υποτίμηση της δραχμής (το δολάριο, από 15, πήγε στις 30 δραχμές και η λίρα Αγγλίας, από 150, στις 300). Αποτέλεσμα ήταν να πληγούν οι μικρομεσαίοι των πόλεων αλλά να τονωθούν οι εξαγωγές των αγροτικών, κυρίως προϊόντων. Ο ίδιος ξεκίνησε και τις συνομιλίες για την εγκατάσταση αμερικανικών βάσεων στην Ελλάδα (12 Οκτώβρη του 1953 η υπογραφή της συμφωνίας).

Ο Παπάγος επιδίωκε την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, γεγονός που ήταν αντίθετο με τις τότε βρετανικές επιδιώξεις. Ο Μαρκεζίνης, όμως, ήταν βαθιά θαυμαστής των Άγγλων και βρισκόταν σε συνεχή επαφή με τον πρεσβευτή της Βρετανίας στην Αθήνα. Κι ακόμα, πίστευε ότι η προβολή του θέματος της Κύπρου ήταν άκαιρη. Οι Βρετανοί, άλλωστε, του είχαν διαμηνύσει ότι θα έβαζαν στο παιχνίδι και τους, τότε αδιάφορους, Τούρκους, αν η Ελλάδα επέμενε στο ζήτημα της Κύπρου. Παρ' όλα αυτά, ο Παπάγος, μέσω του Γεώργιου Κοσμά, αρχηγού του ΓΕΣ, έδωσε τις ευλογίες του για την δράση της ΕΟΚΑ (Εθνικής Οργάνωσης Κυπρίων Αγωνιστών) που δημιουργούσε ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου, Μακάριος (με στρατιωτικό αρχηγό τον Γεώργιο Γρίβα της κατοχικής οργάνωσης Χ). Κι ακόμα, ζήτησε από τον αντιπρόσωπο της Ελλάδας στον ΟΗΕ να προχωρήσει σε προσφυγή για την Κύπρο (16 Ιουνίου 1953) και ενημέρωσε την βρετανική κυβέρνηση για τις ελληνικές θέσεις.

Τον Απρίλη του ίδιου χρόνου, ο υπουργός Εξωτερικών της Βρετανίας, σερ Άντονι Ίντεν, είχε υποβληθεί σε οδυνηρή εγχείριση. Καλοκαίρι του 1953, βρέθηκε στην Κρήτη για ανάρρωση. Σεπτέμβρη, τον φιλοξενούσε στην Αθήνα ο πρεσβευτής της χώρας του. Ήταν 28 Σεπτέμβρη του 1953, όταν ο Παπάγος τον επισκέφτηκε και του έθεσε το ζήτημα της αυτοδιάθεσης της Κύπρου. Η συζήτηση εξελίχθηκε σε άγριο επεισόδιο, με τον Ίντεν να μιλά στον Παπάγο με σκαιότητα και τον πρωθυπουργό να αποχωρεί έξαλλος.

Οι σχέσεις ανάμεσα στον Παπάγο και στον Μαρκεζίνη ψυχράνθηκαν. Οι διαφωνίες για τον χειρισμό του Κυπριακού ήταν η κύρια αιτία που (3 Απρίλη του 1954) ο Μαρκεζίνης υπέβαλε την παραίτησή του από υπουργός. Παρέμεινε μέσα στο κόμμα, ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή θα διαδεχόταν τον Παπάγο. Δεν του προέκυψε.

Τον προηγούμενο Νοέμβρη (του 1953), ως υπουργός Συντονισμού, είχε βρεθεί στην Γερμανία, όπου συζήτησε το ενδεχόμενο συνεργασίας των δυο χωρών σε ζητήματα ενέργειας και τηλεπικοινωνιών. Οι Γερμανοί ισχυρίστηκαν ότι ο Μαρκεζίνης είχε δεσμευτεί πως το ελληνικό κράτος θα πραγματοποιούσε παραγγελίες ραδιοφωνικού και τηλεπικοινωνιακού υλικού στις εταιρείες Siemens και Telefunken. Ο Μαρκεζίνης απάντησε πως απλά είχε υποσχεθεί θετική εισήγηση. Επικαλέστηκε και ανάλογες επιστολές που έπρεπε να βρίσκονται στο υπουργείο Εξωτερικών. Υπουργός Εξωτερικών, όμως, ήταν ο Στέφανος Στεφανόπουλος, επίδοξος κι αυτός διάδοχος του Παπάγου. Οι επιστολές δεν βρέθηκαν. Θα τις έβρισκε και θα τις δημοσιοποιούσε ο επόμενος υπουργός Εξωτερικών (Σπύρος Θεοτόκης της κυβέρνησης Καραμανλή) αλλά πια ήταν πολύ αργά464. Ο Παπάγος πίστεψε τους Γερμανούς, ο Μαρκεζίνης αποχώρησε από τον Συναγερμό (Νοέμβρης του 1954). Τον ακολούθησαν 29 βουλευτές.

Οι δημοτικές εκλογές του ίδιου μήνα (21 και 28 Νοέμβρη) έδειξαν ότι οι εσωκομματικές έριδες και η κακή υγεία του πρωθυπουργού έδιναν στην κεντροαριστερά την ευκαιρία να ανακάμψει: Πήρε όλες τις μεγάλες πόλεις κι έδωσε την αίσθηση γενικότερης επικράτησής της.

Οι άσχημες εξελίξεις στην υπόθεση της Κύπρου, φούντωσαν τον αντιαμερικανισμό του λαού, σε αντίθεση με την φιλοαμερικανική κυβερνητική πολιτική. Σχεδόν ολόκληρο το 1955 πέρασε με λαϊκές κινητοποιήσεις υπέρ της αυτοδιάθεσης της Κύπρου465. Ήταν 6 Σεπτέμβρη του 1955, όταν έγινε η προβοκάτσια με την βόμβα στο σπίτι του Μουσταφά Κεμάλ, στην Θεσσαλονίκη, που εξελίχθηκε στο πογκρόμ ενάντια στους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης. Κι ο Παπάγος ήταν άρρωστος. Ο βασιλιάς του έστειλε επιστολή (1 Οκτώβρη του 1955), με την οποία, έμμεσα, τον καλούσε να παραιτηθεί. Αντί για παραίτηση, ο Παπάγος όρισε αντικαταστάτη του για «το διάστημα της ασθενείας του» τον Στέφανο Στεφανόπουλο, έναν από τους δυο αντιπροέδρους της κυβέρνησής του (ο άλλος ήταν ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος). Τρεις μέρες αργότερα, νύχτα 4 Οκτώβρη του 1955, ο Αλέξανδρος Παπάγος πέθανε.

Οι ακροβασίες στην λύση Καραμανλή

Κανονικά, θα έπρεπε να συνεδριάσει η Κοινοβουλευτική Ομάδα και να εκλέξει νέο πρόεδρο του Ελληνικού Συναγερμού. Οι αντιπρόεδροι, Στέφανος Στεφανόπουλος και Παναγιώτης Κανελλόπουλος θεώρησαν πως είχαν το προβάδισμα. Λάθεψαν. Πρωί, 5 Οκτώβρη του 1955, ο βασιλιάς ζήτησε την παραίτηση της κυβέρνησης. Το απόγευμα της ίδιας μέρα, κάλεσε τον υπουργό Μεταφορών και Δημοσίων Έργων, Κωνσταντίνο Καραμανλή, στα ανάκτορα και του ανέθεσε την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Μεσημέρι, 6 Οκτώβρη του 1955, η κυβέρνηση Καραμανλή ορκίστηκε! Επτά του μήνα, ο νέος πρωθυπουργός και το υπουργικό συμβούλιο συνόδευσαν τη σορό του Παπάγου, από τη Μητρόπολη, στο Α' Νεκροταφείο.

Η όλη μεθόδευση και αντισυνταγματική ήταν και καταγγέλθηκε ως βασιλική εύνοια από ολόκληρη την αντιπολίτευση καθώς και από τον Σπυρίδωνα Μαρκεζίνη και τους δυο αντιπροέδρους του Συναγερμού, Παναγιώτη Κανελλόπουλο και Στέφανο Στεφανόπουλο. Η πρώτη κυβέρνηση Καραμανλή έμεινε στην Ιστορία ως «κυβέρνηση ευνοιοκρατίας». Όμως, με το κυπριακό να έχει εκτραχυνθεί και την αντιπαλότητα των Αμερικανών με τα ανάκτορα να δημιουργεί προβλήματα, ο Καραμανλής αποτελούσε τη λύση που βόλευε και τις δυο πλευρές.

Είχε φροντίσει ο ίδιος γι' αυτό: Η θητεία του στο υπουργείο Δημοσίων Έργων χαρακτηριζόταν απόλυτα επιτυχής αλλά αυτό δεν αρκούσε για να προωθηθεί στην πρωθυπουργία. Ήταν, όμως, φιλοαμερικανός χωρίς να έχει εκτεθεί σε αντιμοναρχικές ενέργειες, όπως συνέβαινε με την πλειοψηφία των βουλευτών του Συναγερμού. Και μόλις είχε φροντίσει να εκφράσει δημόσια την διαφωνία του με την πολιτική του Παπάγου στο Κυπριακό. Στη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου (13 Σεπτέμβρη του 1955), μόλις είκοσι μέρες πριν από τον θάνατο του Παπάγου, είχε πει:

«Καλούμεθα να επιλέξωμεν μεταξύ μιας αδιαλλάκτου πολιτικής με κίνδυνον να επαυξήσωμεν τας σημερινάς μας δυσχερείας και μιας ηπίας πολιτικής με αποτέλεσμα να υποστώμεν εθνικήν ταπείνωσιν και να απογοητεύσωμεν τον ελληνικόν λαόν. Από το αδιέξοδον αυτό δεν δυνάμεθα να εξέλθωμεν ει μη μόνον, εάν προκαλέσωμεν μιαν άμεσον παρέμβασιν της Αμερικής, η οποία να ικανοποιή ουσιαστικώς και ηθικώς την Ελλάδα».

Όλα αυτά σήμαιναν ότι ο Καραμανλής ενδιαφερόταν για διευθέτηση του Κυπριακού μέσα στους κόλπους του ΝΑΤΟ. Οι Αμερικανοί εξέφρασαν την ευαρέσκειά τους για την επιλογή του ως πρωθυπουργού. Η «δοτή πρωθυπουργία», όμως, χρειαζόταν και λαϊκή έγκριση. Και ο Καραμανλής δεν ήταν καθόλου βέβαιος ότι, αν γίνονταν εκλογές, θα τις κέρδιζε. Οπότε, τέλη Νοέμβρη (του 1955), κατέθεσε νέο εκλογικό νόμο. Τον είπε «Πλειοψηφικό με περιορισμένη εκπροσώπηση της μειοψηφίας». Στην ουσία, στα αστικά κέντρα, όπου η Δεξιά μειοψηφούσε, θα ίσχυε η απλή αναλογική. Στην ύπαιθρο, όπου πλειοψηφούσε, θα ίσχυε το πλειοψηφικό σύστημα!

Η αντιπολίτευση το κατάγγειλε αλλά το νέο εκλογικό σύστημα πέρασε ως νόμος του κράτους. Αν και την κατάγγελλαν ως κομμουνιστική, τα πέντε κόμματα του κέντρου (Φιλελευθέρων του Γ. Παπανδρέου, Φιλελευθέρα Δημοκρατική Ένωσις του Σ. Βενιζέλου, το νεαρό Δημοκρατικό Εργαζόμενου Λαού του Γ. Καρτάλη και ΕΠΕΚ του Σάββα Παπαπολίτη466) και το δεξιό Λαϊκό Κόμμα του Κ. Τσαλδάρη συνασπίστηκαν με την ΕΔΑ. Ο συνασπισμός (Δημοκρατική Ένωσις) στόχο είχε να πάρει την εξουσία, να ψηφίσει νέο εκλογικό νόμο και να προκηρύξει νέες εκλογές. Δεν του βγήκε.

Οι εκλογές ορίστηκαν για τις 16 Φλεβάρη του 1956. Στις 4 Γενάρη, ο Καραμανλής ανακοίνωσε την ίδρυση της ΕΡΕ (Εθνικής Ριζοσπαστικής Ένωση), ουσιαστικά διαλύοντας το Συναγερμό. Στις 11 του μήνα (Γενάρη του 1956), η κυβέρνηση παραιτήθηκε για να αναλάβει υπηρεσιακή: Ήταν η ίδια με τέσσερις «υπηρεσιακούς» υπουργούς (Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Εθνικής Αμύνης και Β. Ελλάδος) και έναν υφυπουργό (Εσωτερικών).

Από τις 28 Μάη του 1952, είχε ψηφιστεί οι γυναίκες να έχουν το δικαίωμα «του εκλέγειν και εκλέγεσθαι». Τον Νοέμβρη του 1953, οι εκλογικοί κατάλογοι δεν είχαν ενημερωθεί, οπότε οι γυναίκες έπρεπε να περιμένουν μέχρι τις επόμενες εκλογές προκειμένου να ασκήσουν για πρώτη φορά το εκλογικό δικαίωμά τους: Ήταν αυτές του Φλεβάρη του 1956.

Οι γυναίκες που ψήφισαν «δαγκωτό» τον Καραμανλή και το εξωφρενικό εκλογικό σύστημα έκαναν το θαύμα τους:

Η Δημοκρατική Ένωση πλειοψήφησε (1.620.007 ψήφοι, ποσοστό 48,15%) αλλά ανέδειξε 132 βουλευτές. Η ΕΡΕ μειοψήφησε ελάχιστα (1.594.112 ψήφοι, ποσοστό 47,32%) αλλά έβγαλε 165 βουλευτές! Εκλέχτηκαν και τρεις ανεξάρτητοι. Μειοψηφία στον λαό, απόλυτη πλειοψηφία στην Βουλή, η ΕΡΕ σχημάτισε κυβέρνηση. Πρωθυπουργός και υπουργοί ορκίστηκαν στις 29 του μήνα.

