Ι. ΕΛΕΥΣΙΝΑ

Κάτοικοι: 22.790 (ο δήμος Ελευσίνας το 2011: 33.140)

Πρωτεύουσα της Δυτικής Αττικής, η Ελευσίνα είναι χτισμένη σε πεδινή, παραλιακή περιοχή που απέχει 21 χιλιόμετρα από την Αθήνα και έχει 22.790 κατοίκους. Έχει εξελιχθεί σε σημαντικό κέντρο βαριάς βιομηχανίας και το λιμάνι της παρουσιάζει ανάλογη κίνηση. Στην παραλία της δημιουργήθηκε η πρώτη ελληνική υψικάμινος (Χαλυβουργική), που δεν λειτουργεί πια. Εκεί γίνεται πλέον επεξεργασία και εμπορία σιδήρου.

Η αρχαιολογική σκαπάνη έχει φέρει στο φως ολόκληρο τον χώρο του ιερού της Δήμητρας και τμήμα της αρχαίας πόλης. Τα ευρήματα της Ελευσίνας, γλυπτά, επιγραφές, αγγεία, συγκεντρώθηκαν στο Μουσείο που χτίστηκε μέσα στον αρχαιολογικό χώρο. Μεταξύ των εκθεμάτων συγκαταλέγεται και το άγαλμα του Αντίνοου.

Τηλέφωνα: Αστυνομία 210.80.12.544. Δήμος 210.80.82.184. Ταξί 210.80.14.867, 210.80.13.931, 210.80.12.270. Ραδιοταξί 210.80.14.000, 210.80.84.000, 210.61.27.600, 210.80.55.000.

 

                                           Η ιστορία της Ελευσίνας

 

Η Μητέρα Γη:

Η ανάδειξη της Δήμητρας ως θεάς χάνεται στα βάθη των σκοτεινών αιώνων, από τους οποίους ελάχιστες ειδήσεις έχουμε. Πολλοί την ταυτίζουν με την Ίσιδα της Αιγύπτου, απ’ όπου θεωρούν ότι απλώθηκε η λατρεία της. Στοιχεία της, όμως, μπορούν να αναγνωριστούν και στη βαβυλωνιακή μυθολογία. Το όνομά της (Δημήτηρ) σημαίνει Γη Μητέρα και τα σιτηρά ονομάστηκαν δημητριακά, επειδή τους παρείχε την προστασία της η θεά. Ήταν η προσωποποίηση της γης και των παραγωγικών δυνάμεων της φύσης και οι δοξασίες γι’ αυτήν συμβόλιζαν το αιώνιο παιχνίδι της ζωής και του θανάτου. Σύμβολά της ήταν τα λευκά τρυγόνια και οι γερανοί από τα πουλιά, όλα τα καρποφόρα δέντρα, τα στάχυα, ο κρόκος, ο νάρκισσος, η μυρτιά, ο ασφόδελος και, από τα ψάρια, το μπαρμπούνι. Στην εποχή της σποράς, το φθινόπωρο, σε ολόκληρη τη χώρα γιόρταζαν προς τιμή της και προς τιμή της κόρης της, Περσεφόνης, τα Θεσμοφόρια. Οι γιορτές κρατούσαν τρεις ημέρες με συμμετοχή μόνο παντρεμένων γυναικών, που έκαναν μαγικά για να έχει γονιμότητα η γη. Την πρώτη μέρα γινόταν η πομπή, τη δεύτερη ακολουθούσε νηστεία, ενώ η τρίτη κατέληγε σε οργιαστικό γλέντι.

Στην ελληνική μυθολογία, η Δήμητρα ήταν κι αυτή κόρη του Κρόνου, που την κατάπιε, όπως έκανε και με τα άλλα της αδέρφια. Ξανάδε το φως του κόσμου, όταν επικράτησε ο Δίας που ήταν και ο πρώτος της άνδρας. Κατά τη συνήθειά του, ο θεός μεταμορφώθηκε σε ταύρο για να την πλησιάσει. Από την ένωσή τους γεννήθηκε η Περσεφόνη, η κατοπινή γυναίκα του Άδη.

