Κεφ. 33 ΑΘΗΝΑ: Η «χαμένη άνοιξη»

Η Ένωση Κέντρου στην κυβέρνηση

Η είδηση ότι πρωθυπουργός υπηρεσιακής κυβέρνησης διορίστηκε ο Στ. Μαυρομιχάλης (27 Σεπτέμβρη του 1963) έκανε τον Κωνσταντίνο Καραμανλή να πάρει το πρώτο αεροπλάνο από το Παρίσι, όπου βρισκόταν, και να επιστρέψει στην Αθήνα (28 του μήνα). Οι εκλογές έγιναν (3 Νοέμβρη) μέσα σε κλίμα πόλωσης, ενώ Αμερικανοί και ΕΡΕ πίστευαν ότι ο Καραμανλής, γι' άλλη μια φορά, θα επικρατούσε. Λάθεψαν. Η Ένωση Κέντρου βγήκε πρώτο κόμμα (42,04% και 138 βουλευτές), με δεύτερη την ΕΡΕ (39,37% και 132 βουλευτές) και τρίτη την ΕΔΑ (14,34% και 28 βουλευτές).

Η κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου ορκίστηκε 11 Νοέμβρη. Αμέσως, προχώρησε σε ρύθμιση των αγροτικών χρεών, πλαγιοκοπώντας έτσι την ΕΡΕ, της οποίας εκλογική πελατεία αποτελούσαν οι αγρότες, και αποφυλάκισε τους πιο πολλούς πολιτικούς κρατούμενους. Ο Γ. Παπανδρέου κράτησε και το χαρτοφυλάκιο του υπουργείου Παιδείας και καθιέρωσε την «δωρεάν Παιδεία». Με υφυπουργό τον Λουκή Ακρίτα και γραμματέα του υπουργείου τον Ευάγγελο Παπανούτσο, ξεκίνησε μεγάλη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση.

Ο Καραμανλής αποφάσισε ότι το παιχνίδι είχε χαθεί γι' αυτόν, καθώς διαπίστωσε ότι οι θέσεις του δεν εύρισκαν απήχηση ούτε στο ίδιο του το κόμμα. Εγκατέλειψε την πολιτική. Ήταν 9 Δεκέμβρη (του 1963), όταν έφυγε στο Παρίσι489. Με υπόδειξή του, νέος αρχηγός της ΕΡΕ εκλέχτηκε ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος.

Με τις ψήφους των 28 βουλευτών της ΕΔΑ και δυο βουλευτών της ΕΡΕ που προστέθηκαν στους 138 της Ένωσης Κέντρου, η κυβέρνηση πήρε ψήφο εμπιστοσύνης (ξημερώματα 24 Δεκέμβρη του 1963). Όμως, του λοιπού, ο Γεώργιος Παπανδρέου έπρεπε να στηριχτεί στην ανοχή της ΕΡΕ ή στις ψήφους της Αριστεράς. Θεώρησε πως το πρώτο θα ήταν αιχμαλωσία, ενώ το δεύτερο θα δικαίωνε αυτούς που μιλούσαν για λαϊκό μέτωπο. Μεσημέρι της ίδιας μέρας, ανακοίνωσε την παραίτησή του. Πρότεινε διάλυση της Βουλής και προκήρυξη νέων εκλογών. Η δυσαρέσκεια στο περιβάλλον των ανακτόρων αφέθηκε να εκδηλωθεί. Αντί για διάλυση της Βουλής, ο βασιλιάς ανάθεσε διερευνητική εντολή στον Παναγιώτη Κανελλόπουλο. Πολλοί φοβήθηκαν, μήπως συμμαχήσει μαζί του ο Σοφοκλής Βενιζέλος. Ο αρχηγός της ΕΡΕ, όμως, δεν μπόρεσε να βρει «αποστάτες» και κατέθεσε την εντολή. Ήταν 30 Δεκέμβρη του 1963, όταν ο Παύλος αναγκάστηκε να διαλύσει την Βουλή. Υπηρεσιακό πρωθυπουργό διόρισε τον υποδιοικητή της Εθνικής Τράπεζας, Ιωάννη Παρασκευόπουλο. Οι εκλογές ορίστηκαν για τις 16 Φλεβάρη (του 1964).

Επτά Φλεβάρη, στο πλοίο «Ελλάς» που τον μετέφερε από τα Χανιά στην Σύρο, πέθανε ο Σοφοκλής Βενιζέλος. Η είδηση του θανάτου του προκάλεσε ευφορία στις τάξεις των οπαδών της Ένωσης Κέντρου: Εξέλειπε μια μόνιμη πηγή διάσπασης του κόμματος. Προκάλεσε και βαθιά ανησυχία στους κύκλους της Δεξιάς και των ανακτόρων, καθώς ο Γ. Παπανδρέου έμενε μόνος κυρίαρχος του παιχνιδιού, ενώ ήδη ανέτελλε το άστρο του οικονομολόγου γιου του, Ανδρέα Παπανδρέου.

Το αποτέλεσμα των εκλογών ήταν θρίαμβος για την Ένωση Κέντρου: Ποσοστό 52,72% και 171 βουλευτές. Ο συνασπισμός ΕΡΕ και «Προοδευτικών» του Σπ. Μαρκεζίνη έμεινε στο 35,26% και ανέδειξε 107 βουλευτές. Η ΕΔΑ (δεν κατέβασε υποψήφιους σε 24 περιφέρειες) συγκέντρωσε 11,80% κι έβγαλε 22 βουλευτές.

Ήταν 18 Φλεβάρη του 1964, όταν ο Γ. Παπανδρέου πήγε στο Τατόι για να πάρει από τον βασιλιά την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Είδε έναν Παύλο που με δυσκολία στεκόταν όρθιος. Η εικόνα του βασιλιά ήταν χειρότερη την επόμενη μέρα (19 Φλεβάρη), όταν ο ίδιος και οι υπουργοί του πήγαν στο Τατόι για την ορκωμοσία της κυβέρνησης. Ο Παύλος στηριζόταν σε ένα έπιπλο για να μην πέσει κι έμεινε ελάχιστα στην αίθουσα υποδοχής, όπου γινόταν η τελετή. Πέθανε 16 μέρες αργότερα (6 Μάρτη του 1964). Στον θρόνο ανέβηκε ο 24χρονος Κωνσταντίνος, «άγνωστη ποσότητα υπό την ανεξέλεγκτη επιρροή της μητέρας του» Φρειδερίκης, κατά τον Ανδρέα Παπανδρέου.

Τα «μέτωπα» της κυβέρνησης

Ως πρωθυπουργός, ο Γεώργιος Παπανδρέου είχε να αντιμετωπίσει πολλά μέτωπα, με τα τρία από αυτά να είναι εσωκομματικά: Ήταν η αντιπαλότητα ανάμεσα στην προοδευτική και την συντηρητική πτέρυγα της Ένωσης Κέντρου, η έντονη διαμάχη ανάμεσα στον γιο του, Ανδρέα, και τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και οι προσωπικές φιλοδοξίες των στελεχών του κόμματος. Πέρα από αυτές, η κυβέρνηση είχε να αντιμετωπίσει την φανερή συμμαχία των κομμάτων της Δεξιάς με τα ανάκτορα και τη συνεχή υπονόμευσή της από τους ανθρώπους του παλατιού που δρούσαν στο εσωτερικό της ως «5η φάλαγγα».

Το πρώτο μούδιασμα των ψηφοφόρων της Ένωσης Κέντρου προήλθε από τη σύνθεση της κυβέρνησης. Με εξαίρεση τον Ανδρέα Παπανδρέου που ορίστηκε «υπουργός παρά την προεδρία της κυβερνήσεως», έλειπαν όσοι αποτελούσαν την προοδευτική πτέρυγα του κόμματος. Και υπουργός Εθνικής Άμυνας τοποθετήθηκε ο «άνθρωπος του παλατιού» Πέτρος Γαρουφαλιάς. Γινόταν φανερό ότι ο Γεώργιος Παπανδρέου προσπαθούσε να ρίξει γέφυρες προς τα ανάκτορα. Το μούδιασμα μετατράπηκε σε ανταρσία, όταν ο πρωθυπουργός όρισε υποψήφιο για την προεδρία της Βουλής τον επίσης «άνθρωπο του παλατιού» Γεώργιο Αθανασιάδη Νόβα. Στην πρώτη ψηφοφορία (19 Μάρτη του 1964), 33 βουλευτές της Ένωσης Κέντρου τον καταψήφισαν (στην δεύτερη, τον ψήφισαν όλοι). Ο Παπανδρέου προχώρησε στην διαγραφή του Σάββα Παπαπολίτη και του Ηλία Τσιριμώκου, κατηγορώντας τους ως υποκινητές. Θα τους ξαναδεχόταν πίσω, σύντομα.

Είχαν προηγηθεί ένας νόμος και μια απόφαση που ικανοποιούσαν το λαϊκό συναίσθημα: Η κυβέρνηση καθιέρωσε το «πόθεν έσχες» των βουλευτών (29 Φλεβάρη) και ο Ανδρέας Παπανδρέου, ως αρμόδιος υπουργός, απαγόρευσε την από το κρατικό ραδιόφωνο αναμετάδοση των εκπομπών της «Φωνής της Αμερικής» και την επισκόπηση του αγγλικού Τύπου (1 Μάρτη). Την αφορμή έδωσαν φιλοτουρκικά σχόλια για το Κυπριακό. Τρεις μέρες αργότερα, ανακοινώθηκε ότι αναβλήθηκε η επίσκεψη του 6ου (αμερικανικού) στόλου στην Ελλάδα.

Ήταν Μεγάλη Δευτέρα, 27 Απρίλη του 1964, όταν κατατέθηκε το νομοσχέδιο «περί καταργήσεως των εκτάκτων μέτρων». Την επομένη, Μεγάλη Τρίτη, αποφυλακίστηκαν 445 φυλακισμένοι (δοσίλογοι οι 32), ώστε να προλάβουν «να κάνουν Πάσχα» με τους δικούς τους. Ανάμεσά τους και ο Αντώνης Αμπατιέλος. Θα ακολουθούσε (6 Νοέμβρη) η κατάργηση του μέτρου της εξορίας και της ύπαρξης των πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων.

Όμως, στο εσωτερικό της κυβέρνησης είχε ξεσπάσει πόλεμος ανάμεσα στον Ανδρέα Παπανδρέου και τον υπουργό Οικονομικών, Κωνσταντίνο Μητσοτάκη. Καθένας τους αντιμετώπιζε εντελώς διαφορετικά τα ζητήματα της οικονομίας, με τον υπουργό Συντονισμού, Γεώργιο Μαύρο, να συνθλίβεται, μη ξέροντας με ποιον από τους δυο να συνταχθεί. Προτίμησε να παραιτηθεί (4 Ιουνίου). Ο πρωθυπουργός διόρισε στην θέση του τον Στέφανο Στεφανόπουλο, με τον γιο του, Ανδρέα, αναπληρωτή υπουργό Συντονισμού. Η διαμάχη έγινε ακόμα πιο έντονη.