Η ΕΔΑ δεύτερο κόμμα

Τα πέτρινα χρόνια με κοινοβουλευτικό μανδύα ξεκίνησαν, τυπικά, 9 Φλεβάρη του 1950. Την ημέρα εκείνη δημοσιεύτηκε στην «Εφημερίδα της Κυβερνήσεως» η άρση του στρατιωτικού νόμου που σηματοδότησε το τέλος του εμφυλίου πολέμου. Ήταν τα χρόνια που η ταμπέλα «εθνικόφρων» μετατρεπόταν σε διαβατήριο για την κοινωνική ανόρθωση και η κατηγορία «δημοκράτης» αρκούσε για να φιλοξενηθεί κάποιος στα αστυνομικά τμήματα και να θεωρηθεί τυχερός, αν γλίτωνε χωρίς ξυλοδαρμούς. Βασίλευε η ανασφάλεια από τον έλεγχο της ιδιωτικής ζωής, τα προβλήματα στη δουλειά (στον ιδιωτικό τομέα, αν είχε, μια και ο δημόσιος ήταν έτσι κι αλλιώς φέουδο των εθνικοφρόνων). Διότι ο «δημοκράτης» για το επίσημο κράτος δεν ήταν παρά «συνοδοιπόρος» των κομμουνιστών, που βέβαια ήσαν «αντεθνικώς δρώντες», «εαμοβούλγαροι» και φιλοξενούμενοι σε ξερονήσια ή φυλακές. Με τις «αύρες»467, τους ροπαλοφόρους και τις πυροσβεστικές αντλίες να εξαπολύονται ενάντια στους όποιους διαδήλωναν για οποιοδήποτε ζήτημα, ακόμα και για την Κύπρο. Με την δράση του παρακράτους, των ΤΕΑ468, του Σπουδαστικού Τμήματος της Ασφάλειας και (από το 1960) της ΕΚΟΦ469 να καλύπτουν τα όποια κενά άφηνε η επίσημη τρομοκρατία.

Στην Αθήνα, η όλη μεθόδευση για την ανάδειξη του Καραμανλή ως πρωθυπουργού γέμισε την πολιτική ζωή οξύτητα και άγριες αντιπαραθέσεις. Και η πρώτη χρονιά του σημαδεύτηκε με τους νεκρούς στην Κύπρο και την Αθήνα, καθώς ο επαναστατικός αγώνας φούντωνε στη μεγαλόνησο. Η βρετανική κυβέρνηση έστειλε εκεί κυβερνήτη τον «σκληρό» στρατάρχη σερ Τζον Χάρντινγκ, γνωστό ως «εξολοθρευτή των Μάου Μάου» (της Κένυα). Με εντολή του, οι αρχές κατοχής συνέλαβαν τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο και τον εξόρισαν στις Σεϋχέλλες (9 Μάρτη του 1956). Με δική του εντολή, ορίστηκε να εκτελεστούν (10 Μάη του 1956) με απαγχονισμό οι (καταδικασμένοι από την προηγούμενη χρονιά) αγωνιστές της ΕΟΚΑ, Μιχαήλ Καραολής και Ανδρέας Δημητρίου.

Την παραμονή της εκτέλεσης, η ΠΕΕΚ (Πανελλήνια Επιτροπή Ενώσεως Κύπρου) οργάνωσε στην Αθήνα μεγάλο συλλαλητήριο, στην πλατεία Ομονοίας. Οι χιλιάδες των συγκεντρωμένων κρατούσαν πλακάτ και φώναζαν συνθήματα υπέρ της ένωσης και ενάντια στην απόφαση να εκτελεστούν ο Καραολής και ο Δημητρίου. Κεντρικός ομιλητής, ο αρχιεπίσκοπος Δωρόθεος (πρόεδρος της ΠΕΕΚ), ολοκλήρωσε τον λόγο του γύρω στις 4 μετά το μεσημέρι. Τότε, οι διαδηλωτές προχώρησαν στην οδό Σταδίου με σκοπό να φτάσουν στην αγγλική πρεσβεία. Στο ύψος της οδού Πεσμαζόγλου, η αστυνομία είχε φράξει τον δρόμο. Η διαδήλωση μετατράπηκε σε συγκρούσεις που απλώθηκαν στο κέντρο της πρωτεύουσας. Οι αστυφύλακες άνοιξαν πυρ ενάντια στους διαδηλωτές που, αρχικά, πίστεψαν ότι επρόκειτο για άσφαιρα πυρά προς εκφοβισμό τους. Όταν ένας τους έπεσε νεκρός, η κατάσταση εκτραχύνθηκε. Οι διαδηλωτές έπαιρναν τούβλα από ανεγειρόμενη οικοδομή και τα πετούσαν ενάντια στους αστυνομικούς που απαντούσαν με πυροβολισμούς και χτυπήματα με γκλοπς. Ο αστυνομικός διευθυντής, Αριστείδης Παπαδόπουλος, απομονώθηκε και χτυπήθηκε άγρια. Κατέληξε στο νοσοκομείο με αφασία. Οι μάχες συνεχίστηκαν ως τη νύχτα. Όταν κόπασαν, μετρήθηκαν τέσσερις νεκροί (τρεις διαδηλωτές κι ένας αστυνομικός), ενώ μεταφέρθηκαν στα νοσοκομεία 265 τραυματίες: Οι 165 από σφαίρες και οι εκατό από χτυπήματα. Η κυβέρνηση βρήκε τους υπεύθυνους του μακελειού: Έφταιγαν οι αναρχικοί.

Καραολής και Δημητρίου απαγχονίστηκαν την επόμενη ημέρα (10 Μάη του 1956). Μέχρι τον Σεπτέμβρη, άλλοι έξι τους ακολούθησαν στην αγχόνη. Ο αγώνας των Κυπρίων φούντωνε, προκαλώντας αναταράξεις και στην Ελλάδα. Ο Καραμανλής άρχισε να αμφισβητείται και μέσα στο κόμμα του. Αρχές του 1958, η κατάσταση άρχισε να ξεφεύγει. Ήταν 27 Φλεβάρη, όταν ξέσπασε πολιτική κρίση. Εκείνη την ημέρα, ο Καραμανλής εισηγήθηκε νέο εκλογικό νόμο, τον οποίο είχε συμφωνήσει με τον Γεώργιο Παπανδρέου: «Ενισχυμένη αναλογική».

Υπουργός Συγκοινωνιών και Δημοσίων Έργων, ο Γεώργιος Ράλλης διαφώνησε, θεωρώντας τον δώρο στην ΕΔΑ, και παραιτήθηκε. Τον ακολούθησε ο υπουργός Εμπορίου, Παναγιώτης Παπαληγούρας. Ήταν 1 Μάρτη, όταν οι δυο τους κι άλλοι 13 βουλευτές κατέθεσαν δήλωση ανεξαρτητοποίησης.

Η ΕΡΕ έχασε την δεδηλωμένη. Υπόγειος υποκινητής της αμφισβήτησης του Καραμανλή, ο Σοφοκλής Βενιζέλος πρότεινε κυβέρνηση από την ίδια βουλή με πρωθυπουργό τον Π. Κανελλόπουλο. Ο Καραμανλής προτίμησε να παραιτηθεί και σ' αυτό υποστηρίχθηκε από τον Γεώργιο Παπανδρέου, που έτσι έβαζε φραγμούς στις επιδιώξεις του Βενιζέλου.

Ο βασιλιάς διόρισε υπηρεσιακό πρωθυπουργό τον πρόεδρο του Ερυθρού Σταυρού (άλλοτε μεταξικό υπουργό) Κωνσταντίνο Γεωργακόπουλο. Ίσχυε ο προηγούμενος εκλογικός νόμος (του 1956), οπότε, με τη σύμφωνη γνώμη Καραμανλή και Παπανδρέου, αν και υπηρεσιακή, η κυβέρνηση ζήτησε και πήρε ψήφο εμπιστοσύνης, ψήφισε την «ενισχυμένη αναλογική», για χάρη της οποίας είχε πέσει η ΕΡΕ, και προκήρυξε εκλογές για τις 11 Μάη.

Αποδείχτηκε ότι ο Γεώργιος Ράλλης είχε δίκιο, όταν αντιστρατεύτηκε τον νέο εκλογικό νόμο: Με 24,42% των ψήφων, η ΕΔΑ βγήκε δεύτερη κι έγινε αξιωματική αντιπολίτευση βγάζοντας 79 βουλευτές (οι 19, ανεξάρτητοι συνεργαζόμενοι). Αυτό, όμως, λίγο ενοχλούσε τον αρχηγό της ΕΡΕ. Αν και η δύναμή της περιορίστηκε στο 41,16% (από 47,32% το 1956), ανέδειξε 171 βουλευτές (έξι περισσότερους από το 1956)! Αυτός που δεν τα είχε υπολογίσει σωστά ήταν ο Γεώργιος Παπανδρέου: Οι φιλελεύθεροι βούλιαξαν στο 20,67% και αναδείχτηκαν τρίτο κόμμα με 36 βουλευτές.

Η πριν από δυο χρόνια σύμπραξη κεντρώων και δεξιού Λαϊκού με την ΕΔΑ, την είχε απενοχοποιήσει από τη ρετσινιά του «αντεθνικού κόμματος», ενώ η συμπόρευσή της με τη σκληρή στάση της Εκκλησίας στο ζήτημα της Κύπρου της είχε προσδώσει τον χαρακτήρα της «εθνικής αντιπολίτευσης». Με τον τρόπο αυτόν, δεν δυσκολεύτηκε να αποσπάσει τις ψήφους των κεντρώων που είχαν απαυδήσει με τις εσωκομματικές ίντριγκες των υποτίθεται συναρχηγών στον χώρο του Κέντρου, Παπανδρέου και Σ. Βενιζέλου470.

Η καταστροφή της Αθήνας

Ένα χρόνο νωρίτερα, οι διεργασίες στις ευρωπαϊκές χώρες, που κινιόνταν ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Σοβιετική Ένωση, είχαν οδηγήσει στην δημιουργία της ΕΟΚ471. Διαβλέποντας τις δυνατότητες της κοινής αγοράς, ο Καραμανλής ζήτησε την ένταξη και της Ελλάδας σ' αυτήν. Η ελληνική οικονομία δεν αποτελούσε και το ό,τι καλύτερο, οπότε, στα 1961, οι Έξι δέχτηκαν τη σύνδεση (και όχι ένταξη) της χώρας. Ίσχυσε από το 1962 (1 Νοέμβρη). Θα πάγωνε πέντε χρόνια αργότερα.

Στο ζήτημα της Κύπρου, τα πράγματα οδηγήθηκαν στις συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου472, με τους Βρετανούς να βάζουν εκβιαστικά στο παιχνίδι και την Τουρκία. Η αντιπολίτευση κατάγγειλε τις συμφωνίες ως «εθνική μειοδοσία» και κατέθεσε πρόταση μομφής κατά της κυβέρνησης. Απορρίφθηκε (28 Φλεβάρη του 1959). Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής δήλωσε ότι επρόκειτο για «μίαν από τας ευτυχεστέρας ημέρας της ζωής» του, ενώ ο Βενιζέλος αποχώρησε από την Βουλή, κραυγάζοντας: «Ζήτω η Ένωσις».

Προσπάθεια της κυβέρνησης ήταν η ταχύρρυθμη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας με τη νομισματική σταθερότητα (πληθωρισμός 1 με 2%), τα μεγάλα έργα υποδομής, την ενίσχυση της βιομηχανίας και την προώθηση του τουρισμού (ανάμεσα σε άλλα με την εντατικοποίηση της δημιουργίας ξενοδοχειακών μονάδων τύπου «Ξενία» και την εφαρμογή, από το 1960, του 5ετούς προγράμματος τουριστικής ανάπτυξης). Αυτή η πολιτική, όμως, οδήγησε την ύπαιθρο στον μαρασμό, με αποτέλεσμα την γιγάντωση της μετανάστευσης, τόσο προς το εξωτερικό, όσο και προς τα αστικά κέντρα της χώρας. Διοικητικό κέντρο με όλες τις δημόσιες υπηρεσίες συγκεντρωμένες σ' αυτήν, η Αθήνα μετατράπηκε στον μεγαλύτερο δέκτη των κατοίκων της επαρχίας: Από 1.378.586 που ζούσαν στην περιφέρεια πρωτευούσης το 1951, έφτασε μέσα σε δέκα χρόνια (το 1961) να αριθμεί 1.852.709.

Από το 1929, με την αύξηση του τότε πληθυσμού εξαιτίας των προσφύγων από τη Μ. Ασία, είχε ψηφιστεί ο νόμος «περί οριζοντίου ιδιοκτησίας» που διευκόλυνε το κτίσιμο πολυκατοικιών και προέβλεπε την δυνατότητα της αντιπαροχής: «Οικοπεδούχος παραχωρεί την γη του στον κατασκευαστή με αντάλλαγμα την δωρεάν απόκτηση ενός η περισσοτέρων διαμερισμάτων». Η ευκολία του «οπλισμένου σκυροδέματος» (μπετόν αρμέ) μείωνε το κόστος και η προαγορά των μελλοντικών διαμερισμάτων χρηματοδοτούσε την κατασκευή.

Η μεταπολεμική έξαρση της αστυφιλίας οδήγησε στην άναρχη «τσιμεντοποίηση» της Αθήνας, καθώς η πολυκατοικία έγινε πεδίο πλουτισμού απατεώνων κατασκευαστών χωρίς οργάνωση, περιβαλλοντική παιδεία ή έστω απλή καλαισθησία. Οι κυβερνήσεις άφησαν την κατάσταση να εξελιχθεί ανεξέλεγκτα, χωρίς να νομοθετήσουν τα κριτήρια που επέτρεπαν σε κάποιον να γίνει κατασκευαστής, την ύπαρξη μητρώου επαγγελματιών, την επιβολή αρχιτεκτονικών ελέγχων, την ύπαρξη μειωμένων συντελεστών στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας (και των άλλων πόλεων), την απαγόρευση να «ακουμπούν» η μια πολυκατοικίας στην άλλη κ.λπ. Αντίθετα, ευνοήθηκαν οι καταπατητές, ενώ οι κυβερνήσεις νομιμοποίησαν (και νομιμοποιούν) την αυθαίρετη δόμηση. Αποτέλεσμα ήταν, στα τέλη της δεκαετίας του '50 με αρχές του '60, να εξαπολυθεί ανελέητο πογκρόμ με κατεδαφίσεις αρχοντικών, μονοκατοικιών και μικρών κτιρίων, στην θέση των οποίων υψώθηκαν οικοδομικά τέρατα.

Από το 1953 (16 Νοέμβρη), ως υπουργός Δημοσίων Έργων, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, έχοντας ανοίξει πόλεμο με την εταιρεία Πάουερ, ξήλωσε τρεις γραμμές του τραμ. Παρών στο ξήλωμα, ο Ιταλός δημοσιογράφος Στέφανο Τέρα περιέγραψε:

«Ο δρόμος είχε γίνει σχεδόν αδιάβατος από τη μανιακή εργασία των εργατών που "ξήλωναν" τα σίδερα μιας αγγλικής εταιρείας τροχιοδρόμων. Εκείνη τη στιγμή έφτασαν μέσα σε μεγάλες πολυτελείς λιμουζίνες, οι δικηγόροι και άλλοι ανώτεροι υπάλληλοι της εταιρείας, οι οποίοι, αφού επέδειξαν διάφορα επίσημα έγγραφα, ζητούσαν την επέμβαση των αστυνομικών. Ήταν όμως αργά. Μία από τις γραμμές αποσπάστηκε, ανασηκώθηκε με τις τανάλιες θριαμβευτικά ως σύμβολο και μεταφέρθηκε με δυσκολίες στο πεζοδρόμιο. Ένας ψηλός και νεότατος άνδρας έσκυψε και άγγιξε τη σιδηροτροχιά με το χέρι του. Αναγνώρισα τον Κωνσταντίνο Καραμανλή».

