Κεφ. 34 ΑΘΗΝΑ: Η χούντα των συνταγματαρχών

Η πρώτη μέρα

Καθώς ξημέρωνε 21 Απρίλη του 1967, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος βρισκόταν στο Τατόι κι ένιωθε παγιδευμένος: Τα τανκς είχαν περικυκλώσει τα ανάκτορα κι αυτός μόλις αντιλαμβανόταν ότι οι πραξικοπηματίες δεν ήταν του χεριού του. Στο Ψυχικό, η Φρειδερίκη κατάλαβε ότι κάτι συμβαίνει, όταν, λίγο πριν από τις 4 το πρωί, τανκς περικύκλωσαν την έπαυλή της, με τις μπούκες των κανονιών στραμμένες προς αυτήν. Μάταια προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον γιο της.

Στις 4.30 το πρωί, ο βασιλιάς ήρθε σε επαφή με τον στρατιωτικό ακόλουθο της αμερικανικής πρεσβείας και του ζήτησε την επέμβαση του έκτου (αμερικανικού) στόλου. Οι Αμερικανοί, όμως, ελάχιστα ενδιαφέρονταν για το ποιοι (οι στρατηγοί ή οι συνταγματάρχες) θα επέβαλλαν την δικτατορία.

Στις 6.30, ο ραδιοφωνικός σταθμός Ενόπλων Δυνάμεων ξεκίνησε να μεταδίδει ανακοίνωση ότι ο στρατός ανέλαβε την εξουσία. Ακολούθησε η ανάγνωση διατάγματος, που δήθεν υπέγραφε ο βασιλιάς, με το οποίο γνωστοποιούσε την αναστολή άρθρων του συντάγματος. Κι αμέσως μετά, ακούστηκαν οι πρώτες απαγορεύσεις (κυκλοφορίας πεζών και οχημάτων, ανάληψης καταθέσεων, αγοράς ξένου συναλλάγματος και λειτουργίας των σχολείων).

Στις 8 το πρωί, τα πάντα βρίσκονταν κάτω από τον έλεγχο των αρχιπραξικοπηματιών, οι οποίοι βρέθηκαν στο περικυκλωμένο Τατόι και ζήτησαν να δουν τον βασιλιά. Τους ζήτησαν να αφήσουν τα όπλα τους και τους οδήγησαν μπροστά του. Ο Παττακός ξεκίνησε να μιλάει αλλά ο Κωνσταντίνος τον διέκοψε:

«Γιατί ξεσηκώσατε τις Ένοπλες Δυνάμεις, γιατί διεκόψατε τις τηλεπικοινωνίες μου, γιατί βάλατε στρατεύματα στις πόρτες μου, γιατί μου στερείτε το δικαίωμά μου να επικοινωνήσω με τον πρωθυπουργόν μου...».

Ο Παττακός του έδωσε επιστολή του αρχηγού ΓΕΣ, όπου «θα έβρισκε απαντήσεις για όλες τις ερωτήσεις του». Του ζήτησαν να υπογράψει τα έγγραφα για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Προσπάθησε να αρνηθεί. Ο Παττακός του υπενθύμισε ότι «οι επαναστάτες δεν συζητούν, απαιτούν». Συμφώνησαν να πάνε όλοι μαζί στο Πεντάγωνο. Εκεί, του πρότειναν να δεχτεί για πρωθυπουργό τον Σπαντιδάκη. Ο βασιλιάς δεν ήθελε στρατιωτικό. Οι πραξικοπηματίες δεν ήθελαν πολιτικό. Συμφώνησαν στο πρόσωπο του Κωνσταντίνου Κόλλια. Ήταν ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, άνθρωπος του παλατιού, ο ίδιος που είχε προσπαθήσει να φέρει εμπόδια στον ανακριτή της υπόθεσης Λαμπράκη, Χρήστο Σαρτζετάκη. Ο Σπαντιδάκης ανέλαβε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Εθνικής Άμυνας. Οι αρχηγοί του πραξικοπήματος πήραν τα υπουργεία Προεδρίας ο Παπαδόπουλος, Εσωτερικών ο Παττακός και Συντονισμού ο Μακαρέζος. Κι ο Ζωιτάκης έγινε υφυπουργός Εθνικής Άμυνας. Αρκούσαν ως πρώτη δόση. Στις 7 το βράδυ, ορκίστηκαν «ενώπιον του αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου». Η σύνθεση της πρώτης δόσης της κυβέρνησης γνωστοποιήθηκε στις 8.30 τη νύχτα.

Την ίδια νύχτα, ο πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Αθήνα, Φίλιπς Τάλμποτ, επισκέφτηκε τον βασιλιά στο παλάτι της οδού Ηρώδου Αττικού. Σύμφωνα με τον πρεσβευτή, ο Κωνσταντίνος του είπε ότι «ορισμένοι απίστευτα βλάκες, μπάσταρδοι, που είχαν τον έλεγχο των τανκς, οδήγησαν την Ελλάδα στην καταστροφή». Και τον ρώτησε, αν μπορούσε να οργανωθεί μια απόδραση του ίδιου και της οικογένειάς του με αμερικανικό ελικόπτερο ή, αν γινόταν, να κάνουν απόβαση Αμερικανοί πεζοναύτες, ώστε να ανακτήσει τον έλεγχο του στρατού. Ο Τάλμποτ απέφυγε να απαντήσει. Αντίθετα, στις εκθέσεις του στο αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών συνιστούσε να μην βοηθηθεί ο Κωνσταντίνος, αφού οι πραξικοπηματίες είχαν δηλώσει πίστη στο ΝΑΤΟ: «Ένα νέο πραξικόπημα θα μετέτρεπε τον βασιλιά σε αιχμάλωτο των κομμουνιστών».

Όσο συνέβαιναν αυτά, το στρατόπεδο στου Γουδή, ο Ιππόδρομος στο Φαληρικό Δέλτα και τα γήπεδα Καραϊσκάκη, λεωφόρου Αλεξάνδρας και ΑΕΚ, στην Νέα Φιλαδέλφεια, είχαν μεταβληθεί σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπου στοιβάζονταν χιλιάδες συλληφθέντες. Στου Γουδή είχαν μεταφερθεί ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο Μανόλης Γλέζος και άλλοι πολιτικοί, ενώ ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, πρωθυπουργός ως την προηγούμενη μέρα, είχε μεταφερθεί στο Πεντάγωνο.

Η πρώτη μέρα της δικτατορίας τέλειωσε με τους μουδιασμένους κατοίκους της Αθήνας να μην γνωρίζουν, ποιοι ακριβώς βρίσκονταν πίσω από όλα αυτά. Το πραξικόπημα είχε επιβληθεί «αναίμακτα», όπως ισχυρίστηκαν οι πραξικοπηματίες. Υπήρξαν, όμως, δυο νεκροί: Ο 15χρονος Βασίλης Πεσλής και η 24χρονη Μαρία Καλαβρού.

Πρωί, 21 Απρίλη, ο μικρός Βασίλης βρισκόταν στην πλατεία Αττικής, μαζί με άλλους που είχαν μαζευτεί εκεί, προσπαθώντας να μάθουν, τι συνέβαινε. Ακούστηκε μια ριπή αυτομάτου και οι συγκεντρωμένοι διαλύθηκαν. Στον τόπο, όμως, βρισκόταν νεκρός ο μικρός. Τον είχε πυροβολήσει ο έφεδρος λοχίας Λυμπέρης Ανδρικόπουλος. Σε ερώτηση φαντάρου, για ποιον λόγο τον σκότωσε, απάντησε: «Με είπε μαλάκα»490.

Το ίδιο πρωί, στην οδό Πατησίων και στο ύψος του κινηματογράφου «Ράδιο Σίτυ», η Μαρία Καλαβρού και η αδελφή της χάζευαν τα τανκς που περνούσαν. Ξαφνικά, ο ανθυπίλαρχος Ιωάννης Αλμπάνης, που βρισκόταν στον πυργίσκο ενός από τα άρματα μάχης, έστρεψε το πολυβόλο ενάντια στις κοπέλες και πυροβόλησε. Η Μαρία ούρλιαξε από τον πόνο κι έπεσε νεκρή. Ο φονιάς δικαιολόγησε την πράξη του: «Της έριξα της πουτάνας για να μάθει να φασκελώνει»491.

Τέσσερις μέρες αργότερα, 25 Απρίλη, στον Ιππόδρομο Φαλήρου, ο τότε ανθυπίλαρχος Κωνσταντίνος Κότσαρης, δολοφόνησε τον 45χρονο Παναγιώτη Ελή, τη στιγμή που έμπαινε στον θάλαμό του. Δικαιολογήθηκε ότι ο κρατούμενος «πήγε να το σκάσει» αλλά αυτόπτες μάρτυρες βεβαίωσαν ότι ο δολοφόνος είχε θυμώσει, επειδή ζήτησε από τον Ελή να προχωρήσει «τροχάδην», κάτι που το θύμα δεν μπορούσε να κάνει, καθώς φορούσε παντόφλες και όχι παπούτσια492.

Η χώρα «στον γύψο»

Στην πρώτη επίσημη εμφάνιση της δικτατορικής κυβέρνησης, ο Κωνσταντίνος επικρότησε έμμεσα το πραξικόπημα, ενώ ο πρωθυπουργός, Κόλλιας, ευχαρίστησε τους στρατιωτικούς για την «σωτήρια επανάσταση». Στην πλειοψηφία της, η δικτατορική κυβέρνηση περιλάμβανε άσχετους με την πολιτική ακροδεξιούς, ενώ υπήρχαν κι ελάχιστοι στρατιωτικοί. Σχεδόν όλοι οι υπουργοί αποτελούσαν διακοσμητικά στοιχεία, καθώς ουσιαστικά κυβερνούσαν οι γενικοί γραμματείς των υπουργείων, έμπιστοι όλοι τους των πραξικοπηματιών. Αρχικά, οι κυρίαρχες αποφάσεις παίρνονταν από την 14μελή «επαναστατική επιτροπή», που απαρτιζόταν από τους αρχηγούς του πραξικοπήματος. Την συνεπικουρούσε το «επαναστατικό συμβούλιο», το οποίο συγκροτούσαν 41 λοχαγοί, ταγματάρχες, αντισυνταγματάρχες και συνταγματάρχες. Μέχρι τα τέλη του 1968, όλοι τους είχαν παραμεριστεί από τον Παπαδόπουλο που εξελίχθηκε σε μοναδικό δικτάτορα.

Όραμά του είχε πει ότι ήταν η «ανάπλαση της κοινωνίας». Για να επιτευχθεί, επιβαλλόταν να υπάρξει περίοδος θεραπείας. Οπότε, για κάποιο διάστημα, «η δημοκρατία έμπαινε στον γύψο»: Κηρύχθηκε ο στρατιωτικός νόμος, απαγορεύτηκε η λειτουργία των κομμάτων καθώς και κάθε πολιτική δραστηριότητα και επιβλήθηκε αυστηρή λογοκρισία. Ιδιοκτήτρια των εφημερίδων «Καθημερινή» και «Μεσημβρινή», η Ελένη Βλάχου (1911 - 1995) ανέστειλε την κυκλοφορία τους. Η χούντα της επέβαλε περιορισμό «κατ' οίκον». Ήταν 15 Δεκέμβρη του 1967 (μόλις δυο μέρες μετά το αποτυχημένο βασιλικό αντιπραξικόπημα), όταν δραπέτευσε στο εξωτερικό, ξεφεύγοντας από την επιτήρηση (πέρασε στην ταράτσα του γειτονικού σπιτιού, όπου έμενε η γλύπτρια Ναταλία Μελά).

Το τι εννοούσε ο Παπαδόπουλος με την «δημοκρατία στον γύψο», δεν άργησε να φανεί. Κατά χιλιάδες συλλαμβάνονταν οι δημοκρατικοί πολίτες, όχι απαραίτητα αριστεροί. Αναβίωσαν και πολλαπλασιάστηκαν οι τόποι εξορίας, δημιουργήθηκαν στρατόπεδα συγκέντρωσης και ειδικά σώματα βασανιστών, στρατιωτικά και πολιτικά, ενώ οι φυλακές γέμισαν «αντιφρονούντες».

Τόπος εξορίας και παλαιότερα (ως το 1961), το μόλις 33,5 τ. χμ ξερονήσι των Κυκλάδων, η Γυάρος, ξαναλειτούργησε από τις πρώτες στιγμές της δικτατορίας. Στάλθηκαν «προληπτικά» άνδρες και γυναίκες, που θεωρήθηκαν επικίνδυνοι για το καθεστώς, χωρίς να υπάρξει κάποια δικαστική απόφαση. Χιλιάδες εξορίστηκαν σε δυο στρατόπεδα στη Λέρο (περίπου 4.000 ως το 1971), άλλοι στην Ανάφη κι άλλοι σε άλλα νησιά. Πολλοί στάλθηκαν σε ορεινά χωριά της ηπειρωτικής χώρας, ενώ πολύ γνωστό έγινε το στρατόπεδο στον Ωρωπό της Αττικής. Εκεί, φυλακίστηκαν, ανάμεσα σε άλλους, ο Χαρίλαος Φλωράκης, ο Μανόλης Γλέζος, ο Ανδρέας Λεντάκης και ο Μίκης Θεοδωράκης (το 1969). Η εκεί εμπειρία του τον ενέπνευσε να γράψει (στα 1974) το τραγούδι:

«Ο πατέρας εξορία και το σπίτι ορφανό
ζούμε μες στην τυραννία, στο σκοτάδι το πηχτό.
Κι εσύ λαέ βασανισμένε, μην ξεχνάς τον Ωρωπό.

Κλαίει κι η μάνα τώρα μόνη, κλαιν τα δέντρα, τα πουλιά,
στην πατρίδα μας νυχτώνει, ορφανή η αγκαλιά.
Κι εσύ λαέ βασανισμένε, μην ξεχνάς τον Ωρωπό.

Μες στα σύρματα κλεισμένοι, μα η καρδιά μας πάντα ορθή,
πάντα ο ίδιος όρκος μένει, λευτεριά και προκοπή.
Κι εσύ λαέ βασανισμένε, μην ξεχνάς τον Ωρωπό».

