Κεφ. 7: Παλεύοντας με τα ρεύματα

Ελληνική πολιτική συγκρότηση

Η επανάσταση στις παραδουνάβιες ηγεμονίες έσβησε στις 15 Ιουνίου του 1821, όταν ο Αλέξανδρος Υψηλάντης πέρασε στα αυστριακά εδάφη, όπου και τον συνέλαβαν. Ο Αλή πασάς άντεξε ως τις 24 Γενάρη του 1822. Ως τότε, οι Έλληνες είχαν προλάβει να ελευθερώσουν Μοριά, Ρούμελη και κάμποσα νησιά. Νωρίτερα, στις 20 Δεκέμβρη του 1821, ξεκίνησε η πρώτη Εθνοσυνέλευση στο χωριό Πιάδα, κοντά στην Επίδαυρο. Είχε προηγηθεί η ανοιχτή αντιπαράθεση των Φιλικών με τους προκρίτους, που δεν ήταν διατεθειμένοι να παραδώσουν την εξουσία σε «ερασιτέχνες». Έτσι, την ώρα που οι εκεί ηγέτες της Φιλικής Εταιρείας Δημήτριος Υψηλάντης (αδερφός του Αλέξανδρου) και Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ήταν απασχολημένοι στην πολιορκία του Ακροκόρινθου, οι πρόκριτοι συνέλεγαν πληρεξούσιους της εμπιστοσύνης τους. Ο Δημήτριος Υψηλάντης αποκαλούσε τον Μαυρομιχάλη και τον Μαυροκορδάτο «τυραννόφρονες και τουρκολάτρες». Όμως, οι πρόκριτοι απλά προσπαθούσαν να ελέγξουν την κατάσταση, θεωρώντας τους Φιλικούς επικίνδυνους αντίπαλους. Την Εθνοσυνέλευση (της Επιδαύρου, όπως ονομάστηκε) απαρτίζανε εξήντα πληρεξούσιοι από τη Ρούμελη, τον Μοριά και τα νησιά. Η πλειοψηφία τους ελεγχόταν από τον κοτζαμπάση της Μάνης Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη κι από τον σύμμαχό του πολιτικό ηγέτη της Δυτικής Ελλάδας, Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Πρώτη τους δουλειά ήταν να ψηφίσουν σύνταγμα που ονομάστηκε «προσωρινό πολίτευμα της Επιδαύρου». Αρκετά προοδευτικό για την εποχή, καθιέρωσε τρεις εξουσίες: Τη νομοθετική που ασκούσε το Βουλευτικό (βουλή με εβδομήντα βουλευτές), την εκτελεστική που ασκούσε το Νομοτελεστικό (μια πενταμελής κυβέρνηση που εκλεγόταν από την βουλή) και τη δικαστική. Βουλευτικό και νομοτελεστικό θα εκλέγονταν κάθε χρόνο.

Την πρωτοχρονιά του 1822, ο πρόεδρος της εθνοσυνέλευσης Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος εξέδωσε την πανηγυρική διακήρυξη της Ελληνικής Ανεξαρτησίας. Είναι το πρώτο επίσημο κείμενο του ελεύθερου ελληνικού κράτους στον διεθνή χώρο:

«Εν ονόματι της Αγίας και Αδιαιρέτου Τριάδος:

Το Ελληνικόν Έθνος, το υπό την φρικώδη οθωμανικήν δυναστείαν, μη δυνάμενον να φέρη τον βαρύτατον και απαραδειγμάτιστον ζυγόν της τυραννίας και αποσείσαν αυτόν με μεγάλας θυσίας, κηρύττει σήμερον δια των νομίμων παραστατών του, εις εθνικήν συνηγμένων συνέλευσιν, ενώπιον Θεού και ανθρώπων, την πολιτικήν αυτού ύπαρξιν και ανεξαρτησίαν».

Στις 13 του Γενάρη, ενώ οι οπλαρχηγοί έλειπαν στον Ακροκόρινθο, η εθνοσυνέλευση αποφάσισε την κατάργηση όλων των διακριτικών της Φιλικής Εταιρείας και την αντικατάστασή τους με άλλα. Ανάμεσα σ’ αυτά και η σημαία της, που αντικαταστάθηκε από την γαλανόλευκη. Την επομένη, οι Φιλικοί απάντησαν με την εκπόρθηση του Ακροκόρινθου. Το πάρσιμο του κάστρου πανηγυρίστηκε με ενθουσιασμό από τους πληρεξούσιους. Ο πορθητής του, Δημήτριος Υψηλάντης, εκλέχτηκε πρόεδρος του βουλευτικού στις εκλογές, που είχαν προγραμματιστεί για τις 15 του Γενάρη. Κι ο συναγωνιστής του, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, διορίστηκε στρατηγός. Με διάταγμα του Υψηλάντη, χριστιανοί και μουσουλμάνοι, Έλληνες, Τούρκοι και Αλβανοί αναγνωρίζονταν ισότιμοι πολίτες του νέου κράτους με σεβαστά δικαιώματα στην ζωή και στις περιουσίες τους.

Η συνέλευση διαλύθηκε στις 16 Δεκέμβρη του 1822.

 

Άκερμαν και Αδριανούπολη

Στα 1826, το ενδιαφέρον της παγκόσμιας κοινής γνώμης ήταν στραμμένο στην ηρωική άμυνα του Μεσολογγίου, που το πολιορκούσαν οι τουρκοαιγυπτιακές δυνάμεις του Ιμπραήμ. Οι Έλληνες συνέχιζαν τον επαναστατικό αγώνα στη Ρούμελη και οργάνωναν το κράτος τους στον Μοριά και στα νησιά. Στον Βορρά, οι παραδουνάβιες ηγεμονίες εξακολουθούσαν να απολαμβάνουν την αυτονομία που τους παρείχαν οι διεθνείς συνθήκες, ενώ στη Σερβία ο Μίλος Ομπρένοβιτς ισχυροποιούσε την θέση του ως ηγεμόνας κάτω από την επικυριαρχία του σουλτάνου. Στο ξεχασμένο Μαυροβούνιο, η ζωή κυλούσε ειρηνικά. Στην υπόλοιπη Βαλκανική χερσόνησο, τη μοιρασμένη ανάμεσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία και την Αυστρία, φύλλο δεν κουνιόταν. Οι Αλβανοί είχαν ηρεμήσει, οι Βούλγαροι εξακολουθούσαν να βρίσκονται σε εθνικό λήθαργο και οι Σλάβοι Κροάτες κι εκγερμανισμένοι Σλοβένοι ζούσαν σε βαθιά εξαθλίωση. Μόνο υπόγειες ζυμώσεις γίνονταν αλλ’ αργούσαν ακόμα να φτάσουν στην επιφάνεια.

Η επική έξοδος και η πτώση του Μεσολογγίου (10 του Απρίλη του 1826) ξεσήκωσε την παγκόσμια κοινή γνώμη αλλά οι επιπτώσεις από την κινητοποίηση αυτή δεν φάνηκαν άμεσα στον σουλτάνο. Για κείνον, το συμπέρασμα ήταν απλά ότι το μέλλον βρισκόταν πια στον τακτικό στρατό. Τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου, εξέδωσε το διάταγμα, με το οποίο διαλύονταν τα τάγματα των γενιτσάρων. Φυσικά, δεν το δέχτηκαν κι εξεγέρθηκαν. Οι καιροί, όμως, είχαν αλλάξει. Στις οδομαχίες, που ακολούθησαν μέσα στην Κωνσταντινούπολη αλλά και στις άλλες πόλεις, ο λαός πήρε το μέρος του Μαχμούτ Β’. Οι γενίτσαροι εξολοθρεύτηκαν οριστικά σε ολόκληρη την επικράτεια.

Απαλλαγμένη από αυτή τη μάστιγα αλλά και πληγωμένη από την άγρια αιματοχυσία, η Οθωμανική αυτοκρατορία είδε τη Ρωσία να απαιτεί με τελεσίγραφο τη ρύθμιση διαφόρων ζητημάτων, που φάνταζαν ως ασήμαντες αφορμές, καθώς ο τσάρος επιζητούσε με κάθε τρόπο να βρει ευκαιρία ν’ ανοίξει πόλεμο με τον σουλτάνο. Ο Μαχμούτ υποχρεώθηκε να συρθεί στη Συνθήκη του Άκερμαν, μιας μικρής πόλης στις εκβολές του Δνείστερου ποταμού. Η συνθήκη υπογράφτηκε στις 25 Σεπτέμβρη του 1826 χωρίς να υπάρχει σ’ αυτήν λέξη για την Ελλάδα. Πέρα από τα εδαφικά κέρδη της, η Ρωσία αποκτούσε δικαίωμα ελεύθερου διάπλου από τον Εύξεινο Πόντο στο Αιγαίο κι αντίστροφα, επέβαλλε την αναγνώριση της αυτονομίας των Σέρβων και ρύθμιζε το καθεστώς στην Βλαχία και στη Μολδαβία: Στο εξής, οι ηγεμόνες τους θα εκλέγονταν από τους βογιάρους με επτάχρονη θητεία. Ο σουλτάνος θα είχε δικαίωμα να παύσει κάποιον μόνον αν συμφωνούσε ο Ρώσος πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη. Όλ’ αυτά, όμως, δεν ικανοποιούσαν τον τσάρο που επιζητούσε να βρει τρόπο να βγει στο Αιγαίο. Η ναυμαχία του Ναβαρίνου (Οκτώβρης του 1827) είχε ως άμεσο αποτέλεσμα την εκκένωση του Μοριά από τα στρατεύματα του Ιμπραήμ αλλά ο σουλτάνος δεν έδειχνε διάθεση να συνεργαστεί στα υπόλοιπα ζητήματα της «ελληνοτουρκικής διαφοράς». Καλύτερη ευκαιρία για τη Ρωσία δεν μπορούσε να υπάρξει, καθώς οι άλλες δυνάμεις θα δυσκολεύονταν να φέρουν αντιρρήσεις. Τον Μάη του 1828, κήρυξε πάλι τον πόλεμο στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Τα στρατεύματά της κυρίευσαν τις ηγεμονίες, πέρασαν τον Δούναβη, κατέλαβαν τη Βάρνα (Οκτώβρης του 1828) και πολιόρκησαν τη Σιλίστρια. Δεν κατάφεραν να την πάρουν και υποχώρησαν πέρα από τον Δούναβη. Ξαναπέρασαν το ποτάμι τον επόμενο χρόνο, πήραν τη Σιλίστρια (18 Ιούνιου του 1829), πέρασαν τον Αίμο και κυρίευσαν την Αδριανούπολη.