Μεσάνυχτα, 16 Οκτώβρη του 1960, με τον Καραμανλή πρωθυπουργό και τον Σόλωνα Γκίκα υπουργό Μεταφορών και Δημοσίων Έργων, ξηλώθηκαν και όποιες γραμμές του τραμ είχαν απομείνει. Η αντιπολίτευση κατάγγειλε την κυβέρνηση, συνδυάζοντας την κατάργηση του τραμ και την κατεδάφιση των νεοκλασικών, ως πλήγμα ενάντια στην όψη της πόλης.

Αντικομουνισμός και υποτέλεια

Η ανάδειξη της ΕΔΑ ως δεύτερο κόμμα θορύβησε την Δεξιά. Οι αντικομουνιστικές ενέργειες εντάθηκαν γι' άλλη μια φορά: Επανήλθαν με σφοδρότητα οι εκτοπίσεις (175 σε ένα εξάμηνο) και οι διώξεις εκείνων που η αστυνομία θεωρούσε ότι είναι αριστεροί. Ταυτόχρονα, σημειώθηκαν εμπρησμοί γραφείων της ΕΔΑ και βομβιστικές ενέργειες ενάντια σε «αριστερά στέκια». Παρακρατικές οργανώσεις με αντικομουνιστική δράση ξεφύτρωναν, ενώ οι διαδηλώσεις και συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας για οποιοδήποτε θέμα, είχαν να αντιμετωπίσουν και αντισυγκεντρώσεις «αγανακτισμένων πολιτών» και «εθνικοφρόνων».

Συμμετέχοντας στην αντικομουνιστική υστερία, το επίσημο κράτος στράφηκε ενάντια σε μια εμβληματική φυσιογνωμία: Μαζί με άλλους, ο διευθυντής της εφημερίδας «Αυγή» (οργάνου της ΕΔΑ), Μανώλης Γλέζος, βρισκόταν (5 Δεκέμβρη του 1958) στο σπίτι της αδελφής του. Η αστυνομία εισέβαλε στον χώρο και τον συνέλαβε. Τον κατηγορούσαν ότι, μαζί με άλλους 16, ήταν κατάσκοπος της Σοβιετικής Ένωσης. Ξεσηκώθηκε θύελλα διαμαρτυριών, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό.

Τον ίδιο καιρό, η κυβέρνηση της ΕΡΕ είχε εξασφαλίσει δάνειο 200.000.000 μάρκων (Νοέμβρη του 1958) με αντάλλαγμα να αναστείλει τις διώξεις ενάντια στους εγκληματίες πολέμου. Τον Γενάρη του 1959, ψηφίστηκε νόμος «περί αναστολής διώξεως εγκληματιών πολέμου». Ο τόπος, όμως, βούιζε από την υπόθεση Μέρτεν: Στην κατοχή, υπηρετούσε στην Θεσσαλονίκη και είχε στείλει στην Γερμανία 50.000 εβραίους, τις περιουσίες των οποίων, γύρω στα 125 εκατομμύρια χρυσά μάρκα, είχε λεηλατήσει. Είχε συλληφθεί και επρόκειτο να δικαστεί στο στρατοδικείο της Αθήνας, αρχές Φλεβάρη του 1959. Η αντιπολίτευση κατάγγειλε την ΕΡΕ ότι σκόπευε να τον ελευθερώσει. Κάτω από την πίεση και των εφημερίδων του εξωτερικού (οι Times του Λονδίνου, για παράδειγμα, έγραφαν ότι «η Ελλάδα αμνηστεύει τους σφαγείς της»), η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι η περίπτωση Μέρτεν είχε εξαιρεθεί από τον νόμο. Η δίκη κράτησε ως τις 5 Μάρτη. Ο Μέρτεν καταδικάστηκε σε 25 χρόνια κάθειρξη.

Ο Γλέζος και οι συγκατηγορούμενοί του παρέμεναν προφυλακισμένοι. Η κυβέρνηση δίσταζε να αφήσει ελεύθερο τον Μέρτεν. Της προέκυψε και άλλο εμπόδιο:

Πρωί Πέμπτης, 28 Μάη του 1959, ξεκίνησε το έβδομο «Ράλι Ακρόπολις» με συμμετοχή 76 αυτοκινήτων από δεκαπέντε χώρες. Ένα από τα αυτοκίνητα, μια «Μερσεντές», είχε οδηγό τον Γερμανό Φρίσχορν με συνοδηγό τον 46χρονο Χανς Γκούντερ Κόλβες. Ο ίδιος είχε μετάσχει και στο έκτο «Ράλι Ακρόπολις» της προηγούμενης χρονιάς (1958), χωρίς να του δημιουργηθεί κάποιο πρόβλημα. Φανταζόταν ότι το ίδιο θα συνέβαινε και αυτή την φορά.

Το ράλι ολοκληρώθηκε κι ο Κόλβες πήγε στον Πειραιά, για να πάρει το πλοίο «Αγαμέμνων» με προορισμό την Βενετία. Για κακή του τύχη, έπεσε πάνω στον υπαστυνόμο Σπύρο Βασιλάκη που έλεγξε τις καταστάσεις καταζητούμενων και τον συνέλαβε: Στην κατοχή, υπηρετούσε στην Κρήτη και είχε εκτελέσει επτά όμηρους (4 Γενάρη του 1944)! Κινητοποιήθηκε η γερμανική πρεσβεία και ο Κόλβες επιβιβάστηκε στο πλοίο. Τον συνόδευσε ο πρόξενος της Γερμανίας. Όταν το πλοίο έπιασε στην Βενετία, ο Κόλβες αφέθηκε ελεύθερος.

Τελικά, η δίκη του Μανώλη Γλέζου ξεκίνησε 9 Ιουλίου (του 1959) και κράτησε μέχρι τις 22 του μήνα. Δυο από τους κατηγορούμενους καταδικάστηκαν σε ισόβια, οι πολλοί σε μικρότερες ποινές, ο Γλέζος σε πενταετή φυλάκιση. Θα αποφυλακιζόταν το 1962.

Η κυβέρνηση, όμως, δεν μπορούσε να περιμένει άλλο. Τον επόμενο μήνα (Αύγουστο του 1959), νέος νόμος όριζε ότι «αναστέλλεται αυτοδικαίως πάσα δίωξις Γερμανών υπηκόων φερομένων ως εγκληματιών πολέμου, καθώς και η εκτέλεσις πάσης ποινής ή το υπόλοιπον ταύτης. Αντίγραφα των δικογραφιών αποστέλλονται εις τας γερμανικάς αρχάς». Ο Μέρτεν αποφυλακίστηκε 5 Νοέμβρη (του 1959) και εκδόθηκε στην Γερμανία, προκειμένου να εκτίσει εκεί την ποινή του. Τα γερμανικά δικαστήρια τον απάλλαξαν «ελλείψει αποδείξεων».

Αυταρχισμός και αστυνόμευση

Αρχές της δεκαετίας του 1890, στην πλατεία Συντάγματος (στην πλευρά της οδού Όθωνος), τα πρώτα περίπτερα έκαναν την εμφάνισή τους στην Αθήνα. Πουλούσαν εφημερίδες, χύμα τσιγάρα και ζαχαρωτά. Ήταν ξύλινα παραπήγματα με τσίγκινη στέγη. Ο (από το 1887 μέχρι το 1891) δήμαρχος Αθηναίων, Τιμολέων Φιλήμων, ξόδεψε 15.000 δρχ. κι έφερε από την Ελβετία ομοιόμορφα περίπτερα (στρογγυλά, με πολλές προεκτάσεις) που τα εγκατέστησε σε πλατείες και κεντρικούς δρόμους της πόλης. Στα 1919, ο τότε δήμαρχος (1917 - 1920), Σπυρίδων Πάτσης, αποφάσισε να εγκαταστήσει πολλά περίπτερα, που δόθηκαν σε ανάπηρους πολέμου, τους οποίους η πολιτεία αδυνατούσε να περιθάλψει. Με νόμο της επαναστατικής κυβέρνησης του 1922, η διαχείριση των περιπτέρων ανατέθηκε στην «Πανελλήνια Ένωση Τραυματιών Πολέμου 1911 - 1921» που αποφάσιζε σε ποιους θα δοθούν. Με τα χρόνια, το περίπτερο έγινε αναπόσπαστο τμήμα της γειτονιάς κι ο περιπτεράς είχε προσωπική σχέση με τους πελάτες του, τους ανθρώπους που ζούσαν εκεί.

Στην δεκαετία του 1950, το κύμα της εσωτερικής μετανάστευσης χτύπησε την Αθήνα κυρίως, καθώς κατά χιλιάδες συνέρρεαν σ' αυτήν οι κάτοικοι της επαρχίας. Τα τηλέφωνα στα σπίτια ήταν σπάνιο ή άγνωστο είδος. Μαζί με την αύξηση των προϊόντων που πουλούσαν, τα περίπτερα προμηθεύτηκαν και τηλέφωνα που εξυπηρετούσαν ολόκληρη την γειτονιά. Με τους περιπτεράδες να βγαίνουν από τα περίπτερα και να πηγαίνουν να ειδοποιήσουν τους πελάτες τους, όταν κάποιοι τους καλούσαν στο τηλέφωνο. Θελημένα ή αθέλητα, άκουγαν τα πάντα και γνώριζαν τα πάντα για τους πάντες. Και ήταν όλοι τους δεξιοί, καθώς αριστερός ή κεντρώος με τίποτα πια δεν έπαιρνε άδεια. Η Ασφάλεια εκμεταλλεύτηκε την πληροφόρησή τους και μετέτρεψε τους περισσότερους σε πληροφοριοδότες της.

Σε πληροφοριοδότες της Ασφάλειας μετατράπηκαν και οι πιο πολλοί θυρωροί πολυκατοικιών. Ήταν οικογενειάρχες, στους οποίους οι ιδιοκτήτες των διαμερισμάτων παραχωρούσαν ένα διαμέρισμα, υπόγειο κατά κανόνα, κι ένα χαμηλό μισθό. Ήταν φύλακες και ταυτόχρονα ασκούσαν την διαχείριση του κτιρίου, ενώ οι γυναίκες τους, συνήθως ήταν οι καθαρίστριες των κτιρίων. Στο θυρωρείο, στην είσοδο της πολυκατοικίας, υπήρχε εσωτερικό τηλέφωνο, ώστε ο θυρωρός να μπορεί να συνεννοείται με τους ενοίκους είτε για να κάνει θελήματα είτε για την παράδοση της αλληλογραφίας. Και η θέση του τον μετέτρεπε σε γνώστη όλων των κουτσομπολιών, γεγονός που η Ασφάλεια έσπευσε να επωφεληθεί.

Στον χώρο της νεολαίας, δρούσε το «σπουδαστικό τμήμα της Ασφάλειας», όπως το έλεγαν οι φοιτητές. Επίσημα, ονομαζόταν «Γραφείο Πνευματικής Κινήσεως», ανήκε στην υποδιεύθυνση της Γενικής Ασφάλειας της αστυνομίας και διευθυνόταν από τον περιβόητο υπαστυνόμο Κωνσταντίνο Καραπαναγιώτη. Αντίστοιχο «σπουδαστικό» διέθετε και η χωροφυλακή. Ήταν υπηρεσίες με πολυπληθές προσωπικό και απίθανες αρμοδιότητες, οι άνδρες των οποίων παρακολουθούσαν από κοντά τους σπουδαστές και φοιτητές, τους φακέλωναν και, για ψύλλου πήδημα, τους χαρακτήριζαν «δρώντες κομμουνιστές»: Αυτό, αργότερα, τους στερούσε το «πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων», απαραίτητο για να βρουν δουλειά στο δημόσιο ή να μπορούν να κινούνται ελεύθερα. Κι ακόμα, έργο τους ήταν η δημιουργία φοιτητικών σωματείων «σφραγίδων» που διεκδικούσαν ίσα δικαιώματα με τους νόμιμους συλλόγους και προσπαθούσαν να αποτελέσουν ανάχωμα στη λήψη γενικότερων αποφάσεων. Η δράση τους περιλάμβανε και βασανισμούς των φοιτητών που θεωρούσαν εμπόδιο στην δουλειά τους.

Από τα 1960, στην αστυνόμευση των φοιτητών μετείχε και η ΚΥΠ, που χρηματοδοτούσε την παρακρατική ΕΚΟΦ (Εθνικής Κοινωνικής Οργάνωσης Φοιτητών), η οποία άλωσε αρκετούς φοιτητικούς συλλόγους, είτε με την βία και τη νοθεία στις εκλογές είτε με ρουσφέτια κι εξαγορές ψήφων. Το Γ' Πανσπουδαστικό Συνέδριο, στην Θεσσαλονίκη το 1961, ήταν δικό της (και του υπουργείου Μακεδονίας) κατόρθωμα. Διαλύθηκε την τρίτη μέρα, καταγγέλθηκε από τους περισσότερους φοιτητικούς συλλόγους και αποτέλεσε αφορμή της δημοκρατικής αφύπνισης των σπουδαστών. Ανεπιθύμητο για την Δεξιά αποτέλεσμά του ήταν να πάρουν οι δημοκρατικοί τις φοιτητικές εκλογές στη συντριπτική πλειοψηφία των σχολών: ΔΕΣΠΑ (Διοικούσα Επιτροπή Συλλόγων Πανεπιστημίου Αθηνών), ΣΣΕΜΠ (Σύλλογος Σπουδαστών Ε. Μ. Πολυτεχνείου) και ΦΕΑΠΘ (Φοιτητική Ένωση Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης) οργάνωσαν στην Αθήνα το Δ' Πανσπουδαστικό Συνέδριο (22 - 28 Απρίλη του 1963) που οδήγησε στην ίδρυση της ΕΦΕΕ (Εθνικής Φοιτητικής Ένωσης Ελλάδας). Εντάθηκε η τρομοκρατία, με πιο ανώδυνη έκφρασή της την κλήση σπουδαστών στην Ασφάλεια «δι' υπόθεσίν των».

Ο κρατικός αυταρχισμός με στόχο τη νεολαία είχε βρει την έκφρασή του από το 1958, με τον περιβόητο νόμο 4.000 «περί τεντιμποϊσμού». Ήταν η διαστρέβλωση της πραγματικότητας:

Αρχές δεκαετίας του 1950, στην Βρετανία, εμφανίστηκε το φαινόμενο των «Cosh Boys» (πήραν το όνομά τους από τον τίτλο μιας ταινίας, «αλητοπαρέες» θα τους λέγαμε). Ήταν νεαροί πλούσιων οικογενειών που, για να ξεχωρίζουν, φορούσαν ρούχα «εδουαρδιανής473 μόδας» (άνετα και ευκίνητα, σε αντίθεση με τους στενούς κορσέδες της βικτοριανής εποχής). Μια εφημερίδα τους ανέφερε ως «Teddy boys» (Teddy, υποκοριστικό του Edward) και το όνομα τους έμεινε: «Τέντιμπόηδες», στην ελληνική απόδοση. Συνδέθηκαν με το ροκ εντ ρολ, αν και προηγήθηκαν, φορούσαν παντελόνια καμπάνα ή με στριφτό ρεβέρ, πουκάμισα όμοια με εκείνα του Έλβις Πρίσλεϊ και του Μπιλ Χάλεϊ και είχαν μαλλί «α λα Τόνι Κέρτις». Θηλυκό αντίστοιχό τους ήταν τα «τέντι γκερλς».