Κι αμέσως μετά την επικράτηση του πραξικοπήματος, ο Παπαδόπουλος διόρισε διοικητή της στρατιωτικής αστυνομίας (ΕΣΑ) τον αντισυνταγματάρχη Δημήτριο Ιωαννίδη, που αύξησε την δύναμή της σε 20.000 άνδρες και τη μετέβαλε σε αδυσώπητο στήριγμα του καθεστώτος. Το Ειδικό Ανακριτικό Τμήμα (ΕΑΤ ΕΣΑ) εξελίχθηκε σε άντρο φρικτών βασανιστηρίων, με αρχιβασανιστή τον αντισυνταγματάρχη Θεόδωρο Θεοφιλογιαννάκο. Εκεί, βασανίστηκαν, ανάμεσα σε άλλους, οι Κωνσταντίνος Αλαβάνος, δικηγόρος Διονύσης Μπουλούκος, συνταγματολόγος Δημήτρης Τσάτσος, οικονομολόγος Βιργινία Τσουδερού, Δημήτρης Μαρωνίτης, Αναστάσης Πεπονής, Ιωάννης Πεσματζόγλου και Αλέκος Παναγούλης. Αποκορύφωμα της δράσης του ΕΑΤ ΕΣΑ αποτέλεσε ο ταγματάρχης Σπύρος Μουστακλής (1926 - 1986): Τον συνέλαβαν 22 Μάη του 1973, για τη συμμετοχή του στο «κίνημα του ναυτικού» και τον βασάνιζαν επί 47 μέρες. Τα βασανιστήρια του προκάλεσαν εγκεφαλικό και τον άφησαν παράλυτο. Δεν μπόρεσε να ξαναμιλήσει.

Περιβόητο άντρο βασανιστηρίων υπήρξε και η υποδιεύθυνση της Γενικής Ασφάλειας, στην οδό Μπουμπουλίνας 18 (πίσω από το Αρχαιολογικό Μουσείο). Εκεί, έδρασαν οι βασανιστές Ευάγγελος Μάλλιος, Πέτρος Μπάμπαλης493 και Λάμπρου. Τα βασανιστήρια συνήθως γίνονταν στην ταράτσα, με την γειτονιά να ανατριχιάζει από τις κραυγές πόνου των θυμάτων. Ο Μίκης Θεοδωράκης βρέθηκε κρατούμενος εκεί από τον Αύγουστο του 1967. Τον Οκτώβρη, στην Μπουμπουλίνας βρέθηκε και ο Ανδρέας Λεντάκης. Τα άγρια βασανιστήρια, στα οποία τον υπέβαλαν, αλλά και ο ανάμεσά τους κωδικός επικοινωνίας που εφεύραν, οδήγησαν τον μουσικοσυνθέτη να γράψει (το 1973) το τραγούδι «Το σφαγείο»:

«Το μεσημέρι χτυπάνε στο γραφείο
μετρώ τους χτύπους, τον πόνο μετρώ,
είμαι θρεφτάρι, μ’ έχουν κλείσει στο σφαγείο,
σήμερα εσύ, αύριο εγώ.

Χτυπούν το βράδυ στην ταράτσα τον Ανδρέα,
μετρώ τους χτύπους, το αίμα μετρώ,
πίσω απ’ τον τοίχο πάλι θα 'μαστε παρέα,
τακ τακ εσύ, τακ τακ εγώ.

Που πάει να πει,
σ’ αυτή τη γλώσσα τη βουβή,
βαστάω γερά, κρατάω καλά.

Μες στις καρδιές μας αρχινάει το πανηγύρι,
τακ τακ εσύ, τακ τακ εγώ,
τακ τακ εσύ, τακ τακ εγώ.

Μύρισε το σφαγείο μας θυμάρι
και το κελί μας κόκκινο ουρανό.
Μύρισε το σφαγείο μας θυμάρι
και το κελί μας κόκκινο ουρανό

Χτυπούν το βράδυ στην ταράτσα τον Ανδρέα,
μετρώ τους χτύπους, το αίμα μετρώ,
πίσω απ’ τον τοίχο πάλι θα 'μαστε παρέα,
τακ τακ εσύ, τακ τακ εγώ.

Που πάει να πει,
σ’ αυτή τη γλώσσα τη βουβή,
βαστάω γερά, κρατάω καλά.

Μύρισε το σφαγείο μας θυμάρι
και το κελί μας κόκκινο ουρανό.
Μύρισε το σφαγείο μας θυμάρι
και το κελί μας κόκκινο ουρανό».

Παράλληλα, τα στρατοδικεία λειτουργούσαν με εντατικούς ρυθμούς και οι καταδίκες σε ισόβια και βαριές ποινές αποτελούσαν συνηθισμένο φαινόμενο, ενώ ο βασιλιάς υποχρεωνόταν να υπογράφει συνεχείς αποστρατείες, φιλοβασιλικών κυρίως, αξιωματικών.

Στον χώρο της Εκκλησίας, ο αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος αρνήθηκε να παραιτηθεί. Βρέθηκε με το ζόρι «ασθενής» στο νοσοκομείο, όπου παρέμεινε «για εξετάσεις» έναν μήνα. Όσο ο Χρυσόστομος «νοσηλευόταν», η χουντική κυβέρνηση εξέδωσε αναγκαστικό νόμο, με βάση τον οποίο διορίστηκε (9 Μάη του 1967) «αριστίνδην Ιερά Σύνοδος». Την επόμενη μέρα, ο υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων, (δικαστικός) Κωνσταντίνος Καλαμποκιάς, κήρυξε τον αρχιεπισκοπικό θρόνο σε χηρεία. Ο αρχιμανδρίτης του παλατιού, Ιερώνυμος, χειροτονήθηκε επίσκοπος και, 14 Μάη του 1967, εκλέχθηκε αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος». Θα ακολουθούσε πογκρόμ ενάντια σε μητροπολίτες και επισκόπους, που δεν ήταν αρεστοί στην χούντα, η οποία ως σύνθημά της πρόβαλλε το «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών».

Η Τοπική Αυτοδιοίκηση ξηλώθηκε πιο εύκολα: Οι δήμαρχοι και οι κοινοτάρχες καθαιρέθηκαν με συνοπτικές διαδικασίες. Πολλοί βρέθηκαν στην εξορία ή στις φυλακές. Αντικαταστάθηκαν από πειθήνια όργανα της χούντας. Ανάμεσά τους ήταν και ο Αριστείδης Σκυλίτσης που, τον Αύγουστο του 1967, διορίστηκε δήμαρχος Πειραιά και προχώρησε στην κατεδάφιση του Ράλλειου, του εμβληματικού Ρολογιού και άλλων κτιρίων, επέβαλε την χρήση πλαστικών χαλιών σε αντικατάσταση των όποιων χλοοταπήτων υπήρχαν και καθιέρωσε το ομοιόμορφο κιτς στα τραπεζοκαθίσματα των μαγαζιών.

«Από χωρίου εις χωρίον»

Το καλοκαίρι, ο Κωνσταντίνος επισκέφτηκε τον Καναδά και τις ΗΠΑ, όπου έκανε την γκάφα να ομολογήσει πως η κυβέρνηση «δεν ήταν δική του». Οι πραξικοπηματίες είχαν τον νου τους. Το βασιλικό ζευγάρι γύρισε στην Αθήνα 13 Σεπτέμβρη του 1967. Στο αεροδρόμιο, τον υποδέχτηκαν ο πρωθυπουργός (Κόλλιας) και ο αρχιεπίσκοπος (Ιερώνυμος). Ο Παπαδόπουλος τον επισκέφτηκε ελάχιστες μέρες αργότερα. Κουβαλούσε μαζί του έναν κατάλογο με τα ονόματα τετρακοσίων αξιωματικών προς αποστρατεία. Ο Κωνσταντίνος έκανε παζάρια. Συμφώνησαν να αποστρατευτούν οι 144.

Αμέσως μετά, ξεκίνησε η οργάνωση αντιπραξικοπήματος. Πρώτη ημερομηνία ορίστηκε η 26 Οκτώβρη, οπότε το βασιλικό ζευγάρι θα βρισκόταν στην Θεσσαλονίκη, έδρα του Γ' Σώματος Στρατού, με διοικητή τον πιστό στον βασιλιά στρατηγό Περίδη. Αναβλήθηκε, καθώς το σχέδιο δεν ήταν έτοιμο.

Νέα ημερομηνία ορίστηκε η 13 Δεκέμβρη του 1967. Οι στρατηγοί φαντάζονταν πως έλεγχαν το στράτευμα. Κι ο Κωνσταντίνος πίστευε πως ο λαός θα του συμπαραστεκόταν. Ξεχνούσε πως ο ίδιος είχε καταργήσει τον νόμιμο πρωθυπουργό της χώρας, Γεώργιο Παπανδρέου. Κι ότι η μητέρα του είχε εξαναγκάσει τον προηγούμενο εκλεγμένο πρωθυπουργό, Κωνσταντίνο Καραμανλή, να φύγει στο εξωτερικό. Άλλωστε, ελάχιστοι ήταν εκείνοι που θα διακινδύνευαν την ζωή τους για ν’ απαλλαγεί η χώρα από μια χούντα και ν’ αποκτήσει μιαν άλλη.

Το βασιλικό αντιπραξικόπημα εκδηλώθηκε με ηλίθιο τρόπο. Πρωί, 13 Δεκέμβρη, ο βασιλιάς, η οικογένειά του, ο πρωθυπουργός και το βασιλικό επιτελείο βρέθηκαν στην Καβάλα. Στην ουσία, όμως, ελάχιστες στρατιωτικές μονάδες κινήθηκαν. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι φιλοβασιλικοί διοικητές συνελήφθησαν από τους υφισταμένους τους. Για την χούντα των συνταγματαρχών, το αντιπραξικόπημα ήταν ουρανοκατέβατο δώρο. Ο Κωνσταντίνος αναγκάστηκε να φύγει στη Ρώμη, ενώ, από το ραδιόφωνο, αναμεταδιδόταν η ίδια ανακοίνωση: Ότι κινήθηκε ενάντια στη νομιμότητα, ο στρατός δεν τον ακολούθησε κι αυτός το έσκασε «κρυπτόμενος από χωρίου εις χωρίον».

Την ίδια μέρα, 13 Δεκέμβρη, ο στρατηγός Γεώργιος Ζωιτάκης ορκίστηκε αντιβασιλιάς και, με τη σειρά του, όρκισε τη νέα κυβέρνηση. Πρωθυπουργός και υπερυπουργός ο Γεώργιος Παπαδόπουλος που παραιτήθηκε από τον στρατό όπως και οι Νικόλαος Μακαρέζος και Στυλιανός Παττακός.

Αναγνώριση και κατακραυγή

Μόλις δέκα μέρες μετά το αντιπραξικόπημα, η χούντα ανάγγειλε αμνηστία: Αποφυλακίστηκαν όλοι οι φυλακισμένοι «εκτός από τους κομμουνιστές». Ανάμεσά τους και ο Ανδρέας Παπανδρέου, παρ' όλο που ήταν έγκλειστος στις φυλακές Αβέρωφ, ως υπόδικος για την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ: Είχε παραπεμφθεί με τις κατηγορίες ότι προετοίμαζε στρατιωτικό πραξικόπημα για να εγκαθιδρύσει κομμουνιστικό καθεστώς, που θα καταργούσε την βασιλεία και θα έβγαζε την χώρα από το ΝΑΤΟ. Υπήρξε, όμως, μεγάλη διεθνής κινητοποίηση από αναγνωρισμένους διανοούμενους (ανάμεσα στους οποίους και ο Καναδός οικονομολόγος Τζον Κένεθ Γκάλμπρεϊθ) και αφόρητη πίεση στον πρόεδρο των ΗΠΑ, Λίντον Τζόνσον, να παρέμβει, κάτι το οποίο έγινε. Ήταν 16 Γενάρη του 1968, όταν έφυγε από την Ελλάδα, με διαβατήριο που του παρέδωσε ο ίδιος ο Παττακός. Ένα μήνα αργότερα (27 Φλεβάρη), στην Στοκχόλμη της Σουηδίας, ανακοίνωσε την δημιουργία του Πανελλήνιου Απελευθερωτικού Κινήματος (ΠΑΚ).

Είχε προηγηθεί η αναγνώριση του στρατιωτικού καθεστώτος από τις ΗΠΑ (23 Γενάρη, με δήλωση του πρεσβευτή τους στην Αθήνα, Φίλιπ Τάλμποτ) και από την Βρετανία (27 Γενάρη, με δήλωση του πρεσβευτή της στην Αθήνα, Μάικλ Στιούαρτ). Και, αρχές Φλεβάρη, ο Παπαδόπουλος έλαβε θερμή επιστολή από τον Αμερικανό πρόεδρο, Λίντον Τζόνσον, όπου, ανάμεσα σε άλλα, τονίζονταν και οι «κοινές αξίες» που συνδέουν ΗΠΑ και Ελλάδα. Ακολούθησαν αναγνωρίσεις της χούντας ως νόμιμης κυβέρνησης και από άλλες χώρες του ΝΑΤΟ. Η δικτατορία θριάμβευε στον διεθνή χώρο. Τον Μάρτη, έδωσε στην δημοσιότητα και σχέδιο αναθεώρησης του συντάγματος: Ο στρατός θα είχε λόγο σχεδόν για τα πάντα.

Πρωί, 13 Αυγούστου του 1968 κι όπως κάθε μέρα, ο Παπαδόπουλος έφυγε από την έπαυλή του στο Λαγονήσι για να πάει στην Αθήνα. Όπως κάθε μέρα, μπροστά από το αυτοκίνητο που τον μετέφερε, κινιόνταν δυο μοτοσικλέτες και πίσω ακολουθούσε το αυτοκίνητο της προσωπικής του ασφάλειας. Ανάμεσα στο 31ο και το 32ο χιλιόμετρο της λεωφόρου υπήρχε μια υπόγεια σήραγγα, που χρησίμευε για την διοχέτευση των νερών της βροχής από την μια πλευρά του δρόμου στην άλλη. Μόλις πέρασε από το σημείο το αυτοκίνητο της ασφάλειας, μια τρομακτική έκρηξη ακούστηκε: Η σήραγγα είχε τιναχτεί στον αέρα.