Νοέμβρη (του 1964), οι δυο τους τσακώθηκαν άγρια στο συμβούλιο οικονομικής πολιτικής με τον Μητσοτάκη να αναφωνεί: «Δεν είμαι κλητήρας ή καθαρίστρια». Λίγες μέρες αργότερα, η υπερδεξιά εφημερίδα «Ημέρα» κατάγγειλε ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου ανέθεσε μελέτες δημοσίων έργων στο αρχιτεκτονικό γραφείο του φίλου του, Γ. Σκιαδαρέση, χωρίς διαγωνισμό. Ο Ανδρέας Παπανδρέου παραιτήθηκε από υπουργός (19 του μήνα), ενώ το υπουργικό συμβούλιο εξέδωσε υπέρ του ψήφισμα συμπαράστασης. Δυο μέρες αργότερα (21 Νοέμβρη), ο Ανδρέας Παπανδρέου βρέθηκε στην Κύπρο, όπου του έγινε αποθεωτική υποδοχή. Σε δηλώσεις του, τάχθηκε υπέρ μιας «αδέσμευτης και αποστρατικοποιημένης Κύπρου». Για τις δηλώσεις αυτές, ο πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Αθήνα διαμαρτυρήθηκε στον πρωθυπουργό.

Στα πλαίσια της προσπάθειας για την εθνική συμφιλίωση, αποφασίστηκε να εορταστεί στον Γοργοπόταμο η επέτειος της ανατίναξης της γέφυρας (25 Νοέμβρη του 1942) από τον ΕΛΑΣ και τον ΕΔΕΣ. Οι εκδηλώσεις κατέληξαν σε τραγωδία, καθώς, από έκρηξη βόμβας, 13 άτομα σκοτώθηκαν κι άλλα 51 τραυματίστηκαν. Το πόρισμα των ανακρίσεων μιλούσε για παλιά βόμβα, ενώ η ΕΔΑ για συνωμοσία της Δεξιάς.

Μεσολάβησε ο γάμος του βασιλιά με την Άννα Μαρία της Δανίας (18 Σεπτέμβρη του 1964), που εξελίχθηκε σε ευχάριστο θέαμα για τα πλήθη λαού, τα οποία κάλυπταν την διαδρομή του ζευγαριού. Προσφορά της κυβέρνησης στην δημοφιλία των μελλονύμφων υπήρξε το σβήσιμο όλων των μέχρι 2.000 δρχ. προστίμων και η αποφυλάκιση (με αναστολή) όλων των μέχρι ένα χρόνο καταδικασμένων. Ευεργετήθηκαν έτσι 885 έγκλειστοι. Και τρεις «λαϊκές δεξιώσεις» δόθηκαν στο Τατόι, για να τονιστεί η απλότητά τους. Προσκλήθηκαν σ' αυτές εκπρόσωποι από διάφορα επαγγέλματα.

Όμως, τη μέρα του γάμου, η εφημερίδα «Ελευθερία» κυκλοφόρησε με κύριο άρθρο, στο οποίο τονιζόταν ότι μόνη λαοφιλής βασίλισσα στην Ελλάδα είχε υπάρξει η Όλγα (σύζυγος του Γεωργίου Α'), «επειδή εκρατήθη μακράν της πολιτικής. Η Βασίλισσα ούτε κυβερνά, ούτε διοικεί». Στο άρθρο υπήρχαν έμμεσες βολές ενάντια στην Φρειδερίκη, η οποία «μπορεί να αγάπησε πολύ την Ελλάδα, αλλά αντί να "ακτινοβολεί" την αγάπη της, προσπάθησε να την επιβάλει».

Οι «Λαμπράκισσες» και οι «μαύρες κάλτσες»

Η μάχη προοδευτικών και συντηρητικών μέσα στο κόμμα της Ένωσης Κέντρου συνεχίστηκε με αμείωτη ένταση: Ήταν 3 Δεκέμβρη του 1964, όταν, η ψηφοφορία για την εκλογή αντιπρόεδρου της Βουλής, με τις ψήφους και βουλευτών της κυβερνητικής παράταξης, ανέδειξε νικητή τον προταθέντα από την ΕΔΑ υποψήφιο.

Η απάντηση της δεξιάς πτέρυγας ήρθε πέντε μέρες αργότερα (8 Δεκέμβρη), όταν διέρρευσαν στις εφημερίδες εκθέσεις των μυστικών υπηρεσιών που μιλούσαν για κομμουνιστικό κίνδυνο: Ένα χρόνο νωρίτερα (Ιούνιο του 1963) είχε δημιουργηθεί η Νεολαία Λαμπράκη. Σεπτέμβρη του 1964, η κομματική νεολαία της ΕΔΑ (Ν. ΕΔΑ) συγχωνεύτηκε με την Νεολαία Λαμπράκη, δημιουργώντας της «Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη», με πρόεδρό της τον, 38χρονο τότε, μουσικοσυνθέτη Μίκη Θεοδωράκη. Οι εκθέσεις ανέφεραν ότι οι «Λαμπράκηδες» αριθμούσαν ήδη τα 28.000 μέλη και ότι η ΕΔΑ διέθετε 3.500 οργανώσεις. Κι ακόμα, ότι υπήρχε μεγάλη κομμουνιστική διείσδυση στον στρατό και στα σώματα ασφαλείας. Τις επόμενες μέρες, η φιλολογία γύρω από τη Νεολαία Λαμπράκη ξέφυγε. Δημοσιεύτηκαν «πληροφορίες» ότι η ΕΔΑ χρησιμοποιούσε όμορφα κορίτσια για να προσελκύσει νεαρούς στην οργάνωση, ότι τα κορίτσια αυτά αναγνωρίζονταν από τα «μακριές μαύρες κάλτσες (με καλτσοδέτες)» που φορούσαν κ.λπ. Στο παιχνίδι μπήκε και ο αρχηγός της ΕΡΕ, Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο οποίος, σε κάποιον λόγο του, είχε πει: «Οι Λαμπράκισσες φορούν μαύρες κάλτσες και παρασέρνουν με τα ερωτικά τους τερτίπια τους αξιωματικούς του Ελληνικού Στρατού για να τους προσηλυτίσουν». Το όλο θέμα οδήγησε στην περιώνυμη «εγκύκλιο 1010» του 1965, με την οποία ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου, ως υπουργός Παιδείας, απαγόρευσε την δραστηριότητα της Νεολαίας Λαμπράκη στα σχολεία, με την απειλή της αποβολής των Λαμπράκηδων από αυτά.

Όχημα εκτροπής ο ΑΣΠΙΔΑ

Η επιρροή του Ανδρέα Παπανδρέου μέσα στο κόμμα αυξανόταν όλο και περισσότερο, παρ' όλο που ο ίδιος βρισκόταν έξω από την κυβέρνηση. Ήταν κάτι που ενοχλούσε τους επίδοξους διαδόχους του πρωθυπουργού. Με την είσοδο του 1965, μια ομάδα 16 βουλευτών με αρχηγό τον Σάββα Παπαπολίτη κατέθεσε δήλωση ανεξαρτησίας. Ο πρωθυπουργός ζήτησε «αρραγές μέτωπο» και προχώρησε στην υπουργοποίηση κάποιων από τους αποσχισθέντες (6 Γενάρη του 1965). Επέστρεψαν όλοι.

Ήταν 29 Απρίλη του 1965, όταν ο πρωθυπουργός προχώρησε σε μικρό ανασχηματισμό και ξαναέκανε αναπληρωτή υπουργό Συντονισμού τον γιο του, Ανδρέα. Ο εσωκομματικός πόλεμος ξαναφούντωσε. Σ' αυτόν, ήρθε να προστεθεί και η συνωμοτική δράση του παλατιού:

Παρ' όλες τις κυβερνητικές παραχωρήσεις προς τα ανάκτορα, οι παρεμβάσεις στα πολιτικά δρώμενα υπήρξαν αφόρητες. Είχαν αρχίσει με έναν καβγά γύρω από το αν η Φρειδερίκη θα ονομαζόταν στο εξής βασιλομήτωρ (μητέρα του βασιλιά) ή βασίλισσα μήτηρ (βασίλισσα μητέρα). Συνεχίστηκαν με το αν ο στρατός ανήκε στον βασιλιά ή στο κράτος: 19 Σεπτέμβρη του 1964, με διάταγμα του υπουργού Εθνικής Άμυνας και κρυφά από τον πρωθυπουργό, ο ελληνικός στρατός μετονομάστηκε σε «Ελληνικό Βασιλικό Στρατό»! Το διάταγμα ανακλήθηκε 48 ώρες αργότερα. Οι παλατιανές παρεμβάσεις κορυφώθηκαν, όταν ο βασιλιάς αποφάσισε ότι ο υπουργός Εθνικής Άμυνας δεν μπορούσε να αντικατασταθεί από τον πρωθυπουργό:

Από το καλοκαίρι του 1964, τέσσερις λοχαγοί (Άρις Μπουλούκος, Θεοφάνης Τόμπρας, Ιωάννης Θεοδοσίου και Νικόλαος Βορβολάκος) είχαν ιδρύσει την οργάνωση ΑΣΠΙΔΑ («Αξιωματικοί Σώσατε Πατρίδα, Ιδανικά, Δημοκρατία, Αξιοκρατία» ή «Αξιωματικοί Σώζουν Πατρίδα, Ιδέες, Δημοκρατία, Αξιοκρατία») με σκοπό να εξουδετερώσουν την ακροδεξιά οργάνωση ΕΕΝΑ («Εθνική Ένωσις Νέων Αξιωματικών») που είχε δημιουργήσει (το 1959) ο τότε αντισυνταγματάρχης Δημήτριος Ιωαννίδης (μοναδικός δικτάτορας, από το 1973, μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου), παλαιότερα στέλεχος του ΙΔΕΑ. Η οργάνωση ΑΣΠΙΔΑ κινιόταν ανάμεσα στην Ελλάδα και την Κύπρο και, στην πιο μεγάλη ακμή της, αριθμούσε 250 μέλη, όλα λοχαγοί και υπολοχαγοί.

Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας, Πέτρος Γαρουφαλιάς, ο αρχηγός ΓΕΣ, Ιωάννης Γεννηματάς, και ο επικεφαλής της ελληνικής στρατιωτικής δύναμης στην Κύπρο, στρατηγός Γεώργιος Γρίβας, γνώριζαν για την κίνηση αυτή, τουλάχιστον από τον Μάρτη του 1965. Ενημέρωσαν μόνο τον βασιλιά και όχι τον πρωθυπουργό. Μια έκθεση του Γρίβα προς τον Γαρουφαλιά και τον βασιλιά υπονοούσε ότι η οργάνωση είχε αρχηγό τον Ανδρέα Παπανδρέου. Βασιλιάς και υπουργός παρέλειψαν να ενημερώσουν τον πρωθυπουργό.