 

Μετατρέποντας τον τάφο σε πλούτο:

Στη λαϊκή πίστη των αρχαίων, ο Άδης είναι ο μοναδικός θεός, που, με την πάροδο του χρόνου, άλλαξε όνομα και όψη αλλά και αντικείμενο, καθώς, από τη φοβερή μορφή του τιμωρού βασιλιά των σκοταδιών έφτασε να μοιάζει στα χαρακτηριστικά του με τον Δία, να ονομαστεί Πλούτων και να μετατραπεί στον υποχθόνιο θεό, που πρόσφερε στους ανθρώπους τα πλούτη της γης. Βοήθησε σ’ αυτό και η γυναίκα του η Περσεφόνη, κόρη της Δήμητρας, της θεάς που προσωποποιούσε την παραγωγικότητα της γης.

Η Περσεφόνη ή Κόρη βρισκόταν μια μέρα στους αγρούς και μάζευε λουλούδια μαζί με τις Ωκεανίδες φίλες της. Ο Άδης την ερωτεύτηκε αλλά δεν μπορούσε να παραβλέψει πως η νεαρή ήταν κόρη του αδερφού του. Πήγε, λοιπόν, και ζήτησε την άδεια από τον Δία να την παντρευτεί. Ο αρχηγός των θεών συγκατένευσε και η Γη βοήθησε ώστε να γεννηθεί ένας βλαστός με εκατό πανέμορφα λουλούδια. Η Περσεφόνη μαγεύτηκε και πλησίασε να χαρεί τα άνθη από κοντά. Όμως, ο βλαστός άνοιξε κι από μέσα ξεπετάχτηκε ο Άδης με τ’ άλογά του, την άρπαξε στο χρυσό του άρμα και την οδήγησε στο παλάτι του. Μάταια φώναζε η Περσεφόνη, μάταια φώναζαν και οι Ωκεανίδες. Κανένας δεν ερχόταν να βοηθήσει. Με τον καιρό, η Περσεφόνη αποδέχτηκε τον άντρα της αλλά, πάνω στη γη, η μητέρα της έψαχνε απεγνωσμένα να τη βρει.

Την ώρα που ο θεός του Κάτω Κόσμου ορμούσε από τη γη στο υποχθόνιο βασίλειό του, η Περσεφόνη πρόλαβε κι έβγαλε μια μεγάλη κραυγή, που η Δήμητρα άκουσε κι έσπευσε να τη βοηθήσει. Δεν τη βρήκε, όμως, πουθενά. Άρχισε να την ψάχνει παντού αλλά μάταια. Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, είχε και τον άλλο της αδερφό, τον Ποσειδώνα, να την κυνηγά. Απελπισμένη, μεταμορφώθηκε σε φοράδα και χώθηκε σ’ ένα κοπάδι για να τον αποφύγει. Ο θεός της θάλασσας μεταμορφώθηκε σε άλογο και την πρόλαβε. Γεννήθηκαν, έτσι, ένα κορίτσι που κανένας δεν επιτρεπόταν να προφέρει το όνομά του κι ένα άλογο με ανθρώπινη λαλιά και λογικό, ο Αρίωνας.

 

Πρόσφυγας στην Ελευσίνα:

Εννιά μέρες κι εννιά νύχτες έψαχνε η Δήμητρα την κόρη της Περσεφόνη, όταν την άρπαξε ο Άδης. Μέσα στην αγωνία της, ούτε να φάει ούτε να πλυθεί ούτε να χτενιστεί είχε όρεξη, ούτε καν να σταματήσει κάπου να ξαποστάσει. Απελπισμένη, απευθύνθηκε στην Εκάτη, μήπως αυτή ήξερε κάτι. Ναι, κάτι είχε ακούσει αλλά δεν είχε δει. Μήπως, ο Ήλιος; Πήγαν μαζί και τον βρήκαν. Κάτω από την πίεση των δυο γυναικών, ο Ήλιος τους τα είπε όλα. Ακόμα και το ότι ο Δίας είχε συμφωνήσει μ’ αυτή τη μεθόδευση. Η Δήμητρα χλόμιασε. Έφυγε από τα θεϊκά μέρη και, μεταμφιεσμένη σε γριά, πήρε τους δρόμους.