Στην Αθήνα, οι μιμητές τους εμφανίστηκαν στο δεύτερο μισό της δεκαετίας (του 1950). Ήταν παιδιά πλούσιων οικογενειών που οικειοποιήθηκαν και τη μόδα του γιαουρτώματος ως εκτόνωση.

Υπουργός Δικαιοσύνης στην κυβέρνηση Καραμανλή, ο Κωνσταντίνος Καλλίας εισηγήθηκε τον νόμο «περί τεντιμποϊσμού», που θα αντιμετώπιζε την «επικίνδυνη, αναιδή και προκλητική συμπεριφορά τους». Ψηφίστηκε ως νόμος 4.000 του 1959. Υποτίθεται ότι τιμωρούσε την εξύβριση, μια από τις εκδηλώσεις της οποίας ήταν το γιαούρτωμα. Υφυπουργός Εσωτερικών για θέματα ασφάλειας, ο Ευάγγελος Καλλαντζής ανέλαβε την αυστηρή εφαρμογή του νόμου. Η αστυνομία είχε την ευχέρεια να συλλαμβάνει, όποιον ο αστυνομικός θεωρούσε ότι εξύβριζε (χωρίς να χρειάζεται δικαστική απόφαση). Τον οδηγούσε στο κρατητήριο, όπου τον κούρευαν γουλί («εν χρω») και του έσκιζαν τα ρεβέρ του παντελονιού του. Ακολουθούσε διαπόμπευση: Περιφορά στους δρόμους με χειροπέδες και με κρεμασμένη στον λαιμό του μια ταμπέλα που έγραφε «Είμαι τεντιμπόης». Κατά τον νόμο, υπεύθυνοι ήταν και οι γονείς τους.

Πρώτα θύματα του νόμου ήταν δυο νεαροί που συνελήφθησαν (3 Σεπτέμβρη του 1958), «στον κινηματογράφο "Αελλώ", στην οδό Πατησίων», επειδή, σύμφωνα με την αστυνομία, «πέταξαν γιαούρτι σε μια γυναίκα που τους διαμαρτυρήθηκε, όταν εκείνοι παρενοχλούσαν την κόρη της». Οι δυο νεαροί (15 και 16 χρόνων, με λευκό ποινικό μητρώο) κουρεμένοι γουλί, με σκισμένα τα ρεβέρ των παντελονιών τους, φορώντας χειροπέδες κι έχοντας ο ένας τους κρεμασμένη από τον λαιμό πινακίδα που έγραφε «Είμεθα τεντι - μπόυς και πετάξαμε γιαούρτι κατά γυναικός», διαπομπεύτηκαν ανά τους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας. Η υπόθεσή τους δεν εκδικάστηκε ποτέ, καθώς μηνύτρια και μηνυόμενοι τα βρήκαν εξωδικαστικά (πλήρωσαν οι γονείς).

Πολλά χρόνια αργότερα, αποκαλύφθηκε ότι τα γεγονότα δεν ήταν ακριβώς έτσι. Βγαίνοντας από τον κινηματογράφο, τα δυο παιδιά διασταυρώθηκαν με την γυναίκα που είχε έντονη τριχοφυΐα. Το ένα είπε χαμηλόφωνα: «Κοίτα την, έχει μουστάκι!». Η γυναίκα, όμως, το άκουσε κι άστραψε χαστούκι στο άλλο. Τα παιδιά πήραν από πίσω μάνα και κόρη, οι οποίες έφτασαν στο σπίτι τους στην Κυψέλη. Στην διαδρομή, αγόρασαν γιαούρτι από ένα γαλακτοπωλείο: Το πέταξαν ενάντιά της. Αστόχησαν. Το γιαούρτι χτύπησε στην είσοδο αλλά «την πήραν κι εκείνη τα σκάγια».

Οι νεαροί, που πετούσαν γιαούρτια, συνήθως ανήκαν σε πλούσιες οικογένειες. Οι υποθέσεις τους σπάνια έφταναν στα δικαστήρια. Το νόημα της «εξύβρισης» επεκτάθηκε. Οι Αθηναίοι έφτασαν να παρακολουθούν διαπομπεύσεις ακόμα και για απίθανους λόγους. Νεαρός που διαπομπεύτηκε στους δρόμους της Αθήνας, είχε κρεμασμένη στον λαιμό του πινακίδα που έγραφε: «Είμαι τεντι - μπόις, δεν πλήρωσα εισιτήριο»474.

Από την οκά στο κιλό

Η φτώχεια και η εξαθλίωση της μεγάλης μάζας των Ελλήνων τους έτρεψε προς την εσωτερική και την εξωτερική μετανάστευση (312.000 προς χώρες του εξωτερικού στην δεκαετία 1950 - 1960). Η αμερικανική βοήθεια σπάνια έφτανε στους άπορους που συνέρρεαν στην Αθήνα και στις άλλες πόλεις, αναζητώντας στον ήλιο μοίρα. Λίγες δουλειές και πολύ χαμηλά μεροκάματα οδηγούσαν στις υπαίθριες αγορές, όπου γίνονταν ανταλλαγές σε είδος, ενώ βρίσκονταν σε ημερήσια διάταξη το «τεφτέρι» και ο «βερεσές».

«Τεφτέρι» ονομαζόταν το μικρό τετράδιο λογαριασμών που χρησίμευε στις αγορές στον φούρνο, τον μπακάλη και τον μανάβη της γειτονιάς. Ο καταστηματάρχης έγραφε σ' αυτό την ποσότητα και την αξία του προϊόντος που έδινε στον πελάτη, σημειώνοντας και την ημερομηνία της συναλλαγής. Χρήματα δεν εισέπραττε, καθώς πουλούσε «βερεσέ» (επί πιστώσει). Ο πελάτης ξεχρέωνε κάθε τέλος της βδομάδας, οπότε εισέπραττε το βδομαδιάτικό του, ή όποτε πληρωνόταν κάποιο μεροκάματο. Η σχέση πελάτη - πωλητή ήταν προσωπική και ζεστή. Όταν η φραντζόλα ή το καρβέλι του ψωμιού ζύγιζε λιγότερο από το κανονικό, ο φούρναρης κάλυπτε την διαφορά με κομμάτι ψωμιού από άλλη φραντζόλα. Κι όταν τα ρέστα, σε σπάνια περίπτωση πληρωμής με μετρητά, ήταν «πενταροδεκάρες», ο πωλητής πλήρωνε την αξία τους με καραμέλες ή κάποιο άλλο γλύκισμα.

Οι Έλληνες προσπαθούσαν να ορθοποδήσουν βασισμένοι στην πολιτική των «τεσσάρων ποδιών»: Πρώτο ήταν το ναυτιλιακό συνάλλαγμα, καθώς οι Έλληνες ναυτικοί έστελναν επιταγές στις οικογένειές τους. Δεύτερο ήταν το μεταναστευτικό συνάλλαγμα, καθώς οι μετανάστες έστελναν τις οικονομίες τους (κυρίως σε μάρκα) ή επέστρεφαν κι έκτιζαν σπίτια. Τρίτο ήταν το τουριστικό συνάλλαγμα, καθώς έγινε προσπάθεια να αποκτηθούν τουριστικές υποδομές και εγκαταστάσεις, συνήθως κρατικές. Και τέταρτο ήταν το συνάλλαγμα από τις εξαγωγές αγροτικών προϊόντων (κυρίως λάδι, ελιές, σταφίδα και φρούτα).

Ήταν 1 Ιουλίου του 1959, όταν η κυβέρνηση αποφάσισε να εκσυγχρονίσει τις μονάδες βάρους. Από τον προηγούμενο αιώνα, το βάρος κάθε προϊόντος μετριόταν με την οκά που υποδιαιρούταν σε 400 δράμια. Την ημέρα εκείνη καθιερώθηκε το κιλό (χίλια γραμμάρια). Ένα κιλό, όμως, ζυγίζει όσο 312 δράμια. Όπως και σε πολλούς άλλους τομείς, δεν υπήρξε κάποια προετοιμασία. Οι μεγαλέμποροι εκμεταλλεύτηκαν το χάος που προκλήθηκε. Οι τιμές εξομοιώθηκαν: Πολύ σύντομα, όσο κόστιζε προηγουμένως μια οκά κάποιου προϊόντος, τόσο έκανε και ένα κιλό του, παρά το γεγονός ότι ήταν ελαφρότερο σχεδόν κατά ένα τρίτο.

Το «πράσινο κύμα»

Ανάμεσα στα άλλα, η άναρχη ανάπτυξη και η μεγάλη αύξηση του πληθυσμού της Αθήνας επιδείνωσε και το κυκλοφοριακό πρόβλημα: Πεζοί και εποχούμενοι συνωστίζονταν στους δρόμους, με αποτέλεσμα τα ατυχήματα με τροχοφόρα να αυξηθούν ραγδαία. Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, η κυκλοφοριακή συμφόρηση στην πρωτεύουσα ήταν συνηθισμένη κατάσταση, παρ' όλο που τα αυτοκίνητα ήταν ακόμα ελάχιστα.

Ένας από τους τρόπους αντιμετώπισης του φαινομένου ήταν η επιστράτευση τροχονόμων σε κεντρικές διασταυρώσεις, για να ρυθμίζουν την κυκλοφορία. Οι πρώτες σκέψεις για την αντικατάστασή τους από φωτεινούς σηματοδότες, έγιναν στα τέλη του 1950. Παραγγέλθηκαν για να τοποθετηθούν στις διασταυρώσεις του κέντρου της Αθήνας. Καμιά μελέτη δεν είχε προηγηθεί, οπότε τα φανάρια αποδείχτηκαν άχρηστα. Επιστρατεύτηκαν πολεοδόμοι και συγκοινωνιολόγοι που προχώρησαν στην εξέταση του προβλήματος. Στα 1954, σε πολύ κεντρικά σημεία της πόλης, τοποθετήθηκαν δοκιμαστικά κάποιοι «αυτόματοι» σηματοδότες που, όμως, χρειάζονταν και από έναν τροχονόμο να τους ρυθμίζει με έναν διακόπτη. Αντί, δηλαδή, ο τροχονόμος να βρίσκεται στο κέντρο της διασταύρωσης και να κατευθύνει την κυκλοφορία με τα χέρια του, στεκόταν στην άκρη του δρόμου και χειριζόταν έναν διακόπτη, που άναβε πράσινο στην μια πλευρά του σηματοδότη και κόκκινο στην άλλη. Η κατάσταση κάπως βελτιώθηκε αλλά το πρόβλημα παρέμενε οξύ.

Νέες μελέτες οδήγησαν στη μονοδρόμηση των οδών Σταδίου, Πανεπιστημίου και Ακαδημίας καθώς και των κάθετων προς αυτές. Μέχρι το 1959, είχαν μονοδρομηθεί όλοι οι δρόμοι της Αθήνας. Είχαν προηγηθεί οι νέες διαμορφώσεις της πλατείας Συντάγματος με το πλάτεμα των οδών Όθωνος και Γεωργίου Β' (τέλη του 1957) και της πλατείας Ομονοίας (μέσα του 1958).

Οκτώβρη του 1958, η SIEMENS είχε ολοκληρώσει την εγκατάσταση του συστήματος της αυτόματης φωτεινής σηματοδότησης των κεντρικών οδικών αρτηριών: Τα «φανάρια» βρίσκονταν σε πενήντα διασταυρώσεις και κάλυπταν τις διαδρομές, από την οδό Μάρνη (στο ύψος της Γ' Σεπτεμβρίου και της Πατησίων) μέχρι την Ομόνοια κι από εκεί, μέσω Σταδίου, Πανεπιστημίου και Ακαδημίας, κατέληγαν στην πλατεία Συντάγματος, όπου διακλαδίζονταν η μια προς την Βασιλίσσης Σοφίας (μέχρι την πλατεία Ριζάρη) και η άλλη ως την αρχή της λεωφόρου Συγγρού. Ένα φωτεινό κόκκινο ανθρωπάκι σε στάση κι ένα πράσινο σε κίνηση ρύθμιζαν την κυκλοφορία των πεζών στις διαβάσεις. Οι Αθηναίοι τα βάπτισαν «Σταμάτη» το κόκκινο και «Γρηγόρη» το πράσινο. Η SIEMENS εισέπραξε γύρω στα επτάμιση εκατομμύρια δρχ. Τα επίσημα εγκαίνια έγιναν την Δευτέρα, 5 Σεπτέμβρη του 1960.

Το όλο σύστημα ονομάστηκε «πράσινο κύμα»: Αν κάποιο τροχοφόρο τηρούσε ορισμένη σταθερή ταχύτητα, υποτίθεται ότι μπορούσε να καλύψει την απόσταση Αρχαιολογικό Μουσείο - πλατεία Συντάγματος χωρίς να το «πιάσει φανάρι». Όμως, τρεις μήνες αργότερα, η Τροχαία διαπίστωσε ότι πεζοί και εποχούμενοι Αθηναίοι αγνοούσαν επιδεικτικά τις επιταγές των φαναριών. Άρχισαν να πέφτουν πρόστιμα: Μέσα σε ένα μήνα (9 Γενάρη με 9 Φλεβάρη του 1961) κόπηκαν 19.649 κλήσεις σε οδηγούς και πεζούς! Οι παραβάσεις μειώθηκαν δραστικά.

Το «σχέδιο Περικλής»

Οι επιθέσεις παρακρατικών ενάντια στους αριστερούς εντάθηκαν μετά το 1959. Αρχηγός της ΚΥΠ, ο στρατηγός Αλέξανδρος Νάτσινας ανέσυρε το «σχέδιο Περικλής» που είχε εκπονηθεί το 1955 από τις αμερικανικές και ελληνικές μυστικές υπηρεσίες και το εκσυγχρόνισε. Σκοπός του ήταν να περιοριστεί, όσο γινόταν, το εκλογικό ποσοστό της ΕΔΑ: Στρατός και αστυνομία ξεκίνησαν όργιο προπαγάνδας με «διαφωτιστικό υλικό» και δημιουργήθηκαν πάμπολλες παρακρατικές οργανώσεις, που πλαισιώθηκαν από «εθνικόφρονες πολίτες».