Ήταν 18 Μάη του 1965, όταν η εφημερίδα «Ημερήσιος Κήρυξ» της Λάρισας (όργανο του ακροδεξιού Κωνσταντίνου Ροδόπουλου, πρόεδρου της Βουλής επί ΕΡΕ) δημοσίευσε την είδηση ότι στο στράτευμα δρούσε η «συνωμοτική οργάνωση ΑΣΠΙΔΑ», αριστερής απόκλισης, αφήνοντας να εννοηθεί ότι αρχηγός της ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου. Το κείμενο συμπληρωνόταν και από την πληροφορία ότι στην Φρουρά της Αθήνας δρούσε άλλη οργάνωση, η κεντρώα ΦΕΑ (Φρουροί Ελευθερίας, Ανεξαρτησίας). Η ΦΕΑ έμελλε να χρεωθεί στον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και ουσιαστικά να ξεχαστεί. Την ίδια μέρα, μια κυβερνητική ανακοίνωση ανέφερε ότι ο υπουργός Εθνικής Άμυνας (Γαρουφαλιάς) ανέθεσε στον αντιστράτηγο της στρατιωτικής Δικαιοσύνης, Ιωάννη Σίμο, να διερευνήσει την υπόθεση. Με την ευκαιρία αυτή, δόθηκε στον Σίμο και η επιστολή Γρίβα, χωρίς ακόμα να έχει μάθει την ύπαρξή της ο πρωθυπουργός.

Την επόμενη μέρα (19 Μάη), 19 βουλευτές της ΕΡΕ και των Προοδευτικών (του Μαρκεζίνη) κατέθεσαν σχετική ερώτηση. Ταυτόχρονα ο βουλευτής της ΕΡΕ, Νίκος Φαρμάκης (φίλος του μετέπειτα δικτάτορα, Γ. Παπαδόπουλου) και ο Νίκος Σαμψών (μετέπειτα διορισμένος από τους πραξικοπηματίες του Ιωαννίδη πρόεδρος της Κύπρου) δραστηριοποιήθηκαν στην Αθήνα και τη Λευκωσία, προσπαθώντας να αναδείξουν τον ΑΣΠΙΔΑ σε τεράστια απειλή για την δημοκρατία.

Η αντεπίθεση των κυβερνητικών εφημερίδων εστίασε στον αρχηγό ΓΕΣ, Ιωάννη Γεννηματά, ο οποίος πρόσφατα είχε αποκαλυφθεί ως ένας από τους εμπνευστές του «σχεδίου Περικλής» που οδήγησε στις εκλογές της βίας και νοθείας, το 1961. Ζητούσαν την άμεση αντικατάστασή του. Όμως η εφημερίδα του (φιλικού στον Μητσοτάκη) Παναγιώτη Κόκκα, «Ελευθερία», εκτός από την επίθεση στον Γεννηματά, σχολίαζε ότι, με τον ΑΣΠΙΔΑ, ο Ανδρέας Παπανδρέου προσπαθούσε να δημιουργήσει στον στρατό «προσωπικό μικρομάγαζο».

Ο Ιωάννης Σίμος υπέβαλε στον υπουργό Άμυνας το πόρισμά του την 1η Ιουνίου: Ο ΑΣΠΙΔΑ υπάρχει αλλά με σκοπό την ιδιοτελή εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων των μελών του. Δεν αποδείχτηκε ότι υπάρχουν πολιτικές επιδιώξεις ή σχέσεις με πολιτικά πρόσωπα.

Με το πόρισμα παραμάσχαλα, ο Γαρουφαλιάς επισκέφτηκε (5 Ιουνίου) τον Κωνσταντίνο στην Κέρκυρα, όπου είχε μεταφερθεί η βασιλική οικογένεια, περιμένοντας την Άννα Μαρία να γεννήσει την πριγκίπισσα Αλεξία (συνέβη 10 Ιουλίου). Του το έδειξε αλλά τον έπεισε ότι η υπόθεση δεν ήταν τόσο απλή, όσο παρουσιαζόταν.

Επιστρέφοντας στην Αθήνα, ο Γαρουφαλιάς μετέφερε στον πρωθυπουργό την «επιθυμία του βασιλιά» η υπόθεση να παραπεμφθεί στο στρατοδικείο. Στις 7 του μήνα, δέκα χαμηλόβαθμοι αξιωματικοί παραπέμφθηκαν να δικαστούν, οι μεν για την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ, οι δε για το σχέδιο Περικλής.

Ένας από τους εμπλεκόμενους στο σχέδιο Περικλής ήταν και ο αντισυνταγματάρχης Γεώργιος Παπαδόπουλος, διοικητής το 1965 της 117ης ΜΠΠ (Μοίρας Πεδινού Πυροβολικού), στην Ορεστιάδα. Είχε κληθεί να δώσει εξηγήσεις, επειδή κάποια από τα φορτηγά της μονάδας του είχαν παρουσιάσει βλάβες. Τις απέδωσε στην εντατική χρήση τους και στην πιθανότητα σαμποτάζ. Υποτίθεται ότι θα ερευνούσε το θέμα. Έβαλε κάποιον δικό του αξιωματικό να πείσει έναν φαντάρο αριστερής οικογένειας να σαμποτάρει ένα από τα οχήματα της μοίρας. Ο φαντάρος πήγε να βάλει ζάχαρη στο ντεπόζιτο της βενζίνης του οχήματος αλλά τον «συνέλαβαν επ' αυτοφώρω». Συνέλαβαν και άλλους φαντάρους, τα οχήματα των οποίων είχαν υποστεί βλάβες480. Ήταν 11 Ιουνίου του 1965, όταν ανακοινώθηκε το «σαμποτάζ στον Έβρο, έργο του παράνομου μηχανισμού του ΚΚΕ».

Η πορεία προς την ανατροπή

Η πολιτική αντιπαράθεση είχε φτάσει σε επικίνδυνο σημείο. Ένα σχέδιο ανατροπής του πρωθυπουργού Γεώργιου Παπανδρέου μπήκε σε εφαρμογή. Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος είχε ήδη δηλώσει ότι η ΕΡΕ θα στήριζε οποιαδήποτε κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου, με άλλον πρωθυπουργό. Και ο εκδότης της «Ελευθερίας», Πάνος Κόκκας, είχε πληροφορήσει τον Χρήστο Λαμπράκη, εκδότη των εφημερίδων «Το Βήμα» και «Τα Νέα», ότι η ανατροπή ήταν θέμα χρόνου, επειδή «ο Γ. Παπανδρέου είναι έρμαιο του γιου του και όλο το κόμμα είναι ξεσηκωμένο»481.

Ο πρωθυπουργός ζήτησε από την Βουλή ψήφο εμπιστοσύνης. Την πήρε χωρίς παρενέργειες (21 Ιουνίου) και αμέσως προχώρησε στην αποστράτευση του αρχηγού ΓΕΣ, Ι. Γεννηματά. Τα ανάκτορα αντέδρασαν και η αποστράτευση αναβλήθηκε. Έξι μέρες αργότερα (27 Ιουνίου), προφυλακίστηκαν τέσσερις αξιωματικοί για συμμετοχή τους στον ΑΣΠΙΔΑ, ενώ, την επόμενη μέρα (28 του μήνα), τους ακολούθησε και ο ιδρυτής του, Άρης Μπουλούκος.

Παρά την αμφιβολία των Αμερικανών482, αν ο Στέφανος Στεφανόπουλος μπορούσε να εξασφαλίσει 50 βουλευτές της Ένωσης Κέντρου, ώστε να πέσει ο πρωθυπουργός, τα γεγονότα πήραν μορφή χιονοστιβάδας:

Ήταν 1 Ιουλίου του 1965, όταν ο πρωθυπουργός ζήτησε την παραίτηση του υπουργού Άμυνας, Πέτρου Γαρουφαλιά. Θα αναλάμβανε ο ίδιος το χαρτοφυλάκιο. Ο υπουργός αρνήθηκε να παραιτηθεί! Στις 4 του μήνα, η εφημερίδα «Ελευθερία» του Κόκκα, χαρακτήρισε τον Ανδρέα Παπανδρέου «αχίλλειο πτέρνα» της κυβέρνησης και κάλεσε τον πρωθυπουργό να τον αποπέμψει μαζί με τον Γαρουφαλιά. Στις 7 του μήνα, ο ανακριτής κάλεσε τον Ανδρέα να καταθέσει για την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ. Την ίδια μέρα, ο πρωθυπουργός ζήτησε ακρόαση από τον βασιλιά. Αντί γι' αυτήν, ο Κωνσταντίνος του έστειλε επιστολή (8 του μήνα). Ήταν πρωτοφανής σε σκαιότητα. Τον κατηγορούσε για ανικανότητα που είχε οδηγήσει την χώρα σε ακυβερνησία. Ο Παπανδρέου απάντησε (9 Ιουνίου) αναιρώντας μια προς μια τις κατηγορίες. Ειδικά, στο θέμα του Γαρουφαλιά, του θύμιζε ότι ο διορισμός υπουργού «συμφώνως προς το Πολίτευμα είναι δικαίωμα του πρωθυπουργού», του οποίου την απόφαση οφείλει να αποδεχθεί ο Βασιλιάς.

Μια μέρα αργότερα (10 Ιουλίου), ο βασιλιάς τηλεφώνησε στον Γεώργιο Παπανδρέου και του ανάγγειλε ότι απέκτησε κόρη. Και τον κάλεσε να συναντηθούν (στην Κέρκυρα) την επόμενη μέρα, 11 Ιουλίου. Έφτασε εκεί συνοδευόμενος από τον πρόεδρο της Βουλής, Γεώργιο Αθανασιάδη Νόβα. Τον περίμενε δεύτερη, εξίσου υβριστική επιστολή, στην οποία περιεχόταν και άρνηση του βασιλιά να υπογράψει το διάταγμα αποπομπής του Γαρουφαλιά. Ακολούθησε ακρόαση, μετά την οποία ο πρωθυπουργός δήλωσε ότι «υπήρξε πλήρης αρμονία απόψεων επί του τρόπου λειτουργίας του πολιτεύματος της βασιλευομένης δημοκρατίας». Όμως, έκανε εντύπωση το γεγονός ότι ο Αθανασιάδης Νόβας έμεινε ακόμα μιάμιση ώρα με τον βασιλιά, χωρίς την παρουσία του Παπανδρέου. Γυρνώντας αυτός στην Αθήνα, συγκάλεσε για τις 13 Ιουλίου την κοινοβουλευτική ομάδα της Ένωσης Κέντρου. Εκεί, αποφασίστηκε ομόφωνα η διαγραφή του Πέτρου Γαρουφαλιά από το κόμμα. Βράδυ της επόμενης μέρας (14 Ιουλίου), ο Γεώργιος Παπανδρέου έλαβε και τρίτη επιστολή του Κωνσταντίνου, γραμμένη με την ίδια με τις προηγούμενες σκαιότητα. Ο πρωθυπουργός ένιωσε ότι δεν μπορούσε πια να κάνει πίσω. Μάταια, στελέχη του κόμματος, που τον επισκέφτηκαν την ίδια εκείνη ζοφερή νύχτα, του ζητούσαν να υποχωρήσει στις βασιλικές θελήσεις και να μην παραιτηθεί483.