Τα πόδια της την έφεραν στα μέρη της Ελευσίνας. Τσακισμένη, στάθηκε σε μια πηγή. Σε λίγο, έφτασαν εκεί οι τέσσερις κόρες του βασιλιά Κελεού να πάρουν νερό. Τα ’χασαν που είδαν την καραβοτσακισμένη γριά μόνη στην ερημιά και τη ρώτησαν, πώς βρέθηκε εκεί. Καμώθηκε πως τη λένε Δωσώ, είναι από την Κρήτη και την έκλεψαν πειρατές αλλά εκείνη τους το έσκασε και δεν ήξερε, πού βρισκόταν. Τη λυπήθηκαν και την πήρανε στο παλάτι, να γίνει τροφός του νεογέννητου αδερφού τους, Δημοφώντα. Η βασίλισσα, Μετάνειρα, της φέρθηκε πολύ καλά και η Δήμητρα το ανταπέδωσε δίνοντας όλη τη στοργή της στο μωρό. Θέλοντας μάλιστα να το κάνει αθάνατο, το έβαζε κάθε νύχτα στη φωτιά. Όμως, κάποιο βράδυ, η Μετάνειρα την είδε τυχαία να τοποθετεί το μωρό στο τζάκι, τρόμαξε κι έβαλε τις φωνές. Η θεά θύμωσε, αποκαλύφθηκε κι απαίτησε να της φτιάξουν ένα ναό. Ο βασιλιάς Κελεός έκανε αμέσως πράξη την απαίτησή της, κάλεσε και τον λαό να της αποδώσει τιμές. Η Δήμητρα κλείστηκε στον ναό και δεν έλεγε να βγει.

Μ’ όλα αυτά, πάνω στον Όλυμπο έμαθαν, πού κρυβόταν τόσο καιρό η Δήμητρα. Από την ώρα που χάθηκε, τίποτα δεν πήγαινε καλά πάνω στη γη. Όλες οι σπορές είχαν καταστραφεί, τα δέντρα δεν έδιναν καρπούς, τα χωράφια ξεραίνονταν. Ο Δίας άρχισε να της στέλνει τον ένα θεό πίσω από τον άλλο, να την πείσουν να επιστρέψει. Η Δήμητρα αρνιόταν, αν δεν της υπόσχονταν να ξαναφέρουν πίσω την κόρη της. Ο αρχηγός των θεών βρέθηκε σε δίλημμα κι αποφάσισε να μοιράσει τη διαφορά. Τον μισό καιρό η Περσεφόνη θα ’μενε στο βασίλειο του Κάτω Κόσμου, οπότε στη γη θα είχαν φθινόπωρο και χειμώνα, και τον άλλο μισό κοντά στη μητέρα της, τους μήνες της άνοιξης και του καλοκαιριού.

Έστειλε τον Ερμή στον Άδη να κάνει συμβιβασμό με τον βασιλιά του Κάτω Κόσμου. Δέχτηκε και η Δήμητρα τη μοιρασιά κι από τότε η Περσεφόνη έμενε μισό καιρό στον Άδη κι άλλο μισό πάνω στη Γη. Στην Ελευσίνα, που έγινε μάρτυρας σε όλα αυτά, ιδρύθηκαν τα Ελευσίνια Μυστήρια, οι κρυφές τελετές προς τιμή της Δήμητρας και της Κόρης. Κανένας ποτέ, έξω από τους μυημένους που κράτησαν καλά το μυστικό, δεν έμαθε, τι ακριβώς γινόταν στις ιερές τελετουργίες...

 

Ιερατικό κράτος:

Μαζί με τον Δημοφώντα που έγινε αιτία τόσης φασαρίας, η θεά Δήμητρα ανέτρεφε και τον άλλο γιο του βασιλιά Κελεού, τον Τριπτόλεμο. Σ’ αυτόν χάρισε ένα κόκκο σταριού και τον έμαθε να καλλιεργεί τη γη. Με τη σειρά του, ο Τριπτόλεμος έζευξε σε μιαν άμαξα ιπτάμενους δράκοντες και μ’ αυτούς πέταξε ανά την οικουμένη διδάσκοντας στους ανθρώπους την καλλιέργεια των σιτηρών. Αυτός είναι που, προς τιμή της θεάς, ίδρυσε τα Ελευσίνια Μυστήρια. Μετά τον θάνατό του, τιμήθηκε ως ήρωας, ενώ, κατά τον Πλάτωνα, διορίστηκε ως ένας από τους κριτές του Κάτω Κόσμου.

Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, τα Ελευσίνια Μυστήρια ίδρυσε ο ιερέας και βασιλιάς Εύμολπος, απόγονος του θεού Ποσειδώνα. Όταν ο βασιλιάς της Αθήνας, Ερεχθέας, εκστράτευσε εναντίον της Ελευσίνας, ο Εύμολπος βρέθηκε στην πρώτη γραμμή των Ελευσίνιων αλλά, σε μια μάχη, σκοτώθηκε. Ο θάνατός του οδήγησε τους εμπόλεμους σε συμβιβασμό: Η Ελευσίνα υποτάχθηκε στην Αθήνα αλλά διατήρησε το προνόμιο να τελεί τα Μυστήρια στη θεά.

Στη χαραυγή των ιστορικών χρόνων, η Ελευσίνα ήταν έδρα ήδη αρχαίου ιερατικού κράτους. Πρέπει να ήταν στα μέσα του Η’ π.Χ. αιώνα όταν ήρθε σε σύγκρουση με την Αθήνα. Η ήττα της (αυτή που αποδόθηκε στον Ερεχθέα, η εποχή του όποίου όμως είναι πολύ παλαιότερη) την έφερε προσαρτημένη στο άρμα του αθηναϊκού κράτους αλλά με αλώβητα τα προνόμιά της, με δικαίωμα να ονομάζεται πόλη (χωρίς να της επιτρέπεται να κόψει δικό της νόμισμα) και βέβαια με δική της τη διεύθυνση των Μυστηρίων. Οι αξιωματούχοι (ιεροφάντης, δαδούχος, ιεροκήρυκας κ.λπ.) της λατρείας των Μεγάλων Θεών (Δήμητρας και Περσεφόνης) προέρχονταν πάντα από τις δυο επίσημες ιερατικές οικογένειες. Η μια ήταν των Ευμολπιδών, των απογόνων δηλαδή του ιερέα βασιλιά Εύμολπου. Η άλλη ήταν η ιερατική οικογένεια των Κηρύκων. Κατάγονταν από τον Κήρυκα, γιο του Ερμή και της Πανδρόσου, κόρης του Κέκροπα. Η Ελευσίνα εξελίχθηκε σε δήμο της Αθήνας, έναν από τους πιο σπουδαίους.

 

Τα Ελευσίνια Μυστήρια:

Στα 150 χρόνια που μεσολάβησαν από την εποχή του Σόλωνα ως τον Περικλή, τα Ελευσίνια Μυστήρια υιοθετήθηκαν από τους Αθηναίους και πήραν μεγαλοπρεπή μορφή. Με τις γιορτές να εξελίσσονται σε δύο δόσεις: Τα Μικρά και τα Μεγάλα Μυστήρια. Τα Μικρά τελούνταν την άνοιξη στην Αθήνα και διαρκούσαν τρεις μέρες. Στη διάρκειά τους, οι υποψήφιοι για μύηση υποβάλλονταν σε εξαγνισμό. Όσο αυτός κρατούσε, έμεναν βουτηγμένοι στα νερά του Ιλισού. Τα Μεγάλα Μυστήρια τελούνταν το φθινόπωρο και διαρκούσαν δέκα ημέρες: Υποψήφιοι και πιστοί από όλη την Ελλάδα ξεκινούσαν από την Αθήνα, σχημάτιζαν πομπή με κεφαλή την εικόνα του Ιάκχου (θεού τον Μυστηρίων, γιου του Δία, που ταυτίζεται και με τον Βάκχο, άλλη νεότερη ονομασία του θεού Διονύσου), ακολουθούσαν την Ιερά Οδό και κατέληγαν στην Ελευσίνα. Κάτω από το φως των πυρσών, απέθεταν την εικόνα στον ναό.

Όσοι είχαν εξαγνιστεί στα νερά του Ιλισού και είχαν νηστεύσει, γίνονταν δεκτοί στις μικρότερες ιεροτελεστίες. Εκείνους που είχαν περάσει από αυτό το στάδιο την προηγούμενη χρονιά, τους οδηγούσαν στην Αίθουσα της Μύησης όπου γινόταν μυστική τελετή. Οι πια μυημένοι έπαυαν τη νηστεία και έπιναν ένα μίγμα αλευριού και νερού που συνοδευόταν από ιερά γλυκίσματα. Η μυστική ιεροτελεστία που ακολουθούσε, ποτέ δεν μαθεύτηκε παραέξω. Ποινή θανάτου είχε θεσπιστεί για όποιον μαρτυρούσε, τι γινόταν εκεί. Ακόμα και ο Αισχύλος κινδύνευσε, επειδή θεωρήθηκε ότι κάποιοι στίχοι του μπορούσαν να γίνουν αιτία να αποκαλυφθούν τα μυστικά.