Με τον κεντρώο χώρο διασπασμένο κι αδύναμο εκλογικά, οι πράξεις τρομοκρατίας είχαν αποτέλεσμα την πόλωση ανάμεσα στην Δεξιά και την Αριστερά. Για την εκτόνωση της όλης κατάστασης, ο Καραμανλής συμφώνησε με τα κόμματα του Κέντρου να επισπευσθούν οι εκλογές και να ψηφιστεί νέος αντιπολωτικός εκλογικός νόμος. Τον εκπόνησε ο Γεώργιος Ράλλης: Ήταν σύστημα «ενισχυμένης αναλογικής» που προέβλεπε ποσοστό τουλάχιστον 15% για είσοδο στην δεύτερη κατανομή. Το ποσοστό ανέβαινε στα 25%, αν επρόκειτο για συνασπισμό δυο κομμάτων, και 30%, αν τα συνασπισμένα κόμματα ήταν τρία ή περισσότερα.

Αναγκαστικά, ο νόμος υποχρέωνε τα κόμματα να ενωθούν. Παρ' όλα αυτά, οι Κεντρώοι συνέχιζαν την διαλυτική τακτική τους, με αλλεπάλληλες και μακρόσυρτες διαπραγματεύσεις που δεν οδηγούσαν πουθενά.

Ήταν 19 Σεπτέμβρη του 1961, όταν ο Καραμανλής συγκάλεσε το υπουργικό συμβούλιο για να εγκρίνει και τυπικά την διάλυση της Βουλής και την προκήρυξη εκλογών για τις 29 Οκτώβρη, όπως άλλωστε ήταν γνωστό από καιρό. Περιθώρια για νέες καθυστερήσεις δεν υπήρχαν. Την ίδια εκείνη μέρα, εννέα αρχηγοί κομμάτων (οχτώ κεντρώοι κι ένας δεξιός) συμφώνησαν στην δημιουργία της Ένωσης Κέντρου: Θα την διοικούσε οχταμελής επιτροπή με πρόεδρο τον Γεώργιο Παπανδρέου475. Στις 9 την νύχτα της ίδιας πάντα μέρας, ο Γεώργιος Παπανδρέου δήλωσε:

«Χαίρω δια την επελθούσαν ένωσιν των πολιτικών δυνάμεων του Κέντρου, η οποία απετέλει καθολικόν αίτημα του λαού. Και τώρα βαδίζομεν προς την νίκην».

Η Αριστερά είχε ήδη δημιουργήσει το ΠΑΜΕ (Πανδημοκρατικό Αγροτικό Μέτωπο Ελλάδος) με εταίρους την ΕΔΑ και το Εθνικό Αγροτικό Κόμμα. Έτσι, αντίπαλοι στις επερχόμενες εκλογές ήταν η ΕΡΕ, η ΕΚ και το ΠΑΜΕ.

Την επόμενη μέρα (20 Σεπτέμβρη), η κυβέρνηση παραιτήθηκε. Ο Καραμανλής πρότεινε στον βασιλιά υπηρεσιακή κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον επίτιμο αρχηγό ΓΕΣ, αντιστράτηγο ε.α., Θρασύβουλο Τσακαλώτο476. Ο Παύλος δέχτηκε, με τον όρο υπουργός Εθνικής Άμυνας να είναι ο απόστρατος υποπτέραρχος, Χαράλαμπος Ποταμιάνος. Ο Τσακαλώτος δεν δέχτηκε και παραιτήθηκε. Ο βασιλιάς διόρισε πρωθυπουργό τον αρχηγό του στρατιωτικού οίκου του, Κωνσταντίνο Δόβα, που, με τη σειρά του, έκανε υπουργό Άμυνας τον Ποταμιάνο. Υπήρχε λόγος για την επιμονή του βασιλιά:

Είχε προηγηθεί διήμερη (11 και 12 Αυγούστου του 1961) σύσκεψη, στην οποία μετείχαν οι στρατηγοί Αλέξανδρος Νάτσινας (αρχηγός ΚΥΠ), Βασίλειος Καρδαμάκης (αρχηγός ΓΕΣ), Νικόλαος Γωγούσης (διευθυντής της υπηρεσίας Πληροφοριών του υπουργείου Προεδρίας), Αθανάσιος Φροντιστής (αρχηγός ΓΕΕΘΑ) και οι αρχηγοί της Αστυνομίας Πόλεων, Θεόδωρος Ρακιντζής, και της Χωροφυλακής, Γεώργιος Βαρδουλάκης (με γραμματέα τον στενό συνεργάτη του Νάτσινα, κλαδάρχη Αντικατασκοπείας της ΚΥΠ και μελλοντικό δικτάτορα, Γεώργιο Παπαδόπουλο). Αντικείμενο της σύσκεψης ήταν ο συντονισμός των ενεργειών για την εφαρμογή του «σχεδίου Περικλής»477.

Ξεκίνησε άγρια εκστρατεία εκφοβισμού από στρατό, αστυνομία και χωροφυλακή με επιθέσεις σε αριστερούς οπαδούς αλλά και υποψήφιους βουλευτές του ΠΑΜΕ και, όχι σπάνια, σε κεντρώους ψηφοφόρους, με στόχο τη μη συμμετοχή τους σε προεκλογικές συγκεντρώσεις. Προεκλογικό υλικό κατασχέθηκε, συγκεντρώσεις διαλύθηκαν. Ήταν 16 Σεπτέμβρη του 1961 (τέσσερις μέρες πριν από την παραίτηση της κυβέρνησης), όταν η ΕΔΑ παρέδωσε στα άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης «σχέδιο κρατικής υπηρεσίας» για την άσκηση ψυχολογικής και σωματικής βίας στους οπαδούς της. Η ΕΡΕ κατάγγειλε το κείμενο του σχεδίου ως πλαστό ή έργο ανεύθυνου, με τον οποίο «το κόμμα ουδεμίαν έχει σχέσιν».

Σε προεκλογικό λόγο του (Θεσσαλονίκη, 1 Οκτώβρη), ο Καραμανλής προχώρησε σε μια πρωτοφανή έκκληση:

«Όσοι εξ υμών», είπε στους συγκεντρωμένους, «λόγω προκαταλήψεων ή και αντιθέσεων προσωπικών, δεν θέλετε να ψηφίσετε την ΕΡΕ, ψηφίσατε τα κόμματα του Κέντρου. Ουδείς όμως την ΕΔΑ».

Ήταν 13 Οκτώβρη, όταν παρακρατικοί επιτέθηκαν και διέλυσαν προεκλογική συγκέντρωση του ΠΑΜΕ, στο Αιγάλεω. Ανάμεσα στους τραυματίες ήταν και ο 80χρονος υποψήφιος βουλευτής, Περικλής Αργυρόπουλος, άλλοτε υπουργός στις κυβερνήσεις του Ελευθέριου Βενιζέλου (1928 - 1932).

Η κατάσταση έγινε ακόμα πιο άγρια. Ο Παπανδρέου κάλεσε τους υποψήφιους βουλευτές της Ένωσης Κέντρου σε άμυνα ενάντια στις εκδηλώσεις βίας των κρατικών οργάνων και των παρακρατικών οργανώσεων (19 Οκτώβρη). Ο Καραμανλής τον κατάγγειλε ότι καλεί τους οπαδούς του σε ανταρσία, οπότε ξεκίνησαν ανάμεσά τους διαξιφισμοί. Όμως, τέσσερις μέρες πριν από την Κυριακή των εκλογών, στις 25 Οκτώβρη, ένας χωροφύλακας πυροβόλησε και σκότωσε νεαρό στην Θεσσαλονίκη, επειδή μοίραζε προεκλογικό υλικό του ΠΑΜΕ.

Ανήμερα των εκλογών, η βία εντάθηκε και εκδηλώθηκε όργιο νοθείας. Ψήφισαν δέντρα και οικόπεδα αλλά και νεκροί. Σε ένα μόνο εκλογικό τμήμα δηλώθηκαν 218 χωροφύλακες ως ψηφοφόροι με διεύθυνση κατοικίας την ίδια μονοκατοικία.

Το αποτέλεσμα ήταν αναμενόμενο: ΕΡΕ 50,81% και 176 βουλευτές, Ένωση Κέντρου 33,66% και εκατό βουλευτές, ΠΑΜΕ 14,63% και 24 βουλευτές. Ο Παπανδρέου κατάγγειλε το αποτέλεσμα ως «προϊόν βίας και νοθείας» (31 Οκτώβρη), ενώ η κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος κήρυξε «ανένδοτο αγώνα» (14 Νοέμβρη), με την δήλωση ότι δεν αναγνωρίζει την ΕΡΕ ως κυβέρνηση. Η πολιτική ένταση εκδηλώθηκε σφοδρή, πριν ακόμα συνεδριάσει η νέα Βουλή. Από τους μετασχόντες στη σύσκεψη του Αυγούστου, ο αρχηγός ΓΕΣ, Βασίλειος Καρδαμάκης, εξέδωσε ανακοίνωση, με την οποία κατάγγειλε την Ένωση Κέντρου ότι δυσφημεί τον στρατό και τα ΤΕΑ (5 Γενάρη του 1962). Του απάντησε αυστηρά, σε λόγο του στην Βουλή (19 Γενάρη του 1963) ο Παπανδρέου. Ο Καρδαμάκης οδηγήθηκε σε παραίτηση.

Ήταν 16 Γενάρη του 1962, όταν λειτούργησε η Βουλή με τη νέα σύνθεσή της. Ένωση Κέντρου και ΕΔΑ κατέθεσαν αμέσως πρόταση μομφής. Φυσικά, καταψηφίστηκε. Όμως, η πολιτική αστάθεια ήταν πια γεγονός. Η Ένωση Κέντρου κυκλοφόρησε τη «Μαύρη Βίβλο», όπου καταγράφονταν φοβερά περιστατικά βίας και νοθείας σε βάρος της. Δική της «Μαύρη Βίβλο» τύπωσε και η ΕΔΑ με εξίσου αποτρόπαια περιστατικά. Σε κάθε ευκαιρία, τα κόμματα της αντιπολίτευσης ζητούσαν από τον βασιλιά να αποπέμψει την κυβέρνηση της ΕΡΕ, χωρίς να κρύβουν ότι θεωρούσαν τον Παύλο συνεργό στην βία και νοθεία.

Τεράστιες συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας και διαδηλώσεις οργανώνονταν στην Αθήνα και το σύνθημα «Ένα - ένα - τέσσερα», που πρώτη φορά είχε ακουστεί το 1959, δονούσε την ατμόσφαιρα: Το 114 παρέπεμπε στο τελευταίο άρθρο του συντάγματος που όριζε ότι «η τήρησις του παρόντος συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων».

Ο Καραμανλής, όμως, είχε ήδη ανοίξει μέτωπο και με την βασίλισσα Φρειδερίκη. Για την εκλογή αρχιεπισκόπου και για την προίκα στη μελλόνυμφη πριγκίπισσα Σοφία.

Ο Ιάκωβος

Ήταν 8 Γενάρη του 1962, οχτώ μέρες πριν να συνεδριάσει η νέα Βουλή, όταν, ξαφνικά, πέθανε ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών, Θεόκλητος Β'. Η εκλογή νέου αρχιεπισκόπου ορίστηκε για τις 13 του μήνα, με τρεις υποψηφιότητες να ξεχωρίζουν: Του μητροπολίτη Αττικής και Μεγαρίδος, Ιάκωβου, του μητροπολίτη Καβάλας, Χρυσόστομου, και του μητροπολίτη Μαντινείας, Γερμανού. Επικρατέστερος παρουσιαζόταν ο Ιάκωβος, ιερωμένος με μεγάλη μόρφωση και τεράστια δράση, αγαπητός στους κύκλους της αστικής τάξης, «ανεπιθύμητος» στη μεταξική δικτατορία, τιμημένος με τον μεγαλόσταυρο του βασιλικού τάγματος του Γεωργίου και, το κυριότερο, ευνοούμενος της Φρειδερίκης.

Η κηδεία του Θεόκλητου έγινε 11 του μήνα. Μερικές ώρες νωρίτερα, οι αθηναϊκές εφημερίδες κυκλοφόρησαν αναδημοσιεύοντας προκηρύξεις με σαφείς υπαινιγμούς για την έλλειψη «ανδροπρέπειας» του Ιακώβου. Και η υπερσυντηρική εφημερίδα «Εστία» έγραφε: «Τοιούτος πρέπει υμίν αρχιερεύς»478. Η εκστρατεία ενάντια στον Ιάκωβο εντάθηκε τις δυο επόμενες μέρες. Θέλοντας να κερδίσει χρόνο, ο Καραμανλής πρότεινε την αναβολή της ψηφοφορίας. Η Φρειδερίκη, όμως, βιαζόταν. Κάλεσε εσπευσμένα σε ακρόαση τον υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων, Γρηγόριο Κασιμάτη. Η ημερομηνία της εκλογής παρέμεινε ίδια. Η αστυνομία απέκλεισε τη μητρόπολη, ενώ πλήθη «διαμαρτυρόμενων χριστιανών» συνωθούνταν έξω από αυτήν φωνάζοντας συνθήματα. Ο Ιάκωβος εκλέχτηκε πανηγυρικά: Πήρε 33 ψήφους, έναντι είκοσι του Χρυσόστομου και τεσσάρων του Γερμανού.

Ακολούθησε θύελλα αντιδράσεων. Στην τελετή της ενθρόνισης, η εκκλησία ήταν γεμάτη από αστυνομικούς, ενώ ο αρμόδιος υπουργός απουσίαζε. Παρών ήταν ο αυλάρχης του παλατιού, Δ. Λεβίδης. Ο, τότε διάδοχος, Κωνσταντίνος τηλεφώνησε στον Καραμανλή για να του εκφράσει την δυσφορία του Παύλου και της Φρειδερίκης, ενώ ο αρχιεπίσκοπος κλήθηκε στο παλάτι, όπου έγινε με μεγαλοπρέπεια η «τελετή της διαβεβαίωσης» με παρόντα τον βασιλιά.

Η αντιπαλότητα ανάμεσα στον Καραμανλή και την Φρειδερίκη κορυφώθηκε αλλά, σε κάθε

εμφάνισή του Ιάκωβου, ακουγόταν η ιαχή «ανάξιος». Η αντιπολίτευση μυρίστηκε οφέλη και ξεκίνησε επίθεση ενάντια στην κυβέρνηση. Και με επερώτηση τριών βουλευτών της Ένωσης Κέντρου (Στ. Αλαμανή, Κ. Μητσοτάκη και Γ. Λούλη) την κατάγγειλε ότι με «πράξεις και παραλείψεις» δημιούργησε κλίμα διχασμού στην εκκλησία. Και τρεις «ενδιαφερόμενοι» (αρχιμανδρίτης ο ένας από αυτούς) κατέθεσαν μήνυση ενάντια στον Ιάκωβο. Τα πράγματα εκτραχύνθηκαν με την παραεκκλησιαστική οργάνωση «Ζωή» να εντείνει τις επιθέσεις της και πολλούς μητροπολίτες να αποφεύγουν να αναφέρουν το όνομά του. Και σε πολλές εκκλησίες γίνονταν επεισόδια ανάμεσα σε οπαδούς και αντίπαλους του Ιάκωβου.