Ο Παπαδόπουλος είχε γλιτώσει την ζωή του, επειδή η πυροδότησε καθυστέρησε κάποια ελάχιστα δευτερόλεπτα. Η πομπή σταμάτησε, οι άνδρες της ασφάλειας έσπευσαν στους δυο κρατήρες που είχαν ανοίξει στην άσφαλτο, ενώ η χωροφυλακή ειδοποιήθηκε κι απέκλεισε την περιοχή. Πίσω από έναν βράχο, εντοπίστηκε ένας 30χρόνος που φορούσε μαγιό. Ήταν ο Αλέκος Παναγούλης που είχε πυροδοτήσει τα εκρηκτικά αλλά, για ελάχιστες στιγμές, δεν είχε καταφέρει να σκοτώσει τον δικτάτορα. Έστελνε, όμως, ένα μήνυμα προς όλη την οικουμένη ότι η Ελλάδα, παρά το διεθνές επίσημο χαϊδολόγημα προς την χούντα, στέναζε από μια αδυσώπητη δικτατορία. Τον συνέλαβαν αλλά το μόνο, που είπε, ήταν ότι είχε δράσει μόνος του. Χρειάστηκαν δυο μέρες, ώσπου να μάθουν ποιος ήταν. Τον είχε παραλάβει ο Θόδωρος Θεοφυλογιαννάκος στο ΕΑΤ ΕΣΑ.

Μέλος της ΟΝΕΚ, μετέπειτα ΕΔΗΝ (νεολαίας της Ένωσης Κέντρου), ο Παναγούλης (1939 - 1976) είχε ιδρύσει την οργάνωση «Εθνική Αντίσταση» με κύριο σκοπό να βγάλει από τη μέση τον δικτάτορα. Για τον λόγο αυτόν, είχε διαφύγει στην Κύπρο, είχε εκπαιδευτεί και είχε επιστρέψει στην Αθήνα, μαζί με τα εκρηκτικά. Τον πέρασαν από δίκη (4 - 17 Νοέμβρη του 1968). Καταδικάστηκε σε θάνατο, ενώ ο σύντροφός του Λευτέρης Βερυβάκης σε ισόβια. Άλλοι επτά καταδικάστηκαν σε δεκαετή φυλάκιση και τρεις σε ποινές με αναστολή, ενώ άλλοι τρεις αθωώθηκαν.

Σύμφωνα με την απόφαση, ο Παναγούλης έπρεπε να εκτελεστεί μέσα σε τρία 24ωρα, «εκτός αν του διδόταν χάρη». Αρνήθηκε να υποβάλει σχετική αίτηση. Όμως, ο διεθνής σάλος που ξεσηκώθηκε, ανάγκασε την χούντα να αναβάλει επ' αόριστον την εκτέλεση. Δραπέτευσε από την φυλακή (5 Ιουνίου του 1969), ξαναπιάστηκε και, τελικά, αποφυλακίστηκε με την αμνηστία που δόθηκε τον Αύγουστο του 1973.

Η χούντα προσπάθησε να περάσει την απόπειρα ενάντια στον δικτάτορα ως μεμονωμένο επεισόδιο. Πριν, όμως, να καταλαγιάσουν οι εντυπώσεις, ήρθε το αναπάντεχο: Ήταν 1 Νοέμβρη του 1968, όταν πέθανε σε ηλικία ογδόντα χρόνων ο Γεώργιος Παπανδρέου. Αν και καταργημένος από τις 15 Ιουλίου του 1965, εξακολουθούσε να είναι ο τελευταίος εκλεγμένος πρωθυπουργός της Ελλάδας. Ήταν μια λεπτομέρεια που δεν πρόσεξε η χούντα. Έδωσε άδεια για δημόσια κηδεία.

Κυριακή, 3 Νοέμβρη του 1968, αμέτρητα πλήθη κατέβαιναν προς το κέντρο της Αθήνας, ν’ αποχαιρετήσουν τον νεκρό. Δεξιοί, κεντρώοι κι αριστεροί, παραμερίζοντας τις πολιτικές και ιδεολογικές τους διαφορές, σχημάτισαν μια απέραντη παναθηναϊκή διαδήλωση που εξελίχθηκε σε αυθόρμητο και βροντερό αντιχουντικό συλλαλητήριο, το πρώτο από την εγκαθίδρυση της χούντας. Ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά που ο Γεώργιος Παπανδρέου προσαγορευόταν ομόφωνα με το επίθετο «Γέρος της Δημοκρατίας», με το οποίο τον αποκαλούσαν οι οπαδοί του. Και ήταν στην κηδεία του. Κυριαρχούσαν τα συνθήματα «Παπανδρέου - Δημοκρατία - Ένα, ένα τέσσερα» και «Τι τα κάνατε τα "όχι" μας», καθώς είχε προηγηθεί (29 Σεπτέμβρη) το στημένο δημοψήφισμα για το νέο σύνταγμα (είχε «εγκριθεί» με 92,2%!). Για την χούντα των συνταγματαρχών, το παναθηναϊκό ξέσπασμα αποτελούσε μήνυμα σαφές, όμοιο μ’ εκείνο που οι Αθηναίοι έστειλαν στους Γερμανούς κατακτητές, 25 χρόνια πριν, στην κηδεία του Κωστή Παλαμά. Όμως, ήταν δύσκολο να κλειστεί ένας ολόκληρος λαός στην φυλακή. Η αστυνομία συνέλαβε 40 «πρωταίτιους».

«Γιατί έγινε η επανάσταση»

Η πρώτη αντιστασιακή πράξη ενάντια στην χούντα ήταν τα ανέκδοτα. Κυκλοφορούσαν στα αθηναϊκά στέκια και τσάκιζαν κόκαλα. Η επιγραφή κάτω από τον βασιλικό θυρεό που ανέφερε το «Ισχύς μου η αγάπη του λαού», επαναλαμβανόταν βελτιωμένη και επαυξημένη:

«Ισχύς μου η αγάπη του λαού και τα τανκς του Παττακού».

Μετά το αποτυχημένο βασιλικό αντιπραξικόπημα, καθώς ο φυγάδας Κωνσταντίνος είχε βγει ολυμπιονίκης στην ιστιοπλοΐα, στους ολυμπιακούς της Ρώμης (1960), το ευφυολόγημα αντικαταστάθηκε με το «1896: Ένας Λούης γίνεται ολυμπιονίκης - 1967: Ένας ολυμπιονίκης γίνεται λούης».

Κι ακόμα:

Την ημέρα του αντιπραξικοπήματος, ένας ουλαμός με άνδρες της ΕΣΑ χιμά στην είσοδο μιας πολυκατοικίας, ρίχνει την πόρτα και ζώνει το διαμέρισμα του ισογείου. Ο επικεφαλής βροντά την πόρτα, που την ανοίγει ένας έντρομος ένοικος. Πριν να προλάβει ο επικεφαλής να διατάξει τη σύλληψή του, ο ένοικος του ισογείου τον σταματά:

«Σας παρακαλώ, κύριε. Πρόκειται για τρομερή παρεξήγηση. Εμείς είμαστε φιλήσυχοι κομμουνιστές. Οι βασιλόφρονες μένουν στον δεύτερο».

Ένα άλλο δημοφιλές ανέκδοτο εξηγούσε, τον λόγο για τον οποίο έγινε το πραξικόπημα:

«Σε μια περιοδεία του, ο Παττακός αγορεύει σε συγκέντρωση, όπου εξηγεί τους λόγους, για τους οποίους έγινε η «επανάστασις της 21ης Απριλίου». Καθώς μιλά, αντιλαμβάνεται, στις πρώτες σειρές, τον Μήτρο να τον κοιτάζει χαζά. Σταματά την αγόρευση και τον ρωτά:

- Με καταλαβαίνεις, τι λέω;

Με κάθε ειλικρίνεια, ο Μήτρος:

- Όχι.

Ο Παττακός προσπαθεί να του εξηγήσει:

- Αν δεν γινόταν η επανάστασις, θα έρχονταν οι κομμουνιστές και θα καίγανε το σπίτι σου.

Πάντα χαζά, ο Μήτρος:

- Δεν έχω σπίτι.

Στωικά, ο Παττακός:

- Θα σφάζανε τη μάνα σου και τον πατέρα σου.

- Ξέρετε, ...είμαι ορφανός.

Μπερδεύεται ο Παττακός:

- Δεν έχεις κανένα συγγενή;

- Τη Χάιδω, την αρραβωνιαστικιά μου.

Θριαμβευτικά, ο Παττακός:

- Ωραία, λοιπόν. Αν δεν γινόταν η επανάστασις, θα έρχονταν οι κομμουνιστές και θα βιάζανε την αρραβωνιαστικιά σου. Κατάλαβες;

Και ο Μήτρος:

- Αμέ! Η επανάσταση έγινε για το μουνί της Χάιδως494».

Υπήρξαν και άλλα. Ανάμεσα σ' αυτά, και τα ακόλουθα:

«Χωρικός, νεοφερμένος στην πρωτεύουσα, περπατά στην πηγμένη από κόσμο οδό Σταδίου και φωνάζει:

- Μωρή! Πού είσαι, μωρή; Μωρή! Ε, μωρή...

Τον πλησιάζει αυστηρά ένας αστυφύλακας:

- Τι κάνεις, εδώ, εσύ;

Απορεί ο χωρικός:

- Δε βλέπεις; Ψάχνω τη γυναίκα μου. Μωρή! Πού είσαι, μωρή;

Αγριεύει ο αστυφύλακας:

- Δεν έχει όνομα η γυναίκα σου;

- Αμ, πώς δεν έχει...

- Τότε, να τη φωνάξεις με τ’ όνομά της.

Τον κοιτάζει αφοπλιστικά ο χωρικός:

- Άσε, κυρ αστυφύλακα. Ξέρω εγώ, τι κάνω...

Ο αστυφύλακας είναι ανένδοτος:

- Όχι. Θα κάνεις αυτό, που σου λέω, τώρα. Αλλιώς θα σε πάω στο τμήμα. Επιμένω να φωνάξεις τη γυναίκα σου με τ’ όνομά της, αυτή τη στιγμή.

Ο χωρικός έχει μουδιάσει:

- Ό,τι πεις.

Ανοίγει το στόμα του, το μετανιώνει, ο αστυφύλακας τον κοιτάζει βλοσυρός, δεν μπορεί να ξεφύγει. Παίρνει βαθιά ανάσα κι, ενώ το όργανο της τάξης τον κοιτάζει έντρομο, αρχίζει να φωνάζει:

- Ελευθερία! Ελευθερία! Πού είσαι, μωρή Ελευθερία;».

Άλλο:

«Με την επικράτηση του πραξικοπήματος, άρχισαν να τοποθετούνται στρατιωτικοί επικεφαλής των οργανισμών και των δημοσίων επιχειρήσεων αλλά και όπου αλλού μπορούσαν. Παλιό στέλεχος ενός από τους οργανισμούς αυτούς πήρε το θάρρος και παρουσιάστηκε σ’ έναν από τα κεφάλια της χούντας. Παρακάλεσε:

- Επειδή ο οργανισμός μας είναι υψίστης εθνικής σημασίας, γίνεται να μας στείλετε κάποιον που να μην είναι άσχετος;

Ο συνταγματάρχης ενθουσιάστηκε:

- Βεβαίως. Και θα σου στείλω τρεις υποψήφιους, να διαλέξεις τον καλύτερο.

Την επομένη, παρουσιάστηκαν ένας στρατηγός, ένας συνταγματάρχης κι ένας λοχαγός. Το στέλεχος τους έδωσε το θέμα:

- Θα ήθελα να μου απαντήσετε στην ερώτηση, τι είναι «μπιντέ»;

Ο στρατηγός σκέφτηκε λίγο και είπε:

- Μπιντέ είναι ο λόγος της άνωσης ενός πολεμικού σκάφους σε σχέση με το εκτόπισμά του.

Ο συνταγματάρχης απάντησε:

- Πρόκειται για την τροχιά ενός βλήματος, σε σχέση με το μέγιστο ύψος και το βεληνεκές του.

Ο λοχαγός παραξενεύτηκε:

- Εννοείτε το είδος υγιεινής, που συνήθως βρίσκεται στο μπάνιο;

Έλαμψε το πρόσωπο του στελέχους:

- Ακριβώς, κύριε. Η θέση είναι δική σας.

Το πληροφορήθηκε αυτός που έστειλε τους υποψήφιους και κάλεσε το στέλεχος στο γραφείο του:

- Τι 'ναι αυτά που έμαθα; Ο στρατηγός κι ο συνταγματάρχης σου έδωσαν επιστημονικές απαντήσεις και συ διάλεξες τον λοχαγό;

Και το στέλεχος:

- Ακούστε, κύριε συνταγματάρχα: Από δω και στο εξής, θα πρέπει να γλείφουμε κώλους. Τουλάχιστον, ας είναι καθαροί!».

Άλλο:

«Άνδρες της ΕΣΑ σπρώχνουν μπροστά στον βασιλικό επίτροπο τέσσερις λαϊκούς τύπους, μια λαϊκή γυναίκα κι έναν ακόμα, που μυξοκλαίει. Ο επικεφαλής των Εσατζήδων αναφέρει:

- Λαμβάνω την τιμήν ν’ αναφέρω ότι οι κατηγορούμενοι συνελήφθησαν στο λεωφορείο της γραμμής Πατήσια - Αμπελόκηποι, διότι, άνευ ουδεμιάς αφορμής, επέπεσαν, ομού και οι πέντε και έδειραν ανύποπτον αξιωματικόν, ο οποίος και νοσηλεύεται στο 401.

Εξαγριώνεται ο βασιλικός επίτροπος:

- Είπες, ετόλμησαν να χτυπήσουν αξιωματικό;

Στρέφεται στους τέσσερις και καλεί τον πιο μεγάλο:

- Τι έχεις να πεις για την βαρύτατη αυτή κατηγορία;

Ο κατηγορούμενος κοιτάζει τον βασιλικό επίτροπο αφοπλιστικά:

- Το Σουλάκι, το καμάρι μου. Είμαστε στο λεωφορείο. Κόσμος πολύς, πατείς με, πατώ σε. Και, τότες, να σου ο λεγάμενος. Ο αξιωματικός. Μέσα στο στριμωξίδι, απλώνει την χερούκλα του και, χραπ, πατάει μια τσιμπιά στο Σουλάκι.

Ο βασιλικός επίτροπος καλεί τον δεύτερο να του πει, τι έγινε. Εκείνος αρχίζει:

- Η τιμή της αδερφής μου...

Τον σταματά ο βασιλικός επίτροπος:

- Κατάλαβα. Έλα ο επόμενος. Γιατί χτύπησες τον αξιωματικό;

Ο τρίτος της παρέας απολογείται:

- Η τιμή της βαφτισιμιάς μου...

