Κεφ. 14: Το τοπίο μετά τις Βερσαλλίες

Προς την ταπείνωση

Ο Α’ Παγκόσμιος πόλεμος μαινόταν ακόμα και ο ανθός της παγκόσμιας νεολαίας θυσιαζόταν στα πεδία των μαχών, όταν ο πρόεδρος των ουδέτερων ΗΠΑ, Γούντρο Ουίλσον (1856 - 1921), πρόσφερε τις καλές του υπηρεσίες για να βρεθεί μια ειρηνική λύση (12 Δεκέμβρη του 1916). Ένα μήνα αργότερα (12 Γενάρη του 1917), οι σύμμαχοι της Αντάντ γνωστοποιούσαν τους σκοπούς για τους οποίους γινόταν ο πόλεμος και τους οποίους η ειρήνη θα έπρεπε να υπηρετήσει. Ήταν ένα κείμενο γεμάτο εμπάθεια και μισαλλοδοξία, που προανάγγελλε τον αφανισμό των πρωταίτιων (τύχαινε να βρίσκονται όλοι στο αντίπαλο στρατόπεδο) και που εισήγε μια νέα διάσταση: Την αρχή των εθνικοτήτων! Αυτοί που ως τότε έπαιρναν τον χάρτη και χάραζαν πάνω του ίσιες γραμμές και κύκλους επιρροής, ξαφνικά ανακάλυπταν ότι υπάρχουν έθνη, εθνότητες, εθνικότητες και λαοί. Χρησιμοποιούσαν έτσι ένα περιτύλιγμα ηθικής για τις πράξεις τους αλλά ταυτόχρονα δημιουργούσαν και το εφαλτήριο που θα οδηγούσε τους λαούς στην διεκδίκηση των κρατικών τους οντοτήτων. Διότι οι διαφορετικές εθνικότητες ζουν πάντα στα εδάφη των νικημένων. Στων νικητών, το πολύ να προκύψει κάποια μειονότητα.

Η διαμεσολάβηση του προέδρου Ουίλσον αχρηστεύτηκε στις 6 Απρίλη του 1917 μαζί με την είσοδο των ΗΠΑ στον πόλεμο. Παρ’ όλα αυτά, το γερμανικό κοινοβούλιο ψήφισε υπέρ της ειρήνης «με την αμοιβαία συνεννόηση και συνδιαλλαγή των λαών» (19 Ιουλίου του 1917). Ο Αμερικανός πρόεδρος επανήλθε με ένα «πρόγραμμα 14 όρων για την αποκατάσταση της ειρήνης». Με δυο λόγια, εγγυόταν αυτονομία στις εθνικότητες με παράλληλη επικυριαρχία (ουσιαστικά εδαφική ακεραιότητα) των Γερμανίας, Αυστροουγγαρίας και Οθωμανικής αυτοκρατορίας, επαναφορά των γαλλικών συνόρων στα πριν από τον πόλεμο του 1870 σημεία τους, ανεξάρτητη Πολωνία με έξοδο στην θάλασσα, αποκατάσταση των αλύτρωτων Ιταλών, ελεύθερη ναυσιπλοΐα και αποχώρηση των Γερμανών από τις αποικίες τους. Πρότεινε ακόμα την δημιουργία της Κοινωνίας των Εθνών. Ζητούσε ελάχιστα από όσα ήθελε η Αντάντ και πολύ περισσότερα από όσα πρόσφεραν οι κεντρικές δυνάμεις.

Η γερμανορωσική συνθήκη που υπέγραψαν οι μπολσεβίκοι (3 Μάρτη του 1918), πρόσφερε τις τρεις δημοκρατίες της Βαλτικής (Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία) στην Γερμανία και καθιστούσε (κάτω από την επιρροή της) ανεξάρτητες τις Φιλανδία και Ουκρανία, επαναφέροντας έτσι στο προσκήνιο το παλιό γερμανικό όραμα. Ταυτόχρονα, περνούσε μια θηλιά στον λαιμό της Ρουμανίας, που σύρθηκε σε νέα συνθήκη του Βουκουρεστίου (7 Μάη του 1918). Η οικονομία της χώρας μπήκε κάτω από την κηδεμονία των κεντρικών αυτοκρατοριών, με εκχώρηση της εκμετάλλευσης των εκεί πετρελαίων για τριάντα χρόνια, παραχώρηση στρατηγικών διαβάσεων στα Καρπάθια και εγκατάλειψη της Δοβρουτσάς ως ενέχυρο. Σε αντάλλαγμα, η Ρουμανία απαλλασσόταν από την καταβολή πολεμικών αποζημιώσεων κι έπαιρνε μιαν αόριστη υπόσχεση για μελλοντική επέκτασή της στην Βεσαραβία.

Τα αλυσιδωτά γεγονότα, που ακολούθησαν την επίθεση του Φος στο δυτικό μέτωπο, έφεραν τη μεγάλη ανατροπή. Από τις 11 Νοέμβρη του 1918, οπότε ίσχυσε η ανακωχή, ώσπου να ηρεμήσουν τα πράγματα και να μπορέσουν οι εμπόλεμοι να καθίσουν γύρω από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων, πέρασαν εβδομήντα μέρες. Το συνέδριο των Βερσαλλιών ξεκίνησε στις 18 Γενάρη του 1919. Στις 7 Μάη του 1919, οι νικητές κοινοποίησαν τις γραπτές αποφάσεις τους. Τρεις βδομάδες αργότερα (29 Μάη του 1919), οι Γερμανοί υπέβαλαν τις αντιπροτάσεις τους. Απορρίφθηκαν (16 του Ιουνίου). Με οργή κι οδύνη, το γερμανικό κοινοβούλιο αναγκάστηκε να υποκύψει (28 του Ιουνίου). Η υπογραφή της συνθήκης έγινε με σεμνή τελετή στις αίθουσες των Βερσαλλιών (29 Ιουνίου του 1919). Ήταν ένα κείμενο βίας και ταπείνωσης που ουσιαστικά ένα και μόνο αποτέλεσμα είχε: Να τονώσει τη γερμανική λύσσα για ρεβάνς που λίπανε το έδαφος για να φυτρώσει ο Χίτλερ και να ανθίσει ο ναζισμός. Για την ώρα, όμως, οι εταίροι σχεδίαζαν την ίδρυση της Κοινωνίας των Εθνών (ΚΤΕ). Εγκαινιάστηκε πανηγυρικά στις 16 Γενάρη του 1920. Οι λογαριασμοί με την Αυστροουγγαρία των Αψβούργων έκλεισαν χάρη στις συνθήκες του Σεν Ζερμέν (10 Σεπτέμβρη του 1919) και του Τριανόν (4 Ιουνίου του 1920). Η συνθήκη με την Βουλγαρία υπογράφτηκε στο Νεϊγί (27 Οκτώβρη του 1919) και με την Οθωμανική αυτοκρατορία στο Σαν Ρέμο (26 Απρίλη του 1920).