Ο Καραμανλής αισθανόταν στριμωγμένος. Σε δηλώσεις τους, 22 Γενάρη, εκπρόσωποι της κυβέρνησης έλεγαν ότι υπάρχει πρόθεση να ακυρωθεί η εκλογή. Δυο μέρες αργότερα, η πρόθεση έγινε «πράξη». Κατατέθηκε νομοσχέδιο που προέβλεπε την ακύρωση αλλά και τη συμμετοχή λαϊκών στην εκλογή αρχιεπισκόπου. Την επόμενη μέρα, 25 του μήνα, ένας υπάλληλος της αρχιεπισκοπής διάβασε το κείμενο της παραίτησης του Ιακώβου, «δεινή και καταθλιπτική κυβερνητική πιέσει»479. Έμεινε στον αρχιεπισκοπικό θρόνο δώδεκα μέρες. Νέος αρχιεπίσκοπος εκλέχτηκε σχεδόν παμψηφεί (14 Φλεβάρη του 1962) ο Χρυσόστομος Β' που έγινε ενθουσιωδώς δεκτός από εφημερίδες και λαό.

«Προίκα στην Παιδεία και όχι στην Σοφία»

Η αντιπαλότητα ανάμεσα στον Καραμανλή και την Φρειδερίκη είχε ξεκινήσει νωρίτερα. Η

βασίλισσα Φρειδερίκη πίεζε, ώστε το κράτος να πληρώσει τεράστια προίκα στην πριγκίπισσα Σοφία, παραγνωρίζοντας την δεινή οικονομική θέση της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού.

Μεγαλύτερη κόρη του Παύλου και της Φρειδερίκης, η Σοφία αρραβωνιάστηκε τον πρίγκιπα των Αστουριών και επίδοξο βασιλιά της Ισπανίας, Χουάν Κάρλος480, 12 Σεπτέμβρη του 1961, στη Λωζάννη της Ελβετίας. Τα δαχτυλίδια των αρραβώνων ανταλλάχτηκαν στην Αθήνα, 14 Δεκέμβρη (1961), ανήμερα των γενεθλίων του Παύλου (γινόταν 60 χρόνων). Παρόντες ήταν 35 πρίγκιπες και η κυβέρνηση. Η αντιπολίτευση απείχε, καθώς δεν μετείχε στις εκδηλώσεις του παλατιού, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την βία και νοθεία στις εκλογές. Και οι εφημερίδες γκρίνιαζαν για τα τεράστια έξοδα των διαφόρων εκδηλώσεων. Οι γάμοι ορίστηκαν για τις 14 Μάη του 1962.

Ήταν 19 Φλεβάρη του 1962, όταν ο υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης Καραμανλή, Σπ. Θεοτόκης, κατέθεσε νομοσχέδιο που προέβλεπε ότι το ελληνικό κράτος προίκιζε τη Σοφία με εννιά εκατομμύρια δραχμές (300.000 δολάρια), απαλλαγμένα από φόρους και με δυνατότητα να μετατραπούν σε συνάλλαγμα: Δηλαδή, να μπορούν να βγουν από την χώρα481.

Οι διαδηλώσεις εντάθηκαν. Και προστέθηκε νέο σύνθημα: «Προίκα στην Παιδεία και όχι στη Σοφία». Θα εξελισσόταν στο φοιτητικό κίνημα με κεντρικό στόχο «15% (του προϋπολογισμού) στην Παιδεία».

Το νομοσχέδιο συζητήθηκε στην Βουλή, 21 Φλεβάρη. Η Ένωση Κέντρου πρότεινε να δοθεί συμβολική προίκα, η ΕΔΑ να μην δοθεί τίποτα, ενώ το κόμμα των Προοδευτικών του Σπ. Μαρκεζίνη (εταίρο στην Ένωση Κέντρου) διευκρίνισε ότι είναι ενάντιο στον θεσμό της προίκας αλλά η κατάργησή της δεν θα έπρεπε να ξεκινήσει από τη Σοφία. Η συζήτηση εξελίχθηκε σε έντονη πολιτική αντιπαράθεση αλλά το νομοσχέδιο πέρασε.

Ο γάμος έγινε 12 Μάη του 1962 και αποτέλεσε προκλητική επίδειξη χλιδής. Αποκλήθηκε «γάμος του αιώνα» και κόστισε 2.800.000 δρχ. Κατέφθασαν, από 29 χώρες, τρεις βασιλιάδες και βασίλισσες καθώς και τρεις βασιλομήτορες, 42 πρίγκιπες, 56 πριγκίπισσες και 22 δούκες και δούκισσες (συνολικά, 32 εστεμμένοι εν ενεργεία και 109 έκπτωτοι). Μόνο οι Ισπανοί επίσημοι ήταν 47, ενώ περίπου 3.000 αριθμούσαν οι βασιλόφρονες συμπατριώτες τους που έφτασαν στην Αθήνα για να δουν τον διπλό γάμο. Διπλό, επειδή πρώτα έγινε τελετή στην καθολική εκκλησία του Αγίου Διονυσίου, στην οδό Πανεπιστημίου, κι έπειτα στη μητρόπολη της Αθήνας (ο Χουάν Κάρλος ήταν καθολικός, η Σοφία ορθόδοξη).

Για τις ανάγκες των τελετών, χρησιμοποιήθηκε μια χρυσογάλανη άμαξα, κατασκευασμένη στην Γαλλία και αγορασμένη από τον βασιλιά Κωνσταντίνο Α' για τον γάμο του με την Σοφία (το 1889). Την είχε χρησιμοποιήσει και ο Παύλος, όταν παντρεύτηκε την Φρειδερίκη (το 1938). Οι τελετές κράτησαν τρεις ώρες και το ζευγάρι παρέλασε στους αθηναϊκούς δρόμους, όπου είχαν συγκεντρωθεί γύρω στους 600.000 περίεργοι, που ήθελαν να απολαύσουν το εντυπωσιακό θέαμα.

Οι ξένες εφημερίδες έγραψαν ότι Παύλος και Φρειδερίκη κατάφεραν να γίνουν αντιπαθείς ακόμα και στους φιλοβασιλικούς Έλληνες. Και τα ανάκτορα ξεκίνησαν ολόκληρη βιομηχανία μηνύσεων ενάντια σε αντιπολιτευόμενες εφημερίδες για «προσβολή της τιμής της βασιλικής οικογένειας».

Ο Καραμανλής αναγκάστηκε να στείλει επιστολή στον Παύλο (3 Οκτώβρη του 1962) για να τον συνετίσει. Ανάμεσα σε άλλα, του έγραφε:

«Φαίνεται να επικρατή η πεπλανημένη αντίληψις ότι η μεγαλοπρέπεια ενισχύει τον θρόνον. Συμβαίνει το αντίθετον. Η απλότης και η λιτότης εδραιώνουν τον θεσμόν. Τα κείμενα των βασιλικών λόγων δεν είναι ακίνδυνον να γίνωνται εν αγνοία της Κυβερνήσεως. Η ικανοποίησις αναγκών του Στέμματος, όταν αύτη συνεπάγεται δαπάνας του Δημοσίου, θα πρέπει να αποφεύγεται, εφ' όσον δεν είναι αυστηρώς αναγκαία».

Το γυαλί είχε πια ραγίσει. Αρχές Απρίλη του 1963, ο πια πρώην αρχηγός ΓΕΣ, Καρδαμάκης, αποκάλυψε στον στρατιωτικό ακόλουθο της αμερικανικής πρεσβείας ότι αξιωματικοί του στρατού, με πρωταγωνιστές τους, τότε, αντισυνταγματάρχη Γεώργιο Παπαδόπουλο και ταξίαρχο Οδυσσέα Αγγελή, ετοίμαζαν πραξικόπημα, φοβούμενοι επικράτηση της Ένωσης Κέντρου σε πιθανές εκλογές482. Το πραξικόπημα θα εκδηλωνόταν τέσσερα χρόνια αργότερα.

Η Αμπατιέλου και το «χαστούκι»

Την άνοιξη του 1963, η Φρειδερίκη θέλησε να πάει στο Λονδίνο, στον γάμο της πριγκίπισσας Αλεξάνδρας του Κεντ, ξάδελφης της βασίλισσας Ελισάβετ. Ο Καραμανλής της συνέστησε να μην πάει, καθώς είχε προσωπική πείρα, του τι θα αντιμετώπιζε η βασίλισσα εκεί. Δυο χρόνια νωρίτερα, 14 Φλεβάρη του 1961, είχε επισκεφτεί το Λονδίνο, μαζί με τον Ευάγγελο Αβέρωφ, υπουργό του, Εξωτερικών. Στον σταθμό Βικτορίας, τον «υποδέχτηκε» πλήθος διαδηλωτών της ελληνικής και κυπριακής παροικίας, φωνάζοντας συνθήματα ενάντιά του. Ανάμεσά τους ήταν και η Μπέτι Αμπατιέλου που, κραυγάζοντας, του ζητούσε να απελευθερώσει τον άνδρα της. Τη συνέλαβαν και, λίγο αργότερα, την άφησαν ελεύθερη.

Ο Καραμανλής βρέθηκε στην Αγγλία για πολύ σημαντικές συνομιλίες με τον Βρετανό ομόλογό του, Μακ Μίλαν, σχετικές με την ΕΟΚ. Οι εφημερίδες, όμως, περισσότερο ασχολήθηκαν με τα σε βάρος του επεισόδια παρά με το αντικείμενο της επίσκεψης:

Η Μπέτι (Μπάρλετ, το οικογενειακό της) ήταν παντρεμένη με τον κομμουνιστή ναυτεργάτη Αντώνη Αμπατιέλο, γνωστό στους Βρετανούς ως «Τόνι»: Είχαν τιμήσει την δράση του στον Β' Παγκόσμιο πόλεμο, όταν οργάνωνε εμπορικές νηοπομπές ενάντια στους ναζί. Είχε αναδειχθεί σε γραμματέα της Ομοσπονδίας Ελληνικών Ναυτεργατικών Οργανώσεων (ΟΕΝΟ) αλλά, το 1947, καταδικάστηκε σε θάνατο. Ξεσηκώθηκε διεθνής σάλος. Η ποινή μετατράπηκε σε ισόβια483. Στο Λονδίνο, η Μπέτι εργάστηκε για την δημιουργία του «Συνδέσμου για την Δημοκρατία στην Ελλάδα». Επισκεπτόταν την χώρα κι έβλεπε τον άντρα της στην φυλακή. Η δράση της, όμως, έγινε αιτία να της στερήσουν την ελληνική υπηκοότητα και να της απαγορεύσουν την είσοδό της στην Ελλάδα. Το 1958, την κατέβασαν από το πλοίο που πήρε στην Βενετία, με προορισμό τον Πειραιά.

Η Φρειδερίκη αγνόησε τις προειδοποιήσεις του Καραμανλή και, μαζί με τον τότε διάδοχο Κωνσταντίνο και την πριγκίπισσα Ειρήνη, πραγματοποίησε το ταξίδι. Ήταν ανεπίσημο, οπότε τη συνόδευε μόνο ένας Βρετανός αστυνομικός. Σάββατο, 20 Απρίλη, η Φρειδερίκη και η Ειρήνη βγήκαν από το ξενοδοχείο τους. Βρέθηκαν αντιμέτωπες με ομάδα Κύπριων διαδηλωτών που είχαν επικεφαλής τους την Μπέτι. Η οποία Μπέτι προσπάθησε να της επιδώσει επιστολή, με την οποία ζητούσε την αποφυλάκιση του άντρα της. Η Φρειδερίκη αρνήθηκε να την παραλάβει και η Μπέτι την έπιασε από τους ώμους, πιέζοντάς την να την δεχτεί. Ο αστυνομικός την έσπρωξε, οπότε οι διαδηλωτές άρχισαν να φωνάζουν. Έντρομη, η Φρειδερίκη το έβαλε στα πόδια, μαζί με την εικοσάχρονη Ειρήνη. Βρέθηκαν σε ένα αδιέξοδο. Χτύπησε στην τύχη το κουδούνι ενός σπιτιού. Μια γυναίκα της άνοιξε. «Είμαι η βασίλισσα της Ελλάδας και με κυνηγούν», της είπε. Η γυναίκα της παραχώρησε άσυλο. Μάνα και κόρη έμειναν εκεί, ώσπου διαπίστωσαν ότι κανένας δεν τις κυνηγούσε.

Το επεισόδιο πήρε διαστάσεις. Γράφτηκε ότι η Αμπατιέλου χαστούκισε την βασίλισσα και ο ελληνικός λαός πολύ το ευχαριστήθηκε. Η ίδια το διέψευσε αλλά, αργότερα, ο πρόεδρος της ΕΔΑ, Ι. Πασαλίδης, της είπε:

«Μη λες ότι δεν την χτύπησες. Ο λαός θέλει να ακούει ότι την χτύπησες».

Κυριακή, 21 Απρίλη του 1963, στην Αττική πραγματοποιήθηκε η πρώτη «Μαραθώνια Πορεία Ειρήνης», με πρωταγωνιστή τον συνεργαζόμενο με την ΕΔΑ, ανεξάρτητο βουλευτή Γρηγόρη Λαμπράκη. Η αστυνομία τον συνέλαβε. Τον άφησαν ελεύθερο λίγες ώρες αργότερα. Δευτέρα, 22 Απρίλη, βρισκόταν στο Λονδίνο. Μετέχοντας σε διαδηλώσεις που γίνονταν με αφορμή την εκεί παρουσία της Φρειδερίκης και με αίτημα την απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων, ο Λαμπράκης συνηγόρησε φορτικά στην βασίλισσα να δεχτεί σε ακρόαση την Μπέτι. Εκείνη αρνήθηκε κατηγορηματικά. Και, κατά τον γραμματέα του παλατιού, Γεράσιμο Τσιγάντε, αναφερόμενη στον βουλευτή, αναφώνησε:

«Δεν θα με απαλλάξει κανείς από αυτόν τον άνθρωπο;»484.

Η Φρειδερίκη τηλεφώνησε στον Καραμανλή και του ζήτησε να οργανωθεί λαϊκή υποδοχή, όταν θα επέστρεφε στην Αθήνα. Ο Καραμανλής αρνήθηκε και την προέτρεψε «να ξεχάσει το ζήτημα». Η Φρειδερίκη θύμωσε. Βγήκε και στην βρετανική τηλεόραση και καταφέρθηκε ενάντια στην Μπέτι. Αποτέλεσμα ήταν η ελληνική βασιλική οικογένεια να διασύρεται για πολλές βδομάδες στο εξωτερικό.

Στην Αθήνα, οι φιλοβασιλικές εφημερίδες ξεκίνησαν επίθεση κατά του Καραμανλή ότι άφησε ακάλυπτη την βασίλισσα. Οι σχέσεις του πρωθυπουργού με το παλάτι είχαν διαρραγεί οριστικά.

