Σημειώσεις για τους Ολυμπιακούς αγώνες

Το ότι ο αρχηγός των Τιτάνων, Κρόνος, έτρωγε τα παιδιά του είναι γνωστό. Φοβόταν όχι άδικα ότι ένα από αυτά θα τον ανέτρεπε. Εστία, Ποσειδώνας, Άδης, Ήρα και Δήμητρα βρίσκονταν ήδη στην κοιλιά του, όταν η γυναίκα του, η Ρέα, έμεινε έγκυος στον Δία. Τον γέννησε στην Κρήτη κρυφά, παρέδωσε το μωρό στην Αμάλθεια να το μεγαλώσει και ξαναγύρισε στον άντρα της παριστάνοντας ότι είχε ακόμη το παιδί στην κοιλιά της. Μόλις βρήκε ευκαιρία, φάσκιωσε μια μεγάλη πέτρα και την πρόσφερε στον Κρόνο, τάχα πως ήταν το νεογέννητο. Αυτός, χωρίς να ελέγξει το περιεχόμενο, κατάπιε κατά τη συνήθειά του την πέτρα μαζί με τις φασκιές. Ο Δίας μεγάλωνε στην Κρήτη αλλά ήταν πολύ φωνακλάς. Για να μην τον ακούσει ο Κρόνος, οι δαίμονες Ιδαίοι Δάκτυλοι, Κουρήτες και Κορύβαντες, που τον πρόσεχαν, έκαναν μεγάλο θόρυβο και σκέπαζαν τη φωνή του.

Οι Ιδαίοι Δάκτυλοι ήταν πέντε ή δέκα ή δεκαπέντε ή πενήντα δαίμονες της Φρυγίας και της Κρήτης, γιοι της νύμφης Αγχιάλης και πιστοί της Κυβέλης, όπως αποκαλούσαν την Ρέα στη Μ. Ασία. Μερικοί μύθοι αναφέρουν ότι είναι οι πρώτοι κάτοικοι της Κρήτης, ανακάλυψαν τη χρήση της φωτιάς και τη μεταλλουργία και δίδαξαν τη μουσική στον Ορφέα. Οι Κουρήτες ήταν νεαροί ιερείς του Δία, που εκτελούσαν θορυβώδη όργια χτυπώντας μεταξύ τους τις ασπίδες και χορεύοντας με πολλή φασαρία. Κατάντησαν κι αυτοί να λατρεύονται ως δαίμονες και να συγχέονται με τους Κορύβαντες και τους Ιδαίους Δακτύλους. Κορύβαντες ονομάζονταν οι  ιερείς της Ρέας Κυβέλης που τελούσαν τα της λατρείας της με παράφορους χορούς και εκκωφαντική μουσική.

Ανάμεσά στους δαίμονες Κουρήτες ήταν και ο Ιδαίος Ηρακλής. Στην Ηλεία πίστευαν πως ο Δίας πέρασε τη βρεφική του ηλικία, όχι στο Ιδαίον άντρο της Κρήτης αλλά στα μέρη τους. Ο μύθος λέει πως ο Ιδαίος Ηρακλής και οι αδελφοί του, Ιδαίοι Δάκτυλοι ή Κουρήτες, άφησαν την Κρήτη κι έφτασαν στην Ολυμπία. Εκεί, ο Ιδαίος Ηρακλής έβαλε τα αδέλφια του να παραβγούν σε αγώνα δρόμου και στεφάνωσε τον νικητή με κότινο, εγκαινιάζοντας έτσι τους Ολυμπιακούς αγώνες. Και για τις πρώτες σίγουρες ολυμπιάδες που ξέρουμε, το μοναδικό αγώνισμα ήταν ο δρόμος ενός σταδίου: 192 μέτρα και 27 εκατοστά. Κι ανάμεσα στους πρώτους μυθικούς ολυμπιονίκες ήταν και ο Δίας που νίκησε τον πατέρα του, Κρόνο, στην πάλη κι ο Απόλλωνας που νίκησε τον Ερμή στον δρόμο και τον Άρη στην πυγμή. Ο ίδιος ο  Απόλλωνας, όταν θα έφτιαχνε το πυθικό ιερό, στους Δελφούς, θα έφερνε Κρητικούς και θα τους αποκάλυπτε τα άδυτα του ναού του. Και τα Πύθια ήταν αγώνες, επίσης ονομαστοί στην αρχαιότητα.

Οπωσδήποτε, οι Ολυμπιακοί αγώνες ξεκίνησαν να υπάρχουν πολύ πριν να κατοικήσουν στον Όλυμπο οι Δώδεκα θεοί, καθώς ακόμα τα αδέλφια του Δία βρίσκονταν στην κοιλιά του Κρόνου. Υπήρχε βέβαια και άλλη εκδοχή για την καθιέρωσή τους. Και σ’ αυτήν, ιδρυτής των αγώνων φέρεται ο Ηρακλής, όχι ο Ιδαίος αλλά ο πανελλαδικός ήρωας.

 

Η θέσπιση των αγώνων

Ένας από τους δώδεκα άθλους που ο Ευρυσθέας ανέθεσε στον Ηρακλή να εκτελέσει, ο πέμπτος, ήταν «να καθαρίσει την κόπρο του Αυγεία». Ήταν βουνά ολόκληρα κοπριάς που απλώνονταν στην Ηλεία και γέμιζαν τους στάβλους του βασιλιά της. Όταν ο Ηρακλής παρουσιάστηκε μπροστά του, ο Αυγείας του υποσχέθηκε αμοιβή, αν κατόρθωνε να του καθαρίσει τους στάβλους. Ο Ηρακλής τους καθάρισε αλλά ο Αυγείας αρνήθηκε να πληρώσει και έδιωξε τον Ηρακλή από την Ήλιδα. Στις Μυκήνες, ο Ηρακλής συγκέντρωσε στρατό με σκοπό να βαδίσει εναντίον της Ήλιδας.

Στο αντίπαλο στρατόπεδο, ο Αυγείας ετοίμασε δικό του στρατό, στον οποίο έβαλε αρχηγούς τους δίδυμους γιους του αδελφού του, Άκτορα, και της Μολιόνης, στην πραγματικότητα γιους του Ποσειδώνα. Ήταν ο Εύρυτος και ο Κτέατος, γνωστοί ως Μολίονες από το όνομα της μητέρας τους. Τους περιγράφουν ως κολλημένους μεταξύ τους στο σώμα που σημαίνει ότι ήταν σιαμαίοι της αρχαίας εποχής. Άλλοι λένε ότι απλά καθένας τους είχε δυο κεφάλια κι από τέσσερα χέρια και τέσσερα πόδια. Είχαν βγει από ένα ασημένιο αβγό. Και είχαν άσπρα άλογα: Ο ένας κρατούσε τα χαλινάρια και τα διηύθυνε στον αγώνα και ο άλλος τα μαστίγωνε να τρέξουν οπότε οι δυο τους πάντα νικούσαν στους αγώνες, καθώς λέει ο Όμηρος στην Ιλιάδα (Ψ 641).

Τα πράγματα δεν πήγαν καθόλου καλά για το στράτευμα του Ηρακλή. Οι Μολίονες νίκησαν. Ο Ηρακλής αρρώστησε και ζήτησε ανακωχή. Οι Μολίονες δέχτηκαν αλλά, όταν έμαθαν ότι ο Ηρακλής ήταν άρρωστος, επιτέθηκαν με όλες τους τις δυνάμεις. Ο στρατός του Ηρακλή σκόρπισε. Άρρωστος και χωρίς στρατό, ο Ηρακλής αναγκάστηκε να υποχωρήσει άτακτα. Οι Μολίονες τον καταδίωξαν ως τα σύνορα της Ηλείας με την Αχαΐα.

Ήταν η εποχή που θα διεξάγονταν για τρίτη φορά τα Ίσθμια, οι τελετές που γίνονταν κάθε τρία χρόνια στον Ισθμό της Κορίνθου προς τιμή του Ποσειδώνα και περιλάμβαναν μουσικούς, γυμνικούς και ιππικούς αγώνες. Ο πόλεμος διακόπηκε. Οι Μολίονες ορίστηκαν θεωροί (επίσημοι εκπρόσωποι) της Ήλιδας και ξεκίνησαν για την Κόρινθο.

