43. ΑΡΚΑΔΙΑΣ ΝΟΜΟΣ

Έκταση: 4.419 τ. χλμ.  Κάτοικοι: 101.220

Ο νομός Αρκαδίας συνορεύει βορινά με τους νομούς Κορινθίας και Αχαΐας, ανατολικά με το νομό Αργολίδας, νότια με τους νομούς Λακωνίας και Μεσσηνίας, δυτικά με το νομό Ηλείας. Οι ακτές του βρίσκονται στα ανατολικά και βρέχονται από τον Αργολικό Κόλπο.

Είναι ο πλέον ορεινός νομός της Πελοποννήσου. Το Μαίναλο από το κέντρο του νομού κατευθύνεται προς όλα τα σημεία του ορίζοντα. Δυτικά και βορειοδυτικά σχηματίζει τα βουνά Φάλανθο (1.859 μ.) και Θαυμάσιο (Πατερίτσα 1.636 μ., Μαδάρα 1.586 μ., Πέντε Αδέρφια 1.447). Προς τα νοτιοδυτικά, απλώνεται πέρα από τη χαράδρα της Δημητσάνας ως το όρος Λύκαιο. Προς τα νότια και νοτιοανατολικά, φτάνει ως τις παρυφές του Ταϋγέτου και του Πάρνωνα.

Στα νότια σύνορα του νομού, με τη Λακωνία και τη Μεσσηνία, υψώνονται οι πρώτες κορυφές του Ταϋγέτου: Ελληνίτσα (1.295 μ.), Ξεροβούνα (1.521 μ.), Κακή Ράχη (1.526 μ.), Μάλεβο (1.612 μ.)

Στην επαρχία Κυνουρίας απλώνονται οι βόρειες οροσειρές του Πάρνωνα. Η Τούλα με τα 1.935 μέτρα της είναι η ψηλότερη κορυφή του. Άλλες κορυφές επί αρκαδικού εδάφους είναι η Γαϊτανοράχη (1.803 μ.), η Λυκοφωλιά (1.684 μ.), ο Ψαρής (1.839 μ.).

Στα ανατολικά σύνορα του νομού απλώνονται διαδοχικά οι ορεινοί όγκοι του Παρθενίου (1.215 μ.), του Κτενά (1.599 μ.), του Αρτεμίσιου (1.772 μ.), του Λύρκειου (1.357 μ.) και του Ολίγυρτου (1.935 μ.).

ΟΙ νότιες και ανατολικές προεκτάσεις των Αροάνιων (Αφροδίσιο 1.456 μ.) βόρεια, η Φολόη, το Λύκαιο και το Τετράζιο δυτικά υψώνονται ανάμεσα στην Αρκαδία και τους γειτονικούς νομούς Αχαΐας, Ηλείας και Μεσσηνίας.

Τα βουνά της Αρκαδίας καταλαμβάνουν το 90% της επιφανείας της. Εκεί απλώνονται και τα οροπέδια της Τρίπολης, της Ασέας και της Μεγαλόπολης.

Τα νερά της Αρκαδίας αποχετεύονται προς τον Αργολικό Κόλπο και τον Κόλπο της Κυπαρισσίας μέσω των ποταμών Δαφνώνα, Βρασιώτη, Τάνου και κυρίως Αλφειού. Στα Άσπρα Σπίτια, ο Αλφειός σχηματίζει τριποταμιά με τους παραποτάμους του Λάδωνα και Ερύμανθο, και εισέρχεται έτσι στο έδαφος της Ηλείας. Στον Λάδωνα, κοντά στα Τρόπαια, έχει κατασκευαστεί φράγμα και το νερό έχει αξιοποιηθεί για την παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος.

Το κλίμα της Αρκαδίας είναι ηπειρωτικό με σημαντικές διαφορές στη θερμοκρασία ανάμεσα στη χειμερινή και καλοκαιρινή περίοδο.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της απογραφής του 2001, ο πληθυσμός του νομού Αρκαδίας ανέρχεται σε 101.223 κατοίκους, αριθμός που είναι μικρότερος κατά 3,9% από τον αντίστοιχο της απογραφής του 1991. Ο νομός είχε υψηλό ποσοστό μείωσης πληθυσμού το 1997 και το 1998, καθώς και χαμηλή αναλογία μαθητών του Δημοτικού ανά 1.000 κατοίκους (48 έναντι 61 μέσου όρου Ελλάδας).

Το κατά κεφαλή δηλωθέν εισόδημα το 1999 ανερχόταν σε 670,58 ευρώ και οι ανά κάτοικο καταθέσεις ήταν 4.255,32 ευρώ. Τον ίδιο χρόνο πλήρωσαν για φόρο εισοδήματος 199,56 ευρώ κατά μέσο όρο ανά κάτοικο.

Η Αρκαδία κατατάσσεται τρίτη περιοχή σε παραγωγή πατάτας μετά την Ηλεία και την Αχαΐα. Είναι έβδομη σε παραγωγή μήλων.

 

                                            Η ιστορία της Αρκαδίας

 

Ερμής, ο κλέφτης από κούνια:

Η νύμφη Μαία ήταν μια από τις επτά Πλειάδες, τις κόρες του Άτλαντα και της Πληιόνης, που ο Δίας μεταμόρφωσε στον ομώνυμο αστερισμό, του οποίου η ανατολή προμηνύει το καλοκαίρι και η δύση τον χειμώνα. Ζούσε στο βουνό Κυλλήνη της Πελοποννήσου, τη σημερινή Ζήρια, κι απέφευγε τις συναναστροφές, καθώς ήταν ντροπαλή. Ήταν, όμως, και πολύ όμορφη κι άναψε στον Δία τον πόθο, όταν την είδε. Έτσι, κάποια νύχτα, την ώρα που η Ήρα κοιμόταν, ο αρχηγός των θεών επισκέφτηκε την όμορφη νύμφη στη σπηλιά που κατοικούσε. Στους δέκα μήνες επάνω, μιαν αυγή, η Μαία γέννησε τον Ερμή (ένα στρουμπουλό δεκαμηνίτικο μωρό), τον άφησε στην κούνια κι έφυγε για τις δουλειές της που είχαν μείνει πίσω.

Το νεογέννητο, μόλις σιγουρεύτηκε πως έμεινε μόνο, κατέβηκε από το κρεβατάκι και βγήκε περίπατο έξω απ’ τη σπηλιά. Το πρώτο ζωντανό πλάσμα που συνάντησε, ήταν μια χελώνα. Την έσυρε στη σπηλιά, τη σκότωσε, χώρισε το καύκαλο στα δύο, πήρε και ξυλαράκια κι έφτιαξε μια λύρα. Το ’ριξε στο τραγούδι, ώσπου πείνασε.

Χωρίς καμιά ηθική αναστολή, πέταξε ως την Πιερία, έκλεψε πενήντα βόδια του Απόλλωνα, τα κατέβασε στην Πύλο, έσφαξε δύο από αυτά, τα έψησε, τα έφαγε, έκρυψε τα υπόλοιπα, γύρισε στη σπηλιά και χώθηκε στην κούνια περιμένοντας τη μαμά του σαν καλό παιδί. Όταν αυτή γύρισε, ο Ερμής δεν κρατήθηκε και της διηγήθηκε όλα όσα έκανε την πρώτη μέρα της ζωής του. Εκείνη τον μάλωσε για την κλεψιά αλλά υποσχέθηκε να μην τον μαρτυρήσει.

Ο Απόλλων γρήγορα κατάλαβε πως του έλειπε ολόκληρο κοπάδι. Μάντης καθώς ήταν, εντόπισε τον κλέφτη και πήγε να ζητήσει εξηγήσεις. Άδικα τον υποστήριζε η μάνα του, πώς είναι δυνατόν μωρό παιδί να κάνει τέτοια πράγματα. Ο Απόλλων άρπαξε τον Ερμή στα χέρια του, αλλ’ αυτός άφησε μια πολύ ηχηρή ριπή από τον πισινό του και ταυτόχρονα φταρνίστηκε. Τρόμαξε ο άλλος και τον άφησε στην κούνια. Συνέχισε, όμως, να ζητά πίσω τα βόδια. Ξεδιάντροπα, το νεογέννητο πρότεινε να πάνε στον πατέρα τους τον Δία να δικάσει τη διαφορά. Ο Απόλλων δέχτηκε.

Ούτε μπροστά στον Δία δίστασε ο Ερμής να αραδιάζει το ένα ψέμα πίσω απ’ τ’ άλλο κάνοντας τον αρχηγό των θεών να γελά με την ψυχή του. Κάποια στιγμή, όμως, σοβαρεύτηκε κι έδωσε εντολή στον κλέφτη να επιστρέψει τα ζώα και στον Απόλλωνα να πάψει να φωνάζει. Ο μικρός αναγκάστηκε να οδηγήσει τον αδερφό του στην Πύλο. Εκείνος τα ’χασε, όταν είδε ότι το μωρό είχε καθαρίσει δυο βόδια στην καθισιά του κι άρχισε ν’ αναρωτιέται, τι θα γινόταν μ’ αυτό το παιδί, όταν θα μεγάλωνε.

Αντί γι’ άλλη απάντηση, ο Ερμής άρχισε να παίζει τη λύρα και να τραγουδά. Ο καλλιτέχνης θεός μαγεύτηκε κι αμέσως καλμάρισε. Ο Ερμής έσπευσε να του χαρίσει τη λύρα και βαθιά υποχρεωμένος ο Απόλλων του αποκάλυψε μερικά από τα μυστικά της μαντικής του τέχνης. Ορκίστηκαν αιώνια φιλία και την κράτησαν.

 

Καλόκαρδος προστάτης:

Από τους πιο παλιούς θεούς, ο Ερμής ήταν αρχικά τοπικός προστάτης των βοσκών στα βουνά της Αρκαδίας. Γρήγορα, όμως, η λατρεία του απλώθηκε σ’ ολόκληρη τη χώρα καθώς ο χαρακτήρας του τον μετέτρεψε σε έναν από τους πιο δημοφιλείς κατοίκους του Ολύμπου. Προστάτης της νεολαίας αλλά και των κλεφτών, πανούργος, εύστροφος, ευκίνητος, καλοδιάθετος και σε όχι τόσο αγαθή σχέση με αυτό που λέγεται ηθική, χαρακτηρίστηκε από την προθυμία του να βοηθά όποιον του το ζητούσε. Κήρυκας των θεών και ιδιαίτερα του πατέρα του, Δία, οδηγός κι επιστάτης των δρόμων, καθιερώθηκε με δυο κυρίως ιδιότητες: Ως Λόγιος Ερμής προστάτης των γραμμάτων και ως Κερδώος Ερμής προστάτης του εμπορίου.

Τον βρίσκουμε να βοηθά τον πατέρα του στη Γιγαντομαχία σκοτώνοντας τον γίγαντα Ιππόλυτο και στη μάχη με τον Τυφωέα να τον απελευθερώνει από τα δεσμά. Το τέρας με το ανθρώπινο κορμί και την ουρά φιδιού, τιμωρήθηκε να μένει κάτω από την Αίτνα, της οποίας οι εκρήξεις είναι αποτέλεσμα των μετακινήσεών του.

Ο Ερμής είναι που έσπευσε να ελευθερώσει την ερωμένη του πατέρα του κι έγινε αιτία να δημιουργηθεί ο μύθος, χάρη στον οποίο η Ιώ έδεσε το Αιγαίο με την Αφρική.

 

Όλα ξεκίνησαν από τον ποταμό Ίναχο, που είχε πατέρα τον Ωκεανό και μητέρα την Τηθή. Αυτός κυρίως κατακύρωσε την Αργολίδα στην Ήρα και προκάλεσε τον θυμό του Ποσειδώνα. Της Ήρας την οργή την προκάλεσε η κόρη του, Ιώ, χωρίς ιδιαίτερα να φταίει. Ένα όνειρο που είδε, την έκανε να πάει στα μέρη της Λέρνας, όπου την περίμενε ο Δίας, ερωτευμένος μαζί της, καθώς είχε πιει ένα μαγικό ερωτικό φίλτρο.

Η κόρη, μετά την περιπέτειά της, αναγκάστηκε να φύγει κι ο Δίας τη μεταμόρφωσε σε αγελάδα, για να τη γλιτώσει από τη ζήλια της γυναίκας του. Η Ήρα καμώθηκε πως ήθελε την αγελάδα δώρο κι ο αρχηγός των θεών υποχρεώθηκε να της τη χαρίσει. Η θεά την έδωσε στον Πανόπτη Άργο να τη φυλάει κι αυτός την έδεσε σ’ ένα δέντρο κοντά στις Μυκήνες. Όμως, ο Δίας δεν έπαψε να τη λυπάται. Έστειλε τον Ερμή να κάνει κουμάντο.

Ο Άργος κοιμόταν με τα μισά μάτια κλειστά και τα μισά ανοιχτά. Ο Ερμής κατάφερε να τον βυθίσει σε τέτοιον ύπνο, που σφάλισε όλα του τα μάτια. Έτσι, ο φτεροπόδαρος θεός κατόρθωσε να τον σκοτώσει και να ελευθερώσει την αγελάδα.

Η Ήρα έσυρε τον Ερμή στο δικαστήριο του Ολύμπου για τον φόνο του Άργου, αλλ’ οι θεοί τον αθώωσαν, επειδή εκτελούσε εντολές. Ο ίδιος βοήθησε τον πατέρα του στην τιμωρία του Προμηθέα κι ανέλαβε να φυλάξει τον νεογέννητο Διόνυσο.

 

Άλλωστε, με τα νεογέννητα είχε ιδιαίτερη σχέση ο Ερμής. Φύλαξε τον Εριχθόνιο, μόλις του τον παρέδωσε μωρό η Αθηνά, και τον Ασκληπιό, όταν ο Απόλλων τον πήρε από την κοιλιά της άπιστης ερωμένης του. Κι ακόμα, ελευθέρωσε τον Άρη, όταν, χωρίς να το ξέρουν οι άλλοι θεοί, ήταν φυλακισμένος, επειδή σκότωσε τον Άδωνη. Ως και στον Άδη κατέβηκε για να βοηθήσει, πότε τη Δήμητρα και πότε τον Ηρακλή. Κι είναι αυτός, που οδήγησε τις τρεις θεές (Αφροδίτη, Ήρα και Αθηνά) στον Πάρι για να κρίνει την ομορφιά τους.

Η αστείρευτη ζωντάνια του Ερμή, τον έκανε πάντα πρόθυμο και πάντα έτοιμο να ερωτευτεί και ν’ αγαπηθεί. Με κρυφόγελα διηγούνταν τη φορά που ο Ήφαιστος κλείδωσε στο μαγικό κρεβάτι το παράνομο ζευγάρι, τον Άρη και την Αφροδίτη, κι έβαλε όλους τους θεούς να παρελάσουν μπροστά τους και να τους δουν γυμνούς κι αγκαλιασμένους. Τότε, ο Απόλλων γύρισε και με νόημα ρώτησε τον μικρό του αδερφό, αν θα ’θελε να βρίσκεται στη θέση του Άρη. Αυθόρμητα ο Ερμής αποκρίθηκε: «Ας είχα την πανέμορφη Αφροδίτη στην αγκαλιά μου κι ας ήμουν δεμένος με τριπλά σχοινιά». Κάποτε, βέβαια, έγινε κι αυτό, χωρίς να χρειαστούν τα δεσμά. Από την ένωσή τους γεννήθηκε ο Ερμαφρόδιτος, ένα πλάσμα που είχε τα χαρακτηριστικά του αγοριού και του κοριτσιού μαζί.