Τον κόβει ο βασιλικός επίτροπος και καλεί τον τέταρτο:

- Το Σουλάκι μου, κορώνα στο μέτωπο. Αρραβωνιάρα να ούμε κι ο λεγάμενος...

Τον σταματά ο βασιλικός επίτροπος:

- Εντάξει, κατάλαβα. Για έλα δω εσύ;

Πλησιάζει μουδιασμένος ο τελευταίος από τους συλληφθέντες. Ο επίτροπος τον ρωτά:

- Εσύ, ποια συγγένεια έχεις με την κοπέλα;

Ψελλίζει ο άνθρωπος:

- Ούτε που την ξέρω.

Εκνευρίζεται ο επίτροπος:

- Δεν την ξέρεις και χτύπησες τον αξιωματικό; Για ποιον λόγο;

Καταρρέει ο κατηγορούμενος:

- Παρεξήγηση, κύριε. Τραγική παρεξήγηση. Τους είδα όλους αυτούς να τον βαράνε και νόμισα πως έπεσε η χούντα».

Άλλο:

«Όρθιος, στριμωγμένος στο λεωφορείο, ρωτά ευγενικά τον μπροστινό του:

- Με συγχωρείτε, κύριε. Μήπως κατά τύχην είστε αξιωματικός;

Απορεί ο ερωτηθείς:

- Όχι, κύριε. Πως σας ήρθε;

Πάντα ευγενικά, ο πρώτος:

- Καμιά σχέση με τον στρατό, το ναυτικό, την αεροπορία;

- Σας είπα: ΟΧΙ.

Σε έντονο ύφος ξεσπάει ο πρώτος:

- Τότε πάρε το βρομοπόδαρό σου από πάνω μου, γιατί με ξενύχιασες».

Άλλο:

ΕΙΡΤ και ΥΕΝΕΔ ήταν τα δυο μοναδικά ασπρόμαυρα τηλεοπτικά κανάλια, που λειτουργούσαν επί χούντας. Ταλαίπωρος τηλεθεατής ανοίγει την τηλεόραση, στην ΥΕΝΕΔ, και πέφτει πάνω στον θεωρητικό της δικτατορίας, Γεωργαλά, που εξηγεί την αναγκαιότητα της «επαναστάσεως». Μπαφιασμένος, γυρνά στο κανάλι του ΕΙΡΤ. Στην οθόνη, ένας Εσατζής τον σημαδεύει με όπλο και τον διατάσσει:

- Γύρνα, αμέσως, στην ΥΕΝΕΔ.

Άλλο:

«Πρώτη επέτειος της 21ης Απριλίου και στην Γυάρο έχουν γιορτή. Από νωρίς, τα μεγάφωνα καλούν τους εκτοπισμένους στο χώρο συγκέντρωσης, όπου, κατά την ανακοίνωση, θα μιλήσει ένας από τους συντρόφους τους, που «είδε το φως της αλήθειας». Την ορισμένη ώρα, όλοι έχουν συγκεντρωθεί στον συνήθη τόπο. Μια εξέδρα έχει στηθεί, για την περίσταση. Άνδρες της ΕΣΑ σέρνουν έναν ταλαιπωρημένο κρατούμενο με φανερά σημάδια βασανισμού και κακοποίησης. Ο δυστυχής παίρνει ανάσα κι αρχίζει να ψελλίζει:

- Σύντροφοι ...σύντροφοι, ...σφάλαμε. Σύντροφοι, κάναμε μεγάλο λάθος... Η εθνική μας κυβέρνηση, σύντροφοι, είναι μεγαλόθυμη και πρόθυμη να μας συγχωρήσει. Αρκεί να δούμε το φως της αλήθειας, να καταλάβουμε το σφάλμα μας και να το αναγνωρίσουμε. Γιατί η εθνική κυβέρνηση είναι πανίσχυρη. Τώρα, μάλιστα, που πήραμε και την αμερικανική...

Παίρνει ανάσα και ουρλιάζει:

- ΒΟΗΘΕΙΑΑΑΑ!».

Άλλο:

«Στο δημοτικό σχολείο, η δασκάλα απευθύνεται στα παιδιά:

- Είπαμε χθες ότι θα εξηγήσουμε στους γονείς μας πως οι πρωτεργάτες της 21ης Απριλίου έσωσαν την χώρα από τον κομμουνισμό. Και ότι θα συστήσουμε στους δικούς μας να αναρτήσουν τα πορτρέτα τους σε περίοπτα σημεία του σπιτιού. Το κάναμε;

Απαντούν όλα μαζί:

- Μάλιστα.

Ενθουσιάζεται η δασκάλα:

- Ωραία. Πες μας, Κωστάκη. Τι κάνατε εσείς στο σπίτι σας;

Περήφανα ο Κωστάκης:

- Εμείς, κυρία, κρεμάσαμε στο σαλόνι τη φωτογραφία του κυρίου Παπαδόπουλου

- Μπράβο, Κωστάκη. Εσύ, Γιάννη;

- Εμένα ο μπαμπάς μου κρέμασε στο σαλόνι μια φωτογραφία και με τους τρεις τους.

- Εσύ, Σπύρο; Κρέμασες καμιά φωτογραφία;

Ντροπαλά, ο Σπύρος:

- Όχι, κυρία.

Επιτιμητικά, η δασκάλα:

- Όχι; Μήπως το ξέχασες;

Πάντα ντροπαλά, ο Σπύρος:

- Το θυμήθηκα, κυρία. Όμως... Η μαμά είπε να μην ανησυχώ και πως, όταν γυρίσει ο μπαμπάς από το νησί, θα τους κρεμάσουμε όλους».

Άλλο:

«Βραδάκι και κάποιος περπατά σιγοσφυρίζοντας ένα από τα απαγορευμένα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη. Τον ακούει ένας χαφιές και τον παίρνει από πίσω. Μπρος ο ένας, πίσω ο χαφιές, που παρακολουθεί, προχωρούν και φτάνουν ως ένα αστυνομικό τμήμα. Περνώντας μπροστά από το φυλάκιο, ο πρώτος σταματά να σιγοσφυρίζει, δείχνει τον χαφιέ και λέει στον αστυφύλακα φρουρό:

- Πιάσ’ τον αυτόν: Ακούει Θεοδωράκη».

Άλλο:

«Ταβερνάκι. Λίγοι θαμώνες, με δέος παρακολουθούν κάποιον, που έχει ανέβει σ’ ένα τραπέζι κρατώντας μισογεμάτο ποτήρι και μεθυσμένος αγορεύει:

- Αυτή η κυβέρνηση μάς πάει κατά διαόλου. Κυνηγητό, τρομοκρατία, διώξεις, φυλακίσεις, βασανιστήρια, εξορίες, φτώχεια, ανεργία... Δεν πάει άλλο. Κάτι πρέπει να γίνει, γιατί αλλιώς δεν υπάρχει ελπίδα. Να ξεσηκωθεί ο λαός και να τους κρεμάσει. Όλους. Αυτή η κυβέρνηση θέλει κρέμασμα. Ναι. Κρέμασμα...

Μια ομάδα από άνδρες της ΕΣΑ ορμά στην ταβέρνα και τον συλλαμβάνει. Ο μεθυσμένος διαμαρτύρεται.

- Παρεξήγηση, παιδιά. Παρεξήγηση. Εγώ μιλάω για την κυβέρνηση της Πολωνίας.

Κι ο Εσατζής:

- Ασ’ τα αυτά. Ξέρουμε πολύ καλά, ποια κυβέρνηση θέλει κρέμασμα».

Άλλο:

«Εποχή σποράς κι ο εκτοπισμένος στη Λέρο αγρότης βρίσκεται σε βαθιά θλίψη. Κάποια στιγμή, πάει στο τηλεφωνείο και καλεί το σπίτι του, στην Ήπειρο. Το σηκώνει η γυναίκα του. Ο αγρότης φωτίζεται:

- Έλα, εγώ είμαι. Μ’ ακούς;

Ταράζεται η γυναίκα:

- Νικόλα μου, εσύ είσαι; Πώς είσαι;

- Καλά είμαι. Δεν μπορώ να σου πω περισσότερα. Δεν έχουμε καιρό. Άκουσέ με καλά, χωρίς να με διακόπτεις. Θυμάσαι το χωράφι μας πίσω από την εκκλησία; Έχω θάψει εκεί κάτι όπλα. Θέλω να πας να τα πάρεις και να τα πετάξεις, μην τα βρει κανείς κι έχουμε μπελάδες.

Την επόμενη μέρα, τον φωνάζουν, επειγόντως, στο τηλεφωνείο. Είναι η γυναίκα του που μιλά εξαγριωμένη:

- Τι ’ναι αυτό που μου ’κανες, Νικόλα; Δεν πρόλαβα καλά - καλά να κλείσω το τηλέφωνο και πλάκωσαν τα τανκς κι οργώσανε το χωράφι και..

Τη διακόπτει ο Νικόλας:

- Τ’ οργώσανε, είπες;

- Ναι. Τ’ οργώσανε.

Κι ο Νικόλας:

- Ωραία. Σπείρε τώρα».

Άλλο:

«Ο Παττακός περιοδεύει σε σεισμόπληκτη περιοχή. Οι κάτοικοι μαζεύονται στη νομαρχία για να του αναφέρουν τα προβλήματά τους.
-Εσένα, τί σου λείπει;
-Το σπιτάκι μου. Με τον σεισμό έχει πάθει μεγάλες ζημιές....
Ο Παττακός απευθυνόμενος στον γραμματέα του:
-Γράψε στον κύριο ...σπίτι.
-Εσένα, ποιό είναι το πρόβλημα, που σε απασχολεί;
-Και το δικό μου σπίτι είναι σε άθλια κατάσταση...
Ο Παττακός στον γραμματέα:
-Γράψε και σ' αυτόν ...σπίτι.
Αφού έγραψε ένα σκασμό σπίτια, πλησιάζει ένας ηλικιωμένος και αναφέρει το δικό του πρόβλημα;
-Εγώ πολέμησα με του συμμάχους στην Κορέα και σε μία μάχη, από χειροβομβίδα, έχασα το δεξί μου αρχίδι και... καταλαβαίνετε. θα σας παρακαλούσα για μία μεταμόσχευση....
Ο Παττακός απτόητος απευθύνεται στον γραμματέα:
-Γράψε στον κύριο ...σπίτι!
Έκπληκτος ο γραμματέας διαμαρτύρεται χαμηλόφωνα:
-Μα κύριε αντιπρόεδρε, ο άνθρωπος ζήτησε μεταμόσχευση όρχεως!
-Βρε, γράψε που σου λέω εγώ ...σπίτι. Και οι άλλοι τ' αρχίδια τους θα πάρουνε».

Κι ακόμα ένα:
«Κάποιος ζητά από τον περιπτερά μια εφημερίδα. Ο περιπτεράς ρωτά, ποια θέλει, εκείνος απαντά "όποια να 'ναι", την παίρνει, ρίχνει μια ματιά στην πρώτη σελίδα και την πετά στα σκουπίδια.
Αυτό επαναλαμβάνεται καθημερινά για πολύ καιρό, με τον περιπτερά να έχει τρελαθεί από περιέργεια. Κάποια μέρα τον ρωτά, "γιατί ρίχνεις μόνο μια ματιά στην εφημερίδα κι έπειτα την πετάς;".

Η απάντηση τον προβληματίζει:
"Α, είναι απλό. Με ενδιαφέρουν μόνο οι κηδείες".
"Μα", διαμαρτύρεται ο περιπτεράς, "οι κηδείες είναι στις μέσα σελίδες".
"Μην ανησυχείς, αυτή που με ενδιαφέρει θα είναι στην πρώτη"».

Πορεία προς την απομόνωση

Η πρώτη αντιστασιακή πράξη ενάντια στην χούντα έγινε στις 6 Ιουλίου (του 1967). Την ημέρα αυτή, μια βόμβα έσκασε στην πλατεία Συντάγματος. Την πυροδότησαν μέλη των ΔΕΑ (Δημοκρατικών Επιτροπών Αντίστασης), τροτσκιστικών γκρουπούσκουλων495 που συνδέονταν με το «Κομμουνιστικό Διεθνιστικό Κόμμα Ελλάδος» (ΚΔΚΕ). Λίγες μέρες αργότερα (27 του μήνα), όσοι Αθηναίοι κινιόνταν στο κέντρο της πόλης, άκουσαν να μεταδίδονται αντιδικτατορικά μηνύματα από δυο μαγνητόφωνα τοποθετημένα σε μπαλκόνι πολυκατοικίας, στον αριθμό 65 της οδού Πανεπιστημίου. Τα είχαν τοποθετήσει εκεί μέλη του ΠΑΜ (Πανελλήνιου Μετώπου) που, όπως και η «Δημοκρατική Άμυνα» (Δ.Α.), ιδρύθηκε τέλη Απρίλη, σχεδόν αμέσως μετά το πραξικόπημα (θα μετονομαζόταν σε Πανελλήνιο Αντιδικτατορικό Μέτωπο).

Το «Πατριωτικό Μέτωπο» ιδρύθηκε ανήμερα του Πάσχα (30 Απρίλη), σε σύσκεψη στην Κυψέλη από το Μίκη Θεοδωράκη, τον μετέπειτα συγγραφέα του «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς» Χρόνη Μίσσιο, τους δημοσιογράφους Γιώργο Βότση και Άρη Μανωλάκο και τον Θ. Μπανούση. Όργανο της οργάνωσης ήταν η εφημερίδα «Νέα Ελλάδα». Τέλη Μάη, «ενέσκηψε η περισωθείσα ηγετική τριανδρία της ΕΔΑ (Δρακόπουλος, Μπριλλάκης και Φιλίνης) και "καπέλωσε" το κίνημα»496. Η προσπάθειά τους να απαλλαγούν από την κομματική κηδεμονία, δεν καρποφόρησε. Τρεις μέρες πριν από την καθοριστική συνάντηση, η χούντα συνέλαβε (21 Αυγούστου του 1967) τον Μίκη Θεοδωράκη.

Ανήμερα του Πάσχα (1967) ιδρύθηκε και η οργάνωση «Δημοκρατική Άμυνα». Υπήρξε η μετεξέλιξη του Ομίλου «Αλέξανδρος Παπαναστασίου»497, με την ένταξη σε αυτήν στελεχών της Ένωσης Κέντρου καθώς και πανεπιστημιακών. Η οργάνωση υπέστη μεγάλο πλήγμα τον Αύγουστο του 1969, όταν εκρηκτικός μηχανισμός έσκασε στα χέρια του Σάκη Καράγιωργα. Συνελήφθησαν τότε πάρα πολλά στελέχη της, βασανίστηκαν και καταδικάστηκαν από το στρατοδικείο (Απρίλης του 1970) σε βαριές ποινές.