Η δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη

Από τον Μάρτη του 1963, γιορταζόταν η χιλιετία του Αγίου Όρους. Οι εκδηλώσεις είχαν προγραμματιστεί να κορυφωθούν 25 και 26 Μάη με την παρουσία του βασιλιά στο Άγιο Όρος. Όμως, 10 Μάη, ο Παύλος μπήκε στον Ευαγγελισμό για εγχείριση σκωληκοειδίτιδας. Η Φρειδερίκη ζήτησε από τον Καραμανλή να αναβληθούν, ώσπου να αναρρώσει ο βασιλιάς. Ο Καραμανλής απάντησε ότι αυτά δεν γίνονται. Η Φρειδερίκη ζήτησε να δοθεί στην βασιλική οικογένεια το κτίριο του κυβερνείου της Θεσσαλονίκης, κατά την εκεί παραμονή της, επειδή «οι βασιλείς δεν μπορούν να συναγελάζονται με κοινούς θνητούς». Ο πρωθυπουργός της είπε ότι αυτά είναι ξεπερασμένα.

Η χαριστική βολή δόθηκε στην Θεσσαλονίκη:

Ένα μήνα μετά τα επεισόδια στο Λονδίνο, 22 Μάη του 1963, ο Γρηγόρης Λαμπράκης δολοφονήθηκε. Είχε μόλις τελειώσει μια ομιλία του για την ειρήνη, στην Θεσσαλονίκη, όταν ένα τρίκυκλο έπεσε πάνω στο πλήθος που τον συνόδευε κι ένας που βρισκόταν στην καρότσα τον χτύπησε στο κεφάλι με λοστό. Ο τόπος ήταν γεμάτος χωροφύλακες αλλά κανένας τους δεν κινήθηκε. Ένας από τους συνοδούς του βουλευτή, ο Μανόλης Χατζηαποστόλου, πήδηξε στην καρότσα κι ακινητοποίησε τον δολοφόνο, ενώ το τρίκυκλο αναγκάστηκε να σταματήσει. Αποκαλύφθηκε ότι αυτός που οδηγούσε λεγόταν Σπύρος Γκοτζαμάνης και ήταν γνωστός άνθρωπος του υποκόσμου, ενώ ο άλλος με τον λοστό ήταν ο Μανόλης Εμμανουηλίδης, που είχε καταδικαστεί για βιασμό, παιδεραστία και κλοπές. Και οι δυο ήταν συνεργάτες της χωροφυλακής.

Ο Λαμπράκης μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ. Θορυβημένη η κυβέρνηση, ναύλωσε αεροπλάνο για την άμεση μεταφορά από την Αθήνα ειδικού νευροχειρούργου, που, όμως, δεν μπόρεσε να τον σώσει. Πέθανε τέσσερις μέρες αργότερα (26 Μάη).

Πρωί, 23 Μάη, ο Καραμανλής ακούστηκε να αναφωνεί:

«Μα, ποιος κυβερνά αυτόν τον τόπο;».

Κατά τον αρχηγό της χωροφυλακής, στρατηγό Γεώργιο Βαρδουλάκη:

«Ο Λαμπράκης σκοτώθηκε κατά λάθος. Είχε απλώς δοθεί η εντολή από την βασίλισσα Φρειδερίκη να τον στραπατσάρουν»485.

Ξέσπασε άγριος πολιτικός σάλος με την αντιπολίτευση και τις εφημερίδες να καταγγέλλουν οργανωμένη δολοφονία και την χωροφυλακή και την κυβέρνηση να μιλούν για τροχαίο! Η δημοσιογραφική έρευνα, κυρίως των Γιώργου Ρωμαίου της εφημερίδας «Το Βήμα», Γιάννη Βούλτεψη της «Αυγής» και Γιώργου Μπέρτσου της «Ελευθερίας», αποκάλυψε απίθανες παρακρατικές οργανώσεις, ενώ ο ανακριτής Χρήστος Σαρτζετάκης ξετύλιξε το νήμα της συνωμοσίας που έφτανε ως την κορυφή της χωροφυλακής. Ο τότε εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνος Κόλλιας, μάταια προσπάθησε να εμποδίσει τις αποκαλύψεις.

Η πτώση του Καραμανλή

Από καιρό είχε προγραμματιστεί για τον Ιούλιο του 1963 επίσημο ταξίδι της βασιλικής οικογένειας στο Λονδίνο. Σάββατο, 8 Ιουνίου, ο Καραμανλής επισκέφτηκε τον Παύλο και του ζήτησε να αναβάλει το ταξίδι, καθώς δεν το ευνοούσαν οι καιροί. Ο Παύλος αρνήθηκε. Δευτέρα, 10 Ιουνίου, ο Καραμανλής ξαναπήγε στο Τατόι, όπου βρισκόταν ο βασιλιάς. Αυτή την φορά, τον έπεισε. Το θέμα ήταν, ποια δικαιολογία θα πρόβαλλαν στην βασίλισσα Ελισάβετ, για να μην θεωρηθεί ότι, με την αναβολή, την προσέβαλλαν. Τρίτη, 11 Ιουνίου, ο Καραμανλής ξαναπήγε στο Τατόι, για να συμφωνήσουν στις λεπτομέρειες της αναβολής. Ο Παύλος του το ξέκοψε: Η τελική απόφασή του ήταν ότι, αυτός και η Φρειδερίκη, θα πήγαιναν στο Λονδίνο.

Ο Καραμανλής υπέβαλε την παραίτησή του. Κατέβηκε στην Αθήνα και συγκάλεσε υπουργικό συμβούλιο, για να αποφασιστεί η παραίτηση της κυβέρνησης. Έκπληκτοι κι αυτός και οι υπουργοί του άκουσαν στο ραδιόφωνο τον Παύλο να απευθύνει διάγγελμα στον ελληνικό λαό και να προκαταλαμβάνει την κυβέρνηση:

Ο Καραμανλής του ζήτησε να αναβάλει το ταξίδι, αυτός αρνήθηκε. Η αναβολή ωφελεί μόνο τους εχθρούς του ελληνικού λαού.

Οι συμπολιτευόμενες εφημερίδες δέχτηκαν τα νέα μουδιασμένες. Δυσκολεύονταν να επικρίνουν τον βασιλιά. Οι αντιπολιτευόμενες πανηγύρισαν:

«Με την κατάρρευσιν του σημερινού σχήματος δεν απομακρύνονται μόνον ορισμένα πρόσωπα εκ της αρχής. Καταρρέει ένα ολόκληρο καθεστώς, μια ολόκληρη κατάστασις πραγμάτων, μια ολόκληρη πολιτική», έγραψε «Το Βήμα». Και η «Ελευθερία» συμπλήρωσε:

«Η χώρα και το Στέμμα απηλλάγησαν χθες της θανασίμου περιπτύξεως του Κ. Καραμανλή. Η χθεσινή παύσις του ευνοουμένου αποτελεί αρχήν σοφίας και ελπίδος».

Αντί να προκηρύξει εκλογές, ο Παύλος διόρισε πρωθυπουργό τον απολογητή του θρόνου, Παναγιώτη Πιπινέλη (17 Ιουνίου του 1963). Την επόμενη μέρα (18 Ιουνίου), ο Καραμανλής έφυγε στην Ζυρίχη. Την διοίκηση της ΕΡΕ ανέλαβε τριμελής επιτροπή (Κ. Ροδόπουλος, Π. Κανελλόπουλος και Π. Παπαληγούρας). Στις 19, ορκίστηκε η νέα κυβέρνηση. Ο Παπανδρέου διαμαρτυρήθηκε ότι σε αυτήν μετείχαν άνθρωποι της ΕΡΕ. Αντικαταστάθηκαν τρεις υπουργοί αλλά η Ένωση Κέντρου αρνήθηκε ψήφο εμπιστοσύνης. Της την έδωσαν οι βουλευτές της ΕΡΕ.

Συναρχηγός της Ένωσης Κέντρου, ο Σοφοκλής Βενιζέλος είδε ευκαιρία να κάνει κυβέρνηση με τους «δικούς του» στο κόμμα και με στήριξη της ΕΡΕ. Το υπονόησε σε δηλώσεις του στην Κρήτη. Ο Παπανδρέου δήλωσε (16 Ιουλίου) ότι «η περαιτέρω συνεργασία με τον κ. Σοφοκλή Βενιζέλο έχει καταστεί αδύνατος». Μεσολάβησαν διάφοροι και η ρήξη αποφεύχθηκε.

Η επίσκεψη του Παύλου και της Φρειδερίκης στο Λονδίνο συνοδεύτηκε από βίαια επεισόδια ανάμεσα στους διαδηλωτές και την βρετανική αστυνομία που προχώρησε και σε συλλήψεις. Οι αγγλικές εφημερίδες έγραψαν ότι ανάλογα επεισόδια είχαν γίνει πάνω από έναν αιώνα νωρίτερα, όταν είχε επισκεφτεί το Λονδίνο (το 1850) ο σφαγέας των Ούγγρων στην ενάντια στην Αυστρία επανάσταση του 1849. Η Αμπατιέλου προσπάθησε να πλησιάσει το βασιλικό ζευγάρι, όταν επιχείρησαν να κάνουν βόλτα στον Τάμεση. Την συνέλαβαν και την κράτησαν για λίγες ώρες. Το ίδιο βράδυ, Παύλος και Φρειδερίκη πήγαν σε θέατρο για να δουν το έργο του Σαίξπηρ «Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας». Το βρετανικό υπουργείο Εξωτερικών είχε αγοράσει όλα τα εισιτήρια της βραδιάς και τα είχε μοιράσει σε έμπιστα πρόσωπα. Όμως, έξω από το θέατρο, πλήθος διαδηλωτών γιούχαρε και φώναζε «Ζιγκ Χάιλ» («Ζήτω η νίκη», χαιρετισμός των ναζί). Κι ένα τηλεφώνημα για βόμβα καθυστέρησε αρκετά την έναρξη της παράστασης.

Την επόμενη μέρα, 11 Ιουλίου, και με τη μεσολάβηση βουλευτή του Εργατικού κόμματος, ο πρωθυπουργός Πιπινέλης που συνόδευε τους βασιλιάδες, δέχτηκε να δει την Αμπατιέλου. Ο Πιπινέλης υποσχέθηκε ότι θα μεταφέρει στον βασιλιά τα αιτήματά της. Στην Αθήνα, κεντρώες εφημερίδες τον κατηγόρησαν για ενδοτικότητα.

Τον ίδιο μήνα, ο ανακριτής της υπόθεσης Λαμπράκη, Χρήστος Σαρτζετάκης, εντυπωσίασε το πανελλήνιο κατηγορώντας για «ηθική αυτουργία στην ανθρωποκτονία εκ προθέσεως» τον Εμμανουήλ Καπελώνη και τον Ξενοφώντα Γιοσμά. Ο πρώτος ήταν διοικητής αστυνομικού τμήματος και ο δεύτερος καταδικασμένος δοσίλογος (κοροϊδευτικά, τον αποκαλούσαν «φον Γιοσμά»).

Ήταν 14 Σεπτέμβρη του 1963, όταν «ομοφωνία ανακριτού (Σαρτζετάκη) και εισαγγελέως (Στυλιανού Μπούτη)» κρίθηκαν προφυλακιστέοι οι υποστράτηγος Κωνσταντίνος Μήτσου, επιθεωρητής χωροφυλακής Β. Ελλάδος, συνταγματάρχης Ευθύμιος Καμουτσής, αστυνομικός διευθυντής Θεσσαλονίκης, αντισυνταγματάρχης Μιχαήλ Διαμαντόπουλος, υποδιευθυντής του Καμουτσή, και ο μοίραρχος Τρύφωνας Παπατριανταφύλλου486. Ποτέ πριν δεν είχε συμβεί κάτι ανάλογο.

Παύλος και Φρειδερίκη τα είδαν όλα αυτά ως μήνυμα ότι έπρεπε να απεμπλακούν από την ΕΡΕ. Από τις αρχές του χρόνου, η Φρειδερίκη προσανατολιζόταν σε κυβέρνηση της ΕΡΕ με πρωθυπουργό τον Γεώργιο Ράλλη ή τον Σπύρο Θεοτόκη487. Αποφάσισαν ότι ώρα ήταν να στραφούν στην Ένωση Κέντρου. Στις 25 Σεπτέμβρη, ο βασιλιάς προέδρευσε σύσκεψης όλων των (πλην της ΕΔΑ) πολιτικών αρχηγών και ανακοίνωσε την πρόθεσή του να πάει την χώρα σε εκλογές. Η ΕΡΕ ζήτησε να κάνει τις εκλογές η κυβέρνηση Πιπινέλη. Η Ένωση Κέντρου να διοριστεί νέα υπηρεσιακή κυβέρνηση. Είχε προηγηθεί τεράστια συγκέντρωση οπαδών της Ένωσης Κέντρου στην πλατεία Κλαυθμώνος, όπου ο Παπανδρέου απαίτησε αντικατάσταση του Πιπινέλη, ενώ τα πλήθη βροντοφωνούσαν «Κάτω ο καγκελάριος».

Διορίστηκε πρωθυπουργός ο πρόεδρος του Αρείου Πάγου, Στυλιανός Μαυρομιχάλης, επικεφαλής καθαρά υπηρεσιακής κυβέρνησης (27 του μήνα). Οι εκλογές είχαν ήδη οριστεί για τις 3 Νοέμβρη 1963.

Θα τις κέρδιζε η Ένωση Κέντρου με σχετική πλειοψηφία.

Από την SIEMENS στην ΠΕΣΙΝΕ

Το πρώτο γνωστό θύμα της SIEMENS στην Ελλάδα ήταν ο Σπ. Μαρκεζίνης που εξαιτίας της ήρθε σε ρήξη με τον Αλέξανδρο Παπάγο. Το δεύτερο ήταν ο υφυπουργό Συγκοινωνιών (με υπουργό τον Καραμανλή), Κ. Παπακωνσταντίνου: Στα 1955, ο κρατικός ΟΤΕ είχε παραγγείλει στους Γερμανούς 50.000 αυτόματα τηλέφωνα. Ο Παπάγος έλαβε επιστολή από τον εκπρόσωπο της εταιρείας (Βουλπιώτη) ότι, μέσω μεσάζοντα, ο Παπακωνσταντίνου του ζητούσε 100.000 δολάρια για να υπογράψει την πληρωμή των συσκευών. Κι ότι ο ίδιος είχε δώσει στον υφυπουργό προκαταβολή 5.000. Από τις δίκες που ακολούθησαν, φάνηκε ότι ανάμεσα στον εκπρόσωπο και τον υφυπουργό είχε προκύψει μεγάλη διαφωνία. Ο πρώτος ζητούσε να οριστεί σύμβουλος του ΟΤΕ για μια δεκαετία με συνολική αμοιβή ένα εκατομμύριο δολάρια. Ο δεύτερος αντιπρότεινε πενταετία με αμοιβή 240.000 δολάρια. Ο εκπρόσωπος καταδικάστηκε σε φυλάκιση δώδεκα μηνών. Έμεινε στην φυλακή εννέα μήνες.