Ο Ηρακλής τους έστησε ενέδρα στην περιοχή των Κλεωνών, κοντά στην Νεμέα. Οι Μολίονες σκοτώθηκαν. Ο φόνος των θεωρών Μολιόνων στις Κλεωνές έκανε τους Ηλείους να αποφασίσουν ότι ποτέ στο εξής δεν θα μετείχαν στα Ίσθμια.

Στις Κλεωνές, τα έλεγαν αλλιώς: Δεν υπήρξε ενέδρα. Έγινε κανονική μάχη. Μάλιστα, σ’ αυτή σκοτώθηκαν και 360 εθελοντές από την πόλη τους, που πολέμησαν στο πλευρό του Ηρακλή. Και, για να τους τιμήσει, ο ήρωας έστησε εκεί μνημείο. Οι κάτοικοι των Κλεωνών το έδειχναν και κάθε χρόνο τιμούσαν τους νεκρούς τους με τελετές. Τα περί ενέδρας, έλεγαν ότι είναι η δικαιολογία των Ηλείων, για να μη μετέχουν στα Ίσθμια.

Ο Ηρακλής κίνησε εναντίον της Ήλιδας με νέο στρατό. Νίκησε και σκότωσε τον Αυγεία. Και ίδρυσε στην Ολυμπία τους Ολυμπιακούς αγώνες. Θα γίνονταν κάθε τέσσερα χρόνια. Από τον πανελλαδικό ήρωα, έλεγαν, ιδρύθηκαν οι Ολυμπιακοί αγώνες και όχι από τον Ιδαίο Ηρακλή, τον κρητικό ήρωα. Για τους νικητές, ο ημίθεος όρισε ότι ως βραβείο θα στεφανώνονταν με κλαδί αγριλιάς που ο ίδιος είχε φέρει από την χώρα των Υπερβόρειων και φύτευσε στην Ολυμπία. Και οι φωτιές για τις εκεί θυσίες έπρεπε να ανάβουν μόνο με ξύλο λεύκας, δέντρου που ειδικά για τον σκοπό αυτό φύτευσε εκεί. Το είχε φέρει από τον Άδη, όταν κατέβηκε να πάρει τον Κέρβερο.

 

Ο ιερός τόπος

Η ιερή Άλτις (=Άλσος) είναι η κοιλάδα (μήκος 200 μ., πλάτος 175) που εκτείνεται ανάμεσα στον κωνικό λόφο, Κρόνιο, και τη συμβολή των ποταμών Αλφειού και Κλάδεου. Ο πανάρχαιος ναός της Ήρας, ο επιβλητικός ναός του Δία (τέλειωσε το 456 π.Χ.), ο ναός της Ρέας, το ιερό τέμενος Πελόπιο και το Ιπποδάμειο ήταν τα πιο σπουδαία εκεί κτίρια (γράφουμε στη συνέχεια για τον Πέλοπα και την Ιπποδάμεια). Ένα τείχος χώριζε την Άλτι στα δυτικά από την Παλαίστρα και η Στοά της Ηχώς στα ανατολικά από το στάδιο.

Πέντε χρόνια μετά την από τον Ηλείο αρχιτέκτονα Λίβωνα αποπεράτωση του ναού, ο γλύπτης Φειδίας ξεκίνησε (451 π.Χ.) να φιλοτεχνεί το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία. Το τέλειωσε στα 448 π.Χ. έχοντας βοηθούς τον Πάνωνα (σκάλισε τα λουλούδια της διακόσμησης) και τον μαθητή του, Κολώνη (τελείωνε τις λεπτομέρειες). Ο Φειδίας έβαλε την υπογραφή του στο έργο που χαρακτηρίστηκε ένα από τα επτά θαύματα του κόσμου. Ο Παυσανίας που το πρόλαβε, έγραψε πως αν ο Δίας σηκωνόταν από τον θρόνο του, θα τρυπούσε την οροφή του ναού με το κεφάλι του. Μόνο το βάθρο πάνω στο οποίο είχε στηθεί, είχε ύψος 9,5 μέτρα και πλάτος 6,5.

Αναφέρεται ότι ο γλύπτης, πριν να παραδώσει το έργο του στους εργοδότες του, άνοιξε την πύλη του ναού κι άφησε τον κόσμο να μπει μέσα και να το δει. Κρυμμένος ο ίδιος πίσω από το βάθρο, άκουγε τις κριτικές των πολιτών και τις κατέγραφε. Μετά, ακολούθησε όποιες από τις παρατηρήσεις που κατέγραψε, έκρινε ότι ήταν σωστές.

Η παράδοση θέλει τον Φειδία, όταν τέλειωσε το άγαλμα, να σκαρφαλώνει ως το ύψος του κεφαλιού και να ζητά από τον θεό, αν ήταν ευχαριστημένος από το δημιούργημά του, να του δώσει ένα σημάδι. Τότε, έλεγαν, ένας κεραυνός πέρασε από άνοιγμα του ναού κι έπεσε στο δάπεδο σχηματίζοντας μια μεγάλη μαύρη κηλίδα. Οι Ηλείοι τοποθέτησαν πάνω στην κηλίδα αυτή μια υδρία.

Πεντακόσια χρόνια αργότερα, ο στωικός φιλόσοφος Επίκτητος (50 – 120 μ.Χ.) συνιστούσε στους συγχρόνους του:

«Πάτε στην Ολυμπία να δείτε τον Δία του Φειδία. Είναι κρίμα να πεθάνει κάποιος χωρίς να το έχει δει». Διαφορετική ήταν η άποψη των θεοσεβών αυτοκρατόρων του Βυζαντίου. Με τον Ιουστινιανό να δίνει την οριστική λύση, λιώνοντάς το.

Η Γη (εξέλιξη της προελληνικής αιγαιακής θεάς μητέρας) είναι η πιο αρχαία γνωστή σ’ εμάς θεότητα που λατρεύτηκε στην Ολυμπία. Το χάσμα «Γαίον» στους πρόποδες του Κρόνιου, μια τρύπα απ’ όπου, ακόμα και στα χρόνια του Παυσανία, έβγαιναν οι χρησμοί του μαντείου, μιλά για την αρχική κυριαρχία των γυναικείων θεοτήτων. Όμως, ο πιο παλιός ναός στην Άλτι ήταν της Ήρας. Και η ιέρεια της Δήμητρας Χαμύνης ήταν η μοναδική γυναίκα στον κόσμο που είχε δικαίωμα να είναι θεατής των αγώνων. Με τους γυναικείους αγώνες, τα Ηραία, να έρχονται επίσης από τα βάθη των αιώνων χωρίς ποτέ να έχει ξεκαθαριστεί ποια ξεκίνησαν πρώτα, τα Ολύμπια ή τα Ηραία: Ήταν αγώνας δρόμου περίπου 162 μ. μόνο για νεανίδες από την Ηλεία. Έτρεχαν με λυτά τα μαλλιά, χιτώνα ως πάνω από το γόνατο και γυμνό τον δεξιό ώμο και το δεξιό στήθος. Ελλανοδίκες ήταν 16 γυναίκες που επί τέσσερα χρόνια ύφαιναν πέπλο της θεάς, ώστε να είναι έτοιμος την εποχή των Ηραίων. Τα οποία τελούνταν την ίδια χρονιά με τους Ολυμπιακούς αγώνες είτε πριν είτε μετά από αυτούς.

 

Πέλοπας και Ιπποδάμεια

Ο Πέλοπας ήταν γιος του Ταντάλου, βασιλιά της Λυδίας, στη Μικρά Ασία. Δεν θα ερχόταν ποτέ στην Ελλάδα, αν ο πατέρας του δεν ήταν τόσο ξιπασμένος. Συνδαιτυμόνας των θεών του Ολύμπου, ο Τάνταλος θέλησε να δει, αν όντως είχαν τις ικανότητες που πιστευόταν ότι διέθεταν. Έτσι, κάλεσε τους θεούς σε γεύμα και τους πρόσφερε κρέας που δεν ήταν τίποτε άλλο από τις σάρκες του παιδιού του, βρασμένες στη χύτρα.