 

Τοπίο στην ομίχλη

Οι Ηνωμένες Πολιτείες προέκυψαν παγκόσμια οικονομική δύναμη με μοχλό τον αποικιακό εμπορικό επεκτατισμό που οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια στο κραχ του 1929. Η Βρετανία βρέθηκε παντοδύναμη αποικιακή θαλασσοκράτειρα αυτοκρατορία. Η Γαλλία έφτασε τα σύνορά της ως τον Ρήνο, εκπληρώνοντας τους αλυτρωτικούς της πόθους, κι απέκτησε μεγάλη επιρροή στα πράγματα της Ευρώπης. Στην Αφρική, δούλεψαν πάλι οι χάρακες και οι διαβήτες και η ήπειρος μοιράστηκε ακριβοδίκαια ανάμεσα στην Γαλλία και στην Βρετανία, που όμως τουμπάρισε τον εταίρο της στη μοιρασιά της Μέσης Ανατολής. Και η Ιταλία δεν μπορούσε να έχει κανένα παράπονο: Οι περιοχές του Τιρόλο, της Τεργέστης, της Ιστρίας, της Ζάρας, ακόμα και το Φιούμε και κάποια νησιά της Αδριατικής της ανήκαν. Κι εκείνη η Σασόνα, η πρώην ελληνική και μετέπειτα αλβανική. Προκειμένου να μπει στον πόλεμο, είχε πάρει την εντολή της προστασίας στην Αλβανία (1915) κι έφτασε ως την ιταλοαλβανική αμυντική συνθήκη του 1927. Στο Φιούμε, ένας τυχοδιώκτης Ντ’ Ανούντσιο κήρυξε την ανεξαρτησία (1919) για να επακολουθήσει η προσάρτησή του στην πια Ιταλία του Μουσολίνι (1924). Είχε προηγηθεί η κατοχύρωση των Δωδεκανήσων με τη συνθήκη της Λωζάννης (1923) και είχε ακολουθήσει η διείσδυση στην Δαλματία με τη συνθήκη του Νετούνο (1929). Ο φασισμός του Μπενίτο Μουσολίνη (από τις 30 Οκτώβρη του 1922) την είχε οδηγήσει σταδιακά ενάντια στην Αυστρία, το βασίλειο Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων, την Οθωμανική αυτοκρατορία και την Γαλλία, αλλά και σε εμπορικές συμφωνίες με τη Ρουμανία, την Ελλάδα και την Ουγγαρία.

Η Γερμανία είχε ακρωτηριαστεί, ταπεινωθεί κι εξωθηθεί στην οικονομική εξόντωση. Και η Αυστροουγγαρία είχε διαμελιστεί περίπου στα «εξ ων συνετέθη». Από την απέραντη αυτοκρατορία των Αψβούργων είχε απομείνει η οικονομικά αφανισμένη δημοκρατία της Αυστρίας, η Γερμανική Αυστρία όπως αποκλήθηκε, περιορισμένη στη γη που κατείχαν τα πρώην αρχιδουκάτα Σαλτσβούργο, Φοράλμπεργκ, Στυρία και Βόρειο Τιρόλο, 83.800 τετραγωνικά χιλιόμετρα συνολικά, με 6.400.000 κατοίκους. Από τα σπλάχνα της πρώην αυτοκρατορίας είχε ξεπηδήσει το ανομοιογενές κράτος της Τσεχοσλοβακίας που συγκροτήθηκε από της περιοχές Βοημίας, Μοραβίας, κομματιού της Σιλεσίας, της Κάτω Αυστρίας και της Βόρειας Ουγγαρίας. Συνολικά 140.000 τ. χμ. με 13.700.000 κατοίκους από τους οποίους 6,6 εκατ. Τσέχοι, 2,1 εκατ. Σλοβάκοι και 3,1 εκατ. Γερμανοί. Από τα ίδια σπλάχνα ξεπήδησε και η γειτονική Ουγγαρία, στα βαθύπεδα του Δούναβη και του Τάις, με έκταση 93.000 τ. χμ και πληθυσμό 7.900.000 κατοίκους.

Εκτός από την Ιταλία, από τον διαμελισμό της Αυστροουγγαρίας ωφελήθηκαν και η Πολωνία (πήρε Γαλικία και Ανατολική Σιλεσία, που θα αποτελούσαν το 40% του εδάφους της), η Ρουμανία (κληρονόμησε το ένα τρίτο της Βουκοβίνας, το Βανάτο και την Τρανσυλβανία) και το Βασίλειο Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων: Ενώθηκαν σ’ αυτό, μαζί με την πρώην Σερβία και το Μαυροβούνιο, η Δυτική Στυρία, η Κράινα, η Δαλματία, η Σλοβενία, η Κροατία, η Βοσνία, η Ερζεγοβίνη και κομμάτι της Νότιας Ουγγαρίας. Τα αρχικά λιγότερο από 55 χιλιάδες τ. χμ. της Σερβίας είχαν σχεδόν πενταπλασιαστεί και είχαν γίνει 249.000 τ. χμ. του βασιλείου με 12.000.000 κατοίκους (από τους οποίους 6 εκατ. Σέρβοι, 3 εκατ. Κροάτες και 1 εκατ. Σλοβένοι) με αντιθέσεις και διαφορές στην θρησκεία, στο αλφάβητο και στην κουλτούρα, που προβλήθηκαν ευθύς εξαρχής: Οι Σέρβοι αναζήτησαν την προνομιακή τους θέση μέσα από τα αδιαμφισβήτητα επιχειρήματα του αχνιστού ακόμα αίματός τους που είχε χυθεί στα πεδία των μαχών. Και οι Κροάτες και Σλοβένοι στον δυτικό τους πολιτισμό που σε τίποτα δεν είχε να κάνει με τους «κατσαπλιάδες» του Νότου. Η συνθήκη του Ραπάλο (12 Νοέμβρη του 1920) με την Ιταλία όξυνε την κατάσταση, καθώς οι Κροάτες την θεώρησαν ενάντιά τους προδοσία και εμπόδιο για την εμπορική δραστηριότητα στην Αδριατική, ενώ οι Σέρβοι βολεύονταν με την Ελεύθερη Ζώνη που τους παραχωρήθηκε στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Ήταν η εποχή που το βασίλειο, η Τσεχοσλοβακία και η Ρουμανία συνέπηξαν τη Μικρή Αντάντ (1920 - 1921), μια συμμαχία που σκοπό είχε να μη χαθούν τα οφέλη των χωρών αυτών, όπως προέκυψαν με το τέλος του πολέμου.

 

Νεϊγί και Σέβρες

Η είσοδος της Ελλάδας στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο, στο πλευρό της Αντάντ, σήμανε την ενίσχυση του μετώπου της Μακεδονίας. Στη μάχη της Τζέρνας (15 Σεπτέμβρη του 1918), ο ελληνικός στρατός νίκησε τους Βουλγάρους και τους υποχρέωσε να επιστρέψουν στα προπολεμικά τους σύνορα. Λίγες μέρες αργότερα, ο πόλεμος τελείωσε και η Ελλάδα κάθισε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων από την πλευρά των νικητών. Το ελληνικό ενδιαφέρον επικεντρώθηκε στην απελευθέρωση εδαφών που κατείχαν η Οθωμανική αυτοκρατορία και η Βουλγαρία. Όμως, τον πρώτο λόγο είχαν, όπως πάντα, οι μεγάλες δυνάμεις. Στο Νειγί, ένα παρισινό προάστιο πάνω στον Σηκουάνα, η νικημένη Βουλγαρία υποχρεώθηκε να υπογράψει την ομώνυμη συνθήκη: Παραχωρούσε στην Γιουγκοσλαβία την περιοχή ανάμεσα στον Δούναβη και τη Στρομνίτσα, ενώ παραιτούταν από την Ανατολική Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη, που προσωρινά μπήκαν κάτω από τον έλεγχο των μεγάλων δυνάμεων. Υποχρεωνόταν, ακόμα, να πληρώσει μεγάλες πολεμικές αποζημιώσεις και να περιορίσει αισθητά τις στρατιωτικές της δυνάμεις. Ένα ατελείωτο παζάρι ακολούθησε. Η τύχη της Μακεδονίας και της Θράκης παιζόταν περίπου ένα χρόνο, ώσπου (10 Αυγούστου του 1920) με ειδικά παραρτήματα στη συνθήκη των Σεβρών παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα. Κι αυτό, επειδή η Οθωμανική αυτοκρατορία υποχρεωνόταν να παραχωρήσει στην Ελλάδα την Ανατολική Θράκη ως τα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης.

Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, η Ανατολική Θράκη παρέμεινε στους Τούρκους. Όμως, η Ανατολική Μακεδονία και η Δυτική Θράκη ήταν αδιαμφισβήτητα ελληνικά εδάφη. Η Βουλγαρία δεν είχε λόγο στις διαπραγματεύσεις. Με τη συνθήκη της Λωζάννης (24 Ιουλίου του 1923), ο ποταμός Έβρος καθορίστηκε το ελληνοτουρκικό σύνορο. Με την ίδια συνθήκη, η Ίμβρος και η Τένεδος ξαναδόθηκαν στην Οθωμανική αυτοκρατορία με καθεστώς αυτοδιοίκησης.

Η συνθήκη των Σεβρών υπογράφηκε στις 10 Αυγούστου του 1920. Η Ελλάδα έπαιρνε την Ανατολική Θράκη κι έφτανε ως την Τσατάλτζα, ενώ η «ευρωπαϊκή Τουρκία» περιοριζόταν στην Κωνσταντινούπολη και τα προάστιά της. Στην Ελλάδα κατακυρωνόταν και η Σμύρνη στη Μ. Ασία. Με την ίδια συνθήκη, η Γαλλία πήρε τη Συρία και τα Άδανα, η Βρετανία τη Μεσοποταμία και τις πετρελαιοπηγές του Ιράκ και η Ιταλία την Αττάλεια.

Ο Βενιζέλος γύρισε στην Αθήνα τροπαιούχος αναγγέλλοντας: «Σας φέρνω την Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών». Οι αντιβενιζελικοί του απάντησαν: «Την προτιμούμε μικρή αλλά έντιμη». Αναφορικά με την Ελλάδα, η συνθήκη των Σεβρών δεν εφαρμόστηκε ποτέ.

 

Το επεισόδιο του Φιούμε

Από την ώρα της ανακωχής (Νοέμβρης του 1918) ως την υπογραφή της συνθήκης των Σεβρών (Αύγουστος του 1920), είχαν διανυθεί εικοσιένα καυτοί μήνες. Με τους ηττημένους καταδικασμένους στην εξουθένωση και τους νικητές διασπασμένους. Η Ρωσία συγκλονιζόταν από τον εμφύλιο πόλεμο μπολσεβίκων και αντεπαναστατών, στο πλευρό των οποίων συνασπίζονταν κι ανταγωνίζονταν κάθε καρυδιάς καρύδια. Η Πολωνία είχε μεταβληθεί σε ληστρικό μικρό ιμπεριαλιστή της γειτονιάς της με την Βρετανία πλατωνικά αντίθετη και την Γαλλία ενεργητικά σύμφωνη. Στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού, ο πρόεδρος Ουίλσον αδυνατούσε να παρακολουθήσει τη λογική του ενδοευρωπαϊκού ανταγωνισμού και να κατανοήσει τις λεπτές αποχρώσεις ανάμεσα στα διαπλεκόμενα συμφέροντα. Για τους Αμερικανούς, ακόμα και σήμερα είναι πολλές φορές ακατανόητο το πώς είναι δυνατόν δυο χώρες να συνεργάζονται στη μιαν άκρη της υφηλίου την ίδια στιγμή που αλληλοϋποβλέπονται σε μιαν άλλη. Αναπόφευκτα, η Αμερική προοδευτικά αποτραβιόταν σε ένα είδος διπλωματικής απομόνωσης.

Σιγά σιγά, η «τίμια διανομή» των εκτός Ευρώπης εδαφών ανάμεσα στην Βρετανία και την Γαλλία αποδεικνυόταν «όχι ακριβώς τίμια». Η αγγλογαλλική φιλία είχε ήδη διαβεί τα όρια της αντοχής της, καθώς είχε κιόλας συμπληρώσει δεκαπενταετία. Με την πάροδο του χρόνου, η «ευγενική άμιλλα» εξελίχθηκε σε οξύτατη αντιδικία, όπου τον πρώτο λόγο είχε το μεταξύ τους προαιώνιο μίσος. Με την Ιταλία να κινείται ανάμεσά τους και να κάνει παιχνίδια. Πριν να στεγνώσει το μελάνι των υπογραφών πάνω στα κείμενα των συμφωνιών, άρχιζε να διαφαίνεται η τάση για την αναθεώρησή τους. Στην τακτοποίηση των θεμάτων που αφορούσαν την Οθωμανική αυτοκρατορία, συγκρούονταν τα «μικρά» συμφέροντα Ελλάδας και Ιταλίας και τα «μεγάλα» Βρετανίας και Γαλλίας. Στο ζήτημα της Βουλγαρίας υπήρχε σύγκρουση συμφερόντων ανάμεσα στην Ελλάδα και το βασίλειο Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων. Στον χάρτη με τα εδάφη της Ουγγαρίας σφάζονταν βασίλειο, Ρουμανία, Τσεχοσλοβακία και Πολωνία. Και οξυνόταν επικίνδυνα η αντιδικία ανάμεσα στην Ιταλία και το βασίλειο για τη διαδοχή των αυστριακών εδαφών. Το Φιούμε απειλούσε να τινάξει στον αέρα την ειρήνη.

Το Φιούμε βρίσκεται στον κόλπο Κουαρνέρο της Αδριατικής, πάνω σε ένα φυσικό στρατηγικό σημείο και διαθέτει δυο τεχνητά λιμάνια. Όταν το κυρίευσαν οι Αυστριακοί και το προσάρτησαν στο βασίλειο της Ουγγαρίας, ο Γαβριήλ ντ’ Ανούντσιο (1864 - 1938) ήταν μόλις δύο χρόνων. Στον καιρό του πολέμου, είχε εξελιχθεί σε γνωστό στην χώρα του ελληνολάτρη λογοτέχνη, τυχοδιώκτη κι εραστή και σε φανατικό προπαγανδιστή της ιταλικής εξόδου από την ουδετερότητα. Όταν η Ιταλία βγήκε στο πλάι της Αντάντ, ο ντ’ Ανούντσιο διακρίθηκε ως αεροπόρος. Στα 1919, η διαμάχη με το βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων συνεχιζόταν κυρίως γύρω από την γραμμή των συνόρων του νέου κράτους. Ο Γαβριήλ ντ’ Ανούντσιο μπήκε επικεφαλής σώματος εθελοντών, εισέβαλε στο Φιούμε, το κυρίευσε και ανακήρυξε την περιοχή ελεύθερη πολιτεία. Τα πράγματα έφτασαν στα άκρα, οι Αγγλογάλλοι γκρίνιαζαν και οι Ιταλοί διαπραγματευτές αποχώρησαν από το Παρίσι. Ήταν μια κρίσιμη στιγμή που επηρέασε και την τύχη της Ελλάδας. Ξεπεράστηκε, ενάμισι χρόνο αργότερα, με τη συνθήκη του Ραπάλο (12 Νοέμβρη του 1920), όταν το καθεστώς της «ελεύθερης πολιτείας» αναγνωρίστηκε από τους άμεσα ενδιαφερόμενους και από τις λοιπές δυνάμεις. Ταυτόχρονα, έλυσε και τα χέρια των Αγγλογάλλων σε ό,τι αφορούσε την Ελλάδα.

Το Φιούμε προσαρτήθηκε στη φασιστική Ιταλία του Μουσολίνι (1924), την ίδια χρονιά που ο δικτάτορας χάριζε τον τίτλο του πρίγκιπα του Μοντενεβάζο στον ντ’ Ανούντσιο.

