Κεφ. 35 ΑΘΗΝΑ: Η μεταπολίτευση

Προς την ομαλότητα

Μέσα από τα μύρια προβλήματα των ημερών, ο τόπος άρχισε να μπαίνει σε ομαλή πορεία. Ήταν 1 Αυγούστου του 1974, όταν επανήλθε σε ισχύ το σύνταγμα του 1952, εκτός από τα άρθρα, που αναφέρονταν στο πολιτειακό καθεστώς. Στις 6 Αυγούστου, ο υποστράτηγος Ευθύμιος Καραγιάννης αντικατέστησε τον ταξίαρχο Μιχαήλ Γεωργίτση στην διοίκηση της κυπριακής εθνοφρουράς. Στις 15 Αυγούστου, ξεκίνησε ο Αττίλας 2. Αποτέλεσμα της εισβολής ήταν η κατοχή του 40% της Κύπρου και η δημιουργία 200.000 προσφύγων. Οι συνομιλίες με την Τουρκία διακόπηκαν, η Ελλάδα βγήκε από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, το ΚΚΕ νομιμοποιήθηκε και, 8 Οκτώβρη, η κυβέρνηση παραιτήθηκε, παραχωρώντας την θέση της σε υπηρεσιακή.

Τρεις μέρες αργότερα (11 Οκτώβρη), ιδρύθηκε και τυπικά το ΠΑΣΟΚ με πρόεδρο τον Ανδρέα Παπανδρέου (η ιδρυτική διακήρυξη είχε γνωστοποιηθεί από τις 3 Σεπτέμβρη). Στις 14, η Νέα Δημοκρατία (ΝΔ) με πρόεδρο τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και η Ενωμένη Αριστερά (ΕΑ) με πρόεδρο τον Ηλία Ηλιού της ΕΔΑ και συμμετέχοντες το ΚΚΕ και το ΚΚΕ εσ. Στις 19, η Ένωση Κέντρου - Νέες Δυνάμεις (ΕΚ - ΝΔ) με πρόεδρο τον Γεώργιο Μαύρο.

Οι πρώτες μετά τον Φλεβάρη του 1964 εκλογές έγιναν 17 Νοέμβρη του 1974, πρώτη επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, με το δίλημμα «Καραμανλής ή τανκς». Η ΝΔ κυριάρχησε με 54,37% και 220 βουλευτές. Ακολούθησαν η ΕΚ - ΝΔ (με 20,42% και 60 βουλευτές), το ΠΑΣΟΚ (13,58% και 12 βουλευτές) και η ΕΑ (9,47% και 8 βουλευτές). Τα υπόλοιπα κόμματα καταποντίστηκαν.

Ο μοναδικός ίσως άνθρωπος στην Ελλάδα που δεν πήρε το μήνυμα των εκλογών, ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου. Ο άνθρωπος που έμελλε να αλλάξει τη ροή της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας δεν συμβιβαζόταν με το 13,58% που του πρόσφερε ο ελληνικός λαός στην πρώτη εμφάνιση του ΠΑΣΟΚ και ήθελε να τα παρατήσει. Γι’ αυτόν, το αποτέλεσμα ήταν αποτυχία που εκτονώθηκε με ένα ζεϊμπέκικο στου Τσιτσάνη. Είχε διεμβολίσει την Ένωση Κέντρου, είχε καταξιώσει τον όρο «σοσιαλισμός», είχε παραμερίσει την Ενωμένη Αριστερά και είχε βάλει τα θεμέλια για την Αλλαγή αλλά ένιωθε αποτυχημένος παρ’ όλο που, παρά το ληστρικό εκλογικό σύστημα, ήταν πια επικεφαλής ενός κόμματος με δώδεκα βουλευτές στην Βουλή ενός λαού που προτίμησε «Καραμανλή» αντί «τανκς». Η πρώτη αντίδρασή του ήταν να δηλώσει ότι θα τα παρατήσει και θα φύγει από την Ελλάδα. Τον έπεισαν να μην το πράξει.

Η ΕΟΚ έκανε δώρο στον νικητή των εκλογών την ενεργοποίηση της διαδικασίας σύνδεσης που είχε παγώσει εξαιτίας της χούντας504. Με απόφαση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, η έναρξη της νέας βουλής αναβλήθηκε για τις 9 Δεκέμβρη, επομένη του δημοψηφίσματος για το πολίτευμα της χώρας. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός απέφυγε να πάρει θέση στο πολιτειακό, απαγόρευσε σε όσους ανήκαν στη ΝΔ να εκδηλωθούν και σύστησε στους οπαδούς του να ψηφίσουν κατά συνείδηση.

Τη νύχτα της Κυριακής, 8 Δεκέμβρη του 1974, οι Αθηναίοι είχαν ξεχυθεί στους δρόμους και πανηγύριζαν την οριστική νίκη της δημοκρατίας: 69,18% του ελληνικού λαού είχαν ψηφίσει «όχι στη βασιλεία», έναντι 30,82% που ψήφισαν «ναι». Μέσα σε πανηγυρική ατμόσφαιρα, με τους βουλευτές ξενυχτισμένους, έγινε ο αγιασμός της νέας Βουλής το πρωί της Δευτέρας, 9 Δεκέμβρη. Τα γεγονότα ακολούθησαν την φυσιολογική τους πορεία:

Ήταν 15 Δεκέμβρη του 1974, όταν ο στρατηγός Φαίδων Γκιζίκης παραιτήθηκε από πρόεδρος της δημοκρατίας. Τρεις μέρες αργότερα (18 του μήνα), η βουλή εξέλεξε νέο, προσωρινό, πρόεδρο το μέλος της Μιχαήλ Στασινόπουλο. Η κυβέρνηση (7 Γενάρη του 1975) κατέθεσε σχέδιο νέου συντάγματος, λαμβάνοντας υπόψη τη λαϊκή ετυμηγορία, η οποία απαιτούσε πολίτευμα προεδρευόμενης δημοκρατίας. Κατέθεσε και το Δ' Ψήφισμα που η Βουλή ενέκρινε (17 Γενάρη):

Με αυτό, δεχόταν ότι «η δημοκρατία δικαίω ουδέποτε κατελύθη». Σήμαινε ότι στις 21 Απρίλη του 1967, έγινε πραξικόπημα και όχι επανάσταση, όπως υποστήριζε η χούντα. Άνοιξε, έτσι, ο δρόμος για την δίωξη των πραξικοπηματιών. Με βάση το Δ' Ψήφισμα, συνελήφθησαν (μέχρι τότε βρίσκονταν σε «κατ' οίκον περιορισμό») και προφυλακίστηκαν οι Γ. Παπαδόπουλος, Στ. Παττακός, Ν. Μακαρέζος, Δ. Ιωαννίδης, Μ. Ρουφογάλης, Ι. Λαδάς, Κ. Παπαδόπουλος και Θ. Θεοφιλογιαννάκος.

Προφυλακισμένος, ο Ιωαννίδης μπόρεσε να έρθει σε επαφή με τον υποστράτηγο Παύλο Παπαδάκη και τον ταξίαρχο Νικόλαο Ντερτιλή, με σκοπό να οργανώσουν πραξικόπημα. Δεν τους βγήκε. Ο διευθυντής του τμήματος ασφάλειας της ΚΥΠ, ταγματάρχης Ιωάννης Αλεξάκης, τους πήρε είδηση και ειδοποίησε την κυβέρνηση. Νύχτα, 24 Φλεβάρη του 1975, πιάστηκαν 37 αξιωματικοί που αμέσως μπήκαν σε διαθεσιμότητα. Συνελήφθησαν στα σπίτια τους, όπου κοιμόντουσαν. Για τον λόγο αυτόν, ο υπουργός Εθνικής Άμυνας, Ευάγγελος Αβέρωφ, βάφτισε την κίνησή τους «πραξικόπημα της πιτζάμας», το οποίο επιχείρησαν «σταγονίδια» (χουντικά κατάλοιπα στο στράτευμα). Και με αυτήν την αφορμή, η κυβέρνηση προχώρησε σε μεγάλη αποστράτευση χουντικών αξιωματικών.

Ένας από τους συλληφθέντες, ο ταγματάρχης Παρασκευάς Μπόλαρης, κατόρθωσε να αποδράσει. Οι χουντικοί θέλησαν να τον μετατρέψουν σε λαϊκό ήρωα αλλά η προσπάθειά τους συνάντησε πλήρη αδιαφορία. Ο Μπόλαρης κατέφυγε στο εξωτερικό, μάταια θέλησε να προκαλέσει προβλήματα στην κυβέρνηση και, τελικά, γύρισε στην Ελλάδα, όταν το αδίκημά του είχε παραγραφεί.

Η Νέμεση

Η κοινοβουλευτική επιτροπή για το σύνταγμα ολοκλήρωσε τις εργασίες της στις 28 Μάρτη του 1975. Ακολούθησε μαραθώνιος συνεδριάσεων της ολομέλειας. Ήταν 7 Ιουνίου του 1975 όταν, με το ΙΒ' ψήφισμα της Βουλής, η Ελλάδα αποκτούσε το νέο της δημοκρατικό σύνταγμα. Ίσχυσε από τις 11 του μήνα. Ο προσωρινός πρόεδρος παραιτήθηκε. Η Βουλή εξέλεξε πρώτο πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας, 19 Ιουνίου, το μέλος της Κωνσταντίνο Τσάτσο. Ορκίστηκε στις 20 Ιουνίου του 1975.

Έμενε ένα κεφάλαιο ακόμη για να κλείσει η θλιβερή παρένθεση της δικτατορίας: Η νέμεση. Η δίκη των πρωταιτίων του πραξικοπήματος της 21ης Απρίλη του 1967 άρχισε, 29 Ιουλίου του 1975, σε ειδικά διαμορφωμένη αίθουσα των φυλακών του Κορυδαλλού.

Σιωπηλοί οι άλλοτε πανίσχυροι δικτάτορες άκουγαν τις καταθέσεις των μαρτύρων που ξαναζωντάνευαν την φρίκη της επτάχρονης χουντικής περιόδου. Ο νόμος της σιωπής ίσχυσε σε όλη την διάρκεια της δίκης. Ήταν 23 Αυγούστου του 1975, όταν ο πρόεδρος του δικαστηρίου, εφέτης Γιάννης Ντεγιάννης, ανακοίνωσε την απόφαση:

«Γεώργιος Παπαδόπουλος: Εις θάνατον! Νικόλαος Μακαρέζος: Εις θάνατον! Στυλιανός Παττακός: Εις Θάνατον!».

Από ισόβια ως πολύχρονες φυλακίσεις οι λίγοι υπόλοιποι. Οι πολλοί είχαν διαφύγει. Το έγκλημα του επτάχρονου βιασμού της λαϊκής θέλησης είχε κριθεί από το ανώτατο δικαστήριο «στιγμιαίο»: Άρχισε και τελείωσε τη νύχτα, 20 προς 21 Απρίλη. Που σήμαινε ότι οι συνειδητοί συνεργάτες της χούντας δεν είχαν διαπράξει αδίκημα. Θα δικάζονταν, αν το πραξικόπημα, ως αδίκημα, είχε κριθεί «διαρκές».

Νωρίς το απόγευμα της ίδιας μέρας που απαγγέλθηκε η απόφαση του δικαστηρίου, μια σύντομη κυβερνητική ανακοίνωση γνωστοποιούσε ότι η θανατική ποινή των πρωταιτίων μετατράπηκε σε ισόβια δεσμά. Στον σάλο που ακολούθησε, ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής απάντησε (29 Αυγούστου του 1975) με την φράση:

«Όταν λέμε ισόβια, εννοούμε ισόβια».

Αυτή η φράση ήταν που ανέστειλε πολλές φορές από τότε την προσπάθεια να δοθεί χάρη στους έγκλειστους του Κορυδαλλού.

Στις 16 Οκτώβρη του 1975, άρχισε η δίκη των υπευθύνων για τη σφαγή του Πολυτεχνείου. Ακολούθησε η δίκη για το πραξικόπημα στην Κύπρο. Σκόρπιες και «κατά περίπτωση» έγιναν οι δίκες των βασανιστών. Όπως τριάντα χρόνια πριν στη Νυρεμβέργη, άρχισαν με έντονο το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης και τελείωσαν μέσα σ’ ένα πέλαγος αδιαφορίας.

Είχε προηγηθεί η εκτέλεση του Ρίτσαρντ Γουέλς: Από τον Ιούλιο (του 1975) ήταν σταθμάρχης της CIA στην Αθήνα κι έμενε σε μονοκατοικία στο Παλιό Ψυχικό. Νύχτα, 23 Δεκέμβρη του 1975, γύριζε σπίτι του. Τρεις οπλοφόροι βγήκαν από ένα αυτοκίνητο: Οι δυο ακινητοποίησαν την γυναίκα του και τον οδηγό του. Ο τρίτος τον πυροβόλησε σχεδόν εξ επαφής. Είχε εμφανιστεί η Επαναστατική Οργάνωση «17 Νοέμβρη» (Ε. Ο. «17Ν»). Η δολοφονία του καθώς και εκείνη του βασανιστή Ευάγγελου Μάλλιου (14 Δεκέμβρη του 1976) επιδοκιμάστηκαν από μεγάλη μερίδα του ελληνικού λαού, ενώ το γκρουπούσκουλο «Προλεταριακή Αριστερά» τύπωσε προκήρυξη, στην οποία, ανάμεσα σε άλλα, σημείωνε:

«Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, η οργάνωση 17 Νοέμβρη έδρασε σαν εντολοδόχος του λαού. Το πιστόλι που εκτέλεσε τον Μάλλιο το κρατούσαν οι εκατοντάδες νεκροί της δικτατορίας, οι δεκάδες χιλιάδες βασανισμένοι, ένας ολόκληρος λαός. Γι’ αυτό και σύσσωμη ήταν η αντίδραση του λαού: “Ν’ αγιάσουν τα χέρια τους”»505.