Οι θεοί κατάλαβαν τη φρικιαστική πράξη του Τάνταλου κι αρνήθηκαν να αγγίξουν το φαγητό, με εξαίρεση τη Δήμητρα που αφηρημένη έφαγε ένα κομματάκι από την ωμοπλάτη. Με εντολή του Δία, ο Ερμής «συναρμολόγησε» τις σάρκες του Πέλοπα, πρόσθεσε και μιαν ωμοπλάτη από ελεφαντόδοντο και του ξανάδωσε τη ζωή. Ο Τάνταλος υποχρεώθηκε να στέκει όρθιος μέσα σε μια λίμνη αλλά να μην μπορεί να πιει, καθώς, όποτε έσκυβε, το νερό υποχωρούσε. Κι ούτε να φάει μπορούσε, παρ’ όλο που τριγύρω του υπήρχαν του κόσμου οι λιχουδιές: Όποτε άπλωνε το χέρι του, τα φαγητά απομακρύνονταν. Είναι το γνωστό «μαρτύριο του Ταντάλου», έκφραση που ακόμα και σήμερα χρησιμοποιείται.

 

Η Ιπποδάμεια ήταν όμορφη κοπέλα, πλην όμως ένας χρησμός είχε προειδοποιήσει τον πατέρα της, βασιλιά της Πίσας Οινόμαο, ότι θα τον σκότωνε όποιος την έπαιρνε γυναίκα του. Ο Οινόμαος αποφάσισε να μη την δώσει σε κανένα. Σε όποιον εμφανιζόταν και του ζητούσε να την παντρευτεί, απαντούσε θετικά με την προϋπόθεση ότι ο υποψήφιος γαμπρός θα τον νικούσε σε μια αρματοδρομία από την Ήλιδα ως τον Ισθμό της Κορίνθου. Αν όμως νικούσε ο πατέρας, ο υποψήφιος γαμπρός καταδικαζόταν σε θάνατο.

Ο Οινόμαος ήταν περίφημος αρματοδρόμος, είχε και δυο αθάνατα και πολύ γρήγορα άλογα που του είχε χαρίσει ο πατέρας του, ο θεός Άρης, διέθετε και σπουδαίο ηνίοχο, τον Μύρτιλο, γιο του φτεροπόδαρου Ερμή και της αμαζόνας ή νύμφης Μυρτώς, δεν υπήρχε περίπτωση να χάσει. Χώρια που και ο Μύρτιλος ήταν κρυφά ερωτευμένος με την Ιπποδάμεια και φρόντιζε κι αυτός να ηττηθούν οι μνηστήρες για να μη ζηλεύει. Όταν ξεκινούσε ο αγώνας, ο υποψήφιος γαμπρός έπαιρνε φόρα από την αφετηρία και έτρεχε προς  το τέρμα, ενώ ο Οινόμαος πρώτα θυσίαζε στον Δία κι έπειτα ανέβαινε στο άρμα που οδηγούσε ο Μύρτιλος κι έφευγε πίσω του. Τον προλάβαινε στα μισά της απόστασης και τον σκότωνε. Κάρφωνε τα κεφάλια των άτυχων νέων στην πύλη του παλατιού κι έθαβε τα πτώματά τους στην Ολυμπία. Δεκατρείς υποψήφιοι γαμπροί είχαν χαθεί, όταν στα μέρη αυτά έφτασε ο Πέλοπας. Είδε την Ιπποδάμεια και την ερωτεύτηκε. Τον ερωτεύτηκε και εκείνη. Το πρόβλημά τους όμως ήταν η θανάσιμη αρματοδρομία με τον Οινόμαο. Η Ιπποδάμεια είπε στον Πέλοπα ότι ο ηνίοχος του πατέρα της, ο Μύρτιλος, ήταν ερωτευμένος μαζί της. Ο Πέλοπας άρπαξε την ευκαιρία. Πήγε και τον βρήκε και του υποσχέθηκε το μισό βασίλειο αλλά και να τον αφήσει να περάσει μια νύχτα μαζί της, αν τους βοηθούσε. Ο Μύρτιλος ενθουσιάστηκε, ενώ ο Πέλοπας πήγε στον Οινόμαο και ζήτησε επίσημα το χέρι της κόρης του. Ο Οινόμαος δέχτηκε με τον γνωστό τον όρο ότι ο Πέλοπας θα έπρεπε να τον νικήσει στην αρματοδρομία από την Πίσα ως την Κόρινθο:

«Αλλιώς, θα πεθάνεις», συμπλήρωσε.

Όπως πάντα, ο Πέλοπας ξεκίνησε, ενώ ο Οινόμαος θυσίασε στον Δία κι έπειτα ανέβηκε στο άρμα. Ο Μύρτιλος είχε φροντίσει να βγάλει τη σφήνα από τον ένα τροχό. Αποτέλεσμα ήταν να φύγει από τη θέση του ο τροχός, την ώρα που οι φοράδες είχαν αναπτύξει τη μέγιστη ταχύτητά τους. Ο Οινόμαος γκρεμίστηκε από το άρμα, μπλέχτηκε στα γκέμια, παρασύρθηκε στα βράχια και σκοτώθηκε.

Ο Μύρτιλος εμφανίστηκε μπροστά στο ερωτευμένο ζευγάρι και ζήτησε την αμοιβή του: Μια νύχτα με την Ιπποδάμεια. Ο Πέλοπας τον πήρε μαζί του ταξίδι. Παραπλέοντας την Κρήτη, τον γκρέμισε στην θάλασσα που, από το όνομά του ή το όνομα της μητέρας του, ονομάστηκε Μυρτώο πέλαγος.

Υπήρχε και η άποψη ότι, μετά τη νίκη του, ο Πέλοπας πήρε στο άρμα του την Ιπποδάμεια με τον Μύρτιλο ηνίοχο. Κάπου η Ιπποδάμεια δίψασε κι ο Πέλοπας κατέβηκε από το άρμα, να πάει να της φέρει νερό. Μόνος με την όμορφη κόρη, ο Μύρτιλος προσπάθησε να την βιάσει. Δεν πρόλαβε, γιατί γύρισε ο Πέλοπας και τον σκότωσε.

Νικητής ο Πέλοπας, ίδρυσε τους Ολυμπιακούς αγώνες και τους αφιέρωσε στον προστάτη του Δία, αυτόν που είχε δώσει διαταγή να τον επαναφέρουν στη ζωή, μετά τη φρικιαστική πράξη του πατέρα του.

Ο μύθος του Πέλοπα «κολλάει» γάντι με την πραγματικότητα, καθώς, στην αρχή, τους ολυμπιακούς αγώνες, οι Πισάτες τους οργάνωναν. Κι ο Πέλοπας ήταν παππούς του Αγαμέμνονα, άρα εξήντα χρόνια παλαιότερός του. Που σημαίνει ότι οι Ολυμπιακοί αγώνες πρωτοξεκίνησαν εξήντα χρόνια πριν από τον Τρωικό πόλεμο, εκεί γύρω στα 1260 με 1250 π.Χ.

 

Αθλητισμός και στίβος

Στα 496 π.Χ., το νησί Αστυπάλαια εκπροσώπησε στους Ολυμπιακούς αγώνες ο πυγμάχος Κλεομήδης. Οι φονικές γροθιές του σκότωσαν τον αντίπαλο κι αυτό έγινε αιτία οι Ελλανοδίκες να μην τον ανακηρύξουν Ολυμπιονίκη. Γύρισε στην Αστυπάλαια με ταραγμένο μυαλό. Σε μια κρίση τρέλας, γκρέμισε το σχολείο την ώρα που οι μαθητές έκαναν μάθημα. Σκοτώθηκαν εξήντα παιδιά. Ο Κλεομήδης εξαφανίστηκε. Το μαντείο των Δελφών τον ανακήρυξε «τελευταίο των ηρώων».