Η τελετή, όπως προκύπτει από τις σκόρπιες πληροφορίες, ήταν μια συμβολική παράσταση με πιθανό θέμα την αρπαγή της Κόρης από τον Πλούτωνα, την περιπλάνηση της Δήμητρας, την επιστροφή της Περσεφόνης στη γη και τη διδασκαλία της γεωργίας. Κορύφωση της τελετής αποτελούσε ο γάμος ενός ιερέα στον ρόλο του Δία με μια ιέρεια στον ρόλο της Δήμητρας. Κι αμέσως ακολουθούσε η επίσημη αναγγελία: «Η Κυρία μας εγέννησε ιερό παιδί». Το οποίο «ιερό παιδί» ήταν ένα στάχυ που επιδεικνυόταν στα πλήθη.

Στη συνέχεια και κάτω από το φως των πυρσών, οι μυημένοι πήγαιναν σε υπόγειες σπηλιές που συμβόλιζαν τον Άδη και, από εκεί, περνούσαν σε μια ολόφωτη αίθουσα που συμβόλιζε ίσως την κατοικία των «Ευδαιμόνων» (των ευτυχισμένων). Εκεί, γινόταν η αποκάλυψη ιερών αντικειμένων που ως τότε τους απαγορευόταν να δουν. Ποια είναι αυτά, μας είναι άγνωστο.

 

Ακμή και εγκατάλειψη:

Το αρχικό ιερό, αυτό που αποδιδόταν στον Εύμολπο, ανάγεται στους μυκηναϊκούς χρόνους. Το ανακαίνισαν ο Πεισίστρατος και οι γιοι του τον ΣΤ’ π.Χ. αιώνα. Οι Πέρσες το έκαψαν όταν πυρπόλησαν και την Αθήνα στα 480 π.Χ. Το ανοικοδόμησαν ο Κίμων και ο Περικλής (439 – 431) με τη συνδρομή του Κοροίβου, επώνυμου άρχοντα της Αθήνας. Επί επώνυμου άρχοντα Λυκούργου, το ιερό επεκτάθηκε, διακοσμήθηκε και απέκτησε τη λεγόμενη Στοά Φίλωνος.

Στα 404 π.Χ., αμέσως μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου και την επικράτηση των Σπαρτιατών, η Ελευσίνα αποχωρίστηκε από το αθηναϊκό κράτος κι έκοψε δικό της νόμισμα. Η ανατροπή των «Τριάκοντα Τυράννων» και η επάνοδος της Δημοκρατίας σήμαναν το τέλος της σύντομης ανεξαρτησίας της (400). Η τύχη της συνδέθηκε με την τύχη της Αθήνας. Γνώρισε τεράστια ακμή και περίοδο μεγάλου πλούτου όταν αυτοκράτορες της Ρώμης ήταν ο Αδριανός και ο Αντωνίνος ο Ευσεβής, τελευταίοι δωρητές του ιερού. Λεηλατήθηκε άγρια από τους Γότθους του Αλάριχου (395 μ.Χ.). Ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Θεοδόσιος Β’ έδωσε το τελειωτικό χτύπημα απαγορεύοντας την τέλεση των μυστηρίων. Η περιοχή εγκαταλείφθηκε κι ερήμωσε. Η επανακατοίκησή της άρχισε μόλις στα τέλη του ΙΗ’ αιώνα.

Οι ανασκαφές στην περιοχή άρχισαν το 1811 από την εταιρεία Ντιλετάντι (των Ερασιτεχνών) και επαναλήφθηκαν από τον Γάλλο Φρ. Λένορμαν το 1860. Συστηματικότερες έρευνες άρχισαν το 1882 από την Αρχαιολογική Εταιρεία και συνεχίστηκαν κατά το 1917 -1940 από την Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών.

 

(Έθνος της Κυριακής, 2001 – 2002) (τελευταία επεξεργασία, 24.3.2010)