Ο Μαχμούτ απέσυρε φρουρές από την Κεντρική Ελλάδα και τις έστειλε στη Θράκη. Έφτασαν, όταν πια είχε υπογραφτεί η Συνθήκη της Αδριανούπολης (2 του Σεπτέμβρη του 1829). Με αυτήν, επαναβεβαιώθηκε η αυτονομία της Σερβίας, αναγνωρίστηκε η Ελλάδα ως κράτος υποτελές στην Οθωμανική αυτοκρατορία και ρυθμίστηκαν ακόμα πιο ευνοϊκά για τη Ρωσία τα θέματα της Μολδαβίας και της Βλαχίας: Η θητεία του ηγεμόνα γινόταν ισόβια, οι Τούρκοι έπρεπε να εκκενώσουν τα φρούρια και να εγκαταλείψουν τα εδάφη των δύο ηγεμονιών μαζί με τις φρουρές τους. Οι κάτοικοι των περιοχών αυτών απαλλάσσονταν από τους φόρους για δυο χρόνια, ενώ η στρατιωτική τους διοίκηση ανατέθηκε στον Ρώσο στρατηγό, κόμη Παύλο Κισέλεφ.

 

Στο Ναβαρίνο

Η ηρωική αντίσταση του Μεσολογγίου στην πολιορκία των Τουρκοαιγυπτίων ήταν για τους λαούς της Ευρώπης και της Αμερικής γεγονός θαυμαστό. Η παρατεινόμενη άμυνα σκόρπιζε παντού ενθουσιασμό. Οι λαοί πίεζαν τις κυβερνήσεις να βοηθήσουν τους μαχόμενους Έλληνες. Στις 4 Απρίλη του 1826, ο από το 1825 τσάρος Νικόλαος Α’ (1796 - 1855) υπέγραψε με την Αγγλία το πρωτόκολλο της Πετρούπολης. Είναι το πρώτο κείμενο που αναφέρει τη λέξη Ελλάδα στην διεθνή διπλωματία. Τη θεωρούσε αυτοδιοικούμενη χώρα κάτω από την επικυριαρχία του σουλτάνου.

Μετά την ηρωική έξοδο και τις σφαγές που ακολούθησαν (10 Απρίλη του 1826), οι πιέσεις προς τις κυβερνήσεις έγιναν πιο έντονες. Υπογραφές με παγκόσμιο κύρος, όπως του Βικτόρ Ουγκό (1802 -1885), του Φραγκίσκου Ρενέ υποκόμη ντε Σατομπριάν (1768 - 1848) και του Πέτρου ντε Μπερανζέρ (Βερανζέρου, 1780 - 1857), έμπαιναν στις εκκλήσεις για βοήθεια στους Έλληνες. Ζητούσαν να απομονωθεί η Αυστρία του Μέτερνιχ και να αναγνωριστεί έμπρακτα η Ελλάδα. Η άμυνα της ακρόπολης της Αθήνας έδωσε νέα ώθηση στο φιλελληνικό κίνημα. Όταν, στις 25 Μάη του 1827, η ακρόπολη παραδόθηκε στους Τούρκους, η Γαλλία προσχώρησε στο πρωτόκολλο της Πετρούπολης. Η λαϊκή πίεση απέφερε καρπούς στις 6 Ιουλίου του 1827. Την ημέρα αυτή, υπογράφηκε η συνθήκη του Λονδίνου ανάμεσα στην Αγγλία, την Γαλλία και τη Ρωσία. Αναγνώριζε αυτόνομη Ελλάδα από τη γραμμή Αμβρακικού - Παγασητικού και νότια, κάτω από την επικυριαρχία του σουλτάνου. Το κυριότερο, όμως, ήταν πως η συνθήκη περιελάμβανε μυστικά άρθρα, που προέβλεπαν την αποστολή τριεθνούς στόλου στην Πελοπόννησο με εντολή την επιβολή των αποφάσεων. Εκτελεστές της συνθήκης ορίστηκαν οι ναύαρχοι Ερρίκος Δανιήλ Γκοτιέ κόμης Ντεριγνί (1782 - 1835) για τη Γαλλία, Εδουάρδος Κόντριγκτον (1770 - 1851) για την Αγγλία και Λογγίνος Χέιντεν (1772 - 1840) για τη Ρωσία.

Μη γνωρίζοντας τα μυστικά άρθρα, η Τουρκία απέρριψε τους όρους της συνθήκης. Οι στόλοι των τριών δυνάμεων απέπλευσαν με προορισμό την Ελλάδα. Ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος διέθετε 89 πλοία με 2458 κανόνια και 16.000 άνδρες. Ο τριεθνής, 27 πλοία με 1276 κανόνια. Στις 8 Οκτώβρη του 1827, ο τριεθνής στόλος μπήκε στο λιμάνι του Ναβαρίνου. Σκοπός των τριών ναυάρχων ήταν να πείσουν τον Toυρκοαιγύπτιο Ιμπραήμ να σταματήσει τη λεηλασία της Μεσσηνίας. Ο Κόντριγκτον έστειλε άνδρες με μια βάρκα να προτείνουν τρόπο συνάντησης με τον Ιμπραήμ. Όμως, ένας Τούρκος πυροβόλησε και σκότωσε τον Έλληνα πλοηγό. Από την βάρκα κι από την γαλλική ναυαρχίδα, απάντησαν με πυροβολισμούς. Ένα αιγυπτιακό πλοίο ανταπάντησε με κανονιοβολισμούς. Αναπάντεχα, η ναυμαχία είχε αρχίσει. Κράτησε ώσπου έπεσε ο ήλιος. Το αποτέλεσμα ήταν τραγικό για τον Ιμπραήμ: Είχε χάσει εξήντα πλοία και 6.000 άνδρες. Από τον τριεθνή στόλο είχαν σκοτωθεί 172 άνδρες. Όλα τα πλοία του όμως ήταν εκεί, έτοιμα να ξαναρχίσουν ναυμαχία, αν χρειαζόταν.

Δεν χρειάστηκε. Ο Ιμπραήμ προτίμησε να εκκενώσει την Πελοπόννησο. Όταν ο εκλεγμένος από τον Απρίλη του ίδιου χρόνου, Ιωάννης Καποδίστριας, έφτασε στην Ελλάδα ως κυβερνήτης, τον Γενάρη του 1828, ο Μοριάς ήταν ελεύθερος.

 

Ανεξαρτησία της Ελλάδας

Τρεις μήνες κράτησαν οι διαβουλεύσεις ανάμεσα στην Αγγλία, τη Ρωσία και την Γαλλία, ώσπου να καταλήξουν (3 Φλεβάρη του 1830), στην υπογραφή του πρωτοκόλλου για την Ελλάδα. Έμεινε γνωστό ως πρωτόκολλο του Λονδίνου και με το πρώτο του άρθρο, έδινε στην Ελλάδα αυτό που ποθούσε: Τη διεθνή αναγνώριση της ανεξαρτησίας της:

«Η Ελλάς θέλει σχηματίσει εν κράτος ανεξάρτητον και θέλει χαίρει όλα τα δίκαια, πολιτικά, διοικητικά και εμπορικά, τα προσφεφυκότα εις εντελή ανεξαρτησίαν».

Θυσίες και μάχες εννιά χρόνων και δυο χρόνων άοκνες διπλωματικές προσπάθειες του Ιωάννη Καποδίστρια καρποφορούσαν. Στις 30 του Απρίλη, η Τουρκία αποδέχτηκε το πρωτόκολλο, αναγνωρίζοντας κι αυτή πως είχε να κάνει στο εξής με ανεξάρτητο κράτος. Όμως, πέρα από το πρώτο άρθρο, όλα τα άλλα σημεία του πρωτοκόλλου ήταν δυσμενή για την Ελλάδα. Εδαφικά, περιοριζόταν στην Πελοπόννησο, σ’ ένα μόνο κομμάτι της Στερεάς, στην Εύβοια, τη Σκύρο και τις Κυκλάδες. Ως πολίτευμα, οριζόταν η κληρονομική μοναρχία, ενώ η αποδοχή του πρωτοκόλλου προϋπέθετε και την αποδοχή της ειρήνης με την Τουρκία. Ο Καποδίστριας ήθελε το πρώτο άρθρο αλλά όχι και τα υπόλοιπα. Συνεργάστηκε με την Γερουσία, στην οποία υπέβαλε σχέδιο απάντησης. Σύμφωνα με τις υποδείξεις του, η Γερουσία ενέκρινε ομόφωνα την πρόταση να συνταχθεί υπόμνημα με παρατηρήσεις πάνω στο κείμενο του πρωτοκόλλου. Έτσι, ο Καποδίστριας απάντησε στις μεγάλες δυνάμεις πως η Ελλάδα υιοθετούσε την αναγνώριση της ανεξαρτησίας αλλά πολύ δυσκολευόταν να εφαρμόσει τα υπόλοιπα άρθρα.