Βουλευτής της ΕΡΕ και διευθυντής του τότε ιδιωτικού νοσοκομείου «Σισμανόγλειο», ο Σάββας Παπαεμμανουήλ καταγγέλθηκε (το 1956) για μεγάλο φαγοπότι. Το έσκασε στο Παρίσι, απ' όπου έστειλε επιστολή, διακηρύσσοντας ότι είναι αθώος. Έκανε το λάθος να επιστρέψει στην Αθήνα, Απρίλη του 1957. Τον συνέλαβαν και τον δίκασαν για υπεξαίρεση 1.290.000 δρχ. Σεπτέμβρη του 1958 έγινε η δίκη του με αποκαλύψεις για υπερτιμολογήσεις, υπεξαιρέσεις και παροχή αλλοιωμένων τροφίμων στο προσωπικό. Απολογήθηκε ότι όλες οι κατηγορίες σε βάρος του αποσκοπούσαν στην κρατικοποίηση του νοσοκομείου. Καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια και τέσσερις μήνες φυλάκιση. Πέθανε στο κελί του (1959).

Ήταν 11 Απρίλη του 1957, όταν ο Οικοδομικός Συνεταιρισμός Υπαλλήλων Εθνικής Τραπέζης αγόρασε 11.000 πήχεις (περίπου 17 στρέμματα) στην Φιλοθέη, προς 36 δρχ. τον πήχη, ενώ οι τιμές στην περιοχή κυμαίνονταν γύρω στις 200 δρχ. Τα οικόπεδα που διαμορφώθηκαν εκεί κληρώνονταν, ένα για κάθε τυχερό υπάλληλο. Ο Καραμανλής δεν ήταν μέλος του συνεταιρισμού. Βρέθηκε, όμως, με έξι οικόπεδα (κι άλλα δυο η Αλίκη Καραμανλή, μητέρα του Κώστα Καραμανλή, πρωθυπουργού από το 2004 μέχρι το 2009). Οι περί τον Καραμανλή δικαιολόγησαν την περίπτωση, μιλώντας για «βραχώδη οικόπεδα». Τα οποία, όμως, μπήκαν στο «σχέδιο πόλεως» και απέκτησαν τεράστια αξία488.

Εκείνα τα χρόνια, ο μπακαλιάρος αποτελούσε βασική τροφή των Ελλήνων. Η κυβέρνηση της ΕΡΕ πέρασε νόμο ότι η πώλησή του έμπαινε σε καθεστώς μονοπωλίου. Με το μονοπώλιο να ανήκει στον Αχιλλέα Καραμανλή, αδελφό του πρωθυπουργού.

Για την προσέλκυση επενδύσεων, η κυβέρνηση Καραμανλή υπέγραψε σύμβαση με την γαλλική «Πεσινέ» (Pechiney, την «Αλουμίνιο της Ελλάδος»). Της παραχωρούσε το προνόμιο να πληρώνει στην ΔΕΗ επτά δρχ. την κιλοβατώρα, τιμή πολύ κάτω από το κόστος παραγωγής του ηλεκτρικού ρεύματος (οι αγρότες πλήρωναν 14 δρχ. την κιλοβατώρα και οι οικιακοί καταναλωτές 22). Η εταιρεία λειτούργησε το 1964, ενώ αποκαλύφθηκε προσφορά από την Βιοχάλκο, με πιο συμφέροντες όρους, που είχε παγώσει.

Στις 30 Νοέμβρη του 1960, παραιτήθηκε ο υφυπουργός Οικισμού, Εμμανουήλ Κεφαλογιάννης. Νωρίτερα, είχε κατηγορηθεί ότι είχε αναμιχθεί σε καλλιέργειες χασίς και παράνομες ρουλέτες.

Ήταν 17 Ιουνίου του 1961, όταν, με μεγάλη λαμπρότητα και παρουσία του Καραμανλή, εγκαινιάστηκε το «Μον Παρνές». Αποτελούσε όραμα του πρωθυπουργού με σκοπό να εξελιχθεί σε ναυαρχίδα των τουριστικών υποδομών της χώρας. Η κατασκευή του είχε προϋπολογιστεί ότι θα κόστιζε 35 με 40 εκατομμύρια δρχ. Κόστισε 150. Με εργολάβο τον Αριστείδη Αλαφούζο. Προσλήφθηκε «σπουδαίος» Γάλλος σεφ που αποδείχτηκε ότι απλά «έβαζε τη σάλτσα στα φαγητά». Υποτίθεται ότι θα φιλοξενούσε τρεις χιλιάδες πελάτες το καλοκαίρι και 1.500 τον χειμώνα. Προσέλκυσε τέσσερις. Αποφασίστηκε να λειτουργεί μόνο τα καλοκαίρια. Το επισκέπτονταν νεόπλουτοι αλλά και πάλι οι πελάτες ήταν πολύ λιγότεροι από το προσωπικό. Η χούντα θα το μετέτρεπε σε καζίνο (1971).

Στα 1960, η πολιτική ζωή της χώρας κλυδωνιζόταν από τις αλλεπάλληλες καταγγελίες για μικρά και μεγάλα σκάνδαλα. Ο υπουργός Προεδρίας, Κωνσταντίνος Τσάτσος, πρότεινε στον Καραμανλή την καθιέρωση του «Πόθεν έσχες» των πολιτικών, ώστε να ηρεμήσει η κατάσταση. Αναγγέλθηκε η νομοθέτησή του αλλά ξεσήκωσε τόσες αντιδράσεις στο εσωτερικό της ΕΡΕ, ώστε πάγωσε η όλη διαδικασία. Θα γινόταν νόμος του κράτους από την κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου, το 1964.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

459. Ως το φθινόπωρο του 1955, όταν η Ελλάδα αποχώρησε από την Κορέα, είχαν σκοτωθεί 186 και είχαν τραυματιστεί 566 Έλληνες.

460. Ο ΙΔΕΑ (Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών) υπήρξε μυστική οργάνωση που ίδρυσαν δεξιοί φιλομοναρχικοί αξιωματικοί για την αντιμετώπιση «τυχόν επαπειλουμένου κομμουνιστικού κινδύνου», με πρόθεση την επιβολή δικτατορίας. Η οργάνωση ουσιαστικά ήταν το θερμοκήπιο, στο οποίο ανδρώθηκαν οι πραξικοπηματίες της 21ης Απρίλη του 1967.

461. Δημήτρης Παπαδιαμάντης, στην εφημερίδα «Καθημερινή» (17.2.2013).

462. Η επόμενη κυβέρνηση (του Νικόλαου Πλαστήρα) αμνήστευσε τους αξιωματικούς που μετείχαν στο κίνημα (Γενάρης του 1952), ενώ ο Παπάγος, όταν έγινε πρωθυπουργός, τους επανέφερε με τον βαθμό τους σε θέσεις κλειδιά στο στράτευμα και αποστράτευσε όλους τους αντίπαλους του ΙΔΕΑ.

463. Ο Σκαρμαλιωράκης ήταν εξ απορρήτων του Γεώργιου Παπαδόπουλου και ανήκε στον κλειστό κύκλο των συνωμοτών που προχώρησαν στο πραξικόπημα της 21ης Απρίλη 1967.

464. Σωτήρης Ριζάς, «Η κρίση στις σχέσεις Παπάγου Μαρκεζίνη», kathimerini.gr (15.9.2013).

465. Το Κυπριακό συζητήθηκε στον ΟΗΕ, 16 Αυγούστου του 1954. Οι δυτικές χώρες αντέδρασαν και, μετά από παρελκύσεις τεσσάρων μηνών, το θέμα παραμερίστηκε. Ήταν Δεκέμβρης του 1954. Στην Κύπρο, κατάλαβαν πως ο ΟΗΕ ήταν ένας στίβος συμβιβασμών και αμοιβαίων υποχωρήσεων. Την 1η Απρίλη του 1955, ξεκίνησε ο επαναστατικός αγώνας της ΕΟΚΑ.

466. Ο Νικόλαος Πλαστήρας πέθανε, τελικά, τον Ιούλιο του 1953. Η ΕΠΕΚ διασπάστηκε και οι βουλευτές που παρέμειναν στο κόμμα εξέλεξαν Διοικούσα Επιτροπή με πρόεδρο τον Σάββα Παπαπολίτη.

467. «Αύρες» ονόμαζαν οι Αθηναίοι τα μηχανοκίνητα που εκτόξευαν δακρυγόνα ενάντια στους όποιους διαδηλωτές.

468. ΤΕΑ ήταν τα «Τάγματα Εθνοφυλακής Αμύνης» που, από το 1948, δρούσαν κυρίως στην ύπαιθρο. Επανδρώνονταν από ακροδεξιούς και πρώην δοσίλογους, που αρέσκονταν να υποστηρίζουν ότι ανήκαν στα «Τάγματα Ελλήνων Ακριτών», δήθεν φρουροί των συνόρων, στην πράξη παρακρατικοί που τρομοκρατούσαν χωριά και κωμοπόλεις. Καταργήθηκαν το 1982 από την πρώτη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ.

469. Η ΕΚΟΦ (Εθνική Κοινωνική Οργάνωση Φοιτητών) ήταν παρακρατική οργάνωση, την οποία χρηματοδοτούσε η ΚΥΠ (Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών) και δρούσε στους χώρους των πανεπιστημίων.

470. Από τις αρχές του 1957, η Φιλελεύθερη Δημοκρατική Ένωση του Σ. Βενιζέλου και το Κόμμα Φιλελευθέρων του Γεώργιου Παπανδρέου είχαν συγχωνευτεί σε ενιαίο κόμμα με κοινή αρχηγία.

471. Η πρόδρομος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ΕΟΚ (Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα) ή «Ευρώπη των Έξι» (Δ. Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Βέλγιο, Ολλανδία και Λουξεμβούργο) ιδρύθηκε με τη Συμφωνία της Ρώμης, 25 Μάρτη του 1957.

472. Ιδρύθηκε νέο κράτος με μορφή Προεδρικής Δημοκρατίας και με τις Βρετανία, Ελλάδα, Τουρκία εγγυήτριες δυνάμεις που απέκλειαν οποιαδήποτε μελλοντική ένωση ή διχοτόμηση του νησιού. Η Βρετανία διατηρούσε δυο βάσεις μαζί με τα παρελκόμενά τους για την υπεράσπιση των στρατηγικών συμφερόντων της στην περιοχή. Η Ελλάδα εγκαθιστούσε την ΕΛΛ.ΔΥ.Κ. (Ελληνική Δύναμη Κύπρου) και η Τουρκία την ΤΟΥΡ.ΔΥ.Κ. Θα λειτουργούσαν χωριστές κοινότητες Ελληνοκυπρίων (80% του πληθυσμού) και Τουρκοκυπρίων (18%) με χωριστή εκπροσώπηση στη Βουλή (70 προς 30), στην αστυνομία και στον στρατό (60 προς 40), με πρόεδρο από την ελληνοκυπριακή πλευρά και αντιπρόεδρο από την τουρκοκυπριακή.

473. «Εδουαρδιανή εποχή» είναι αυτή του βασιλιά Εδουάρδου Ζ', που βασίλεψε στην Βρετανία μετά τον θάνατο της Βικτορίας, το 1901.

474. Ο νόμος 4.000 του 1958 καταργήθηκε το 1982 από την κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου.

475. Μέλη της επιτροπής ορίστηκαν οι Γ. Αθανασιάδης - Νόβας, Π. Κατσώτας, Σ. Κωστόπουλος, Α. Μπαλτατζής, Σ. Παπαπολίτης, Σ. Στεφανόπουλος και Η. Τσιριμώκος.

476. Αντικομουνιστής αλλά και αντιφασίστας, ο Θρασύβουλος Τσακαλώτος ήταν διοικητής των Ριμινιτών στα Δεκεμβριανά (βλ. και κεφ. 31, «με βήμα ταχύ προς τη ρήξη»).

477. Το σχέδιο καταγγέλθηκε στην Βουλή από τον, πια πρωθυπουργό, Γεώργιο Παπανδρέου (23 Φλεβάρη του 1965) με παράλληλη δημοσίευση των πρακτικών της σύσκεψης. Ο Καραμανλής ομολόγησε την ύπαρξη του «σχεδίου Περικλής». Το δικαιολόγησε λέγοντας ότι δεν προοριζόταν για την αντιμετώπιση εκλογών αλλά για να εφαρμοστεί σε περίπτωση εξωτερικού κινδύνου.

478. «Τοιούτος» για τους καθώς πρέπει αστούς ήταν η λέξη για τον προσδιορισμό κάποιου ότι είναι γκέι.

479. Ως υπουργός Παιδείας της κυβέρνησης των αποστατών, ο Στέλιος Αλαμανής (ένας από τους τρεις που έκαναν την επερώτηση ενάντια στον αρχιεπίσκοπο) έχρισε (το 1966) τον Ιάκωβο «μακαριώτατο πρόεδρο της Αττικής, πρώην αρχιεπίσκοπο Αθηνών».

480. Μέχρι το 1975, η Ισπανία βρισκόταν κάτω από το δικτατορικό καθεστώς του Φράνκο.

481. Κατά τους Βρετανούς, το ποσό που, τελικά, βγήκε από την χώρα, ήταν ανάμεσα στα τριάντα και εξήντα εκατομμύρια δρχ.

482. Έκθεση του πρεσβευτή προς τον υπουργό των Εξωτερικών της Αμερικής, Ντιν Ρασκ, 15 Απρίλη του 1963.

483. Ο Αντ. Αμπατιέλος αποφυλακίστηκε την επόμενη χρονιά (1964), από την κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου.

484. Εφημερίδα «Το Βήμα», 4 Ιουνίου 1976.

485. Σπύρου Λιναρδάτου, «Από τον εμφύλιο στην χούντα».

486. Η δίκη έγινε το 1966, όταν κυβερνούσαν οι αποστάτες. Αθωώθηκαν όλοι, εκτός από τους φυσικούς αυτουργούς, Γκοτζαμάνη και Εμμανουηλίδη. Η χούντα τους αμνήστευσε.

487. Έγγραφα των ΗΠΑ αναφέρουν συνάντηση της Φρειδερίκης με τον σταθμάρχη της CIA, Λοκ Κάμπελ (31 Γενάρη του 1963), στον οποίο είχε εκφράσει αυτήν την θέση (για Ράλλη ή Θεοτόκη) αλλά και την πιθανότητα βασιλικού πραξικοπήματος, αν χρειαζόταν, για να σωθεί η μοναρχία.

488. Στα βραχώδη οικόπεδα έχει ανεγερθεί και το «Ίδρυμα Κωνσταντίνου Καραμανλή».

(τελευταία επεξεργασία, 9 Δεκεμβρίου 2020)

Επικοινωνήστε μαζί μας