Στα βουνά που τριγυρνούσε, συνάντησε τη νύμφη Δρυόπη κι αγαπήθηκαν. Η όμορφη νέα του γέννησε τον Πάνα, ένα θεϊκό πλάσμα με πόδια, ουρά, αφτιά και κέρατα τράγου, τριχωτό και γενάτο, που άλλο δεν έκανε παρά να παίζει ένα σουραύλι και να χορεύει. Η μάνα, μόλις είδε το νεογέννητο, τρόμαξε και το ’βαλε στα πόδια. Ο Ερμής, όμως, πήρε το μωρό με περίσσια στοργή, το τύλιξε να μην κρυώνει και το ανέβασε στον Όλυμπο.

 

Οι απόγονοι του φτερωτού θεού:

Με μιαν άλλη νύμφη ο Ερμής απέκτησε γιο τον πανέμορφο Δάφνη, έναν βοσκό, συνοδό της Άρτεμης, που τη διασκέδαζε με τα καμώματά του αλλά και με τη μουσική, που είχε διδαχθεί από τον Πάνα. Όταν ο Δάφνης πέθανε, θύμα της ζηλοτυπίας μιας άλλης νύμφης, όλος ο κόσμος βυθίστηκε στη λύπη, ενώ ψόφησαν απ’ το μαράζι και τα πέντε του σκυλιά.

Γιος του Ερμή ήταν κι ο Αυτόλυκος, που τον απέκτησε από κάποια Χιόνη ή Φιλώνη και στον οποίο έδωσε ένα περιζήτητο όσο κι απίθανο χάρισμα. Να μπορεί να μεταμορφώνει ό,τι έκλεβε! Ο Αυτόλυκος δεν άφησε το ταλέντο του να πάει χαμένο αλλά βρήκε τον μάστορά του στο πρόσωπο του πανούργου Σίσυφου. Βλέποντας αυτός τα ζώα του να λιγοστεύουν και μη μπορώντας να τα ξαναβρεί, κάθισε και τα μαρκάρισε όλα με ένα μυστικό σημάδι. Την επόμενη φορά που ο Αυτόλυκος τον έκλεψε, ο Σίσυφος πήγε στον στάβλο του κλέφτη, τον είδε γεμάτο άγνωστα ζώα, που όμως είχαν επάνω τους το κρυφό σημάδι. Παραδέχτηκε το ταλέντο του αντιπάλου του αλλά μαγεύτηκε από τα κάλλη της κόρης του, Αντίκλειας, με την οποία πέρασε μια ερωτική βραδιά. Εκείνη, πριν να γεννήσει, παντρεύτηκε τον Λαέρτη κι έτσι, όταν ήρθε στον κόσμο ο πολυμήχανος Οδυσσέας, είπαν πως πατέρας του ήταν ο Λαέρτης. Ο ήρωας, όμως, είχε κληρονομήσει όλα τα χαρίσματα του Σίσυφου, του Αυτόλυκου και του παππού του, Ερμή.

Με την κόρη του Μίνωα, την Ακαλλίδα, ο Ερμής απέκτησε τον Κύδωνα, ιδρυτή της Κυδωνίας στην Κρήτη, ενώ το ερωτικό του πάθος έγινε αιτία να χαθεί μια άλλη κόρη του Μίνωα, η Απημοσύνη. Την είδε, την ερωτεύτηκε αλλά δεν μπορούσε να την πιάσει, καθώς η Απημοσύνη έτρεχε πιο γρήγορα απ’ αυτόν. Ο πανούργος θεός έστρωσε στο δρόμο της γδαρμένα δέρματα ζώων κι όταν η όμορφη κόρη πήγε πάλι να τρέξει για να το σκάσει, πάτησε στις απλωμένες δορές, γλίστρησε κι έπεσε. Ο Ερμής την πρόλαβε. Η Απημοσύνη διηγήθηκε την περιπέτεια στον αδερφό της Κατρέα, που δεν την πίστεψε και τη σκότωσε με μια κλωτσιά.

Στα ιστορικά χρόνια, πολλές ήταν οι οικογένειες που καυχιόνταν ότι κατάγονται από κάποιον απόγονο της ερωτικής δραστηριότητας του Ερμή. Ακόμα κι εκείνος ο Μύρτιλος, που χάλασε με μπαμπεσιά το άρμα του βασιλιά Οινόμαου, ώστε να τον νικήσει ο Πέλοπας και να πάρει την κόρη του Ιπποδάμεια για γυναίκα του, ήταν γιος του Ερμή και της αμαζόνας Μυρτώς.

 

Τα παιδιά της Αρκούδας:

Γύρω στα 2200 π.Χ., η κοινή ελληνική γλώσσα ξεκίνησε να χωρίζεται σε τρεις διαλέκτους (ιωνική, κεντρική, δυτική). Η κεντρική, αναπτύχθηκε στη Δυτική Μακεδονία. Γύρω στα 1900 π.Χ. είχε αρχίσει να διαχωρίζεται σε αρκαδοκυπριακή (μιλιόταν στις περιοχές πλάι στην Πίνδο) και σε αιολική (στα εδάφη πάνω από τον Όλυμπο). Στα επόμενα εννιακόσια χρόνια, η διάλεκτος αυτή ξεχώρισε εντελώς από τις άλλες και μιλιόταν στη Δυτική Θεσσαλία, στη Φθιώτιδα και στην Κεντρική Πελοπόννησο αλλά και στη Λακωνία, τμήματα της Αργολίδας και στα όρια Ηλείας – Μεσσηνίας. Στα ιστορικά χρόνια, είχε διαχωριστεί σε αρκαδική και σε κυπριακή.

Την αρκαδική διάλεκτο μιλούσαν κάποιες ομάδες μεταναστών που λάτρευαν την Αρκούδα (Άρκτο) και στα μετέπειτα χρόνια υποστήριζαν ότι είναι απόγονοι του ήρωα Αρκάδα, γιου μιας αρκούδας ή μιας νύμφης που είχε μεταμορφωθεί σε αρκούδα. Είναι οι Αρκάδες. Στα ιστορικά χρόνια επιζούσαν κυρίως στα όρια της σημερινής Αρκαδίας αλλά παλαιότερα είχαν απλωθεί στις περιοχές όπου εντοπίστηκε να μιλιέται η διάλεκτός τους.

Ανιχνεύοντας την πορεία της διαλέκτου, η σύγχρονη επιστήμη αναπαράστησε τη διαδρομή των Αρκάδων ως να καταλήξουν στην Αρκαδία. Οι αρχαίοι όμως κάτοικοι της περιοχής θεωρούσαν τους εαυτούς τους ότι κατάγονταν από αυτόχθονες: Από ανθρώπους που είχαν δημιουργηθεί εκεί και δεν είχαν φθάσει από αλλού. Όλοι κατάγονταν από τον Πελασγό

Στην ελληνική μυθολογία, δύο ήταν οι αξιόλογοι ήρωες που έφεραν το όνομα Πελασγός. Σύμφωνα με τον ένα μύθο, ο Πελασγός συνδέεται με το Άργος ως απόγονος του Φορωνέα. Σύμφωνα με τον δεύτερο, ήταν «αυτόχθων», κάτι σαν φυτρωμένος από τη γη. Απέκτησε γιο τον Αίμονα. Κι ο Αίμονας ήταν ο πατέρας του Θεσσαλού, επώνυμου των Θεσσαλών. Και οι δυο μύθοι, τελικά, συνδέουν τη Θεσσαλία με την Πελοπόννησο. Σύνδεση υπάρχει και ανάμεσα στην Αρκαδία και την Αργολίδα, καθώς η μυθολογία των δύο περιοχών κινείται παράλληλα, συνήθως με διαφορετικές εκδοχές των ίδιων ιστοριών κι άλλοτε με τις παραδόσεις της μιας να θυμίζουν την άλλη.

 

Τα παιδιά της γης:

Η πεποίθηση ότι οι Αρκάδες ήταν αυτόχθονες είχε περάσει και στους αρχαίους συγγραφείς: Ο Ηρόδοτος πίστευε ότι από τα επτά έθνη της Πελοποννήσου, οι Αρκάδες και οι Κυνούριοι ήταν αυτόχθονες. Το ίδιο πίστευαν και οι Θουκυδίδης και Ξενοφών. Κι ο Δημοσθένης, σε λόγο του («Περί παραπρεσβείας»), εξέφρασε την άποψη ότι οι Αρκάδες και οι Αθηναίοι ήταν οι μόνοι αυτόχθονες, ενώ ο Πολύβιος τους ανέφερε ως ένα από τα δυο μεγαλύτερα έθνη της Ελλάδας (το άλλο θεωρούσε ότι ήταν οι Δωριείς).

Στα χρόνια του, ο περιηγητής Παυσανίας βρήκε τους Αρκάδες να υπερηφανεύονται ότι είναι «προσέληνοι». Τον όρο είχε δώσει από τον Δ’ π.Χ. αιώνα ο Αριστοτέλης, όταν έγραψε ότι οι Αρκάδες εγκαταστάθηκαν στην Πελοπόννησο πριν από την εμφάνιση της σελήνης, τότε που έδιωξαν τους άγριους φυτοφάγους ντόπιους. Ο Ησύχιος (Ε’ μ.Χ. αιώνας) αναφέρει ότι οι νύμφες της Αρκαδίας ονομάζονταν «προσεληνίδες».

Από την Αρκαδία καταγόταν και ο όμορφος Ενδυμίων, τον οποίο ερωτεύτηκε η Σελήνη που του έκανε πενήντα γιους. Αυτός ανακάλυψε το σεληνιακό ημερολόγιο. Η Σελήνη έπεισε τον Δία να ρίξει τον καλό της σε αιώνιο ύπνο, ώστε ποτέ να μη φθαρεί η ομορφιά του.

Στην Αρκαδία, ο κατά τον Ησίοδο αυτόχθονας Πελασγός απέκτησε σύντροφο την Ωκεανίδα Μελίβοια ή την νύμφη Κυλλήνη που του έκανε γιο τον Λυκάονα, τον πιο παλιό βασιλιά της περιοχής. Το πιο σίγουρο, αυτό στο οποίο όλοι συμφωνούν, είναι ότι ο Λυκάων απέκτησε πενήντα γιους και μια κόρη, την Καλλιστώ. Ανάμεσα σ’ άλλους, γιοι του ήταν ο Μαίναλος επώνυμος του Μαινάλου, ο Μαντινέας επώνυμος της Μαντινείας, ο Στύμφαλος επώνυμος της Στυμφαλίας, ο Τεγεάτης επώνυμος της Τεγέας, ο Φίγαλος, επώνυμος της Φιγαλίας και ο Νύκτιμος.

 

Οι ανθρωποθυσίες:

Σύμφωνα με τον Απολλόδωρο (ΙΙΙ 98 κ.ε.), οι γιοι του Λυκάονα ήταν οι πιο ασεβείς άνθρωποι που ποτέ υπήρξαν. Για να τους δοκιμάσει, ο Δίας μεταμορφώθηκε σε εργάτη και τους επισκέφτηκε στο παλάτι τους. Εκείνοι του παρέθεσαν γεύμα έχοντας ανακατέψει στα κρέατα και τις σάρκες ενός παιδιού που έσφαξαν. Ο Δίας αηδίασε τόσο πολύ που ανέτρεψε το τραπέζι. Από «τότε», ο τόπος ονομάστηκε «Τραπεζούντα» (βρίσκεται κοντά στην Καρύταινα και είναι άσχετη με την ομώνυμη πόλη του Πόντου) και κεραύνωσε τον Λυκάονα και τους γιους του, εκτός από τον Νύκτιμο. Αυτός σώθηκε, επειδή την τελευταία στιγμή, η Γη πρόλαβε να πιάσει το χέρι του αρχηγού των θεών και να τον συγκρατήσει. Ο Νύκτιμος κληρονόμησε το βασίλειο αλλά στην εποχή του συνέβη ο κατακλυσμός του Δευκαλίωνα. Μάλιστα, αφορμή για τον κατακλυσμό αυτό θεωρήθηκε η ασέβεια των γιων του Λυκάονα.

Σύμφωνα με τον Οβίδιο, τις ικανότητες του Δία θέλησε να ελέγξει ο ίδιος ο Λυκάων. Ο θεός έκαψε κι αυτόν και το σπίτι του.

Σύμφωνα με τον Παυσανία, η τιμωρία του Λυκάονα ήταν να μεταμορφωθεί σε λύκο, αν και το όνομα Λυκάων (όπως και η Λυκοσούρα, η κατά τους Αρκάδες πιο παλιά πόλη του κόσμου, κι όπως ο Λυκούργος της Νεμέας ή ο Λυκαίος Δίας της Αρκαδίας κ.λπ.) δεν έχει να κάνει με τον λύκο αλλά με τη ρίζα λυκ- (π.χ. λυκαυγές, λυκόφως), λατινικά lux, που σημαίνει φως. Κάποιοι ερευνητές συνδέουν το όνομα Λυκάων με την ετρουσκική λέξη lucumo που σημαίνει βασιλιάς. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, το όνομα Λυκάων απλά προσωποποιεί τον τίτλο του βασιλιά όπως η λέξη Μίνως, κατά πολλούς, δεν είναι όνομα αλλά τίτλος (κάτι αντίστοιχο του φαραώ στην Αίγυπτο).

Οπωσδήποτε, το γεύμα με ανθρώπινες σάρκες, αντίστοιχο εκείνου που παρέθεσε ο Ατρέας στον Θυέστη (βλ. [ Πατριδογνωσία ] «Ιστορία Αργολίδας»: Η κατάρα των Ατρειδών) ερμηνεύεται ως απόηχος παλαιότερης εποχής, κατά την οποία ίσχυαν οι ανθρωποθυσίες. Η αηδία του Δία αντιστοιχεί στην αποστροφή των Ελλήνων της κλασσικής εποχής σ’ αυτές τις πρακτικές των προγόνων τους.

 

Η Μεγάλη Άρκτος και ο Αρκτούρος:

Στην πιο ισχυρή εκδοχή του μύθου, αρχικός υπαίτιος της όλης ιστορίας ήταν ο ίδιος ο Δίας: Η μονάκριβη κόρη του Λυκάονα, Καλλιστώ (=Ωραία, η πεντάμορφη των παραμυθιών), είχε μπει στην ακολουθία της θεάς Άρτεμης, έχοντας ορκιστεί να μείνει για πάντα παρθένα. Ο αρχηγός των θεών την είδε και την ερωτεύτηκε. Οι όρκοι του κοριτσιού στάθηκαν αδύναμοι να τον συγκρατήσουν. Όταν η Άρτεμη είδε την κοιλιά της κοπέλας να μεγαλώνει, θύμωσε επειδή η Καλλιστώ πάτησε τον όρκο της, έστω και αθέλητα, και τη μεταμόρφωσε σε αρκούδα. Η Ήρα, με τη σειρά της, ζήτησε από τον Ωκεανό να μην την αφήσει ποτέ να λουστεί. Η άμοιρη κόρη, θύμα του Δία, της Ήρας και της Άρτεμης, παρ’ όλα αυτά, γέννησε τον καρπό του έρωτα. Ένα αγόρι που το ονόμασαν Αρκάδα (γιο της άρκτου, της αρκούδας).

