Η εξάρθρωση της Δύσης
Η κατάληψη της Βαρσοβίας (27 Σεπτέμβρη του 1939) σήμανε το τέλος των μαχών στην Πολωνία. Οι Αγγλογάλλοι που υποτίθεται ότι είχαν κηρύξει τον πόλεμο στη Γερμανία (από τις 3 του Σεπτέμβρη), παρέμεναν αδρανείς. Ο Χίτλερ διέθετε εκείνη τη στιγμή 23 μεραρχίες με κάποιες από αυτές να έχουν εμπλακεί στην Πολωνία. Απέναντί τους, οι Αγγλογάλλοι μπορούσαν να παρατάξουν 110 μεραρχίες. Αν τις κινούσαν, είναι αμφίβολο αν θα είχε υπάρξει Β’ Παγκόσμιος πόλεμος. Ο Χίτλερ, όμως, έμοιαζε να ξέρει καλά, με ποιους είχε να κάνει. Τσάμπερλεν και Νταλαντιέ έδειχναν ζαλισμένοι. Αντί να πάρουν στα χέρια τους την πρωτοβουλία των κινήσεων, περίμεναν να δουν, τι επρόκειτο να κάνει η Γερμανία. Και η Γερμανία απλά εξοπλιζόταν. Στις 6 Οκτώβρη του 1939, ο Χίτλερ εξηγούσε ότι η γερμανική πολιτική είναι φιλειρηνική και καμιά αξίωση δεν έχει από την Γαλλία. Ήταν τόσο πειστικός, ώστε η βασίλισσα της Ολλανδίας και ο βασιλιάς του Βελγίου προσφέρθηκαν να μεσολαβήσουν. Άλλωστε, ο Χίτλερ ήταν ο «καλός». «Κακός» ήταν ο Ιωσήφ Στάλιν που κήρυξε τον πόλεμο ενάντια στη Φιλανδία (30 Νοέμβρη του 1939) ενισχύοντας τις στρατηγικές του θέσεις με τη συνθήκη της Μόσχας (12 Μάρτη του 1940).
Είχε προηγηθεί ένα από εκείνα τα επεισόδια που λατρεύει ο παγκόσμιος Τύπος: Το κυνήγι του γερμανικού θωρηκτού «Φον Σπέε», που (17 Δεκέμβρη του 1939) αποκλεισμένο από τρία αγγλικά πολεμικά αυτοβυθίστηκε έξω από το Ρίο ντε λα Πλάτα της Αργεντινής περίπου στο σημείο όπου, 25 χρόνια πριν (8 Δεκέμβρη του 1914), ο ναύαρχος Μαξιμιλιανός φον Σπέε βρήκε τον θάνατο ακολουθώντας τη ναυαρχίδα του στο βυθό.
Τα ψέματα τέλειωσαν στις 9 Απρίλη του 1940. Την ημέρα εκείνη, οι γερμανικές στρατιές εισέβαλαν στην Δανία και στη Νορβηγία. Στις 10 του Μάη, εκδηλώθηκε η εισβολή στην Ολλανδία, το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο, για να ακολουθήσει και στην Γαλλία με παράκαμψη της «απόρθητης» γραμμής Μαζινό. Στις 10 Ιουνίου του 1940, Νορβηγία, Δανία, Ολλανδία, Βέλγιο, Λουξεμβούργο και Γαλλία βρίσκονταν κάτω από γερμανική κατοχή, ενώ στην Βρετανία πρωθυπουργός ήταν πια ο Ουίνστον Τσόρτσιλ (1874 - 1965) κι ο άξονας θυσίαζε στη φανφάρα: Ο Μουσολίνι κήρυσσε τον πόλεμο στην ήδη υποταγμένη Γαλλία κι ο Χίτλερ ανακάλυπτε το βαγόνι εκείνο του στρατηγού Φος, όπου το 1918 η Γερμανία είχε υπογράψει την ήττα της. Το βαγόνι στήθηκε στο ίδιο σημείο, στο δάσος της Κομπιέν, με αυτή τη φορά τον Γάλλο στρατηγό Πετέν στην θέση του νικημένου (22 Ιουνίου του 1940).
Η μάχη της Αγγλίας ξεκίνησε με βομβαρδισμούς αμάχων στις 18 του Ιουνίου κι έληξε στα μέσα Σεπτέμβρη του 1940, όταν ο Χίτλερ κατάλαβε πως δεν μπορούσε να κάνει απόβαση στα βρετανικά νησιά. Στο ίδιο διάστημα, η Σοβιετική Ένωση είχε ζητήσει την Βεσαραβία και την Βόρεια Βουκοβίνα από τη Ρουμανία (28 του Ιουνίου) και είχε ενσωματώσει στα εδάφη της Εσθονία, Λετονία και Λιθουανία. Από την πλευρά τους, οι Ιταλοί χτύπησαν τους Βρετανούς στην Αφρική, κυρίευσαν τη Σομαλία (6 του Αυγούστου) και σταμάτησαν στο Σίντι Ελ Μπαράνι στον δρόμο από τη Λιβύη προς το Σουέζ. Το σύμφωνο του άξονα Βερολίνου - Ρώμης - Τόκιο υπογράφτηκε στις 27 Σεπτέμβρη του 1940.
Προετοιμάζοντας το έδαφος
Το ότι η Ελλάδα ήταν προγραμματισμένος στόχος της Ιταλίας, φαινόταν από τον Απρίλη του 1939, όταν οι Ιταλοί κατέλαβαν την Αλβανία. Κι από τις 10 Ιουνίου του 1940, η Ελλάδα περίμενε τη σειρά της. Τη μέρα εκείνη, η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο στην Γαλλία και στην Αγγλία ελπίζοντας σε κάποια εδαφικά κέρδη στις Άλπεις. Δεν τα πήρε ποτέ αλλά ο Μουσολίνι, στον πανηγυρικό της ημέρας, μιλώντας στους Ιταλούς για τον πόλεμο με την Γαλλία, αφιέρωσε και μια παράγραφο στους άλλους υποψήφιους. Είχε πει: «Ήδη, αφότου ο κύβος ερρίφθη και η θέλησή μας έκαψε τις γέφυρες πίσω μας, δηλώνω κατηγορηματικά ότι η Ιταλία δεν σκοπεύει να παρασύρει στη σύρραξη άλλους λαούς, που συνορεύουν με αυτήν από ξηρά ή θάλασσα. Η Ελβετία, η Γιουγκοσλαβία, η Τουρκία, η Ελλάδα και η Αίγυπτος, ας σημειώσουν αυτά τα λόγια. Εξαρτάται, από αυτές και μόνον αυτές το αν θα πραγματοποιηθούν ή όχι».
Όποιος ξέρει να διαβάζει μέσα από τις γραμμές, τι εννοείται και όχι τι λέγεται, εύκολα καταλάβαινε το νόημα. Ο Μουσολίνι έδινε στον εαυτό του το δικαίωμα να κρίνει, αν τα όμορα κράτη τηρούν ή όχι την πρέπουσα στάση. Ο Έλληνας πρεσβευτής στη Ρώμη, Ιωάννης Πολίτης, από τις 15 του Μάη, ειδοποίησε την Αθήνα να περιμένει αιφνιδιασμό. Στις 18 του Ιουνίου, όταν πια ο Μουσολίνι ήξερε πως δεν του λάχαινε ούτε τετραγωνικό μέτρο από τα γαλλικά εδάφη, οι Ιταλοί πέρασαν στα έργα: Μια μονάδα του ελληνικού στόλου δέχτηκε απροειδοποίητα αεροπορική επίθεση. Ακολούθησαν αεροπορικές επιθέσεις κατά του αντιτορπιλικού «Ύδρα», σε ελληνικά πλοία στον Κορινθιακό, στη Ναύπακτο και στον θαλάσσιο χώρο ανάμεσα στην Αίγινα και στη Σαλαμίνα. Καμιά δε βρήκε το στόχο της. Στις 10 Αυγούστου, ήρθε η ανακοίνωση για τη δολοφονία του Νταούτ Χότζα. Στις 11, σύσσωμος ο ιταλικός Τύπος έγραφε: «Ο μεγάλος Αλβανός πατριώτης, Νταούτ Χότζα, δολοφονήθηκε από Έλληνες πράκτορες στην ελληνοαλβανική μεθόριο». Ο Νταούτ Χότζα ήταν επικηρυγμένος ληστής, καταζητούμενος επί είκοσι χρόνια στην Ελλάδα και στην Αλβανία για φόνους και ένοπλες ληστείες. Τον είχαν σκοτώσει δυο Αλβανοί πάνω σε καβγά. Οι δολοφόνοι είχαν ήδη συλληφθεί από τις ελληνικές αρχές και η Ιταλία το ήξερε, έχοντας επίσημα ειδοποιηθεί. Κι όλ’ αυτά είχαν γίνει πριν από δυο μήνες, όχι στις 10 του Αυγούστου. Στις 14 Αυγούστου, το Αθηναϊκό Πρακτορείο μετέδιδε το μακροσκελές ποινικό μητρώο του «Αλβανού πατριώτη». Την ίδια μέρα, ο Ιωάννης Πολίτης ειδοποιούσε από τη Ρώμη πως το φερέφωνο των φασιστών, ο δημοσιογράφος Γκάιντα, με άρθρο του, ξεκινούσε γενική επίθεση κατά της Ελλάδας.