Οι αρχαίοι Έλληνες ήταν ο λαός, που λάτρεψε τον αθλητισμό. Οι μυθικοί Άτλαντες της χαμένης πολιτείας, οι Μινωίτες και οι Μυκηναίοι, καθώς και οι Έλληνες των ιστορικών χρόνων ήταν ο λαός, που ανακάλυψε και λάτρεψε τον αθλητισμό. Κι όταν μιλούσαν για αθλητισμό, εννοούσαν τον στίβο, τον αδιαφιλονίκητο βασιλιά των αγώνων. Μέσα στον οποίο ενέτασσαν και την πάλη, την πυγμαχία αλλά και το παγκράτιο. Ο στίβος άλλωστε προέρχεται από το αρχαίο ρήμα στείβω που σημαίνει καταπατώ: Ένας χώρος για ασκήσεις ή αγώνες.

Στις Μυκήνες, ο αθλητισμός καθόρισε σιγά σιγά και την ανδρική μόδα: Τα μακριά μαλλιά, που ανέμιζαν κι εμπόδιζαν την κίνηση, κόπηκαν κοντά. Το αρρενωπό στιλ υπογραμμίστηκε από την πλούσια γενειάδα και το μουστάκι. Η γυναικεία μόδα ακολουθούσε, στις αρχές, τις επιταγές της Κρήτης. Σιγά σιγά κι όσο η εγχώρια παραγωγή ανέβαζε την ποιότητά της, επικράτησαν ελλαδίτικες τάσεις. Στην κατοπινή Σπάρτη, οι φαινομηρίδες, οι «γυναίκες με τα μίνι», όπως θα τις λέγαμε σήμερα, αθλούνταν όσο και οι άνδρες. Και στην Ολυμπία, υπήρχε αγώνας ταχύτητας μόνο για παρθένες που έτρεχαν προς τιμήν της θεάς Ήρας.

Στα ομηρικά χρόνια, ο αθλητισμός αποτελούσε την ψυχαγωγία της αριστοκρατίας. Αγώνες, όμως, γίνονταν και για να τιμηθεί ένας νεκρός. Τέτοιοι ήταν κι αυτοί, που οργανώθηκαν από τον Αχιλλέα, όταν σκοτώθηκε ο φίλος του ο Πάτροκλος. Όμως, στις εποχές που ο μύθος και η πραγματικότητα μπλέκονται, οι αγώνες ήταν μέρος της λατρευτικής διαδικασίας. Πάνω από 320 χρόνια μετά τον Τρωικό πόλεμο, το στάδιο της Ολυμπίας ήταν τμήμα του ναού. Γύρω στα μέσα του Ε’ αιώνα έγινε αυθύπαρκτος χώρος.

Σπουδαίοι αθλητές, ήρωες των πατρίδων τους, καταγράφηκαν στα χρονικά των αγώνων: Οι δρομείς Λάδας ο Λακεδαιμόνιος και ο Λεωνίδας ο Ρόδιος, καθώς και ο Αθηναίος Φειδιππίδης, ουσιαστικά ο πρώτος γνωστός δρομέας μεγάλων αποστάσεων, καθώς γνωρίζουμε ότι έκανε τρέχοντας τη διαδρομή Αθήνα – Σπάρτη, προκειμένου να μεταφέρει την έκκληση των Αθηναίων για βοήθεια, ώστε να αποκρουστεί ο περσικός κίνδυνος. Ο Φαΐλος ο Κροτωνιάτης στο άλμα, ο Διαγόρας ο Ρόδιος στην πυγμαχία. Κι ακόμα, ο Σώστρατος ο Σικυώνιος, ο Σάτυρος ο Ηλείος, ο Μίλων ο Κροτωνιάτης. Αθλητές που έβλεπαν να γκρεμίζεται ένα μέρος των τειχών της πατρίδας τους για να περάσουν.

Μετά, επήλθε η θρησκευτική αντιπαλότητα και η κατάργησή τους (393 μ.Χ.). Ο χριστιανισμός έβρισκε ειδωλολατρική συνήθεια την άθληση και σύμφωνες με τις θεϊκές επιταγές τις ιπποδρομίες και τις αρματοδρομίες. Αλλά οι αγώνες στίβου επέζησαν: Στα απάτητα βουνά και στα περάσματα, όπου οι αρματολοί και οι κλέφτες διαγωνίζονταν στο άλμα και στο λιθάρι, στη σκοποβολή και στο πάλεμα.

Με την ανασυγκρότηση του ελληνικού κράτους, μετά την επανάσταση του 1821, ο στίβος άρχισε να ανακτά την παλιά του αίγλη. Στα 1837, η γυμναστική μπήκε μάθημα στα σχολεία. Την ίδια χρονιά, έγινε προσπάθεια να αναβιώσουν οι Ολυμπιακοί Αγώνες: Στον Πύργο της Ηλείας, πλάι στην Αρχαία Ολυμπία, 25η Μαρτίου κάθε τέσσερα χρόνια. Στα 1865, ένας νόμος μεριμνούσε για την «οριστική συγκρότηση της των Ολυμπίων Επιτροπής». Στα 1868, ο Ιωάννης Φωκιανός ανέλαβε να οργανώσει τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1870, που σημείωσαν τεράστια επιτυχία. Ήταν ο ίδιος που ανέλαβε και τη διοργάνωση του 1896, την πρώτη σύγχρονη διεθνή Ολυμπιάδα. Η πολιτεία του εξέφρασε την «ευγνωμοσύνη» της στέλνοντάς τον πρόωρα στον τάφο. Από το 1936, στον τόπο γίνεται κάθε τέσσερα χρόνια η τελετή της αφής της ολυμπιακής φλόγας, την οποία μεταφέρουν λαμπαδηδρόμοι ως την πόλη που κάθε φορά αναλαμβάνει τη διοργάνωση των αγώνων. Οι αγώνες ξεκινούν με την άφιξη της φλόγας και την αφή της στο στάδιο των αγωνισμάτων στίβου. Με τη λήξη των αγώνων, η ολυμπιακή φλόγα σβήνει για να ανάψει πάλι μετά από τέσσερα χρόνια.

Το αληθινό πνεύμα των Ολυμπιακών αγώνων που έκαναν πράξη το «νους υγιής εν σώματι υγιή» των αρχαίων, περιέγραψε γλαφυρά ο Κωστής Παλαμάς στο ποίημα του «Ο Ολυμπιακός Ύμνος» που μελοποιήθηκε και ψάλλεται σε κάθε ευκαιρία:

 

Αρχαίο πνεύμ’ αθάνατο, αγνέ πατέρα

του ωραίου, του μεγάλου και τ’ αληθινού,

κατέβα, φανερώσου κι άστραψ’ εδώ πέρα,

στη δόξα της δικής σου γης και τ’ ουρανού.

 

Στο δρόμο και στο πάλεμα και στο λιθάρι,

στων ευγενών Αγώνων λάμψε την ορμή,

και με το αμάραντο στεφάνωσε κλωνάρι

και σιδερένιο πλάσε κι άξιο το κορμό.

 

Κάμποι, βουνά και πέλαγα φέγγουν μαζί σου

σαν ένας λευκοπόρφυρος μέγας ναός,

και τρέχει στο ναό εδώ προσκυνητής σου,

Αρχαίο Πνεύμ’ αθάνατο, κάθε λαός.

 

Για τον έλεγχο των αγώνων

Στα τέλη του Θ’ με αρχές του Η’ αιώνα π.Χ., οι ολυμπιακοί αγώνες ήταν τόσο ξακουστοί, ώστε χύθηκε πολύ αίμα για το ποιος θα τους ελέγχει. Πρώτοι ήταν οι Πισάτες. Μετά, αναμίχθηκαν και οι Ηλείοι. Από τα τέλη του Θ’ αιώνα, παρουσιάστηκαν και οι Σπαρτιάτες. Πολύ αργότερα, στα 572 π.Χ., η Πίσα καταστράφηκε ολοκληρωτικά και οι αγώνες έμειναν στα χέρια των Ηλείων.

Καθώς όμως  τελείωνε το πρώτο τέταρτο του Η’ αιώνα π.Χ., ο βασιλιάς της Ηλείας, Ίφιτος, έκανε μια σημαντική συμφωνία με τον Λυκούργο της Σπάρτης και τον βασιλιά της Πίσας: Οι ολυμπιακοί αγώνες θα τελούνταν κάθε τέσσερα χρόνια και η ολυμπιακή εκεχειρία θα ήταν σεβαστή.