Οργισμένος με τον Δία, ο Λυκάων έσφαξε τον μικρό Αρκάδα και τον έψησε μαζί με το κρέας που πρόσφερε στον Δία, όταν ήρθε η ώρα να δειπνήσουν οι δυο τους. Ο Δίας αφάνισε τον Λυκάονα (ή τον μεταμόρφωσε σε λύκο), πήρε τα κομμάτια του Αρκάδα, τα ένωσε κι έτσι το μωρό αναστήθηκε. Μεγαλώνοντας, έγινε γενάρχης των Αρκάδων.

Στα χρόνια της βασιλείας του Αρκάδα, από την περιοχή πέρασε ο Τριπτόλεμος (βλ. [ Πατριδογνωσία ] «Ιστορία της Ελευσίνας»: Ιερατικό κράτος) πάνω στο άρμα του με τους φτερωτούς δράκοντας. Του δίδαξε την καλλιέργεια της γης, την παρασκευή του ψωμιού, την υφαντική και την εριουργία. Ο βασιλιάς, δίδαξε στους υπηκόους του όσα ο ίδιος έμαθε από τον Τριπτόλεμο κι έτσι η Αρκαδία πέρασε στον πολιτισμό. Βοήθησε σ’ αυτό και ο Αρισταίος (γιος του Απόλλωνα και της Κυρήνης) που δίδαξε στους Αρκάδες τη μελισσοκομία (βλ. [ Πατριδογνωσία ] «Ιστορία της Μαγνησίας»: ο περιπλανώμενος Αρισταίος).

Όλα αυτά τα χρόνια, η αρκούδα Καλλιστώ αναζητούσε τον γιο της. Κάποια στιγμή, τον βρήκε. Κινήθηκε προς το μέρος να τον αγκαλιάσει αλλά ο ήρωας δεν έβλεπε παρά μια αρκούδα που κινιόταν εναντίον του. Άρπαξε τα όπλα του, έτοιμος να τη σκοτώσει. Την κρίσιμη στιγμή, ο Δίας πήρε είδηση τι γινόταν και πρόλαβε τα χειρότερα. Ανέβασε μάνα και γιο στον ουρανό: Η μάνα έγινε η Μεγάλη Άρκτος κι ο γιος το αστέρι Αρκτούρος, ο «φύλακας της Άρκτου». Κι επειδή η Ήρα είχε ζητήσει να μην μπορεί ποτέ της η αρκούδα να λουστεί στον Ωκεανό, η Άρκτος ποτέ δεν βασιλεύει (δεν βουτά στα νερά).

 

Η κατάκτηση της Ιταλίας:

Ο πρώτος που αποφάσισε να μεταναστεύσει σε άλλους τόπους και να κτίσει αποικία ήταν, κατά τους αρχαίους, ο Οίνωτρος, γιος κι αυτός του Λυκάονα. Στην Αρκαδία είχαν γίνει τόσο πολλοί που η γη δεν μπορούσε να τους θρέψει. Με τις ευλογίες και τη βοήθεια του βασιλιά αδελφού του, Νύκτιμου, ο Οίνωτρος έφτιαξε πλοία, πήρε μαζί του πολλούς Αρκάδες κι ανάμεσά τους έναν άλλο αδελφό του, τον Πευκέτιο, κι έβαλε πλώρη δυτικά.

Έπιασαν στην Απουλία (νοτιοανατολική Ιταλία), πρώτοι αυτοί, 17 γενιές πριν από τον πόλεμο της Τροίας, μετά τη λήξη του οποίου ο Αινείας έφυγε από την Τροία και έγινε οικιστής του Λάτιου. Στην Απουλία εγκαταστάθηκε ο Πευκέτιος κι έτσι ένα μεγάλο τμήμα της περιοχής ονομάστηκε Πευκετία. Κοντά του έσπευσαν τα αδέλφια του από την Αρκαδία, ο Ίαπυς που συγχέεται με τον Ιάπυγα, γιο του Δαίδαλου, και που έγινε επώνυμος της Ιαπυγίας (περιοχή της Καλαβρίας στη Νότια Ιταλία, απέναντι στη Σικελία) και ο Δαύνος, οικιστής της Δαυνίας (της περιοχής γύρω από το σημερινό Μπάρι).

Ο Οίνωτρος συνέχισε, διέσχισε τον πορθμό της Σικελίας κι έφτασε ως την Αυσονία («τότε» περιοχή ανάμεσα στον πορθμό και τις εκβολές του Λείρι ποταμού, ανάμεσα στην Καμπανία και το Λάτιο). Η περιοχή ονομάστηκε Οινωτρία κι, από αυτήν, Οινωτρία ονομάστηκε ολόκληρη η χερσόνησος. Πολύ αργότερα, ο βασιλιάς Ιταλός, Πελασγός κι αυτός κατά μια εκδοχή (κατά άλλη, Σικελός), ονόμασε τη χώρα Ιταλία.

Από τους Αρκάδες αυτούς άποικους, οι Αβοριγίνες απλώθηκαν σε όλη την Ιταλία. Αβοριγίνες ονομάζονταν οι υπεράκριοι, αυτοί που κατά το αρκαδικό σύστημα κατοικούσαν στα άκρα, αλλά και οι αυτόχθονες (από το λατινικό ab origine που σημαίνει γνήσιοι, πρωταρχικοί αλλά και πρωτόγονοι). Ο Μάρκος Πόρκιος Κάτων (ο πρεσβύτερος) καθώς και άλλοι Ρωμαίοι που έγραψαν γενεαλογίες, ανέφεραν ότι οι Αβοριγίνες ήταν Αρκάδες. Υπήρχαν όμως και άλλοι που έλεγαν ότι οι Αβοριγίνες ήταν Σαβίνοι (αρχαίος λαός που ζούσε στην Κεντρική Ιταλία και αντιστάθηκε σκληρά στους Ρωμαίους, οι οποίοι μόλις το 290 π.Χ. μπόρεσαν τελικά να τους υποτάξουν). Όμως, ο επιφανής ιστορικός Μάρκος Τερέντιος Ρεατίνος Ουάρων (116 – 27 π.Χ.) ισχυριζόταν ότι οι Ρεατίνοι Σαβίνοι ονομάζονταν και ήταν Αρκάδες.

 

Οι Αρκάδες στη μετέπειτα Ρώμη:

Οι Αρκάδες απλώθηκαν στην Ιταλία, εκδιώκοντας τους εκεί εγκατεστημένους βάρβαρους Σικελούς, έναν από τους λαούς της θάλασσας που έγιναν αιτία να καταρρεύσει η μυκηναϊκή οικονομία. Σύμφωνα με τους αιγυπτιακούς παπύρους, ανάμεσα στο 1220 και στο 1193 π.Χ. (περίπου τότε που έπεσε και η Τροία) βασίλευαν ο Ραμσής Γ' και ο γιος του Μενεφθά. Αυτή την εποχή η χώρα δέχτηκε την επίθεση των «λαών της θάλασσας». Οι φαραώ τους αντιμετώπισαν κι αυτοί στράφηκαν προς την Παλαιστίνη. Στα 1174, ξαναφάνηκαν στην Αίγυπτο, αποκρούστηκαν και σκόρπισαν. Ανάμεσά τους, οι Σέκελες (Σικελοί), που απλώθηκαν στην Ιταλία. Όταν οι Αρκάδες άποικοι τους εκδίωξαν από εκεί, περιορίστηκαν στο νησί που από τότε ονομάστηκε Σικελία.

Οι Αβοριγίνες Αρκάδες έπιασαν μερικούς από τους λόφους στους οποίους αργότερα κτίστηκε η Ρώμη. Εξήντα χρόνια πριν από τα Τρωικά, όταν στην Αρκαδία βασίλευε ο Αγαμήδης (γιος του Στύμφαλου, μυθολογική αδεία), ο Εύανδρος (γιος του Ερμή και της Θέμιδας) που ζούσε στην περιοχή του Παλλαντίου (στα όρια της σημερινής Τρίπολης) αρμάτωσε δυο καράβια και πήγε μετανάστης στην Ιταλία. Βρέθηκε κι αυτός στην περιοχή των λόφων όπου αργότερα κτίστηκε η Ρώμη.

Στους εκεί Αβοριγίνες Αρκάδες βασίλευε ο Φαύνος (συνώνυμος του ρωμαϊκού θεού των δασών και των κοπαδιών που ταυτίζεται με τον αρκαδικό Πάνα). Ο βασιλιάς Φαύνος επέτρεψε στους νεοφερμένους συμπατριώτες του να κατοικήσουν σ’ έναν από τους λόφους. Ο Εύανδρος τον οχύρωσε και τον ονόμασε Παλλαντίνο είτε σε ανάμνηση της μητρόπολης είτε από το όνομα του γιου του, Πάλλαντα. Είναι ο Παλατίνος λόφος, ο κεντρικός από τους επτά λόφους της Ρώμης.

Τιμώντας την αρκαδική καταγωγή της ονομασίας του λόφου, ο αυτοκράτορας των Ρωμαίων, Αντωνίνος (138 – 161 μ.Χ.) επισκέφτηκε το Παλλάντιο της Αρκαδίας και μετέτρεψε σε πόλη τον εκεί οικισμό.

 

Η διαδοχή στην Τεγέα:

Γιος του Αρκάδα ήταν ο Αφείδαντας, που κληρονόμησε την περιοχή, η οποία ονομάστηκε «Αφειδάντιος κλήρος». Ο γιος του, Αλεός, συγκέντρωσε τους κατοίκους των γύρω σκόρπιων συνοικισμών του «Αφειδάντιου κλήρου» στον πιο μεγάλο από αυτούς, την Τεγέα, κωμόπολη που είχε ιδρύσει ο Τεγεάτης. Έτσι, η Τεγέα μεταβλήθηκε σε ισχυρή πόλη. Σε ανάμνηση του γεγονότος, οι Τεγεάτες τελούσαν τριήμερο πανηγύρι, τα Αλεαία. Ο Αλεός καθιέρωσε και τη λατρεία της Αλέας (από το όνομά του) Αθηνάς. Υπάρχει όμως και η άποψη ότι στην περιοχή λατρευόταν τοπική θεά, η Αλέα. Τα χαρακτηριστικά της ήταν κοινά με αυτά της Αθηνάς. Όταν η λατρεία της Αθηνάς απλώθηκε στην Αρκαδία, οι δυο θεότητες ταυτίστηκαν και πήραν την ονομασία Αλέα Αθηνά.

Γιος και διάδοχος του Αλεού ήταν ο Κηφέας. Στα νιάτα του, μετείχε στην Αργοναυτική εκστρατεία. Είχε ήδη αποκτήσει είκοσι γιους ως βασιλιάς της Τεγέας, όταν από τα μέρη του πέρασε ο Ηρακλής εκστρατεύοντας εναντίον της Σπάρτης. Ο Κηφέας έσπευσε με τους γιους του να τον βοηθήσει. Στη μάχη, σκοτώθηκαν τα είκοσι παιδιά και ο ίδιος ο βασιλιάς. Στον θρόνο της Τεγέας τον διαδέχτηκε ο εγγονός του, Έχεμος.

Ήταν τα χρόνια μετά τον θάνατο του Ηρακλή, όταν ο Ευρυσθέας εκστράτευσε στην Αθήνα με σκοπό να ξεκάνει τους Ηρακλείδες. Σκοτώθηκε. Με αρχηγό τον Ύλλο, οι Ηρακλείδες θέλησαν να κατέβουν στην Πελοπόννησο. Στη αργολική μυθολογία, αναφέρεται ότι τους αντιμετώπισε ο Ατρέας που μονομάχησε με τον Ύλλο και τον σκότωσε. Στην αρκαδική, το έργο ανέλαβε ο Έχεμος. Η μονομαχία έγινε στον Ισθμό της Κορίνθου. Μετά, ο Έχεμος παντρεύτηκε την Τιμάνδρα, αδελφή της Ωραίας Ελένης και της Κλυταιμνήστρας και πρωτοξαδέλφη της Πηνελόπης.

Άλλος γιος του Αλεού και βασιλιάς κι αυτός της Τεγέας ήταν ο Λυκούργος. Εγγονός του ήταν ο ήρωας Αγαπήνωρ, αρχηγός των Αρκάδων (Τεγέας, Μαντινείας, Ορχομενού Αρκαδίας, Στύμφαλου, Φενεού κ.ά.) στον Τρωικό πόλεμο. Μετά το πάρσιμο της Τροίας, τα θαλάσσια ρεύματα δεν του επέτρεψαν να επιστρέψει στην Αρκαδία αλλά τον παρέσυραν ως τις ακτές της Κύπρου όπου έκτισε την πόλη Πάφο. Η αρκαδοκυπριακή διάλεκτος συνηγορεί στο ότι Αρκάδες αποίκισαν την Κύπρο. Ο Αγαπήνωρ ποτέ δεν γύρισε στην Αρκαδία. Αργότερα, η κόρη του, Λαοδίκη, έστειλε στο ναό της Αλέας Αθηνάς ένα πέπλο που είδε και ο Παυσανίας, όταν πέρασε από εκεί (τον Β’ μ.Χ. αιώνα).

Αρκαδικές αποικίες ήταν και οι πόλεις Γόρτυνα, Κατρέα και Κυδωνία της Κρήτης. Πάντα η μετανάστευση βρισκόταν στο αίμα των Αρκάδων. Η Πύλος (στην Τριφυλία, διαφορετική από την ομηρική) ήταν αρκαδική αποικία. Επίσης, η Κυπαρισσία που παλιά ονομαζόταν Αρκαδιά. Οι Καύκωνες της Τριφυλίας θεωρούσαν ότι είναι Αρκάδες, όπως αναφέρει ο Στράβων. Οι Δρύοπες κάτοικοι της Ασίνης έλεγαν ότι κατάγονται από τον Δρύοπα, γιο του Αρκάδα. Κατά τον Απολλόδωρο, οι δίδυμοι βασιλιάδες της Αργολίδας, Ακρίσιος και Προίτος, ήταν εγγόνια του Μαντινέα, γιου του Λυκάονα. Ο Πάρος που έγινε οικιστής του ομώνυμου νησιού ήταν από την Αρκαδία. Τεγεάτες έκτισαν αποικίες και προσπάθησαν να ριζώσουν στη Μ. Ασία, όπως μαρτυρά ο μύθος της Αύγης, κόρης κι αυτής του σπουδαίου Αλεού.

 

Στη χώρα του Τεύθραντα:

Η Αύγη ήταν όμορφη κοπέλα. Ο πατέρας της, Αλεός, την είχε τάξει ιέρεια στον ναό της θεάς Αθηνάς. Περαστικός από τα μέρη της, ο Ηρακλής την είδε και την πόθησε. Την πήρε. Η Αύγη έμεινε έγκυος και γέννησε αγόρι. Το έκρυψε μέσα στα άδυτα του ναού αλλά στην πόλη έπεσε αρρώστια. Οι Τεγεάτες ρώτησαν το μαντείο των Δελφών, τι να κάνουν. Η απάντηση ήταν να απαλλάξουν τον ναό από το αμάρτημα.