Ξημέρωνε Δεκαπενταύγουστο, όταν το παλιό καταδρομικό «Έλλη» έπιασε σημαιοστολισμένο στην Τήνο, επίσημη συμμετοχή στην γιορτή της Παναγιάς. Οι προσκυνητές πλημμύριζαν το νησί. Στις 8.30’ το πρωί, τρεις τορπίλες κατευθύνονταν προς τον όρμο. Η πρώτη βρήκε μια ξέρα κι έσκασε κοντά στον φάρο. Η δεύτερη έπεσε στον κυματοθραύστη. Η τρίτη χτύπησε την «Έλλη» στα ύφαλα. Ο πάταγος ξεσήκωσε το νησί. Η «Έλλη» έγειρε λαβωμένη. Μάταια προσπάθησαν να τη ρυμουλκήσουν. Στις 9.45’, βυθίστηκε. Τα θραύσματα από τις τορπίλες αποκάλυπταν την ταυτότητα του αθέατου δολοφόνου: Ιταλικός αριθμός μητρώου, ιταλικά στοιχεία. Η κυβέρνηση έκανε την ανήξερη: «Άγνωστης εθνικότητας» το υποβρύχιο που χτύπησε την «Έλλη». Όμως, ούτε ο ελληνικός λαός ούτε ο ξένος Τύπος ξεγελάστηκαν: Σηκώθηκε παγκόσμιος σάλος από το έγκλημα. Οι Ιταλοί αναγκάστηκαν να αναδιπλωθούν. Σκαρφίστηκαν εγγλέζικη προβοκάτσια για να παρασυρθεί η Ελλάδα στον πόλεμο. Στο ημερολόγιό του, ο κόμης Τσιάνο αναζητούσε την υστεροφημία: «Αυτός ο μέθυσος Ντε Βέκι φταίει», έγραψε. Και Ντε Βέκι είναι το όνομα του Ιταλού διοικητή των Δωδεκανήσων.
Στα απομνημονεύματά του, ο Ιταλός πρεσβευτής στην Αθήνα, Εμανουέλε Γκράτσι, σημείωσε: «Το έγκλημα της Τήνου είχε αποτέλεσμα, -για να μην πω, έκανε το θαύμα, -να δημιουργηθεί στην Ελλάδα ενότητα ψυχών. Μοναρχικοί και βενιζελικοί, οπαδοί κι αντίπαλοι της 4ης Αυγούστου, πείστηκαν πως ένα μόνο αδυσώπητο εχθρό είχε η Ελλάδα: Την Ιταλία. Και πως, αν δε γινόταν ν’ αποφευχθεί μια σύγκρουση με την Ιταλία, θα ήταν προτιμότερο ν’ αντιμετωπιστεί ο εχθρός με ανδρισμό, παρά να υποχωρήσει το ελληνικό έθνος σε κάποιον, που δε δίσταζε να μεταχειριστεί τέτοια μέσα».
Επίθεση στην Ήπειρο
Οι ιταλικές προκλήσεις ενάντια στην Ελλάδα λιγόστεψαν μετά τον τορπιλισμό της «Έλλης». Ο Χίτλερ δυσφορούσε. Και δυσφορούσε, επειδή ήθελε να ρίξει όλο το βάρος στη μάχη της Αγγλίας, ενώ για τα Βαλκάνια σχεδίαζε συνολική ρύθμιση. Ο Μουσολίνι δεν μπορούσε να παραβλέψει τον βόρειο εταίρο, πολύ περισσότερο που, για τις 27 του Σεπτέμβρη, προγραμματιζόταν (και πραγματοποιήθηκε) η υπογραφή του τριμερούς συμφώνου ανάμεσα στην Γερμανία, την Ιταλία και την Ιαπωνία. Στον στρατηγό Βισκόντι Πράσκα, όμως, είχαν δοθεί εντολές να επεξεργαστεί ένα σχέδιο εισβολής στην Ελλάδα. Και είχαν μεταφερθεί στην Αλβανία 30.000 άνδρες.
Στις 4 του Οκτώβρη, ο Χίτλερ κι ο Μουσολίνι συναντήθηκαν στα (από το 1938) γερμανοϊταλικά σύνορα, στη διάβαση Μπρένερ των Άλπεων. Συζήτησαν αναλυτικά για το τι πρέπει να γίνει με την Ελλάδα. Ο Χίτλερ προτιμούσε διπλωματική πίεση και κατάληψη της Κρήτης. Επέμενε σε μια συνολική ρύθμιση που θα περιλάμβανε και την Γιουγκοσλαβία. Και λησμόνησε να πει στον Μουσολίνι τα σχέδιά του για τη Ρουμανία. Ο ντούτσε τα έμαθε από το ραδιόφωνο στις 7 του Οκτώβρη: Η Ρουμανία κυριεύτηκε «για να προστατευτούν τα πετρέλαιά της από τους Άγγλους». Εξοργίστηκε. Ο στρατηγός Βισκόντι Πράσκα ειδοποιήθηκε να βρίσκεται στη Ρώμη στις 14 του Οκτώβρη. Εκεί, έμαθε πως θα μετείχε σε σύσκεψη στο ιδιαίτερο γραφείο του Μουσολίνι την επομένη, 15 του Οκτώβρη. Βρήκε να τον περιμένουν ο ντούτσε, ο υπουργός Εξωτερικών, κόμης Γκαλεάτσο Τσιάνο, ο στρατάρχης Πέτρος Μπαντόλιο κι όλοι οι στρατηγοί του επιτελείου. Ανέπτυξε το σχέδιό του, «Εμεργκέντσα Γκ.»: Εκατό χιλιάδες άνδρες θα ρίχνονταν στα ελληνοαλβανικά σύνορα ταυτόχρονα με μιαν επίθεση των Βουλγάρων στη Μακεδονία, ενώ η μεραρχία Μπάρι θα έκανε απόβαση στην Κέρκυρα και θα κυρίευε διαδοχικά Κεφαλληνία και Ζάκυνθο. Το σχέδιο εγκρίθηκε, ο Τσιάνο ανέλαβε να στήσει την αφορμή κι ο Μουσολίνι έστειλε γράμμα στον βασιλιά Βόρι της Βουλγαρίας. Ημέρα Χ ορίστηκε η 26η του Οκτώβρη. Λίγες μέρες αργότερα, αναβλήθηκε για τις 28, επειδή καθυστερούσε η προώθηση των ανδρών στα σύνορα.