«Βυθίσατε το Χόρα»

Ήταν το 1976, όταν ο υπουργός Παιδείας, Γεώργιος Ράλλης, προχώρησε στην επαναστατική για την εποχή ψήφιση του νόμου 330/76: Καθιέρωσε την ισοτιμία της δημοτικής γλώσσας με την καθαρεύουσα και αύξησε την υποχρεωτική εκπαίδευση των Ελλήνων από έξι σε εννέα χρόνια. Την ίδια χρονιά, ο πρωθυπουργός έδωσε εντολή να δημιουργηθεί ιδιαίτερη μονάδα καταστολής των διαδηλώσεων. Ο τότε γενικός γραμματέας του υπουργείου, Αναστάσιος Μπάλκος, την βάφτισε Μονάδα Αποκατάστασης τη Τάξης: ΜΑΤ. Ξεκίνησε με 150 άνδρες. Στα 1978, δημιουργήθηκαν και οι Μονάδες Ειδικών Αποστολών (ΜΕΑ).

Αυξάνοντας την ένταση στο Αιγαίο, η Τουρκία έβγαλε το ωκεανογραφικό πλοίο «Χόρα» να πραγματοποιήσει σεισμολογικές έρευνες στον ελληνικό θαλάσσιο χώρο ανάμεσα στην Μυτιλήνη, τον Άη Στράτη και τα τουρκικά παράλια (6 - 15 Αυγούστου του 1976). Ο Καραμανλής κάλεσε τον ραγδαία ανερχόμενο Ανδρέα Παπανδρέου για ενημέρωση (9 Αυγούστου). Τι ακριβώς ειπώθηκε στη συζήτηση ανάμεσα στους δυο άνδρες δεν έγινε γνωστό. Συμφώνησαν, όμως, να συνεργαστούν. Βγαίνοντας από το πρωθυπουργικό γραφείο, ο Ανδρέας Παπανδρέου έκανε έκκληση στην κυβέρνηση:

«Βυθίσατε το ''Χόρα''».

Η Ελλάδα κατέφυγε στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ (19 Αυγούστου). Η κρίση έληξε δίχως παρενέργειες. Ήταν από τις ελάχιστες φορές που κυβέρνηση και αντιπολίτευση συνεργάστηκαν, παραμερίζοντας την ανάμεσά τους αντιπαλότητα.

Έναν χρόνο αργότερα (1977), ο Κωνσταντίνος Καραμανλής προχώρησε στην προκήρυξη πρόωρων εκλογών. Τρία νέα κόμματα εμφανίστηκαν: Η αντικαραμανλική ακροδεξιά «Εθνική Παράταξη» με αρχηγό τον τελευταίο αποστάτη πρωθυπουργό, Στέφανο Στεφανόπουλο, οι Νεοφιλελεύθεροι με αρχηγό τον μοχλό της αποστασίας, Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, και η Συμμαχία Προοδευτικών και Αριστερών Δυνάμεων με αρχηγό τον Ηλία Ηλιού506.

Οι εκλογές έγιναν 20 Νοέμβρη (του 1977) και τις κέρδισε η Νέα Δημοκρατία του Καραμανλή, χάνοντας 12,5 μονάδες σε σχέση με το 1974. Κύρια αιτία ήταν η προσπάθεια να αναβιώσει το αστυνομικό κράτος, η ακροδεξιά Εθνική Παράταξη που του απέσπασε τους μισούς από τους ψηφοφόρους που τον εγκατέλειψαν και η εξαφάνιση κάθε απειλής για πραξικόπημα: Πια, δεν λειτουργούσε το «Καραμανλής ή τανκς». Η ΝΔ πήρε 41,84% των ψήφων κι εξέλεξε 172 βουλευτές. Η Ένωση Κέντρου (ΕΔΗΚ, πια) συρρικνώθηκε στο 11,95% με μόλις 15 βουλευτές και το ΠΑΣΟΚ σχεδόν διπλασίασε την δύναμή του (ανέβηκε στο 25,34% εκλέγοντας 93 βουλευτές). Το ΚΚΕ πήρε 9,36% (ένδεκα βουλευτές), η Συμμαχία 2,72% (δυο βουλευτές) και οι Νεοφιλελεύθεροι 1,08% (εκλέχτηκαν ο Μητσοτάκης κι ο Παύλος Βαρδινογιάννης).

Πριν να περάσει εξάμηνο, το κόμμα των Νεοφιλελεύθερων διαλύθηκε και οι βουλευτές του, Κ. Μητσοτάκης και Π. Βαρδινογιάννης, προσχώρησαν στη ΝΔ (10 Μάη του 1978). Ως τότε, πολλοί βουλευτές της ΕΔΗΚ (με πρώτον τον αρχηγό της Γεώργιο Μαύρο) έγιναν ανεξάρτητοι, ενώ άλλοι τέσσερις (ανάμεσά τους και ο Αθανάσιος Κανελλόπουλος) προσχώρησαν στη ΝΔ.

Ήταν 28 Μάη του 1979, όταν, σε πανηγυρική εκδήλωση στο Ζάππειο, ο Κ. Καραμανλής ως πρωθυπουργός και ο Γεώργιος Ράλλης ως υπουργός Εξωτερικών υπέγραψαν τη συμφωνία προσχώρησης της Ελλάδας στην τότε ΕΟΚ. Η συμφωνία εγκρίθηκε από την Βουλή, στις 28 Ιουνίου του 1979. Έμελλε να ισχύσει από την Πρωτοχρονιά του 1981.

Όμως, τα οικονομικά της χώρας δεν πήγαιναν καλά. Η κυβέρνηση εφάρμοσε πολιτική σκληρής λιτότητας που προκάλεσε αντιδράσεις. Στην ημερήσια διάταξη βρέθηκαν φοιτητικές, αγροτικές και εργατικές κινητοποιήσεις. Αντιμετωπίστηκαν από τα νεοϊδρυμένα ΜΑΤ που, στις περισσότερες περιπτώσεις, επέδειξαν τον υπερβάλλοντα ζήλο των νεοφώτιστων: Οι συλλήψεις και οι τραυματισμοί διαδηλωτών έγιναν καθημερινό φαινόμενο. Ήταν 8.30' το βράδυ ,16 Γενάρη του 1980, όταν ο υποδιοικητής των ΜΑΤ, Παντελής Πέτρου, και ο οδηγός του, Σωτήρης Σταμούλης, δέχτηκαν δολοφονική επίθεση στο Παγκράτι. Στον τόπο, βρέθηκαν δέκα κάλυκες από δυο διαφορετικά «45άρια». Προκηρύξεις, που πετάχτηκαν την ίδια νύχτα στα προπύλαια του πανεπιστημίου και στο Παλιό Φάληρο, γνωστοποιούσαν ότι οι δυο άντρες εκτελέστηκαν από την Επαναστατική Οργάνωση «17 Νοέμβρη»: Επειδή αντιπροσώπευαν τα ΜΑΤ, την «κύρια δύναμη τρομοκράτησης του λαού». Όμως, οι νεκροί δεν συνδέονταν με την δικτατορία ή τους βασανιστές της. Η δημοφιλία της οργάνωσης δέχτηκε το πρώτο της πλήγμα.

Η πτώση της ΝΔ

Σε συνεννόηση με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή που διέβλεπε ήττα στις επόμενες εκλογές, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος παραιτήθηκε από πρόεδρος της Δημοκρατίας (Απρίλης του 1980)507. Εκτός από τον πρωθυπουργό, υποψηφιότητα για την προεδρία της Δημοκρατίας υπέβαλαν άλλοι πέντε. Η δύναμη της Νέας Δημοκρατίας εκείνη την ώρα ήταν 178 βουλευτές (172 που είχαν εκλεγεί το 1977, οι δυο των Νεοφιλελευθέρων και οι τέσσερις που προέρχονταν από την ΕΔΗΚ). Στην πρώτη ψηφοφορία (23 Απρίλη), ο Καραμανλής ψηφίστηκε από 179 βουλευτές. Χρειαζόταν, όμως, διακόσιες ψήφους, όπως και στην δεύτερη, όπου ψηφίστηκε από 181, αριθμό ικανό για να εκλεγεί στην τρίτη (5 Μάη του 1980), στην οποία αρκούσαν 180. Πήρε 183.

Η κοινοβουλευτική ομάδα της ΝΔ εξέλεξε πρόεδρο του κόμματος τον Γεώργιο Ράλλη (8 Μάη) με 88 ψήφους έναντι 84 που πήρε ο Ευάγγελου Αβέρωφ. Ορκίστηκε πρωθυπουργός (9 Μάη του 1980). Η ηπιότητα ήταν το χαρακτηριστικό του. Προσπάθησε να την επιβάλει στην πολιτική ζωή της χώρας αλλά συνάντησε ανυπέρβλητα εμπόδια, ακόμα και μέσα στο κόμμα του: Η μικρή διαφορά στις ψήφους της νίκης του τον καθιστούσε ευάλωτο στην κριτική του Ευάγγελου Αβέρωφ.

Ήταν 19 Οκτώβρη του 1980, όταν η κυβέρνησή του αποφάσισε την επανένταξη της Ελλάδας στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ. Η αντιπολίτευση (ΠΑΣΟΚ και ΚΚΕ) υποδέχτηκε την απόφαση με μεγάλα αντικυβερνητικά συλλαλητήρια, στα οποία κυριαρχούσε το σύνθημα «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο». Η ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ, τυπικά, ίσχυσε από την 1η Γενάρη του 1981.

Δώδεκα μέρες νωρίτερα (19 Δεκέμβρη του 1980) κι ενώ η στολισμένη Αθήνα περιμένει τον ερχομό των Χριστουγέννων, με την αγορά να εναποθέτει τις ελπίδες της στις γιορτινές εισπράξεις, διπλή τρομοκρατική επίθεση ήρθε να προστεθεί στην ήδη οξυμένη πολιτική αντιπαράθεση: Ώρα 3.07', ξημερώματα, φλόγες ξεπήδησαν ταυτόχρονα μέσα από τα κτίρια και τύλιξαν τα πολυκαταστήματα «Μινιόν» στην αρχή της οδού Πατησίων και «Κατράντζος Σπορ» στην οδό Σταδίου, κοντά στην πλατεία της Ομόνοιας. Τα εύφλεκτα υλικά που υπήρχαν μέσα στα πολυκαταστήματα, βοήθησαν να φουντώσει η φωτιά. Μισή ώρα αργότερα, 42 οχήματα της Πυροσβεστικής, με 170 άνδρες ρίχτηκαν στη μάχη με τις φλόγες. Έτσι κι αλλιώς, τα πολυκαταστήματα ήταν αδύνατο να σωθούν. Οι πυροσβέστες εστίασαν τις προσπάθειές τους στην αποτροπή της μετάδοσης της φωτιάς στα διπλανά κτίρια. Δύσκολο έργο, καθώς διακόπηκε η ηλεκτροδότηση της περιοχής. Το κτίριο της «Κατράντζος» κατέρρευσε. Από το «Μινιόν» απέμεινε μόνο ο σκελετός του.

Την καταστροφή παρακολουθούσε από κοντά και ο πρωθυπουργός, Γεώργιος Ράλλης, που έφτασε αγουροξυπνημένος. Νωρίς το πρωί, ενημέρωσε τον πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κ. Καραμανλή. Η Πυροσβεστική υπολόγισε ότι οι ζημιές έφτασαν τα δυο δισεκατομμύρια δραχμές. Όμως, ο ιδιοκτήτης του «Μινιόν», Γιάννης Γεωργαντάς, είπε ότι μόνο τόση ήταν η αξία των εμπορευμάτων που χάθηκαν.

Βέβαιος επόμενος πρωθυπουργός, ο Ανδρέας Παπανδρέου κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι, με την πολιτική της, επέτρεψε σε παρακρατικά εγκληματικά στοιχεία να καταστρέψουν την γαλήνη του τόπου και να προβούν σε πράξεις που θίγουν επαγγελματίες και εργαζόμενους, ενώ το ΚΚΕ είπε ότι επρόκειτο για σκοτεινή υπόθεση. Ο Ράλλης απάντησε ότι ο Παπανδρέου εκμεταλλευόταν το τραγικό γεγονός.

Το φορτισμένο κλίμα εντάθηκε ακόμα περισσότερο, όταν (22 του μήνα) την ευθύνη ανέλαβε η Επαναστατική Οργάνωση «Οκτώβρης 1980». Εμφανιζόταν για πρώτη φορά και ισχυριζόταν ότι αποτελούσε παρακλάδι του Ε.Λ.Α. («Επαναστατικού Λαϊκού Αγώνα»). Σε προκήρυξή της, δήλωνε ότι «όπως κάθε επιχείρηση, έτσι και αυτές, στηρίζονται στην εκμετάλλευση των προλετάριων. Τα αφεντικά εκμεταλλεύονται την ανάγκη των προλετάριων να έχουν ένα εισόδημα για να ζήσουν και τους στριμώχνουν στο μεροκάματο, την αλλοτρίωση και τη μιζέρια».

Με δική του προκήρυξη, ο Ε.Λ.Α. κατάγγειλε τους εμπρηστές και γνωστοποίησε ότι έφεραν από την Ολλανδία επιταχυντικό της φωτιάς, που χρησιμοποιείται σε πετρελαιοπηγές. Και, με δική της προκήρυξη (24 Ιουλίου του 1981), η «17 Νοέμβρη» τους κατηγόρησε ότι προχώρησαν σε «επιχειρησιακά ασυντόνιστες, όχι κατάλληλα προετοιμασμένες και πολιτικά επιβλαβείς» πράξεις.

Η αστυνομία συνέλαβε έναν ύποπτο. Τον άφησε ελεύθερο, καθώς δεν προέκυψαν σε βάρος του στοιχεία, κι εστίασε τις έρευνές της στον αντεξουσιαστικό χώρο. Κάποια στιγμή, συνέλαβε τις αδερφές Αικατερίνη (23 χρόνων) και Ευαγγελία (20) Τσαγκαράκη, με κύριο στοιχείο ότι η μια τους είχε σχέσεις με άτομα του αντιεξουσιαστικού χώρου. Ανακριτής στην υπόθεση ο κατοπινός πρόεδρος του εφετείου που δίκασε τα μέλη της «17 Νοέμβρη», Μιχάλης Μαργαρίτης, διέταξε να αφεθούν ελεύθερες. Οι ένοχοι δεν βρέθηκαν ποτέ.