Ο Αλεός ερεύνησε τον ναό, βρήκε το μωρό στα άδυτα της παρθένας θεάς, ανέκρινε την Αύγη κι έμαθε τι είχε γίνει. Παρέδωσε την κόρη του στον Ναύπλιο να την εκτελέσει κι άφησε έκθετο το μωρό στα βουνά. Όπως και με τις κόρες του Κατρέα (βλ. [ Πατριδογνωσία ] «Ιστορία της Κρήτης»: Ο χαμός του Κατρέα), ο Ναύπλιος προτίμησε να της βρει γαμπρό. Την έδωσε γυναίκα του Τεύθραντα, βασιλιά της Τευθρανίας, χώρας κοντά στην Πέργαμο της μικρασιατικής παραλίας.

Όσο για το μωρό, μια ελαφίνα ανέλαβε να το θηλάσει ώσπου το βρήκαν κάποιοι βοσκοί που αποφάσισαν να το αναθρέψουν. Το έβγαλαν Τήλεφο (Τήλεφος < Θήλεφος < θηλή + έλαφος). Μεγαλώνοντας, ο Τήλεφος απευθύνθηκε στο μαντείο των Δελφών, να μάθει τη γενιά του. Του είπαν να πάει στην Τευθρανία. Εκεί, ο Τεύθρας τον υιοθέτησε και τον έκανε διάδοχό του.

Στα χρόνια που ο Τήλεφος ήταν βασιλιάς, έγινε η εκστρατεία στην Τροία. Μόνο που, αντί για την Τροία, οι Αχαιοί βγήκαν στην Τευθρανία που την πέρασαν για το Ίλιο. Επιτέθηκαν στην πόλη αλλά αποκρούστηκαν κι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν. Ο Αχιλλέας όμως πρόλαβε και πλήγωσε τον Τήλεφο.

Οι Αχαιοί ξαναγύρισαν στην Ελλάδα για να ετοιμάσουν καλύτερα την εκστρατεία στην Τροία, ενώ του Τήλεφου η πληγή δεν έκλεινε. Το μαντείο που ρωτήθηκε, απάντησε ότι ο μόνος που μπορούσε να τον γιατρέψει, ήταν αυτός που τον τραυμάτισε. Μετά από περιπλανήσεις, ο Τήλεφος εντόπισε τον Αχιλλέα. Ο γιος της Θέτιδας έβαλε στην πληγή του ένα μαγικό βότανο και την έκανε να γειάνει. Με τη σειρά του, ο Τήλεφος έδειξε στους Αχαιούς τη σωστή πορεία για την Τροία.

Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ο Αλεός έκλεισε μάνα και παιδί σε μια κασέλα και τους έριξε στη θάλασσα όπως ο Ακρίσιος τη Δανάη και τον Περσέα (βλ. [ Πατριδογνωσία ] «Ιστορία Αργολίδας»: Περσέας και Ανδρομέδα). Τα κύματα έριξαν την κασέλα στην Τευθρανία όπου την βρήκε ο Τεύθρας. Την άνοιξε, είδε μέσα τη μάνα και το μωρό να ζουν ακόμα, πήρε την Αύγη γυναίκα του κι έκανε το μωρό διάδοχό του.

 

Από τον μύθο στην ιστορία:

Όταν ο Αγαπήνωρ βρέθηκε στην Τροία κι έπειτα στην Κύπρο, βασιλιάς στην Αρκαδία έγινε ο Ιππόθους, απόγονος κι αυτός του Αρκάδα. Καθώς η Τεγέα βρίσκεται στα σύνορα με τη Λακωνία και είχε ήδη αρχίσει ο ανταγωνισμός των Αρκάδων προς τη Σπάρτη, ο Ιππόθους μετέφερε την πρωτεύουσά του στην Τραπεζούντα (στα όρια της σημερινής Καρύταινας). Η Τεγέα έμεινε πρωτεύουσα της Αρκαδίας γύρω στα 140 χρόνια.

Επόμενος βασιλιάς έγινε ο Αίπυτος. Στα χρόνια του ήταν που ο Ορέστης, ο τραγικός γιος του Αγαμέμνονα, έφτασε στην Αρκαδία και, κοντά στη Μεγαλόπολη, έκτισε την πόλη Ορέστεια, ακολουθώντας τις επιταγές κάποιου χρησμού. Στα εβδομήντα του τον δάγκωσε κάποιο φίδι. Πέθανε και θάφτηκε στην Τεγέα. Πέθανε και ο Αίπυτος, επειδή παραβίασε το άδυτο του ναού του Ποσειδώνα στη Μαντινεία.

Τον διαδέχτηκε ο γιος του, Κύψελος. Σ’ αυτού τα χρόνια, έγινε η κάθοδος των Ηρακλειδών. Από τα μέρη της Αρκαδίας πέρασε ο Κρεσφόντης βαδίζοντας για τη Μεσσηνία. Ο Κύψελος του έδωσε σύζυγο την κόρη του, Μερόπη, κι έτσι οι Αρκάδες γλίτωσαν τις όποιες περιπέτειες.

Κατά σειρά επόμενοι βασιλιάδες της Αρκαδίας έγιναν οι Ολαίας, Βουκολίων, Φίαλος (που μετονόμασε την Φιγαλία σε Φιαλία, όπου αιώνες αργότερα ο αρχιτέκτονας του Παρθενώνα, Ικτίνος, έκτισε τον περίφημο ναό του Επικούρειου Απόλλωνα), Πόμπος, Αιγινήτης και Πολυμήστωρ. Ήδη είχαν περάσει πέντε γενιές από τότε που οι Ηρακλείδες κατέκτησαν την Πελοπόννησο. Ο βασιλιάς της Σπάρτης, Χάριλλος, θέλησε να πάρει την Αρκαδία. Ρώτησε το μαντείο των Δελφών, τι θα γίνει αν εκστρατεύσει εναντίον της Τεγέας.

Η Πυθία του απάντησε με πέντε στίχους, το νόημα των οποίων ήταν πως, αν εισέβαλαν στην Τεγέα, θα μετρούσαν τη γη της με σχοινιά. Ο Χάριλλος κατάλαβε ότι θα νικούσε τους Τεγεάτες και θα μοίραζε τη γη τους σε κλήρους στους δικούς του, χρησιμοποιώντας σχοινιά κατά την τότε πρακτική.

Η μάχη που ακολούθησε, ήταν αμφίρροπη. Όμως, την κρίσιμη στιγμή, από τον λόφο πίσω από την Τεγέα εξόρμησαν οι γυναίκες της πόλης, επέπεσαν στους Σπαρτιάτες και τους τσάκισαν. Μια από αυτές, η Μάρπισσα, κατάφερε να αιχμαλωτίσει και τον ίδιο τον βασιλιά, Χάριλλο. Οι Σπαρτιάτες αιχμάλωτοι δέθηκαν με σχοινιά και έφαγαν τη ζωή τους οργώνοντας και καλλιεργώντας την αρκαδική γη. Αυτό εννοούσε ο χρησμός.

Τον Πολυμήστορα διαδέχτηκε ο ανιψιός του, Αίχμις. Ήταν τότε που ξεκίνησαν να μετρούν τους Ολυμπιακούς αγώνες (776 π.Χ.), ενώ στη γειτονιά ξέσπασε ο Α’ Μεσσηνιακός πόλεμος (743 – 724 π.Χ.). Οι Αρκάδες πολέμησαν στο πλευρό των Μεσσηνίων και βοήθησαν τον Αριστόδημο να νικήσει (725 π.Χ.). Αποχώρησαν όμως μετά οπότε οι Μεσσήνιοι νικήθηκαν κι εκκένωσαν την Ιθώμη.

Τον Αίχμι διαδέχτηκε ο γιος του, Αριστοκράτης, που βίασε την παρθένα ιέρεια του ναού της Άρτεμης και εκτελέστηκε από το επαναστατημένο πλήθος με λιθοβολισμό. Από τότε, ο ναός της Άρτεμης ξεκίνησε να δέχεται ιέρειες όχι απαραίτητα παρθένες.

Επόμενος βασιλιάς της Αρκαδίας ήταν ο Ικέτας που επίσης βοήθησε τους Μεσσήνιους, στον Β’ Μεσσηνιακό πόλεμο (ανάμεσα στο 685 και το 667 π.Χ.). Πέθανε όσο διαρκούσε ο πόλεμος οπότε βασιλιάς έγινε άλλος με το όνομα Αριστοκράτης, χειρότερος από τον προηγούμενο συνονόματό του: Τον δωροδόκησαν οι Σπαρτιάτες κι άφησε έκθετο στη μάχη τον Μεσσήνιο ηγέτη, Αριστομένη.

Όταν οι υπήκοοί του κατάλαβαν την προδοσία, τον εκτέλεσαν κι αυτόν με λιθοβολισμό και είπαν να τελειώνουν με τους βασιλιάδες. Γύρω στα τέλη του ΣΤ’ π.Χ. αιώνα, είχαν εκλείψει και οι τοπικοί ηγεμόνες. Εγκαθιδρύθηκαν αβασίλευτα πολιτεύματα. Στην Τεγέα, λειτουργούσε βουλή τριακοσίων βουλευτών, ενώ υπήρχαν ακόμα οι προστάτες, οι στρατηγοί, ο γραμματέας και οι αγορανόμοι, θεωροί, δημιουργοί και ηλιαστές. Οι πόλεις αυτονομήθηκαν, διατηρώντας μεταξύ τους ένα χαλαρό δεσμό.

Στους περσικούς πολέμους του 480 – 479 π.Χ., οι Αρκάδες πολέμησαν κάτω από την ηγεσία των Σπαρτιατών ηγετών: Πάνω από 2.000 στις Θερμοπύλες υπό τον Λεωνίδα, πέντε χιλιάδες στη μάχη των Πλαταιών υπό τον Παυσανία. Μετά, οι σχέσεις Αρκάδων και Σπαρτιατών ψυχράθηκαν καθώς στην περιοχή φυσούσε δημοκρατικός άνεμος, καθ’ όλα αντίθετος με τις επιθυμίες της Σπάρτης.

 

Η δημιουργία της Μαντινείας:

Φορέας της νέας κατάστασης στην Πελοπόννησο ήταν το δημοκρατικό Άργος. Οι κάτοικοι της Μαντινείας (στην Αρκαδία, ΒΑ της σημερινής Τρίπολης) κατοικούσαν σε πέντε διάσπαρτους οικισμούς. Οι Αργείοι τους προέτρεψαν να συγκεντρωθούν σε μια ισχυρή πόλη, ενώ οι ίδιοι συμμάχησαν με τους Τεγεάτες. Οι Σπαρτιάτες ένιωσαν τον κίνδυνο κι άνοιξαν πόλεμο με το Άργος και την Τεγέα. Η μάχη (κοντά στην Τεγέα) έληξε υπέρ των Σπαρτιατών αλλά η νίκη τους αυτή δεν στάθηκε ικανή να αποτρέψει τους Μαντινείς από του να μαζευτούν όλοι σε μια πόλη ισχυρή και οχυρή. Κατά την παράδοση, στον συγκεκριμένο τόπο τους οδήγησε η Αντινόη, τοπική ηρωίδα.

Στην Πελοπόννησο δημιουργήθηκε συνασπισμός που μπορούσε να αντιπαραταχθεί στη Σπάρτη. Αρκεί Τεγέα και Μαντινεία να συμμαχούσαν. Δεν το έπραξαν. Η διαχείριση των υδάτινων πόρων τις έφερε αντιμέτωπες: Η άρδευση των καλλιεργειών και των δύο πόλεων εξαρτιόταν από τα νερά του αρκαδικού υψιπέδου. Πότε η μια πότε η άλλη, Τεγέα και Μαντινεία, αντί να συνεργαστούν, έκοβαν το νερό των γειτόνων τους.

Οι Σπαρτιάτες έσπευσαν να επωφεληθούν. Στη δεκαετία του 470 (469 ή 467 ή 465 π.Χ.) οι Τεγεάτες βρέθηκαν επικεφαλής των Αρκάδων, πλην Μαντινείας, αντιμέτωποι με τη Σπάρτη. Οι Αρκάδες νικήθηκαν και υποχρεώθηκαν να εγκαταστήσουν ολιγαρχικά πολιτεύματα στις πόλεις τους. Φυσικά, η Μαντινεία εξαιρέθηκε από το μέτρο αυτό.

Θέλοντας και μη, Τεγέα και Μαντινεία έγιναν σύμμαχοι των Σπαρτιατών και πολέμησαν στο πλευρό τους στον Πελοποννησιακό πόλεμο. Ως το 423 π.Χ. Τη χρονιά εκείνη, Τεγεάτες και Μαντινείς συγκρούστηκαν μεταξύ τους σε μια αμφίρροπη μάχη που μόνο αποτέλεσμα είχε η Μαντινεία να οδηγηθεί στην αγκαλιά της αθηναϊκής συμμαχίας. Ακολούθησαν στο αθηναϊκό μπλοκ το Άργος και η Ηλεία.

Δυο χρόνια αργότερα, συμφωνήθηκε η ειρήνη («του Νικία») και ο πόλεμος φάνηκε να λήγει.

 

Μαντινεία και Μεγαλόπολη:

Η ειρήνη παραβιάστηκε δραματικά τρία χρόνια αργότερα (418 π.Χ.), όταν στον κάμπο της Μαντινείας συγκρούστηκε το αντισπαρτιατικό μπλοκ Αθήνας, Μαντινείας και Άργους με τους Σπαρτιάτες του Άγη. Οι Σπαρτιάτες νίκησαν, Αθηναίοι και Αργείοι αποχώρησαν, οι Μαντινείς υποχρεώθηκαν να γίνουν σύμμαχοι της Σπάρτης. Στα 385 π.Χ., όταν πια στην Ελλάδα είχε επιβληθεί η «Ανταλκίδειος ειρήνη», οι Σπαρτιάτες τους έδωσαν εντολή να γκρεμίσουν τα τείχη τους. Οι Μαντινείς αρνήθηκαν. Επικεφαλής του σπαρτιατικού στρατού, ο βασιλιάς Αγισίπολης εισέβαλε στην Μαντινεία και την ξεθεμελίωσε. Οι κάτοικοι διασκορπίστηκαν στους γύρω οικισμούς.

Είχαν περάσει 14 χρόνια, όταν, στα 371 π.Χ., οι Θηβαίοι κατανίκησαν τους Σπαρτιάτες στα Λεύκτρα της Βοιωτίας. Ο Θηβαίος στρατηγός, Επαμεινώνδας, εισέβαλε στην Πελοπόννησο, ξανάκτισε την Μαντινεία κι ανάγκασε τους κατοίκους σαράντα αρκαδικών οικισμών να κτίσουν την Μεγαλόπολη (Μεγάλη Πόλη). Μεγαλόπολη και Μαντινεία έγιναν τα προχωρημένα φυλάκια των Θηβαίων στα βόρεια της Σπάρτης. Δημιουργήθηκε η Αρκαδική Συμπολιτεία με αρχηγό τον Λυκομήδη που διακήρυξε ότι οι Αρκάδες μπορούσαν να ηγεμονεύσουν στην Ελλάδα. Ξεκίνησαν από τη γειτονική Ηλεία, στην οποία επιβλήθηκαν και όπου ανέλαβαν για λίγο τη διαχείριση των θησαυρών του ναού του Ολύμπιου Δία. Η ήττα των Αρκάδων από τους Σπαρτιάτες στα 368 π.Χ. έβαλε τέλος στα κοσμοκρατορικά τους όνειρα.