Τα «Ιουλιανά»

Επτά το απόγευμα, 15 Ιουλίου του 1965, ο Γ. Παπανδρέου συναντήθηκε με τον Κωνσταντίνο στα ανάκτορα, στην Αθήνα. Ο βασιλιάς ήταν αμετάπειστος. Αρνιόταν στον πρωθυπουργό να αναλάβει το υπουργείο Εθνικής Άμυνας, επειδή ο γιος του, Ανδρέας, «είχε εμπλακεί στην συνωμοσία ΑΣΠΙΔΑ». Ο Παπανδρέου του θύμισε το πόρισμα Σίμου. Ο Κωνσταντίνος είπε ότι δεν το θεωρούσε αξιόπιστο. Πάνω στα δεκαπέντε λεπτά, επήλθε οριστική ρήξη. Βγαίνοντας από το παλάτι, ο Παπανδρέου δήλωσε:

«Επήλθε διαφωνία. Αύριον θα υποβάλω παραίτησιν και θα προβώ εις ανακοινώσεις».

Δεν υπήρξε «αύριο». Ώσπου να φτάσει στο σπίτι του, στο Καστρί, είχαν όλα τελειώσει. Όσο ο Παπανδρέου διαπληκτιζόταν με τον βασιλιά, σε διπλανό δωμάτιο περίμενε ο Γ. Αθανασιάδης Νόβας. Μόλις βγήκε, ο βασιλιάς ανάθεσε στον Νόβα εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Στις 8.25 το βράδυ, το πρώτο κλιμάκιο της νέας κυβέρνησης είχε επιλεγεί: Νόβας πρωθυπουργός, τραπεζίτης Σταύρος Κωστόπουλος υπουργός Εθνικής Άμυνας, ναύαρχος Ιωάννης Τούμπας υπουργός Δημόσιας Τάξης. Αρκούσαν οι τρεις τους για την ώρα. Την επόμενη μέρα (16 Ιουλίου), και με την εντατική δραστηριοποίηση των Αμερικανών, η τριμελής κυβέρνηση θα ανασχηματιζόταν (ο Τούμπας ανέλαβε το Εσωτερικών) και θα αποκτούσε ακόμα 13 υπουργούς με πρώτον τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη (Συντονισμού και Εμπορικής Ναυτιλίας), αρχιτέκτονα του πραξικοπήματος:

Αντί να προκηρυχθούν εκλογές, είχαν ορκιστεί νέος πρωθυπουργός και νέα κυβέρνηση. Κι αυτά, με τον προηγούμενο πρωθυπουργό και την κυβέρνησή του να μην έχουν παραιτηθεί ακόμα. Με άλλα λόγια, για λίγες ώρες, η χώρα διέθετε δυο κυβερνήσεις.

Νύχτα, 15 Ιουλίου 1965, έκπληκτοι οι Αθηναίοι άκουσαν τον Αθανασιάδη Νόβα να απευθύνει ραδιοφωνικό διάγγελμα προς τον ελληνικό λαό. Ακολούθησε δήλωση του Γεώργιου Παπανδρέου:

«Συνετελέσθη σήμερον παραβίασις του πολιτεύματος. Η κυβέρνησις του λαού εξηναγκάσθη εις παραίτησιν. Και εκλήθη να κυβερνήση μία ομάς προδοτών της Ενώσεως Κέντρου. Αλλά δεν συνέβη μόνον παραβίασις του πολιτεύματος. Συνέβη επίσης και διακωμώδησις. Ο τρόπος της καταλήψεως της αρχής από την κυβέρνησιν ανδρεικέλων έχει προσλάβει τον χαρακτήρα φαιδρού πραξικοπήματος. Εις τα ανάκτορα ενήδρευε ο ακατονόμαστος πρόεδρος δια να ορκισθή αμέσως μετά την αναχώρησίν μου. Καταγγέλλω προς τον δημοκρατικόν κόσμον της χώρας την ομάδα των προδοτών και τον καλώ εις πάνδημον ειρηνικήν εκδήλωσιν εναντίον της προδοσίας. Αρχίζει από σήμερον νέος ανένδοτος αγών υπέρ της δημοκρατίας».

Στην Αθήνα, διαδήλωναν ήδη χιλιάδες πολίτες που είχαν κατέβει στους δρόμους αυθόρμητα. Τα συνθήματα στρέφονταν κυρίως ενάντια στον βασιλιά: «Δεν σε θέλει ο λαός, παρ' την μάνα σου κι εμπρός», «Κάτω η μοναρχία», «Η αυλή να μαντρωθεί» αλλά και το ειρωνικό «Πάρε θέση, Αλεξία» (εννοώντας την νεογέννητη πριγκίπισσα). Το ίδιο εμφαντικά ακουγόταν και το σύνθημα «Οι προδότες στο Γουδί». Τα «Ιουλιανά» είχαν ξεκινήσει με βιαιότητα, καθώς οι τεράστιες διαδηλώσεις αντιμετωπίστηκαν με ρίψεις δακρυγόνων από θωρακισμένα άρματα και νερού από πυροσβεστικές αντλίες, ενώ κρανοφόρες αστυνομικές δυνάμεις έκαναν επιθέσεις στους διαμαρτυρόμενους. Μέσα σε έναν μήνα, πραγματοποιήθηκαν στην Αθήνα 67 μαχητικές διαδηλώσεις (383 σε ολόκληρη την χώρα).

Αποδείχτηκε ότι ο Νόβας επιλέχτηκε απλά ως «λαγός» της αποστασίας, για να μετρηθούν οι δυνάμεις των πραξικοπηματιών, καθώς κανένας δεν τον υπολόγιζε ως αξιόλογο για την θέση του πρωθυπουργού. Άλλωστε, ούτε οι εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές τον έπαιρναν στα σοβαρά. Το σύνθημα που παρέπεμπε σ' αυτόν ήταν η φράση «Γαργάλα τα». Ο Νόβας ήταν ποιητής. Στην εφημερίδα «Τα Νέα», δημοσιεύτηκαν τετράστιχα που του αποδόθηκαν484. Ανάμεσα τους ξεχώρισαν δυο:

«Είναι κρύα

τα νερά του Βόλγα,

πίνω εις υγεία σου,

θεία Όλγα».

Και

«Κι ήταν τα στήθη σου

άσπρα σαν τα γάλατα

και μου' λεγες,

γαργάλα τα, γαργάλα τα».

Ο τελευταίος στίχος πέρασε στον λαό, που κραύγαζε «Γαργάλα τα, γαργάλα τα». Εκδόθηκε και σατιρική εφημερίδα με τον ίδιο τίτλο (του Γ. Θίσβιου, ευθυμογράφου της εφημερίδας «Αθηναϊκή»).

Τα γεγονότα, όμως, πήραν δραματική τροπή. Ανακοινώθηκε ότι, στις 19 Ιουλίου, ο Γεώργιος Παπανδρέου, από το σπίτι του στο Καστρί, θα πήγαινε στο πολιτικό γραφείο του. Το κέντρο της Αθήνας πλημμύρισε από διαδηλωτές που βγήκαν στους δρόμους κραυγάζοντας συνθήματα υπέρ του πρώην πρωθυπουργού και ενάντια στον βασιλιά (υπολογίστηκαν περίπου ένα εκατομμύριο). Ο Παπανδρέου με μεγάλη δυσκολία κατόρθωσε να φτάσει στο γραφείο του. Από εκεί, δήλωσε:

«Την κυβέρνησιν των προδοτών κατήργησεν απόψε η παντοδύναμος οργή του κυρίαρχου λαού... Εις το πολίτευμα της βασιλευομένης δημοκρατίας, τους αρχηγούς των κομμάτων και των κυβερνήσεων δεν ορίζει η εύνοια της Αυλής. Ορίζει μόνον η εύνοια του λαού».

Δυο μέρες αργότερα, το παλάτι απάντησε με τρόπο τραγικό: Στην Αθήνα πραγματοποιήθηκε τεράστια αντικυβερνητική διαδήλωση, που γινόταν όλο και πιο μαχητική, χωρίς οι διαδηλωτές να δείχνουν σημεία κόπωσης. Είχε βραδιάσει, όταν η αστυνομία μάταια προσπάθησε να τους διαλύσει με γκλομπς και δακρυγόνα. Οι συγκρούσεις επεκτάθηκαν σε όλο το κέντρο της Αθήνας και προκάλεσαν τον τραυματισμό τουλάχιστον 250 ατόμων. Όμως, γύρω στις 10 τη νύχτα, στην γωνία Σταδίου και Εδουάρδου Λω, το στέλεχος της Νεολαίας Λαμπράκη και σπουδαστής της ΑΣΟΕΕ (Ανωτάτης Εμπορικής), Σωτήρης Πέτρουλας, έπεσε στο έδαφος. Τον είχε σημαδέψει και χτυπήσει με ένα δακρυγόνο κάποιος αστυφύλακας. Αστυνομική κλούβα τον μετέφερε στον σταθμό Α' Βοηθειών, στην περιοχή της Ομόνοιας (αρχή της οδού Γ' Σεπτεμβρίου). Εκεί, αστυνομικοί ντυμένοι γιατροί αποφάνθηκαν ότι πέθανε από ασφυξία. Ο ιερέας, που επιστρατεύτηκε για να τον κηδέψει μέσα στη νύχτα κρυφά από τους δικούς του, αρνήθηκε να το κάνει. Αναγκαστικά, παραδόθηκε στην οικογένειά του, που επιδίωξε νέα ιατροδικαστική εξέταση από γιατρούς της εμπιστοσύνης τους. Αποφάνθηκαν ότι αιτία θανάτου ήταν στραγγαλισμός (προφανώς, κατά τη μεταφορά του με την αστυνομική κλούβα). Η κηδεία του μετατράπηκε σε νέα τεράστια αντιμοναρχική διαδήλωση, ενώ ο Γεώργιος Παπανδρέου δήλωσε:

«Η κυβέρνησις Νόβα δεν ηρκέσθη να είναι κυβέρνησις προδοσίας. Έγινε και κυβέρνησις αίματος. Πρέπει να εξαφανισθή από προσώπου της γης και να λογοδοτήσει δια τα εγκλήματά της».

Με την τροπή που είχαν πάρει τα γεγονότα, η κυβέρνηση Νόβα ήταν αδύνατον να επιζήσει. Παρουσιάστηκε στην Βουλή, 4 Αυγούστου (ανήμερα επετείου της δικτατορίας Μεταξά). Στην ψηφοφορία βρέθηκαν μόλις 25 αποστάτες. Μαζί με τους 98 βουλευτές της ΕΡΕ και τους οχτώ του Μαρκεζίνη, μαζεύονταν 131. Την καταψήφισαν 166.