 

Η «στρογγυλή Ελλάδα»

Η εξέλιξη του Α’ Βαλκανικού πολέμου είχε πείσει, τότε, τις μεγάλες δυνάμεις ότι ο διαμελισμός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν εφικτός. Αυτό σήμαινε ότι ο τσάρος μπορούσε να ελπίζει σε κατάληψη της Κωνσταντινούπολης δημιουργώντας εκεί «βυζαντινό προτεκτοράτο», το οποίο εν καιρώ θα προσαρτούσε στη Ρωσία ως «διάδοχο του Βυζαντίου». Η επιδίωξη του τσάρου ήταν γνωστή και ο Βενιζέλος δεν μπορούσε να την παραγνωρίσει. Το πρόβλημά του ήταν ότι έπρεπε να πείσει και τους Έλληνες που επένδυαν στη Μεγάλη Ιδέα. Και Μεγάλη Ιδέα χωρίς Κωνσταντινούπολη δεν μπορούσε να νοηθεί.

Ήταν 2 Μάρτη του 1913, όταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος δήλωσε στην Βουλή ότι, για να γίνει η Ελλάδα βιώσιμο κράτος, πρέπει να «στρογγυλοποιηθεί» και όχι να αποκτήσει λωρίδες χωρίς βάθος στη βόρεια ακτή του Αιγαίου.

«Στόχος πρέπει να γίνει η απελευθέρωση της Ιωνίας, που είναι ελληνική. Και τα εκεί δικαιώματα του Ελληνισμού είναι απαράγραπτα». Με άλλα λόγια, ο Βενιζέλος πρότεινε μια Ελλάδα με ελληνική τη Σμύρνη και την ενδοχώρα της και με το Αιγαίο λίμνη ελληνική. Η πρότασή του καθησύχασε τότε τους Βούλγαρους και τον τσάρο, αλλά ξεσήκωσε ενάντιά του την άγρια επίθεση του Γεωργίου Θεοτόκη, του Δημητρίου Ράλλη και άλλων ότι ξεπουλά Μακεδονία και Θράκη.

Τρεις μέρες αργότερα δολοφονήθηκε ο βασιλιάς Γεώργιος Α’ με αποτέλεσμα ο καβγάς για τη «στρογγυλή Ελλάδα» να ξεχαστεί. Άλλωστε «στρογγυλή χώρα» χωρίς Μακεδονία και Θράκη δεν είναι νοητή. Τον Ιούνιο του 1913, ο Β’ Βαλκανικός Πόλεμος αποκάλυψε ότι ο Βενιζέλος δεν ξεπουλούσε τη Μακεδονία. Ο ελληνικός στρατός την απελευθέρωσε, όπως και την Δυτική Θράκη, που όμως τότε κατακυρώθηκε στην Βουλγαρία.

Στα 1915 κι ενώ μαινόταν ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, με τον τσάρο να έχει καπαρώσει στα χαρτιά Κωνσταντινούπολη, Βόσπορο και Δαρδανέλια, η Αντάντ προσπαθούσε να δελεάσει την ακόμη ουδέτερη Βουλγαρία ζητώντας από τη Σερβία και την Ελλάδα να παραχωρήσουν εδάφη. Το ελληνικό μερίδιο περιλάμβανε παραχώρηση έκτασης 2.000 τ. χμ. με την Καβάλα μέσα σ’ αυτή. Γνωρίζοντας τα βουλγαρικά όνειρα για τη Μεγάλη Βουλγαρία της καταργημένης συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, ο Βενιζέλος ήταν βέβαιος ότι οι Βούλγαροι δεν θα αποδέχονταν αυτή την προσφορά. Δέχτηκε ζητώντας αντάλλαγμα την Ιωνία, μαζί με τη Σμύρνη. Ούτε ο τσάρος ούτε άλλος κανένας είχαν αντίρρηση.

Τα γεγονότα τον δικαίωσαν. Η Βουλγαρία πήγε με τις κεντρικές αυτοκρατορίες, ενώ η Ιωνία παρέμενε συμμαχική προσφορά προς την Ελλάδα.

Η Ιταλία, όμως, δεν έπαυε να προβάλλει αντιρρήσεις για την υπόσχεση της Αντάντ να δοθεί στην Ελλάδα η περιοχή της Σμύρνης. Με δικά της τα Δωδεκάνησα, προσέβλεπε σε μια απόβαση στις γειτονικές τούρκικες ακτές. Αυτή της την πρόθεση τη διατύπωσε εκβιαστικά στις αρχές του 1919, όταν απαιτούσε να της δοθεί η περιοχή του Φιούμε. Όταν οι Ιταλοί αποχώρησαν από τις διαπραγματεύσεις, άρχισε να διαρρέει στον Τύπο η φιλολογία γύρω από τα διακυβευόμενα συμφέροντά τους στη Μικρά Ασία. Από τα ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα, η απόβαση φαινόταν υπόθεση μερικών λεπτών. Τον ίδιο καιρό, ο Ελευθέριος Βενιζέλος έκανε διαβήματα για την ανάγκη να προστατευτούν οι Έλληνες που ζούσαν στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ενάντια στους οποίους οι Τούρκοι είχαν γι’ άλλη μια φορά αρχίσει διωγμούς.

Ο πρωθυπουργός της Βρετανίας, Λόυδ Τζορτζ, φοβήθηκε ότι θα ξυπνούσε κάποιο πρωινό με τους Ιταλούς στη Σμύρνη. Με τα διαβήματα του Βενιζέλου στο χέρι, εισηγήθηκε στον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ουίλσον, και στον πρωθυπουργό της Γαλλίας, Κλεμανσό, να ανατεθεί στην Ελλάδα η κατάληψη της μικρασιατικής ακτής. Συμφώνησαν. Η εντολή στους Έλληνες ήταν να αναλάβουν τη διοίκηση της περιοχής Σμύρνη - Αϊδίνι. Στις 2 Μάη 1919, με το παλιό ημερολόγιο, 15 με το νέο, οι Έλληνες αποβιβάστηκαν στη Σμύρνη. Από τις 20 Ιουλίου / 2 Αυγούστου του 1919, με συνθήκη, συμφωνήθηκε οι Ιταλοί να ελέγχουν την περιοχή νότια του Μαιάνδρου ποταμού (εκβάλλει στο Ικάριο πέλαγος).

 

Η μικρασιατική καταστροφή

Η μικρασιατική εκστρατεία ξεκίνησε στις 2/15 Μάη του 1919. Η συνθήκη των Σεβρών υπογράφτηκε στις 10 Αυγούστου του 1920. Στις 12 του Οκτώβρη, ο βασιλιάς Αλέξανδρος πέθανε από το δάγκωμα ενός πιθήκου. Οι εκλογές της 1ης του Νοέμβρη πήραν πολιτειακό χαρακτήρα με τον Ελευθέριο Βενιζέλο κατηγορούμενο επειδή έβγαλε την Ελλάδα στον πόλεμο. Οι Φιλελεύθεροι έπαθαν εκλογική πανωλεθρία κι ο Βενιζέλος έφυγε στο εξωτερικό. Ένα δημοψήφισμα (6 Δεκέμβρη του 1920) επανέφερε τον Κωνσταντίνο στον θρόνο. Αντικατέστησε τους αρχηγούς και συνέχισε τη μικρασιατική εκστρατεία.

Η Γαλλία, η Ιταλία και η Αγγλία τα είχαν βρει στο Ραπάλο για το Φιούμε. Τα είχαν βρει και για τα πετρέλαια στη Μέση Ανατολή (1921) κι ενθουσιάστηκαν με την προοπτική εξευρωπαϊσμού του ό,τι είχε απομείνει από την Οθωμανική αυτοκρατορία. Τα βρήκαν και για την Ελλάδα, συμφωνώντας πως η μεταπολίτευση ερχόταν αντίθετη προς τις αρχές της συμμαχίας. Δεν αναγνώρισαν το νέο καθεστώς κι άρχισαν να ενισχύουν την Οθωμανική αυτοκρατορία όπου ανέτειλε το άστρο του Γαζή Μουσταφά Κεμάλ. Ο ελληνικός στρατός πέρασε τον ποταμό Σαγγάριο φτάνοντας (Αύγουστος του 1921) στο απώτατο σημείο. Τον ίδιο μήνα, ξαναπέρασε τον ποταμό με τακτική υποχώρηση και οχυρώθηκε στο Εσκί Σεχίρ. Από τον Οκτώβρη του 1921, ο Κεμάλ ενισχυόταν όλο και πιο πολύ από τους πρώην συμμάχους της Ελλάδας, ενώ ο ελληνικός στρατός βρισκόταν σε κακή κατάσταση εξαιτίας της έλλειψης εφοδίων.