Ο Επαμεινώνδας εκστράτευσε εναντίον των αγνωμόνων Μεγαλοπολιτών και Μαντινέων. Η μεγάλη μάχη («της Μαντινείας») έγινε το 362 π.Χ. Οι Θηβαίοι νίκησαν αλλά ο στρατηγός τους, Επαμεινώνδας, σκοτώθηκε. Αθήνα, Σπάρτη, Θήβα είχαν καταπονηθεί ανεπανόρθωτα. Είχε έρθει η σειρά των Μακεδόνων να ηγεμονεύσουν στην Ελλάδα. Το πέτυχαν με τον Φίλιππο Β’, νικητή της μάχης στη Χαιρώνεια (338 π.Χ.).

Στα χρόνια των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η Αρκαδία έγινε θέατρο μαχών που αποτέλεσμα είχαν να υποστεί η χώρα μεγάλες συμφορές. Κάποια στιγμή, η Τεγέα βρέθηκε σύμμαχος της Αχαϊκής Συμπολιτείας, η Μαντινεία στο πλευρό της Σπάρτης. Ο αχαϊκός συνασπισμός είχε αρχικά αντιμακεδονικό προσανατολισμό αλλά η ζωή τον έφερε σύμμαχο των Μακεδόνων του Αντίγονου του Δώσωνα. Η υποταγή της Σπάρτης στους συμμάχους της συμπολιτείας, Μακεδόνες, μετέτρεψε την Μαντινεία σε κτήση του Άργους καθώς εκεί την χάρισε ο βασιλιάς Αντίγονος Δώσων. Οι Αργείοι την μετονόμασαν Αντιγόνεια. Η πόλη έφερε το όνομα Αντιγόνεια ως την εποχή του Ρωμαίου αυτοκράτορα (117 – 138 μ.Χ.), Αδριανού. Ήταν το 125 μ.Χ., όταν ο Αδριανός της απέδωσε το αρχαίο όνομα και, κατά τον Παυσανία, ξανάκτισε τον εκεί κατεστραμμένο ναό του Ποσειδώνα κι έβαλε να στηθεί ενεπίγραφος στήλη στον τάφο του Επαμεινώνδα. Οι Μαντινείς ανακήρυξαν τον Αδριανό, θεό τους, μετά τον θάνατό του. Το όνομα της Μαντινείας αναφέρεται τελευταία φορά, στα 525, στο «Συνέκδημον» του Ιεροκλή. Η Τεγέα συνέχισε κι αυτή να υπάρχει ως τον ΣΤ’ μ.Χ. αιώνα. Δεν ξανακούστηκε. Η εποχή της εξαφάνισής των δύο πόλεων συμπίπτει με την εισβολή των Σλάβων στην Πελοπόννησο. Η Μεγαλόπολη είχε εκπέσει νωρίς. Έδωσε στην Αχαϊκή Συμπολιτεία τον στρατηγό Φιλοποίμενα, είδε τα ανδραγαθήματα του στρατηγού Λυκόρτα, χάρισε στην Ελλάδα τον ιστορικό Πολύβιο (201 – 120 π.Χ.) αλλά στα χρόνια του Παυσανία (Β’ αιώνας) ήταν μια έρημη πόλη.

 

Νύκλι και Μούχλι:

Στην περιοχή της Τεγέας, η ζωή συνεχίστηκε στο Νύκλι που κτίστηκε πλάι στα ερείπια της αρχαίας πόλης. Στην υπόλοιπη χώρα, τα αρχαία ονόματα λίγο πολύ χάθηκαν. Πλάι στον αρχαίο Υψούντα άνθισε η Δημητσάνα. Η περιοχή της Γορτυνίας πήρε το όνομα δρόγγος των Σκορτσών κι έμεινε γνωστή ως Γκόριτσα. Η Αρκαδία όλη λεγόταν Μεσαρέα (μέση χώρα), ενώ η μεσσηνιακή Τριφυλία έγινε Αρκαδιά.

Οι Φράγκοι δεν δυσκολεύτηκαν να κατακτήσουν την Αρκαδία. Ο Γκοτιέ ντε Ροζιέρ πήρε τη ΒΔ Γορτυνία κι έκτισε το φρούριο της Άκοβα. Ο Ούγκο ντε Βριγιέρ πήρε τη Ν. Γορτυνία, όπου ο διάδοχός του έκτισε την Καρύταινα. Ο Ματθαίος ντε Μος πήρε τη Βελιγοσή. Ο Γκιουν ντε Νεβέλ πήρε τη νότια Κυνουρία κι έστησε την πρωτεύουσά του στο Γεράκι. Στα 1209, το Νύκλι παραδόθηκε στον Γουλιέλμο ντε Μορλέ μαζί με έξι φέουδα. Ήταν αξιόλογη πόλη σε όλη τη διάρκεια της φραγκοκρατίας, έδρα συνελεύσεων των ιπποτών. Όταν, στα 1295, ο Ανδρόνικος Β’ Παλαιολόγος διέκοψε την ειρήνη με τους Φράγκους, το Νύκλι πάρθηκε από ένα στρατηγό του που όμως διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να το κρατήσει. Το κατέστρεψε ολοκληρωτικά. Αντί γι’ αυτό, την ίδια χρονιά, κτίστηκε σε κάποια απόσταση, το Μούχλι που δεσπόζει του Αχλαδόκαμπου. Μετατράπηκε σε ένα από τα πιο ισχυρά φρούρια της Πελοποννήσου (Ακροκόρινθος, Μονεμβασιά, Μούχλι).

Το Μούχλι κι ο Μιστράς αναδείχτηκαν σε προπύργια των Ελλήνων, οι πιο σπουδαίες πόλεις του δεσποτάτου. Στα 1320, η Αρκαδία απελευθερώθηκε ολοκληρωτικά από τους Φράγκους και στο Μούχλι εγκαταστάθηκε ο πολιτικοστρατιωτικός της διοικητής που διοριζόταν από τους Παλαιολόγους του Μιστρά. Στα 1458, διοικητής του ήταν ο Δημήτριος Ασάνης, πατέρας της πανέμορφης Ασανίνας Μουχλιώτισσας, τελευταίας κυράς της Αθήνας, και της Αικατερίνης, γυναίκας του Θωμά Παλαιολόγου. Οι Οθωμανοί τον πολιόρκησαν και κατόρθωσαν να κόψουν το νερό. Η αντίσταση κάμφθηκε μετά από τρεις μέρες.

Οι Ασάνες μετακόμισαν στο Λιδωρίκι όπου συνέχισαν να ζουν ως φεουδάρχες. Στα 1531, μετανάστευσαν στην Κεφαλονιά. Το Μούχλι ξέπεσε. Στα 1715 δεν ήταν παρά ένα άσημο χωριό.

 

Συνεχείς αγώνες:

Στα 1463, η Βενετία πολεμούσε την Οθωμανική αυτοκρατορία και κάλεσε τους Έλληνες να επαναστατήσουν. Ξεσηκώθηκαν Μανιάτες, Λακεδαιμόνιοι και Αρκάδες, Έλληνες (με αρχηγό τον Μιχαήλ Ράλλη) και Αρβανίτες (με αρχηγό τον Πέτρο Μπούα). Κράτησαν ως το 1468, όταν οι δυτικοί σύμμαχοι τους εγκατέλειψαν. Ο Ράλλης βρήκε φριχτό θάνατο με παλούκωμα. Οι Αρκάδες έσπευσαν να ξεσηκωθούν και στα 1532 όταν ο Γενουάτης Αντρέα Ντόρια καταναυμαχούσε τους Τούρκους, όπως και στα 1571, μετά τη ναυμαχία της Ναυπάκτου. Οι ξεσηκωμοί πνίγηκαν στο αίμα.

Οι Βενετσιάνοι του Φραγκίσκου Μοροζίνι μπήκαν στο Ναύπλιο στις 20 Αυγούστου του 1686. Στην Αρκαδία, ξεσηκώθηκαν με ηγέτες τον Χρονά από το Χρυσοβίτσι, τον Θανάση Κουλά της Καρύταινας και τον Παλαιολόγο της Άκοβας. Τον Ιούνιο του 1687, πήραν το κάστρο της Καρύταινας και αιχμαλώτισαν 1.300 Τούρκους. Η περιοχή περιλήφθηκε στο βασίλειο του Μορέως. Το Λεοντάρι και η Καρύταινα εντάχθηκαν στον νομό της Κορώνης. Η υπόλοιπη Αρκαδία πέρασε στο νομό της Ρωμανίας με πρωτεύουσα το Ναύπλιο. Η περιοχή όμως είχε ερημώσει. Στα 1691, υπήρχαν 124 κατοικημένοι οικισμοί με συνολικό πληθυσμό 12.207 κατοίκους (μετρήθηκαν 3.080 οικογένειες).

Με την ειρήνη του Πασάροβιτς (1718), η Αρκαδία (μαζί με την Πελοπόννησο όλη) αποδόθηκε στην Οθωμανική αυτοκρατορία, μάλλον με αισθήματα ανακούφισης των ντόπιων που, όπως παντού αλλού, είχαν υποστεί τα πάνδεινα από τους Βενετσιάνους. Τρεις ντόπιοι άρχοντες της Γορτυνίας έσπευσαν στον Βεζίρη Αλή Κουμουρτζή και δήλωσαν υποταγή των συμπατριωτών τους. Αντίθετα, ο Δήμος Κολοκοτρώνης, ο γιος του, Μπότσικας, και διακόσιοι ακόμα θέλησαν να αντισταθούν. Στη μάχη που ακολούθησε, οι Κολοκοτρωναίοι σφάχτηκαν ανηλεώς.

Οι Οθωμανοί εγκατέστησαν την διοικητική έδρα της Αρκαδίας στην Τρίπολη. Στα βουνά, η κλεφτουριά ζούσε με τους δικούς της νόμους. Στη Δημητσάνα, δημιουργήθηκε σχολή. Στα 1764, αναδιοργανώθηκε. Μια βιβλιοθήκη έγινε πηγή γνώσης, ενώ ο τόπος έβγαζε δασκάλους που ίδρυαν νέα σχολειά, όπου υπήρχαν μαθητές. Μετά, ήρθαν οι Ορλόφ.

 

Δραματικές εξελίξεις:

Ο μητροπολίτης Λακεδαίμονος Ανανίας Λαμπάρδης ήταν από τους πρώτους που πίστεψαν το «ξανθό γένος» και νόμισαν ότι οι Ρώσοι της Μεγάλης Αικατερίνης θα βοηθούσαν τους Έλληνες να ελευθερωθούν. Προπαγάνδιζε υπέρ της επανάστασης που ερχόταν, έστησε και τους πρώτους δυο μπαρουτόμυλους στη Δημητσάνα. Ούτε την επανάσταση πρόλαβε να δει ούτε το ξεπούλημά της από τους Ορλόφ. Οι Τούρκοι τον έσφαξαν μέσα στη μητρόπολη του Μιστρά (1767).

Η ίδια επανάσταση έσβησε έξω από την Τρίπολη όπου οι Τούρκοι διέλυσαν τους λίγους Ρώσους και τους άνδρες του Αντώνη Ψαρού. Οι κάπου δέκα χιλιάδες Αλβανοί που έσπευσαν στο πλευρό των Τούρκων, μετατράπηκαν σε μάστιγα, ενώ η σχολή της Δημητσάνας έκλεισε. Περιουσίες αρπάχτηκαν, κόσμος και κοσμάκης σφάχτηκε, οι Αλβανοί εισέβαλλαν στους ναούς κι έβγαζαν τα μάτια από τις εικόνες των αγίων, πολλοί Έλληνες έγιναν πρόσφυγες. Μετά, οι Αλβανοί στράφηκαν και εναντίον των Τούρκων. Εξοντώθηκαν με την ολόθερμη βοήθεια των κλεφτών. Ακολούθησε ο αφανισμός και των κλεφτών.

Στα 1785, ο Μόρα Βαλεσής μετέφερε την διοικητική πρωτεύουσα της Πελοποννήσου, από το Ναύπλιο, στην Τρίπολη. Η πόλη απέκτησε τείχος ύψους 5,5 μ., με περίμετρο 3,5 χλμ. και με επτά πύλες. Πάνω από κάθε πύλη υπήρχε ντάπια με κανόνια. Η Τρίπολη έγινε το αληθινό κέντρο του Βιλαετιού.

Την ίδια χρονιά (1785), στα γύρω βουνά, ιδρύθηκε η ομοσπονδία των αρματολών!

 

Η ομοσπονδία των κλεφτών:

Ο Ζαχαριάς Μπαρμπιτσιώτης γεννήθηκε στα 1760, στη Βάρβιτσα της Λακωνίας, στα βόρεια του νομού, κοντά στα αρκαδικά σύνορα. Ήταν βοσκός των τσελιγκάδων Νικολόπουλων αλλά κάποια στιγμή τσακώθηκε μαζί τους, έβαλε φωτιά στις στάνες κι έφυγε στα βουνά. Γενναίος, με στρατηγικό μυαλό, ορμητικός όταν χρειαζόταν, έπεφτε στη μάχη χωρίς φόβο και γρήγορα εξελίχθηκε σε μορφή των βουνών. Σε λίγο, είχε αποκτήσει δικό του κλέφτικο μπουλούκι, με το οποίο χτυπούσε και τους Νικολόπουλους αλλά και τους Τούρκους. Οι Νικολόπουλοι ζήτησαν και πέτυχαν να συμφιλιωθούν μαζί του, δίνοντάς του σύζυγο μια από τις αρχοντοπούλες της οικογένειας.

Οι Τούρκοι προσπάθησαν να τον ξεκάνουν. Ήταν 21 χρόνων όταν στα 1781 έδωσε τη μάχη του Σάλεσι. Η ζημιά που τους έκανε, του προσέδωσε τεράστια φήμη σ’ όλο τον Μοριά. Μια και δεν μπόρεσαν να τον βγάλουν από τη μέση, οι Τούρκοι προσπάθησαν να τον πάρουν με το μέρος τους. Τον έκαναν δερβέναγα (υπεύθυνο για τη φύλαξη των ορεινών διαβάσεων). Ο Ζαχαριάς ησύχασε για λίγο, ώσπου να βάλει μπροστά τη μεγαλοφυή ιδέα του: Βγήκε πάλι κλέφτης στα βουνά, έστησε δικό του μεγαλύτερο μπουλούκι και, στα 1785, σε ηλικία 25 μόλις χρόνων, δημιούργησε την «Ομοσπονδία κλεφτών», συνενώνοντας κάτω από την αρχηγία του όλους τους αρχηγούς κλεφτών της Πελοποννήσου! Σκοπός της ήταν ο συντονισμός δράσης, ώστε τα πλήγματα κατά των Τούρκων να είναι καίρια.