Η πρώτη απογοήτευση για τον Μουσολίνι ήρθε από τον βασιλιά της Βουλγαρίας: Πολύ θα ήθελε λίγη Μακεδονία αλλά φοβόταν πιθανή επέμβαση της Τουρκίας. Ο Μουσολίνι αποφάσισε να προχωρήσει χωρίς αυτόν. Στις 22 του Οκτώβρη, ο Τσιάνο άρχισε να συντάσσει το τελεσίγραφο. Στις 23, ο Έλληνας πρεσβευτής στη Ρώμη ειδοποίησε την Αθήνα πως οι Ιταλοί σκόπευαν να επιτεθούν ανάμεσα στις 25 και στις 28 του μήνα. Στις 24, ένα στημένο επεισόδιο έγινε στους Αγίους Σαράντα: Η αφορμή, που ο Τσιάνο είχε υποσχεθεί. Στις 25, έφτασε στην Αθήνα ο Αντόνιο Πουτσίνι για την πρεμιέρα στο Εθνικό θέατρο της «Μαντάμ Μπατερφλάι» του διάσημου πατέρα του, Τζιάκομο. Στις 26, ο πρεσβευτής της Ιταλίας στην Ελλάδα έδινε δεξίωση στην πρεσβεία «με σκοπό τη σύσφιγξη των ελληνοϊταλικών σχέσεων και την καλλιτεχνική συνεργασία», ενώ την ίδια ώρα άνθρωποί του αποκρυπτογραφούσαν το ιταλικό τελεσίγραφο. Στις 27, η μεραρχία Μπάρι επιβιβάστηκε στα οπλιταγωγά, που δεν απέπλευσαν, επειδή υπήρχε θαλασσοταραχή. Η απόβαση στην Κέρκυρα αναβλήθηκε για τη 1 του Νοέμβρη, οπότε ματαιώθηκε οριστικά.
Στις 3 τα ξημερώματα, 28 Οκτώβρη του 1940, ο Ιταλός πρεσβευτής επέδωσε το τελεσίγραφο. Λίγο αργότερα, οι ιταλικές δυνάμεις ξεκίνησαν την εισβολή. Οι πρώτες κανονιές πήγαν στον βρόντο: Έβρεχε κατακλυσμιαία στα σύνορα κι οι σκοποί τις νόμισαν για βροντές κι αστραπές.
Το ιταλικό φιάσκο
Ο Μουσολίνι είχε κάθε λόγο να είναι σίγουρος για τη νίκη, όταν εκδηλώθηκε η ιταλική επίθεση στην Ήπειρο. Οι δυνάμεις του είχαν κυριεύσει την βρετανική Σομαλία, απειλούσαν το βρετανικό Σουδάν, προέλαυναν στη Λιβύη και στρίμωχναν τους Βρετανούς στη Μάρσα Ματρούχ, στην Αίγυπτο. Στην Αλβανία, 100.000 άνδρες, 135 πυροβολαρχίες, 150 άρματα μάχης, 18 ίλες ιππικού, άγνωστος αριθμός Αλβανών ατάκτων και 400 αεροπλάνα είχαν απέναντί τους όχι τους πάνοπλους Άγγλους αλλά 35.000 Έλληνες με την επιστράτευση σε εξέλιξη, όταν άρχισε η εισβολή, και με 40 πυροβολαρχίες. Τα συνολικά 140 ελληνικά αεροπλάνα έπρεπε να καλύπτουν ολόκληρη τη χώρα. Κι απέναντι στον ιταλικό στόλο η Ελλάδα παρέτασσε 16 σκάφη, από τα οποία το ένα ήταν ο βραδυκίνητος παλιωμένος «Αβέρωφ». Κι από τα οκτώ αντιτορπιλικά, τα μισά είχαν φάει τα ψωμιά τους, ενώ και τα έξι υποβρύχια έπρεπε να βρίσκονται στα μουσεία.
Την πρώτη μέρα, οι Ιταλοί προχώρησαν, καθώς οι άνδρες των φυλακίων της προκάλυψης αποσύρονταν στη γραμμή άμυνας που είχε καθορίσει η μεραρχία. Ο στρατηγός Βισκόντι Πράσκα σκόπευε να δράσει κεραυνοβόλα περνώντας από το Καλπάκι, βόρεια από τα Γιάννενα. Μόνο που το Καλπάκι είχε διαλέξει και η ελληνική μεραρχία ως την πιο κατάλληλη θέση για να αποκρούσει τον εχθρό. Τη νύχτα 29 προς 30 του Οκτώβρη, όλα τα ελληνικά τμήματα είχαν μπει στην ορισμένη από πριν γραμμή άμυνας. Όταν ξημέρωσε, οι Ιταλοί σκάλωσαν. Καμουφλαρισμένες πυροβολαρχίες χτυπούσαν «όχι ιδιαίτερα πυκνά αλλά με μεγάλη ευστοχία», όπως σημείωσε ο Πράσκα. Η κύρια προσπάθεια των Ιταλών έγινε στις 31 του Οκτώβρη. Σκάλωσαν γι’ άλλη μια φορά. Σε πλάτος 260 χμ., το μέτωπο άντεξε. Και ξαφνικά, στην αλβανική παραλία όπου οι Ιταλοί αποβιβάζονταν ήσυχοι, παρουσιάστηκαν δυο αντιτορπιλικά. Το «Σπέτσαι» και το «Ψαρά». Ύψωσαν ελληνική σημαία κι άρχισαν να βομβαρδίζουν. Ο βομβαρδισμός κράτησε μιάμιση ώρα. Μετά, πάντα σημαιοστολισμένα, τα ελληνικά πλοία αποχώρησαν ανενόχλητα. Την επομένη, 1η του Νοέμβρη, ο Μουσολίνι αποφάσιζε ν’ αναβάλει την απόβαση στην Κέρκυρα. Η μεραρχία Μπάρι διατάχτηκε να πάει στην Πίνδο. Η γενική επίθεση των Ιταλών προσδιορίστηκε για τις 2 του μήνα. Αποκρούστηκε, όπως θα αποκρουόταν και η νέα γενική επίθεση, στις 4 του Νοέμβρη. Στις 8, ο Μουσολίνι αντικατέστησε τον Πράσκα.
Ζυμώσεις στον Βορρά
Το μέτωπο στα ελληνοαλβανικά σύνορα δεν ήταν το μοναδικό πρόβλημα της φασιστικής Ιταλίας, στα τέλη του 1940. Στις 9 του Δεκέμβρη, μια αγγλική αντεπίθεση ξέσπασε στην Βόρεια Αφρική και σάρωσε τις ιταλικές στρατιές παρασέρνοντάς τες δυτικά. Οι Άγγλοι έφτασαν να κυριεύσουν και την Βεγγάζη, ενώ ο Μουσολίνι έπαψε να υπολογίζει σε 170.000 στρατιώτες του, που αχρηστεύτηκαν. Τον ίδιο καιρό, η αγγλική διπλωματία προσπαθούσε να στήσει ένα αντιγερμανικό μέτωπο στα Βαλκάνια αλλά η τουρκική απάθεια της χαλούσε τα σχέδια. Δεμένη με συνθήκες, η Τουρκία ήταν υποχρεωμένη να υποστηρίξει την Ελλάδα αρχικά και την Γιουγκοσλαβία στη συνέχεια. Όμως, η τουρκική ηγεσία ακολουθούσε πολιτική ύποπτης ουδετερότητας, καθώς από την δική της πλευρά εκδηλωνόταν πιο πιεστικά η σοβιετογερμανική διείσδυση στα Βαλκάνια. Η ναζιστική απειλή απλωνόταν μεθοδικά στην γραμμή Ουγγαρία - Ρουμανία - Βουλγαρία. Ο νόμος για τον «δανεισμό και την εκμίσθωση» (ουσιαστικά, εφοδιασμός όσων πολεμούσαν ενάντια στον άξονα) που οι Ηνωμένες Πολιτείες ψήφισαν (11 Μάρτη του 1941), αποδείχτηκε το οπλοστάσιο της δημοκρατίας αλλά για τα Βαλκάνια ήταν πολύ αργά.
Το ολοκληρωτικό καθεστώς της Ουγγαρίας είχε κάνει στροφή προς τον Χίτλερ από το 1939. Στις 20 Νοέμβρη του 1940, η χώρα προσχώρησε στο Τριμερές Σύμφωνο (Γερμανίας, Ιταλίας, Ιαπωνίας), ενώ στις 12 του Δεκέμβρη υπέγραψε σύμφωνο φιλίας με την Γιουγκοσλαβία. Αργά, ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας, Τελέκι, κατάλαβε ότι είχε χρησιμοποιηθεί από τους ναζί σαν πιόνι. Αυτοκτόνησε στις 4 Απρίλη του 1941, μη θέλοντας να συνεργήσει σε μια επίθεση κατά της Γιουγκοσλαβίας. Μάλλον έτσι διευκόλυνε την κατάσταση. Οι ουγγρικές δυνάμεις μπήκαν στην Γιουγκοσλαβία από τα δυτικά, στις 11 του Απρίλη, και καρπώθηκαν μερικές επαρχίες της. Ως δορυφόρος του άξονα, η Ουγγαρία θ’ ακολουθούσε την Γερμανία στην κήρυξη του πολέμου κατά της Σοβιετικής Ένωσης και θα έστελνε δυνάμεις της στο ανατολικό μέτωπο.