Στις 8 Μάρτη του 1922, άρχισε στο Παρίσι διάσκεψη των υπουργών Εξωτερικών Αγγλίας, Γαλλίας και Ιταλίας. Στις 19, παρουσίασαν στους εμπολέμους ένα σχέδιο ειρήνης. Προέβλεπε την ασφαλή εκκένωση της Μ. Ασίας από τους Έλληνες, ενώ η Ελλάδα θα έπαιρνε το μεγαλύτερο μέρος της Ανατολικής Θράκης μαζί με τη χερσόνησο της Καλλίπολης και τα νησιά Ίμβρο και Τένεδο. Σουλτανικοί και κεμαλικοί Τούρκοι το δέχτηκαν. Ο Κωνσταντίνος και η κυβέρνηση Γούναρη το απέρριψαν.

Η τουρκική αντεπίθεση εκδηλώθηκε τον Αύγουστο κι έφερε την καταστροφή του ελληνικού στρατού. Στις 27 Αυγούστου του 1922, άτακτοι Τούρκοι μπήκαν στη Σμύρνη κι άρχισαν να σφάζουν τους Έλληνες κατοίκους της, ανάμεσα στους οποίους και τον μητροπολίτη Χρυσόστομο. Στις 31, έβαλαν φωτιά κι έκαψαν την αρμενική και τις περισσότερες ελληνικές συνοικίες. Οι νεκροί μετρήθηκαν πάνω από 300.000. Η μικρασιατική καταστροφή οδήγησε και στην εκκένωση της Ανατολικής Θράκης, ενώ η Ίμβρος και η Τένεδος έμειναν στην Τουρκία και η ανταλλαγή πληθυσμών έφερε την προσφυγιά όσων σώθηκαν από τις σφαγές: Πάνω από 350.000 νεκρούς κατέγραψε η σφαγή των Ελλήνων στον Πόντο.

 

Η επανάσταση Πλαστήρα - Γονατά

Η μικρασιατική καταστροφή παράλυσε το κράτος και προκάλεσε την εξέγερση του στρατού που υποχωρούσε. Στην Χίο και στη Μυτιλήνη, τα στρατιωτικά τμήματα επαναστάτησαν τη νύχτα 11 προς 12 Σεπτέμβρη του 1922. Το ναυτικό προσχώρησε αμέσως. Μια επιτροπή ανέλαβε την ηγεσία του κινήματος: Οι συνταγματάρχες Νικόλαος Πλαστήρας (1883 - 1953) και Στυλιανός Γονατάς (1876 - 1966), καθώς και ο διοικητής της ναυτικής βάσης Χίου, Δημήτριος Φωκάς (1886 – 1966). Η επανάσταση επικράτησε αμέσως στα νησιά. Οι αρχηγοί της έδωσαν διαταγή στον στρατό να μπει στα πλοία και να πλεύσει στον Πειραιά. Ένα αεροπλάνο πέταξε προκηρύξεις πάνω από την Αθήνα: Γνωστοποιούσαν στον λαό πως ο στρατός επαναστάτησε, ζητούσαν από την κυβέρνηση να παραχωρήσει την θέση της σε αρεστή στην Αντάντ, καλούσαν τον Κωνσταντίνο να παραιτηθεί υπέρ του γιού του, Γεωργίου, και απαιτούσαν από το γενικό επιτελείο να ενισχύσει το μέτωπο στη Θράκη.

Ο λαός ξεχύθηκε στους δρόμους, οι αξιωματικοί στην Αθήνα προσχώρησαν στην επανάσταση και η κυβέρνηση Τριανταφυλλόπουλου παραιτήθηκε μόλις τα πρώτα στρατιωτικά τμήματα αποβιβάστηκαν στο Λαύριο (13 του Σεπτέμβρη). Στις 14, ο Κωνσταντίνος παραιτήθηκε υπέρ του Γεωργίου, ενώ ένα ραδιοσήμα από το θωρηκτό «Λήμνος», τον καλούσε να φύγει από τη χώρα. Βασίλευσε εννιά ταραγμένα χρόνια και, αντίθετα με τον σοφό πατέρα του, κατάφερε να διχάσει την Ελλάδα και να την οδηγήσει στο χείλος της καταστροφής. Την ίδια μέρα (14 του Σεπτέμβρη), οι αρχηγοί της επανάστασης μπήκαν στην πρωτεύουσα και τηλεγράφησαν στον Ελευθέριο Βενιζέλο να γυρίσει από το Παρίσι. Προτίμησε να μείνει και να διαπραγματευτεί τη συνθήκη με την Οθωμανική αυτοκρατορία. Ο αρχηγός του στρατού Μικράς Ασίας, στρατηγός Χατζηανέστης, και το «συμβούλιο των πέντε» (Νικόλαος Στράτος, Νικόλαος Θεοτόκης, Γεώργιος Μπαλτατζής, Δημήτριος Γούναρης και Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης) συνελήφθησαν, δικάστηκαν, κρίθηκαν ένοχοι εσχάτης προδοσίας κι εκτελέστηκαν (15 του Νοέμβρη). Από τις 14, πρωθυπουργός είχε αναλάβει ο Στυλιανός Γονατάς, ενώ ο Νικόλαος Πλαστήρας έμεινε αρχηγός της επανάστασης.

Στις 24 Ιουλίου του 1923, υπογράφτηκε η συνθήκη της Λωζάννης, που καθόρισε τα ελληνοτουρκικά σύνορα στον Έβρο, ενώ η επανάσταση άντεξε στα περίπου ταυτόχρονα εξωτερικό κι εσωτερικό χτυπήματα.

Μια διεθνής επιτροπή ασχολιόταν με τη χάραξη των ελληνοαλβανικών συνόρων εκείνη την εποχή. Αρχηγός της ιταλικής αντιπροσωπείας ήταν ο στρατηγός Τελίνι, πράκτορας του Μουσολίνι, που έδειχνε να παίζει το παιχνίδι των Αλβανών και που φερόταν με σκαιότητα στην ελληνική αντιπροσωπεία. Στις 27 Αυγούστου του 1923, βρέθηκε δολοφονημένους από «αγνώστους», ενώ η ιταλική προπαγάνδα διοχέτευε φήμες ότι τον σκότωσε ο Έλληνας αξιωματικός, Μπότσαρης. Κάνοντας επίδειξη δύναμης, ο δυσαρεστημένος από την ελληνοτουρκική προσέγγιση, Μουσολίνι, διέταξε να βομβαρδιστεί η Κέρκυρα, ενώ οι φασίστες του έκαναν απόβαση και κυρίευσαν το νησί. Οι της Αντάντ και η ΚΤΕ, τους οποίους ήθελε να προκαλέσει, αδιαφόρησαν. Οι ηγέτες της επανάστασης δέχτηκαν τους όρους του, οπότε οι Ιταλοί αποχώρησαν.