Οι καρποί της πολιτικής του ήρθαν μετά από δυο χρόνια, όταν ο ίδιος είχε πια δολοφονηθεί. Η διάσκεψη του Λονδίνου όρισε (30 Αυγούστου του 1832) ως σύνορο της χώρας τη γραμμή Αμβρακικού και Παγασητικού κόλπου, όριο που από την αρχή είχε τάξει σκοπό του να επιτύχει. Με την δολοφονία του, ενεργοποιήθηκε το άρθρο του πρωτοκόλλου του Λονδίνου, που όριζε πως η Ελλάδα θα είχε κληρονομική μοναρχία. Ο Όθων έφτασε στο Ναύπλιο στις 25 Γενάρη του 1833.

 

Η υπόγεια δυσαρέσκεια

Η δεκαετία του 1830 ξεκίνησε ελπιδοφόρα για την Ελλάδα, καθώς έφερε μαζί της την αναγνώριση της ανεξαρτησίας από τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής κι από την Τουρκία (Απρίλης του 1830). Γρήγορα, όμως, τα πράγματα άλλαξαν. Η δολοφονία του Καποδίστρια (1831), η αναγνώριση των συνόρων ως τη γραμμή Αμβρακικού - Παγασητικού (Αύγουστος 1832), ο ερχομός του Όθωνα (Γενάρης του 1833), η βαυαροκρατία που εγκαινιάστηκε με την περίοδο της αντιβασιλείας (1833 - 1835) και την απολυταρχία (από το 1835), καθώς και ο γάμος του νεαρού βασιλιά με την Αμαλία (1836) ήταν τα κύρια γεγονότα στην ζωή των Ελλήνων, που βρέθηκαν ελεύθεροι από τους Τούρκους αλλά υποταγμένοι στις βουλήσεις των ξένων. Το Βασίλειον της Ελλάδος ήταν το μοναδικό αμιγές βαλκανικό και ανεξάρτητο κράτος. Με την δυσαρέσκεια να υποβόσκει στις λαϊκές τάξεις που αλλιώς είχαν οραματιστεί την ελευθερία. Δεν ήσαν οι μόνοι.

Στην αυτόνομη αλλά υποτελή στους Τούρκους Σερβία, το ίδιο προδομένοι ένιωθαν οι υπήκοοι του Μίλος Ομπρένοβιτς. Ο ίδιος, στα 1839, βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου του απονεμήθηκε «εν επισήμω τελετή» ο τίτλος του κληρονομικού μονάρχη. Δεν τον ωφέλησε ιδιαίτερα. Επιστρέφοντας στη Σερβία, υποχρεώθηκε από τη λαϊκή πίεση, που υποδαύλιζε το «ρωσικό κόμμα», να παραχωρήσει σύνταγμα και να παραιτηθεί. Τον διαδέχτηκε ο γιος του Μιλάνος, που πέθανε πριν να χαρεί την εξουσία, κι αυτόν ο δευτερότοκος Μιχαήλ, που συνέχισε στ’ αχνάρια του πατέρα του.

Την ίδια χρονιά (1839), πέθανε ο σουλτάνος Μαχμούτ Β’ και τον διαδέχτηκε ο Αμπντούλ Μετζίτ (1839 - 1861), που εγκαινίασε την βασιλεία του με την έκδοση του «χάτι σερίφ» (διάταγμα για την εισαγωγή μεταρρυθμίσεων). Θα την έκλεινε με την έκδοση του «χάτι χουμαγιούν» (1856) που καθιέρωνε την ισότητα των πολιτών και καταργούσε το σουλτανικό δικαίωμα πάνω στην ζωή και την περιουσία των υπηκόων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ως τότε όμως, θα κυλούσε πολύ νερό στο αυλάκι της Ιστορίας.

Ο στρατηγός κόμης Παύλος Κισέλεφ διοίκησε τη Βλαχία και τη Μολδαβία ως το 1834. Αριστοκράτης ο ίδιος, τα πήγαινε καλά με τους βογιάρους κι ευνοούσε την αριστοκρατία σε βάρος των αγροτών, που δυστυχούσαν. Έτσι, οι φιλελεύθερες ιδέες, που διέτρεχαν τότε την Ευρώπη, έβρισκαν πρόσφορο έδαφος να αναπτυχθούν, ο επαναστατικός άνεμος άρχισε να φυσά και η εθνική συνείδηση να αφυπνίζεται. Ο στρατηγός αποχώρησε το 1834, αφήνοντας ηγεμόνες στην Βλαχία τον Αλέξανδρο Γκίκα και στη Μολδαβία τον Μιχαήλ Στούρτζα.

Η καταπίεση στις αυτόνομες ηγεμονίες του Βορρά περίσσευε και ξεχείλιζε ως τις περιοχές των δύο Ρωμυλιών, που άκουγαν άλλοτε στο όνομα Βουλγαρία. Εκεί είχαν μετακομίσει οι 45.000 Τούρκοι που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις παραδουνάβιες ηγεμονίες μετά τη συνθήκη της Αδριανούπολης το 1829. Μαζί με τους παλαιότερους Τούρκους της περιοχής συμπεριφέρονταν, όπως και ήταν άλλωστε, ως τα απόλυτα αφεντικά, πιέζοντας Έλληνες και ντόπιους «ισότιμα». Μόνο που οι εκεί Έλληνες βρίσκονταν σε καλύτερη μοίρα κι όχι λίγες φορές συμμετείχαν ως συνεταίροι των Τούρκων στην εκμετάλλευση του ντόπιου πληθυσμού. Όμως, μετά από τόσους αιώνες συγκατοίκησης με τους Έλληνες, κάποιοι ντόπιοι είχαν καταφέρει να τους μιμηθούν και να ξεφύγουν από τα στενά όρια του αγρότη γεωργοκτηνοτρόφου. Έμποροι απλώνονταν ως τη Ρωσία αλλά και την Δύση, γνώριζαν και μετέφεραν τις από εκεί εμπειρίες. Δειλά δειλά, οι πρώτοι σπόροι της εθνικής αφύπνισης σπέρνονταν στο άγονο έδαφος. Η «επιτροπή των Βουλγάρων» που επισκέφτηκε τον Ρώσο στρατηγό στα 1829, ερχόταν να προστεθεί στις εθνικές ανθελληνικές και αντισερβικές προσπάθειες του ΙΗ’ αιώνα (καλόγερος Παΐσιος). Με πρώτο στόχο την απαλλαγή από τους Έλληνες δυνάστες και την κατάκτηση της αυτονομίας.

 

Η υπόγεια αφύπνιση

Ελεύθεροι, αυτόνομοι ή υπόδουλοι, οι λαοί των Βαλκανίων δεν είχαν ιδιαίτερους λόγους να αισθάνονται ευτυχισμένοι από την κατάστασή τους στη δεκαετία του 1830. Το μόνο που θα μπορούσε ίσως να παρηγορήσει τους Έλληνες, Αλβανούς, Βούλγαρους και Βλάχους ήταν το διόλου ευοίωνο ότι «υπήρχαν και χειρότερα»: Οι εξαθλιωμένοι σλαβικοί λαοί που προσπαθούσαν να επιβιώσουν κάτω από την εξουσία των Αψβούργων της Αυστρίας. Ο αυτοκράτορας Φραγκίσκος Α’ πέθανε το 1835. Τον διαδέχτηκε ο Φερδινάνδος Α’ (1793 - 1875), για τον οποίο κανένας δε θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι διέθετε ιδιαίτερη εξυπνάδα. Ήταν ήδη βασιλιάς Βοημίας και Ουγγαρίας (από το 1830), αν και ουσιαστικά εκείνος που βασίλευε ήταν ο αδερφός του Λουδοβίκος. Κι εκείνος που διοικούσε, ο πανίσχυρος και μη εξαιρετέος κόμης Κλήμης Μέτερνιχ.

Οι Σλάβοι της αυτοκρατορίας ζούσαν σε άθλια κατάσταση. Στον Βορρά, οι Τσέχοι, Σλοβάκοι και Βοημοί. Στον Νότο, Σλοβένοι, Κροάτες και πολλοί Σέρβοι. Οι Τσέχοι και οι Κροάτες ανήκαν απευθείας στην Βιέννη. Οι Σλοβάκοι, οι Σλοβένοι και οι Σέρβοι ήταν υπήκοοι του «βασιλείου του Αγίου Στεφάνου» που κυβερνούσαν Ούγγροι αριστοκράτες ή μεγιστάνες του πλούτου. Οι Ούγγροι αυτοί έπαιζαν τον ίδιο ρόλο με εκείνο των Ελλήνων στις Ρωμυλίες αλλά με πιο απροκάλυπτο τρόπο. Επειδή υπέφεραν τα πάνδεινα από την κεντρική αυστριακή διοίκηση, συμπεριφέρονταν με σκαιότητα στους υπόδουλους Σλάβους και στους Βλάχους αγρότες της Τρανσυλβανίας, όπου έφτανε η εξουσία τους. Η γερμανική γλώσσα ήταν υποχρεωτική για όλους τους Σλάβους της αυτοκρατορίας, ενώ οι εθνικές τους γλώσσες επιζούσαν ως διάλεκτοι, μπασταρδεμένες με γερμανικό λεξιλόγιο. Ούτε λόγος δεν μπορούσε να γίνει για εθνικές συνειδήσεις.