Η ναζιστική ομπρέλα
Η μοίρα της Ρουμανίας είχε αποφασιστεί τον Αύγουστο του 1939, όταν υπογράφτηκε το γερμανοσοβιετικό σύμφωνο. Τότε, η Γερμανία είχε δηλώσει ότι αδιαφορεί για την Βεσαραβία. Προηγήθηκε η βασιλική δικτατορία του Καρόλου (20 Φλεβάρη του 1939) κι ακολούθησε η δολοφονία του πρωθυπουργού Καλινέσκο (21 Σεπτέμβρη του 1939) από μέλη της διαλυμένης «Σιδερένιας Φρουράς». Η Σοβιετική Ένωση ζήτησε (28 Ιουνίου του 1940) και κατέλαβε (2 του Ιουλίου) την Βεσαραβία και την Βόρεια Βουκοβίνα. Η νέα κυβέρνηση (Ζιγκούρτου) προσέφυγε (4 του Ιουλίου) στην διαιτησία Γερμανών και Ιταλών για την διευθέτηση των συνόρων της με την Ουγγαρία και είδε τη Ρουμανία να χάνει τα δύο τρίτα της Τρανσυλβανίας.
Προσκολλημένος στον άξονα κι απατημένος, ο βασιλιάς Κάρολος παραιτήθηκε στις 6 του Σεπτέμβρη υπέρ του γιου του, Μιχαήλ. Το στέλεχος της «Σιδερένιας Φρουράς» Ίον Αντονέσκου (1882 - 1946) ανέλαβε νέος πρωθυπουργός για να παραδώσει την επομένη (7 του Σεπτέμβρη) τη Νότια Δοβρουτσά στην «φίλη Βουλγαρία». Μέσα σε δυο μήνες, η συρρίκνωση της Ρουμανίας είχε συντελεστεί. Στις 12 Σεπτέμβρη του 1940, ο Αντονέσκου υποδεχόταν τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής, που κυρίευαν ό,τι απέμεινε από τη χώρα για να το προφυλάξουν από τους κακούς Βρετανούς. Στις 23 του Νοέμβρη, η Ρουμανία προσχώρησε στο Τριμερές Σύμφωνο, ενώ στις 26 δολοφονούνταν 64 προσωπικότητες που είχαν αντιρρήσεις στην πολιτική του Αντονέσκου. Το «νέο ρουμανικό κράτος» της βίας, του αίματος και του τρόμου εγκαινιάστηκε στις 28 Γενάρη του 1941. Στις 23 του Ιουνίου, κήρυσσε τον πόλεμο κατά της Σοβιετικής Ένωσης.
Η επίσημη στροφή της Βουλγαρίας προς τον άξονα συντελέστηκε τον Φλεβάρη του 1940 (από τον πρωθυπουργό Φίλοφ) και της προσπόρισε τη Νότια Δοβρουτσά (7 του Σεπτέμβρη), ενώ η χώρα παρέμενε ουδέτερη στα χαρτιά. Η συνάντηση του Χίτλερ με τον βασιλιά Βόρι (17 Νοέμβρη του 1940) δεν την εμπόδισε να υπογράψει σύμφωνο φιλίας και μη επίθεσης με την Τουρκία (17 Φλεβάρη του 1941). Η Βουλγαρία προσχώρησε στο Τριμερές Σύμφωνο την 1η Μάρτη του 1941. Την επομένη (2 του μήνα), τα γερμανικά στρατεύματα έμπαιναν στη χώρα, παρά τις διαμαρτυρίες της Σοβιετικής Ένωσης.
Μεθοδικά και χωρίς να πέσει τουφεκιά, από τις αρχές Μάρτη του 1941 η χιτλερική Γερμανία ακουμπούσε τα σύνορα Γιουγκοσλαβίας, Ελλάδας και Τουρκίας. Κι αυτό έκανε ακόμα και τον Μουσολίνι να αγωνιά και να βιάζεται για μια νίκη. Ως τότε, είχε υποστεί πολλά.
Η ελληνική αντεπίθεση
Στις αρχές Νοέμβρη του 1940, οι Ιταλοί βρίσκονταν μέσα στο ελληνικό έδαφος στην Ήπειρο αλλά μπροστά από τη γραμμή της ελληνικής άμυνας. Η γενική τους επίθεση (4 του Νοέμβρη) απέφερε τη διάσπαση του ελληνικού μετώπου στην παραλία. Δεν προχώρησαν όμως, καθώς η γραμμή Καλπάκι - Γραμπάλα αντιστεκόταν σθεναρά. Νέα γενική επίθεση, στις 7 του μήνα, έβαλε κύριο στόχο το Καλπάκι και τη Γραμπάλα. Αν τα έπαιρναν, θα μπορούσαν να προχωρήσουν. Το Καλπάκι άντεξε με ηρωική άμυνα. Το ύψωμα της Γραμπάλας έπεσε. Δεν πρόλαβαν να χαρούν οι Ιταλοί. Μεσάνυχτα ξέσπασε η ελληνική αντεπίθεση με την ξιφολόγχη. Όταν έφεξε 8 του μήνα, η Γραμπάλα ήταν πάλι στα χέρια των Ελλήνων. Ένα πρωινό τηλεγράφημα, την ίδια μέρα, πληροφορούσε τον στρατηγό Πράσκα πως είχε αντικατασταθεί. Δέκα μόλις μέρες μετά την ιταλική εισβολή, ο αμυντικός πόλεμος είχε τελειώσει για τους Έλληνες. Στις 12 του Νοέμβρη, το μέτωπο στην Ήπειρο ανέλαβε το Α’ Σώμα στρατού. Από τις 14, άρχισε αναγνωριστικές επιχειρήσεις. Τα σημάδια ήταν ευνοϊκά. Οι Ιταλοί έχαναν τις θέσεις τους, τη μια μετά την άλλη.
Στις 18 Νοέμβρη του 1940, η διαταγή του διοικητή της 8ης ελληνικής μεραρχίας, υποστράτηγου Κατσιμήτρου, έλεγε: «Ήλθεν η ευλογημένη υπό του θεού ημέρα κατά την οποίαν θα εκδιώξωμεν τον εχθρόν εκ του πατρίου εδάφους (...). Η μεραρχία αναλαμβάνει από σήμερον γενικήν αντεπίθεσιν εφ’ ολοκλήρου του μετώπου». Η κραυγή «Αέρα» συγκλόνισε τα ηπειρωτικά βουνά. Οι ιταλικές θέσεις ανατράπηκαν. Καθώς ξημέρωνε 19 του Νοέμβρη, οι Ιταλοί βρίσκονταν στις θέσεις που κατείχαν πριν από τις 28 του Οκτώβρη. Και πια έπρεπε να τις υπερασπιστούν. Στους Έλληνες χαμογελούσε κιόλας η Κορυτσά.