Όταν, δυο χρόνια αργότερα, ο Θόδωρος Κολοκοτρώνης (17 χρόνων, τότε) βγήκε κλέφτης στα βουνά, ο Ζαχαριάς τον έκανε υπαρχηγό του. Στην ομοσπονδία αυτή μετείχαν όλοι οι σπουδαίοι κλέφτες της εποχής κι ανάμεσά τους, από την Αρκαδία, ως συναρχηγοί ο Αθανάσιος Πετιμεζάς και ο Αναγνωσταράς (μελλοντικό δραστήριο στέλεχος της Φιλικής Εταιρείας). Κι ακόμα, ο Αθανάσιος Καράμπελας από τα Βέρβενα, ο Μακρυγιάννης από τη Θέλπουσα, ο Κόλιας από τη Βυτίνα, οι Γορτύνιοι Κόλιας και Αθανάσιος Πλαπούτας, ο Κουλοσπύρος από το Αρκουδόρεμα, ο Μάτζαρης από την Τεγέα, ο Σταματέλος Τουρκολέκας ή Σταματελόπουλος (πατέρας του Νικηταρά), ο Πέτρος Μακάς, ο Π. Κεφάλας και άλλοι. Όλοι τους, αρχικλέφτες, καπετάνιοι με δικά τους μπουλούκια. Και πέρα από αυτούς, άλλοι καπετάνιοι με μικρότερη φήμη αλλά όχι και μικρότερη παλικαριά.

Η δράση της ομοσπονδίας κράτησε είκοσι χρόνια. Στη διάρκειά της, οι Τούρκοι γνώρισαν πολλές ήττες ακόμα και σε μάχες του τακτικού τους στρατού, καθώς ο Ζαχαριάς επέβαλε τη μέθοδο που αποκλήθηκε «κλεφτοπόλεμος». Ταυτόχρονα, οι φτωχοί και κατατρεγμένοι βρήκαν προστασία, ενώ ιδρύθηκαν «νοσοκομεία» για τους μαχητές και σχολεία για τα παιδιά τους. Οι Τούρκοι τον ονόμασαν αρχιδερβέναγα μπας και γλιτώσουν αλλά ο Ζαχαριάς συνέχισε την δράση του.

Στα 1792, όταν ο Γεώργιος Ανδρίτσος (πατέρας του Οδυσσέα Ανδρούτσου), χώρισε από τον Λάμπρο Κατσώνη, αποβιβάστηκε στη Λάγια (κοντά στο ακρωτήριο Ταίναρο) κι έδωσε φοβερή μάχη. Η ομοσπονδία τον στήριξε και τον βοήθησε να διασχίσει όλο το Μοριά μαχόμενος με τα πεντακόσια παλικάρια του, ως να περάσει στα μέρη του. Στη μεγάλη εκείνη πορεία έχασαν τη ζωή τους περίπου διακόσιοι σύντροφοι του Ανδρίτσου.

Ο Πετιμεζάς κι ο Κόλιας από τη Βυτίνα δολοφονήθηκαν στα 1804. Ακολούθησε η δολοφονία του Μαντά. Ο μεγάλος διωγμός των κλεφτών, με τη βούλα και του πατριάρχη, ξεκίνησε στα 1806. Πρώτος πέρασε στη Ζάκυνθο ο Αναγνωσταράς. Μετά, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Έπειτα, ο Σταματέλος Τουρκολέκας με τον γιο του Νικήτα και τη νύφη του (σύζυγο του Νικήτα) Αγγελική ή Αγγελίνα, κόρη του Ζαχαριά. Ο ίδιος ο Ζαχαριάς επέζησε του χαλασμού αλλά δολοφονήθηκε το 1807 από τον κουμπάρο του, Κουκέα. Η ομοσπονδία των κλεφτών διαλύθηκε. Είχε όμως επιτελέσει το έργο της: Η εθνική συνείδηση ήταν πια βαθιά ριζωμένη σ’ όλο τον Μοριά. Η επανάσταση ήρθε ως αναπόφευκτος καρπός της ωρίμανσης. Για την ώρα, το πάνω χέρι πήραν οι αρχιερείς και οι προεστοί: Απέκτησαν δύναμη ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Βρεσθένης Θεοδώρητος, οι Δεληγιάννηδες...

 

Οι Δεληγιάννηδες:

Το επώνυμο Δεληγιάννης κατείχαν δυο οικογένειες της Γορτυνίας που ζούσαν στα γειτονικά χωριά Τσάρνη και Λαγκάδια. Ο πρώτος που ξέρουμε, από την Τσάρνη, είχε αναδειχτεί σε «Μωρογιάννη» (πρώτο πρόκριτο του Μοριά) πριν από τα ορλοφικά. Ακολούθησε κι αυτός τα κελεύσματα των Ρώσων κι εργάστηκε για την επανάσταση, μαζί με τον μητροπολίτη Ανανία Λαμπάρδη. Κι ενώ ο Ανανίας δολοφονήθηκε μέσα στη μητρόπολη, ο Δεληγιάννης σύρθηκε στο Ναύπλιο, μαζί με τα παιδιά του. Σφάχτηκαν. Κάποιοι συγγενείς κατόρθωσαν να φύγουν στη Ρωσία όπου τους δόθηκαν κτήματα.

Γραμματέας του Δεληγιάννη από την Τσάρνη, που σφάχτηκε στο Ναύπλιο, ήταν ο Ιωάννης Παπαγιαννόπουλος από τα Λαγκάδια. Ήταν ζωηρός νέος και τον είπαν «ντελή» (=ζωηρό). Ο Ντελής Γιάννης από τα Λαγκάδια επικράτησε να λέγεται Ντεληγιάννης. Στα 1781 πήρε σύζυγό του τη Μαρία Πετροπούλου από τη Σμύρνη. Του έκανε έντεκα παιδιά. Επέζησαν οκτώ. Το τελευταίο, ο Γεώργιος, πέθανε νωρίς. Ο πατέρας Δεληγιάννης έδωσε εντολή το πένθος να μη κρατήσει πέρα από την ώρα που θα τέλειωνε η κηδεία. Από τότε, η σύντομη διάρκεια του πένθους έγινε παράδοση στην οικογένεια.

Στα 1787, ο Δεληγιάννης έγινε «Μωρογιάννης». Αναδείχτηκε σε έναν από τους άρχοντες του Μοριά, ζώντας με μεγαλοπρέπεια κι αποκτώντας σχέσεις με τους σπουδαίους Τούρκους της εποχής του και με τις μεγαλύτερες ελληνικές αρχοντικές οικογένειες. Έδωσε τη μια του κόρη, Αθανασία, σύζυγο του Αθανάσιου Αντωνόπουλου από τη Δημητσάνα και την άλλη, Ελένη, σύζυγο του Ανδρέα Ζαΐμη. Στα 1800, ο γιος του, Αναγνώστης, έγινε βεκίλης (αντιπρόσωπος) της Πελοποννήσου στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί, παντρεύτηκε την κόρη του τραπεζίτη Ταμπακόπουλου κι έγινε πανίσχυρος. Ο επίσης γιος του, Θεοδωράκης, έγινε γαμπρός του κοτζαμπάση της Τρίπολης, φιλότουρκου Σωτηράκη Κουγιά, και ήταν μόνιμος αντιπρόσωπος της Γορτυνίας στη συνέλευση της Τρίπολης. Χρησιμοποιώντας την επιρροή του πατέρα του, αγόραζε τουρκικά τσιφλίκια κι έφτασε να γίνει πάμπλουτος.

Στα 1806, οι Δεληγιάννηδες έβαλαν ένα χεράκι να χτυπηθεί η κλεφτουριά κι απέκτησαν την εύνοια των Οθωμανών. Ο γιος του Αλή, Βελή πασάς, τον Αναγνώστη Δεληγιάννη έβαλε μέσο για να διοριστεί Μόρα Βαλεσή (1807). Ο Βελή έδειξε ανεξιθρησκία κι οργανωτικότητα αλλά έλαχε να συγκρουστεί με τον «Μωρογιάννη». Πρόκριτοι και Δεληγιάννηδες της Αρκαδίας και της Κωνσταντινούπολης συνασπίστηκαν και πέτυχαν την ανάκληση του Βελή (1810). Ο γιος του Αλή πασά βρήκε άλλο λούκι κι επανήλθε στην Τρίπολη Μόρα Βαλεσής (1811). Συνέλαβε τον «Μωρογιάννη» και τον γιο του, Θεοδωράκη, και τους φυλάκισε. Οι λοιποί της οικογένειας των Δεληγιάννηδων κρύφτηκαν. Στα 1812, απαλλάχτηκαν από τον Βελή, οριστικά. Στη θέση του, ήρθε ο Αχμέτ πασάς. Ο «Μωρογιάννης» αποκαταστάθηκε και η οικογένεια απέκτησε πάλι την επιρροή της.

Κάποιοι πληροφόρησαν τον διάδοχο του Αχμέτ πασά ότι ο «Μωρογιάννης» Δεληγιάννης ετοίμαζε επανάσταση. Αυτός κατάφερε να εκδοθεί φιρμάνι από την Κωνσταντινούπολη, που τον καταδίκαζε σε θάνατο. Ήταν νύχτα, 16 Φεβρουαρίου του 1816, όταν ο εντεταλμένος για την εκτέλεση Τούρκος αξιωματικός μπήκε στο σπίτι των Δεληγιάννηδων. Βρήκε τον γέρο «Μωρογιάννη» στο κρεβάτι και τον αποκεφάλισε. Μετά, έριξε το σώμα του από το παράθυρο, στα χιόνια. Στο αίμα που έβαψε τη γη και που κανένας δεν καθάρισε, ορκίζονταν μετά από χρόνια οι Φιλικοί της περιοχής.

Οι γιοι του Δεληγιάννη πέτυχαν να γλιτώσουν τη δήμευση της περιουσίας τους κι έθαψαν το κεφάλι του γέρου, ενώ αμέσως νέος «Μωρογιάννης» εκλέχτηκε ο Θεοδωράκης. Πένθησε όσο να θαφτεί το κεφάλι κι αμέσως ξεκίνησε περιοδεία σε ολόκληρη τη Γορτυνία, σκορπώντας χρυσάφι κι ασήμι σ’ όσους έσπευδαν να τον υποδεχτούν. Τον αποδέχτηκαν ως αληθινό άρχοντά τους και προστάτη.

Ο Κανέλλος Δεληγιάννης ζούσε στην Κωνσταντινούπολη, κοντά στον αδελφό του Αναγνώστη που εξακολουθούσε να είναι βεκίλης του Μοριά. Στα 1819 τον πλησίασε ο Γρηγόριος Δικαίος Παπαφλέσσας κι άρχισε να τον ψαρεύει. Ο Κανέλλος μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία, στις 10 Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου. Κατέβηκε στην Αρκαδία και μύησε τα εκεί αδέλφια του. Στα 1820, έγραψαν στον Αλέξανδρο Υψηλάντη επιστολή γεμάτη πατριωτικό ενθουσιασμό. Τους απάντησε ευγνωμονώντας τους. Ξεκίνησαν να μαζεύουν τρόφιμα και πολεμοφόδια. Ο μέγας Χουρσίτ πασάς που διορίστηκε Μόρα Βαλεσής, τους έβαλε σε σκέψεις. Γρήγορα όμως ο Τούρκος στρατηγός εγκατέλειψε την Τρίπολη για να πάει στα Γιάννενα να πολεμήσει εναντίον του Αλή πασά. Δεν ξαναγύρισε.

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ήταν ήδη στη Μάνη, όταν, Φεβρουάριο του 1821, ο Τούρκος που είχε μείνει στο πόδι του Χουρσίτ, στην Τρίπολη, κάλεσε εκεί τους πρόκριτους και τους αρχιερείς. Ο «Μωρογιάννης» Θεοδωράκης Δεληγιάννης έσπευσε πρώτος, για να του ρίξει στάχτη στα μάτια. Οι Δεληγιάννηδες όμως έκαναν πίσω, καθώς φοβήθηκαν για τη ζωή του, αν ξεσπούσε στην ώρα της η επανάσταση. Στη Δημητσάνα, στο σπίτι του Αντωνόπουλου, γαμπρού των Δεληγιάννηδων, συγκροτήθηκε σύσκεψη με πρωτοβουλία του Παπαφλέσσα. Αποφασίστηκε η επανάσταση να ξεκινήσει, με οποιοδήποτε κόστος.

Όταν πια η επανάσταση είχε ξεσπάσει, ο Θεοδωράκης φυλακίστηκε. Πέθανε στη φυλακή. Ο βεκίλης στην Κωνσταντινούπολη, Αναγνώστης, κι ένας ακόμα αδελφός, ο Νικολάκης, που ζούσε μαζί του, φυγαδεύτηκαν. Έφτασαν σώοι στην Ύδρα.

Στις 28 Απριλίου του 1821, ο Κανέλλος Δεληγιάννης θα υποχρέωνε τους οπλαρχηγούς να δεχτούν τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη αρχιστράτηγο του Αγώνα. Ο ίδιος έμεινε πρόεδρος της 5μελούς επιτροπής που φρόντιζε για τις προμήθειες. Οι Δεληγιάννηδες έμελλε να μετάσχουν στην εκστρατεία εναντίον της Πάτρας. Ο Κανέλλος έγινε στρατηγός.

Ο Αναγνώστης Δεληγιάννης, ο πρώην βεκίλης, ποτέ δεν χώνεψε την αρχιστρατηγία του Θ. Κολοκοτρώνη. Από το 1822, ξεκίνησε να δημιουργεί προβλήματα που έμελλε να οδηγήσουν σε πραγματικό εμφύλιο. Τον Ιούνιο του 1823, ο διχασμός είχε επέλθει. Ο Κανέλλος θέλησε να εξομαλύνει την κατάσταση κι αρραβώνιασε την κόρη του, Μαριορίτσα, με τον Κολίνο, γιο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Στα 1824, Κανέλλος, Δημήτριος και Νικολάκης Δεληγιάννης ήταν συγκρατούμενοι του Κολοκοτρώνη στις φυλακές της Ύδρας, ενώ η πολιτική του Αναγνώστη θριάμβευε.

Η εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο μείωσε την επιρροή των Δεληγιάννηδων. Στα 1827, βρέθηκαν φυλακισμένοι στο Ιτς Καλέ (Ακροναυπλία). Στα 1834, κατέθεταν ως μάρτυρες κατηγορίας στη δίκη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Ένα από τα αδέλφια ήταν ο Παναγής Δεληγιάννης που πέθανε το 1839. Γιος του Παναγή ήταν ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης, μετέπειτα θανάσιμος αντίπαλος του Χαρίλαου Τρικούπη, πολιτικός και πρωθυπουργός.

 

Στα Βέρβενα και στα Δολιανά:

Ο κεχαγιάμπεης (τοποτηρητής του πασά) Μουσταφά είχε εντολή από τον απασχολημένο με την πολιορκία του Αλή, στα Γιάννενα, Χουρσίτ πασά, να σπεύσει στην Πελοπόννησο με 3.500 Αλβανούς, να στηρίξει τους Τούρκους όπου αυτοί εξακολουθούσαν να αντιστέκονται και να ενισχύσει την άμυνα της Τρίπολης, περιμένοντας τον Ομέρ Βρυώνη και τον Κιοσέ Μεχμέτ. Οι δυο τελευταίοι, είχαν εντολή να πνίξουν την επανάσταση στη Ρούμελη κι έπειτα να κατέβουν στον Μοριά και, μαζί με τον Μουσταφά, να βάλουν τέλος στον ξεσηκωμό.