Όμως, το παράδειγμα του Αδαμάντιου Κοραή που, μερικές δεκαετίες νωρίτερα, προσπαθούσε να αφυπνίσει τους Έλληνες με συγγράμματα, εκδόσεις αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων και μεταφράσεις έργων του πνεύματος, βρήκε ενθουσιώδεις μιμητές στις τάξεις των Σλάβων εξόριστων και εμιγκρέδων στην Δύση. Όπως και φωτισμένων ανθρώπων που εξακολουθούσαν να ζουν στις κάτω από την αυστριακή μπότα πατρίδες τους: Συνέλεγαν και δημοσίευαν δημοτικά τραγούδια, προχωρούσαν σε εκδόσεις παλιών σλαβικών χρονικών, έγραφαν γραμματικές των γλωσσών τους, εθνικές ιστορίες, μετέφραζαν έργα ξένων συγγραφέων. Κι ακόμα, άνοιγαν σχολεία ή πετύχαιναν να δημιουργήσουν σλαβικές έδρες σε ακαδημίες και πανεπιστήμια του εξωτερικού. Η κεντρική αυστριακή διοίκηση προσπάθησε να αντιδράσει σε όλα αυτά, αλλά η παντού πανίσχυρη, όταν πρόκειται να μην κάνει τίποτα, γραφειοκρατία θριάμβευσε τελικά. Οι Αυστριακοί έπαψαν να ασχολούνται με το ζήτημα επιτρέποντας στους πρωτοπόρους να καλλιεργήσουν την εθνική συνείδηση των Σλάβων. Αργά αλλά μεθοδικά.

 

Πανσλαβισμός και ιλλυρισμός

Ο Νικόλαος Μιχαήλοβιτς Καραμζίν (1766 - 1826) ήταν ένας σπουδαίος Ρώσος λογοτέχνης, δημοσιογράφος και ιστορικός, εκδότης του «Περιοδικού της Μόσχας» και του «Αγγελιοφόρου της Ευρώπης». Στα 1816, ξεκίνησε την έκδοση του πρώτου τόμου της δωδεκάτομης «Ιστορίας της Ρωσίας» που ο ίδιος έγραψε. Η χρονιά αυτή θεωρείται η γενέθλια του ρωσικού πανσλαβισμού, που απλώθηκε σε ολόκληρη την Ανατολική Ευρώπη. Ήταν ένα κίνημα επιστημόνων, ιστορικών και διανοουμένων που έβαλαν σκοπό της ζωής τους να αποθεώσουν τον ρωσικό λαό ως τον εκλεκτό του θεού, τον προορισμένο από τη θεία πρόνοια να χειραφετήσει και να ενώσει τους Σλάβους όλου του κόσμου. Τις επόμενες δεκαετίες, το κίνημα του πανσλαβισμού πήρε τεράστιες διαστάσεις.

Απολυταρχικός από πεποίθηση και φιλύποπτος σε κάθε νέο ρεύμα, ο τσάρος Νικόλαος στάθηκε άγριος πολέμιος του πανσλαβισμού και δεν δίστασε να εξαπολύσει διώξεις ενάντια στους υποστηρικτές του. Από την πλευρά του, είχε κάθε λόγο να ανησυχεί. Μόλις είχε πνίξει στο αίμα μια πολωνική επανάσταση, ενώ ο πανσλαβισμός είχε ως προϋπόθεση και την επανάσταση των Σλάβων που βρίσκονταν κάτω από την εξουσία της Πρωσίας στον Βορρά και της Αυστρίας στον Νότο. Μια τέτοια κίνηση κανένας δεν μπορούσε να ξέρει, πού θα έβγαζε. Κι έπειτα, το κίνημα δεν είχε σκοπό τη ρωσοποίηση των Σλάβων αλλά μιαν ομοσπονδία όλων των σλαβικών λαών, με τη συμμετοχή και των Ρώσων αλλά χωρίς τον τσάρο. Με άλλα λόγια, επρόκειτο για ένα κίνημα που αποσκοπούσε σε μιαν ιδιότυπη ομοσπονδιακή σλαβική δημοκρατία. Το πανσλαβιστικό ρεύμα βρήκε πρόσφορο έδαφος να αναπτυχθεί στις τάξεις των υπόδουλων στην Αυστρία Σλάβων και να αναμιχθεί με την διάδοση των εθνικών ιδεών δημιουργώντας έναν περίεργο μοχλό στην προσπάθεια της αφύπνισης. Στα 1842, προστέθηκε κι ο ιλλυρισμός.

Ήταν μια πολιτικοοικονομική κίνηση, που απλώθηκε ανάμεσα στους Κροάτες της Αυστρίας με εισηγητή τον Κροάτη πολιτικό Λουδοβίκο Γκάι. Σκοπό της είχε τη δημιουργία ενός τρίτου κράτους στα πλαίσια της αυτοκρατορίας κατά το πρότυπο της Ουγγαρίας. Στην ουσία όμως, ο ιλλυρισμός έβαλε τις βάσεις πάνω στις οποίες στήθηκε πολύ αργότερα το βασίλειο Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων.

Εθνικές, ιλλυριστικές ή πανσλαβιστικές, οι κινήσεις αφύπνισης των Σλάβων συναντούσαν έναν σκληρό αντίπαλο: Την γερμανική προσπάθεια ενοποίησης που συσπειρωνόταν γύρω από τη συνεχώς ανερχόμενη Πρωσία. Το ένα μετά το άλλο, τα γερμανικά κράτη και κρατίδια περνούσαν με το καλό ή με το άγριο στην «τελωνειακή ένωση» κάτω από τη σκέπη της Πρωσίας. Όπως και με τη σύγχρονη Ευρωπαϊκή Ένωση, η τελωνειακή ένωση ήταν το πρώτο βήμα στην κατεύθυνση της πολιτικής ένωσης. Τότε όμως, δεν ήταν όλοι οι ηγεμόνες που έβλεπαν με ενθουσιασμό προς μια τέτοια εξέλιξη. Το Λουξεμβούργο υποχρεώθηκε να συμπράξει με το ζόρι (1842), όπως και το δουκάτο της Βρουσνβίκης στη σημερινή Κάτω Σαξονία (1843).

Πιο δυτικά, στο πολυτάραχο Παρίσι, οι δημοκρατικές ιδέες έμελλε ν’ αποτελέσουν το φιτίλι που θα άναβε και θα πυροδοτούσε την Ευρώπη όλη μετά από πολύ λίγα χρόνια. Ο απόηχος θα έφτανε ως τα Βαλκάνια.

 

Οι «εκπρόσωποι των Βουλγάρων»

Στα χρόνια της προεπαναστατικής δράσης της Φιλικής Εταιρείας, αρκετοί Έλληνες ήρθαν σε συνεννοήσεις με αξιωματικούς και οπλίτες που υπηρετούσαν στον στρατό της Ρωσίας και κατάγονταν από περιοχές της Βουλγαρίας. Οι «Ρωμυλίες» περιλαμβάνονταν στα μέρη όπου προβλεπόταν ξεσηκωμός αλλά, σε μια περίπτωση, οι επικεφαλής της κίνησης ζήτησαν πρώτα να κινηθούν οι Σέρβοι που τελικά, τότε, δεν κινήθηκαν. Και σε μια άλλη, ο ίδιος ο Αλέξανδρος Υψηλάντης έκρινε ότι η προπαρασκευή στα βουλγαρικά εδάφη ήταν ανεπαρκής και απέφυγε να απλώσει την ελληνική επανάσταση ως εκεί.

Τον Μάη του 1828, για μια ακόμα φορά, η Ρωσία κήρυξε τον πόλεμο στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Ο ρωσικός στρατός μπήκε στην Αδριανούπολη το καλοκαίρι του 1829. Μια αντιπροσωπεία από τη Ρωμυλία παρουσιάστηκε μπροστά στον Ρώσο στρατηγό. Τα μέλη της του συστήθηκαν ως εκπρόσωποι του βουλγαρικού λαού και του ζήτησαν να βοηθήσει στην εθνική τους αποκατάσταση. Ο Ρώσος δεν ήξερε τι να απαντήσει κι έδωσε κάποιες αόριστες υποσχέσεις. Ήταν η πρώτη βουλγαρική παρουσία ύστερα από πολλούς αιώνες και ήταν το 1829.