Νέα ελληνική επίθεση ξέσπασε στις 2 το μεσημέρι, 21 Νοέμβρη του 1940. Αυτή τη φορά, ο στρατός προέλαυνε μέσα στην Βόρεια Ήπειρο, στις βουνοκορφές πλάι στα αλβανογιουγκοσλαβικά σύνορα. Το πρώτο ύψωμα πάρθηκε με την ξιφολόγχη. Το ίδιο και το δεύτερο. Οι Ιταλοί το ξαναπήραν και το ξανάχασαν. Το πρώτο χιόνι εμπόδιζε την δράση. Όμως, ως τη νύχτα, ολόκληρος ο ορεινός όγκος είχε πέσει στα ελληνικά χέρια. Το σκοτάδι δεν εμπόδισε τους Έλληνες να συνεχίσουν την προέλαση. Ξημέρωμα 22 του Νοέμβρη, βρέθηκαν να έχουν μπροστά τους τον κατήφορο της πλαγιάς. Στάλθηκαν αναγνωριστικές περιπολίες. Οι Ιταλοί είχαν χαθεί. Γιουγκοσλάβοι των συνόρων έλυσαν το μυστήριο: Μια ατέλειωτη ιταλική φάλαγγα κινιόταν από την Κορυτσά προς πιο βόρεια σημεία. Υποχωρούσαν. Ο ελληνικός στρατός μπορούσε να προχωρήσει σε όλο το πλάτος του μετώπου. Χωριά και κωμοπόλεις κυριεύονταν, δίχως μάχη. Νύχτωνε, όταν στην πλαγιά, στα πόδια των Ελλήνων, φάνηκαν να λαμπυρίζουν τα φώτα της Κορυτσάς. Οι στρατιώτες διατάχτηκαν να σταματήσουν. Προχωρούσαν 27 ώρες χωρίς σταματημό. Δε γινόταν να μπουν σ’ αυτό το χάλι, στην πρώτη ελληνική πόλη της Βόρειας Ηπείρου που τύχαινε στο διάβα τους αφότου πέρασαν τα σύνορα. Θα έμπαιναν ξεκούραστοι το επόμενο πρωί. Αλλά στην Κορυτσά τους περιμένανε. Ίσως κάποιοι θα μπορούσαν να προηγηθούν. Διατάχτηκαν ένα τάγμα κι ένας λόχος να κυριεύσουν την πόλη. Ξεκίνησαν αγώνα δρόμου, ποιος θα είχε την τιμή να φτάσει πρώτος. Έφτασαν μαζί λίγο πριν από τις 6. Στην Κορυτσά, γινόταν χαλασμός. Όπως στα 1912.
Το τάγμα ανέφερε στον συνταγματάρχη. Ο συνταγματάρχης ανέφερε στη μεραρχία: «Ώραν 17.45 σήμερον το υπ’ εμέ απόσπασμα εισελθόν Κορυτσάν ελευθέρωσε ταύτην». Η μεραρχία ανέφερε στο γενικό στρατηγείο. Υπήρχαν κι άλλες αναφορές εκεί. Το ανακοινωθέν στην Αθήνα μεταδόθηκε από το ραδιόφωνο, που πανηγύριζε: «Κορυτσά, Φιλιάται, Λεσκοβίκιον ελευθερώθησαν σήμερον». Αλλά και το ιταλικό ραδιόφωνο πανηγύριζε: «Οι Έλληνες μπήκαν στην Κορυτσά. Τους αναγκάσαμε να έρθουν σε μέρος, που εμείς επιλέξαμε για να δώσουμε τη μάχη και να τους συντρίψουμε». Κανένας, όμως, δεν άκουγε ιταλικό ραδιόφωνο εκείνο το βράδυ. Στην Αθήνα, ξενυχτούσαν πανηγυρίζοντας. Στην Κορυτσά, κοιμούνταν ήρεμα: Το ξημέρωμα, 23 Νοέμβρη του 1940, όλοι ήταν στο πόδι. Και η πόλη πνιγμένη στη γαλανόλευκη. Ο ελληνικός στρατός μπήκε με βήμα παρέλασης.
Το Πόγραδετς πάρθηκε στις 30 του Νοέμβρη. Το Δελβίνο στις 5 του Δεκέμβρη. Στις 6, οι Άγιοι Σαράντα. Στις 8, το Αργυρόκαστρο. Στις 22, η Χειμάρρα. Οι Ιταλοί οχυρώνονταν στον Αυλώνα, στην παραλία, και στο Τεπελένι, πιο ανατολικά.
Η εαρινή επίθεση
Γυμνές καστανιές, δάσος ολόκληρο, σκέπαζαν τον παγωμένο λόφο, όταν έφτασε εκεί ο 29χρονος εφοριακός από τη Θεσσαλονίκη, τη νύχτα 8 Μάρτη του 1941. Έφεδρος λοχαγός και η μοίρα τον έταξε διοικητή του 9ου λόχου του 19ου συντάγματος της 1ης μεραρχίας του Β’ Σώματος στρατού. Ύψωμα 731 το όνομα του λόφου. Ευριπίδης Χρυσάφης το όνομα του 29χρονου Σαλονικιού. Το κακό ξεκίνησε στις εξήμιση το πρωί 9 του Μάρτη, όταν πενήντα ιταλικές οβίδες έπεσαν μαζεμένες πάνω στις γυμνές καστανιές. Εκατό χιλιάδες βλήματα σε όλο το μέτωπο. Ήταν η αρχή. Δεκαεπτά ημέρες αργότερα, στις 26 του Μάρτη, ο έφεδρος Ευριπίδης Χρυσάφης ζητούσε να αντικατασταθεί. Το ύψωμα 731 είχε περάσει στον χώρο του θρύλου. Δεν υπήρχαν πια καστανιές ν’ ανθίσουν την άνοιξη, που ερχόταν. Το αίμα είχε ποτίσει βαθιά τη γη. Στην πλαγιά του, η ιταλική μεραρχία Πούλιε είχε εξοντωθεί μέσα σε τρεις μόλις μέρες. Τα πτώματα των Ιταλών χρησίμευαν για προπύργιο του ρημαγμένου λόφου. Το ύψωμα 731 έγινε το σύμβολο της ελληνικής αντοχής στα μανιασμένα κύματα της εαρινής επίθεσης του Μουσολίνι που ξεκίνησε στις 9 του Μάρτη κι έσβησε στις 25 του ίδιου μήνα.
Η μεγάλη ιταλική εαρινή επίθεση προετοιμάστηκε συστηματικά από τα μέσα του Γενάρη. Ήταν η τελευταία ελπίδα του Μουσολίνι. Σε έκθεσή του προς τον βασιλιά της Ιταλίας, έγραφε: «Οφείλουμε να έχουμε τουλάχιστο μία στρατιωτική επιτυχία, πριν ν’ αρχίσουν οι Γερμανοί την επίθεσή τους, τον Απρίλη». Στις 23 του Φλεβάρη, σε λόγο του στη Ρώμη, έλεγε: «Το τελευταίο έρεισμα της Μεγάλης Βρετανίας στην Ευρώπη ήταν και είναι η Ελλάδα. Ήταν απαραίτητο να αντιμετωπίσουμε την Ελλάδα. Σε λίγο, θα έρθει η άνοιξη και επειδή η άνοιξη είναι η δική μας (δηλαδή, των φασιστών) εποχή, όλα θα μας έρθουν ρόδινα».
Στις αρχές του Μάρτη κι ενώ τα γερμανικά στρατεύματα απλώνονταν στην Βουλγαρία, έφτασε ο ίδιος στην Αλβανία για να παρακολουθήσει από κοντά τις επιχειρήσεις. Κύριος στόχος, η διάσπαση του μετώπου σε μια γραμμή έξι χιλιομέτρων από την Γκλάβα στο Μπούμπεσι. Ειδικός στόχος, το ύψωμα 731. Αν το έπαιρναν, θα προχωρούσαν. Όμως, δεν το πήραν. Την επιχείρηση είχε αναλάβει το Όγδοο ιταλικό Σώμα στρατού, που έριξε στη μάχη τέσσερις μεραρχίες και δυο τάγματα μελανοχιτώνων, κρατώντας άλλες δύο σε εφεδρεία. Απέναντί του, η 1η ελληνική μεραρχία που πολεμούσε συνεχώς χωρίς σταματημό από την αρχή της εκστρατείας. Στις 26 του Μάρτη, ο απολογισμός για τον Μουσολίνι ήταν τραγικός: Δώδεκα ιταλικές μεραρχίες με άφθονα εφόδια είχαν ριχτεί σε έξι πεινασμένες και ξεθεωμένες ελληνικές και δεν πήραν ούτε μια σπιθαμή.