Η κυβέρνηση Τσιριμώκου

Τέσσερις μέρες μετά την πτώση του Νόβα, 8 Αυγούστου, ο βασιλιάς κάλεσε τον Γεώργιο Παπανδρέου στα ανάκτορα. Ο καταργημένος πρωθυπουργός πρότεινε ή να αναλάβει εκείνος να σχηματίσει κυβέρνηση ή να προκηρυχθούν εκλογές. Ο Κωνσταντίνος αρνήθηκε. Την ίδια μέρα, κάλεσε τον Στέφανο Στεφανόπουλο και του ανάθεσε την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Εκείνος διευκρίνισε ότι θεωρεί την εντολή «διερευνητική».

Πάντα την ίδια νύχτα, ο Στεφανόπουλος επισκέφτηκε τον Παπανδρέου στο Καστρί, έχοντας μαζί του τον Ηλία Τσιριμώκο και τον Σάββα Παπαπολίτη. Προσπάθησαν να τον πείσουν να δεχτεί την «λύση Στεφανόπουλου». Δεν τα κατάφεραν. Ο Παπανδρέου κάλεσε σε συνεδρίαση την κοινοβουλευτική ομάδα της Ένωσης Κέντρου.

Ήταν εννιά Αυγούστου και οι βουλευτές με μεγάλη δυσκολία μπόρεσαν να φτάσουν στην οδό Χρήστου Λαδά, όπου βρισκόταν η λέσχη Φιλελευθέρων (σχεδόν απέναντι στα γραφεία των εφημερίδων «Το Βήμα» και «Τα Νέα»), όπου θα συνεδρίαζε η Κ.Ο. Εκατοντάδες χιλιάδες λαού διαδήλωναν κραυγάζοντας «Οι προδότες στο Γουδί» και «Όχι άλλος Νόβας». Κι έκαιγαν αντίτυπα των εφημερίδων του συγκροτήματος Λαμπράκη, καθώς διαφαινόταν στροφή τους υπέρ των αποστατών.

Μέσα στην αίθουσα είχαν μαζευτεί 139 βουλευτές. Ο Στεφανόπουλος υποστήριξε πως, αν γινόταν πρωθυπουργός, θα οδηγούσε, «εν καιρώ», την χώρα σε εκλογές. Και ο Τσιριμώκος διευκρίνισε ότι εκλογές δεν μπορούσαν να γίνουν αμέσως, επειδή, με την κατάσταση που υπήρχε, θα ακολουθούσε αιματοχυσία. Απάντησε ο Παπανδρέου:

«Ουδέποτε συνέβη εις το παρελθόν ο βασιλεύς να εισβάλλη εις τα κόμματα και να εκλέγη κατ' αρέσκειαν μέλη δια να κατασκευάζη κυβερνήσεις, διαλύοντάς τα... Με την πρότασιν να γίνουν άλλοι πρωθυπουργοί από το κόμμα, κατ' ουσίαν καθαιρείται ο αρχηγός με απόφασιν του βασιλέως... Ο βασιλεύς ουδέποτε θα δικαιωθή, αν κάμη δικτατορίαν εφ' όσον έχει την λύσιν των εκλογών».

Στην ψηφοφορία που ακολούθησε, υπέρ της λύσης Στεφανόπουλου ψήφισαν 26, ενώ 113 καταψήφισαν. Γινόταν, όμως, φανερό ότι, με τις ψήφους της ΕΡΕ και του Μαρκεζίνη, τις 25 των αποστατών του Νόβα και τους 26 υπέρ του Στεφανόπουλου, μαζεύονταν 157, αρκετοί για την ψήφο εμπιστοσύνης στην Βουλή.

Πάντα την ίδια εκείνη νύχτα, οι Μητσοτάκης, Τσουδερός και Παπαπολίτης προσπάθησαν να πείσουν τον Στεφανόπουλο να σχηματίσει κυβέρνηση. Κι ο διευθυντής του πολιτικού γραφείου του βασιλιά, Κωνσταντίνος Χοϊδάς, τηλεφώνησε στον Αμερικανό επιτετραμμένο, Νόρμπερτ Άνσουτς, και του ζήτησε να πιέσει τον Στεφανόπουλο. Οι ελληνοαμερικανικές πιέσεις συνεχίστηκαν φορτικά όλη την νύχτα. Όμως, την επόμενη μέρα (10 Αυγούστου), ο Στέφανος Στεφανόπουλος κατάθεσε την εντολή. Ο Άνσουτς τηλεγράφησε στο αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών να του εγκρίνει το «πρόγραμμα 480»: Ήταν το σχέδιο εξαγοράς βουλευτών της Ένωσης Κέντρου που είχαν ετοιμάσει η πρεσβεία στην Αθήνα και αξιωματούχοι της CIA.

Ήταν 16 Αυγούστου, όταν Στεφανόπουλος και Τσιριμώκος κατέθεσαν στην Βουλή δηλώσεις ανεξαρτητοποίησης. Δυο μέρες αργότερα, κλήθηκαν στο παλάτι. Μετά από δυο ώρες, ο Ηλίας Τσιριμώκος βγήκε από το παλάτι και ανάγγειλε ότι πήρε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου είχε καταργηθεί, επειδή, ως υπουργός Εθνικής Άμυνας, υποτίθεται ότι θα «κουκούλωνε» την υπόθεση της οργάνωσης ΑΣΠΙΔΑ, στην οποία εμπλεκόταν ο γιος του, Ανδρέας, και η οποία ήταν αριστερής απόκλισης. Και πρωθυπουργός οριζόταν ο Ηλίας Τσιριμώκος, γνωστός αντιμοναρχικός και ένας από τους συνιδρυτές του «προδοτικού» ΕΑΜ, πρώην μέλος της κυβέρνησης του Βουνού (ΠΕΕΑ)!

Οι αθηναϊκοί δρόμοι μεταβλήθηκαν σε πεδία μαχών, με τα μηχανοκίνητα της αστυνομίας να προσπαθούν να ανατρέψουν τα οδοφράγματα που είχαν στηθεί από τους διαδηλωτές, την ατμόσφαιρα να έχει πνιγεί από την καθημερινή χρήση δακρυγόνων και τα νοσοκομεία να πλημμυρίζουν από τραυματίες. Η κυβέρνηση Τσιριμώκου ορκίστηκε στις 20 Αυγούστου. Στις 24 του μήνα, παρουσιάστηκε στην Βουλή και διάβασε τις προγραμματικές δηλώσεις. Όμως, ο βασιλιάς και οι αποστάτες δεν τα είχαν υπολογίσει σωστά.

Ήταν 26 Αυγούστου, όταν ο Χοϊδάς από τα ανάκτορα και ο υπουργός Εσωτερικών (Σταύρος Κωστόπουλος) από την κυβέρνηση τηλεφώνησαν στον Άνσουτς και του ζήτησαν βοήθεια: Ο Μαρκεζίνης δεν φαινόταν πρόθυμος να ψηφίσει τους αποστάτες. Προτιμούσε μια κυβέρνηση ΕΡΕ - Προοδευτικών με την ψήφο των αποστατών. Την ίδια μέρα, ο επικεφαλής του πολιτικού τμήματος της αμερικανικής πρεσβείας, Νταν Μπρούστερ, συναντήθηκε με τον Μαρκεζίνη. Δεν τον έπεισε. Η κυβέρνηση του Τσιριμώκου καταψηφίστηκε στις 28 Αυγούστου: Υπέρ της βρέθηκαν οι 98 της ΕΡΕ και 37 αποστάτες (συνολικά 135, μόλις 4 περισσότεροι από όσους είχε μαζέψει ο Νόβας), ενάντιά της όλοι οι υπόλοιποι.

Στεφανόπουλος ή τανκς

Με τον αθηναϊκό λαό να συνεχίζει τις πια καθημερινές διαδηλώσεις ενάντια στα βασιλικά πραξικοπήματα, ο Κωνσταντίνος συγκάλεσε «συμβούλιο του στέμματος» (σύσκεψη όλων των πρώην πρωθυπουργών) για τις 31 Αυγούστου. Σ' αυτό, ο αρχηγός της ΕΡΕ, Παναγιώτης Κανελλόπουλος, αιφνιδίασε τους πάντες: Πρότεινε να αναλάβει να σχηματίσει κυβέρνηση και να οδηγήσει την χώρα σε εκλογές. Πριν να προλάβουν οι άλλοι να εκδηλώσουν τις θέσεις τους, ο Γεώργιος Παπανδρέου είπε «ναι». Για το παλάτι, κάτι τέτοιο αποτελούσε καταστροφή. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι, σε περίπτωση εκλογών, ο Παπανδρέου θα έβγαινε θριαμβευτής. Το συμβούλιο διαλύθηκε αλλά, από την ίδια μέρα, οι περί τον βασιλιά και οι ακραίοι της ΕΡΕ πίεζαν τον Κανελλόπουλο να υπαναχωρήσει, εξηγώντας του ότι οι εκλογές θα οδηγούσαν σε ταπείνωση του Κωνσταντίνου. Μη μπορώντας να κάνει κάτι άλλο, ο Κανελλόπουλος έθεσε «όρους» στον Παπανδρέου: Για να αναλάβει ο ίδιος πρωθυπουργός, ο αρχηγός της Ένωσης Κέντρου έπρεπε να συγκατατεθεί στο πάρσιμο ορισμένων μέτρων σε βάρος των αριστερών. Ανάμεσά τους, και η διάλυση της Νεολαίας Λαμπράκη. Το εγχείρημα ματαιώθηκε.

Αναζητώντας διέξοδο, ακροδεξιοί, αποστάτες και βασιλιάς στράφηκαν στους Αμερικανούς της πρεσβείας και της CIA. Ο Ροδόπουλος, η εφημερίδα του οποίου είχε ξεκινήσει την ιστορία με την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ, ζήτησε από τον Νόρμπερτ Άνσουτς (13 Σεπτέμβρη), να εγκρίνει κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Παναγιώτη Πιπινέλη. Αυτός θα ζητούσε από την Βουλή να εγκρίνει την επιβολή στρατιωτικού νόμου με αναστολή των εργασιών του κοινοβουλίου για έξι μήνες, ώσπου να ησυχάσουν τα πράγματα, ειδάλλως θα κήρυσσε τον στρατιωτικό νόμο για αόριστη χρονική διάρκεια. Ο αποστάτης υπουργός Άμυνας, Κωστόπουλος, πρότεινε στον αμερικανό επιτετραμμένο να θεωρηθούν οι 22 βουλευτές της ΕΔΑ υποκινητές των διαδηλώσεων που συνεχίζονταν με αμείωτη ένταση και να συλληφθούν! Όσο θα βρίσκονταν αυτοί στην φυλακή, μια κυβέρνηση Στεφανόπουλου θα ζητούσε ψήφο εμπιστοσύνης στην Βουλή. Χωρίς τις ψήφους της ΕΔΑ ενάντιά της, η κυβέρνηση αυτή θα διέθετε πλειοψηφία δέκα βουλευτών.