Στην Αθήνα, ο Ιωάννης Μεταξάς (1871 - 1941) ετοίμαζε το δικό του μέλλον. Γερμανόφιλος ως το κόκαλο στρατιωτικός, είχε εξοριστεί το 1917 και είχε επανέλθει το 1920 με την παλινόρθωση του Κωνσταντίνου ιδρύοντας το μικρό κόμμα των Ελευθεροφρόνων. Όταν, ξέσπασε η επανάσταση, προσπάθησε να σώσει τον θρόνο. Ο βασιλιάς τον κάλεσε να δημιουργήσει «κυβέρνηση ευρείας αποδοχής» κι ο Μεταξάς θυμήθηκε τους έγκλειστους στις φυλακές Συγγρού κομμουνιστές:

Ο Γιάννης Κορδάτος κι ο διευθυντής του «Ριζοσπάστη», Γ. Πετσόπουλος, είχαν συλληφθεί από τις 5 του Ιουλίου (1922), εξαιτίας της σκληρής αντιπολεμικής αρθρογραφίας τους. Ο Μεταξάς τους επισκέφθηκε νύχτα στο κελί τους και πρότεινε στον Κορδάτο απελευθέρωση και συμμετοχή σε «βασιλοκομμουνιστική» κυβέρνηση. Πίστευε ότι θα τον δελεάσει. Εισέπραξε πληρωμένη απάντηση:

«Δεν δυνάμεθα να συμμετάσχωμεν εις την κυβέρνησίν σας, διότι το απαγορεύουν αι αρχαί μας».

Η επανάσταση παγιώθηκε κι ο Μεταξάς έγινε πνευματικός ηγέτης της μυστικής «οργάνωσης των ταγματαρχών». Στις 21 Οκτώβρη του 1923, ξέσπασε η αντεπανάσταση αλλά κατέρρευσε χωρίς να πετύχει κάτι ουσιαστικό. Την επόμενη φορά, ο Μεταξάς θα ήταν πιο καλά προετοιμασμένος.

Στις 16 του Δεκέμβρη, έγιναν εκλογές με αποχή της αντιπολίτευσης. Η Δημοκρατική Ένωση έθεσε πολιτειακό ζήτημα και ζήτησε να απομακρυνθεί ο Γεώργιος, ώσπου να αποφασίσει ο λαός. Στις 11 Γενάρη του 1924, ο Στυλιανός Γονατάς παρέδωσε την κυβέρνηση στον Ελευθέριο Βενιζέλο, που είχε νικήσει στις εκλογές.

 

H Τουρκία του Κεμάλ

Ο πασάς Γαζί Μουσταφά Κεμάλ γεννήθηκε το 1880, στηn Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στην ανώτατη πολεμική σχολή της Κωνσταντινούπολης, όπου γαλουχήθηκε με τις νεωτεριστικές κινήσεις, έκφραση των οποίων ήταν το κομιτάτο «Ένωση και Πρόοδος» της Θεσσαλονίκης. Η ανατρεπτική του δράση εντοπίστηκε από τις μυστικές υπηρεσίες του σουλτάνου κι όταν αποφοίτησε τον έστειλαν να υπηρετήσει στηn Δαμασκό όπου θα ήταν ακίνδυνος όπως φαντάζονταν. Εκεί ο Κεμάλ δημιούργησε τη μυστική οργάνωση «Βατάν» (Πατρίδα). Τον υποψιάστηκαν και τον μετέθεσαν στηn φρουρά της Ιόππης, ένα άθλιο χωριό της Παλαιστίνης με αποπνικτικό περιβάλλον, που έμελλε να ενωθεί μετά από μισό αιώνα με το Τελ Αβίβ. Ο Κεμάλ μπόρεσε να αποκαταστήσει επαφή με τηn Θεσσαλονίκη, να την επισκέπτεται κρυφά και ταυτόχρονα να διαπρέπει στην Ιόππη. Κατάφερε να προαχθεί στον βαθμό του λοχαγού και να μετατεθεί κανονικά στηn Θεσσαλονίκη (1907). Την επόμενη χρονιά, εκδηλώθηκε το κίνημα των Νεότουρκων. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος με τους Ιταλούς (1911), ο σουλτάνος Μωάμεθ Ε’ έστειλε τον Κεμάλ στηn Βόρεια Αφρική. Ήταν ακόμη στην Τριπολίτιδα, όταν άρχισε ο Α’ Βαλκανικός πόλεμος. Ανακλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη ως επιτελάρχης, ανακατέλαβε τηn χερσόνησο της Καλλίπολης από τους Βουλγάρους και, ως συνταγματάρχης, απέκρουσε τους Άγγλους, το 1915, στο ίδιο σημείο.

Έγινε υποστράτηγος και στάλθηκε στον Καύκασο, όπου ανάκτησε δυο περιοχές. Όμως, ήταν πια πολύ δημοφιλής στο στράτευμα και θεωρήθηκε επικίνδυνος. Τον έστειλαν να πολεμήσει τους άτακτους Άραβες στηn Χετζάζη. Διαμαρτυρήθηκε, παραιτήθηκε και τοποθετήθηκε διοικητής στο 7ο σώμα στρατού που «έβλεπε» τη Βαγδάτη. Για λίγο. Σύντομα ανακλήθηκε και τοποθετήθηκε επιτελής, πλάι στον διάδοχο. Όταν αυτός ανέβηκε στον θρόνο (1918) ως Μωάμεθ ΣΤ’ (1861-1926), ο Κεμάλ του ζήτησε να ξαναπάρει τη διοίκηση του 7ου σώματος, στην Παλαιστίνη. Το βρήκε εκμηδενισμένο από τους Άγγλους. Ήταν η εποχή της διάλυσης. Στις 30 Οκτώβρη του 1918, πάνω στο αγγλικό θωρηκτό «Αγαμέμνονας», έξω από τη Λήμνο, η Οθωμανική αυτοκρατορία υπέγραφε την ανακωχή κι έμπαινε κάτω από συμμαχική κατοχή. Οι βαρείς όροι της συνθήκης, η αποσύνθεση του στρατού και η λαϊκή μοιρολατρία οδήγησαν τον Κεμάλ στη δημιουργία νέας μυστικής οργάνωσης στον στρατό. Η παραχώρηση της Σμύρνης και η εκεί άφιξη του ελληνικού στρατού επέσπευσαν τα πράγματα.

Στις 25 Μάη του 1919, η οργάνωση του Κεμάλ δημοσίευσε μια προκήρυξη. Στις 19 του Ιουνίου, ανώτατοι κι ανώτεροι αξιωματικοί υπέγραφαν το πρωτόκολλο της Αμάσειας ενάντια στον σουλτάνο και την Αντάντ. Οι επαναστατικές πράξεις γίνονταν δημόσια: Εθνικός όρκος, εθνικός κανονισμός της οργάνωσης, πρόγραμμα για τις υποβαθμισμένες ανατολικές περιοχές. Ο σουλτάνος έκλεισε την Βουλή κι έκανε συλλήψεις (16 Μάρτη του 1920). Ο Κεμάλ απάντησε με εκλογές στις μη κατεχόμενες περιοχές (23 του Απρίλη) και εθνοσυνέλευση στην Άγκυρα. Ο ίδιος μπήκε αρχηγός της επαναστατικής κυβέρνησης. Οργάνωσε στρατό, νίκησε στην Αρμενία, έκλεισε ειρήνη και κατάφερε να αναγνωριστεί από τη Σοβιετική Ένωση. Μέσα σ’ ένα χρόνο, διέλυσε το σουλτανάτο της Κωνσταντινούπολης, επωφελήθηκε από τη μεταπολίτευση του 1920 στην Ελλάδα και προσεταιρίστηκε την Αντάντ. Νίκησε τον ελληνικό στρατό κι εξανάγκασε τον Μωάμεθ ΣΤ’ σε παραίτηση. Στις 29 Οκτώβρη του 1923 γινόταν ο πρώτος πρόεδρος της Δημοκρατίας με τον Ισμέτ Ινονού πρωθυπουργό. Δεν υπήρχε πια Οθωμανική αυτοκρατορία. Το νέο κράτος ονομάστηκε Τουρκία. Κεμάλ και Ινονού επανεκλέχτηκαν το 1927. Μέσα από εσωτερικές αντιθέσεις και κρίσεις, ο Κεμάλ προχώρησε σε κοινωνικές μεταρρυθμίσεις εισάγοντας το λατινικό αλφάβητο και διαχωρίζοντας το κράτος από τη θρησκεία. Η χειραφέτηση της γυναίκας ήρθε μέσα από την κατάργηση των χαρεμιών και της πολυγαμίας, καθώς και την απαγόρευση του φερετζέ και του φεσιού. Στη δικτατορική δημοκρατία του όμως, μόνο το εθνικό λαϊκό κόμμα ήταν νόμιμο. Στα 1934, έγινε Ατατούρκ (πατέρας της Τουρκίας). Πέθανε στις 15 Νοέμβρη του 1938. Τον διαδέχτηκε στην προεδρία ο πρωθυπουργός του Ισμέτ Ινονού.