Βρετανικές μπλόφες
Ουσιαστικά, ως και την γερμανική εισβολή, οι Έλληνες ήταν οι μόνοι που πολεμούσαν ενάντια στον άξονα στην Ευρώπη. Μετά την εκδήλωση της ιταλικής επίθεσης στα ελληνοαλβανικά σύνορα, οι Βρετανοί απέσπασαν από τη Βόρεια Αφρική μικρό αριθμό αεροπλάνων που τα έστειλαν στην Ελλάδα. Νηοπομπές μετέφεραν εφόδια και οπλισμό. Ο Βρετανός πρωθυπουργός, Ουίνστον Τσόρτσιλ, σημείωνε (6 Γενάρη του 1941): «Τα κατορθώματα του ελληνικού στρατού μας βοήθησαν σημαντικά. Οι Έλληνες εξέφρασαν μεγάλη ευγνωμοσύνη για την ασήμαντη αεροπορική βοήθεια που τους προσφέραμε και που ήταν το μόνο που μπορούσαμε να κάνουμε γι’ αυτούς. Αν όμως τις νίκες τους αυτές ακολουθούσε μια αποτυχία, θα αύξαιναν αμέσως τις απαιτήσεις τους». Ήταν το άλλοθι για τις αποτυχημένες συνομιλίες που θα είχε στην Αθήνα (13 του Γενάρη) ο στρατάρχης Πέρσιβαλ Ουέιβελ, αρχηγός των συμμαχικών δυνάμεων Μέσης Ανατολής.
Ο Ιωάννης Μεταξάς πέθανε στις 29 του Γενάρη. Τον διαδέχτηκε ο διοικητής της Εθνικής Τράπεζας, Αλέξανδρος Κοριζής (1885 - 1941), ενώ οι ελληνοαγγλικές διαβουλεύσεις συνεχίζονταν, καθώς τα γεγονότα έτρεχαν. Από τον Νοέμβρη του 1940, ο υπουργός Εξωτερικών της Γιουγκοσλαβίας είχε συναντήσει τον Χίτλερ με αποτέλεσμα την υπογραφή του ουγγρογιουγκοσλαβικού συμφώνου φιλίας (12 του Δεκέμβρη). Η είσοδος των Γερμανών στην Βουλγαρία (2 Μάρτη του 1941) ανάγκασε την ελληνική και την βρετανική κυβέρνηση να έρθουν σε απευθείας επαφή. Αρχές του Μάρτη, η 1η βρετανική θωρακισμένη ταξιαρχία έφτασε στην Ελλάδα, μαζί με δυο μεραρχίες, μια νεοζηλανδική και την 6η αυστραλιανή. Θα ακολουθούσαν μια πολωνική και η 7η αυστραλιανή. Ο Τσόρτσιλ σημείωνε την εποχή εκείνη: «Οι μικρές δυνάμεις που μπορούσαμε να στείλουμε δεν θα έκριναν την τύχη των Βαλκανίων. Η ελπίδα μας περιοριζόταν στο να υποκινήσουμε και να οργανώσουμε συντονισμένη δράση», με στόχο μια καθυστέρηση στην γερμανική εισβολή. Βρετανικός σκοπός: «Ένα μέτωπο που να περιλαμβάνει την Γιουγκοσλαβία, την Ελλάδα και την Τουρκία». Η Τουρκία, όμως, αρνιόταν οποιαδήποτε εμπλοκή. Και η Γιουγκοσλαβία βυθιζόταν στην αγκαλιά του Τριμερούς Συμφώνου: Στις 24 Μάρτη του 1941, ο πρωθυπουργός, Τσβέτκοβιτς, κι ο υπουργός Εξωτερικών, Μάρκοβιτς, βρέθηκαν στην Βιέννη, όπου υπέγραψαν τη συμφωνία με τον άξονα.
Κανένας δεν πρόλαβε να χαρεί ή να λυπηθεί γι’ αυτήν. Μόλις τρεις μέρες αργότερα (27 Μάρτη του 1941), ένα στρατιωτικό πραξικόπημα ανέτρεψε την κυβέρνηση των φιλοναζί. Ο αντιβασιλιάς Παύλος υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει τη χώρα. Στον θρόνο ανέβηκε ο Πέτρος Β’, γιος του δολοφονημένου Αλεξάνδρου, ενώ πρωθυπουργός ανέλαβε ο στρατηγός Σίμοβιτς. Οι εξελίξεις ήρθαν ραγδαίες. Ο λαός της Γιουγκοσλαβίας βγήκε στους δρόμους πανηγυρίζοντας, οι Ιταλοί απέσυραν δυνάμεις από το μέτωπο με τους Έλληνες για να φυλάξουν τα νώτα τους και οι Βρετανοί ονειρεύονταν κοινή ελληνογιουγκοσλαβική δράση στην Αλβανία, που θα έριχνε τους Ιταλούς στη θάλασσα. Αρχές του Απρίλη, ο αρχηγός του βρετανικού επιτελείου, στρατηγός Ντιλ, έφτασε στο Βελιγράδι και προσπάθησε να εξηγήσει το σχέδιο. Δεν τους έπεισε. Οι Γιουγκοσλάβοι ενδιαφέρονταν για την Γιουγκοσλαβία κι ο Χίτλερ δε φαινόταν ενθουσιασμένος με τη μεταπολίτευση. Το πρόβλημά τους βρισκόταν ακριβώς στις άλλες πλευρές των συνόρων: Εκεί που γειτόνευαν με Αυστρία, Ουγγαρία και Βουλγαρία. Ήρθαν σε απευθείας επαφή με τους Έλληνες.
Τη νύχτα 3 προς 4 του Απρίλη, στον σιδηροδρομικό σταθμό Κέναλι, νότια στο Μοναστήρι, ο υποστράτηγος Γιάνκοβιτς υποδεχόταν τον Έλληνα αρχιστράτηγο, Αλέξανδρο Παπάγο. Συμφώνησαν για κοινό μέτωπο προς την Βουλγαρία και για κοινή δράση στην Αλβανία από τις 12 του μήνα, οπότε πίστευαν ότι θα ήταν έτοιμοι. Ο Χίτλερ τους πρόλαβε.
Η κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας
Η αποστολή της γερμανικής αεροπορίας με στόχο το Βελιγράδι έφερε την κωδική ονομασία «Επιχείρηση Τιμωρία». Ο Χίτλερ είχε πάρει εντελώς προσωπικά την πολιτική αλλαγή. Η από τον αέρα επίθεση ξέσπασε τρομερή στις 6 Απρίλη του 1941, ταυτόχρονα με την εισβολή στην Γιουγκοσλαβία και την Ελλάδα. Επί τρεις ολόκληρες μέρες, τα στούκας περνούσαν ξυστά από τις στέγες των σπιτιών κι άδειαζαν τις βόμβες τους στον άμαχο πληθυσμό, δημιουργώντας κόλαση φωτιάς και ολέθρου. Πάνω από 20.000 υπολογίστηκαν οι νεκροί. Από τα βουλγαρικά σύνορα, ξεχύθηκαν οι 15 μεραρχίες του φον Λιστ κι από τα σύνορα με την Αυστρία η στρατιά του φον Βάις. Στις 7, προστέθηκαν και οι Ιταλοί του Μουσολίνι, που δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη. Την ίδια μέρα (7 του Απρίλη), ο φον Λιστ έπαιρνε τα Σκόπια και συνέχιζε ακάθεκτος για το Μοναστήρι. Τα πήρε στις 13 του μήνα. Στην πολύπαθη χώρα μπήκαν και οι Ούγγροι (από τις 11 του Απρίλη): Αυτοί, έπρεπε να προστατεύσουν τη μειονότητα.
Η γιουγκοσλαβική αντίσταση στον Βορρά ήταν ηρωική αλλά μάταιη. Οι στρατοί τριών κρατών τους απωθούσαν, ενώ η αεροπορία διέλυε τις επικοινωνίες και ο φον Λιστ αποδιοργάνωνε τα μετόπισθεν στον Νότο. Η στρατιά του φον Βάις κατέβαινε από την κοιλάδα του Μοράβα. Πήρε τη Νίσα στις 9 του Απρίλη. Στις 10 του μήνα, μπήκε στο Ζάγκρεμπ. Οι Κροάτες βρήκαν την ώρα να κηρύξουν την ανεξαρτησία τους. Στις 13, έπεσε και το Βελιγράδι. Ο αγώνας συνεχίστηκε άνισος. Στις 17 Απρίλη του 1941, ο βασιλιάς Πέτρος εγκατέλειπε τη χώρα που παραδινόταν «άνευ όρων». Στα χαρτιά. Γιατί, από την ίδια εκείνη ημέρα, χιλιάδες αξιωματικοί και στρατιώτες κατέφευγαν στα βουνά μαζί με τον οπλισμό τους. Ετοιμαζόταν η αντίσταση των παρτιζάνων.
