Ραψωδία Γ – Μενέλαος εναντίον Πάρη

Παραταγμένοι οι Τρώες ξεκίνησαν να βαδίζουν εναντίον των Αχαιών. Ο Πάρης, ανάμεσα στους πρώτους, προκαλούσε τους αντιπάλους με καυχησιές. Τον είδε ο Μενέλαος και βγήκε μπροστά να τον αντιμετωπίσει, έτοιμος να πάρει την εκδίκησή του. Όταν όμως κατάλαβε ο Πάρης ότι εναντίον του ερχόταν ο άντρας της Ωραίας Ελένης, λούφαξε. Στα γρήγορα, έκανε πίσω και χώθηκε μέσα στο πλήθος του στρατού του. Ο Έκτορας τον κατσάδιασε. Τότε ήταν που φιλοτιμήθηκε ο Πάρης και πρότεινε να μονομαχήσει με τον Μενέλαο για την καρδιά της Ελένης. Ο νικητής θα την έπαιρνε κι ο πόλεμος θα τέλειωνε.

Ο Έκτορας βγήκε μπροστά κι ανάγκασε τους Τρώες να σταματήσουν την πορεία τους προς τους Αχαιούς που έριχναν εναντίον του βέλη. Τους διέταξε να πάψουν ο Αγαμέμνονας καθώς πήρε είδηση πως κάτι ξεχωριστό συνέβαινε. Όταν όλοι στάθηκαν, ο Έκτορας βγήκε στη μέση της απόστασης που χώριζε τους δυο στρατούς και επανέλαβε τα λόγια του Πάρη. Κι «όποιος από τους δυο νικήσει και βγει πιο δυνατός, ας πάρει όλα τα πολύτιμα πράγματα και τη γυναίκα κι ας πάει στο σπίτι του* οι άλλοι πάλι ας κάνομε αγάπη και πιστούς όρκους».

Τη σιωπή που ακολούθησε, την έσπασε ο Μενέλαος που είπε ότι δέχεται την πρόκληση. Και πρότεινε να γίνουν θυσίες στους θεούς και να κληθεί ο Πρίαμος να επικυρώσει τη συμφωνία. Αχαιοί και Τρώες ξαρματώθηκαν, ενώ δυο αγγελιαφόροι στάλθηκαν να φέρουν τον Πρίαμο. Και η Ίριδα πήγε να βρει την Ελένη και να της πει ότι οι δυο άντρες, ο σύζυγος και ο εραστής, σκόπευαν να χτυπηθούν για χάρη της. Έσπευσε να παρακολουθήσει τη μονομαχία.

Πρίαμος και Ελένη συναντήθηκαν στις Σκαιές Πύλες. Η μεταξύ τους σύντομη κουβέντα έδειξε ότι εκείνη τον σεβόταν κι ότι ο Πρίαμος δεν της κρατούσε κακία για τα δεινά της Τροίας που η εκεί παρουσία της είχε προκαλέσει. Άρχισε να τη ρωτά για τους Αχαιούς. Εκείνη ξεκίνησε να λέει ό,τι γνώριζε για τον καθένα κι ο ακροατής έχει την ευκαιρία να μάθει γι’ αυτούς.

Τη συζήτηση διέκοψε ο κήρυκας που ανάγγειλε ότι όλα ήταν έτοιμα για την επικύρωση της συμφωνίας. Με τελετές και όρκους έκλεισε η συνθήκη. Ξεκίνησε η μονομαχία. Με τα δόρατα στην αρχή, με τα σπαθιά στη συνέχεα. Και, κάποια στιγμή, ο Μενέλαος μπόρεσε να κόψει την περικεφαλαία του Πάρη και να τον αρπάξει από τα μαλλιά. Ετοιμάστηκε να τον σκοτώσει αλλά μπήκε στη μέση η Αφροδίτη κι άρπαξε τον Πάρη κυριολεκτικά από του χάρου τα δόντια. Τον σκέπασε με ομίχλη και τον μετέφερε στον κοιτώνα του, ενώ μάταια ο Μενέλαος έψαχνε να τον βρει.

Στη συνέχεια, η Αφροδίτη εξανάγκασε την Ελένη να επιστρέψει στο παλάτι και να σταθεί απέναντι στον Πάρη. Του ρίχτηκε με λόγια ταπεινωτικά. Την ανάγκασε να πλαγιάσει πλάι του. Όσο εκείνοι αγκαλιάζονταν στον κοιτώνα, ο Μενέλαος αναζητούσε τον αντίπαλό του. Οι Τρώες και οι σύμμαχοί τους δεν ήξεραν πού ήταν. Ο Αγαμέμνονας απαίτησε να τηρηθούν οι συμφωνίες και να αποδοθούν στον Μενέλαο η Ελένη και τα κλοπιμαία. Οι Αχαιοί φώναζαν συμφωνώντας και οι Τρώες σώπαιναν. Και η Ελένη βρισκόταν στην αγκαλιά του Πάρη.

 

(τελευταία επεξεργασία, 6 Φεβρουαρίου 2022)