 

Ανταλλαγή πληθυσμών

Η τελευταία πράξη του δράματος, που προκάλεσαν οι παρενέργειες της συνδιάσκεψης των Βερσαλλιών, παίχτηκε στη Λωζάννη. Οι μεγάλες δυνάμεις κατείχαν ακόμη την Κωνσταντινούπολη ως έδρα του νικημένου σουλτανάτου που είχε απομείνει από την άλλοτε Οθωμανική αυτοκρατορία, όταν κατέρρευσε το ελληνικό μέτωπο της Μικράς Ασίας. Κι ενώ στην Ελλάδα διαδραματίζονταν τα γεγονότα της επανάστασης Πλαστήρα - Γονατά, οι εκπρόσωποι της Αντάντ υπέγραψαν ανακωχή με τον Κεμάλ (11 Οκτώβρη του 1922) κι οργάνωσαν συνδιάσκεψη στη Λωζάννη. Κατέφτασαν εκεί εκπρόσωποι της Ελλάδας οι Ελ. Βενιζέλος και Δημήτριος Κακλαμάνος (1872 - 1949), της Τουρκίας του Κεμάλ, της Γιουγκοσλαβίας, της Ρουμανίας, της Βουλγαρίας, της Σοβιετικής Ένωσης, της Πορτογαλίας, του Βελγίου, των ΗΠΑ και των ευρωπαϊκών μεγάλων δυνάμεων.

Η συνδιάσκεψη ξεκίνησε στις 20 Νοέμβρη του 1922 με τους κεμαλικούς να συμπεριφέρονται σα να είχαν νικήσει όχι τους Έλληνες αλλά το σύνολο των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Είδαν κι αποείδαν οι εκπρόσωποι των μεγάλων και (Γενάρης του 1923) κατέβασαν τα ρολά. Η συνδιάσκεψη ξεκίνησε πάλι, όταν οι Τούρκοι έμμεσα διαμήνυσαν ότι ηρέμησαν. Στο περιθώριο των διαπραγματεύσεων, οι Τούρκοι εκβίασαν την Ελλάδα να υπογράψει σύμβαση για την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών (17/30 Γενάρη του 1923): Όλοι οι μουσουλμάνοι που ζούσαν στην Ελλάδα (εκτός από εκείνους της Δυτικής Θράκης, το καθεστώς της οποίας παιζόταν) έπρεπε να μεταναστεύσουν στην Τουρκία, ήταν δεν ήταν Τούρκοι. Κι όλοι οι ορθόδοξοι που ζούσαν στην Τουρκία (εκτός από εκείνους της Κωνσταντινούπολης κι αργότερα της Ίμβρου και της Τένεδου) υποχρεώνονταν να προστεθούν στους πρόσφυγες από τη Σμύρνη, τη Μικρά Ασία και τον Πόντο, που περιφέρονταν σε άθλια κατάσταση στην Ελλάδα χωρίς στον ήλιο μοίρα. Ξεριζώθηκαν τότε 335.000 μουσουλμάνοι από την Ελλάδα και πάνω από 1.500.000 Έλληνες της Μικράς Ασίας και του Πόντου.

Ο πολιτισμένος κόσμος ξεσηκώθηκε και ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών, μαρκήσιος Γεώργιος Ναθαναήλ Κόρζον, ωρυόταν ότι επρόκειτο για «αισχρή λύση», την οποία η οικουμένη θα πλήρωνε ακριβά τον επόμενο αιώνα. Λόγια. Εκείνος που έδρασε αμέσως ήταν ο Νορβηγός θαλασσοπόρος και εξερευνητής Φρίτιοφ Νάνσεν (1861 - 1930). Στα 1917, είχε πετύχει να εφοδιαστεί με τρόφιμα η πατρίδα του, που υπέφερε από τα δεινά του Α’ Παγκοσμίου πολέμου. Στη συνέχεια, ως εκπρόσωπος της ΚΤΕ, κατάφερε να απελευθερωθούν 500.000 αιχμάλωτοι αντίπαλοι της Σοβιετικής Ένωσης. Στα 1921, μπόρεσε να ανεφοδιάσει τη Σοβιετική Ένωση με τρόφιμα. Στα 1922, πήρε το νόμπελ για την ειρήνη. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή, επισκέφτηκε την Ελλάδα και, ως αντιπρόσωπος της ΚΤΕ, υπέβαλε έκθεση που σχεδόν εξανάγκασε τον διεθνή οργανισμό να χρηματοδοτήσει την αποκατάσταση των προσφύγων. Μια Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων δημιουργήθηκε από την ΚΤΕ με πρόεδρο τον πρώην πρεσβευτή των Ηνωμένων Πολιτειών στην Κωνσταντινούπολη, Ερρίκο Μοργκεντάου (1856 - 1946), ενώ οι Αμερικανοί έβαλαν βαθιά το χέρι στην τσέπη για να σχηματιστεί το κεφάλαιο των προσφυγικών δανείων. Ο Μοργκεντάου εργάστηκε υπεράνθρωπα για την αποκατάσταση των ξεριζωμένων και τιμήθηκε ποικιλότροπα από την Ελλάδα. Το δράμα των Ελλήνων προσφύγων όμως δεν ήταν εύκολο να αντιμετωπιστεί. Διογκώθηκε με την εθελοντική ανταλλαγή πληθυσμών που συμφωνήθηκε ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Βουλγαρία.

 

Η συνθήκη της Λωζάννης

Οι διαπραγματεύσεις για την υπογραφή μιας συνθήκης, που θα έβαζε τέλος στις εκκρεμότητες του ανατολικού ζητήματος, κράτησαν περίπου οκτώ μήνες και πέρασαν από πολλές διακυμάνσεις. Η Τουρκία προσπαθούσε να εκμεταλλευτεί τον ολοένα και πιο έντονο ανταγωνισμό Βρετανίας και Γαλλίας, η φασιστική Ιταλία ονειρευόταν επανάληψη των εχθροπραξιών ανάμεσα στους Έλληνες και τους Τούρκους για να επωφεληθεί κι ο Βενιζέλος έδειχνε να μη βιάζεται, καθώς προχωρούσε η ανασύνταξη των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων και η επαναστατική επιτροπή αναζητούσε μια ρεβάνς που θα μπορούσε να ξεπλύνει την «ντροπή της Μικρασίας». Ο Βενιζέλος σίγουρα δεν ήθελε την επανάληψη των εχθροπραξιών. Επιθυμούσε την ενίσχυση του ελληνικού στρατού περισσότερο ως διαπραγματευτικό ατού και ως αποτρεπτική δύναμη σε μια τουρκική εισβολή στη Θράκη. Ταυτόχρονα, καλλιεργούσε τις σχέσεις με τη Βρετανία και την άποψη πως «ό,τι έγινε, έγινε° καιρός ήταν Έλληνες και Τούρκοι να τα βρουν μια για πάντα».