Εισβολή στην Ελλάδα
Χαράματα, 6 Απρίλη του 1941, πάνω από τα οχυρά των ελληνοβουλγαρικών συνόρων, ο ουρανός ξερνούσε φωτιά: 800 στούκας με σειρήνες που έσπαζαν το ηθικό και καυτό μολύβι που σκόρπιζε τον θάνατο έκαναν κάθετες εφορμήσεις πάνω στα οχυρά της γραμμής Μεταξά. Τρεις γερμανικές μεραρχίες ξεχύνονταν να καταλάβουν το οχυρό του Ρούπελ. Τανκς σκαρφάλωναν στην πλαγιά. Το δάσος του Μπέλες καιγόταν. Στο φυλάκιο προκάλυψης 162, όλοι οι υπερασπιστές σκοτώθηκαν ως το μεσημέρι. Στο πολυβολείο Π - 9, ο λοχίας Δημήτρης Ίντζος ξόδεψε ως τις επτάμιση τη νύχτα και τα 33.000 φυσίγγια που διέθετε. Δεν είχε πια, με τι να πολεμήσει. Ο Γερμανός διοικητής του έδωσε συγχαρητήρια για την ανδρεία του. Και τον εκτέλεσε για τη ζημιά που του έκανε...
Χαράματα, 6 του Απρίλη του 1941, το τηλέφωνο χτυπούσε στο σπίτι του πρωθυπουργού Αλέξανδρου Κοριζή. Ο πρεσβευτής της Γερμανίας, 'Ερμπαχ φον Σέμπεργκ, ζήτησε να τον δει επειγόντως. Το ραντεβού κλείστηκε για τις 5.15'. Η ατέλειωτη σε έκταση διακοίνωση που ο φον Σέμπεργκ ενεχείρισε, σήμαινε ότι ο Χίτλερ κήρυσσε τον πόλεμο κατά της Ελλάδας με το επιχείρημα ότι στο έδαφός της στάθμευαν αγγλικά στρατεύματα. Η χώρα βρισκόταν σε πόλεμο με τους δυο μεγαλύτερους στρατούς στον κόσμο. Και οι Άγγλοι βρίσκονταν 50 χιλιόμετρα πίσω από τη γραμμή του μετώπου.
Η επίθεση στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα εκδηλώθηκε ταυτόχρονα με τη γερμανική εισβολή στη Γιουγκοσλαβία. Οι τρεις μεραρχίες που έκαναν επίθεση στον Νέστο, υποχρεώθηκαν να σταματήσουν. Στο στενό του Ρούπελ, η 5η ορεινή μεραρχία γνώρισε αιματηρή αποτυχία και η 6η προχώρησε με κόπο πάνω στις κορυφογραμμές, δυτικά του Στρυμόνα. Επί τρεις ημέρες, σφοδρές επιθέσεις από την ξηρά κι από τον αέρα διαδέχονταν η μια την άλλη στη γραμμή Μεταξά, που δε διασπάστηκε σε κανένα σημείο. Τρία μερόνυχτα πολέμου ήταν αρκετά για τους Γερμανούς να κατανοήσουν, για ποιον λόγο νικήθηκαν οι Ιταλοί στην Αλβανία. Στούκας, τανκς, πυροβολαρχίες και πεζικό σφυροκοπούσαν νύχτα μέρα τα οχυρά. Τα κύματα των επιθέσεων αποκρούονταν. Σε μερικά σημεία, κατάφεραν να μπουν στις στοές. Κανένας τους δε βγήκε ζωντανός. Καθώς τα στούκας εφορμούσαν κάθετα, κάποιοι Έλληνες βγήκαν ακάλυπτοι από τα οχυρά και τα σημάδευαν με τα τουφέκια. Οι πιλότοι γελούσαν. Όμως, οι τρελοί στο έδαφος δεν πυροβολούσαν τα αεροπλάνα. Όταν τα στούκας περνούσαν ξυστά στο έδαφος, σημάδευαν τους πιλότους. Μερικοί τσακίστηκαν στα υψώματα.
Οι Γερμανοί βρήκαν τη λύση περνώντας μέσα από τη Γιουγκοσλαβία, που κατέρρεε. Η 2η μεραρχία πάντσερ πέρασε τα σύνορα κι έφτασε στην Θεσσαλονίκη (8 του Απρίλη). Στα οχυρά πολεμούσαν ακόμη. Η διαταγή να σταματήσουν έφτασε την άλλη μέρα. Οι εισβολείς αντίκριζαν έκπληκτοι τους μαχητές να βγαίνουν από τις στοές τσακισμένοι. Στους Παλιουριώνες, ο Γερμανός συνταγματάρχης παρέταξε (τιμητικό απόσπασμα) ένα ολόκληρο τάγμα και κάλεσε τον Έλληνα διοικητή να το επιθεωρήσει. Στο Ρούπελ, ο Γερμανός διοικητής, μετά τα συγχαρητήρια για την άμυνα, δήλωσε πως είναι τιμή και περηφάνια για τους Γερμανούς να έχουν τέτοιους αντιπάλους. Ο στρατηγός Πάουλ Χάσε έγραψε άρθρο με τίτλο «Οι γενναίοι Έλληνες» και ο στρατάρχης φον Λιστ, στην ημερήσια διαταγή του, ανάφερε: «Οι Έλληνες υπερασπίστηκαν την πατρίδα τους γενναία». Ο ίδιος ο Χίτλερ, σε λόγο του στο Ράιχσταγ (4 Μάη του 1941), παραδέχτηκε: «Η ιστορική δικαιοσύνη με υποχρεώνει να διαπιστώσω πως, απ’ όλους τους αντιπάλους που αντιμετωπίσαμε, ο Έλληνας στρατιώτης ιδίως, επολέμησε με ύψιστο ηρωισμό και αυτοθυσία. Είναι ο μόνος στρατός, που άντεξε στα στούκας».
Η σύμπτυξη του στρατού στο αλβανικό μέτωπο ξεκίνησε στις 13 του Απρίλη. Την επομένη (14 του μήνα) και καθώς το μέτωπο κατέρρεε, αυτοκτόνησε ο πρωθυπουργός, Αλέξανδρος Κοριζής. Η συνθηκολόγηση υπογράφτηκε στη Λάρισα στις 21 Απρίλη του 1941. Η τελετή ξανάγινε στην Θεσσαλονίκη, στις 24 του μήνα, έπειτα από απαίτηση του Μουσολίνι να παρίστανται και Ιταλοί στην παράδοση. Την ίδια μέρα, ο βασιλιάς και η κυβέρνηση αποχωρούσαν από την ελληνική πρωτεύουσα. Η απαγκίστρωση των Βρετανών πραγματοποιήθηκε αιματηρή από τις 21 ως τις 29 του μήνα, καθώς βυθίστηκαν 26 πλοία γεμάτα στρατιώτες. Τα πέντε από αυτά ήταν νοσοκομειακά.
Οι Γερμανοί μπήκαν στην Αθήνα στις 27 Απρίλη του 1941.
Η μάχη της Κρήτης
«Ήταν υπέροχο το θέαμα να βλέπει κάποιος τους χωρικούς της Κρήτης να έρχονται σε μας και να εκλιπαρούν να τους δώσουμε όπλα», γράφει στην έκθεσή του με θαυμασμό ο Βρετανός ταξίαρχος Τζον Σόλσμπερι. Όπλα, όμως, δεν υπήρχαν και οι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές είχαν κιόλας γαντζωθεί στην πόλη και τα περίχωρα του Ηρακλείου. Κι ο θαυμασμός των Άγγλων έγινε απέραντη έκπληξη καθώς είδαν Κρητικούς με πολιτικά και με τέλεια οπλοπολυβόλα να μπαίνουν στη μάχη και να ξεκαθαρίζουν τις γερμανικές φωλιές τη μια μετά την άλλη. Πού είχαν βρει τα όπλα; Η απάντηση εξουθενωτική στην απλότητά της: «Αφού οι Άγγλοι δεν είχαν να μας δώσουν, τα πήραμε από τους Γερμανούς». Ο δημοσιογράφος Κρίστοφερ Μπάκλεϊ μετέδιδε: «Γέροι, παιδιά, γυναίκες πολεμούν με μαχαίρια, σανίδες και πανάρχαια όπλα, που οι πρόγονοί τους πρέπει να είχαν χρησιμοποιήσει κατά των Τούρκων». Κι ο Βρετανός στρατηγός Φράιμπεργκ αναφέρει: «Ολόκληρος ο πληθυσμός της Κρήτης ήθελε να πολεμήσει. Δυο πλήρεις μεραρχίες θα μπορούσαμε να σχηματίσουμε, αν είχαμε καιρό. Δεν έχω γι’ αυτό καμιά αμφιβολία».