Πρώτοι αγώνες, μετά τη συμφωνία, ήταν οι του 776 π.Χ. Από τη χρονιά αυτή άρχισε και η χρονολόγηση κατά ολυμπιάδες. Της χρονιάς αυτής τους αγώνες θεωρούμε πρώτη ολυμπιάδα. Πρώτος επίσημα Ολυμπιονίκης ήταν ο Ηλείος Κοροίβος (776 π.Χ.) στον δρόμο των 192 μέτρων και 27 εκατοστών (ενός σταδίου). Ακολούθησαν ο επίσης Ηλείος Αντίμαχος το 772 π.Χ., ο Μεσσήνιος Άνδροκλος το 768, ο συμπατριώτης του Πολυχάρης το 762. Οι πρώτοι επίσημα καταγραμμένοι Ολυμπιακοί Αγώνες ήταν υπόθεση του ανταγωνισμού των δύο αθλητικών υπερδυνάμεων της Ηλείας και της Μεσσηνίας. Οι υπόλοιπες πόλεις θ’ αργούσαν να αναδείξουν νικητές.

Οι ολυμπιακοί αγώνες γνώρισαν τη μεγάλη τους δόξα μετά τους περσικούς πολέμους. Οι αθλητές είχαν πια εθνική συνείδηση κι αγωνίζονταν για την πατρίδα τους. Άλλωστε, οι ολυμπιονίκες γνώριζαν τη δόξα να δουν να γκρεμίζεται ένα κομμάτι από τα τείχη της πόλης τους για να περάσουν. Η συμμετοχή επιτρεπόταν μόνο σε Έλληνες, ελεύθερους πολίτες, γιους ελεύθερων γονέων.

Η ολυμπιακή εκεχειρία ξεκίνησε να είναι ένας μήνας και κατέληξε να διαρκεί τρεις. Στη διάρκειά της, οποιαδήποτε πολεμική πράξη απαγορευόταν, δίνοντας στους Έλληνες την ευκαιρία να ταξιδεύουν με ασφάλεια. Συνέκλιναν όλοι στην αρχαία Ολυμπία που έγινε ο πρώτος γνωστός τόπος διακοπών. Γεννήθηκε έτσι η περιήγηση, το ταξίδι για τη γνωριμία νέων τόπων και την απόκτηση νέων εμπειριών. Μετεξέλιξή τους είναι ο σημερινός τουρισμός. Άλλωστε, η διάρκεια των αγώνων συνεχώς μεγάλωνε και ο αριθμός των αθλημάτων συνεχώς διευρυνόταν. Από το 680 π.Χ., η διάρκεια των αγώνων έγινε δυο μέρες, από το 632 π.Χ. τρεις κι από το 472 π.Χ. έφτασε τις πέντε. Τα αγωνίσματα αυξάνονταν και, από ένα το 776 π.Χ., έφτασαν τα 16, από το 200 π.Χ. κι έπειτα.

Ήταν μια γιορτή. Η τελευταία μέρα της στεφάνωσης των νικητών, με το κλαδί της αγριλιάς, συνέπιπτε πάντα με την πανσέληνο του Αυγούστου. Όλη τη νύχτα, κάτω από το φως του φεγγαριού, οι ολυμπιονίκες και οι φίλοι τους διασκέδαζαν τραγουδώντας και χορεύοντας. Κανένας αθλητής δεν κοιμόταν.

Στα χρόνια της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, οι κατακτητές φρόντισαν να αφαιρέσουν όσα μπορούσαν από τα αναθήματα του ναού και ταυτόχρονα επέβαλαν τη συμμετοχή και Ρωμαίων στους αγώνες. Σιγά σιγά, η ελληνικότητα του αθλητή έπαψε να αποτελεί κριτήριο συμμετοχής. Μετείχε, όποιος ήθελε. Οι αγώνες διεξάγονταν επί 1.168 χρόνια, ως το 393 μ.Χ., όταν τους κατάργησε ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Θεοδόσιος ο Μέγας. Τελευταίος Ολυμπιονίκης υπήρξε ο Βαραστάπ, Αρμένιος Αρσακίδης (απόγονος δυναστείας Πάρθων βασιλιάδων).

Στα 424, ο Θεοδόσιος Β’ συμπλήρωσε την καταστροφή. Η περιοχή ερήμωσε. Οι προσχώσεις του Αλφειού σκέπασαν τα ερείπια. Η Ολυμπία ξεχάστηκε.

 

Τα αθλήματα

Το παγκράτιο και η ιπποδρομία εντάχθηκαν στους Ολυμπιακούς αγώνες, στα 648 π.Χ. Το παγκράτιο ήταν συνδυασμός πυγμής και πάλης με τους αθλητές να συνεχίζουν να μάχονται ακόμα και όταν βρίσκονταν στο έδαφος. Νικητής αναδεικνυόταν εκείνος του οποίου ο αντίπαλος εγκατέλειπε.

Η ιπποδρομία διεξαγόταν με τον αναβάτη γυμνό, χωρίς σέλα και αναβολείς με μόνο τα γκέμια για να καθοδηγεί το άλογο κι ένα μαστίγιο ή ραβδί. Και στο αγώνισμα αυτό Ολυμπιονίκης αναδεικνυόταν ο ιδιοκτήτης του αλόγου, ενώ ο αναβάτης περιοριζόταν στην μάλλινη ταινία και τον μισθό του.

Στα 632 π.Χ. εντάχθηκαν τα δυο πρώτα αγωνίσματα παίδων: Δρόμος σταδίου και πάλη. Στα 628 π.Χ., προστέθηκε το πένταθλο παίδων αλλά καταργήθηκε την ίδια χρονιά. Η πυγμή παίδων εντάχθηκε στα 616 π.Χ.

Στα 520 π.Χ. προστέθηκε το αγώνισμα του οπλίτη δρόμου: Δίαυλος με τους δρομείς να τρέχουν φορώντας πλήρη πανοπλία (μετά τους περσικούς πολέμους, έτρεχαν χωρίς κράνος και κνημίδες).

Στα επόμενα χρόνια, νέα αγωνίσματα εντάχθηκαν στο πρόγραμμα των Ολυμπιακών αγώνων:

Στα 500 π.Χ., η απήνη, αγώνας δρόμου με μουλάρια.

Στα 496 π.Χ., η κάλπη, αγώνας δρόμου με φοράδες. Απήνη και κάλπη καταργήθηκαν το 444.

Στα 408 π.Χ., η αρματοδρομία συνωρίδων, δίτροχων αρμάτων που έσερναν δυο άλογα.

Στα 396 π.Χ., τα αγωνίσματα σαλπιγκτών και κηρύκων.

Στα 384 π.Χ., η αρματοδρομία τεθρίππων με πουλάρια.

Στα 256 π.Χ., η ιπποδρομία με πουλάρια.

Στα 200 π.Χ., το παγκράτιο παίδων.

Τα επόμενα «αγωνίσματα» ήταν αυτά που με το ζόρι καθιέρωσε ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Νέρων. Καταργήθηκαν με συνοπτικές διαδικασίες μόλις αυτός πέθανε.

 

Οι κανονισμοί και οι Ζάνες

Η διοργανώτρια πόλη, Ήλις, βρισκόταν στη δυτική όχθη του Πηνειού, καμιά πενηνταριά χλμ. από την Ολυμπία, κοντά στη σημερινή Αμαλιάδα. Υπεύθυνη για την οργάνωση των αγώνων ήταν η Ολυμπιακή Βουλή, ενώ κριτές ήταν οι Ελλανοδίκες, μέλη της αρμόδιας επιτροπής, δυο αρχικά, δέκα στη συνέχεια, δώδεκα έπειτα και, από το 348 π.Χ., πάλι δέκα. Εκλέγονταν με κλήρο ανάμεσα στους Ηλείους και είχαν απόλυτη εξουσία.