Ως τον Δεκέμβρη του 1967, είχαν δημιουργηθεί αρκετές ακόμα αντιστασιακές οργανώσεις, με την ΕΚΟΝ «Ρήγας Φεραίος» να εξελίσσεται σε μια από τις πιο σημαντικές οργανώσεις νεολαίας (ιδρύθηκε Δεκέμβρη του 1967 από μέλη κυρίως της νεολαίας Λαμπράκη). Όργανό της ήταν η παράνομη εφημερίδα «Θούριος». Μετά την διάσπαση του ΚΚΕ (1968) εντάχθηκε στο ΚΚΕ εσωτ. Σεπτέμβρη του 1968, δημιουργήθηκε η ΚΝΕ (Κομμουνιστική Νεολαία Ελλάδας), μέλη της οποίας, Ιούλιο του 1972, δημιούργησαν την Αντι - ΕΦΕΕ, που εξελίχθηκε στη μεγαλύτερη παράταξη στον πανεπιστημιακό χώρο.

Οι αντιστασιακές οργανώσεις ξεφύτρωναν η μια μετά την άλλη, με αποτέλεσμα το 1969 να μετατραπεί σε χρονιά εκρήξεων αλλά και εξοντωτικών καταδικαστικών αποφάσεων, καθώς εξαρθρώθηκαν πολλοί αντιχουντικοί πυρήνες. Και, μπροστά στον κίνδυνο η χώρα να εκδιωχθεί από τους κόλπους του Συμβουλίου της Ευρώπης, η χούντα ανακοίνωσε (Γενάρη του 1969) ότι, με δική της πρωτοβουλία, η Ελλάδα αποχωρεί από το όργανο αυτό. Παράλληλα, οι χώρες της ΕΟΚ ανέστειλαν την διαδικασία ένταξης της χώρας στην κοινότητα (3 Φλεβάρη του 1970), ώσπου να επανέλθει η δημοκρατία. Αντίθετα, οι ΗΠΑ προχωρούσαν στην απροκάλυπτη στήριξη της χούντας. Και ο Σπύρος Άγκνιου, αντιπρόεδρος του προέδρου Νίξον, επισκέφτηκε επίσημα την Αθήνα (16 - 18 Οκτώβρη του 1971).

Η επόμενη παρενέργεια στην δράση της χουντικής κυβέρνησης είχε εσωτερικό χαρακτήρα: Ο επί πενήντα μήνες «αντιβασιλιάς», Ζωιτάκης, θεώρησε ότι ο ρόλος του ήταν αληθινά θεσμικός και άρχισε να εκφέρει απόψεις για το περιεχόμενο των διαταγμάτων που του έδιναν να υπογράψει. Ήταν 21 Μάρτη του 1972, όταν ξύπνησε απλός πολίτης. Νέος αντιβασιλιάς ανέλαβε ο Παπαδόπουλος, χωρίς να εγκαταλείψει τον πρωθυπουργικό θώκο.

Η πολιτιστική υποβάθμιση

Η συνειδητή προσπάθεια της χούντας να υποβαθμίσει το αισθητικό και πνευματικό επίπεδο του ελληνικού λαού ξεκίνησε το 1968 από την Αθήνα, με υπεύθυνο για τα πολιτιστικά πράγματα της χώρας τον πραξικοπηματία Ιωάννη Λαδά. Ήταν οι διεθνείς «Ολυμπιάδες του τραγουδιού» (διαγωνισμοί τραγουδιού) και οι γιορτές για την «Πολεμική αρετή των Ελλήνων», που συνδυάστηκαν και με τεράστια προπαγανδιστική προβολή του καθεστώτος. Την ίδια χρονιά (1968) ξεκίνησαν να λειτουργούν κανονικά και οι δυο τηλεοπτικοί σταθμοί, του ΕΙΡΤ και της ΥΕΝΕΔ (εξέπεμπαν πειραματικά από το 1966). Μεταβλήθηκαν σε συνειδητά όργανα προπαγάνδας του καθεστώτος.

Μια «εισαγωγική» εκδήλωση, ιδέα του διορισμένου από την χούντα δήμαρχου Αθηναίων, Δημ. Ρίτσου, είχε υποχρεωτικό αποδέκτη την αθηναϊκή νεολαία. Ήταν μια γιορτή για την «επανάσταση της 21ης Απριλίου», στο Παναθηναϊκό Στάδιο, που έγινε 10 Ιουνίου του 1968, μάλλον ως πρόλογος του τι επρόκειτο να ακολουθήσει. Η γιορτή ξεκίνησε με τους ήχους από τις σάλπιγγες ανδρών των ενόπλων δυνάμεων να ηχούν «προσοχή». Μέσα στην απόλυτη σιγή, που ακολούθησε, ακούστηκε η φωνή του Παττακού. Ερχόταν από τις επάλξεις του μεσαιωνικού κάστρου που είχε στηθεί στη μέση του σταδίου. Αμέσως μετά, οι θεατές γεύτηκαν πλούσιο καλλιτεχνικό πρόγραμμα, που παρουσίαζε ο κομφερανσιέ της χούντας, Γιώργος Οικονομίδης (κουνιάδος του Παπαδόπουλου). Στο πρόγραμμα υπήρχε και εκτέλεση του θούριου «Απρίλης» από την χορωδία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής:

«Μέσα στ' Απρίλη τη γιορτή,

το μέλλον χτίζει η νιότη,

αγκαλιασμένη, δυνατή,

μ' εργάτη, αγρότη, φοιτητή

και πρώτο τον στρατιώτη.

Τραγούδι αγάπης αντηχεί,

γελούν όλα τα χείλη

και σμίγουν μέσα στην ψυχή,

του Εικοσιένα η εποχή κι η Εικοσιμιά τ' Απρίλη.

Μες στις καρδιές μπαίνει ζεστή

του Απριλιού η λιακάδα

κι έχουν στα στήθια τους κλεισθεί

θρησκεία, οικογένεια και πάνω απ' όλα Ελλάδα».

Ακολούθησε η πρώτη Ολυμπιάδα τραγουδιού, επίσης στο Παναθηναϊκό Στάδιο. Οι συνταγματάρχες απαιτούσαν η εκδήλωση να διαθέτει δικό της ύμνο. Ο Οικονομίδης έγραψε τους στίχους αλλά ήθελε συνθέτη τον Μίκη Θεοδωράκη, που, εκείνη την εποχή, βρισκόταν σε «κατ' οίκον περιορισμό» (με τη μουσική του απαγορευμένη)! Για τον σκοπό αυτό, ο ίδιος ο Λαδάς επισκέφτηκε τον μουσικοσυνθέτη στο σπίτι του. Τον συνόδευε ο βασανιστής Λάμπρου. Γράφει ο Μίκης Θεοδωράκης:

«Αυτός ο άνθρωπος (ο Οικονομίδης) έχει βάλει σκοπό της ζωής του να μελοποιήσω τους στίχους του. Μεταχειρίστηκε πολλά μέσα. Αλλά ότι θα μου έστελνε κοτζάμ συνταγματάρχη και μάλιστα τον Λαδά, ε, αυτό δεν το περίμενα»498.

Η φιέστα άρχισε 26 Ιουλίου κι έληξε 28 του ίδιου μήνα (του 1968). Συμμετείχαν 17 χώρες με 32 τραγούδια, καθώς δεν υπήρχε περιορισμός στον αριθμό τραγουδιών που έστειλε κάθε κράτος (από την πλευρά της Ελλάδας υπήρχαν πέντε συμμετοχές, από την Ισπανία του Φράνκο μετείχαν τέσσερα τραγούδια κ.λπ.). Οι πρώτοι ομιλητές εξήραν το καθεστώς της χούντας. Έπειτα, ανέλαβε ο καλλιτεχνικός διευθυντής, Γιώργος Οικονομίδης. Η εκδήλωση άνοιξε με τον ύμνο της Ολυμπιάδας. Μια και ο Θεοδωράκης είχε αρνηθεί να τον μελοποιήσει, τον απάγγειλε ο ηθοποιός Νίκος Χατζίσκος. Πρώτο τραγούδι που ακούστηκε ήταν το «Tu vais voltar» («Επιστρέφετε») της Πορτογαλίας του Σαλαζάρ. Νικητής, όμως, αναδείχτηκε ο Βέλγος Louis Neefs (απομίμηση του Φρανκ Σινάτρα που εκείνη την εποχή μεσουρανούσε), με το τραγούδι «Iris». Το βραβείο, που συνοδευόταν από επιταγή 6.600 δολαρίων, του το απένειμε ο Παττακός. Το τραγούδι κυκλοφόρησε σε δίσκο με εξώφυλλο φωτογραφία του τραγουδιστή με τον Παττακό κατά την απονομή.

Οι ολυμπιάδες συνεχίστηκαν μέχρι και το 1973. Η τελευταία πραγματοποιήθηκε το τριήμερο 15 - 17 Ιουλίου (1973) και συμμετείχαν σ' αυτήν σαράντα χώρες με ισάριθμα τραγούδια.

Πριν να προλάβουν να συνέλθουν, οι κάτοικοι της Αθήνας βρέθηκαν αντιμέτωποι με την φιέστα για την «Πολεμική αρετή των Ελλήνων». Έγινε κι αυτή στο Παναθηναϊκό Στάδιο, 29 Αυγούστου (επέτειο της τελικής νίκης ενάντια στον Δημοκρατικό Στρατό). Κανονιοβολισμοί από τον Λυκαβηττό ανάγγειλαν την εκδήλωση.

Μετά την αγόρευση για την «επανάσταση που έσωσε την Ελλάδα» και την απαραίτητη παρέλαση, μοτοσικλετιστές της ΕΣΑ έκαναν ακροβατικά, σχημάτιζαν ανθρώπινες πυραμίδες, περνούσαν μέσα από φλόγες κ.λπ. Στη συνέχεια, άνδρες των ειδικών δυνάμεων έκαναν επίδειξη των ικανοτήτων τους, για να ακολουθήσει το κυρίως πιάτο: Φαντάροι ντυμένοι αρχαίοι Έλληνες έδιναν μάχες με άλλους ντυμένους Τρώες. Ξύλινα σπαθιά και ασπίδες από χαρτόνια συμπλήρωναν τις αμφιέσεις, ενώ ένας αντιαισθητικός Δούρειος Ίππος τόνιζε το πού υποτίθεται ότι διαδραματίζονταν όλα αυτά. Ακολουθούσε παρέλαση άλλων φαντάρων που παρίσταναν τους Μακεδόνες πολεμιστές του Μεγάλου Αλέξανδρου, εικόνες αντίστοιχης αισθητικής από το Βυζάντιο ή το αλβανικό έπος με γυναίκες να κουβαλούνε πυρομαχικά στην πρώτη γραμμή και άλλα ευτράπελα. Κι οπωσδήποτε, υπήρχε παρέλαση άρματος με την Ελλάδα να φορά χιτώνα, έχοντας μπροστά της τσολιάδες και πίσω της μεγάλη αφίσα με «το πουλί», σήμα κατατεθέν της δικτατορίας: Υποτίθεται ότι παρίστανε τον φοίνικα που αναγεννιέται από την τέφρα του αλλά η εικονογράφηση ήταν τόσο πολύ κακόγουστη, ώστε της έμεινε η ονομασία «το πουλί».

Οι πραξικοπηματίες ενθουσιάστηκαν τόσο πολύ από το αποτέλεσμα, ώστε, τέλη Σεπτέμβρη (1968), παρουσίασαν και αναπαράσταση της ναυμαχίας στη Σαλαμίνα. Και η φιέστα για την «Πολεμική αρετή των Ελλήνων» επαναλαμβανόταν κάθε χρόνο μέχρι και το 1973. Αντίγραφό της παρουσιάστηκε και στην Θεσσαλονίκη.

Η πολεμική αρετή των Ελλήνων πέρασε και στον κινηματογράφο: Ο παραγωγός ταινιών Τζέιμς Πάρις (Δημήτρης Παρασχάκης το πραγματικό όνομά του) μυρίστηκε ψωμί κι άρχισε να γυρνά «πατριωτικές ταινίες» τη μια μετά την άλλη. Η πρώτη είχε τίτλο «Στα σύνορα της προδοσίας», με σκηνοθέτη τον Ντίμη Δαδήρα και σεναριογράφο τον Σταμάτη Φιλιππούλη. «Κακός» ο Κώστας Πρέκας (πράκτορας της Κα Γκε Μπε), «καλός» ο Ανδρέας Μπάρκουλης (ταγματάρχης της ελληνικής αντικατασκοπείας). Ο Μπάρκουλης θα συλλάβει τον Πρέκα αλλά, στην δίκη στο στρατοδικείο, θα αποκαλυφθεί ότι «καλός» και «κακός» είναι αδέλφια. Απλά ο κακός είχε απαχθεί από τους κομμουνιστές, στο παιδομάζωμα, και είχε βρεθεί στην Μόσχα, δίκην γενίτσαρου, που, όμως, ανένηψε.

Ικανοποιημένοι με την υπόθεση, οι χουντικοί του παραχώρησαν την Βουλή, για να γυριστεί εκεί η δίκη του κατασκόπου. Η ταινία κυκλοφόρησε το 1968 κι ανταμείφθηκε με βραβεία καλύτερης παραγωγής, α' ανδρικού και β' γυναικείου ρόλου (Ίλυα Λιβυκού) στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Ο Τζέιμς Πάρις γύριζε τουλάχιστον μια ταινία τον χρόνο (τέσσερις στα 1971), με υπόθεση πάντα εθνικοπατριωτικού περιεχομένου. Συμμετείχε και στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, όπου σάρωνε τα βραβεία, συνολικά οχτώ στην διάρκεια της δικτατορίας. Το 1971 για δυο ταινίες και το 1972 γι' άλλες δυο.

Νωρίτερα (1967), είχε βγει στους κινηματογράφους η ταινία του Νίκου Φώσκολου «Κονσέρτο για πολυβόλα» με πρωταγωνιστές την Τζένη Καρέζη και τον Κώστα Καζάκο. Γνώρισε πολύ μεγάλη εμπορική επιτυχία κι έδωσε στον Φώσκολο την ιδέα να τη μετατρέψει σε τηλεοπτική σειρά. Γεννήθηκε ο «Άγνωστος πόλεμος» που εγκαταστάθηκε στην ΥΕΝΕΔ (226 επεισόδια από το 1971 μέχρι το 1974). Προβαλλόταν δυο φορές την εβδομάδα με τους δρόμους να ερημώνουν την ώρα της προβολής της.