Ο Μουσταφά έφτασε στην Τρίπολη στις 6 Μαΐου του 1821. Στις 12 με 13, νικήθηκε από τον Κολοκοτρώνη στο Βαλτέτσι. Χρειαζόταν επειγόντως μια νίκη για να αναπτερώσει το πεσμένο ηθικό των Τούρκων. Σκέφτηκε να χτυπήσει το στρατόπεδο που οι Έλληνες είχαν στήσει στα Βέρβενα (νότια της Τρίπολης) με σκοπό να ξεκινήσουν πολιορκία του τουρκικού διοικητικού κέντρου της Πελοποννήσου. Γνωρίζοντας καλύτερα τα πράγματα, οι Τούρκοι της Τρίπολης πρότειναν να περιμένουν τον Ομέρ Βρυώνη και τον Κιοσέ Μεχμέτ. Αγνοούσαν ότι αυτοί οι δυο ποτέ δεν θα κατέβαιναν στον Μοριά καθώς είχαν βρει τον μπελά τους στη Ρούμελη από τον Οδυσσέα Ανδρούτσο. Ο Μουσταφά επέμενε. Διάλεξε την 18 Μαίου για τον αιφνιδιασμό του.

Νύχτα 17 Μαΐου, ο Νικήτας Σταματελόπουλος έφτασε στα Δολιανά. Αποφάσισε να περάσει εκεί τη νύχτα, σκοπεύοντας το πρωί να συνεχίσει τον δρόμο για το Ναύπλιο όπου μετέβαινε με καμιά διακοσαριά ενόπλους, προκειμένου να ενισχύσει την εκεί πολιορκία.

Πρωί, 18 Μαιου 1821, βγήκαν από την Τρίπολη 6.000 Τούρκοι. Το σχέδιο του Μουσταφά προέβλεπε κυκλωτική κίνηση και εκκαθάριση των γύρω από τα Βέρβενα περιοχών, πριν να χτυπηθεί το κύριο ελληνικό στρατόπεδο. Στα Δολιανά, του προέκυψαν οι άνδρες του Νικήτα. Ταμπουρώθηκαν στα σπίτια του χωριού κι άρχισαν να αμύνονται σθεναρά. Ο Μουσταφά άφησε μια δύναμη να προσπαθεί να τα βγάλει πέρα με τους διακόσιους ταμπουρωμένους στα Δολιανά κι έστειλε τους πολλούς να χτυπήσουν τα Βέρβενα. Αιφνιδιασμός όμως δεν υπήρχε πια. Με ηγέτες τον Πάνο Γιατράκο και τον Θεοδώρητο Βρεσθένη, οι 2.300 Έλληνες τους περίμεναν σε κακοτράχαλο σημείο όπου το ιππικό ήταν αδύνατο να δράσει. Στη μάχη, δυο Τούρκοι σημαιοφόροι σκοτώθηκαν. Οι άλλοι το πήραν για κακό σημάδι κι άρχισαν να υποχωρούν. Οι Έλληνες τους καταδίωξαν.

Στα Δολιανά, οι άνδρες του Νικήτα Σταματελόπουλου έκαναν έξοδο και πήραν στο κυνήγι τους πολιορκητές. Από τους τριακόσιους νεκρούς που οι Τούρκοι είχαν εκείνη την ημέρα, οι 250 πήγαν από τα χέρια του Σταματελόπουλου και των ανδρών του αποσπάσματός του. Ως τότε, τον έλεγαν Νικηταρά κι ήταν ο φόβος και ο τρόμος των Τούρκων. Από τη μέρα εκείνη, το παρατσούκλι του συμπληρώθηκε: Νικηταράς ο Τουρκοφάγος.

 

Ο μπροστάρης Νικηταράς:

Η γενιά του Σταματελόπουλου κατάγεται από το Τουρκολέκα της Αρκαδίας. Τόσο ο πατέρας του, Σταματέλος, όσο και ο ίδιος ο Νικήτας, πολλές φορές ανέφεραν ως επώνυμό τους το Τουρκολέκας (αντί του Σταματελόπουλος) για να δηλώσουν την καταγωγή τους. Ο Νικήτας γεννήθηκε στη Μεγάλη Αναστάσοβα (μετέπειτα Νέδουσα Μεσσηνίας), «όπου είχε καταφύγει για κάποιο διάστημα ο πατέρας του με την οικογένειά του, σε συγγενικό ή φιλικό του σπίτι, μάλλον κυνηγημένος από τους Τούρκους», όπως σημειώνει ο Δημήτρης Σταμέλος στο έργο του «Νικηταράς, πρότυπο παλικαριάς και αρετής». Ο ίδιος τοποθετεί τη χρονολογία γέννησής του ανάμεσα στα 1781 και 1787.

Με το τουφέκι στο χέρι από τα έντεκά του χρόνια, όπως εξομολογήθηκε αργότερα, βρέθηκε κλέφτης στο πλάι του Ζαχαριά, του οποίου την κόρη, Αγγελική ή Αγγελίνα, παντρεύτηκε (στα 1815), και υπαρχηγός του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Εργάστηκε για λίγο στον αγγλικό στρατό στα Επτάνησα και μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία, στις 18 Οκτωβρίου του 1818.

Τέλη Φεβρουαρίου με αρχές Μαρτίου του 1821, μαζί με τον Αναγνωσταρά, παρέλαβε στο λιμάνι της Καρδαμύλης πολεμοφόδια που έστειλαν οι Φιλικοί από τη Σμύρνη και τα πέρασε στα βουνά. Μετείχε στην πολιορκία και άλωση της Καλαμάτας. Αρχές Απριλίου, βρήκε τροφή για τους πολεμιστές. Ο Μιχαήλ Οικονόμου και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης περιέγραψαν, τι έγινε:

Ήταν 17 Τούρκοι που συνόδευαν ένα κοπάδι πρόβατα (5 – 6.000 κεφάλια) και τα πήγαιναν από την Καρύταινα στην Τρίπολη. Ο Νικήτας βρισκόταν μόνος στο Φραγκόβρυσο, όταν το έμαθε. Τους βγήκε μπροστά, σκότωσε «πέντ’ έξι» από αυτούς, τους πήρε και όσα πρόβατα μπόρεσε να κουμαντάρει. Οι υπόλοιποι Τούρκοι έσπευσαν στην Τρίπολη. Η φήμη του είχε ήδη απλωθεί, όταν έγινε η μάχη στο Βαλτέτσι. Ο Νικήτας έλειπε. Έφτασε στο τέλος της αλλά και μόνη η είδηση ότι «ερχόταν» ήταν αρκετή για να σκορπίσει στους Τούρκους τον πανικό. Πέντε μέρες αργότερα, στα Δολιανά, του κόλλησαν το παρατσούκλι Τουρκοφάγος. Από τον επόμενο χρόνο, η δημοτική μούσα θα τον αναγνώριζε πρώτο:

«Μπροστά πάει ο Νικηταράς, πίσω ο Κολοκοτρώνης

και παραπίσω οι Έλληνες με τα σπαθιά στα χέρια».

 

Το πάρσιμο της Τριπολιτσάς:

Σιγά σιγά, ο ελληνικός κλοιός έσφιγγε γύρω από τους Τούρκους της Τριπολιτσάς. Τον Ιούνιο, έπεσαν τα κάστρα της Μονεμβασιάς και του Ναβαρίνου. Τον Αύγουστο, ο Κολοκοτρώνης έδωσε με επιτυχία τη μάχη της Γράνας:

Γνώριζε πως οι Τούρκοι επέλεξαν τα γιουρούσια ως τρόπο πολέμου: Έβγαιναν ξαφνικά από την Τρίπολη, χτυπούσαν και ξαναγύριζαν. Έβαλε κι έφτιαξαν μια τάφρο («γράνα», όπως την έλεγαν) κι έκρυψε μέσα μαχητές. Όταν οι Τούρκοι έκαναν μια από τις συνηθισμένες τους εξόδους για πλιάτσικο, οι κρυμμένοι στην γράνα άνδρες πετάχτηκαν έξω και τους τσάκισαν. Οι Τούρκοι έσπευσαν να κλειστούν στα τείχη, αφήνοντας 800 νεκρούς και 1000 τραυματίες. Δεν ξαναβγήκαν. Από τις αρχές Σεπτεμβρίου, ήξεραν πως δεν είχαν να περιμένουν καμιά βοήθεια καθώς, μετά τη μάχη στα Βασιλικά της Λοκρίδας (25 Αυγούστου του 1821), ο τουρκικός στρατός είχε αποχωρήσει από τη Ρούμελη.

Τον ίδιο καιρό, οι Σουλιώτες μάχονταν τους Τούρκους στο πλάι του Αλή πασά. Έστειλαν στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη μήνυμα να μην πειράξει τους Αλβανούς που βρίσκονταν στην Τρίπολη αλλά να φροντίσει να τους στείλει στην Ήπειρο, όπου ήταν απαραίτητοι. Ο Γέρος ήρθε σε επαφή μαζί τους κι άρχισε μυστικές διαπραγματεύσεις. Κανονίστηκε οι Αλβανοί να βγουν κρυφά από την πόλη στις 23 Σεπτεμβρίου. Όμως, την ημέρα αυτή διάλεξε ο κεχαγιάμπεης Μουσταφάς για να οργανώσει μεγάλη σύσκεψη των αξιωματικών του.

Την ίδια μέρα, 23 Σεπτεμβρίου του 1821, ένας επαναστάτης από τη γειτονική Κυνουρία, ο Εμμανουήλ Δούνιας, είδε στα τείχη να φυλάει σκοπιά ένας Τούρκος, παλιός του γείτονας στο χωριό. Του φώναξε. Ο Τούρκος τον είδε κι ενθουσιάστηκε. Έπιασαν την κουβέντα. Μια κι έλειπαν οι αξιωματικοί, ο Δούνιας πρότεινε ν’ ανέβει στα τείχη να τα πουν από κοντά, να μη φωνάζουν.

Ο Τούρκος βρήκε καλή την ιδέα κι έριξε σχοινί να ανέβει ο Έλληνας. Μαζί του, ανέβηκαν κι άλλοι δυο παλιόφιλοι. Ψυχή δεν υπήρχε τριγύρω. Οι Έλληνες εξουδετέρωσαν τον αφελή Τούρκο, έστρεψαν το κανόνι προς το εσωτερικό, σημάδεψαν την πύλη και την γκρέμισαν. Ώσπου οι Τούρκοι να πάρουν είδηση τι έγινε, οι επαναστάτες είχαν μπει στην Τρίπολη. Δυο μέρες αργότερα, κάθε τουρκική αντίσταση είχε σταματήσει. Με τη φροντίδα του Κολοκοτρώνη, οι Αλβανοί έφυγαν στα Γιάννενα, να πολεμήσουν στο πλάι του Αλή πασά.

Δεν κατάφεραν να τον σώσουν. Ο Αλή εκτελέστηκε τον Ιανουάριο. Με λυμένα τα χέρια, ο Χουρσίτ κατέβηκε στη Λάρισα για να οργανώσει την καταστολή της επανάστασης. Ευτυχώς για τους Έλληνες, αποδείχθηκε πολύ εύθικτος. Αυτοκτόνησε όταν κατηγορήθηκε άδικα ότι έκλεψε τους θησαυρούς του πασά των Ιωαννίνων (Απρίλιος του 1822). Ελάχιστους μήνες αργότερα, ο Μαχμούτ Δράμαλης θα πάθαινε πανωλεθρία στα Δερβενάκια (Ιούλιος 1822). Πέθανε από τον καημό του, το επόμενο φθινόπωρο. Οι Έλληνες είχαν πια όλο τον καιρό και την άνεση να επιδοθούν στον αδελφοκτόνο εμφύλιο, χωρίς ευτυχώς καθοριστικές συνέπειες για το μέλλον της επανάστασης.

 

Οκτώ πρωθυπουργοί:

Στον πολιτικό στίβο, πολλοί Αρκάδες διέπρεψαν. Οι κάτοικοι της περιοχής υπερηφανεύονται ότι η Αρκαδία έδωσε στη χώρα οκτώ πρωθυπουργούς. Αναφέρονται οι εξής:

  1. Νίκος Σπηλιάδης (1785 – 1867), γραμματέας των εθνοσυνελεύσεων.
  2. Γενναίος Κολοκοτρώνης (1804 – 1868), γιος και συμπολεμιστής του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, πρωθυπουργός λίγο πριν από την έξωση του Όθωνα.
  3. Θεόδωρος Δηλιγιάννης (1820 – 1905), σφοδρός αντίπαλος του Χαρίλαου Τρικούπη, πέντε φορές πρωθυπουργός την εικοσαετία 1885 – 1905.
  4. Κωνσταντίνος Κωνσταντόπουλος (1832 – 1910), τέσσερις μήνες πρωθυπουργός το 1892.
  5. Νικόλαος Δεληγιάννης (1841 – 1910), υπηρεσιακός πρωθυπουργός στις εκλογές του 1895.
  6. Νικόλαος Δημητρακόπουλος (1864 – 1921). Κλήθηκε να σχηματίσει κυβέρνηση το 1916 αλλά κατέθεσε την εντολή.
  7. Νικόλαος Τριανταφυλλάκος (1855 – 1939), πολλές φορές υπουργός, αρμοστής της Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη, πρωθυπουργός για λίγο του βασιλιά Κωνσταντίνου, όταν το 1922 ξέσπασε η επανάσταση των Πλαστήρα Γονατά. Έπεισε τον βασιλιά να αποδεχτεί τους όρους της επανάστασης.

Και βέβαια:

  1. Ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου.

 

Ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης:

Ο Θεόδωρος Δεληγιάννης που αργότερα έγινε γνωστός ως Δηλιγιάννης, γεννήθηκε στις 2 Ιανουαρίου 1820. Μεγαλώνοντας, σπούδασε νομικά στο πανεπιστήμιο της Αθήνας, διορίστηκε (1848) στο υπουργείο Εσωτερικών, έγινε (1854) γενικός γραμματέας του και βρέθηκε εκλεγμένος πληρεξούσιος στη εθνοσυνέλευση του 1862, μετά την έξωση του Βαυαρού βασιλιά. Στα 1863, έγινε υπουργός Εξωτερικών στην κυβέρνηση Μπενιζέλου Ρούφου, συνέχισε στο ίδιο πόστο και στην επόμενη κυβέρνηση κι έγραψε το διάγγελμα που ο Γεώργιος Α’ απηύθυνε στην εθνοσυνέλευση, όταν ανέβηκε στον θρόνο. Στα 1865, διορίστηκε στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στα 1866 στάλθηκε πρεσβευτής της Ελλάδας στο Παρίσι, όπου έμεινε καμιά δεκαριά χρόνια.

Όταν επέστρεψε, βρήκε την Ελλάδα να ζει στον αστερισμό του Χαρίλαου Τρικούπη. Έγινε υπουργός Παιδείας στην Οικουμενική του καιρού του και υπουργός Εξωτερικών στην κυβέρνηση του Αλεξάνδρου Κουμουνδούρου και βρέθηκε εκπρόσωπος της Ελλάδας στο συνέδριο του Βερολίνου (1878), όπου με ρεαλιστικές παρεμβάσεις συνετέλεσε στο να αποδοθεί στη χώρα μας η Θεσσαλία αλλά έχασε την Ήπειρο.

Όταν ο Κουμουνδούρος πέθανε, κατάφερε να προσεταιριστεί τους οπαδούς του δημιουργώντας το Εθνικόν κόμμα. Από εκεί κι έπειτα, μοναδικός σκοπός της ζωής του έγινε η εκμηδένιση του Χαρίλαου Τρικούπη και του έργου του. Το κατάφερε, οδηγώντας την Ελλάδα στο έσχατο σημείο της εξαθλίωσης και της ταπείνωσης.