Η καταπίεση στις αυτόνομες ηγεμονίες του Βορρά περίσσευε και ξεχείλιζε ως τις περιοχές των δύο Ρωμυλιών, που άκουγαν άλλοτε στο όνομα Βουλγαρία. Εκεί είχαν μετακομίσει και οι 45.000 Τούρκοι που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις παραδουνάβιες ηγεμονίες μετά τη συνθήκη της Αδριανούπολης (1829). Μαζί με τους παλαιότερους Τούρκους της περιοχής, συμπεριφέρονταν, όπως και ήταν άλλωστε, ως τα απόλυτα αφεντικά, πιέζοντας Έλληνες και ντόπιους «ισότιμα». Μόνο που οι εκεί Έλληνες βρίσκονταν σε καλύτερη μοίρα κι όχι λίγες φορές συμμετείχαν ως συνεταίροι των Τούρκων στην εκμετάλλευση του ντόπιου πληθυσμού. Όμως, μετά από τόσους αιώνες συγκατοίκησης με τους Έλληνες, κάποιοι Βούλγαροι είχαν καταφέρει να τους μιμηθούν και να ξεφύγουν από τα στενά όρια του αγρότη γεωργοκτηνοτρόφου. Έμποροι απλώνονταν ως τη Ρωσία αλλά και τη Δύση, γνώριζαν και μετέφεραν τις από εκεί εμπειρίες. Δειλά δειλά, οι πρώτοι σπόροι της εθνικής αφύπνισης σπέρνονταν στο άγονο έδαφος. Η «επιτροπή των Βουλγάρων» που επισκέφτηκε τον Ρώσο στρατηγό στα 1829, ερχόταν να προστεθεί στις εθνικές ανθελληνικές και αντισερβικές προσπάθειες του καλόγερου Παΐσιου τον προηγούμενο αιώνα. Με πρώτο στόχο την απαλλαγή από τους Έλληνες δυνάστες και την κατάκτηση της αυτονομίας.

Ο Ρώσος στρατηγός ανέφερε στον τσάρο την επίσκεψη των εκπροσώπων του «βουλγαρικού λαού». Ο τσάρος ανέθεσε στις μυστικές του υπηρεσίες να ερευνήσουν το ζήτημα. Η αναφορά ήταν αρκούντως ενδιαφέρουσα και κατατοπιστική.

 

Κλυδωνισμοί

Η επιμονή του Μιχαήλ Ομπρένοβιτς να κυβερνά απολυταρχικά την αυτόνομη Σερβία, του στοίχισε την επανάσταση του 1842. Κηρύχθηκε έκπτωτος. Στη θέση του ηγεμόνα κλήθηκε ο Αλέξανδρος Καραγεόργεβιτς (γεννήθηκε το 1806), γιος του από χρόνια δολοφονημένου (1817) Καραγεώργη της Σερβίας, που όμως έμελλε να προκαλέσει αντιπάθειες καθώς καλλιέργησε τη συνεργασία τόσο με την Αυστρία όσο και με την Οθωμανική αυτοκρατορία. Στον βασιλιά Όθωνα, που κυβερνούσε με τον ίδιο τρόπο το ανεξάρτητο βασίλειο της Ελλάδας, η επανάσταση της 3ης του Σεπτέμβρη του 1843 κόστισε φθηνότερα. Την ξεπέρασε με την παραχώρηση ενός συντάγματος που ποτέ δεν εφαρμόστηκε. Αυτό βέβαια θα του στοίχιζε τον ίδιο τον θρόνο αλλά πολύ αργότερα.

Στην Βλαχία, η ανάλογη εξέγερση ανάγκασε τον ηγεμόνα Αλέξανδρο Γκίκα να τα μαζέψει και να φύγει (1842/43), ενώ στην θέση του τοποθετήθηκε ο Γεώργιος Μπιμπέσκου. Μια νέα πιο άγρια εξέγερση τον ανάγκασε κι αυτόν να φύγει νύχτα (1848), ενώ η επανάσταση μεταλαμπαδεύτηκε και στην γειτονική Μολδαβία συμπαρασύροντας και τον εκεί ηγεμόνα, Μιχαήλ Στούρτζα. Τρεις Βλάχοι ηγέτες ανέλαβαν προσωρινή κυβέρνηση και κάλεσαν σε ξεσηκωμό τους κατοίκους των ομόρων Βουκοβίνας (σήμερα επαρχίας της Ουκρανίας), Βεσαραβίας και Τρανσυλβανίας. Έτσι όμως, η επανάσταση στράφηκε ενάντια στα ρωσικά συμφέροντα: Μια στρατιά από 60.000 άνδρες εισέβαλε (20 Ιουνίου του 1848) κι έπνιξε στο αίμα κάθε κίνηση, ενώ ο στρατός του σουλτάνου έσπευσε να βοηθήσει από τα νότια. Στις 19 Απρίλη του 1849, κάθε επαναστατική κίνηση είχε σβήσει και η Οθωμανική αυτοκρατορία ξανάμπαινε στο παιχνίδι με την υπογραφή της Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης. Ο Αμπντούλ Μετζίτ θα διόριζε τους ηγεμόνες για τα πρώτα επτά χρόνια και μετά θα συναντιόνταν οι δυο τους (σουλτάνος και τσάρος) και θα συναποφάσιζαν, τι μέλλει γενέσθαι. Καλού κακού, ρωσοτουρκική δύναμη από 10.000 άνδρες θα παρέμενε στην περιοχή να επιβάλλει την τάξη.

 

Το καυτό 1848

Ως τα 1848, η Αυστρία του Μέτερνιχ προσαρτούσε ό,τι απέμενε από την Πολωνία, κατακτούσε την Φεράρα και προκαλούσε τα μικρά ιταλικά κράτη, που άρχιζαν να βλέπουν προς την εθνική τους δικαίωση. Στην Αγγλία, γινόταν το πρώτο διεθνές συνέδριο των εργατικών ενώσεων κι ο Καρλ Μαρξ τύπωνε (Γενάρης του 1848) το «κομμουνιστικό μανιφέστο», εισάγοντας την θεωρία της πάλης των τάξεων. Στην Γαλλία, το αίτημα της εποχής λεγόταν «καθολική ψηφοφορία». Ένα συμπόσιο είχε οργανωθεί για τις 22 Φλεβάρη του 1848 με αυτό το θέμα. Η κυβέρνηση το απαγόρευσε. Στη στιγμή, τα οδοφράγματα στήθηκαν στο Παρίσι. Ο βασιλιάς Λουδοβίκος Φίλιππος παραιτήθηκε υπέρ του 10χρονου εγγονού του κι έφυγε στο Λονδίνο. Ο λαός κατέλαβε το κοινοβούλιο κι ανακήρυξε την δεύτερη δημοκρατία (25 Φλεβάρη του 1848). Δημοψήφισμα στις 23 του Απρίλη, επικύρωσε την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας, ενώ η επαναστατική ορμή ξεπέρασε τα όρια της Γαλλίας κι απλώθηκε σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ο λαός της Βιέννης ξεσηκώθηκε ζητώντας συνταγματικές ελευθερίες. Ο Μέτερνιχ δεν μπορούσε να αντιδράσει. Το έσκασε νύχτα (14 Μάρτη του 1848), κλεισμένος μέσα σε ένα μπαούλο που μετέφερε μακριά μια κλειστή άμαξα. Θα ξαναγυρνούσε μετά από χρόνια αλλά δεν θα έβρισκε πια κανέναν διατεθειμένο να τον ακούσει. Την επομένη (15 του Μάρτη), οι Αυστριακοί πληροφορούνταν το αυτοκρατορικό διάγγελμα, που υποσχόταν καθολική ψηφοφορία για την εκλογή εθνοσυνέλευσης, δημιουργία εθνοφυλακής και εγγυήσεις για την ελευθερία του Τύπου. Στις 2 του Δεκέμβρη, αυτοκράτορας στεφόταν ο 14χρονος Φραγκίσκος Ιωσήφ. Είχαν μεσολαβήσει πολλά.

Πρώτα επαναστάτησαν οι Τσέχοι και οι Πολωνοί που ζούσαν στο υπόδουλο στην Αυστρία κομμάτι της Πολωνίας. Μετά, οι Βοημοί. Οργανώθηκε ένα συνέδριο στην Πράγα αλλά ο αυστριακός στρατός έφτασε έγκαιρα. Η επανάσταση πνίγηκε στην γέννησή της με μόνο όφελος για τους Βοημούς την κατάκτηση του δικαιώματος να διδάσκονται την γλώσσα τους στα σχολεία.

Ώσπου να γίνουν όλα αυτά, ξέσπασε η επανάσταση των Ούγγρων. Καταργήθηκε η φεουδαρχία κι εκλέχτηκε εθνική κυβέρνηση. Όμως, ο «πρότερος μη έντιμος βίος» λειτούργησε ενάντιά τους. Οι Βλάχοι της Τρανσυλβανίας κινήθηκαν ενάντιά τους. Ένα πανεθνικό συνέδριο των Σλάβων οργανώθηκε στο Ζάγκρεμπ, ενώ ο τοπάρχης της Κροατίας εκστράτευσε ενάντια στην Ουγγαρία. Σαν να μην έφταναν οι δυνάμεις αυτές, οι Ρώσοι αποφάσισαν πως ήταν ώρα να τιμήσουν τη συμμετοχή τους στην Ιερή Συμμαχία κι έστειλαν κι αυτοί στρατό. Όταν το 1849 έφτασαν στην περιοχή και τα αυστριακά στρατεύματα, το μόνο που είχαν να κάνουν ήταν να μετατρέψουν την Ουγγαρία σε καμένη γη.