Προσφιλής τομέας προπαγάνδας για την χούντα ήταν το ποδόσφαιρο. Ξεκίνησε αιφνιδιαστικά το 1968, με αφορμή το μπάσκετ, άθλημα που οι περισσότεροι πραξικοπηματίες αγνοούσαν. Το έμαθαν, όταν έκπληκτοι είδαν 80.000 θεατές να πλημμυρίζουν το Παναθηναϊκό Στάδιο για να παρακολουθήσουν τον τελικό του κυπέλλου κυπελλούχων Ευρώπης ανάμεσα στην ΑΕΚ και την Σλάβια Πράγας (4 Απρίλη του 1968). Νίκησε η ΑΕΚ (89 - 72) και η Αθήνα γνώρισε μια πρωτοφανή βραδιά, με γύρω στους 300.000 κατοίκους να διαδηλώνουν έξαλλα σε ολόκληρη την πόλη, σηκώνοντας στα χέρια τους μπασκετμπολίστες και μεταφέροντάς τους, από το στάδιο, στην πλατεία Ομονοίας και στην πλατεία Βικτωρίας.

Οι συνταγματάρχες διέγνωσαν πεδίο λαμπρό στον χώρο του αθλητισμού. Είχαν ήδη επιβάλει τη μετατροπή της γυμναστικής στα σχολεία περίπου σε στρατιωτική εκπαίδευση, ενώ το σύνθημα «κάθε πόλη και στάδιο, κάθε χωριό και γυμναστήριο» επαναλαμβανόταν συνεχώς από το ραδιόφωνο. Στα 1971, τους δόθηκε η μεγάλη ευκαιρία:

Ο Παναθηναϊκός αγωνιζόταν στο κύπελλο πρωταθλητριών Ευρώπης. Είχε ξεκινήσει με την ανίσχυρη ομάδα Ζενές Ες του Λουξεμβούργου, την οποία είχε νικήσει 2-1 στην έδρα της και 5-0 στο γήπεδό του, είχε ξεπεράσει την Σλόβαν Πρατισλάβας (νίκη 3-0 και ήττα 2-1), έκανε την έκπληξη αποκλείοντας την αγγλική Έβερτον με ένα εκτός έδρα γκολ (1-1 και 0-0 τα σκορ) αλλά είχε χάσει με 4-1 από τον Ερυθρό Αστέρα στο Βελιγράδι. Χρειαζόταν να νικήσει 3-0 στην Αθήνα, κάτι πολύ δύσκολο. Αποδείχτηκε εφικτό. Η Ελλάδα βούιζε από τους ψιθύρους ότι οι παίκτες της γιουγκοσλαβικής ομάδας έφυγαν από την Αθήνα καθένας με μια τηλεόραση μαζί του αλλά το αποτέλεσμα ήταν που μετρούσε. Ο Παναθηναϊκός είχε φτάσει στον τελικό. Θα έπαιζε στο στάδιο Γουέμπλεϊ του Λονδίνου με τον ολλανδικό Άγιαξ. Η προπαγάνδα της χούντας ξεπέρασε κάθε προηγούμενο: Τα γενναία Ελληνόπουλα απέναντι στα μεγαθήρια. Ο Παττακός βρέθηκε στις κερκίδες του γηπέδου, κρατώντας την «θαυματουργή εικόνα της Παναγιάς της Τήνου» που κι αυτή είχε επιστρατευτεί. Ο αγώνας έγινε 2 Ιουνίου του 1971 και τον παρακολούθησαν πάνω από 83.000 θεατές με τους περίπου 40.000 να είναι Έλληνες. Ο Παναθηναϊκός έχασε 2-0 «αλλά έδειξε τι θα πει Ελλάδα». Με τους Έλληνες που πανηγύριζαν το αποτέλεσμα να είναι περισσότεροι από τους αντίστοιχους Ολλανδούς, καθώς, παρά τις δικαιολογίες («ατυχία», διέγνωσαν οι εφημερίδες), η ήττα χρεώθηκε ως τσαλάκωμα της χούντας.

Η πολιτιστική αντεπίθεση

Οι συνταγματάρχες κατάργησαν ό,τι είχε απομείνει από την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση της Ένωσης Κέντρου, προχώρησαν στην απαγόρευση βιβλίων και δεν δίστασαν να κάψουν σε δημόσιες εκδηλώσεις ελληνικά βιβλία «αντεθνικού περιεχομένου». Δημιουργήθηκε κατάλογος απαγορευμένων συγγραφέων (περίπου διακόσιων) και έργων (γύρω στα 760). Ανάμεσά τους όλες οι αρχαίες τραγωδίες και κωμωδίες αλλά και έργα των Διονύσιου Σολωμού, Κωστή Παλαμά, Νίκου Καζαντζάκη, τα απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη και του Καραϊσκάκη κ.ά. Στον κατάλογο περιλήφθηκαν και ξένοι συγγραφείς, όπως οι Ντοστογιέφσκι, Ζολά, Τολστόι, Σαίξπηρ, Ονορέ ντε Μπαλζάκ, Ζαν Πολ Σαρτρ, Σιμόν ντε Μποβουάρ κ.ά.

Η λογοκρισία επεκτάθηκε και στην μουσική. Εκτός από όλα τα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη, που απαγορεύτηκαν με ειδικό διάταγμα του Οδυσσέα Αγγελή (με αριθμό 13/1-6-1967), η χούντα έκοψε ή λογόκρινε (με αποτέλεσμα να κυκλοφορήσουν και τροποποιημένα) τραγούδια των Μάνου Χατζηδάκη, Μίμη Πλέσσα, Σταύρου Κουγιουμτζή, Γιάννη Μαρκόπουλου, Άκη Πάνου, Λουκιανού Κηλαηδόνη, Απόστολου Καλδάρα, Βασίλη Αρχιτεκτονίδη, Βασίλη Κουμπή και πολλών άλλων.

Αντίθετα, προωθήθηκαν δημοτικά, τσάμικα και καλαματιανοί, κυρίως με «εθνικοπατριωτικό περιεχόμενο». Ανάμεσα σ' αυτά, ήταν και το τσάμικο:

«Ορέ η εθνική κυβέρνηση,

εθνική κυβέρνηση του έθνους μας σωτήρας.

Ορέ με Γιώργο Παπαδόπουλο, με Γιώργο Παπαδόπουλο και Παττακό λεβέντη.

Ορέ εικοσιμιά του Απριλιού, εικοσιμιά του Απριλιού εστήσανε το γλέντι».

Αλλά και το καλαματιανό:

«Στις εικοσιμιά τ' Απρίλη, σηκωθήκανε έξι φίλοι,

του στρατού μας οι φωστήρες και του έθνους οι σωτήρες.

Να μας ζήσει ο στρατός, Σπαντιδάκης, Παττακός,

Παπαδόπουλος ο Γιώργος, Κόλλιας ο πρωθυπουργός,

Μακαρέζος, Αγγελής κι όλοι οι επιτελείς».

Στα 1969, εκδόθηκε και το βιβλίο «Λαϊκή Μούσα». Περιλάμβανε όλα τα αφιερωμένα στην «επανάσταση» και στους «επαναστάτες» ποιήματα που, μέχρι τότε, είχαν εμπνευστεί οι θαυμαστές τους. Ανάμεσά τους:

«Κύριε Παπαδόπουλε, να ζήσης χίλια χρόνια,

γιατί προσφέρεις στον λαό αγάπη και συμπόνια».

Κι ακόμα:

«Ελάτε να ενισχύσουμε τον νέο κυβερνήτη,

τον Γιώργο Παπαδόπουλο που πήρε το τιμόνι.

Θ' αναστηθούν παλιοί καιροί και δοξασμένοι χρόνοι»

Και κάποιο που δεν άφηνε κανέναν παραπονεμένο:

«Λεβέντη Παπαδόπουλε, αετέ μου Μακαρέζο

και παλικάρι Παττακέ με δάφνες φορτωμένο».

Απέναντι σ' αυτή την αισθητική του κιτς, η αθηναϊκή νεολαία αντιπαρέταξε το κίνημα του νέου κύματος στην μουσική και στο ποιοτικό τραγούδι (από την γαλλική «Nouvelle Vague»499). Ήταν οι μπουάτ500 που (από τις αρχές της δεκαετίας του '60) άνθιζαν στην Πλάκα. Σταδιακά, μεταβλήθηκαν σε στέκια, όπου τραγουδιστής και πελάτες τραγουδούσαν απαγορευμένα τραγούδια, με κάποιον στην είσοδο να «φυλάει τσίλιες». Κάποιες βραδιές, δεν ξεκινούσε το πρόγραμμα, ώσπου να διευκρινιστεί «τι ρόλο έπαιζαν άγνωστες φάτσες» ανάμεσα στους θαμώνες που, λίγο πολύ, ήταν γνωστοί. Τέτοιες μπουάτ υπήρξαν οι «Εσπερίδες» και η «Απανεμιά», κολλητά η μια στην άλλη, στην οδό Θόλου, και η «Αγρύπνια», την οποία έκλεισε η χούντα στα 1973 (εκεί, παρουσίαζε την δουλειά του ο Χρήστος Λεοντής). Ήταν το 1969, όταν ο Γιάννης Μαρκόπουλος, από το Λονδίνο όπου βρισκόταν, γύρισε στην Αθήνα και στα τσάμικα των συνταγματαρχών αντέταξε την «επιστροφή στις ρίζες», που, γι' αυτόν, σήμαινε τον «σχεδιασμό του μέλλοντος, με ενδοσκόπηση, μελέτη και πλησίασμα των άφθαρτων πηγών της ζωντανής τέχνης του κόσμου και επιλεγμένες σύγχρονες πληροφορίες τέχνης». Ξανάφερε έτσι στην επιφάνεια το «Πότε θα κάνει ξαστεριά» που τραγουδιόταν παντού. Κι ο Διονύσης Σαββόπουλος παρουσίασε αντιδικτατορικό πρόγραμμα στο «Ροντέο» (1969 - 1971) και την δισκογραφική δουλειά «Μπάλος», σάτιρα της χουντικής φανφάρας (1971), και «Βρόμικο ψωμί» (1972).

Απέναντι στον Τζέιμς Πάρις, ο ελληνικός κινηματογράφος αντέταξε τον 35χρονο τότε Θόδωρο Αγγελόπουλο. Κέρδισε πρώτο βραβεία στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, το 1970, με την πρώτη του ταινία «Αναπαράσταση». Και άλλα δυο, με την δεύτερή του, το 1972, «Μέρες του 36». Στο ενδιάμεσο των δυο ταινιών του Αγγελόπουλου, προβλήθηκε το έργο του Αλέξη Δαμιανού «Ευδοκία» (1971) με το διάσημο ζεϊμπέκικο του Μάνου Λοΐζου («Το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας»). Την ίδια χρονιά (1971), βραβεύτηκε (τρία βραβεία) στο φεστιβάλ και η ταινία του Ντίνου Κατσουρίδη «Τι έκανες στον πόλεμο, Θανάση», με πρωταγωνιστή τον Θανάση Βέγγο. Ταινία που μάταια η χούντα προσπάθησε να «πνίξει» (τα «επίκαιρα» έδειξαν την βράβευση αλλά δεν ανέφεραν λέξη για την ίδια την ταινία).

Υπήρξαν και παράτολμες προβολές ξένων ταινιών, με αντιστασιακό περιεχόμενο. Μια από αυτές ήταν η αμερικανική «Φράουλες και αίμα» το 1970, που αναφερόταν στα γεγονότα του πανεπιστημίου Μπέρκλεϊ (Σαν Φρανσίσκο), όταν οι φοιτητές έκαναν κατάληψη σε ένδειξη συμπαράστασης στον Γαλλικό Μάη (του 1968) και διαμαρτυρίας για την αμερικανική εμπλοκή στο Βιετνάμ και σε άλλα σημεία της υφηλίου. Η κατάληψη διάρκεσε δυο μήνες και σταμάτησε αιματηρά, με επέμβαση της αστυνομίας που τραυμάτισε με σφαίρες περισσότερους από εκατό φοιτητές. Στην Αθήνα, η ταινία προβλήθηκε πέντε μέρες, ώσπου να την πάρουν είδηση τα όργανα της χούντας και να την απαγορεύσουν.

Απάντηση στη λίστα των απαγορευμένων βιβλίων και στην προληπτική λογοκρισία υπήρξε η εκκωφαντική σιωπή των λογοτεχνών. Στα χρόνια 1967 μέχρι 1969, τίποτα αξιόλογο από τον χώρο των συγγραφέων δεν είδε το φως της δημοσιότητας. Όμως, 28 Μάρτη του 1969, το BBC, η Ντόιτσε Βέλε και ο ραδιοφωνικός σταθμός του Παρισιού μετέδωσαν δήλωση του Γιώργου Σεφέρη (μοναδικού ως τότε ελληνικού νόμπελ λογοτεχνίας) ενάντια στην χούντα. Η δήλωση αυτή, καθώς και οι καταγγελίες στο Συμβούλιο της Ευρώπης, οδήγησαν την χούντα στην κατάργηση της προληπτικής λογοκρισίας (Οκτώβρης του 1969). Άμεσο αποτέλεσμα ήταν να ξεφυτρώσουν νέοι εκδοτικοί οίκοι, οι οποίοι ξεκίνησαν καταιγισμό εκδόσεων, αρχικά μεταφράσεων και, στη συνέχεια, επανεκδόσεων. Και, Ιούλιο του 1970, από τις εκδόσεις «Κέδρος», εκδόθηκε το τολμηρά αντιστασιακό βιβλίο «18 κείμενα»501.