Ήταν 17 Σεπτέμβρη του 1965, όταν δινόταν στα ανάκτορα δεξίωση για τους Αμερικανούς αστροναύτες Γκόρντον Κούπερ και Τσαρλς Κόνραντ, που είχαν έρθει στην Ελλάδα με την ευκαιρία της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης. Κάποια στιγμή, ο Κωνσταντίνος ζήτησε από τον εκεί παρευρισκόμενο Άνσουτς, να τον βοηθήσει στον σχηματισμό βιώσιμης κυβέρνησης Στεφανόπουλου.

Την επόμενη μέρα (18 του μήνα), ο βασιλιάς ανέθεσε την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον Στέφανο Στεφανόπουλο. Είχαν βρεθεί ακόμα έξι αποστάτες, οι οποίοι μεταφέρθηκαν με συνοδεία στα ανάκτορα, καθώς οι διαδηλωτές έδειχναν άγριες διαθέσεις ενάντιά τους. Το «πρόγραμμα 480» είχε ενεργοποιηθεί! Και, γι' άλλη μια φορά, η Αθήνα μετατράπηκε σε πεδίο μάχης. Οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν σφοδρές αλλά, 24 του Σεπτέμβρη, η τρίτη κυβέρνηση αποστατών ψηφίστηκε από 152 βουλευτές. Μετά από 71 μέρες αδυσώπητου παρασκηνίου και συνωμοσιών, ο βασιλιάς είχε επιβάλει την θέλησή του. Όμως, οι Αμερικανοί δεν ήταν απόλυτα ευχαριστημένοι με το αποτέλεσμα. Η πλειοψηφία των δυο ψήφων θεωρήθηκε πολύ εύθραυστη. Αλλεπάλληλες εκθέσεις της πρεσβείας σημείωναν την δημοτικότητα του Γεώργιου Παπανδρέου και την απειλή που, κατ' αυτήν, αποτελούσε ο γιος του, Ανδρέας. Ο αρχηγός της ΕΡΕ, Παναγιώτης Κανελλόπουλος, δήλωσε πολύ αργότερα:

«Η απόσπασις των αναγκαίων βουλευτών από τον κ. Παπανδρέου, διά να φθάση η πλειοψηφία εις τον αριθμόν 152, έγινε με εξαγοράν συνειδήσεων, με υπουργοποίησιν ανθρώπων, που δεν θα εγίνοντο ποτέ, υπό άλλας συνθήκας, υπουργοί, ακόμη και με άλλα απαράδεκτα μέσα, που τα επληροφορήθην εξωδίκως αργότερα»485.

Ανασχηματισμός της κυβέρνησης (5 Οκτώβρη του 1965) έφερε υπουργό Δημόσιας Τάξης τον Χρήστο Αποστολάκο ή Μπερτόδουλο. Το παρωνύμιο τού το κόλλησαν οι διαδηλωτές, επειδή, στις δημόσιες εμφανίσεις του, φορούσε μια μαύρη μπέρτα. Στις συνεδριάσεις της Βουλής, τον κατηγορούσαν ότι είχε εξαγοραστεί. Απαντούσε περήφανα ότι αυτός ήταν έξυπνος και «τα πήρε», σε αντίθεση με εκείνους που συνέχιζαν να υποστηρίζουν τον Παπανδρέου και «τον κομμουνιστή γιο του».

Μέσα Οκτώβρη, και ύστερα από πιέσεις του παλατιού, ο υπουργός Άμυνας, Σταύρος Κωστόπουλος, τοποθέτησε αρχηγό ΓΕΣ τον Γρηγόριο Σπαντιδάκη που αμέσως προχώρησε σε μετακινήσεις αξιωματικών. Αποτέλεσμα ήταν να τοποθετηθούν σε θέσεις κλειδιά σχεδόν όλοι οι μελλοντικοί πραξικοπηματίες. Τον ίδιο καιρό, η αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα συνέχιζε να βομβαρδίζει το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ με εκθέσεις που τόνιζαν ότι η επιθετική παρουσία του Ανδρέα Παπανδρέου στην Βουλή «ενισχύει την θέση της ολοένα αυξανόμενης μερίδας συντηρητικών στοιχείων που αντιμετωπίζουν την επιβολή δικτατορίας ως τη μόνη λύση για την ελληνική πολιτική κρίση486». Σε μια συνάντηση του πρεσβευτή των ΗΠΑ με τους (βουλευτές της ΕΡΕ) Ευάγγελο Αβέρωφ, Παναγή Παπαληγούρα και Παναγιώτη Πιπινέλη, ειπώθηκε ότι, σε περίπτωση νίκης της Ένωσης Κέντρου σε πιθανές εκλογές, η προτιμότερη λύση θα ήταν ένα στρατιωτικό πραξικόπημα.

Η δίκη της οργάνωσης ΑΣΠΙΔΑ

Ήταν 1 Οκτώβρη του 1966, όταν το Δικαστικό Συμβούλιο του Διαρκούς Στρατοδικείου Αθηνών δημοσίευσε το πόρισμα για την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ. Κατηγορούσε απερίφραστα τον Ανδρέα Παπανδρέου ως αρχηγό, τον Γεώργιο Παπανδρέου ως γνώστη της οργάνωσης και τους βουλευτές Μιχαήλ Παπακωνσταντίνου, Παύλο Βαρδινογιάννη και Στυλιανό Χούτα ως συμμετέχοντες. Και παρέπεμπε 29 αξιωματικούς να δικαστούν για ένωση προς στάση και για συνωμοσία προς εκτέλεση πράξεων εσχάτης προδοσίας.

Η πολιτική ζωή δυναμιτίστηκε ακόμα περισσότερο. Ο Γεώργιος και ο Ανδρέας Παπανδρέου το σχολίασαν χλευαστικά, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος το θεώρησε απόδειξη της διάλυσης του στρατεύματος στους 16 μήνες της διακυβέρνησης της χώρας από την Ένωση Κέντρου, ο Ηλίας Τσιριμώκος ζήτησε δημόσια να αμνηστευτούν όλοι όσοι κατηγορούνταν για την υπόθεση, ενώ κυβερνητικά στελέχη, με πρωτοβουλία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, κινήθηκαν παρασκηνιακά με σκοπό να κλείσει η υπόθεση. Δεν τα κατάφεραν.

Η δίκη ξεκίνησε στο Αρσάκειο (14 Νοέμβρη του 1966), με πρόεδρο του στρατοδικείου τον αεροπαγίτη Θ. Καμπέρη και βασιλικό επίτροπο (εισαγγελέα) τον συνταγματάρχη Ηλία Παπαπούλο. Κύριοι μάρτυρες κατηγορίας εμφανίστηκαν ο άλλοτε αρχηγός της οργάνωσης Χ, Γεώργιος Γρίβας, και ο Νίκος Σαμψών (μελλοντικά διορισμένος από την χούντα «πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας»). Κύριος συνήγορος υπεράσπισης ήταν ο διαπρεπής δικηγόρος, Νικηφόρος Μανδηλαράς (δολοφονήθηκε, 18 Μάη του 1967).

Οι συνεχείς αποκαλύψεις της σκευωρίας, οι καταγγελίες για απροκάλυπτη μεροληψία του δικαστηρίου και η συνεχιζόμενη πολιτική σύγκρουση γύρω από την δικαστική οπερέτα, οδήγησαν τους στρατοδίκες σε αδιέξοδο. Με αφορμή κάποιο επεισόδιο, ο βασιλικός επίτροπος πρότεινε η δίκη να συνεχιστεί «κεκλεισμένων των θυρών» και να απαγορευτεί η δημοσίευση πρακτικών (26 Γενάρη του 1967). Το δικαστήριο αποδέχτηκε την πρόταση αλλά ξέσπασε νέα πολιτική θύελλα. Ο Γεώργιος Παπανδρέου δήλωσε ότι η δίκη μετατρέπεται σε Ιερή Εξέταση και ο Ανδρέας Παπανδρέου ότι η απόφαση αποτελεί ομολογία ενοχής των σκευωρών. Κυβερνητικά στελέχη μίλησαν για απαράδεκτη απόφαση, ενώ ο αρχηγός της ΕΡΕ Π. Κανελλόπουλος δήλωσε ότι δεν επρόκειτο να υπερασπιστεί κλειστές πόρτες και απαγόρευση δημοσιότητας. Παρ' όλα αυτά, η απόφαση του στρατοδικείου ίσχυσε. Και μάρτυρες δήλωναν αργότερα ότι άλλα είπαν και άλλα καταγράφηκαν στα πρακτικά. Στις 24 Φλεβάρη (1967), ο βασιλικός επίτροπος ζήτησε να ασκηθεί ποινική δίωξη στον Ανδρέα Παπανδρέου και στον Παύλο Βαρδινογιάννη. Η αρμόδια επιτροπή της Βουλής αρνήθηκε άρση της ασυλίας τους. Ήταν 16 Μάρτη του 1967, όταν βγήκε η απόφαση: Καταδικάστηκαν πέντε σε 18 χρόνια κάθειρξη, δύο σε 13, τρεις σε 8, δυο σε 4 χρόνια φυλάκιση και άλλοι τρεις σε 2 χρόνια. Οι υπόλοιποι αθωώθηκαν ή απαλλάχθηκαν, επειδή βοήθησαν στην διαλεύκανση της υπόθεσης.

Γενάρη του 1968, η δικτατορία των συνταγματαρχών τους αμνήστευσε.

Το τέλος της αποστασίας

Πρωτοχρονιά του 1966, στο διάγγελμά του για τον νέο χρόνο, ο βασιλιάς, ανάμεσα σε άλλα, είπε:

«Ο κομμουνισμός αποτελεί μίασμα γεννηθέν έξω της Ελλάδος, εμπνεόμενον και κινούμενον έξωθεν. Ηθική του είναι το ψεύδος και η προδοσία. Μολύνει και καθιστά ανύποπτον εχθρόν της Πατρίδος πάντα ερχόμενον εις επαφήν με αυτόν, άτομον ή ομάδα, πάντα καλόν Έλληνα, μη διαβλέποντα τον κίνδυνον».

Ακολούθησε πολιτικός σεισμός. Η ΕΔΑ κατέθεσε δριμύτατη επερώτηση, η Ένωση Κέντρου το χαρακτήρισε βαρύ ολίσθημα και ακόμα και φιλικές στην κυβέρνηση εφημερίδες το σχολίασαν επικριτικά. Αποκαλύφθηκε ότι συντάκτης του διαγγέλματος ήταν ο διευθυντής του πολιτικού γραφείου του βασιλιά, Κωνσταντίνος Χοϊδάς, που εξαναγκάστηκε να παραιτηθεί (5 Γενάρη του 1966). Τον διαδέχτηκε ο διπλωμάτης καριέρας, Δημήτριος Μπίτσιος. Διαπιστώνοντας αυτός ότι η κατάσταση πήγαινε από το κακό στο χειρότερο, θέλησε να πετύχει συμφωνία για εκτόνωση ανάμεσα στους αρχηγούς της ΕΡΕ και της Ένωσης Κέντρου. Θα το πετύχαινε στα τέλη του 1966 αλλά, μέχρι τότε, τα πάντα είχαν δρομολογηθεί διαφορετικά.