Ήταν από τις σπάνιες φορές που ο Χίτλερ παρουσιαζόταν πιο συνετός από τους στρατηγούς του. Με κανέναν τρόπο δεν ήθελε εκείνη τη στιγμή να ρισκάρει επίθεση στην Κρήτη. Ήταν αήττητος στη στεριά και στον αέρα αλλά για την Κρήτη χρειαζόταν πλοία. Ο βρετανικός στόλος μόλις είχε καταστρέψει τους Ιταλούς στο Ταίναρο, ενώ το «Βίσμαρκ» συγκλόνιζε τον κόσμο με την περιπέτειά του στα νερά του Ατλαντικού (βυθίστηκε στις 28 του Μάη). Ο δημιουργός του σώματος των αλεξιπτωτιστών και διοικητής του, στρατηγός Κουρτ φον Στούντεντ, επέμενε: «Θα πάρω το νησί σε μια βδομάδα με ελάχιστες απώλειες». Ο Χίτλερ πείσθηκε. Ο Στούντεντ ήταν ενθουσιασμένος. Δεν ήξερε ότι μόλις είχε υπογράψει την καταδίκη των αλεξιπτωτιστών ως μέσου εισβολής. Του το είπε ο ίδιος ο Χίτλερ στις 19 Ιουλίου του 1941: «Η Κρήτη απέδειξε πως οι αλεξιπτωτιστές ανήκουν στο παρελθόν».
Το όγδοο αεροπορικό σώμα υπό τον στρατηγό φον Ριτχόφεν ανέλαβε την επιχείρηση: 228 βομβαρδιστικά, 205 στούκας, 119 καταδιωκτικά και 104 μαχητικά η δύναμη κρούσης. Και 520 U-52 για τη μεταφορά των 14.000 αλεξιπτωτιστών και των 8.000 αντρών της 5ης ορεινής μεραρχίας. Στόχος τα αεροδρόμια του Μάλεμε στα Χανιά, του Ηρακλείου και του Ρεθύμνου. Κι ακόμη, στην πρώτη προτεραιότητα τα ίδια τα Χανιά. Ο βομβαρδισμός για την προετοιμασία του εδάφους κράτησε μια πλήρη βδομάδα. Στις 7.05’ το πρωί της 20ής του Μάη, 493 γερμανικά αεροπλάνα ξεκίνησαν τη μάχη της Κρήτης. Επέστρεψαν στις βάσεις τους 486 και οι πιλότοι ήταν ενθουσιασμένοι: Σχεδόν καμιά αντίσταση. Η εβδομάδα, που είπε ο φον Στούντεντ στον Χίτλερ, φαινόταν υπερβολικός χρόνος. Δεν είχαν, όμως, την ίδια γνώμη και οι αλεξιπτωτιστές που έπεσαν στο νησί. Η υποδοχή, που τους επιφυλάχτηκε, ήταν άγρια. Ελάχιστοι έμεναν ζωντανοί.
Η νύχτα της 20ής του Μάη βρήκε τον φον Στούντεντ σε αμηχανία: Κανένας από τους αντικειμενικούς στόχους της πρώτης μέρας δεν είχε επιτευχθεί. Κινδύνευε να πέσει σε δυσμένεια. Το πρωί, έδωσε τη διαταγή στα U-52: Προσγειωθείτε στο Μάλεμε. Έστελνε τους άντρες του στη σφαγή. Τα αεροπλάνα διαλύονταν από τα πυρά των αμυνομένων καθώς προσπαθούσαν να προσγειωθούν μέσα σε κόλαση φωτιάς. Μερικά, τα κατάφεραν. Με βαριές απώλειες, άντρες του 100ού ορεινού συντάγματος μπόρεσαν να βγουν από τα αεροπλάνα και να καλυφτούν: Σχεδόν ένα τάγμα. Ως τη νύχτα, το αεροδρόμιο του Μάλεμε είχε πέσει στα χέρια των Γερμανών. Η αποτυχία της βρετανικής αντεπίθεσης να το ξαναπάρει σήμανε την αρχή του τέλους...
Στην θάλασσα, ο βρετανικός στόλος κατόρθωσε να ανακόψει δυο γερμανικές νηοπομπές, που υποστηρίζονταν από ιταλικά πλοία, αλλά έπαθε μεγάλες καταστροφές από τις γερμανικές αεροπορικές επιθέσεις. Από τις 23 του μήνα, ουσιαστικά έπαψε να δρα. Και οι Γερμανοί συνέχιζαν να βγάζουν στρατό κι εφόδια στο αεροδρόμιο του Μάλεμε. Στις 26 του Μάη, οι Άγγλοι αποφάσισαν πως κάθε αντίσταση ήταν μάταιη κι οργάνωσαν τη φυγή τους από το νησί. Την ολοκλήρωσαν στις 31 του Μάη, από τα Σφακιά. Ως τότε, Άγγλοι και Γερμανοί έμαθαν ένα πρωτόγνωρο γι’ αυτούς είδος πολέμου: Άντρες, γυναίκες και παιδιά, οπλισμένοι με τσουγκράνες, αξίνες και κασμάδες, έβγαιναν στα χωράφια και περίμεναν τους επισκέπτες από τον ουρανό. Τους εξόντωναν κι αποκτούσαν τα πολυπόθητα όπλα τους. Από τους 22.000 Γερμανούς που πάτησαν το πόδι τους στο νησί, οι 6.616 σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν. Περίπου άλλοι 4.000 πνίγηκαν στην προσπάθειά τους να κάνουν απόβαση. Οι Βρετανοί έχασαν 1.742 που σκοτώθηκαν, 1.828 που πνίγηκαν, 1.747 που τραυματίστηκαν κι άλλους 11.893 που αιχμαλωτίστηκαν. Καταρρίφθηκαν 151 γερμανικά αεροπλάνα. Εννιά αγγλικά πολεμικά βυθίστηκαν, τα τρία καταδρομικά. Κι άλλα δεκαπέντε έπαθαν σοβαρές ζημιές και σχεδόν αχρηστεύτηκαν. Ανάμεσά τους, ένα αεροπλανοφόρο και τρία θωρηκτά...
«Ο ιπποτισμός και η γενναιοψυχία των ελληνικών δυνάμεων υπήρξαν υψίστου βαθμού», αναφέρει στην έκθεσή του ο ταξίαρχος Τζον Σόλσμπερι. Και συμπληρώνει: «Κι αυτό, αν και το σύνολό τους γυμνάστηκε λίγες μόνο βδομάδες, ενώ τα όπλα τους ήταν αρχέγονα και ανεπαρκή». Παρ’ όλ’ αυτά, οι Έλληνες μαχητές δεν χωρούσαν στα πλοία. Τους άφησαν, γύρω στους 10.000 άντρες, μόνους στο νησί. Οι 5.256 αιχμαλωτίστηκαν. Οι υπόλοιποι βγήκαν στα βουνά. Ελάχιστοι έφτασαν στην Αίγυπτο. Στις μάχες είχαν σκοτωθεί 58 αξιωματικοί και περίπου 400 οπλίτες. Χωρίς να λογαριάζονται οι νεκροί χωροφύλακες και τα θύματα από τον, στα χαρτιά, άμαχο πληθυσμό που πολέμησε με τα μαχαίρια και τις σανίδες. Όμως, ο Χίτλερ χρειάστηκε 56 μέρες για να πάρει την Ελλάδα. Ένα χρόνο πριν, μέσα σε 50 μέρες είχε σαρώσει Ολλανδία, Βέλγιο, Λουξεμβούργο και Γαλλία μαζί...
(τελευταία επεξεργασία, 13 Απριλίου 2021)