Το δεύτερο βαρύ χτύπημα στην κυβέρνηση Ράλλη, προήλθε από φυσικό φαινόμενο: Ήταν 11 παρά 6,5 λεπτά, νύχτα της Τρίτης, 24 Φλεβάρη του 1981, και όλη η Αθήνα παρακολουθούσε στην τηλεόραση της ΕΡΤ την σειρά «Το φως του Αυγερινού». Τη στιγμή εκείνη, μια σεισμική δόνηση 6,7 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ ταρακούνησε την πρωτεύουσα κι έκανε τους κατοίκους να πεταχτούν στους δρόμους. Προερχόταν από τα νησιά των Αλκυονίδων στον Κορινθιακό κόλπο και προκάλεσε μεγάλες καταστροφές. Μιάμιση ώρα αργότερα, νέα σεισμική δόνηση 6,4 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ ενέτεινε τον πανικό. Μετρήθηκαν 20 νεκροί και πάνω από 500 τραυματίες, ενώ 22.554 κτίρια κρίθηκαν ακατάλληλα.

Οι κάτοικοι της Αττικής και της Κορινθίας ξενύχτησαν σε πλατείες και γήπεδα ή μέσα στα αυτοκίνητά τους, όσοι είχαν. Μια βδομάδα αργότερα (4 Μάρτη), νέος σεισμός 6,3 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ, σκόρπισε γι' άλλη μια φορά τον πανικό. Χτυπήθηκε κυρίως η Ανθούπολη, συνοικία στο Περιστέρι. Λίγες μέρες μετά τους σεισμούς, η κυβέρνηση δημιούργησε την Υπηρεσία Αποκατάστασης Σεισμοπλήκτων (Υ.Α.Σ.). Όμως, στα δυτικά προάστια της Αθήνας, στην Ανθούπολη κυρίως, περισσότεροι από 3.000 κάτοικοι υποχρεώθηκαν να ζήσουν σε σκηνές για πολλούς μήνες. Σε επιτόπια επίσκεψή του, ο Ανδρέας Παπανδρέου κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι η παρουσία της ήταν ανύπαρκτη508. Οι σεισμοπαθείς τον αποθέωσαν.

Τα δεινά της κυβέρνησης Ράλλη τελειωμό δεν είχαν: Ήταν 3 Ιουνίου του 1981, όταν τα πολυκαταστήματα «Κλαουδάτος» και «Ατενέ» πυρπολήθηκαν κι ακολούθησαν την τύχη του «Μινιόν» και του «Κατράντζου». Και τρεις μέρες αργότερα (6 Ιουνίου), πυρπολήθηκε το πολυκατάστημα «Αδελφοί Λαμπρόπουλοι» στον Πειραιά, που έπαθε μικρότερες από τα άλλα ζημιές.

Το τελειωτικό χτύπημα στην κυβέρνηση ήρθε την Τρίτη, 4 Αυγούστου (1981). Μάλλον από μια σπίθα που προκλήθηκε από κολόνα της ΔΕΗ στον Κοκκιναρά (Πολιτεία), ξέσπασε πολύ μεγάλη φωτιά που ισχυροί βορειοδυτικοί άνεμοι και κουκουνάρες εκτοξευόμενες από πεύκα γιγάντωσε. Κάηκε το δάσος του Κοκκιναρά και η βόρεια πλευρά της Πεντέλης. Το πύρινο μέτωπο κατέκαψε 16.500 στρέμματα ως τα σύνορα Κηφισιάς, Νέας Πεντέλης, Μελισίων κι έφτασε μέχρι το κτήμα Συγγρού στο Μαρούσι. Κι ένα μαύρο σύννεφο κάλυψε την πόλη της Αθήνας. Δυο άνθρωποι πέθαναν από καρδιακή προσβολή, πάνω από 30 τραυματίστηκαν και κινδύνεψαν 3.000 παιδιά που βρίσκονταν στις κατασκηνώσεις και στο ΠΙΚΠΑ Πεντέλης, ενώ κάηκαν δεκάδες σπίτια. Η Αττική κηρύχθηκε σε κατάσταση ανάγκης και ο Γεώργιος Ράλλης δήλωσε:

«Κανένας δεν μπορεί να πει αυτή τη στιγμή, αν αυτό οφείλεται σε εγκληματική ενέργεια ή σε ανάφλεξη τυχαία».

Οι εκλογές προγραμματίστηκαν για τις 18 Οκτώβρη (1981). Ο νικητής ήταν γνωστός από πριν. Το εύρος της νίκης ήταν το ζητούμενο.

Η ευφορία της εποχής ΠΑΣΟΚ

Με κυρίαρχο σύνθημα την «Αλλαγή», το ΠΑΣΟΚ θριάμβευσε. Ψηφίστηκε από το 48,07% του ελληνικού λαού, διπλασιάζοντας σχεδόν το ποσοστό του σε σχέση με τις προηγούμενες εκλογές (εξέλεξε 172 βουλευτές). Η Νέα Δημοκρατία έπεσε στο 35,88%, χάνοντας περίπου είκοσι μονάδες σε σχέση με το ποσοστό της του 1974 (115 βουλευτές). Ακολούθησε το ΚΚΕ με 10,93% (13 βουλευτές). Άλλο κόμμα δεν μπήκε στην Βουλή. Πέρασαν όμως τις πύλες του Ευρωκοινοβουλίου ένας του ΚΚΕ εσωτ. κι ένα της ακροδεξιάς ΕΠΕΝ. Οι πρώτες στην Ελλάδα ευρωεκλογές έγιναν ταυτόχρονα με τις εθνικές. Τις υπόλοιπες από τις 24 έδρες για το ευρωκοινοβούλιο μοιράστηκαν δέκα το ΠΑΣΟΚ, εννιά η ΝΔ και τρεις το ΚΚΕ.

«Είναι ο μοναδικός ηγέτης χώρας μέλους της συμμαχίας που κατέβηκε στις εκλογές με σύνθημα ’’Έξω από το ΝΑΤΟ’’ και τις πήρε, επειδή κανένας δεν τον πίστεψε», έγραψαν οι «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς». Για τους Έλληνες, όμως, άλλα ήταν εκείνα που μετρούσαν στο ΠΑΣΟΚ: Στις προεκλογικές συγκεντρώσεις, το «Συμβόλαιο με τον Λαό» διαβαζόταν σαν Ευαγγέλιο. Το ΠΑΣΟΚ εμφανιζόταν ως το «κόμμα των μη προνομιούχων Ελλήνων» και το σύνθημα η «Ελλάδα στους Έλληνες» έγινε πράξη αλλά και κατάχρηση.

Με εξαίρεση τους είκοσι μήνες της περιόδου 1963 – 65, όταν ο Γεώργιος Παπανδρέου ήταν πρωθυπουργός της κυβέρνησης Ένωσης Κέντρου, επί περίπου μισό αιώνα η όποια συγκέντρωση διαμαρτυρίας και πορεία σήμαινε μάχη με την αστυνομία, κυνηγητό, ξύλο, επίθεση του κράτους με «αύρες» και πυροσβεστικές αντλίες, εκτόξευση δακρυγόνων, συλλήψεις, κάποτε πυροβολισμούς και νεκρούς στην άσφαλτο. Από το 1936 ως την παραμονή των εκλογών του 1981, οι όποιοι διαδηλωτές γνώριζαν τη γεύση των κλομπς του Μεταξά, των Γερμανών, των μετακατοχικών κυβερνήσεων, του Παπάγου, του Καραμανλή, των αποστατών, της χούντας και πάλι του Καραμανλή που «παρέλαβε χάος και έφτιαξε κράτος» αυταρχικό, αστυνομικό και βάναυσο. Στα 1981, όλα αυτά έσβησαν μέσα σε μια μέρα:

Κατέβαιναν με αντικυβερνητικά συνθήματα οι διαδηλωτές τη λεωφόρο Κηφισίας και οι αστυνομικοί ρύθμιζαν την κυκλοφορία. Δυο μοτοσικλετιστές άνοιγαν δρόμο μπροστά από το τεράστιο πανό της κεφαλής των οργανωτών. Ως πριν από λίγο καιρό, άνοιγαν κεφάλια. Εκείνη τη στιγμή «διευκόλυναν κάποιους πολίτες να εκφράσουν την αντίθεσή τους σε κάποια κυβερνητική επιλογή»! Η έννοια της λέξης «διαδήλωση», όπως την ήξεραν οι Έλληνες, είχε ξεφτιλιστεί με μια μονοκοντυλιά.

Η άνοδος των σοσιαλιστών στην εξουσία συνοδεύτηκε με έμπρακτους περιορισμούς στην αστυνόμευση της γνώμης, μεγαλύτερη ελευθερία στην έκφραση και διευκόλυνση της συνδικαλιστικής δράσης. Τα πράγματα οδηγήθηκαν σε αυτό που ο λαός περιέγραψε με την φράση «επί ΝΔ υπήρχε αυταρχικό κράτος, επί ΠΑΣΟΚ δεν υπάρχει κράτος». Αποτέλεσμα ήταν να θεσπιστεί το περιβόητο «άρθρο 4» που έβαζε περιορισμούς στη λήψη αποφάσεων για απεργία (3 Ιουνίου του 1983). Καταργήθηκε στην πράξη από τους συνδικαλιστές, καταργήθηκε και τυπικά μερικά χρόνια αργότερα509. Με νομοσχέδιο που κατατέθηκε στην Βουλή (30 Απρίλη του 1983), αναγνωρίστηκε η εθνική αντίσταση, ενώ τα μέτρα συμφιλίωσης επέτρεψαν στον εξόριστο στη Σοβιετική Ένωση αρχηγό του Δημοκρατικού Στρατού, Μάρκο Βαφειάδη, να επιστρέψει στην Ελλάδα (26 Μάρτη του 1983), όπως και άλλοι κομμουνιστές που είχαν καταφύγει στις σοσιαλιστικές χώρες.

Μια από τις πρώτες αποφάσεις της νέας κυβέρνησης ήταν η γενναία αύξηση του κατώτατου όριου των συντάξεων και η καθιέρωση της Αυτόματης Τιμαριθμικής Αναπροσαρμογής (ΑΤΑ) σε μισθούς και συντάξεις. Την ίδια ώρα, επιδίωξε να τονώσει την οικονομία με την ενίσχυση του συνεταιριστικού κινήματος, τόσο στον αγροτικό τομέα, όσο και στον χώρο των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Δεν τα κατάφερε, παρά την υπέρμετρη χρηματοδότηση. Μεγάλο έργο της ήταν το Εθνικό Σύστημα Υγείας (Ε.Σ.Υ.), που δημιουργήθηκε και χάρη στις άοκνες προσπάθειες του υπουργού Εσωτερικών ως το 1984 και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων από το 1984 μέχρι το 1987, Γιώργου Γεννηματά. Ο ίδιος εισηγήθηκε να θεσμοθετηθεί η ενηλικίωση στα 18 χρόνια (αντί των 21 που ίσχυαν μέχρι τότε), οπότε να έχουν δικαίωμα ψήφου οι νέοι από τα 18 τους χρόνια. Και ο πρώτος υπουργός Παιδείας, Λευτέρης Βερυβάκης, πέρασε νόμο που καθιέρωσε το μονοτονικό σύστημα. Ο ίδιος κατάργησε τη σχολική ποδιά (6 Φλεβάρη του 1982). Ο επόμενος υπουργός Παιδείας, Απόστολος Κακλαμάνης, κατοχύρωσε το πανεπιστημιακό άσυλο (νόμος 1268/1982), κατάργησε τα μουντά χρώματα στα σχολεία που βάφτηκαν πολύχρωμα κι άνοιξε τις αυλές τους στους νέους κάθε γειτονιάς, ως χώρους αναψυχής τις ώρες που δεν γίνονταν μαθήματα. Ο ίδιος, ως υπουργός Εργασίας, καθιέρωσε το 40ωρο (από 48ωρο που ίσχυε μέχρι τότε), την άδεια των τεσσάρων εβδομάδων κι έλαβε μέτρα για τα άτομα με αναπηρία, τις έγκυες γυναίκες και τους εργαζόμενους νέους.

Ο κηρυγμένος ενάντια στην ΕΟΚ Ανδρέας Παπανδρέου βρέθηκε να προεδρεύει το δεύτερο εξάμηνο του 1983, ενώ η Κοινότητα για μια στιγμή έφτασε στα πρόθυρα της διάλυσης. Ο Έλληνας πρωθυπουργός μιλούσε για την επερχόμενη πάλη Βορρά Νότου (πλούσιων και φτωχών χωρών) και για την ανάγκη να ανταποκριθεί η Ευρώπη στην τεχνολογική πρόκληση.

Η εκλογή Σαρτζετάκη

Οι τριγμοί στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ οξύνθηκαν τους πρώτους μήνες του 1985: Πλησίαζε η λήξη της θητείας του Κωνσταντίνου Καραμανλή ως προέδρου της Δημοκρατίας (έληγε Μάη του 1985) και η κυβέρνηση άφηνε να εννοηθεί ότι θα τον προτείνει και για δεύτερη θητεία, καθώς δεν διέθετε τις απαραίτητες 180 ψήφους που θα της επέτρεπαν να εκλέξει άλλον. Όμως, τα αντικαραμανλικά αντανακλαστικά της κοινωνίας εξακολουθούσαν να είναι έντονα. Για τις 9 Μάρτη του 1985, είχε οριστεί συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος, με θέμα την υποψηφιότητα για την προεδρία. Στελέχη και οπαδοί του ΠΑΣΟΚ είχαν συγκεντρωθεί έξω από τα γραφεία του και αποδοκίμαζαν τους προσερχόμενους, καθώς θεωρούσαν βέβαιο ότι θα προτεινόταν ο Καραμανλής. Μια απάντηση του υφυπουργού Προεδρίας, Κώστα Λαλιώτη, σε διαμαρτυρόμενο (κάτι σαν «πρόσεχε πού θα κρυφτείς σε λίγη ώρα») δεν έπεισε τους συγκεντρωμένους. Το πρόβλημα ήταν ότι, για να εκλεγεί υποψήφιος του ΠΑΣΟΚ, έπρεπε να συναινέσει και το ΚΚΕ (διέθετε 13 ψήφους), πράγμα αρκετά δύσκολο. Όχι όμως και ανέφικτο, όπως αποδείχτηκε. Η πρόταση του Ανδρέα Παπανδρέου ήταν να υποδειχτεί ο Χρήστος Σαρτζετάκης για πρόεδρος της Δημοκρατίας. Ήταν ο ανακριτής που είχε στείλει στην Δικαιοσύνη τους ηθικούς και φυσικούς αυτουργούς της δολοφονίας του Λαμπράκη. Και ο Λαμπράκης αποτελούσε σημαία για το ΚΚΕ. Αναγκαστικά, ανακοίνωσε ότι θα υποστηρίξει την υποψηφιότητα, διευκρινίζοντας ότι, στο εξής, δεν θα υπερψήφιζε κανέναν υποψήφιο πρόεδρο.