Ο στρατιωτικός νόμος επανέφερε την περιοχή στην προηγούμενη κατάσταση. Μόλις όμως οι Αυστριακοί ξεμπέρδεψαν με τους Ούγγρους, έκαναν σαφές στους Κροάτες ότι δεν τους αναγνωρίζουν καμιά αυτονομία και το μόνο που τους επιτρέπουν είναι να μην υπάγονται στην Ουγγαρία και να μπορούν να χρησιμοποιούν την κροατική γλώσσα στα σχολεία και στις φορολογικές τους υποθέσεις. Στα 1861, κατάργησαν τελείως οποιαδήποτε «παροχή». Στα 1867, με την δημιουργία του δυαδικού κράτους της Αυστροουγγαρίας, Κροατία και Σλαβονία πέρασαν πάλι κάτω από την ουγγρική κυριαρχία. Αυτή τη φορά, οι Ούγγροι αναγκάστηκαν να παραχωρήσουν στους Κροάτες το δικαίωμα να εκλέγουν μέλη στη συνέλευσή τους (σαμπόρ) καθώς και διοικητική, δικαστική και εκκλησιαστική αυτοτέλεια («Συμφωνία του 1868»).

Είναι η εποχή της οικονομικής ανάκαμψης της περιοχής με την ίδρυση μονάδων κατεργασίας πρώτων υλών (δερμάτων, ξύλου, σιτηρών), ενώ συνεχιζόταν η προσπάθεια της υπόγειας αφύπνισης.

Στην Γαλλία, τα πράγματα δεν πήγαν καλύτερα. Το σύνταγμα της δημοκρατίας ψηφίστηκε στις 4 Νοέμβρη του 1848. Η εκλογή προέδρου της δημοκρατίας ορίστηκε για τις 10 του Δεκέμβρη. Εκλέχτηκε ο Λουδοβίκος Κάρολος Ναπολέοντας Βοναπάρτης. Στα 1852 έγινε ο αυτοκράτορας Ναπολέοντας Γ’ της Γαλλίας. Στα 1853, θα ερχόταν η σειρά του να αναστατώσει τα Βαλκάνια. Μέσω Παλαιστίνης. Τον είπαν Κριμαϊκό πόλεμο.

Ένα χρόνο νωρίτερα (1852), μια καθυστερημένη επανάσταση στην Ερζεγοβίνη προκάλεσε την ανάμιξη του Μαυροβουνίου, που από το 1831 είχε οργανωθεί σε σύγχρονη κρατική οντότητα. Για να φτάσουν ως την Ερζεγοβίνη τα τουρκικά στρατεύματα, έπρεπε να περάσουν μέσα από το Μαυροβούνιο, το οποίο στάθηκε στο πλευρό των επαναστατημένων. Ο πόλεμος έληξε με την καταστολή της επανάστασης και με την Οθωμανική αυτοκρατορία να εξασφαλίζει δρόμο ταχείας πρόσβασης στην Ερζεγοβίνη μέσα από τα εδάφη των Μαυροβουνίων.

 

Ελληνοτουρκικές σχέσεις

Η τουρκική δυσαρέσκεια για τη δημιουργία του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους δεν είχε να κάνει τόσο με το πλήγμα στο γόητρο από την απώλεια εδαφών και με τις κατοπινές εθνικιστικές εξάρσεις, όσο με το πρακτικό αποτέλεσμα που συνεπαγόταν το χάσιμο τεράστιων πόρων από την ως τότε φορολογία. Εκείνο που κυρίως ενδιέφερε την Οθωμανική αυτοκρατορία, ήταν να μην υπάρξουν και άλλες απώλειες. Το 1832, κλήθηκε να υπογράψει τη συμφωνία του καθορισμού των συνόρων στη γραμμή Αμβρακικού - Παγασητικού αλλά και να αναγνωρίσει τις διαδικασίες επιλογής του Όθωνα ως βασιλιά του νέου κράτους. Μετά από επιμονή της τουρκικής πλευράς, στο σχετικό έγγραφο, δυο φορές αναφέρεται ότι ο Όθων είναι βασιλιάς «εντός των καθορισθέντων ορίων του κράτους». Παράλληλα, ξεκίνησε άγρια καταπίεση των Ελλήνων στις περιοχές Μακεδονίας, Θράκης, Μ. Ασίας, στην Κρήτη και στα νησιά του Αιγαίου σαν η Υψηλή Πύλη να προσπαθούσε να βγάλει από αυτούς όσα έχασε από τους άλλους. Από την πλευρά τους, ο Όθων και οι Βαυαροί έκαναν ό,τι μπορούσαν για να δυσκολέψουν την κατάσταση των υποδούλων.

Δεν είχε συμπληρώσει πέντε μήνες στην Ελλάδα ο Όθων, όταν πραγματοποίησε επίσημη επίσκεψη στη Σμύρνη. Οι λόγοι που εκφωνήθηκαν, ο ενθουσιασμός των κατοίκων και τα υπονοούμενα έκαναν τον σουλτάνο να αγριέψει. Ήταν μια κίνηση εντυπωσιασμού χωρίς ουσία, αφού η Ελλάδα τότε ακόμη δεν μπορούσε να κάνει ο,τιδήποτε στην ανατολική ακτή του Αιγαίου. Ήδη, τα αντάρτικα σώματα που δρούσαν στη Μακεδονία, αντιμετωπίζονταν ικανοποιητικά από τις τουρκικές φρουρές. Κι επιπλέον, η Ελλάδα καιγόταν να ρυθμίσει μια σειρά από εκκρεμή ζητήματα: Ιθαγένεια, περιουσίες των μεταναστών, βακούφια (ιερά κτήματα) στην ελληνική επικράτεια, ελληνοτουρκική εμπορική σύμβαση, άδεια εξάσκησης επαγγέλματος και φορολογία Ελλήνων υπηκόων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας κ.λπ. Με τις χωρίς ουσιαστικό λόγο ενέργειες του Όθωνα, ο Έλληνας πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη, Κωνσταντίνος Ζωγράφος, συνάντησε την επίμονη άρνηση του Μαχμούτ Β’ να τα κουβεντιάσει. Όταν ο Μαχμούτ πέθανε (1839), ο Ζωγράφος έθεσε όλα τα ζητήματα του πακέτου στον νεαρό σουλτάνο Αμπντούλ Μετζίτ. Στις 31 Μάρτη του 1840, υπογραφόταν στην Κωνσταντινούπολη η «ελληνοτουρκική συνθήκη φιλίας, εμπορίου και συμμαχίας». Ο Ζωγράφος έφτασε στην Αθήνα περιχαρής για το αποτέλεσμα για να προσγειωθεί αμέσως ανώμαλα: Σκαιότατα, ο Όθων τον αποκάλεσε προδότη που υποχώρησε στις τουρκικές απαιτήσεις. Η συνθήκη δεν επικυρώθηκε.

Ο σουλτάνος θεώρησε την εξέλιξη προσβλητική. Στις 22 Ιουλίου του 1840, άρχισε κύμα απελάσεων. Οι διωγμοί επεκτάθηκαν με μέτρα απαγόρευσης στους Έλληνες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας να συμμετέχουν σε επαγγελματικές συντεχνίες ή να εξασκούν λιανικό εμπόριο. Το πλήγμα για την Ελλάδα ήταν τεράστιο, επειδή η αυτοκρατορία αποτελούσε την πηγή «αδήλων πόρων», καθώς τα από εκεί εμβάσματα ξεπερνούσαν σε ύψος το σύγχρονο «μεταναστευτικό συνάλλαγμα». Την εποχή εκείνη, με τη μεσολάβηση των μεγάλων δυνάμεων, ομαλοποιήθηκαν οι σχέσεις της Οθωμανικής αυτοκρατορίας με τον πασά Μοχάμετ Αλή της Αιγύπτου, που είχε οριστικά ανεξαρτητοποιηθεί και απειλούσε όλες τις ανατολικές κτήσεις του σουλτάνου. Τα στρατεύματα που απελευθερώθηκαν, μεταφέρθηκαν στην Θεσσαλία και στην Ήπειρο, όπου εξακολουθούσαν να δρουν ελληνικά ανταρτικά σώματα. Όμως, Όθων και οι σύμβουλοί του εκτίμησαν αλλιώς την εξέλιξη των τουρκοαιγυπτιακών σχέσεων και έκριναν ότι ήταν κατάλληλη στιγμή να διεκδικηθεί η Κρήτη που, από την επιρροή του Μοχάμετ Αλή, περνούσε στην κυριότητα της Υψηλής Πύλης. Η επανάσταση των Κρητών ξέσπασε στις 22 Φλεβάρη του 1841 για να κατασταλεί σχεδόν αμέσως.

Η βαυαροκρατία εξελισσόταν σε διαρκή απειλή για το μέλλον του Ελληνισμού, ενώ και στο εσωτερικό τα πράγματα πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο. Η επανάσταση της 3ης του Σεπτέμβρη δεν έλυσε τα προβλήματα. Η καταπίεση των μαζών, η φτώχεια και η έλλειψη φροντίδας για τις οικογένειες των αγωνιστών του 1821 διόγκωναν τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Οι Βαυαροί νόμισαν ότι βρήκαν λύση με τους αγωνιστές προωθώντας τους να επανδρώσουν τα ανταρτικά σώματα στο έδαφος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, που τελούσε κάτω από την άγρυπνη προστασία της Αγγλίας για τον φόβο της ρωσικής επέκτασης στον Νότο. Ο Άγγλος πρεσβευτής στην Αθήνα, Λάιονς, μόνιμα προέτρεπε τον ομόλογό του της Τουρκίας, ελληνικής καταγωγής Κωνσταντίνο Μουσούρο μπέη, να δημιουργεί διπλωματικά επεισόδια. Στις 11 Γενάρη του 1847, ο Μουσούρος αρνήθηκε να θεωρήσει το διαβατήριο του Τσάμη Καρατάσου, υπασπιστή του Όθωνα, επειδή τον θεώρησε ύποπτο συμμετοχής στις επαναστατικές κινήσεις του Αγίου Όρους και της Μακεδονίας. Ο Όθων τον κάλεσε και τον πρόσβαλε. Ο Μουσούρος, που είχε μεθοδεύσει το επεισόδιο, μάζεψε όλο το προσωπικό της πρεσβείας κι έφυγε στην Κωνσταντινούπολη. Η ελληντουρκική ένταση έφτασε στα πρόθυρα της πολεμικής σύρραξης και αποφεύχθηκε ύστερα από επέμβαση των μεγάλων δυνάμεων. Ο Μουσούρος ξαναγύρισε στην Αθήνα.