Ήταν 22 Ιούνιου του 1973, όταν ο θίασος των Τζένης Καρέζη - Κώστα Καζάκου ανέβασε στο θέατρο «Αθήναιον» (απέναντι από το Πολυτεχνείο, στην οδό Πατησίων), το έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Το μεγάλο μας τσίρκο», σε μουσική και τραγούδια Σταύρου Ξαρχάκου (τα τραγούδησε ο Νίκος Ξυλούρης): Μια αλληγορική διαδρομή της ελληνικής ιστορίας από τον Όθωνα μέχρι την γερμανική κατοχή. Οι λογοκριτές δεν κατάλαβαν το έντονα αντιδικτατορικό περιεχόμενό του (το θεώρησαν απλή κωμωδία) αλλά το αθηναϊκό κοινό στριμωχνόταν να το απολαύσει. Η προσέλευση του κόσμου προβλημάτισε τους χουντικούς: Αστυνομικοί άρχισαν να παρακολουθούν τις παραστάσεις και να «κόβουν κίνηση». Τον Οκτώβρη (του 1973) η Τζένη Καρέζη και ο Κώστας Καζάκος φυλακίστηκαν στο ΕΑΤ - ΕΣΑ. Φυλακίστηκαν πάλι στην διάρκεια της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Όταν αποφυλακίστηκαν, συνέχισαν να δίνουν παραστάσεις του έργου (από 22 Δεκέμβρη του 1973).

Η αντίσταση στην τηλεόραση ήταν ανέφικτη, καθώς εκεί η λογοκρισία αποτελούσε θεσμό. Όμως, από 19 Ιουνίου του 1972 μέχρι 9 Φλεβάρη του 1974, κατάφερε να προβληθεί η σειρά «Εκείνος κι εκείνος», σε κείμενα Κώστα Μουρσελά. Πρωταγωνιστούσαν ο Βασίλης Διαμαντόπουλος (Λουκάς) κι ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος (Σόλων) που σατίριζαν την τότε κοινωνία και, έμμεσα, την ελληνική χουντική πραγματικότητα.

Η κατάληψη της Νομικής

Σε κάθε τομέα μαζικού συνδικαλισμού, η χούντα κατάργησε τις εκλεγμένες διοικήσεις και διόρισε δικές της. Όμως, από το 1972, στον πανεπιστημιακό χώρο ξεπήδησαν οι Φοιτητικές Επιτροπές Αγώνα (Φ.Α.Ε.) που κύριο έργο τους είχαν την αντιπαράθεση στα έργα των διορισμένων. Μια πρώτη ενέργεια ήταν η κατάθεση αίτησης στο Πρωτοδικείο της Αθήνας από 42 φοιτητές της Νομικής: Ζητούσαν την αντικατάσταση της διορισμένης διοίκησης στον «Σύλλογο Φοιτητών Νομικής η Θέμις» με άλλη, προσωρινή, και την προκήρυξη εκλογών για την ανάδειξη νέας. Ακολούθησαν ανάλογες αιτήσεις από τους φοιτητές όλων των σχολών. Πριν να εκδικαστούν, η χούντα απάντησε, Νοέμβρη του 1972, με στημένες φοιτητικές εκλογές. Η εκτεταμένη νοθεία βοήθησε να κερδηθούν από τους χουντικούς όλοι οι σύλλογοι αλλά έγινε αιτία να ξεπηδήσει δυναμικά το φοιτητικό κίνημα. Οι πραξικοπηματίες απάντησαν με τον Καταστατικό Χάρτη της Ανώτατης Παιδείας (26 Γενάρη του 1973): Ανάμεσα σε άλλα, καταργούσαν και τον συνδικαλισμό στην Ανώτατη Παιδεία. Οι φοιτητές του Πολυτεχνείου αποφάσισαν αποχή από τα μαθήματα (5 Φλεβάρη). Οκτώ μέρες αργότερα (13 του μήνα), δημοσιεύτηκε νομοθετικό διάταγμα (αρ. 1347), με το οποίο ο υπουργός Άμυνας μπορούσε να ανακαλεί την αναβολή στράτευσης των φοιτητών που δεν παρακολουθούσαν τα μαθήματα της σχολής τους. Την ίδια μέρα και την επόμενη (14 Φλεβάρη), οι φοιτητές πραγματοποίησαν συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας μέσα στο Πολυτεχνείο. Η δεύτερη συγκέντρωση διαλύθηκε βίαια, καθώς η αστυνομία εισέβαλε μέσα στο ίδρυμα. Συνελήφθησαν έντεκα φοιτητές, που παραπέμφθηκαν να δικαστούν, ενώ άλλων 88 διακόπηκε η αναβολή στράτευσης. Τους επιδόθηκαν φύλλα πορείας, για να παρουσιαστούν στο στράτευμα.

Ήταν 21 Φλεβάρη, όταν γύρω στους 4.000 φοιτητές κατέλαβαν το κτίριο της Νομικής, στην οδό Σόλωνος. Η ταράτσα της σχολής μετατράπηκε σε χώρο συγκέντρωσης. Ακούγονταν τα συνθήματα «Δημοκρατία», «Κάτω η χούντα», «Δεν περνά ο φασισμός», «Λευτεριά στ' αδέλφια μας», «Ελλάς Ελλήνων Φυλακισμένων». Οι συγκεντρωμένοι έκαναν έκκληση στον αθηναϊκό λαό να συνδράμει στον αγώνα τους κι έδωσαν όρκο αντίστασης:

«Εμείς οι φοιτηταί των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων ορκιζόμαστε στο όνομα της ελευθερίας να αγωνισθούμε μέχρι τέλους για την κατοχύρωση: α) των ακαδημαϊκών ελευθεριών, β) του πανεπιστημιακού ασύλου, γ) της ανακλήσεως όλων των καταπιεστικών νόμων και διαταγμάτων».

Διστακτικά στην αρχή, ξεθαρρεμένα στη συνέχεια, μαζεύτηκε πολύς κόσμος γύρω από το κτίριο της Νομικής. Επίθεση της αστυνομίας διέλυσε προσωρινά τους συγκεντρωμένους που, από την οδό Σόλωνος, σκόρπισαν στους γύρω δρόμους. Επανήλθαν και πλημμύρισαν την οδό Ακαδημίας, μόλις οι αστυνομικοί αποχώρησαν. Η κατάληψη της Νομικής έληξε το απόγευμα της επόμενης μέρας (22 του μήνα). Οι καταληψίες αποχώρησαν με ασφάλεια: Χάθηκαν μέσα στο πλήθος των συγκεντρωμένων.

Ένα μήνα αργότερα (20 Μάρτη του 1973), περίπου 2.000 φοιτητές κατέλαβαν για δεύτερη φορά το κτίριο της Νομικής. Η πρυτανεία έστειλε τελεσίγραφο: Ή αποχωρείτε ή καλούμε την αστυνομία. Οι φοιτητές δεν αποχώρησαν, η σύγκλητος (πρύτανης ο καθηγητής της Ιατρικής, Κωνσταντίνος Τούντας) κάλεσε την αστυνομία να επέμβει. Οι αστυνομικοί περίμεναν έτοιμοι. Σχεδόν αμέσως, ακολούθησε έφοδος. Το κτίριο εκκενώθηκε με άγριο τρόπο, τραυματισμούς και συλλήψεις.

«Εδώ Πολυτεχνείο»

Δυο μήνες μετά την δεύτερη κατάληψη της Νομικής, λίγο πριν να ξημερώσει 23 Μάη του 1973, ξέσπασε το κίνημα του Ναυτικού. Σκοπός του ήταν η απελευθέρωση της χώρας από την χούντα. Είχε, όμως, προδοθεί. Η χούντα το αντιμετώπισε άμεσα, με συλλήψεις στον ναύσταθμο της Σαλαμίνας. Ήταν 25 Μάη του 1973, όταν ο πλοίαρχος του αντιτορπιλικού «Βέλος», Νίκος Παππάς, που μετείχε σε νατοϊκή άσκηση, οδήγησε το πλοίο στο Φιομουτσίνο της Ιταλίας, όπου ο ίδιος και το πλήρωμά του ζήτησαν πολιτικό άσυλο. Επρόκειτο για πλήγμα ενάντια στην χούντα, που θεώρησε ότι ο βασιλιάς Κωνσταντίνος βρισκόταν πίσω από αυτό.

Μια βδομάδα αργότερα (1 Ιουνίου του 1973), με συντακτική πράξη, κατάργησε το πολίτευμα της βασιλευόμενης δημοκρατίας, κήρυξε έκπτωτο τον Κωνσταντίνο και τους διαδόχους του και εγκαθίδρυσε προεδρική κοινοβουλευτική δημοκρατία με προσωρινό πρόεδρο τον ίδιο τον Γεώργιο Παπαδόπουλο. Ένα στημένο δημοψήφισμα (29 Ιουλίου του 1973), τα επικύρωσε όλα μαζί: Σύνταγμα, πρόεδρο (Γ. Παπαδόπουλος) και αντιπρόεδρο (Οδ. Αγγελής): Υπέρ 78,43%, κατά 21,57%.

Ξεκίνησε η «πορεία προς την φιλελευθεροποίηση»: 19 Αυγούστου, σε επίσημη τελετή στη μητρόπολη, ο Γεώργιος Παπαδόπουλος ορκίστηκε πίστη στο σύνταγμα, ως εκλεγμένος πρόεδρος της δημοκρατίας. Ήταν 1 Οκτώβρη, όταν ανέθετε στον Σπ. Μαρκεζίνη την εντολή να σχηματίσει πολιτική κυβέρνηση. Μια βδομάδα αργότερα (8 Οκτώβρη), σαράντα νοματαίοι, η πολιτική κυβέρνηση, ορκίστηκαν πρωθυπουργός, υπουργοί και υφυπουργοί.

Κάποιοι πολιτικοί κρατούμενοι αποφυλακίστηκαν (ανάμεσά τους και ο Αλέκος Παναγούλης). Το καθεστώς υποσχέθηκε εκλογές για τις 14 Φλεβάρη του 1974 και προχώρησε σε μερική άρση της λογοκρισίας.

Οι φοιτητές ήταν αυτοί που ανέλαβαν ν’ αποκαλύψουν το αληθινό πρόσωπο της δήθεν πολιτικής κυβέρνησης. Με κινητήρια δύναμη τα αριστερά γκρουπούσκουλα, οι γενικές συνελεύσεις ενέκριναν ψηφίσματα, που διατύπωναν σειρά αιτημάτων. Όλα συνοψίζονταν στο τρίπτυχο «Ψωμί - Παιδεία – Ελευθερία». Ήταν 14 Νοέμβρη του 1973, όταν οι φοιτητές του Πολυτεχνείου αποφάσισαν αποχή από τα μαθήματα. Την επόμενη μέρα (15 του μήνα), το ίδρυμα ασφυκτιούσε από το πλήθος των φοιτητών που είχαν μαζευτεί. Οι εκλεγμένες Επιτροπές Αγώνα προχώρησαν στη δημιουργία μιας, επίσης εκλεγμένης, Συντονιστικής Επιτροπής. Την ίδια μέρα, η Συντονιστική Επιτροπή έπαιρνε την πρώτη της απόφαση:

Κατάληψη του Πολυτεχνείου.

Η χούντα των συνταγματαρχών δεν άργησε να συνέλθει από την πρώτη έκπληξη. Ελεύθεροι σκοπευτές ακροβολίστηκαν στις ταράτσες των γύρω κτιρίων. Άρχισαν να χτυπούν στο ψαχνό. Οι πρώτοι νεκροί και τραυματίες έβαψαν με το αίμα τους τον χώρο. Όμως, ο λαός δεν έμενε αργός. Ομάδες έσπευδαν να ενωθούν με τους φοιτητές. Εργάτες, υπάλληλοι, επιστήμονες. Ακόμη και αγρότες από κοντινές περιοχές. Το κεντρικό σύνθημα «Ψωμί - Παιδεία – Ελευθερία» γέμιζε τους τοίχους αλλά και τις πλευρές των λεωφορείων και τρόλεϊ. Η εξέγερση γενικευόταν, ξεπερνούσε τα φοιτητικά όρια, γινόταν παλλαϊκή.

Οι φοιτητές έστησαν ραδιοφωνικό σταθμό. Ο Δημήτρης Παπαχρήστος, η Μαρία Δαμανάκη κι ο Μίλτος Χαραλαμπίδης ανέλαβαν εκφωνητές. Κάθε λίγο, ακουγόταν το μήνυμα:

«Εδώ Πολυτεχνείο! Εδώ Πολυτεχνείο! Σας μιλά ο ραδιοφωνικός σταθμός των ελεύθερων αγωνιζομένων φοιτητών, των ελεύθερων αγωνιζομένων Ελλήνων».

Μεσάνυχτα 16 προς 17 Νοέμβρη, βγήκαν τα τανκς. Κύκλωσαν το Πολυτεχνείο. Ξημέρωνε 17 του μήνα, όταν ένα τανκ όρμησε και γκρέμισε την πύλη του Πολυτεχνείου, περνώντας και πάνω από τα σώματα εκείνων που είχαν σκαρφαλώσει σ’ αυτήν502. Ακολούθησε μακελειό. Ο Παπαχρήστος, που εκείνη την ώρα ήταν εκφωνητής του σταθμού, απάγγειλε τον εθνικό ύμνο. Μετά, ο σταθμός, σίγησε. Οι φοιτητές που βρίσκονταν μέσα στο Πολυτεχνείο, οδηγήθηκαν από τους φαντάρους στην πλαϊνή έξοδο (στην οδό Στουρνάρη) με ασφάλεια. Εκεί, όμως, περίμεναν αστυνομικοί που τους υποδέχτηκαν με χτυπήματα. Πολλοί φοιτητές βρήκαν άσυλο στις γύρω πολυκατοικίες. Μετρήθηκαν 23 αναγνωρισμένοι νεκροί κι άλλοι 16 άγνωστων στοιχείων503.

Ο στρατιωτικός νόμος επανήλθε.

Το αιματηρό τέλος

Ο υπουργός Δημόσιας Τάξης παραιτήθηκε, 24 Νοέμβρη (του 1973). Ο νέος, που ορκίστηκε, δεν πρόλαβε ν’ αναλάβει. Νύχτα, 24 προς 25 Νοέμβρη του 1973, τα τανκς ξαναβγήκαν. Ήταν το πραξικόπημα του Δημήτριου Ιωαννίδη, του αόρατου δικτάτορα, όπως αποκλήθηκε. Πρωί, 25 του μήνα, ο Φαίδων Γκιζίκης ορκίστηκε πρόεδρος της Δημοκρατίας και όρκισε την κυβέρνηση του Αδαμάντιου Ανδρουτσόπουλου. Στις 27, δημοσιεύτηκε διάταγμα, με το οποίο ο Γκιζίκης έπαιρνε και τον βαθμό του στρατηγού. Απερίσπαστη πια, η χούντα ετοίμασε το έγκλημα της Κύπρου. Αυτό, στο οποίο ο Παπαδόπουλος είχε αποτύχει:

Η πρώτη απόπειρα κατά της ζωής του προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας αρχιεπισκόπου Μακαρίου είχε γίνει στις 8 Μάρτη του 1970. Η δεύτερη, τριάμισι χρόνια αργότερα (7 Οκτώβρη του 1973). Η τρίτη ήταν πιο δραστική: Το πρωί της Δευτέρας, 15 Ιουλίου του 1974, ξέσπασε το ενάντιά του πραξικόπημα. Επικράτησε αλλά ο Μακάριος διέφυγε: Τη νύχτα, πετούσε για τη Μάλτα.