Για να υπενθυμίσει ότι τελευταίος εκλεγμένος πρωθυπουργός ήταν ο Γεώργιος Παπανδρέου, η Ένωση Κέντρου οργάνωσε τεράστια συγκέντρωση στις 16 Φλεβάρη του 1966, ακριβώς δυο χρόνια μετά τον εκλογικό θρίαμβο του 1964. Λίγες μέρες πριν από τη συγκέντρωση, στην Αθήνα έφτασε ο αντισυνταγματάρχης Γεώργιος Παπαδόπουλος. Ήρθε σε επαφή με άλλους αξιωματικούς, με τους οποίους κουβέντιασε το ενδεχόμενο πραξικοπήματος στην περίπτωση που η συγκέντρωση θα εκτυλισσόταν σε βίαιες διαδηλώσεις. Και, παραμονή της εκδήλωσης (15 Φλεβάρη), έγινε σύσκεψη στο υπουργείο Δημόσιας Τάξης, στην οποία συμμετείχαν οι ηγεσίες των σωμάτων ασφαλείας και ο αρχηγός ΓΕΣ, Γρηγόριος Σπαντιδάκης. Θέμα της ήταν το πώς θα κινιόνταν στρατός, αστυνομία και χωροφυλακή της Αττικής, σε περίπτωση που θα σημειώνονταν έκτροπα. Δεν σημειώθηκαν. Με προτροπή του ομιλητή, Γ. Παπανδρέου, το ογκώδες πλήθος των συγκεντρωμένων διαλύθηκε ήσυχα.

Όμως, τον ίδιο καιρό, με αποφάσεις του ΓΕΣ, ολοκληρώνονταν οι αποσπάσεις στην Αθήνα των μελλοντικών πραξικοπηματιών. Σύμφωνα με αναφορά της CIA, είχαν ήδη αναλάβει ή αναμένονταν να αναλάβουν νευραλγικές θέσεις στην Αττική οι αντισυνταγματάρχες Κώστας Παπαδόπουλος (αδελφός του Γεωργίου), Δημήτριος Σταματελόπουλος, Αντώνιος Μέξης, Ιωάννης Λαδάς, Δημήτριος Ιωαννίδης, Θεόδωρος Πατσούρος, Μιχαήλ Ρουφογάλης και Αντώνιος Λέκκας487. Όλοι τους επρόκειτο να δράσουν στις 21 Απρίλη του 1967.

Ήταν 11 Απρίλη του 1966, όταν δυο υπουργοί (Ηλίας Τσιριμώκος και Δημήτριος Γαληνός) και ένας κυβερνητικός βουλευτής (Ιωάννης Τσιριμώκος, ανιψιός του Ηλία) απέσυραν την εμπιστοσύνη τους στην κυβέρνηση488, που έμεινε με 150 βουλευτές. Στις 19 του μήνα, Ένωση Κέντρου και ΕΔΑ κατέθεσαν πρόταση δυσπιστίας. Ορίστηκε να συζητηθεί στις 21 του μήνα. Πρόλαβαν να εξαγοραστούν δυο βουλευτές της Ένωσης Κέντρου, οπότε η κυβέρνηση διασώθηκε (25 Απρίλη).

Ακολούθησε (τέλη του μήνα) η αποστρατεία 35 ανώτερων αξιωματικών. Τις θέσεις τους κατέλαβαν μελλοντικοί πραξικοπηματίες. Ανάμεσά τους, ο Οδυσσέας Αγγελής και ο Γεώργιος Παπαδόπουλος, που τοποθετήθηκαν στο ΓΕΣ. Και, τέλη Μάη (1966), με βούλευμα, απαλλάχθηκαν όλοι οι κατηγορούμενοι για το σχέδιο Περικλής των εκλογών της βίας και νοθείας του 1961.

Μέσα του 1966, η κυβέρνηση Στεφανόπουλου επανέφερε τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων για τις προσλήψεις στο δημόσιο, ενώ, τον ίδιο καιρό και με την έγκριση του βασιλιά, ο αρχηγός ΓΕΣ (Σπαντιδάκης) και έντεκα αντιστράτηγοι είχαν αναθέσει σε έμπιστους αξιωματικούς να εκπονήσουν σχέδιο πραξικοπήματος. Τον Οκτώβρη, με αφορμή μια έκθεση που προέβλεπε ότι το καθεστώς κινδύνευε σε περίπτωση εκλογών, ο Κωνσταντίνος ζήτησε από τους στρατηγούς να προχωρήσουν στο πραξικόπημα. Η όλη επιχείρηση ονομάστηκε «Ιέραξ 2» και, σε αλλεπάλληλες συναντήσεις, συζητήθηκε με τους Αμερικανούς. Παρ' όλα αυτά, σε συνεδρίασή της (11 Οκτώβρη του 1966), η ομάδα του Γεώργιου Παπαδόπουλου θεώρησε ότι ο βασιλιάς μπορεί και να έκανε πίσω, οπότε αποφάσισε να προχωρήσει σε δικό της, χωριστό από των στρατηγών, σχέδιο. Σε συνεδρίαση (13 Δεκέμβρη), προχώρησαν στην εκλογή «Επαναστατικού Συμβουλίου». Σύμφωνα με έκθεση της CIA (20 Δεκέμβρη του 1966), το αποτελούσαν οι Γεώργιος Παπαδόπουλος, Ιωάννης Λαδάς, Δημήτριος Σταματελόπουλος, Δημήτριος Ιωαννίδης, Ιωάννης Λέκκας, Μιχάλης Ρουφογάλης, Ιωάννης Μέξης489.

Στο πολιτικό παρασκήνιο εξελίσσονταν ζυμώσεις με σκοπό την εκτόνωση της κατάστασης και την επιστροφή στην ομαλότητα. Οι εκδότες Χρήστος Λαμπράκης (των εφημερίδων «Τα Νέα» και «Το Βήμα») από την πλευρά της Ένωσης Κέντρου και Ελένη Βλάχου (της εφημερίδας «Καθημερινή») από την πλευρά της ΕΡΕ προσπαθούσαν να πετύχουν προσέγγιση των δυο παρατάξεων. Τον ίδιο καιρό, ο Δημήτριος Μπίτσιος, από τα ανάκτορα, διαπραγματευόταν με τον βουλευτή Στυλιανό Χούτα ως εκπρόσωπο του Γεώργιου Παπανδρέου. Οι κινήσεις αυτές απέδωσαν προς το τέλος του Νοέμβρη του 1966. Ο Παπανδρέου συμφώνησε με τον βασιλιά, ο οποίος ενημέρωσε τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο. Οι δυο πολιτικοί αρχηγοί συναντήθηκαν με πλήρη μυστικότητα στα ανάκτορα στο Τατόι, αρχικά μόνοι τους και στη συνέχεια με παρόντες τον βασιλιά και τον Μπίτσιο (17 Δεκέμβρη του 1966).

Ήταν 20 Δεκέμβρη, όταν ο Κανελλόπουλος «ανακοίνωσε» επίσημα στον Κωνσταντίνο ότι, την επόμενη μέρα, η ΕΡΕ θα ανέτρεπε την κυβέρνηση των αποστατών. Διορίστηκε μεταβατική με πρωθυπουργό τον τραπεζικό Ιωάννη Παρασκευόπουλο, ενώ ο Στεφανόπουλος παραιτήθηκε καταγγέλλοντας συνταγματική εκτροπή.

Η επιλογή δικτάτορα

Η ανατροπή της κυβέρνησης των αποστατών δημιούργησε κλυδωνισμούς και στα δυο κόμματα: Στην ΕΡΕ, ξεσηκώθηκαν, όσοι είχαν επενδύσει στη λύση της επιβολής μιας δικτατορίας. Στην Ένωση Κέντρου, ο Ανδρέας Παπανδρέου θεώρησε ότι ο πατέρας του είχε πέσει σε παγίδα του παλατιού και κάλεσε το κόμμα να καταψηφίσει τη νέα κυβέρνηση (που, ως υπηρεσιακή, δεν χρειαζόταν ψήφο εμπιστοσύνης). Ο Γεώργιος Παπανδρέου απάντησε ότι, όποιος καταψήφιζε, αυτόματα θα έφευγε από το κόμμα. Ξημερώματα, 14 Γενάρη του 1967, ο Ανδρέας και οι δικοί του υπερψήφισαν την κυβέρνηση. Απείχαν, όμως, από την ψηφοφορία 45 βουλευτές.

Είχε προηγηθεί (2 Γενάρη του 1967) η προαγωγή του Οδυσσέα Αγγελή σε αντιστράτηγο και η τοποθέτηση του Γεώργιου Ζωιτάκη ως διοικητή του Γ' Σώματος Στρατού, ενώ, δεκαπέντε μέρες αργότερα (17 του μήνα), ο Στυλιανός Παττακός έγινε ταξίαρχος. Όλες οι αποφάσεις οφείλονταν σε προτάσεις του αρχηγού ΓΕΣ, Σπαντιδάκη.

Οι συνταγματάρχες είχαν ορίσει ως «μέρα Χ» για το πραξικόπημα την Δευτέρα, 25 Μάρτη του 1967. Θα το παρουσίαζαν ως «νέο 21». Ο διοικητής στο στρατόπεδο στου Γουδή, ταξίαρχος Παττακός, ειδοποίησε ότι δεν διέθετε αρκετά τανκς, οπότε το εγχείρημα αναβλήθηκε. Με πρόταση του Παπαδόπουλου, διατάχθηκε η μετακίνηση, από την Θεσσαλονίκη στην Αθήνα, μεγάλου αριθμού τανκς «για την συμμετοχή τους στην παρέλαση» για την επανάσταση του 1821. Χρειάζονταν, όμως, «συντήρηση», οπότε, μετά την παρέλαση, στάλθηκαν στου Γουδή. Τον ίδιο μήνα (Μάρτη του 1967), ο Σπαντιδάκης έδωσε εντολή το σχέδιο «Ιέραξ 2» να είναι έτοιμο για εκτέλεση «ανά πάσα στιγμή».

Η πολιτική αντιπαράθεση συνεχιζόταν με μεγάλη οξύτητα, χωρίς οι ηγεσίες των πολιτικών κομμάτων να έχουν αντιληφθεί ότι ετοιμάζονταν δυο πραξικοπήματα, ανεξάρτητα το ένα από το άλλο. Ήταν 3 Απρίλη του 1967, όταν έπεσε η κυβέρνηση Παρασκευόπουλου. Αιτία η άρνηση της ΕΡΕ να ψηφίσει μια τροπολογία που υπέβαλε η Ένωση Κέντρου, με την οποία ζητούσε να παραταθεί η βουλευτική ασυλία ως τη σύγκληση της επόμενης Βουλής. Με την παράταση της ασυλίας, ο Ανδρέας Παπανδρέου θα απέφευγε να συλληφθεί για την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ.