Ο Καραμανλής οργίστηκε με την εξέλιξη αυτή και υπέβαλε παραίτηση την αμέσως επόμενη μέρα (10 Μάρτη). Προσωρινός πρόεδρος ανέλαβε ο Γιάννης Αλευράς (πρόεδρος της Βουλής). ΠΑΣΟΚ και ΚΚΕ διέθεταν 185 ψήφους συνολικά. Όμως, στην πρώτη ψηφοφορία ο Σαρτζετάκης έλαβε 184 ψήφους. Για την δεύτερη ψηφοφορία, διανεμήθηκαν ψηφοδέλτια σε δυο χρώματα: Λευκά και λαχανί. Και, με απαίτηση του Ανδρέα Παπανδρέου, ένας προβολέας φώτισε την κάλπη, ώστε να είναι φανερό, τι κάθε βουλευτής ψήφιζε. Η Νέα Δημοκρατία διαμαρτυρήθηκε και ο βουλευτής της (Ιωαννίνων), Ελευθέριος Καλογιάννης, άρπαξε την κάλπη και τη μετέφερε στα γραφεία του κόμματος. Την επέστρεψε. Βρέθηκαν 182 ψήφοι υπέρ του Σαρτζετάκη. Οπαδοί του ΠΑΣΟΚ συγκεντρώθηκαν έξω από την Βουλή και απειλούσαν τους βουλευτές να μην τολμήσουν να αρνηθούν ψήφο στον υποψήφιο του κόμματος, στην τρίτη και καθοριστική ψηφοφορία (29 Μάρτη του 1985). Παρ' όλα αυτά, υπέρ του Σαρτζετάκη βρέθηκαν 180 ψηφοδέλτια, αριθμός ικανός για την εκλογή του αλλά και πρόσφορος σε ενστάσεις, καθώς ψήφισε και ο Γιάννης Αλευράς. Η ΝΔ υποστήριξε ότι, ως προσωρινός πρόεδρος, δεν είχε δικαίωμα ψήφου, το ΠΑΣΟΚ φώναζε ότι δεν υπάρχει κάποια διάταξη που να το απαγορεύει, η διαφωνία μπήκε σε ψηφοφορία και το αποτέλεσμα ήταν η ψήφος Αλευρά να θεωρηθεί νόμιμη. Την επόμενη ημέρα (30 Μάρτη του 1985), ο Σαρτζετάκης ορκίστηκε πρόεδρος της Δημοκρατίας. Μέχρι τουλάχιστον τις αρχές του 21ου αιώνα, υπήρξε ο μοναδικός πρόεδρος Δημοκρατίας που δεν ήταν πολιτικό πρόσωπο.

Για να διασκεδάσει τις όποιες δυσάρεστες εντυπώσεις, ο Ανδρέας Παπανδρέου προχώρησε στην προκήρυξη πρόωρων εκλογών. Ο αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας, Κωνσταντίνος Μητσοτάκης510, ξεκίνησε προεκλογικό αγώνα με υποσχέσεις παροχών, ανάμεσα στις οποίες και το ότι οι Έλληνες θα μπορούσαν να αγοράσουν αυτοκίνητο με πολύ μειωμένες τιμές. Η υπόσχεση απαντήθηκε από το σύνθημα του ΠΑΣΟΚ (το εμπνεύστηκε ο Κώστας Λαλιώτης) «καλύτερα παπάκι, παρά τον Μητσοτάκη».

Κανονικά, οι εκλογές θα διεξάγονταν τον επόμενο Οκτώβρη, ορίστηκαν για τις 2 Ιουνίου. Η νέα Βουλή θα ήταν αναθεωρητική, με κύριο σκοπό την αποδυνάμωση του προέδρου της Δημοκρατίας από τις «υπερβολικές εξουσίες» του. Η πρόθεση αυτή χρησιμοποιήθηκε και ως άλλοθι για την μη υποστήριξη μιας δεύτερης θητείας του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Με σύνθημα «ακόμα καλύτερες μέρες», το ΠΑΣΟΚ τις κέρδισε μάλλον εύκολα: 45,82% και 161 έδρες, ΝΔ 40,85% και 126 έδρες, ΚΚΕ 9,89% και δώδεκα έδρες και ΚΚΕ εσωτ. 1,84% και μια έδρα.

Το τέλος του ειδυλλίου

Τα προβλήματα στο ΠΑΣΟΚ είχαν εμφανιστεί από την άνοιξη του 1984. Η ελευθερία της έκφρασης και της διακίνησης των ιδεών ανέδειξε τη συνοικία των Εξαρχείων σε περιοχή ζύμωσης των επαναστατικών ιδεών. Γρήγορα, συγκεντρώθηκαν εκεί διανοούμενοι και νεολαίοι της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς. Τα Εξάρχεια έγιναν έδρα των αναρχικών και μεταβλήθηκαν σε γκέτο. Η χαλαρή αστυνόμευση επέτρεψε την διακίνηση ναρκωτικών, αν και οι έμποροι κυνηγήθηκαν άγρια από τις εκεί οργανώσεις. Όμως, η έντονη πολιτικοποίηση οδήγησε στις πρώτες αντιπαραθέσεις, όταν ο κλαδάρχης ασφάλειας τάξης, Μανόλης Μποσινάκης, ηγήθηκε των «επιχειρήσεων Αρετής» (Οκτώβρης του 1984): Στόχος η «εκκαθάριση της συνοικίας από τα αντικοινωνικά αναρχικά στοιχεία».

Οι επιχειρήσεις αυτές εξελίχθηκαν σε μάχες των αντιεξουσιαστών με την αστυνομία και δίχασαν το ΠΑΣΟΚ. Αρχές του 1985, διακόπηκαν. Ξανάρχισαν τέλη Απρίλη, με συλλήψεις και συνεχή αστυνόμευση της περιοχής. Οι αντιεξουσιαστές οργάνωσαν συγκέντρωση για τις 9 Μάη, με αίτημα να φύγει η αστυνομία από τα Εξάρχεια. Η συγκέντρωση απαγορεύτηκε. Η αστυνομία κατέλαβε την περιοχή, εμποδίζοντας τους διαμαρτυρόμενους να συγκεντρωθούν. Αυτοί κατέλαβαν το Χημείο (της Φυσικομαθηματικής Σχολής) και το μετέτρεψαν σε ορμητήριο, με επιθέσεις ενάντια στους αστυνομικούς, τα ΜΑΤ και τα ΜΕΑ, που τους περικύκλωσαν. Η νύχτα πέρασε με άγριες συγκρούσεις, καθώς γκρουπούσκουλα της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς από όλη την Αττική έσπευσαν να ενισχύσουν τους πολιορκημένους.

Πρωί, 10 του μήνα, μια ογκώδης πορεία ξεκίνησε από τη Νομική Σχολή με κατάληξη το Χημείο. Συγκεντρώσεις και πορείες συνεχίστηκαν και τις επόμενες τρεις μέρες. Στις 13 του μήνα, η παρέμβαση του Μανόλη Γλέζου έδωσε τέλος στην όλη αναταραχή: Η αστυνομία έλυσε την πολιορκία του Χημείου και οι αντιεξουσιαστές αποχώρησαν ειρηνικά. Την επόμενη μέρα (14 Μάη), πραγματοποίησαν εντυπωσιακή συγκέντρωση στα προπύλαια του Πανεπιστημίου. Η κατάσταση εκτονώθηκε. Για λίγο.

Η 12η επέτειος (17 Νοέμβρη του 1985) της εξέγερσης του Πολυτεχνείου τιμήθηκε και με την καθιερωμένη πορεία στην αμερικανική πρεσβεία. Μετά το τέλος της, ξεκίνησαν αψιμαχίες ανάμεσα σε αντιεξουσιαστές και την αστυνομία. Οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν ως πριν από τα μεσάνυχτα. Την ώρα εκείνη, μια ομάδα διαδηλωτών επιτέθηκε σε αστυνομική κλούβα που στάθμευε στην οδό Στουρνάρη (κάθετο της Πατησίων, στην πλευρά του Πολυτεχνείου). Ένας 15χρονος εκσφενδόνισε βόμβα μολότοφ ενάντια στην κλούβα που πήρε φωτιά. Οι διαδηλωτές προσπάθησαν να απομακρυνθούν τρέχοντας. Ένας 27χρονος αστυνομικός έβγαλε το υπηρεσιακό όπλο του και πυροβόλησε ενάντια στους διαδηλωτές. Η σφαίρα βρήκε τον 15χρονο στο πίσω μέρος του κεφαλιού και τον άφησε στον τόπο: Μιχάλης Καλτεζάς ο νεκρός μαθητής, Αθανάσιος Μελίστας511 ο 27χρονος αστυνομικός.

Ο υπουργός Υγείας, Γιώργος Γεννηματάς, έσπευσε στον Ευαγγελισμό, όπου μεταφέρθηκε η σορός του Καλτεζά, και εξέφρασε την βαθιά οδύνη του για το περιστατικό. Διαμαρτυρόμενοι για το φονικό αναρχικοί κατέλαβαν το Χημείο και το Πολυτεχνείο. Το επόμενο πρωί, η επιτροπή πανεπιστημιακού ασύλου (πρόεδρος ο πρύτανης Μιχάλης Σταθόπουλος) ζήτησε από την αστυνομία να επέμβει. Οι αστυνομικοί εισέβαλαν στο Χημείο με χρήση δακρυγόνων και συνέλαβαν 37 άτομα. Το Χημείο εκκενώθηκε. Έπειτα από διαπραγματεύσεις, οι αναρχικοί αποχώρησαν ειρηνικά από το Πολυτεχνείο. Οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν και το επόμενο διήμερο. Συνολικά, στα επεισόδια, που έγιναν ανά την πρωτεύουσα, τραυματίστηκαν 58 διαδηλωτές και συνελήφθησαν 45. Ο υπουργός και ο υφυπουργός Εσωτερικών και Δημόσιας Τάξης (Μένιος Κουτσόγιωργας και Θανάσης Τσούρας) υπέβαλαν τις παραιτήσεις τους, τις οποίες ο πρωθυπουργός, Ανδρέας Παπανδρέου, δεν έκανε δεκτές. Μπήκαν, όμως, σε διαθεσιμότητα ο αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας512, Γεώργιος Ρωμοσιός, ο κλαδάρχης Ασφάλειας Τάξης, Μανώλης Μποσινάκης και ο γενικός διευθυντής Αστυνομίας Αττικής, Στέλιος Τζανάκης. Πλην του Αττικάρχη που αντικαταστάθηκε από τον Νίκωνα Αρκουδέα, επανήλθαν στις θέσεις τους (30 Νοέμβρη του 1985).

Σε αντίποινα για την δολοφονία του Καλτεζά, η Ε.Ο. «17 Νοέμβρη» πυροδότησε βόμβα σε παγιδευμένο αυτοκίνητο (26 Νοέμβρη του 1985) και τίναξε στον αέρα αστυνομική κλούβα. Σκοτώθηκε ο αστυφύλακας Νίκος Γεωργακόπουλος και τραυματίστηκαν 14 συνάδελφοί του. Οπωσδήποτε, η αστυνομία, που «διευκόλυνε κάποιους πολίτες να εκφράσουν την αντίθεσή τους σε κάποια κυβερνητική επιλογή», έπαψε να υπάρχει.

Αναταράξεις για την Οικονομία

Τα οικονομικά του κράτους είχαν αρχίσει να ξεφεύγουν. Από τις 26 Ιουλίου του 1985, νέος υπουργός Εθνικής Οικονομίας ανέλαβε ο Κώστας Σημίτης, που διαδέχτηκε τον Γεράσιμο Αρσένη με σκοπό να συμμαζέψει την κατάσταση (το είπαν «σταθεροποιητικό πρόγραμμα»). Ξεκίνησε σφιχτή οικονομική πολιτική που προκάλεσε μεγάλη αναταραχή στον χώρο της εργασίας. Ο Αρσένης ασκούσε δριμύτατη κριτική στην οικονομική πολιτική, με αποτέλεσμα να διαγραφεί από το κόμμα (Μάρτης του 1986)513. Όμως, συνέπεια όλων αυτών ήταν, στις αυτοδιοικητικές εκλογές του 1986, το ΠΑΣΟΚ, αν και νίκησε, να χάσει τους δήμους Αθήνας, Πειραιά και Θεσσαλονίκης (εκλέχτηκαν οι Μιλτιάδης Έβερτ, Ανδρέας Ανδριανόπουλος και Σωτήρης Κούβελας).

Ο Γενάρης του 1987 βρήκε το ελληνικό πολεμικό ναυτικό σε επαγρύπνηση, καθώς το «Πίρι Ρέις», ωκεανογραφικό σκάφος του πανεπιστημίου της Σμύρνης, βγήκε στο Αιγαίο για έρευνες. Το πλοίο δεν μπήκε σε ελληνικά χωρικά ύδατα. Όμως, στις 28 Μάρτη, τουρκικά πολεμικά πλοία συνόδευσαν το ωκεανογραφικό «Σισμίκ» για έρευνες στην αιγιαλίτιδα ζώνη ελληνικών νησιών του Αιγαίου, αμφισβητώντας ότι τα νησιά έχουν υφαλοκρηπίδα. Ήταν το «Χόρα» με καινούριο όνομα και εξελιγμένο εξοπλισμό.