Οι υπογραφές έπεσαν στις 24 Ιουλίου του 1923, όταν όλοι τα είχαν βρει μεταξύ τους. Ή υποχρεώθηκαν να τα βρουν. Η συνθήκη της Λωζάννης απαρτίστηκε από 143 άρθρα, μόνο στα γαλλικά και θα ίσχυε εφόσον επικυρωνόταν από τρεις μεγάλες δυνάμεις και την Τουρκία. Περιείχε ό,τι επιθυμούσε ή αποδεχόταν ο κεμαλισμός. Γι’ αυτό κυρίως η Ελλάδα, στα κατοπινά χρόνια, εξαρτούσε κάθε της κίνηση από τα κείμενα αυτής της συνθήκης. Την επέβαλε η Τουρκία, τα δικά της συμφέροντα κατοχύρωσε, την υπέγραψε με ελεύθερη βούληση, καμιά δικαιολογία δεν έχει, όταν την παραβιάζει.

Με τη συνθήκη αυτή, η Τουρκία πέτυχε την κατάργηση των διομολογήσεων κι όλων των προνομίων που απολάμβαναν οι ξένοι στο έδαφός της. Νέες εμπορικές συμφωνίες θα αντικαθιστούσαν τις προηγούμενες παραχωρήσεις. Με εξαίρεση τη Μοσούλη, που θα κανονιζόταν χωριστά με την Βρετανία, όλα τα εδάφη της Μέσης Ανατολής και της Αραβίας χάνονταν για την Τουρκία, μαζί με τα Δωδεκάνησα, την Κύπρο, την Αίγυπτο και το Σουδάν. Στην Θράκη, πήρε το Καραγάτς (δυτικό προάστιο της Αδριανούπολης) και δέχτηκε να υπάρξει μια ουδέτερη ζώνη 30 χμ. στα σύνορά της. Σ’ αυτό, συνυπέγραψε και η Βουλγαρία. Οι μικρασιατικές της ακτές έπρεπε να είναι αποστρατικοποιημένες, όπως και τα κοντά στην παραλία της ελληνικά νησιά. Το πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης παρέμεινε εκεί με τον όρο να περιοριστεί στα εκκλησιαστικά του και μόνο καθήκοντα, ενώ Ελλάδα και Τουρκία παραιτούνταν από τις πολεμικές αποζημιώσεις που η μια διεκδικούσε από την άλλη. Ρυθμίστηκε ακόμα το καθεστώς των στενών, ενώ η Ίμβρος και η Τένεδος παρέμειναν στην Τουρκία κι εξαιρέθηκαν από την ανταλλαγή πληθυσμών με ιδιαίτερη διοικητική ρύθμιση που όμως ποτέ δεν εφαρμόστηκε. Η Δυτική Θράκη επικυρώθηκε οριστικά στην Ελλάδα και ο ποταμός Έβρος έγινε το σύνορο των δυο κρατών

 

Η πρώτη Δημοκρατία

Ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου γεννήθηκε στην Τρίπολη (1876). Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και πολιτικές επιστήμες και φιλοσοφία στην Χαϊδελβέργη και στο Βερολίνο. Από το 1908, εργάστηκε για την αγροτική μεταρρύθμιση και την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών. Σχημάτισε ομάδα κοινωνιολόγων, αναμίχθηκε στην πολιτική, πολέμησε εθελοντής στους Βαλκανικούς πολέμους κι εντάχθηκε (1915) με την ομάδα του στο κόμμα των Φιλελευθέρων, αποτελώντας την αριστερή του πτέρυγα. Από το 1920, άρχισε φανερά να υποστηρίζει την αβασίλευτη δημοκρατία ως τη μόνη σωτήρια για τα ελληνικά συμφέροντα. Τον Φλεβάρη του 1922, δημοσίευσε το «Δημοκρατικό μανιφέστο», εγκαινιάζοντας τον αγώνα για την εγκαθίδρυση δημοκρατίας. Δικάστηκε και καταδικάστηκε σε φυλάκιση τριών χρόνων αλλά, με την επανάσταση του Σεπτέμβρη του 1922, ελευθερώθηκε και ίδρυσε τη Δημοκρατική Ένωση, κόμμα με στόχο την επιβολή της δημοκρατίας.

Μετά τις εκλογές (16 Δεκέμβρη του 1923), το κόμμα των Φιλελευθέρων (με απέχουσα την αντιπολίτευση) πλειοψήφησε. Οι βουλευτές της Δημοκρατικής Ένωσης ζήτησαν να φύγει ο Γεώργιος Β’, ώσπου να αποφασίσει ο λαός για το πολιτειακό. Οι φιλελεύθεροι το δέχτηκαν. Ο νικητής της ναυμαχίας της Λήμνου, ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης, ανέλαβε αντιβασιλιάς. Ο Βενιζέλος ανέλαβε πρωθυπουργός (11 Γενάρη του 1924). Στην Βουλή και στην εθνοσυνέλευση, ο Παπαναστασίου υποστήριζε τη δημοκρατία κι ο Βενιζέλος τη συνταγματική βασιλεία. Στις θορυβώδεις συνεδριάσεις που ακολούθησαν, διαπιστώθηκε πως οι δημοκρατικοί είχαν την πλειοψηφία. Ο Βενιζέλος παραιτήθηκε (4 Φλεβάρη του 1924) δηλώνοντας ότι εγκαταλείπει την πολιτική κι έφυγε στο Παρίσι. Τον διαδέχτηκε στην πρωθυπουργία ο Γεώργιος Καφαντάρης (1873 - 1946), που ήθελε πρώτα να γίνει δημοψήφισμα κι έπειτα να προχωρήσει η εθνοσυνέλευση στην εκπόνηση ανάλογου συντάγματος. Παραιτήθηκε (4 του Μάρτη), κι ανέλαβε ο Παπαναστασίου, που, μέσα από την 4η εθνοσυνέλευση, ψήφισε την κατάργηση της βασιλείας και την ανακήρυξη τη δημοκρατίας (24 Μάρτη του 1924). Ένα δημοψήφισμα (13 Απρίλη του 1924), επισφράγισε

πανηγυρικά το ψήφισμα της εθνοσυνέλευσης, που ανακήρυξε τον Κουντουριώτη πρώτο πρόεδρο της δημοκρατίας. Ο Παπαναστασίου παραιτήθηκε από πρωθυπουργός (Ιούλιο του 1924). Εξακολούθησε όμως να είναι πρόεδρος της κοινοβουλευτικής επιτροπής, που επεξεργαζόταν το νέο σύνταγμα.

Στις 26 Ιουνίου του 1925, ο πρώην επαναστάτης και αρχηγός της στρατιάς της Θράκης, στρατηγός Θόδωρος Πάγκαλος (1878 - 1952), ανέτρεψε την κυβέρνηση. Όμως, το νέο σύνταγμα ψηφίστηκε (10 Σεπτέμβρη του 1925) χωρίς να ισχύσει αμέσως. Ο Πάγκαλος διέλυσε την εθνοσυνέλευση (3 Γενάρη του 1826), ανακηρύχτηκε δικτάτορας κι εξόρισε τον Παπαναστασίου και τον Καφαντάρη, που τον καλούσαν να παραδώσει την εξουσία. Ο Κουντουριώτης παραιτήθηκε διαμαρτυρόμενος αλλά ο Πάγκαλος δεν επρόκειτο να μείνει για πολύ δικτάτορας. Τον ανέτρεψε (8 Αυγούστου του 1926) ο υποστράτηγος Γεώργιος Κονδύλης (1879 - 1936), που αποκατέστησε τον Κουντουριώτη στην προεδρία της Δημοκρατίας, έθεσε το νέο σύνταγμα σε ισχύ, προκήρυξε εκλογές και παρέδωσε την εξουσία στον Αλέξανδρο Ζαΐμη, πρωθυπουργό οικουμενικής κυβέρνησης (Δεκέμβρης του 1926).

(τελευταία επεξεργασία, 10 Μαρτίου 2021)