Ο Νίκος Σαμψών διορίστηκε «πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας». Για τους Τούρκους, όλα αυτά αποτελούσαν χρυσή ευκαιρία που δεν άφησαν να πάει χαμένη. Στην Αθήνα, όμως,

είχαν άλλα, κοπιαστικά, καθήκοντα. Ο Αμερικανός υφυπουργός Σίσκο πήγαινε κι ερχόταν κάνοντας το δρομολόγιο Αθήνα - Άγκυρα - Αθήνα, φροντίζοντας να ηρεμεί τους θερμόαιμους. Όφειλαν έμπρακτα να τον βοηθήσουν. Τη νύχτα, ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ Γρηγόριος Μπονάνος ήταν κατηγορηματικός: Δεν έπρεπε να δοθούν αφορμές στους Τούρκους.

Πήγαν όλοι στα σπίτια τους. Ο Μπονάνος προτίμησε τις κατασκηνώσεις του Αγίου Ανδρέα. Η ζέστη ήταν αφόρητη στην Αθήνα.

Ήταν 4.30, πρωί 20 Ιουλίου του 1974, όταν οι Τούρκοι ξύπνησαν τον Έλληνα πρεσβευτή στην Άγκυρα, Κοσμαδόπουλο, και άρχισαν να του εξηγούν πως, με το πραξικόπημα, παραβιάστηκε η συνταγματική τάξη στην Κύπρο, οπότε η Τουρκία, ως εγγυήτρια δύναμη, εξαναγκαζόταν να επέμβει. Το σχέδιο «Αττίλας» είχε ξεκινήσει.

Ο πρεσβευτής ξύπνησε τον πρωθυπουργό, Αδαμάντιο Ανδρουτσόπουλο, και τον ενημέρωσε. Ο Ανδρουτσόπουλος ξύπνησε τους άλλους κοιμώμενους. Έδωσαν όλοι ραντεβού στο Πεντάγωνο, για σύσκεψη. Κλήθηκαν να προσέλθουν και ο ευρισκόμενος στην Ελλάδα υφυπουργός Εξωτερικών, Τζόζεφ Σίσκο, μαζί με τον πρεσβευτή των ΗΠΑ στην Αθήνα, Χένρι Τάσκα. Τους ανακοινώθηκε ότι θα γίνει εισβολή στην Τουρκία και θα κηρυχτεί η ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, αν οι Τούρκοι δεν σταματήσουν την απόβαση. Έδωσαν και προθεσμία δυο ωρών. Οι Αμερικανοί επίσημοι έφυγαν με την υπόσχεση ότι θα μεταφέρουν τις ελληνικές θέσεις.

Μόλις οι Αμερικανοί αποχώρησαν, ο αρχηγός Ενόπλων Δυνάμεων, Γρηγόριος Μπονάνος, και οι αρχηγοί Στρατού Α. Γαλατσάκος, Ναυτικού Πέτρος Αραπάκης και Αεροπορίας Αλέξανδρος Παπανικολάου, καθώς και ο πρόεδρος της Δημοκρατίας στρατηγός Φαίδων Γκιζίκης το ξέκοψαν του Ιωαννίδη:

«Αν κηρύξουμε πόλεμο στην Τουρκία, πάμε χαμένοι».

Από το Λονδίνο, το BBC έκανε ότι μπορούσε για να επιτείνει τη σύγχυση μεταδίδοντας ότι οι Τούρκοι κατέλαβαν την Κυρήνεια και το διεθνές αεροδρόμιο της Λευκωσίας. Η Κυρήνεια δεν είχε καταληφθεί ακόμα. Το αεροδρόμιο δεν κυριεύτηκε ποτέ. Οι πρωινές ειδήσεις των 7, από την κρατική ραδιοφωνία, αγνοούσαν την εισβολή. Το ίδιο και το κυπριακό ραδιόφωνο.

Ως τις 9 το πρωί, στην Κυρήνεια, είχαν αποβιβαστεί 3.000 Τούρκοι. Την ώρα εκείνη κηρύχθηκε στην Κύπρο η επιστράτευση. Στην Αθήνα, κηρύχθηκε στις 11. Για τη χούντα, ήταν η αρχή του τέλους, καθώς η ιεραρχία στο στράτευμα έπρεπε να αποκατασταθεί. Οι απόστρατοι, που διώχτηκαν, επέστρεψαν. Βασίλευε το χάος αλλά οι συνταγματάρχες έπρεπε να υπακούουν στους ανωτέρους τους. Στην Κύπρο, οι Τούρκοι προχωρούσαν. Την Κυριακή, 21 του μήνα, συνέχιζαν την προέλασή τους. Τα μεσάνυχτα, ο υφυπουργός Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών, Τζόζεφ Σίσκο, που βρισκόταν στην Αθήνα, πρότεινε συμφωνία για κατάπαυση πυρός. Συμφωνήθηκε να ισχύσει από τις 4 το απόγευμα της Δευτέρας, 22 του Ιουλίου.

Στην Αθήνα, οι επιστρατευμένοι αλλά και χουντικοί αξιωματικοί πολιορκούσαν το Πεντάγωνο απαιτώντας δράση και αποφάσεις. Πέτυχαν να γίνει μια πλατειά σύσκεψη. Αποφασίστηκε να κληθούν και πολιτικοί. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Χένρι Κίσινγκερ που είχε προαναγγείλει την επιβολή της χούντας (των στρατηγών, όχι των συνταγματαρχών που τους πρόλαβαν) προανάγγειλε και την πολιτική μεταβολή στην Ελλάδα.

Η ασυνήθιστη δραστηριότητα του πρεσβευτή των Ηνωμένων Πολιτειών στη Λευκωσία, Ρότζερ Ντέιβις, πρωί της Τρίτης, 23 Ιουλίου, κατέληξε στην παραίτηση του Νίκου Σαμψών, ενώ προσωρινός πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας ορκίστηκε ο Γλαύκος Κληρίδης. Στην Αθήνα, οι εκπρόσωποι του πολιτικού κόσμου κλήθηκαν σε σύσκεψη στο κτίριο της Βουλής. Κράτησε ως αργά. Ο Ευάγγελος Αβέρωφ πρότεινε να κληθεί ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Ο Γκιζίκης αποδέχτηκε και τηλεφώνησε στο Παρίσι.

Οι φήμες διέτρεχαν την χώρα. Ο λαός βρισκόταν στο πόδι με τ’ αφτιά κολλημένα στα ραδιόφωνα. Το έκτακτο δελτίο ειδήσεων διέκοψε τη ροή του προγράμματος της τηλεόρασης στις 6 το απόγευμα, 23ης Ιουλίου του 1974:

«Εν όψει των εξωτερικών περιστάσεων, υφ’ ας τελεί η πατρίς, αι ένοπλοι δυνάμεις απεφάσισαν, όπως αναθέσουν την διακυβέρνησιν της χώρας εις πολιτικήν κυβέρνησιν».

Πριν καν τελειώσει η ανάγνωση της λιτής ανακοίνωσης, πανδαιμόνιο έπνιξε τα πάντα. Αναρίθμητος λαός ξεχύθηκε στους δρόμους, οι κόρνες των αυτοκινήτων έπαιρναν τ’ αφτιά, γαλανόλευκες σημαίες κυμάτιζαν. Σαν από σύνθημα, όλοι συνέκλιναν στο Σύνταγμα με τα ραδιόφωνα στα χέρια. Μια τεράστια κι ασυγκράτητη ανθρωποθάλασσα κινιόταν πέρα δώθε κραυγάζοντας συνθήματα και τραγουδώντας. Και, ξαφνικά, σιωπή. Νέο έκτακτο δελτίο ειδήσεων ακουγόταν στα τρανζιστοράκια:

«Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, που βρίσκεται στο Παρίσι από το 1963, επιστρέφει στην Ελλάδα».

Από το Λονδίνο, ο βασιλιάς τηλεφώνησε στον Καραμανλή και του ζήτησε να επιστρέψουν μαζί. Ο Καραμανλής τον έπεισε να περιμένει τηλεφώνημά του στο Λονδίνο, αφού διαπίστωνε την κατάσταση που επικρατούσε στην Αθήνα. Δεν του τηλεφώνησε ποτέ.

Στο Παρίσι, ο πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας, Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εστέν, διέθεσε το προσωπικό του αεροπλάνο για να μετακινηθεί ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Έφτασε στο αεροδρόμιο του Ελληνικού, στις 2 το πρωί, 24 Ιουλίου του 1974. Μέσα στην άγρια νύχτα, ξεπρόβαλε στο άνοιγμα κι έμεινε άφωνος στο κεφαλόσκαλο. Χιλιάδες άνθρωποι τον περίμεναν. Χιλιάδες άλλοι έρχονταν να προστεθούν. Κατάφερε να πει δυο λόγια, που κανένας δεν άκουσε.

Ήταν 4.15 το πρωί, όταν ορκίστηκε πρωθυπουργός μπροστά στον στρατηγό Φαίδωνα Γκιζίκη. Δώδεκα ώρες αργότερα, στις 4.15 το απόγευμα, ορκίστηκε το πρώτο κλιμάκιο της κυβέρνησης εθνικής ενότητας. Μέσα από τα μύρια προβλήματα των ημερών, ο τόπος άρχισε να μπαίνει σε ομαλή πορεία. Οι φυλακές άνοιξαν, οι εκτοπισμένοι γύρισαν.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

490. Κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα, αστυφύλακα Αθανάσιου Λιάσκα, στην δίκη του λοχία, Μάρτη του 1976, όταν και καταδικάστηκε σε εννιά χρόνια φυλάκιση.

491. Κατάθεση μαρτύρων στην δίκη του υπίλαρχου, Μάρτη του 1976. Ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε πεντέμισι χρόνια φυλάκιση. Έκανε αναίρεση και τον επόμενο χρόνο η ποινή μειώθηκε στα τρία χρόνια.

492. Ο πια ίλαρχος Κωνσταντίνος Κότσαρης, Ιούνιο του 1975, καταδικάστηκε σε φυλάκιση οχτώ χρόνων. Στο Αναθεωρητικό Στρατοδικείο, η ποινή του μειώθηκε στα έξι χρόνια.

493. Ο Μάλλιος και ο Μπάμπαλης δικάστηκαν μετά την μεταπολίτευση και αθωώθηκαν. Τους εκτέλεσαν, όμως, τον πρώτο η οργάνωση «17 Νοέμβρη» (14 Δεκέμβρη του 1976) και τον δεύτερο η οργάνωση «Ιούνης 78» (31 Γενάρη του 1979».

494. Η έκφραση ήταν πολύ κοινή την εποχή εκείνη και δήλωνε ότι κάτι έγινε χωρίς να υπάρχει λόγος.

495. Ομαδούλα: Από το γαλλικό groupuscule (μικρή ομάδα), υποκοριστικό του groupe (ομάδα).

496. Επιστολή του Γιώργου Βότση στην εφημερίδα «Φωνή των Συντακτών», 28.4.2017.

497. Ο «Όμιλος Παπαναστασίου», είχε ως στόχο τη μελέτη των σημαντικότερων προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας και την ανάληψη πρωτοβουλιών για την αντιμετώπισή τους. Ανάμεσα στα ιδρυτικά στελέχη του ήταν ο μετέπειτα πρωθυπουργός, Κώστας Σημίτης, ο υφυπουργός Παιδείας στην κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου, Γεώργιος Μυλωνάς, οι πανεπιστημιακοί Βασίλης Φίλιας, Γεώργιος Αλέξανδρος Μαγκάκης, Σάκης Καράγιωργας, Γεράσιμος Νοταράς, ο δικαστικός Σπύρος Πλασκοβίτης κ. ά.

498. Μίκη Θεοδωράκη, «Το Χρέος».

499. Ο όρος προσδιόριζε την προσπάθεια για την δημιουργία ποιοτικού αλλά και εύπεπτου κινηματογράφου. Ξεκίνησε από την Γαλλία (γύρω από το περιοδικό «Τετράδια του κινηματογράφου», Cahiers du Cinéma) και κατέκτησε τον κόσμο όλο. Πρώτη ταινία με αυτόν τον χαρακτηρισμό ήταν «Οι ζαβολιάρηδες» (Les tricheurs, 1958) του Μαρσέλ Καρνέ.

500. Η πρώτη μπουάτ (από το γαλλικό boîte, κουτί) άνοιξε στην οδό Νικοδήμου, στην Πλάκα, το 1960. Ήταν ο «Τιπούκειτος» του Γιώργου Μπουκουβάλα.

501. Περιείχε κείμενα των Γιώργου Σεφέρη, Μανόλη Αναγνωστάκη, Νόρας Αναγνωστάκη, Αλέξανδρου Αργυρίου, Αλέξανδρου Κοτζιά, Νίκου Κάσδαγλη, Λίνας Κάσδαγλη, Μένη Κουμανταρέα, Ρόδη Ρούφου, Γιώργου Χειμωνά, Θ. Δ. Φραγκόπουλου, Τάκη Σινόπουλου, Στρατή Τσίρκα, Καίης Τσιτσέλη, Σπύρου Πλασκοβίτη, Τάκη Κουφόπουλου και Δημήτρη Ν. Μαρωνίτη.

502. Για τους νεκρούς στην πύλη του Πολυτεχνείου, ο εισαγγελέας Δ. Τσεβάς που πραγματοποίησε έρευνα για τα τότε γεγονότα, ανέφερε στο πόρισμά του ότι είναι γεγονός «λίαν πιθανό αλλά ανεπιβεβαίωτο».

503. Κατά τον Χρήστο Λάζο («Ελληνικό φοιτητικό κίνημα 1821-1973»), οι νεκροί ήταν τουλάχιστον 83.

 

(τελευταία επεξεργασία, 13 Δεκεμβρίου 2020)

Επικοινωνήστε μαζί μας