Στην Αθήνα, επικράτησε πανικός με τους κατοίκους να εισβάλλουν στα σούπερ μάρκετ για προμήθειες, εν όψει πολέμου. Ο Ανδρέας Παπανδρέου έδωσε εντολή στο ελληνικό ναυτικό να πάρει θέσεις μάχης. Ευνοούμενος των στρατηγών, ο πρωθυπουργός της Τουρκίας, Τουργκούτ Οζάλ, κατάλαβε ότι ο Έλληνας πρωθυπουργός δε το είχε σε τίποτα να κηρύξει πόλεμο. Έκανε πίσω. Ανταλλάχτηκαν επιστολές ανάμεσα στους δυο πρωθυπουργούς, ενώ το «Σισμίκ» δεν μπήκε σε ελληνικά χωρικά ύδατα514.

Ήταν το άγριο καλοκαίρι του 1987, όταν η Αθήνα χτυπήθηκε από τον φοβερό καύσωνα που έπληξε όλη την χώρα. Από τις 20 Ιουλίου, το θερμόμετρο άρχισε να ανεβαίνει και να δείχνει πάνω από 44 βαθμούς, ενώ, τις νύχτες, δεν έπεφτε κάτω από τους τριάντα. Οι πολυκατοικίες και η άσφαλτος στους δρόμους μετέτρεπαν σε καμίνι την πρωτεύουσα. Με τη συνδρομή του νέφους, η ατμόσφαιρα γινόταν αποπνικτική. Η κατάσταση επιβαρυνόταν από τις διακοπές του ηλεκτρικού ρεύματος και της παροχής νερού. Ακόμα, τότε, τα κλιματιστικά αποτελούσαν είδος πολυτελείας και δεν υπήρχαν κλιματιζόμενοι δημόσιοι χώροι για να δεχτούν ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού. Αποτέλεσμα ήταν να αυξάνεται ο αριθμός των νεκρών από τον καύσωνα. Στις 25 Ιουλίου, άνοιξαν οι νεκροθάλαμοι των στρατιωτικών νοσοκομείων για να δεχτούν τους νεκρούς, που τα γραφεία κηδειών δεν προλάβαιναν να θάψουν. Την επόμενη μέρα (26 του μήνα), άνοιξαν και τα ψυγεία - βαγόνια των σιδηροδρόμων. Η θερμοκρασία άρχισε να πέφτει από τις 29 του μήνα. Μέχρι τότε, όμως, επίσημα είχαν μετρηθεί 1.115 νεκροί στην Αθήνα (1.300 σε ολόκληρη την χώρα).

Το φθινόπωρο (του 1987), τα νέα από τον χώρο της Οικονομίας ήταν ευχάριστα. Ο Ανδρέας Παπανδρέου ανάγγειλε ότι, από την 1η Γενάρη (του 1988), θα δινόταν πλήρης η Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή (ΑΤΑ) που είχε περιοριστεί με τα μέτρα σταθεροποίησης. Ο Κώστας Σημίτης παραιτήθηκε από υπουργός (25 Νοέμβρη) δηλώνοντας ότι «πρέπει να είμαστε ειλικρινείς στον ελληνικό λαό» και ότι το θέμα της ΑΤΑ «διακυβεύει τις προσπάθειες δύο ετών» για την ανόρθωση της Οικονομίας.

Το «φαινόμενο Κοσκωτάς»

Από το 1982, ένα νέο πρόσωπο μπήκε δυναμικά στην αθηναϊκή ζωή. Ήταν ο 28χρονος τότε Γιώργος Κοσκωτάς, διευθυντής Λογιστικού της Τράπεζας Κρήτης (την αγόρασε δυο χρόνια αργότερα) και συνιδιοκτήτης με τον (γαμπρό του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη) Παύλο Μπακογιάννη της εκδοτικής εταιρείας «Γραμμή ΑΕ». Η Γραμμή προχώρησε στην έκδοση πέντε περιοδικών («Ένα», «ΚΑΙ», «TV3», «Mία», «Δύο» και «Τέταρτο») που γνώρισαν επιτυχία.

Η επιτυχημένη εισβολή του Κοσκωτά στον χώρο του Τύπου ανησύχησε τους υπόλοιπους εκδότες. Στην εφημερίδα «Έθνος» (4 Σεπτέμβρη του 1986), δημοσιεύτηκε ρεπορτάζ με τίτλο «Η μαφία πίσω από τον Κοσκωτά». Εκείνος έκανε μήνυση για συκοφαντική δυσφήμηση και κέρδισε την δίκη. Πέρασε στην αντεπίθεση και, Μάρτη του 1987, αγόρασε την εφημερίδα «Καθημερινή», ναυαρχίδα της Κεντροδεξιάς. Ήταν 1 Αυγούστου του 1987, όταν όλες οι άλλες αθηναϊκές εφημερίδες δημοσίευσαν ανοιχτή επιστολή πέντε εκδοτών, από τους οποίους οι τέσσερις ήταν φιλοκυβερνητικοί (Χρήστος Λαμπράκης των εφημερίδων «Το Βήμα» και «Τα Νέα», Χρήστος Τεγόπουλος της «Ελευθεροτυπίας», Γεώργιος Μπόμπολας του «Έθνους» και Γιώργος Κουρής της «Αυριανής») κι ο πέμπτος αντιπολιτευόμενος (Άρης Βουδούρης του «Ελεύθερου Τύπου»), με την οποία κατάγγελλαν το «φαινόμενο Κοσκωτά». Ανάμεσα σε άλλα, οι πέντε ανέφεραν:

«Η έννομη κατάχρηση των δυνατοτήτων που προσφέρει σε ιδιώτες η ιδιοκτησία ενός τραπεζικού οργανισμού (εννοούσαν την Τράπεζα Κρήτης) έλαβε τόσο σοβαρές διαστάσεις, ώστε να μετατίθεται το θέμα από επιχειρηματική επέκταση σε κίνδυνο για τους δημοκρατικούς θεσμούς της χώρας».

Η νέα απάντηση του Κοσκωτά ήταν να αγοράσει την ΠΑΕ Ολυμπιακός (Νοέμβρη του 1987) και να εκδώσει την εφημερίδα «24 Ώρες» (2 Φλεβάρη του 1988) με το πρώτο φύλλο να ξεπερνά σε πωλήσεις της 275.000 σε ολόκληρη την χώρα. Και, τρεις μήνες αργότερα (Μάη του 1888), να αγοράσει την ιστορική εφημερίδα της Δεξιάς, «Βραδινή».

Εκείνο που εντυπωσίαζε ήταν ότι, παρά τον ορυμαγδό των καταγγελιών, ούτε η κυβέρνηση ούτε η Δικαιοσύνη ασχολιόταν με τον Κοσκωτά. Κι έγινε γνωστό ότι ο επιχειρηματίας είχε προσκληθεί από τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ρόναλντ Ρέιγκαν (8 Οκτώβρη του 1987), αλλά δεν τον είδε, επειδή, την ώρα που έμπαινε στον Λευκό Οίκο, τον συνέλαβαν πράκτορες της Υπηρεσίας Φορολογικής Δίωξης (IRS): Τον καταζητούσαν για 64 αδικήματα, καθώς, μέχρι το 1979, ζούσε στην Αμερική! Κατέβαλε εγγύηση ένα εκατομμύριο δολάρια και αφέθηκε ελεύθερος, με τον όρο να μην βγει από τις ΗΠΑ. Για τον λόγο αυτόν, του κράτησαν το διαβατήριο. Ο Κοσκωτάς πήγε στην ελληνική πρεσβεία, δήλωσε απώλεια του διαβατηρίου, πήρε νέα ταξιδιωτικά έγγραφα κι έφυγε σαν κύριος. Στην Ελλάδα, οι λοιποί εκδότες ξεκίνησαν νέα εκστρατεία ενάντιά του. Και πάλι, καμιά αρχή δεν κινήθηκε.

Ήταν 5 Ιουλίου (του 1988), όταν ο προϊστάμενος της εισαγγελίας Αθηνών, Δημήτριος Βλάχος, πήρε την καλοκαιρινή άδειά του. Κατά τον νόμο, τον αντικατέστησε ο εισαγγελέας Δημήτριος Τσεβάς. Έξι μέρες αργότερα (11 Ιουλίου), διέταξε προκαταρκτική εξέταση για τον Κοσκωτά με βάση τα δημοσιεύματα της «Ελευθεροτυπίας». Την υπόθεση ανέλαβε ο αντεισαγγελέας Γεώργιος Κουβέλης. Ο εισαγγελέας Βλάχος διέκοψε τις διακοπές του, γύρισε στην Αθήνα, διέταξε πειθαρχική εξέταση ενάντια στον Δημήτριο Τσεβά, αφαίρεσε την υπόθεση από τον Γεώργιο Κουβέλη και την ανέθεσε στον αντεισαγγελέα Γεώργιο Κλειδαρά, το πόρισμα του οποίου έβγαζε λάδι τον Κοσκωτά. Θύμωσε ο Κουβέλης και διέρρευσε στην «Ελευθεροτυπία» το δικό του πόρισμα: Καταλόγιζε τέσσερα κακουργήματα στον Κοσκωτά και ζητούσε το άνοιγμα των λογαριασμών του.

Από το 1987, τα μη κρατικά ραδιόφωνα είχαν εισβάλει στην ζωή των Αθηναίων (Ν. 1730/87) με πρώτον το δημοτικό σταθμό της πρωτεύουσας («Αθήνα 9,84») που εξέπεμπε από 31 Μάη (1987). Ήδη, τα ερτζιανά πλημμύριζαν από τους δημοτικούς και ιδιωτικούς σταθμούς. Τον Αύγουστο του 1988, ο Κοσκωτάς εισέβαλε και στο ραδιόφωνο: Η «Γραμμή Α.Ε.» ξεκίνησε τον ραδιοφωνικό σταθμό Σκάι (Sky 100,4). Όμως, η δημοσιοποίηση του πορίσματος Κουβέλη ανάγκασε τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (Δημήτριο Χαλκιά) να τοποθετήσει (19 Οκτώβρη του 1988) επίτροπο στην Τράπεζα Κρήτης (τον Σπύρο Παπαδάτο), παρ' όλη την προσπάθεια του αντιπρόεδρου της κυβέρνησης, Μένιου Κουτσόγιωργα, να εμποδίσει αυτή την εξέλιξη. Διαπιστώθηκε υπεξαίρεση 33,5 δισ. δραχμών, με τα οποία ο Κοσκωτάς είχε αναπτύξει τις επιχειρήσεις του. Ο Κοσκωτάς πούλησε την τράπεζα στους Χρήστο Αρφάνη και Νίκο Χιώνη, την εκδοτική εταιρεία στον εφοπλιστή Γιάννη Αλαφούζο και την ΠΑΕ Ολυμπιακός στον Αργύρη Σαλιαρέλλη που τον βοήθησε να το σκάσει από την χώρα (5 Νοέμβρη του 1988)515.

Το «βρόμικο 1989»

Βλέποντας ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ότι η πλειοψηφία των εκδοτών έβαλλε ενάντια στο ΠΑΣΟΚ, εξαιτίας της υπόθεσης Κοσκωτά, κήρυξε αγώνα για την «κάθαρση του πολιτικού βίου», με τον ίδιο να αυτοπροβάλλεται ως «αρχάγγελος της κάθαρσης». Οι συμπολιτευόμενες εφημερίδες μιλούσαν για χρηματισμό του Ανδρέα Παπανδρέου, με χρήματα που ο Κοσκωτάς του έστελνε μέσα σε κούτες για πάνες - βρακάκια «πάμπερς»: Υποτίθεται ότι τις έστελνε στον Γεώργιο Λούβαρη, ο οποίος τις προωθούσε στον πρωθυπουργό516. Όμως, κύριος στόχος της εκστρατείας ήταν ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Μένιος Κουτσόγιωργας, εμπνευστής του «κουτσονόμου», όπως αποκλήθηκε ο νόμος που εμπόδιζε τον έλεγχο στην Τράπεζα Κρήτης.

Τον ίδιο καιρό (1988), ο Ανδρέας Παπανδρέου (69 χρόνων πια) βρέθηκε στο Λονδίνο, στο νοσοκομείο Χέρφιλντ, όπου ο διάσημος καρδιοχειρουργός, Μαχντί Γιακούμπ, τον υπέβαλε σε πολύ σοβαρή εγχείριση ανοιχτής καρδιάς. Γύρισε στην Αθήνα, έχοντας στο πλάι του την αεροσυνοδό Δήμητρα Λιάνη. Αποκαλύφθηκε ότι διατηρούσαν σχέσεις από τον 1986517.

Το 1989 βρήκε την χώρα να χορεύει στον ρυθμό υπαρκτών και ανύπαρκτων σκανδάλων, με κυρίαρχες τις αποκαλύψεις γύρω από την υπόθεση Κοσκωτά. Σύμφωνα με τον Νίκο Γρυλλάκη, στενό συνεργάτη του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, τον Γενάρη του νέου χρόνου, η CIA πλησίασε τον αρχηγό της ΝΔ και συμφώνησαν να πλήξουν τον Ανδρέα Παπανδρέου518.

Μέσα σε αυτή την ζοφερή ατμόσφαιρα έγιναν οι εκλογές (18 Ιουνίου του 1989). Το ΠΑΣΟΚ απέφυγε να βάλει υποψήφιό του τον Μένιο Κουτσόγιωργα. Δεν αναδείχθηκε νικητής: Η ΝΔ κέρδισε το 44,37% των ψήφων και 144 έδρες, το ΠΑΣΟΚ 39,10% και 125 έδρες, ο Συνασπισμός (ΚΚΕ και ΕΑΡ, Ελληνική Αριστερά) 13,01% και 29 έδρες και η ΔΗΑΝΑ519 1,01% και μια έδρα.

Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης πρότεινε στον Συνασπισμό να σχηματίσουν συγκυβέρνηση με πρωθυπουργό όχι τον ίδιο αλλά άλλο στέλεχος της ΝΔ. Συμφώνησαν. Για πρωθυπουργό όρισαν τον («αχυράνθρωπο του Μητσοτάκη», όπως αποκλήθηκε) Τζαννή Τζαννετάκη. Ήταν 2 Ιουλίου (του 1989), όταν ορκίστηκε η πρωτόγνωρη για τα ελληνικά δεδομένα «αριστεροδεξιά» νέα κυβέρνηση με αποκλειστικό στόχο την «κάθαρση».

Πέντε μέρες αργότερα (7 Ιουλίου), όλοι οι βουλευτές της ΝΔ κατέθεσαν στην Βουλή δυο προτάσεις:

Η πρώτη ζητούσε την παραπομπή του Ανδρέα Παπανδρέου, των υπουργών του Παναγιώτη Ρουμελιώτη (Εθνικής Οικονομίας), Μένιου Κουτσόγιωργα (Δικαιοσύνης), Δημήτρη Τσοβόλα (Οικονομικών) και του υφυπουργού Γιώργου Πέτσου (Βιομηχανίας, Έρευνας και Τεχνολογίας) για παράβαση του νόμου περί ευθύνης υπουργών στην «υπόθεση Κοσκωτά».

Η δεύτερη αφορούσε την υπόθεση του καλαμποκιού που σερνόταν από το 1986: Τότε, η κρατική εταιρεία ITCO είχε εισάγει από την Γιουγκοσλαβία 9.000 τόνους καλαμπόκι, το βάφτισε ελληνικό και το πούλησε σε ελβετική. Ως γιουγκοσλαβικό, το καλαμπόκι θα έπρεπε να επιβαρυνθεί με 182 εκατομμύρια δρχ. αντισταθμιστική εισφορά. Ως ελληνικό, η εταιρεία γλίτωσε αυτό το ποσόν και διεκδίκησε κοινοτικές επιδοτήσεις! Η τότε ΕΟΚ πληροφορήθηκε την κομπίνα κι έστειλε ερευνητική επιτροπή. Οι ελληνικές αρχές παρουσίασαν έγγραφα που είχαν πλαστογραφηθεί και υποστήριξαν ότι όλα ήταν νόμιμα. Με επερώτηση βουλευτή της ΝΔ, το θέμα έφτασε στην Βουλή, όπου ο αρμόδιος υφυπουργός Εμπορίου διαβεβαίωσε ότι τα πάντα έγιναν νόμιμα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Κομισιόν) προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και (9 Μάη του 1989) η Ελλάδα καταδικάστηκε ερήμην να πληρώσει 600.000.000 δρχ. Η πρόταση των βουλευτών της ΝΔ στην Βουλή ήταν να συσταθεί προανακριτική επιτροπή για την διερεύνηση των ευθυνών του αναπληρωτή υπουργού Οικονομικών την επίμαχη περίοδο, Νίκου Αθανασόπουλου.

Στις 18 του μήνα, η πρώτη πρόταση υπερψηφίστηκε (171 υπέρ, 121 κατά, 1 «παρών» και 3 άκυρα): Παρέπεμπε τους πέντε σε δωδεκαμελή προανακριτική επιτροπή για να διερευνηθούν οι ευθύνες τους στο σκάνδαλο Κοσκωτά. Στις 23 Αυγούστου, ψηφίστηκε και η δεύτερη (170 υπέρ, 118 κατά): Έστελνε τον Νίκο Αθανασόπουλο στο ειδικό δικαστήριο για ηθική αυτουργία σε έκδοση ψευδών βεβαιώσεων, πλαστογραφία και συνέργεια σε πλαστογραφία520.

Είχε προηγηθεί (27 Ιουλίου) η σύσταση προανακριτικής επιτροπής για τις ευθύνες του Ανδρέα Παπανδρέου στην υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών σε βάρος πολιτικών αντιπάλων του ΠΑΣΟΚ (179 υπέρ, 119 κατά, 2 «παρών», 2 λευκά, 1 άκυρο). Μαζί με τον πρώην πρωθυπουργό, κατηγορήθηκαν και οι Κώστας Τσίμας (πρώην επικεφαλής της ΕΥΠ) και Θεοφάνης Τόμπρας (πρώην διοικητής του ΟΤΕ). Απορρίφθηκε η παραπομπή των πρώην υπουργών Γιάννη Χαραλάμπους, Γιώργου Πέτσου και Κώστα Μπαντουβά. Για την υπόθεση αυτή, με απόντες τους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ, ψηφίστηκε (21 Σεπτέμβρη του 1989) η παραπομπή του πρώην πρωθυπουργού σε ειδικό δικαστήριο (169 ναι, 2 όχι , 2 λευκά).

Ήταν πρωί, 26 Σεπτέμβρη του 1989, όταν ο Παύλος Μπακογιάννης προσερχόταν στο γραφείο του, στην οδό Ομήρου, στο κέντρο της Αθήνας. Ξαφνικά, δυο άνδρες έβγαλαν όπλα και τον πυροβόλησαν. Πέθανε λίγο αργότερα. Οι δολοφόνοι ήταν μέλη της Επαναστατικής Οργάνωσης «17 Νοέμβρη» και τον σκότωσαν επειδή «παρείχε κάλυψη, ώστε ο Κοσκωτάς να μετατραπεί σε παντοδύναμο ιδιοκτήτη συγκροτήματος Τύπου».

Η δολοφονία του Μπακογιάννη ήταν η χαριστική βολή στην όποια δημοφιλία της Ε.Ο 17Ν. Ο δολοφονημένος (βουλευτής της ΝΔ) ήταν γνωστός υπέρμαχος της εθνικής συμφιλίωσης και πρόσφατα είχε εισηγηθεί στην Βουλή σχετικό νομοσχέδιο. Ο θάνατός του συγκλόνισε την χώρα.

Την επόμενη μέρα και ενώ προσκείμενες στην ΝΔ εφημερίδες προσπαθούσαν να συνδέσουν την 17Ν. με το ΠΑΣΟΚ, η Βουλή ψήφισε την παραπομπή του Ανδρέα Παπανδρέου και των υπουργών της κυβέρνησής του στο ειδικό δικαστήριο για το σκάνδαλο Κοσκωτά. Για τον πρώην πρωθυπουργό, οι κατηγορίες ήταν ηθική αυτουργία σε απιστία (166 υπέρ, 121 κατά) και παθητική δωροδοκία (165 υπέρ, 121 κατά).

Έχοντας ψηφίσει τη σύσταση τριών ειδικών δικαστηρίων, η συγκυβέρνηση ΝΔ Συνασπισμού παραιτήθηκε, 7 Οκτώβρη (του 1989). Οι εκλογές προκηρύχθηκαν για τις 5 Νοέμβρη:

Η ΝΔ πήρε 46,19% των ψήφων (148 έδρες), το ΠΑΣΟΚ 40,67% (128 έδρες), ο Συνασπισμός 10,97% (21 έδρες), ενώ η ΔΗΑΝΑ δεν εξέλεξε βουλευτή. Όμως, στο κοινοβούλιο μπήκαν για πρώτη φορά οι Οικολόγοι Εναλλακτικοί με 0,58% και μια έδρα.

Έκπληκτοι οι Έλληνες είδαν τους κατήγορους της «κάθαρσης» να συνεργάζονται με τους κατηγορούμενους, καθώς συμφωνήθηκε Οικουμενική κυβέρνηση, στηριγμένη στα τρία κόμματα με εξωκοινοβουλευτικό πρωθυπουργό τον οικονομολόγο Ξενοφώντα Ζολώτα. Με αξιωματική αντιπολίτευση τη μοναδική βουλευτίνα των οικολόγων! Έζησε πέντε πολυτάραχους μήνες και τρεις μέρες.

Από την άνοιξη του 1989, είχε μπλοκαριστεί με εισαγγελική εντολή η από τον (ακόμα κρατικό) ΟΤΕ προμήθεια 470.000 ψηφιακών παροχών με προμηθευτή την κοινοπραξία SIEMENS - INTRACOM. Το τρικομματικό υπουργικό συμβούλιο αποφάσισε να γίνει νέος διαγωνισμός αλλά, λίγες μέρες αργότερα, ακύρωσε την απόφαση αυτή και, με απ' ευθείας ανάθεση, ζήτησε από την κοινοπραξία να προχωρήσει στην προμήθεια. Μόλις διασφαλίστηκε η προμήθεια αυτή, η κυβέρνηση Ζολώτα ανατράπηκε521 (13 Φλεβάρη του 1990). Ως δικαιολογία ειπώθηκε ότι υπήρξε διαφωνία στην επιλογή της νέας ηγεσίας των ενόπλων δυνάμεων.

Η τελική αναμέτρηση έγινε 8 Απρίλη του 1990. Το αποτέλεσμα έδωσε στη ΝΔ 46,19% και 150 έδρες, στο ΠΑΣΟΚ 38,62% και 123 έδρες, στον Συνασπισμό 10,28% και 19 έδρες, στους Οικολόγους 0,77% και μια έδρα, στη ΔΗΑΝΑ 0,67% και μια έδρα (του Θόδωρου Κατσίκη), στους μουσουλμάνους δυο έδρες και στους ανεξαρτήτους των μονοεδρικών τέσσερις έδρες. Οι τελευταίοι προέρχονταν από συνεργασία του κατηγορούμενου για σκάνδαλα ΠΑΣΟΚ και του κατήγορού του Συνασπισμού στις μονοεδρικές περιφέρειες και μοιράστηκαν ανά δύο. O Θόδωρος Κατσίκης της ΔΗΑΝΑ έσπευσε να προσχωρήσει στη ΝΔ, οπότε η ΝΔ απέκτησε απόλυτη πλειοψηφία.

Καθώς έληγε η θητεία του Χρήστου Σαρτζετάκη, η πρώτη ενέργεια του νέου πρωθυπουργού ήταν να επανεκλεγεί ο Κωνσταντίνος Καραμανλής πρόεδρος της Δημοκρατίας (5 Μάη του 1990) με περιορισμένες από την αναθεώρηση του 1985 αρμοδιότητες.

Ο Τεμπονέρας και το ριφιφί στο Τατόι

Το καλοκαίρι του 1990 πέρασε με αψιμαχίες ανάμεσα στην αστυνομία και τα συνδικάτα, καθώς γινόταν φανερό ότι το «συμμάζεμα της οικονομίας», που η κυβέρνηση ευαγγελιζόταν, θα ξεκινούσε από το συνταξιοδοτικό. Το σχετικό νομοσχέδιο πρόβλεπε αύξηση του χρόνου ασφάλισης και του ορίου ηλικίας προκειμένου κάποιος να δικαιούται σύνταξη αλλά και μείωση των χορηγούμενων ποσών. Από 13 Σεπτέμβρη (του 1990) που ξεκίνησε η συζήτηση στην Βουλή μέχρι τις 28 του μήνα, η Αθήνα παρέλυσε από τις απεργίες και τις διαδηλώσεις που οργάνωσαν η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών (ΓΣΕΕ) και η Ανώτατη Διοίκηση Ενώσεων Δημοσίων Υπαλλήλων (ΑΔΕΔΥ). Πιο μαχητικές ήταν οι διαδηλώσεις των εργαζομένων στην ΔΕΗ και τον ΟΤΕ, που έχαναν κεκτημένα δικαιώματά τους. Το νομοσχέδιο ψηφίστηκε με μια ψήφο διαφορά.

Η αντιπαλότητα πέρασε στον χώρο της εκπαίδευσης: Ο υπουργός Παιδείας, Βασίλης Κοντογιαννόπουλος, κατέθεσε πολυνομοσχέδιο με αλλαγές σ' όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης. Ήταν αναχρονιστικό, καθώς πρόβλεπε ομοιόμορφη ενδυμασία των μαθητών, κατάργηση των αδικαιολόγητων απουσιών, πειθαρχικό έλεγχο της εξωσχολικής ζωής, επαναφορά της προσευχής, της έπαρσης σημαίας και του εκκλησιασμού αλλά και περικοπές των φοιτητικών παροχών. Κι ακόμα, προέβλεπε την δημιουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων.

Αποτέλεσμα ήταν να βρεθούν υπό κατάληψη περισσότερα από το 70% των σχολείων, με τις μαχητικές διαδηλώσεις να αναστατώνουν την πρωτεύουσα σε καθημερινή βάση. Και με την αντιπολίτευση να έχει ανεβάσει στο έπακρο τους τόνους της κριτικής. Οι διακοπές των Χριστουγέννων, ουσιαστικά, βρήκαν κλειστά τα σχολεία. Πολλοί γονείς ζητούσαν να ανοίξουν, έστω και με την βία, ενώ στελέχη της κομματικής νεολαίας της ΝΔ (ΟΝΝΕΔ), ετοίμαζαν επεμβάσεις.

Ήταν 8 Γενάρη του 1991, κανονικά πρώτη μέρα επαναλειτουργίας των σχολείων, που, όμως, συνέχιζαν να βρίσκονται υπό κατάληψη. Σε όλη την Ελλάδα, σημειώθηκαν συμπλοκές μεταξύ εκείνων που κρατούσαν κλειστά τα σχολεία και εκείνων που ήθελαν να τα ανακαταλάβουν. Οι συμπλοκές στο Γ' Γυμνάσιο Λύκειο Πατρών ήταν αιματηρές: Ο καθηγητής του σχολείου, Νίκος Τεμπονέρας, που είχε σπεύσει να βοηθήσει τους καταληψίες, έπεσε νεκρός. Είχε χτυπηθεί στο κεφάλι με σιδερολοστό522.

Ο Κοντογιαννόπουλος καταγγέλθηκε από την αντιπολίτευση ως ηθικός αυτουργός, υπέβαλε την παραίτησή του από υπουργός και αντικαταστάθηκε (10 Γενάρη 1991) από τον Γιώργο Σουφλιά, που απέσυρε το επίμαχο νομοσχέδιο. Όμως, την ημέρα που ορκίστηκε υπουργός Παιδείας (10 Γενάρη), μια τεράστια αντικυβερνητική διαδήλωση συγκλόνισε την Αθήνα, καθώς μετείχαν σ' αυτήν περίπου 100.000 άτομα. Η επίθεση των ΜΑΤ μετέτρεψε την διαδήλωση σε άγρια μάχη που απλώθηκε σε όλο το κέντρο της πόλης. Ένα καπνογόνο των ΜΑΤ έπεσε μέσα στο πολυκατάστημα «Κάπα Μαρούσης», στην οδό Πανεπιστημίου. Προκλήθηκε πυρκαγιά που κόστισε την ζωή σε τέσσερις ανθρώπους. Στις 13 Γενάρη (1991), οι μαθητές ξαναγύρισαν στα σχολεία.