Απέρριπταν αθλητές που δεν είχαν τα κατάλληλα να αγωνιστούν προσόντα, απέκλειαν όσους υπέπιπταν σε παραπτώματα και τιμωρούσαν με πρόστιμα ή και με δημόσια μαστίγωση τους παραβάτες των κανονισμών. Παραβάσεις ήταν η αργοπορημένη προσέλευση, η μη υπακοή στις εντολές, η μη τήρηση των κανονισμών διεξαγωγής των αθλημάτων και η δωροδοκία είτε για να αφεθεί αθλητής να νικηθεί είτε για ευνοϊκή μεταχείριση.

Σε περίπτωση δωροδοκίας, έπεφτε τόσο βαρύ πρόστιμο στον αθλητή και στην πόλη του, ώστε με τα χρήματα που εισπράττονταν, ανεγείρονταν αγάλματα του Δία, οι Ζάνες (από τον πληθυντικό της λέξης Ζευς) πάνω σε ειδικά βάθρα. Βρέθηκαν 17 βάθρα Ζανών που σημαίνει ότι τόσες δωροδοκίες τιμωρήθηκαν στα 1169 χρόνια που κράτησαν οι Ολυμπιάδες.

Πρώτο κρούσμα δωροδοκίας αποκαλύφθηκε το 388 π.Χ. Το επόμενο, μετά από 56 χρόνια (το 332 π.Χ.). Η δυσφήμιση του αθλητή αλλά και της πόλης την οποία εκπροσωπούσε και το στίγμα της «πλαστής νίκης» απέτρεπαν την απόπειρα δωροδοκίας παρ’ όλο που ο δεκασμός για τους αρχαίους Έλληνες ήταν σε πολλές περιπτώσεις τρόπος ζωής.

Έφεση κατά μιας απόφασης των Ελλανοδικών (των οποίων το σκεπτικό απαγορευόταν να γνωστοποιηθεί) επιτρεπόταν μόνο στην Βουλή της Ήλιδας. Στη συντριπτική πλειοψηφία τους όμως, οι αποφάσεις γίνονταν αποδεκτές. Οι Ελλανοδίκες ήταν αναγνωρισμένα αμερόληπτοι και αδέκαστοι.

Οι αθλητές ήταν υποχρεωμένοι να αποδείξουν την ελληνικότητά τους και το ότι είχαν κάνει τουλάχιστο δεκάμηνη προετοιμασία (προπόνηση). Η συμμετοχή των Ρωμαίων αργότερα είχε δικαιολογηθεί με την εξήγηση ότι ήταν απόγονοι Ελλήνων. Στην περιοχή, οι αθλητές έπρεπε να φτάσουν ένα μήνα πριν από την έναρξη των αγώνων. Τους συνόδευαν οι γυμναστές ή, των παίδων, οι πατέρες ή μεγαλύτερα αδέλφια. Στον μήνα αυτό, διδάσκονταν τους κανονισμούς των αθλημάτων, παρακολουθούσαν αγώνες κι έμεναν σε ιδιαίτερο κτίριο της Ήλιδας. Η δήλωση συμμετοχής γινόταν ένα χρόνο πριν και καταγραφόταν σε ειδικές λίστες.

 

Οι ερμηνευτές των χρησμών

Ο Πίνδαρος περιγράφει το πώς η κόρη του Ευρώτα, Πιτάνη, απέκτησε από τον Ποσειδώνα την Ευάδνη. Και πως εκείνη γέννησε του Απόλλωνα τον Ίαμο. Μεγαλώνοντας, ο Ίαμος πήγε στον Αλφειό ποταμό, μπήκε ως τη μέση και ζήτησε από τους παππού και πατέρα του να του χαρίσουν κάτι χρήσιμο. Ο πατέρας τον διέταξε να πάει στην Ολυμπία. Εκεί, ο Ίαμος ανέβηκε στον λόφο Κρόνιο και στάθηκε. Ο Απόλλων του πρόσφερε το χάρισμα της μαντικής τέχνης και τη δυνατότητα να ακούει τη θεϊκή φωνή. Και τον διέταξε να κτίσει μαντείο κοντά στον βωμό του Δία, όταν θα ερχόταν ο Ηρακλής να καθιερώσει τους Ολυμπιακούς αγώνες.

Ο Ίαμος έγινε γενάρχης της οικογένειας των Ιαμιδών, της μιας από τρεις, των οποίων τα μέλη είχαν κληρονομικό δικαίωμα να ερμηνεύουν τους χρησμούς του Δία. Η δεύτερη οικογένεια της οποίας τα μέλη είχαν αυτό το προνόμιο, ήταν οι Κλυτιάδες. Ισχυρίζονταν ότι είναι παρακλάδι των Ιαμιδών με πρόγονό τους τον μάντη ήρωα Αμφιάραο. Η τρίτη οικογένεια ήταν των Τελλιαδών. Αγνοούμε ποια ήταν η καταγωγή τους. Εκείνο που ξέρουμε είναι ότι οι Σπαρτιάτες προσπαθούσαν να κολακέψουν τους Ιαμίδες αλλά όχι και τους Τελλιάδες:

Στα 480 π.Χ., ο Ιαμίδης Τεισαμενός και ο αδελφός του απέκτησαν δικαιώματα ισότιμου πολίτη της Σπάρτης. Αντίθετα, ο Τελλιάδης Ηγησίστρατος ήταν φυλακισμένος στη Σπάρτη. Μπόρεσε να δραπετεύσει κόβοντας το δεμένο με αλυσίδα πόδι του, έφτασε στην Τεγέα, έβαλε ένα ξύλινο πόδι και, θέλοντας να εκδικηθεί τους δεσμοφύλακές του, πέρασε στην περσική πλευρά. Πολέμησε στο πλάι τους στις Πλαταιές (479 π.Χ.). Οι Σπαρτιάτες τον έπιασαν αιχμάλωτο και τον θανάτωσαν.

 

Πορεία προς την παρακμή

Οι Ολυμπιακοί αγώνες ήταν τόπος επίσημης παρουσίας και κρίσης. Η μεγαλύτερη τιμή που ο νικητής της ναυμαχίας Σαλαμίνας (480 π.Χ.), Θεμιστοκλής, θεωρούσε ότι του είχε γίνει, ήταν όταν το 476 π.Χ. μπήκε στο στάδιο, ενώ είχαν ήδη αρχίσει οι αγώνες. Οι θεατές σηκώθηκαν όρθιοι και άρχισαν να τον χειροκροτούν. Ο ιστορικός Ηρόδοτος διάβασε αποσπάσματα από την Ιστορία του για να διαπιστώσει αν τα γραπτά του ενδιέφεραν. Ανάμεσα σε εκείνους που συγκινήθηκαν ήταν και ο νεαρός τότε Θουκυδίδης. Η παράδοση αναφέρει ότι τότε αποφάσισε να γράψει κι αυτός ιστορία.

Μετά τη νίκη του στη Χαιρώνεια (338 π.Χ.), ο βασιλιάς Φίλιππος των Μακεδόνων ξεκίνησε να κτίζει στην Άλτι, ένα μεγαλοπρεπές κτίριο, αφιέρωμα στους θεούς. Το ολοκλήρωσε ο Μέγας Αλέξανδρος που το ονόμασε Φιλιππείο. Στο εσωτερικό και σε μαρμάρινο βάθρο, έστησε ο Αλέξανδρος χρυσελεφάντινα αγάλματα του πατέρα του, του ίδιου και συγγενών, έργα όλα του περίφημου γλύπτη της εποχής, Λεωχάρη.

Μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, οι αγώνες ξέπεσαν. Στα χρόνια του αυτοκράτορα Νέρωνα, έγιναν πανηγύρι. Ο ίδιος βγήκε ολυμπιονίκης σε όλα τα αθλήματα (κι αν τολμούσαν, ας μην τον αναδείκνυαν ολυμπιονίκη οι Ελλανοδίκες), πρόσθεσε νέα «αγωνίσματα» (ραψωδίας, κιθάρας, τραγουδιού κ.ά. που καταργήθηκαν αμέσως μετά τον θάνατό του) κι επειδή βαρέθηκε να περιμένει τέσσερα χρόνια, διέταξε οι αγώνες να γίνουν στα δύο (67 μ.Χ.). Η «Ολυμπιάδα» αυτή δεν μέτρησε.