Ο απόηχος των επαναστατικών κινημάτων της Ευρώπης του 1848 έφτασε και στην Ελλάδα, όπου ξέσπασαν εξεγέρσεις. Κατεστάλησαν, ενώ σημειώθηκαν λιποταξίες στρατιωτών, που πέρασαν στα εδάφη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Όμως, ο αντιδυναστικός αγώνας έπαιρνε όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις.

Η ελληνοτουρκική εμπορική συμφωνία υπογράφηκε στις 23 Μάη του 1855, στην Κωνσταντινούπολη ως αντάλλαγμα στην Ελλάδα για τα όσα έγιναν στον Κριμαϊκό πόλεμο.

 

Ιόνια νησιά

Στα 1815, ο λόρδος μεγάλος αρμοστής εγκαταστάθηκε στην Κέρκυρα και συνεργάστηκε στενά με την αριστοκρατία. Κοινός τους στόχος η καταπολέμηση της εθνικής συνείδησης των νησιωτών, που είχε φουντώσει μετά την πρώτη γαλλική κατάκτηση. Η ελληνική επανάσταση και η δημιουργία του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους αποτέλεσαν το έναυσμα μακρών αγώνων που απέκτησαν και την πολιτική τους έκφραση μέσα από τις τάξεις του ριζοσπαστικού κόμματος. Σκοπός των ριζοσπαστών ήταν όχι μόνο η ένωση με την Ελλάδα αλλά και ο δημοκρατικός μετασχηματισμός ολόκληρης της Βαλκανικής. Οι συνεχείς εξεγέρσεις εντάθηκαν. Ο επαναστατικός άνεμος που σάρωνε την Ευρώπη το 1848, ξέσπασε ορμητικός στην Κεφαλονιά, όπου η εξέγερση μεταβλήθηκε σε συγκροτημένη επανάσταση. Η επέμβαση του αγγλικού στρατού την περιόρισε για λίγο αλλά το 1849 η επανάσταση φούντωσε πάλι κι εξελίχθηκε σε κανονική ένοπλη αντιπαράθεση. Οι μάχες ανάμεσα στους χωρικούς και τους Άγγλους αναστάτωσαν το νησί, με αποτέλεσμα η αγγλική κατοχή να χρησιμοποιήσει τα πιο άγρια μέσα καταστολής που διέθετε, προκειμένου να επικρατήσει. Οι ριζοσπάστες υπέστησαν φοβερούς διωγμούς που εξαπολύθηκαν με τη συνεργασία Άγγλων και ντόπιων αριστοκρατών. Όμως, η Βουλή των Ιονίων νησιών εξέδωσε ψήφισμα (1850), με το οποίο ζητούσε την ένωση με την Ελλάδα. Η απάντηση του αρμοστή ήταν να διαλύσει το κοινοβούλιο.

Οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις που ακολούθησαν, ήταν το προοίμιο για την ένωση των νησιών με την Ελλάδα. Πραγματοποιήθηκε το 1864.

 

Ο εμφύλιος στην Βοσνία

Ο από το 1808 σουλτάνος Μαχμούτ Β’ (1785 – 1839) προχώρησε σε μεταρρυθμίσεις με σκοπό την ενίσχυση της κεντρικής διοίκησης και με κύριο στόχο την εξάλειψη των γενιτσάρων που πια είχαν καταντήσει πληγή και για την ίδια την αυτοκρατορία.

Χωροδεσπότες και γενίτσαροι συνασπίστηκαν ενάντια στην κεντρική διοίκηση. Στα 1821, ο Μαχμούτ, εκτός από τον μπελά της ελληνικής επανάστασης στη Μολδοβλαχία και την Κυρίως Ελλάδα, την ανταρσία του Αλή πασά και τις συνεχείς επαναστατικές κινήσεις στη Σερβία, είχε να αντιμετωπίσει και τους εξεγερμένους μουσουλμάνους των Βαλκανίων. Η εξέγερση αυτή καταπνίγηκε μετά από πολλή αιματοχυσία. Στα 1826, ο Μαχμούτ διέταξε την σφαγή των γενιτσάρων της Κωνσταντινούπολης. Στα αποτελέσματα που η σφαγή προκάλεσε, ήταν και μια ακόμα εξέγερση των μουσουλμάνων ισχυρών της Βοσνίας. Κι αυτή πνίγηκε στο αίμα.

Μετά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1828 – 1829, ο Μεγάλος Βεζίρης του Μαχμούτ, Ρεσίτ πασάς, ξεκίνησε νέο εκτεταμένο μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα ενάντια στο οποίο εξεγείρονταν ο ένας μετά τον άλλο οι διάφοροι τοπικοί δυνάστες της Οθωμανικής επικράτειας. Στην Βοσνία, η εξέγερση κινήθηκε από τον Χουσεΐν αγά Μπερμπερλή, τον επονομασθέντα «Ζμάι Μπόσνασκι» (Δράκο της Βοσνίας). Οι ομόθρησκοί του τον θεωρούσαν άγιο. Κήρυξε ιερό πόλεμο κατά της κεντρικής διοίκησης που έδρευε στην Κωνσταντινούπολη.

Ο Σκόδραλι (ο από τη Σκόδρα) Μουσταφά πασάς και 20.000 Αλβανοί από το Κοσσυφοπέδιο, μαζί με άλλους πέντε Αλβανούς ντερεμπέηδες (ημιανεξάρτητους τοπάρχες), ενώθηκαν με τον Χουσεΐν. Το κίνημα πήρε γενικότερο χαρακτήρα, καθώς με το μέρος του σουλτάνου έμεινε ο Αλή αγάς Ρισβανμπέγκοβιτς, διοικητής του Στόλακ (σήμερα, περιοχή του Μαυροβούνιου) και λίγοι ακόμα. Οι επαναστάτες σχεδόν αμέσως επικράτησαν και κατέλαβαν μεγάλο τμήμα της Μακεδονίας και σχεδόν ολόκληρη την περιοχή της Βουλγαρίας.

Ο Μέγας Βεζίρης, Ρεσίτ πασάς, μπήκε επικεφαλής στρατού 23.000 ανδρών, κατόρθωσε να τα βρει με τους Βόσνιους, στρέφοντάς τους ενάντια στους Αλβανών, κι έσπευσε να δώσει μάχη με τον Σκόδραλι Μουσταφά. Η μεγάλη σύγκρουση έγινε στο Περλεπέ (1831) και οι Αλβανοί νικήθηκαν κατά κράτος. Ο Μουσταφά αιχμαλωτίστηκε. Ο Ρεσίτ εισέβαλε στην Βοσνία όπου ο «Δράκος» αντιστάθηκε με πείσμα. Δεν μπορούσε να νικήσει. Διέφυγε στην Κροατία απ’ όπου ζήτησε αμνηστία. Παραδόθηκε κι εξορίστηκε στην Τραπεζούντα (1832). Ευγνωμονώντας τον Αλή αγά Ρισβανμπέγκοβιτς, διοικητή του Στόλακ, που του έμεινε πιστός, ο Μαχμούτ του παραχώρησε την Ερζεγοβίνη ως ανεξάρτητο βεζιράτο (1832).

Οι ντερεμπέηδες της Βοσνίας εξακολουθούσαν να κατέχουν την εξουσία και να καταπιέζουν τους υπηκόους. Ως το 1837. Τη χρονιά εκείνη, καταργήθηκαν τα καπετανάτα. Είχε προηγηθεί μια ακόμη εξέγερση (1834), των χωρικών αυτή τη φορά, ενάντια στην φεουδαρχική καταπίεση. Οι καπετάνοι την είχαν καταπνίξει. Στα 1837, θεσπίστηκε το «χατ – ι – Σερίφ», το χαρτί με το οποίο επερχόταν η ισότητα ανάμεσα στους μωαμεθανούς και τους χριστιανούς της αυτοκρατορίας. Η κατάσταση για τους υπηκόους κάπως βελτιώθηκε, εκτός από αυτούς που ζούσαν στην Ερζεγοβίνη. Ο εκεί Βεζίρης είχε τελείως αυτονομηθεί όπως ο Αλή πασάς, μερικές δεκαετίες νωρίτερα. Ονειρευόταν την ένωση Βοσνίας, Ερζεγοβίνης και Μαυροβούνιου σε ένα ανεξάρτητο βασίλειο με τον ίδιο βασιλιά. Τουρκικά στρατεύματα με αρχηγό τον Κροάτη εξωμότη Ομέρ πασά εισέβαλαν στην Ερζεγοβίνη και τον κατατρόπωσαν. Με δόλο, άνθρωποι του σουλτάνου κατάφεραν να τον παρασύρουν σε παγίδα. Τουφεκίστηκε το 1851.