Ήταν τελευταία Κυριακή της Αποκριάς (17 Φλεβάρη του 1991), όταν έγινε το «ριφιφί στο Τατόι»: Επιχειρήθηκε στα κρυφά η φυγάδευση «προσωπικών αντικειμένων» της πρώην βασιλικής οικογένειας. Το πήραν είδηση, όμως, δημοσιογράφοι και η κυβέρνηση ομολόγησε ότι φορτώθηκαν εννέα κοντέινερ μικτού βάρους 32 τόνων. Σύμφωνα με την κυβέρνηση, φυγαδεύτηκαν 1.104 κιβώτια με άγνωστο αριθμό αντικειμένων.

Για να μην αποκαλυφθεί η αρπαγή, το κομβόι με τα κοντέινερ έκανε έναν τεράστιο κύκλο και κατέληξε στο λιμάνι του Πειραιά, όπου περίμενε αραγμένο το γερμανικό πλοίο «Joanna Borchard». Τα κοντέινερ φορτώθηκαν στα γρήγορα και το πλοίο απέπλευσε, αμέσως. Όμως, η αποκάλυψη της όλης επιχείρησης ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών. Η δημοσιογραφική έρευνα έφερε στο φως όλη την προϊστορία:

Αμέσως μετά την ανάληψη της εξουσίας από την κυβέρνηση Μητσοτάκη, ο έκπτωτος βασιλιάς Κωνσταντίνος έκανε αίτηση για να βγάλει από την χώρα την «κινητή περιουσία του». Η αίτηση κρατήθηκε μυστική, ενώ, επίσης στα κρυφά, σχηματίστηκε επιτροπή από τους υπουργούς Ιωάννη Παλαιοκρασά (Οικονομικών) και Τζαννή Τζαννετάκη (Πολιτισμού) προκειμένου να αξιολογήσει και να χαρακτηρίσει (αν έχουν αρχαιολογική ή άλλη αξία) τα ζητούμενα αντικείμενα. Για όσα κρίθηκαν ότι μπορούσαν να μεταφερθούν (άγνωστο, ποια), δόθηκε άδεια να συσκευαστούν κρυφά. Πίνακες και αντικείμενα, για τα οποία δεν δόθηκε άδεια εξαγωγής, αφαιρέθηκαν «μυστηριωδώς»523.

Η «δίκη του αιώνα»

Ήταν 11 Μάρτη του 1991, όταν το ειδικό δικαστήριο για το σκάνδαλο Κοσκωτά συνεδρίασε για πρώτη φορά και ήταν, όπως αποκλήθηκε, η «δίκη του αιώνα». Στην έδρα κάθισαν ο πρόεδρος του Αρείου Πάγου Βασίλης Κόκκινος, ως πρόεδρος, και δώδεκα αεροπαγίτες και πρόεδροι Εφετών. Εισαγγελείς ανέλαβαν δυο βουλευτές της ΝΔ (Κώστας Κωνσταντινίδης και Νίκος Κατσαρός) και ένας του Συνασπισμού (Νίκος Κωνσταντόπουλος). Από τους πέντε κατηγορούμενους, ο Ανδρέας Παπανδρέου αρνήθηκε να παραστεί (ο Β. Κόκκινος δήλωσε ότι θα δικαζόταν «ωσεί παρών», σαν να ήταν παρών), ενώ ο Παναγιώτης Ρουμελιώτης δεν δικάστηκε: Είχε εκλεγεί ευρωβουλευτής και το Ευρωκοινοβούλιο αρνήθηκε να άρει την ασυλία του.

Απέμεναν ο κύριος στόχος, Μένιος Κουτσόγιωργας, και οι Δημήτρης Τσοβόλας και Γιώργος Πέτσος. Όμως, ακριβώς ένα μήνα μετά την έναρξη της δίκης (11 Απρίλη), ενώ είχε τον λόγο, ο Μένιος Κουτσόγιωργας έπαθε εγκεφαλικό και μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο. Πέθανε μια βδομάδα αργότερα (18 του μήνα). Οι κατήγοροι έχασαν, έτσι, το «βέβαιο θύμα τους».

Οι κατηγορίες ενάντια στον Ανδρέα Παπανδρέου ότι δωροδοκήθηκε με χρήματα που δίνονταν μέσα σε κούτες για πάνες βρακάκια («πάμπερς») κατέρρευσαν. Οι σωματοφύλακες του Κοσκωτά (Βασίλης Μαμανέας, Μανούσος Γρυλλάκης και Ηρακλής Σηφακάκης) που κατέθεσαν ως μάρτυρες κατηγορίας, υπέπεσαν σε μεγάλες αντιφάσεις και πιάστηκαν να ψευδολογούν, κάνοντας ακόμα και τον έκδηλα αντιπαπανδρεϊκό πρόεδρο του δικαστηρίου να αγανακτήσει μαζί τους. Μοιραία, η δίκη εκφυλίστηκε. Ξημερώματα, 17 Γενάρη του 1992, βγήκε η απόφαση: Αθώος ο Ανδρέας Παπανδρέου για την κατηγορία της ηθικής αυτουργίας σε απιστία (7 - 6 οι ψήφοι), αθώος για την παθητική δωροδοκία (10 - 3 οι ψήφοι), αθώος και για την αποδοχή προϊόντων εγκλήματος (8 προς 5 οι ψήφοι).

Κι επειδή κάποιος έπρεπε να βρεθεί ένοχος, ο Δημήτρης Τσοβόλας καταδικάστηκε σε δυόμισι χρόνια φυλάκιση (ποινή εξαγοράσιμη) για παράβαση του νόμου περί ευθύνης υπουργών (τη ρύθμιση των χρεών του Κοσκωτά). Καταδικάστηκε κι ο Γιώργος Πέτσος524 (με αναστολή), επειδή ήταν ο αρμόδιος υφυπουργός, όταν εκδόθηκε η παράνομη άδεια οικοδομής για τα κτίρια της «Γραμμής Α.Ε.» στην Παλλήνη.

Ο Τσοβόλας αρνήθηκε να εξαγοράσει την ποινή. Δήλωσε:

«Θέτω στον αρμόδιο εισαγγελέα και τις αρχές τον εαυτό μου στην διάθεσή τους, για να εκτελέσουν αυτή την αλλοπρόσαλλη και προσβλητική για το κοινοβούλιο και τους δημοκρατικούς θεσμούς απόφαση της πλειοψηφίας του Ειδικού Δικαστηρίου».

Λίγο αργότερα, φίλοι του εξαγόρασαν την ποινή. Ο Τσοβόλας αφέθηκε ελεύθερος. Ο Ανδρέας Παπανδρέου δήλωσε:

«Στόχος τους ήταν η δική μου πολιτική και ηθική εξόντωση, η διάλυση του ΠΑΣΟΚ και ο κατακερματισμός της μεγάλης δημοκρατικής παράταξης. Απέτυχαν οικτρά με την δεκάμηνη δημόσια διαδικασία. Η αλήθεια εκδικήθηκε τους σκευωρούς».

Οι αποκρατικοποιήσεις

Ήταν Μάρτης του 1992, όταν η κρατικοποιημένη εταιρεία ΑΓΕΤ - Ηρακλής, εκείνη την εποχή, η μεγαλύτερη τσιμεντοβιομηχανία στον κόσμο, ιδιωτικοποιήθηκε («ξεπουλήθηκε», έγραψαν οι εφημερίδες). Την αγόρασε η ιταλική Καλτσεστρούτσι (Calcestruzzi), με τον Μητσοτάκη να δηλώνει ότι προτιμήθηκαν οι Ιταλοί για να μην καταλήξει στην κυριότερη ανταγωνίστριά της, την γαλλική Λαφάρζ (Lafarge), στην οποία, τελικά, κατέληξε525. Πρωταγωνιστής σε εκείνη την συναλλαγή ήταν το αφεντικό της Καλτσεστρούτσι, Λορέντσο Παντσαβόλτα, ο οποίος, πέντε χρόνια αργότερα, βρέθηκε στο μάτι της ιταλικής δικαιοσύνης, καθώς αποκαλύφθηκε ότι έδινε μίζες για να παίρνει όλα τα μεγάλα έργα στη Σικελία. Περίπου δυο χρόνια αργότερα (24 Γενάρη του 1994), στο κέντρο της Αθήνας, η Ε.Ο. 17Ν δολοφόνησε τον Μιχάλη Βρανόπουλο, διοικητή της Εθνικής Τράπεζας την επίμαχη εποχή. Η οργάνωση τον είχε στοχοποιήσει, ως τον «υπεύθυνο για το σκάνδαλο της ΑΓΕΤ - Ηρακλής».

Τον Μάη του 1992 (15 του μήνα), η Βουλή ψήφισε την αναστολή της δίωξης του Ανδρέα Παπανδρέου για την υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών: 117 υπέρ της αναστολής, 24 κατά και τρεις «παρών». ΠΑΣΟΚ και ΚΚΕ απείχαν από την ψηφοφορία.

Η όλη ιστορία πέρασε σχεδόν απαρατήρητη, καθώς η Αθήνα συγκλονιζόταν από τις απεργίες στις αστικές συγκοινωνίες. Πιστή στην πολιτική των αποκρατικοποιήσεων, από τις αρχές του 1992, η κυβέρνηση της ΝΔ προωθούσε την ιδιωτικοποίηση της ΕΑΣ (Εταιρείας Αστικών Συγκοινωνιών) με την αντικατάστασή της από την ΣΕΠ (Συγκοινωνιακές Επιχειρήσεις). Το σχέδιο προέβλεπε την απόλυση των περίπου 8.000 υπαλλήλων της ΕΑΣ και τη ρύθμιση των χρεών της. Τα 1.700 λεωφορεία θα χαρίζονταν σε «νοικοκυραίους», όπως τους ονόμασε ο αρμόδιος υπουργός, Σωτήρης Κούβελας, με προτεραιότητα στους οδηγούς που εργάζονταν στην ΕΑΣ (τους ΣΕΠίτες).

Έχοντας επικεφαλής τον πρόεδρο (Ανδρέα Κολλά) και τον γραμματέα (Χρήστο Σταμούλο) του σωματείου τους, οι εργαζόμενοι στην ΕΑΣ ξεκίνησαν δυναμικές κινητοποιήσεις. Τα λεωφορεία ακινητοποιήθηκαν και η Αθήνα παρέλυσε από τις καθημερινές διαδηλώσεις. Η κυβέρνηση χαρακτήρισε τους απεργούς «Σταματοκολλάδες», τους επιστράτευσε κι έβγαλε τα ΜΑΤ στους δρόμους, καθώς η επιστράτευση δεν πέρασε. Οι μάχες έγιναν συχνό φαινόμενο με τους απεργούς να απαντούν «με ΜΑΤ και βία δεν βγαίνουν λεωφορεία». Συνέλαβαν (25 Αυγούστου) ανάμεσα στους διαδηλωτές και έναν αστυνομικό «σε διατεταγμένη υπηρεσία λόγω κινδύνου επεισοδίων», κατά την αστυνομία, τον οποίο γλίτωσε από λιντσάρισμα ο Ανδρέας Κολλάς, συνέλαβαν κι έναν δασοπυροσβέστη που πετούσε πέτρες κι έσπαζε τζάμια λεωφορείων, προσποιούμενος ότι είναι απεργός.

Ήταν 9 Σεπτέμβρη του 1992, όταν 13 οδηγοί λεωφορείων βρέθηκαν στο Εφετείο (στην οδό Σωκράτους), προκειμένου να ζητήσουν αποσπάσματα ποινικού μητρώου, απαραίτητα για να έχουν το δικαίωμα να τους χαριστεί λεωφορείο. Κυκλώθηκαν από περίπου εκατό απεργούς, οι οποίοι ξεκίνησαν να τους χτυπούν, να τους βρίζουν και να τους φτύνουν. Τους έγδυσαν, μη αφήνοντάς τους ούτε εσώρουχο, και τους άφησαν στη μέση του δρόμου, μπροστά στα έκπληκτα μάτια των περαστικών. Ολόγυμνοι και ταπεινωμένοι, οι οδηγοί κατέφυγαν στα γύρω ξενοδοχεία, όπου τους έδωσαν σεντόνια ή ρούχα για να καλυφθούν. Οι ΣΕΠίτες κατάγγειλαν οργανωμένο σχέδιο ενάντιά τους, η αστυνομία προχώρησε σε προσαγωγές αλλά η επίθεση έμεινε ατιμώρητη. Ένας από τους οδηγούς περιέγραψε πώς ένιωσε:

«Ένιωθα πως με σκοτώνουν, πως χανόμουν. Όλα γύρω μου είχαν σκοτεινιάσει, άκουγα μπερδεμένες φωνές και το μόνο που μπορούσα να ξεχωρίσω ήταν πως με έβριζαν. Όταν μέσα σε λίγα λεπτά με είχαν αφήσει χτυπημένο και γυμνό στην πλατεία Ομονοίας, ένιωθα τα βλέμματα του κόσμου πάνω μου και ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί».