Νικητής «από το παράθυρο» αναφέρεται, στη μυθολογία, ο Αγαμέμνονας. Πιο σεμνά από τον Νέρωνα: Στους αγώνες στη μνήμη του Πάτροκλου, που ο Αχιλλέας οργάνωσε, ήταν να κονταρομαχήσουν ο Αγαμέμνονας με τον ανίκητο Μηριόνη, τον σύντροφο του Ιδομενέα από την Κρήτη. Δεν γινόταν να νικηθεί ο αρχιστράτηγος από έναν απλό αξιωματούχο. Και ο Αχιλλέας απέτρεψε τη μονομαχία, ανακηρύσσοντας τον Αγαμέμνονα νικητή, όπως περιγράφεται στην Ιλιάδα. Είπε πως «όλοι γνώριζαν ότι ο Αγαμέμνονας θα νικούσε», οπότε ήταν περιττό να μονομαχήσουν! Και για να μην «ρίξει» τελείως τον «ηττημένο», καθιέρωσε, ειδικά για το αγώνισμα αυτό, βραβείο και για τον δεύτερο.

Η πρώτη επιδρομή βαρβάρων στην περιοχή σημειώθηκε στα 267 μ.Χ. Η καταστροφή που επέφεραν ήταν καταλυτική. Τα επόμενα χρόνια, το ιερό υπολειτουργούσε. Στα 303, έγινε προσπάθεια επισκευής του. Ο κατήφορος όμως ήταν αδύνατο να ανακοπεί, πολύ περισσότερο που οι αθλητικοί αγώνες ταυτίζονταν με την ειδωλολατρία και επέσειαν την οργή των αυτοκρατόρων που πια έβρισκαν χριστιανικές μόνο τις ιπποδρομίες.

Οι τελευταίοι αγώνες έγιναν το 393 μ.Χ. Την επόμενη χρονιά καταργήθηκαν με διάταγμα του αυτοκράτορα Θεοδόσιου. Με διαταγή του αυτοκράτορα Θεοδόσιου Β’, πυρπολήθηκε στα 420 ο ναός του Δία. Η περιοχή εγκαταλείφθηκε. Οι μετέπειτα σεισμοί και οι προσχώσεις των ποταμών την εξαφάνισαν. Αποκαλύφθηκε πάλι, μετά τις πρώτες ανασκαφές που ξεκίνησαν εκεί στα 1829 από τους Γάλλους. Από το 1875, την αρχαιολογική έρευνα στην περιοχή ανέλαβε το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο.

 

Δαναΐδες και Μάρπησσα

Αθλητικοί αγώνες υπήρξαν και πριν από τους ολυμπιακούς. Ήταν γύρω στα 1500 π.Χ., όταν ο Δαναός βρέθηκε βασιλιάς στο Άργος, πατέρας πενήντα κοριτσιών. Ακόμα κι αν είσαι βασιλιάς, πού να βρεθούν πενήντα γαμπροί της προκοπής! Προέκυψαν οι πενήντα γιοι του αδελφού του που κατέφθασαν από την Αίγυπτο, πλην όμως ο Δαναός και οι κόρες του υποψιάστηκαν ότι άλλα είχαν στο μυαλό τους. Με την συμβουλή του πατέρα, οι 49 Δαναΐδες σκότωσαν τα 49 ξαδέλφια τους την πρώτη νύχτα του γάμου. Η 50ή ερωτεύτηκε τον νεαρό της, κάποιον Λυγκέα, και τον έσωσε. Μια από τις άλλες, η Αμυμώνη, είχε ήδη εραστή τον Ποσειδώνα. Απέμεναν 48 χήρες και φόνισσες και ο Δαναός κυριολεκτικά δεν ήξερε τι να τις κάνει. Οι αθλητικοί αγώνες ήταν μια κάποια λύση. Τους προκήρυξε να έχουν 48 αγωνίσματα. Ο νικητής κάθε αγωνίσματος πήρε, αντί για κύπελλο, βραβείο μια Δαναΐδα.

Κατά μια διαφορετική εκδοχή, ο Λυγκέας σκότωσε τον Δαναό και τις 49 Δαναΐδες που καταδικάστηκαν να γεμίζουν στον Άδη ένα τρύπιο πιθάρι, τον γνωστό «πίθο των Δαναΐδων». Μόνος πια με τη γυναίκα του, την Υπερμνήστρα, έγινε βασιλιάς του Άργους, ιδρύοντας την πρώτη δυναστεία των Αργείων. Όσο για τους αγώνες, αυτός που τους καθιέρωσε ήταν ο Λυγκέας, ο οποίος έδινε στους νικητές βραβείο ένα μαχαίρι, για να θυμούνται όλοι το ομαδικό φονικό.

Υπήρχε κι άλλος Λυγκέας, αδελφός αυτός ενός Ίδα. Ήταν δίδυμοι και μάλλον παιδιά του θεού Ποσειδώνα. Ο Ίδας είχε δύναμη τρομερή κι ο Λυγκέας το χάρισμα να διαπερνά με τη ματιά του οποιοδήποτε αντικείμενο και να βλέπει τι κρύβεται πίσω ή μέσα σ’ αυτό. Κι οι δυο, βρέθηκαν στο κυνήγι του Καλυδώνιου Κάπρου, στην Αιτωλία. Ο Εύηνος ήταν ισχυρός μονάρχης κάποιας εκεί περιοχής, γιος του Άρη. Η ονομασία Εύηνος είναι σύνθεση των λέξεων ευ (καλώς) και ηνία (χαλινάρια). Και στ’ αλήθεια ο Εύηνος ήταν ανίκητος στις αρματοδρομίες. Κι όπως κι άλλοι, είχε κι αυτός μια πανέμορφη κόρη, τη Μάρπησσα, που έλεγε ότι θα την έδινε σύζυγο σε όποιον τον νικούσε στην αρματοδρομία. Με τιμωρία τον θάνατο για όποιον έχανε στην κούρσα, όπως έκανε παλιότερα και ο Οινόμαος με τους υποψήφιους γαμπρούς της κόρης του, Ιπποδάμειας.

Είτε μετέχοντας στο κυνήγι του κάπρου είτε ερωτευμένος μαζί της «από απόσταση», ο Ίδας έφτασε στην επικράτεια του Εύηνου αλλά δεν κάθισε να ασχοληθεί με τις αρματοδρομίες του. Απλά, έκλεψε την κόρη του, τη Μάρπησσα, την ανέβασε στο άρμα του το ζεμένο με φτερωτά άλογα, δώρα του πατέρα του Ποσειδώνα, κι έφυγε. Μάταια ο Εύηνος τους κυνήγησε. Έφτασε στο ποτάμι κι απελπισμένος ρίχτηκε στα ορμητικά νερά του και πνίγηκε. Κι από τότε, το ποτάμι ονομάστηκε Εύηνος.

Το ερωτευμένο ζευγάρι έφτασε στη Μεσσηνία αλλά για τον Ίδα οι περιπέτειες δεν είχαν λήξει. Μπροστά του παρουσιάστηκε ο θεός Απόλλωνας και, ούτε λίγο ούτε πολύ, του ζήτησε να πάρει αυτός, για λογαριασμό του, τη Μάρπησσα. Ο Ίδας είχε ένα τόξο του οποίου τα βέλη δεν λάθευαν ποτέ. Το έστρεψε εναντίον του θεού. Πρόλαβε ο Δίας κι έστειλε την Ίριδα με εντολή να σταματήσουν τον καβγά και να αφήσουν τη Μάρπησσα να διαλέξει.

Η Μάρπησσα διάλεξε τον Ίδα.