Την ίδια εκείνη μέρα (3 Απρίλη), ένα τηλεγράφημα από τις ΗΠΑ πληροφορούσε τον βασιλιά ότι, ναι μεν η Αμερική είναι ενάντια σε κάθε εξωκοινοβουλευτική κίνηση αλλά η αντίδρασή της εξαρτιόταν από τις συνθήκες που θα επικρατούσαν τη συγκεκριμένη στιγμή. Ήταν η απάντηση στο ερώτημα του βασιλιά, αν οι ΗΠΑ θα στήριζαν ένα βασιλικό πραξικόπημα. Σωστά ερμηνεύτηκε ως «ναι».

Πάντα την ίδια μέρα, ο Κωνσταντίνος ανέθεσε στον Κανελλόπουλο να σχηματίσει κυβέρνηση. Η νέα κυβέρνηση ορκίστηκε αλλά δεν εμφανίστηκε στην Βουλή, όπου ήταν βέβαιο ότι θα καταψηφιζόταν, καθώς κανένα κόμμα, εκτός από την ΕΡΕ, δεν θα τη στήριζε. Οι εκλογές ορίστηκαν για τις 28 Μάη με σκοπό να αναβληθούν «επ' αόριστον», οπότε ο Κανελλόπουλος θα μετατρεπόταν σε «ντε φάκτο» δικτάτορα. Ο Σπαντιδάκης, όμως, διευκρίνισε στον βασιλιά ότι ο Κανελλόπουλος ήταν πολύ λίγος για τον ρόλο αυτόν. Προτιμούσε τον Παναγιώτη Πιπινέλη, οπότε οριστικοποιήθηκε ότι θα προχωρούσαν στο πραξικόπημα.

Η διάλυση της Βουλής έγινε στις 14 Απρίλη, με την κυβέρνηση να συνεχίζει ως υπηρεσιακή.

Τέσσερις μέρες αργότερα, οι συνταγματάρχες, κρυφά από τους στρατηγούς, συγκεντρώθηκαν στο σπίτι του Παττακού και, με μυστική ψηφοφορία, εκλέξανε αρχηγό τους τον Γεώργιο Παπαδόπουλο.

Στις 20 Απρίλη

Νύχτα, 19 Απρίλη, ο «αρχιτέκτονας της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής», Χένρι Κίσινγκερ, έκανε μια πολύ καθησυχαστική δήλωση για τις σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών με την Ελλάδα. Στην Αθήνα, το ίδιο βράδυ, στα γραφεία της «Αυγής», επίσημου οργάνου της ΕΔΑ, έγινε πολύ σοβαρή σύσκεψη.

Σε άλλο γραφείο, ο δημοσιογράφος Θεόδωρος Τζαβέας έκανε την δική του ανάλυση της δήλωσης. Πολιτικός αρθρογράφος της εφημερίδας «Αθηναϊκή», πέρασε τη δική του άποψη. Μεσημέρι, 20 Απρίλη του 1967, η εφημερίδα κυκλοφόρησε με πρωτοσέλιδο τίτλο «Το πράσινο φως της Ουάσινγκτον». Το άρθρο σήμαινε το καμπανάκι ότι η δήλωση Κίσινγκερ δεν ήταν παρά παροχή άδειας στους πραξικοπηματίες να προχωρήσουν στην επιβολή δικτατορίας. Νωρίτερα, το πρωί, είχε κυκλοφορήσει η «Αυγή». Στο κύριο άρθρο της, γινόταν εμβριθής ανάλυση των λόγων, για τους οποίους οι περιστάσεις στην Ελλάδα δεν επέτρεπαν την εκδήλωση πραξικοπήματος.

Τα τηλέφωνα άναψαν. Οι δηλώσεις επίσης. Ο Ανδρέας Παπανδρέου συναντήθηκε την ημέρα εκείνη με τον Μίκη Θεοδωράκη. Ειπώθηκε ότι συμφώνησε μαζί του για την δημιουργία νέου κόμματος της Αριστεράς. Το ίδιο βράδυ, 20 Απρίλη, ο Ανδρέας Παπανδρέου εκφώνησε βαρυσήμαντο λόγο στο ξενοδοχείο Χίλτον. Στην ταράτσα του Χίλτον, πάντα το ίδιο βράδυ, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος έτρωγε «ινκόγκνιτο».

Την ίδια μέρα, σύσκεψη επτά αντιστράτηγων, με εισηγητή τον Γρηγόριο Σπαντιδάκη, οριστικοποίησε ως μέρα Χ για την εφαρμογή του σχεδίου «Ιέραξ 2», τη Μεγάλη Τρίτη, 25 Απρίλη, και όρισε τελική συνάντησή τους την παραμονή, Μεγάλη Δευτέρα.

Πάντα την ίδια μέρα, οι Γεώργιος Παπαδόπουλος, Νικόλαος Μακαρέζος και Στυλιανός Παττακός προσευχήθηκαν στο εκκλησάκι της Αγίας Βαρβάρας, στο Χαλάνδρι, κι έπειτα πήγαν στο σπίτι του αντισυνταγματάρχη Δημήτριου Ιωαννίδη, στη Νέα Σμύρνη, για την τελική σύσκεψη. Εκεί, ο Παπαδόπουλος πρότεινε μικρή αναβολή αλλά ο Παττακός αρνήθηκε: Θα προχωρούσαν όπως τα είχαν σχεδιάσει. Αλλιώς, θα τους προλάβαιναν οι στρατηγοί.

Ο Γεώργιος Παπαδόπουλος είχε ετοιμάσει έγγραφο με πλαστογραφημένη την υπογραφή του βασιλιά, για την εφαρμογή του «σχεδίου Προμηθεύς». Ήταν σχέδιο του ΝΑΤΟ για την αντιμετώπιση κομμουνιστικής εξέγερσης, στην περίπτωση σοβιετικής εισβολής: Ο στρατός αναλάμβανε την εξουσία και υπάκουε μόνο στις εντολές του βασιλιά ή του υπουργού Εθνικής Άμυνας ή του αρχηγού ΓΕΣ. Ο βασιλιάς δεν είχε ιδέα, ο υπουργός (Παναγής Παπαληγούρας) είχε πάει για ύπνο (τον συνέλαβαν μέσα στη νύχτα και προσωρινά τον φυλάκισαν σε ξενοδοχείο στο Πικέρμι) και ο Σπαντιδάκης ετοιμαζόταν για το πραξικόπημα των στρατηγών. Στο Γενικό Επιτελείο Στρατού ανέλαβε ο ομοιόβαθμός του, Οδυσσέας Αγγελής, που έθεσε το «σχέδιο Περικλής» σε εφαρμογή και ειδοποίησε το Γ' Σώμα Στρατού, στην Θεσσαλονίκη, να κινηθεί.

Γύρω στις 11 τη νύχτα, ο Παττακός πήγε στο στρατόπεδο στου Γουδή. Έβγαλε πατριωτικό λόγο και, όταν πια όλα ήταν έτοιμα, ειδοποίησε τους Παπαδόπουλο και Μακαρέζο που έσπευσαν εκεί. Πρώτα καταλήφθηκαν αθόρυβα όλα τα κέντρα τηλεπικοινωνιών. Έπειτα το Πεντάγωνο. Μετά, γύρω στην 1.30 ξημερώματα Παρασκευής, 21 Απρίλη, βγήκαν εκατό τανκς. Λίγο μετά τις 2, η ΕΣΑ (Ελληνική Στρατιωτική Αστυνομία) με διοικητή τον Ιωάννη Λαδά είχε συλλάβει σχεδόν όλους τους πολιτικούς.

Ο βασιλιάς επέδειξε σπάνια αναποφασιστικότητα. Μέσα στη νύχτα, του τηλεφώνησαν ο ναύαρχος ε. α. Αθ. Σπανίδης που του εισηγήθηκε εντολή να αποπλεύσει ο στόλος και να πάει στην Κρήτη και ο τότε υπουργός Δημόσιας Τάξης, Γεώργιος Ράλλης, που του πρότεινε μετακινήσεις νομιμοφρόνων στρατιωτικών μονάδων και κινητοποίηση της αεροπορίας, όπου δεν υπήρχαν πραξικοπηματίες. Απέρριψε και τις δυο προτάσεις. Θα βολευόταν με το να έχει δικό του πρωθυπουργό.

Νοέμβρη του 1999, πάνω από 22 χρόνια μετά το πραξικόπημα, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπιλ Κλίντον, επισκέφτηκε την Αθήνα. Σε λόγο του, στο προεδρικό μέγαρο, ζήτησε συγνώμη για τη στήριξη που παρείχε η χώρα του στους πραξικοπηματίες: Έφταιγε ο ψυχρός πόλεμος, δικαιολογήθηκε.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

489. Κυκλοφόρησε, τότε, η φήμη ότι έφυγε με το ψευδώνυμο «Τριανταφυλλίδης», επειδή φοβήθηκε για την ζωή του. Ο ίδιος το διέψευσε.

480. Λεωνίδας Καλλιβρετάκης, «Το "σαμποτάζ" του Έβρου χωρίς ζάχαρη: Μια απόπειρα αναψηλάφησης», εκδόσεις Θεμέλιο.

481. Σταύρος Ψυχάρης, «Η συνωμοσία και η μυστική συμφωνία του 1967», tovima.gr (10.7.2011).

482. Έκθεση του επιτετραμμένου της αμερικανικής πρεσβείας, Νόρμπερτ Άνσουτς, ο οποίος πρότεινε αναβολή του εγχειρήματος για το φθινόπωρο (του 1965).

483. Σχεδόν όλα αυτά τα στελέχη θα γίνονταν υπουργοί στις «κυβερνήσεις των αποστατών».

484. Μάλλον ήταν έμπνευση του στιχουργού Λευτέρη Παπαδόπουλου, που δημοσίευσε στην στήλη του «Αδιακρισίες» ο δημοσιογράφος Κώστας Σταματίου.

485. Χρήστος Χρηστίδης, «Οι κυβερνήσεις των αποστατών», Καθημερινή, 31.12.2016.

486. Έκθεση του πρεσβευτή Φίλιπς Τάλμποτ (6 Δεκέμβρη του 1965).

487. Αλέξης Παπαχελάς, «Ο βιασμός της Ελληνικής Δημοκρατίας».

488. Υποστήριζαν την θέση του προέδρου της Κύπρου, αρχιεπισκόπου Μακαρίου, ότι η κυπριακή εθνοφρουρά έπρεπε να υπάγεται στην κυπριακή και όχι στην ελληνική κυβέρνηση.

489. «Η πορεία προς την δικτατορία, Ιστορικό Λεύκωμα 1966», Καθημερινή.

 

(τελευταία επεξεργασία, 11 Δεκεμβρίου 2020)

Επικοινωνήστε μαζί μας