Είχε χρησιμοποιήσει κάθε θεμιτό κι αθέμιτο μέσο για να ανατρέψει τον Χαρίλαο Τρικούπη στα 1885 και είχε διαλύσει στον ένα μόλις χρόνο που έμεινε στην εξουσία ό,τι ο αντίπαλός του είχε στήσει. Η μικροπολιτική λαίλαπα που έφερε μαζί του στη δημόσια ζωή είχε καταργήσει ακόμα κι αυτόν τον νόμο περί προσόντων των δημοσίων υπαλλήλων, επειδή και μόνον ήταν έργο του Τρικούπη. Όμως, του έτυχε το ζήτημα της Ανατολικής Ρωμυλίας που, παρά τις εθνικόφρονες κορόνες των Δηλιγιαννικών, την κατάπιε η Βουλγαρία. Οι μεγάλες δυνάμεις απέκλεισαν τα ελληνικά παράλια κι ο Δηλιγιάννης αναγκάστηκε να παραιτηθεί (1886).

Η άγρια λιτότητα που ο αντίπαλός του επέβαλε για να φέρει την κατάσταση σε λογαριασμό, άνοιξε πάλι στον Δηλιγιάννη τον δρόμο για την πρωθυπουργία (1890). Αυτή τη φορά, του πήρε περίπου δυο χρόνια, ώσπου να καταστρέψει την ελληνική οικονομία και να δημιουργήσει μια από τις μεγαλύτερες κρίσεις που γνώρισε ο τόπος. Ούτε καν δάνειο δεν μπορούσε να βρει. Στις 17 Φεβρουαρίου του 1892, ο Γεώργιος τον απέλυσε. Ο Δηλιγιάννης το έριξε στην αντιβασιλική αντίσταση. Καταποντίστηκε στις εκλογές του Μαΐου κι άρχισε μεθοδική επιχείρηση εξόντωσης του Χαρίλαου Τρικούπη. Η πολεμική του απέφερε καρπούς στα 1895, καθώς ο Τρικούπης δεν κατάφερε ούτε βουλευτής να εκλεγεί. Έφυγε στις Κάννες, όπου πέθανε τον επόμενο Απρίλιο, ενώ στην Αθήνα διεξάγονταν οι Ολυμπιακοί αγώνες.

Στα 1896, ο Δηλιγιάννης ήταν ευτυχισμένος άνθρωπος. Το αρχαίο πνεύμα συνάρπαζε τους λόγιους και θα εξελισσόταν σε βραχνά της Ελλάδας αλλ’, ως τότε, υπήρχε χρόνος. Το μόνο που τάραζε την ευφορία του Δηλιγιάννη ήταν η εξέγερση στην Κρήτη, όπου οι Τούρκοι φορολογούσαν άγρια και τρομοκρατούσαν τους χριστιανούς. Η εξέγερση καταλάγιασε όταν οι μεγάλες δυνάμεις επιβάλανε στην Οθωμανική αυτοκρατορία να σεβαστεί το Χάτι Χουμαγιούν με ακόμα πιο ευνοϊκούς όρους. Ήταν το «λαμπρό έγγραφο» που η Οθωμανική αυτοκρατορία είχε υπογράψει στα 1856 και με το οποίο αναγνώριζε τα προνόμια των χριστιανών και τους παραχωρούσε ισότητα στα αστικά δικαιώματα. Η καταπάτησή τους είχε οδηγήσει και στην επανάσταση του 1866 - 1869.

Όταν, το 1897, η Τουρκία κήρυξε τον πόλεμο στην Ελλάδα, ο Δηλιγιάννης ονειρευόταν «νέο ’21». Η ήττα τον έριξε. Ξανάγινε για λίγο πρωθυπουργός το 1902 και γι’ άλλη μια φορά το 1905. Ήταν η τελευταία του. Ένας χαρτοπαίχτης τον θεώρησε υπαίτιο του κλεισίματος μιας λέσχης και τον σκότωσε στις 31 Μαΐου του 1905.

 

Ο δημιουργός της 1ης Δημοκρατίας:

Ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου γεννήθηκε στην Τρίπολη (1876). Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και πολιτικές επιστήμες και φιλοσοφία στην Χαϊδελβέργη και στο Βερολίνο. Από το 1908, εργάστηκε για την αγροτική μεταρρύθμιση και την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών. Σχημάτισε ομάδα κοινωνιολόγων, αναμίχθηκε στην πολιτική, πολέμησε εθελοντής στους Βαλκανικούς πολέμους κι εντάχθηκε (1915) με την ομάδα του στο κόμμα των Φιλελευθέρων, αποτελώντας την αριστερή του πτέρυγα. Από το 1920, άρχισε φανερά να υποστηρίζει την αβασίλευτη δημοκρατία ως τη μόνη σωτήρια για τα ελληνικά συμφέροντα. Τον Φεβρουάριο του 1922, δημοσίευσε το «Δημοκρατικό μανιφέστο», εγκαινιάζοντας τον αγώνα για την εγκαθίδρυση δημοκρατίας. Δικάστηκε και καταδικάστηκε σε φυλάκιση τριών χρόνων αλλά, με την επανάσταση του Σεπτεμβρίου του 1922, ελευθερώθηκε και ίδρυσε τη Δημοκρατική Ένωση, κόμμα με στόχο την επιβολή της δημοκρατίας.

Η επαναστατική επιτροπή είχε ζητήσει κι ο Ελευθέριος Βενιζέλος δέχτηκε να εκπροσωπήσει την Ελλάδα στις διαπραγματεύσεις, που οδήγησαν στη συνθήκη της Λοζάννης. Μετά τις εκλογές (16 Δεκεμβρίου του 1923), το κόμμα των Φιλελευθέρων (με απούσα την αντιπολίτευση) πλειοψήφησε. Οι βουλευτές της Δημοκρατικής Ένωσης ζήτησαν να φύγει ο Γεώργιος Β’, ώσπου να αποφασίσει ο λαός για το πολιτειακό. Οι Φιλελεύθεροι το δέχτηκαν.

Ο νικητής της ναυμαχίας της Λήμνου ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης ανέλαβε αντιβασιλιάς. Ο Βενιζέλος ήρθε στην Ελλάδα (4 Ιανουαρίου 1924), ανέλαβε πρόεδρος της εθνοσυνέλευσης για να παραιτηθεί αμέσως και να γίνει πρωθυπουργός (11 του μήνα).

Στη Βουλή και στην εθνοσυνέλευση, ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου υποστήριζε την αβασίλευτη δημοκρατία, ενώ ο Ελευθέριος Βενιζέλος τη συνταγματική βασιλεία. Στις θορυβώδεις συνεδριάσεις που ακολούθησαν, διαπιστώθηκε πως οι δημοκρατικοί είχαν την πλειοψηφία. Ο Βενιζέλος παραιτήθηκε (4 Φεβρουαρίου 1924) δηλώνοντας ότι εγκαταλείπει την πολιτική κι έφυγε στο Παρίσι.

Τον διαδέχτηκε στην πρωθυπουργία ο Γεώργιος Καφαντάρης (1873 - 1946), που ήθελε πρώτα να γίνει δημοψήφισμα κι έπειτα να προχωρήσει η εθνοσυνέλευση στην εκπόνηση ανάλογου συντάγματος. Παραιτήθηκε (4 Μαρτίου), κι ανάλαβε ο Παπαναστασίου, που, μέσα από την Δ’ εθνοσυνέλευση, ψήφισε την κατάργηση της βασιλείας και την ανακήρυξη τη δημοκρατίας (24 Μαρτίου 1924). Ένα δημοψήφισμα (13 Απριλίου 1924), επισφράγισε πανηγυρικά το ψήφισμα της εθνοσυνέλευσης, που ανακήρυξε τον Κουντουριώτη πρώτο πρόεδρο της δημοκρατίας.

Ο Παπαναστασίου παραιτήθηκε από πρωθυπουργός (Ιούλιο του 1924). Εξακολούθησε όμως να είναι πρόεδρος της κοινοβουλευτικής επιτροπής, που επεξεργαζόταν το νέο σύνταγμα.

Στις 26 Ιουνίου του 1925, ο πρώην επαναστάτης και αρχηγός της στρατιάς της Θράκης, στρατηγός Θόδωρος Πάγκαλος (1878 - 1952), ανάτρεψε την κυβέρνηση. Όμως, το νέο σύνταγμα ψηφίστηκε (10 Σεπτεμβρίου του 1925) χωρίς να ισχύσει αμέσως. Ο Πάγκαλος διέλυσε την εθνοσυνέλευση (4 Ιανουαρίου του 1926), ανακηρύχτηκε δικτάτορας κι εξόρισε τον Παπαναστασίου και τον Καφαντάρη, που τον καλούσαν να παραδώσει την εξουσία. Ο Κουντουριώτης παραιτήθηκε διαμαρτυρόμενος.

Ένα χρόνο αργότερα, στις 7 του Αυγούστου του 1926 κι ενώ ο δικτάτορας βρισκόταν διακοπές στις Σπέτσες, ένα κίνημα οργανωμένο από τον υποστράτηγο Γεώργιο Κονδύλη (1879 - 1936) και συνεπικουρούμενο από λαϊκή επανάσταση γκρέμισε τη δικτατορία.

O Κονδύλης αποκατέστησε τον Κουντουριώτη στην προεδρία της Δημοκρατίας, έθεσε το νέο σύνταγμα σε ισχύ, προκήρυξε εκλογές και παρέδωσε την εξουσία στον Αλέξανδρο Ζαϊμη, πρωθυπουργό οικουμενικής κυβέρνησης (Δεκέμβριος του 1926). Ο Παπαναστασίου μετείχε ως υπουργός Γεωργίας, αξίωμα που κράτησε ως τον Φεβρουάριο του 1928.

Ως υπέρμαχος της ιδέας να δημιουργηθεί Βαλκανική Ένωση, ήταν πρόεδρος του Διεθνούς Συνεδρίου για την Ειρήνη που συγκροτήθηκε στην Αθήνα το 1929 καθώς και της Βαλκανικής Διάσκεψης που πρώτη φορά έγινε στην Αθήνα το 1930 και τα επόμενα χρόνια στην Κωνσταντινούπολη και το Βουκουρέστι.

Μετά την παραίτηση της κυβέρνησης Ελευθερίου Βενιζέλου το 1932, έγινε πρωθυπουργός. Ανατράπηκε λίγες μέρες αργότερα από τους Φιλελεύθερους του Βενιζέλου. Τρία χρόνια αργότερα, μετά το κίνημα του 1935, υπέστη μύριες όσες διώξεις. Είδε τη δημοκρατία για την οποία τόσο μόχθησε, να γκρεμίζεται στα τέλη του 1935, πένθησε τον θάνατο του Ελευθέριου Βενιζέλου στις 13 Μαρτίου του 1936, έζησε να υποστεί την εγκαθίδρυση της δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά στις 4 Αυγούστου και πέθανε πικραμένος στις 17 Νοεμβρίου 1936.

 

Ο ποιητής της Αμοργού»:

Ο Νίκος Γκάτσος γεννήθηκε στις 30 Απριλίου του 1911 στην Ασέα της Αρκαδίας. Σπούδασε στη Φιλοσοφική της Αθήνας και δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα το 1931. Το 1943 δημοσίευσε το ποίημα «Αμοργός» και στα κατοπινά χρόνια τα ποιήματα «Ελεγεία», «Ο ιππότης και ο θάνατος» και «Τραγούδια του παλιού καιρού», που αφιέρωσε στον Γιώργο Σεφέρη. Έγραψε στίχους που μελοποιήθηκαν από γνωστούς συνθέτες και μετέφρασε ξένα θεατρικά έργα. Πέθανε στις 12 Μαΐου του 1992.

Προσεγγίζοντας με ουσιαστικό τρόπο το έργο του Νίκου Γκάτσου, ο λογοτέχνης και κριτικός Δημήτρης Δασκαλόπουλος επισήμανε:

«Με την «Αμοργό» κλείνει και ολοκληρώνεται ο πρώτος κύκλος του ελληνικού υπερεαλισμού, που είχε ανοίξει με τον Νικήτα Ράντο, τον πρώιμο Ελύτη, τον Εμπειρίκο και τον Εγγονόπουλο. Η «Αμοργός» είναι ουσιαστικά ένα ενιαίο ποίημα που χωρίζεται σε έξι μέρη. Εκπηγάζει από την ελληνική παράδοση και προβάλλει υπαινικτικά κάποιες ιστορικές μνήμες μέσα από ένα πρωτοποριακό, εντελώς προσωπικό ύφος, διαποτισμένο από δύο βασικά μοτίβα: τον έρωτα και τον θάνατο. Δημοσιευμένη τα χρόνια της Κατοχής, η «Αμοργός» φορτίστηκε με επικαιρικές αιχμές, αλλά η πάροδος του χρόνου απέδειξε ότι πρόκειται για έργο προικισμένο με αρετές που καθιστούν διαρκέστερη τη επιβίωσή του. Το εμφανέστερο εξωτερικό του στοιχείο είναι η γοητευτικά επιτυχής πρόσμιξη υπερρεαλιστικής γραφής και τρόπων δημοτικού τραγουδιού. Ποιητής του ενός και μόνου βιβλίου, ο Γκάτσος παραμένει μια εντελώς ιδιόρρυθμη περίπτωση για τα ελληνικά γράμματα και διοχετεύει τη λυρική του φλέβα στους στίχους τραγουδιών, καταργώντας συχνά τα όρια ανάμεσα στην πραγματική ποίηση και τη στιχοποιία».

Από την «Αμοργό» είναι το απόσπασμα που ακολουθεί:

«Λένε πως τρέμουν τα βουνά και πως θυμώνουν τα έλατα

όταν η νύχτα ροκανάει τις πρόκες των κεραμιδιών να μπουν

            οι καλικάντζαροι μέσα

όταν ρουφάει η κόλαση τον αφρισμένο μόχθο των χειμάρρων

ή όταν η χωρίστρα της πιπεριάς γίνεται του βοριά κλωτσοσκούφι.

 

Μόνο τα βόδια των Αχαιών μες στα παχιά λιβάδια της Θεσσαλίας

βόσκουν ακμαία και δυνατά με τον αιώνιο ήλιο που τα κοιτάζει

τρώνε χορτάρι πράσινο φύλλα της λεύκας σέλινα πίνουνε καθαρό νερό

           μες στ’ αυλάκια

μυρίζουν τον ιδρώτα της γης κι ύστερα πέφτουνε βαριά κάτου απ’ τον ίσκιο

           της ιτιάς να κοιμηθούνε.

 

Πετάτε τους νεκρούς είπ’ ο Ηράκλειτος κι είδε τον ουρανό να χλωμιάζει

κι είδε στη λάσπη δυο μικρά κυκλάμινα να φιλιούνται

κι έπεσε να φιλήσει κι αυτός το πεθαμένο σώμα του μες στο φιλόξενο χώμα

όπως ο λύκος κατεβαίνει απ’ τους δρυμούς να δει το ψόφιο σκυλί και να

           κλάψει...».

 

(Έθνος της Κυριακής, 2001 – 2002) (τελευταία επεξεργασία, 10.7.2011)