Η κινητοποίηση είχε διάρκεια 18 μηνών. Έληξε νικηφόρα για τους απεργούς, προπαραμονή των Χριστουγέννων του 1993526.
Όμως, την τριετία της κυβέρνησης Μητσοτάκη σημάδεψαν οι μεγάλες και παρατεταμένες απεργίες των εργαζόμενων στην ΔΕΗ. Η κυβέρνηση πέρασε νόμο που επέτρεπε στις διοικήσεις των οργανισμών να απολύουν απεργούς που δεν επέστρεφαν στην εργασία τους, εφ' όσον η απεργία χαρακτηριζόταν από τα δικαστήρια παράνομη. Με βάση τις διατάξεις του νόμου αυτού, η ΔΕΗ απέλυσε διακόσιους απεργούς. Το συνδικαλιστικό σωματείο των εργαζόμενων (ΓΕΝΟΠ ΔΕΗ) συγκρότησε απεργιακό ταμείο που κατέβαλλε στους απολυμένους τα απαραίτητα για να ζουν. Ήταν 7 Σεπτέμβρη του 1992, όταν τα κεντρικά της ΔΕΗ (στην οδό Χαλκοκονδύλη της Αθήνας) αποκλείστηκαν από απεργούς που εμπόδιζαν τους απεργοσπάστες να μπουν στα γραφεία και να δουλέψουν. Έγιναν άγρια επεισόδια και τραυματίστηκαν υπάλληλοι. Η διοίκηση της ΔΕΗ μήνυσε τους απεργούς527.

Η κατάσταση ξέφυγε το καλοκαίρι του 1993, όταν η κυβέρνηση πέρασε νόμο που καταργούσε το μονοπώλιο της ΔΕΗ στην παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και επέτρεπε σε ιδιώτες να γίνουν πάροχοι.

Η πτώση της κυβέρνησης Μητσοτάκη

Το 1991 είχε βρει την Ομοσπονδιακή Γιουγκοσλαβία να διαλύεται και τους κατοίκους της «Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας» να διακηρύσσουν την ανεξαρτησία της χώρας τους με το όνομα «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Η χρονιά είχε περάσει με προσπάθειες του νεοσύστατου κράτους να αναγνωριστεί από την διεθνή κοινότητα και προειδοποιήσεις της ελληνικής κυβέρνησης ότι, για να συμβεί αυτό, οι βόρειοι γείτονες θα έπρεπε να αλλάξουν το όνομα «Μακεδονία», να αναγνωρίσουν ότι δεν έχουν εδαφικές βλέψεις σε βάρος της Ελλάδας και να δεχτούν ότι δεν υπάρχει «μακεδονική μειονότητα» στην Ελλάδα. Το «μακεδονικό ζήτημα» εισέβαλε για τα καλά στην καθημερινότητα των Ελλήνων και (14 Φλεβάρη του 1992) πραγματοποιήθηκε στην Θεσσαλονίκη τεράστια διαδήλωση, όπου διακηρύχτηκε ότι «η Μακεδονία είναι μία και είναι ελληνική». Τέσσερις μέρες αργότερα (18 του μήνα), συγκλήθηκε, υπό την προεδρία του προέδρου της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνου Καραμανλή, συμβούλιο αρχηγών κομμάτων (Μητσοτάκης, Παπανδρέου, Παπαρήγα528 και Δαμανάκη) με παρόντα τον υπουργό Εξωτερικών, Αντώνη Σαμαρά. Αποφασίστηκε ότι δεν θα γίνει αποδεκτή όποια ονομασία τον νέου κράτους περιείχε τον όρο Μακεδονία. Την 1η Απρίλη (του 1992), ο Ζοζέ Πινέιρο, υπουργός Εξωτερικών της Πορτογαλίας που είχε την προεδρία της ΕΟΚ, πρότεινε το όνομα «Νόβα Μασεντόνια» (Νέα Μακεδονία) ως συμβιβαστική λύση. Το νέο συμβούλιο των αρχηγών (με απούσα την Αλέκα Παπαρήγα) απέρριψε την πρόταση, εμμένοντας στην αρχική απόφαση (13 Απρίλη). Όμως, ο Αντώνης Σαμαράς, χωρίς προηγούμενη ενημέρωση, παρουσίασε στη σύσκεψη σημείωμα επτά σημείων δράσης, που προκάλεσαν την οργισμένη αντίδραση, τόσο του Καραμανλή, όσο και του Μητσοτάκη. Στη συνέντευξη Τύπου, που ακολούθησε, ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε ότι ο Σαμαράς έπαυε να είναι υπουργός Εξωτερικών και ότι το υπουργείο το αναλάμβανε ο ίδιος. Τον Αύγουστο (του 1992), το έδωσε στον Μιχάλη Παπακωνσταντίνου.

Το όλο θέμα συνέχισε να απασχολεί την Ελλάδα, την ΕΟΚ και τα Ηνωμένα Έθνη ολόκληρη την χρονιά, με τους Έλληνες της διασποράς να πραγματοποιούν δυναμικά συλλαλητήρια, τόσο στις ΗΠΑ, όσο και στην Αυστραλία. Ποντάροντας στο «σκοπιανό», ο Αντώνης Σαμαράς παραιτήθηκε από βουλευτής και αποχώρησε από την ΝΔ (Οκτώβρης του 1992). Στις 12 Φλεβάρη του 1993, ζήτησε να διεξαχθεί δημοψήφισμα για την ονομασία του νέου κράτους. Την επόμενη μέρα (13 Φλεβάρη), ο πρωθυπουργός δήλωσε ότι το όνομα δεν είχε καμιά σημασία, καθώς, «σε πέντε δέκα χρόνια», κανένας δεν θα το θυμόταν. Έτσι κι αλλιώς, μέχρι να βρεθεί οριστική λύση, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ αποφάσισε (7 Απρίλη και 18 Ιουνίου του 1993) να κάνει δεκτό το νέο κράτος με το όνομα «Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας» (ΠΓΔΜ, FYROM). Ήταν 30 Ιουνίου, όταν ο Αντώνης Σαμαράς ανακοίνωσε την δημιουργία του κόμματος «Πολιτική Άνοιξη» (ΠΟΛ.ΑΝ.) με αιχμή το «μακεδονικό».

Αρχές Σεπτέμβρη (1993), ο Αντώνης Σαμαράς κάλεσε τους βουλευτές της ΝΔ να αποχωρήσουν από το κόμμα. Τον ακολούθησαν δύο: Πρώτα ο Στέφανος Στεφανόπουλος (ανιψιός του συνονόματου τελευταίου πρωθυπουργού της αποστασίας) της Ηλείας κι έπειτα ο Γιώργος Συμπιλίδης του Κιλκίς. Προσχώρησαν στην Πολιτική Άνοιξη, με αποτέλεσμα η ΝΔ να χάσει την δεδηλωμένη. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης αναγκάστηκε να παραιτηθεί και να προκηρύξει εκλογές για τις 10 Οκτώβρη (του 1993).

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

504. Βλ. κεφάλαιο 34, «πορεία προς την απομόνωση».

505. Στη συνείδηση του ελληνικού λαού, ο Γουέλς αντιπροσώπευε το σκληρό και φιλοχουντικό πρόσωπο των ΗΠΑ, ενώ ο Μάλλιος είχε αθωωθεί από το δικαστήριο, απόφαση που είχε προκαλέσει οργή.

506. Η Συμμαχία Προοδευτικών και Αριστερών Δυνάμεων περιλάμβανε την ΕΔΑ με πρόεδρο τον Ηλία Ηλιού, το ΚΚΕ εσωτερικού με αρχηγό τον Μπάμπη Δρακόπουλο, τη Σοσιαλιστική Πορεία με αρχηγό τον Νίκο Κωνσταντόπουλο, τη Σοσιαλιστική Πρωτοβουλία με αρχηγό τον Γ. - Α. Μαγκάκη και την Χριστιανική Δημοκρατία με αρχηγό τον Νίκο Ψαρουδάκη.

507. Μια από τις προϋποθέσεις για να επιλεγεί ο Κωνσταντίνος Τσάτσος για την προεδρία της Δημοκρατίας ήταν ότι θα υπέβαλλε παραίτηση, όταν του το ζητούσε ο Καραμανλής.

508. Στα 1983, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ δημιούργησε τον Οργανισμό Αντισεισμικής Προστασίας (ΟΑΣΠ), που επέβαλε τη συνεργασία σεισμολόγων, γεωλόγων, κατασκευαστών και πολεοδόμων. Τα αποτελέσματα της συνεργασίας αυτής καθώς και οι οδηγίες του Τεχνικού Επιμελητηρίου (ΤΕΕ) αξιοποιήθηκαν στον Γενικό Οικοδομικό Κανονισμό (ΓΟΚ) του 1985. Στα 2003 ψηφίστηκε ο νόμος για το σχέδιο «Ξενοκράτης» για την αντιμετώπιση των σεισμών.

509. Το «άρθρο 4» καταργήθηκε νομοθετικά στις 22 Οκτώβρη του 1987.

510. Έχοντας χάσει τις εκλογές του 1981, ο Γεώργιος Ράλλης παραιτήθηκε (Δεκέμβρη του ίδιου χρόνου), με τον Ευάγγελο Αβέρωφ να τον διαδέχεται στην προεδρία του κόμματος. Κι αυτός παραιτήθηκε τον Αύγουστο του 1984. Νέος πρόεδρος αναδείχτηκε (1 Σεπτέμβρη του 1984) ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης.

511. Ο αστυφύλακας Μελίστας, σε πρώτο βαθμό, καταδικάστηκε σε δυόμισι χρόνια φυλακή (23 Σεπτέμβρη του 1988). Αθωώθηκε στο Εφετείο (25 Γενάρη του 1990).

512. Η Ελληνική Αστυνομία (ΕΛ.ΑΣ.) προέκυψε από την συγχώνευση (το 1984) Αστυνομίας και Χωροφυλακής.

513. Ο Γεράσιμος Αρσένης ίδρυσε το Ελληνικό Σοσιαλιστικό Κόμμα, απέτυχε να πείσει τους εκλογείς και, το 1989, επέστρεψε στο ΠΑΣΟΚ.

514. Οι δυο πρωθυπουργοί συναντήθηκαν στο Νταβός της Ελβετίας (30 - 31 Γενάρη του 1988) και κατέληξαν σε συμφωνία, το περίφημο «μη πόλεμος» του Ανδρέα Παπανδρέου, με τον Οζάλ να δηλώνει ότι δεν θα ξαναγίνονταν έρευνες «σε αμφισβητούμενα εδάφη».

515. Τον συνέλαβαν στις ΗΠΑ και τον εξέδωσαν στην Ελλάδα (το 1991), όπου καταδικάστηκε σε 25 χρόνια κάθειρξη. Αποφυλακίστηκε το 2001.

516. Ο Λούβαρης προφυλακίστηκε, 12 Απρίλη του 1989, αποφυλακίστηκε με εγγύηση, 9 Μάη (1989) και αθωώθηκε ομόφωνα στην δίκη.

517. Ανδρέας Παπανδρέου και Δήμητρα Λιάνη παντρεύτηκαν στις 13 Ιουλίου του 1989.

518. Νικόλαου Γρυλλάκη, «Αποκαλύπτω», και εφημερίδα «Τα Νέα», 12 Δεκέμβρη 2001, «Η CIA ''ψήφιζε'' Ν.Δ.»: Αιτία της συμφωνίας ήταν ότι, καθώς εκείνη την εποχή παρέπαιαν τα κομμουνιστικά καθεστώτα, «Η CIA σχεδίαζε την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού στις ανατολικές χώρες. Με το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία και την αριστερή πτέρυγα να ασκεί πιέσεις για συμπαράσταση στα ετοιμόρροπα τότε σοσιαλιστικά κόμματα θα δημιουργούνταν προβλήματα στην ταχεία αποσύνθεση του κομμουνισμού».

519. Έχοντας συγκρουστεί με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, ο Κωστής Στεφανόπουλος είχε αποχωρήσει από την Νέα Δημοκρατία και είχε ιδρύσει (6 Σεπτέμβρη του 1985) το κόμμα Δημοκρατική Ανανέωση (ΔΗΑΝΑ).

520. Ο Αθανασόπουλος προφυλακίστηκε (19 Φλεβάρη του 1990), καταδικάστηκε (11 Αυγούστου του 1990) σε τριάμισι χρόνια φυλακή και αποφυλακίστηκε μετά από 19 μήνες.

521. Βασίλη Χιώτη, «Ο εφιάλτης της οικουμενικής το '90», tovima.gr, 14.11.2010.

522. Ως αυτουργοί συνελήφθησαν ο πρόεδρος της ΟΝΝΕΔ Αχαΐας και δημοτικός σύμβουλος στον δήμο Πατρέων, Ιωάννης Καλαμπόκας, και το μέλος της οργάνωσης, Αλέκος Μαραγκός. Ο Μαραγκός αθωώθηκε. Ο Καλαμπόκας, σε πρώτο βαθμό, καταδικάστηκε σε ισόβια και σε δεύτερο, σε 17. Αποφυλακίστηκε το 1998.

523. Η μετέπειτα κυβέρνηση Παπανδρέου ακύρωσε την συμφωνία της ΝΔ (1992) για τη μεταφορά και άλλων αντικειμένων της «βασιλικής οικοσκευής».

524. Η 17Ν είχε προαποφασίσει ότι ο Πέτσος ήταν ένοχος για το σκάνδαλο Κοσκωτά και είχε αποπειραθεί να τον δολοφονήσει (8 Μάη του 1989), στην Φιλοθέη. Απέτυχε. Ο Πέτσος τραυματίστηκε ελαφρά.

525. Οι Ιταλοί την πούλησαν στην αγγλική Μπλού Σιρκλ (Blue Circle), την οποία εξαγόρασε η Lafarge.

526. Την ημέρα εκείνη, η νέα κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ διέλυσε τις ΣΕΠ και κρατικοποίησε πάλι την ΕΑΣ.

527. Οι απολυμένοι επαναπροσλήφθηκαν από την επόμενη κυβέρνηση (του ΠΑΣΟΚ), ενώ οι μηνύσεις δεν είχαν καμιά τύχη.

528. Από τον Ιούνιο του 1991, ο Συνασπισμός είχε διασπαστεί με την αποχώρηση του ΚΚΕ. Στην Βουλή, χωρίστηκαν σε 7 βουλευτές του ΚΚΕ με πρόεδρο την Αλέκα Παπαρήγα και 14 του Συνασπισμού με πρόεδρο τη Μαρία Δαμανάκη. Εξαιτίας ανεξαρτητοποιήσεων, ως την λήξη της περιόδου, ο Συνασπισμός έμεινε με ένδεκα.

(τελευταία επεξεργασία, 14 Δεκεμβρίου 2020)

Επικοινωνήστε μαζί μας