Με τη συντριβή της αριστοκρατίας, στο Σεράγεβο εγκαταστάθηκε Τούρκος βαλής (γενικός διοικητής, νομάρχης). Με το πρόσχημα της εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων, νέοι ακόμα πιο βαρείς φόροι επιβλήθηκαν. Η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο. Ελπίζοντας σε αυστριακή βοήθεια κι αποβλέποντας σε μια κάποια αυτονομία κατά το παράδειγμα της γειτονικής Σερβίας, οι Βόσνιοι ξεσηκώθηκαν (1852 – 1853). Κανένας δεν τους βοήθησε. Η επανάσταση καταπνίγηκε όπως και αυτή του 1857 – 1858. Το κίνημα του Βουκάτοβιτς (1861 – 1862) στην Ερζεγοβίνη απέφερε κάποιες παραχωρήσεις. Σύντομα (1865), η Υψηλή Πύλη τις πήρε πίσω και προσάρτησε την Ερζεγοβίνη στην Βοσνία ως ιδιαίτερό της διαμέρισμα.

 

Μαυροβούνιο: Χωρισμός κράτους και εκκλησίας

Από την ώρα που οι Μαυροβούνιοι απέκτησαν σύνταγμα, μπήκαν για τα καλά στο πολιτικό παιχνίδι. Τον Πέτρο Α’ διαδέχτηκε ο επίσκοπος Πέτρος Β’ (1830), ο οποίος συστηματοποίησε την πολιτική εξουσία και δημιούργησε γερουσία με μέλη τους φυλάρχους. Στα 1851, τον διαδέχτηκε ο Δανήλος Πέτροβιτς. Παραιτήθηκε από επίσκοπος, χώρισε το κράτος από την εκκλησία κι ανακηρύχθηκε ηγεμόνας του Μαυροβουνίου. Η βουλή επικύρωσε τις πράξεις του.

Στα 1856, ο πια ηγεμόνας Δανήλος Πέτροβιτς παρουσιάστηκε στις συνεδριάσεις για τη μετά τον Κριμαϊκό πόλεμο ειρήνευση, στο Παρίσι, και ζήτησε να αναγνωριστεί για την χώρα του και τυπικά η ανεξαρτησία που ουσιαστικά υπήρχε και η επέκτασή της προς την Ερζεγοβίνη και την Αλβανία. Του αναγνώρισαν τον τίτλο του στρατάρχη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, που φυσικά δεν του αρκούσε.

Ξεκίνησε πόλεμο ενάντια στους Τούρκους στις 4 Μάη του 1858. Οι Ερζεγοβίνιοι έσπευσαν να επαναστατήσουν. Στη μεγάλη μάχη (στο Γκράχοβο), οι Τούρκοι έπαθαν πανωλεθρία. Η επανάσταση απλώθηκε και βρήκε στηρίγματα και στην γειτονική Σερβία. Διατηρήθηκε πάνω από τρία χρόνια. Τον Νοέμβριο του 1861, ο Τούρκος στρατηγός Ομέρ πασάς ξεκίνησε την προέλαση στο Μαυροβούνιο. Νίκησε, μπήκε στην χώρα, κυρίευσε την πρωτεύουσα Κετίγνη κι έπνιξε και την επανάσταση των Ερζεγοβίνιων. Οι Μαυροβούνιοι σύρθηκαν σε μια ταπεινωτική ειρήνη που θα έδινε δικαίωμα στον σουλτάνο να χτίσει φρούρια και να διατηρεί στρατό στο κράτος τους. Με τη μεσολάβηση της Αυστρίας και της Γαλλίας, όλα αυτά αποφεύχθηκαν και η συνθήκη (3 Μάρτη του 1863) απλά προέβλεπε το καθήκον των Μαυροβούνιων να διατηρούν ανοιχτό τον δρόμο που διέσχιζε τη χώρα τους και οδηγούσε από τα τουρκικά εδάφη ως την Ερζεγοβίνη.

 

Η Σερβία κάνει παιχνίδι

Ο επαναστατικός άνεμος που φυσούσε στην Ερζεγοβίνη εξαιτίας του πολέμου των Μαυροβούνιων με τους Τούρκους, πέρασε και στη Σερβία. Ο Αλέξανδρος Καραγεόργεβιτς, όμως, δεν έδειχνε διάθεση να χαλάσει τις καλές του σχέσεις με την Πύλη. Ένα κίνημα τον ανέτρεψε (1858) κι ο Μίλος Ομπρένοβιτς ξαναγύρισε (1859) αλλά δεν πρόλαβε να χαρεί τον θρόνο. Πέθανε. Ο γιος του Μιχαήλ κλήθηκε να τον διαδεχτεί για δεύτερη φορά (1860). Στο γειτονικό Μαυροβούνιο, ο πόλεμος συνεχιζόταν κι ο Μιχαήλ ονειρευόταν μια παμβαλκανική συνεννόηση για το διώξιμο των Τούρκων από την Ευρώπη.

Έπαιζε σε πολλά ταμπλό. Με σκοπό να απαλλαγεί από τις τουρκικές φρουρές που ακόμα υπήρχαν στη Σερβία, προωθούσε τον συντονισμό Μαυροβούνιων, Βόσνιων, Ερζεγοβίνιων, Αλβανών, Βουλγάρων και υπόδουλων Ελλήνων για κοινή δράση ενάντια στους Τούρκους. Απεσταλμένοι του στο Βουκουρέστι κουβέντιαζαν με τη μυστική οργάνωση των Βουλγάρων για τη δημιουργία ενός σερβοβουλγαρικού κράτους από την Αδριατική ως τον Εύξεινο Πόντο, που θα ονομαζόταν Γιουγκοσλαβική αυτοκρατορία. Και διαπραγματευόταν με τον Μάρκο Ρενιέρη, απεσταλμένο του βασιλιά της Ελλάδας, Όθωνα, την υπογραφή μιας ελληνοσερβικής συμμαχίας κατά των Τούρκων. Όλα αυτά, στη διετία 1860 - 1861.

Η ήττα του Μαυροβούνιου και η έξωση του Όθωνα από την Ελλάδα οδήγησαν τις διαπραγματεύσεις σε προσωρινή διακοπή. Ξανάρχισαν στην Κωνσταντινούπολη μέσω αντιπροσώπων που συναντιόνταν κάτω από τη μύτη των Τούρκων (1866), ενώ ήδη είχε ξεσπάσει η μεγάλη Κρητική επανάσταση.

Με όλα αυτά, το 1867 αποδείχτηκε εξαιρετική χρονιά για τους Σέρβους. Στις 14 του Γενάρη υπογράφτηκε στο Βουκουρέστι το μυστικό σερβοβουλγαρικό πρωτόκολλο για τη μελλοντική συνεργασία. Μ’ αυτό, ο Μιχαήλ συμφωνούσε πως η Μακεδονία και η Θράκη έπρεπε να δοθούν στη μελλοντική Βουλγαρία, ενώ προβλεπόταν και σερβική διέξοδος στο Αιγαίο. Καθώς οι Τούρκοι ήταν απασχολημένοι με την Κρήτη, ο Μιχαήλ αξίωσε από τον σουλτάνο να αποσύρει τις φρουρές από το Βελιγράδι. Οι Άγγλοι συμβούλευσαν τον Αζίζ να μην ανοίξει νέο μέτωπο κι εκείνος πειθάρχησε. Οι τελευταίοι Τούρκοι στρατιώτες εγκατέλειψαν τη Σερβία στις 3 του Μάρτη.

Στις 14 του Αυγούστου (1867), υπογραφόταν στη Βιέννη η ελληνοσερβική συμμαχία. Σκοπός: Να φύγουν οι Τούρκοι από τα Βαλκάνια, λευτεριά στους χριστιανούς, ο τόπος τους ανήκει. Κουβέντα για τη μυστική συμφωνία με τους Βουλγάρους και, φυσικά, ούτε λέξη για Μακεδονία και Θράκη. Η συμμαχία συμπληρώθηκε με μια στρατιωτική σύμβαση, που υπογράφτηκε στις 16 Φλεβάρη του 1868 στην Αθήνα: Κρήτη, Ήπειρος και Θεσσαλία θα ενσωματώνονταν στην Ελλάδα. Βοσνία και Ερζεγοβίνη στη Σερβία. Η συμμαχία δεν είχε ημερομηνία λήξης: Θα διαρκούσε επ’ άπειρο. Οι δυο χώρες αναλάμβαναν την υποχρέωση να εργαστούν για την αυτοδιάθεση των λαών της Βαλκανικής χερσονήσου με στόχο μια Βαλκανική Ένωση. Ούτε σπιθαμή γης δε θα αφηνόταν στην Οθωμανική αυτοκρατορία ή σε άλλη εξωβαλκανική δύναμη.

Στις 20 Ιουνίου του 1868, ο Μιχαήλ Ομπρένοβιτς δολοφονήθηκε στο Βελιγράδι. Ηγεμόνας ανακηρύχθηκε ο ανήλικος ανιψιός του, Μιλάνος. Μια επιτροπή ανέλαβε να διοικεί στο όνομά του. Ειδοποίησε την Ελλάδα ότι το ζήτημα παγώνει. Και, την επόμενη χρονιά (1869), επέβαλε ένα σύνταγμα που ουσιαστικά καταργούσε τις ελευθερίες του λαού της Σερβίας.

(τελευταία επεξεργασία, 19 Ιανουαρίου 2021)