 

Ο Πηλέας και το Πένταθλο

Το Πένταθλο είναι στενά δεμένο με τον Πηλέα (τον «άνθρωπο του Πηλίου», όπως δηλώνει το όνομά του), γιο του Αιακού και εγγονό του Δία. Παιδιά της Ενδηίδας, αυτός και ο Τελαμώνας, ζήλευαν τον ετεροθαλή αδελφό τους, Φώκο, στον οποίο είχε μεγάλη αδυναμία ο πατέρας τους. Την ώρα που οι τρεις τους αγωνίζονταν στο πένταθλο, ο Πηλέας έστειλε τον δίσκο στο κεφάλι του Φώκου που έμεινε στον τόπο. Υπάρχει όμως και η άποψη ότι τότε το πένταθλο δεν υπήρχε. Το επινόησε ο Ιάσονας για χάρη του Πηλέα, όταν αυτός, σε αγώνες των Αργοναυτών στη Λήμνο, έχασε στους τελικούς όλων των αγωνισμάτων, εκτός από αυτό της πάλης. Ο Ιάσονας ένωσε την πάλη με άλλα τέσσερα αγωνίσματα, οπότε, με βάση τη συνολική βαθμολογία, ο Πηλέας αναδείχτηκε πολυνίκης. Έτσι, λένε, δημιουργήθηκε το πένταθλο. Έτσι κι αλλιώς, ο Πηλέας ήταν σπουδαίος αθλητής. Σε άλλους αγώνες, στην ίδια εκστρατεία, νίκησε σε αγώνα δρόμου και βραβεύτηκε με ένα πέπλο που αθλοθέτησε η Αθηνά. Και αργότερα, όταν γύρισαν οι Αργοναύτες και ο βασιλιάς της Ιωλκού, Πελίας, πέθανε, ο ήρωας μετείχε στους ταφικούς αγώνες και μάλιστα νίκησε την Αταλάντη στο αγώνισμα της δισκοβολίας, αν και υπάρχει η εκδοχή ότι νικήθηκε από αυτήν στην πάλη.

Μετά τον φόνο του Φώκου, ο Αιακός έδιωξε τους δυο άλλους γιους του από την Αίγινα. Ο Τελαμώνας πήγε στη Σαλαμίνα όπου έγινε βασιλιάς κι απέκτησε γιο τον Αία. Ο Πηλέας μάζεψε τους Μυρμιδόνες κι έφυγε στη Θεσσαλική Φθία, όπου τον καλοδέχτηκε και τον εξάγνισε ο βασιλιάς Ευρυτίωνας. Ο Πηλέας παντρεύτηκε την κόρη του βασιλιά, Αντιγόνη, και πήρε προίκα το ένα τρίτο του βασιλείου. Πεθερός και γαμπρός αποδέχτηκαν την πρόσκληση του Μελέαγρου να μετάσχουν στο κυνήγι του Καλυδώνιου κάπρου. Εκεί, ο Πηλέας ξεμονάχιασε κάποια στιγμή το άγριο θηρίο και ξαπόστειλε το δόρυ του εναντίον του. Ο κάπρος όμως απέφυγε την βολή. Το δόρυ χτύπησε τον Ευρυτίωνα που ερχόταν από την άλλη πλευρά και τον άφησε στον τόπο. Ο Πηλέας έγινε φονιάς για δεύτερη φορά, αυτή ακούσια.

Αν και νόμιμος διάδοχος, εγκατέλειψε το βασίλειο της Φθίας στα χέρια της γυναίκας του, της Αντιγόνης, και έφυγε στην Ιωλκό. Βασίλευε εκεί ο Άκαστος, ο γιος του νεκρού πια Πελία, που επίσης τον καλοδέχτηκε και τον εξάγνισε από τον φόνο του Ευρυτίωνα. Εγκαταστάθηκε στην Ιωλκό, φιλοξενούμενος του βασιλιά. Που όμως είχε γυναίκα του την Αστυδάμεια, νέα, όμορφη και βαθιά ερωτευμένη με τον Πηλέα. Στις ερωτικές της προτάσεις, συνάντησε την πεισματική άρνηση του ήρωα. Ίσως και να ήθελε να σμίξει μαζί της αλλά δεν μπορούσε να το κάνει αυτό στον άνθρωπο που τον φιλοξενούσε και του είχε φερθεί τόσο καλά.

Η Αστυδάμεια φρένιασε. Για να τον εκδικηθεί ή επειδή νόμιζε πως αιτία της άρνησής του ήταν το ότι ήθελε να μείνει πιστός στην γυναίκα του, έπιασε και έγραψε στην Αντιγόνη ότι ο καλός της ετοιμαζόταν να παντρευτεί την Στερόπη, μια από τις κόρες που απέκτησε με τον Άκαστο (η άλλη ήταν η Λαοδάμεια). Η Αντιγόνη το πίστεψε. Στην απελπισία της, πήγε και κρεμάστηκε.

 

Η συνωμοσία της Αστυδάμειας

Όταν η γυναίκα του Πηλέα αυτοκτόνησε, η Αστυδάμεια πίστεψε ότι πια δεν υπήρχε αντίζηλος κι επανέλαβε τις ερωτικές προτάσεις της. Και πάλι ο Πηλέας την απέκρουσε. Ο ήρωας αρνιόταν να υποκύψει στις ορέξεις της από σεβασμό προς τον οικοδεσπότη του. Η Αστυδάμεια αποφάσισε να τον βγάλει από τη μέση. Για να το πετύχει, έπιασε τον άνδρα της και του παραπονέθηκε ότι ο φιλοξενούμενός τους τις έκανε ανήθικες προτάσεις. Κι αυτός την πίστεψε. Δεν μπορούσε όμως να σκοτώσει τον Πηλέα και γιατί τον είχε εξαγνίσει και επειδή τον φιλοξενούσε. Για να απαλλαγεί από αυτόν, έστησε ολόκληρη συνωμοσία οργανώνοντας ομαδικό αγώνισμα: Κυνήγι στο Πήλιο. Σκοπός του ήταν κάποια στιγμή να απομονώσει τον Πηλέα και να τον πιάσει στον ύπνο. Κι έβαλε βραβείο για όποιον σκότωνε τα πιο πολλά θηράματα.

Για τον Πηλέα, όλα αυτά ήταν ένα παιχνίδι. Διέθετε ένα μαγικό μαχαίρι, δώρο του Ήφαιστου, και εξολόθρευε τα ζωντανά. Σκότωνε τα θηράματα το ένα μετά το άλλο, έκοβε τις γλώσσες τους, τις έβαζε σε μια σακούλα και συνέχιζε. Όποιος από τους λοιπούς κυνηγούς έβρισκε σκοτωμένο ζώο, το κουβαλούσε για να υποστηρίξει ότι αυτός το σκότωσε. Όταν ήρθε η ώρα της καταμέτρησης, ο Πηλέας παρουσιάστηκε χωρίς σκοτωμένο ζώο αλλά μόνο με την σακούλα. Οι λοιποί κυνηγοί τον κορόιδευαν ότι δεν σκότωσε τίποτα. Ο Πηλέας τους ρώτησε αν τα δικά τους θηράματα είχαν γλώσσες. Φυσικά, κανένας δεν είχε ψάξει το ζήτημα. Και τα πιο πολλά από τα θηράματα δεν είχαν γλώσσες. Ο Πηλέας άδειασε μπροστά τους το περιεχόμενο της σακούλας. Φάνηκε έτσι ότι αυτός είχε σκοτώσει τα πιο πολλά.

Όταν, αργά τη νύχτα, αποσύρθηκαν όλοι να κοιμηθούν, ο Άκαστος πλησίασε τον Πηλέα, του πήρε το μαγικό μαχαίρι, το έκρυψε κάπου, μάζεψε τους υπόλοιπους κυνηγούς και έφυγε μαζί τους από το βουνό. Ο ήρωας ξύπνησε το πρωί άοπλος και τριγυρισμένος από άγριους Κένταυρους, έτοιμους να τον κατασπαράξουν. Θα σκοτωνόταν, αν ο κένταυρος Χείρωνας δεν στεκόταν στο πλάι του. Από τη νύχτα είχε δει, πού ήταν κρυμμένο το μαγικό μαχαίρι, το είχε πάρει και, την κρίσιμη στιγμή, το επέστρεψε στον ιδιοκτήτη του.

Κατά μιαν άλλη εκδοχή, ο Άκαστος κατηγόρησε κατάμουτρα τον Πηλέα ότι ερωτοτροπούσε με την γυναίκα του. Ο ήρωας αρνήθηκε. Ο Άκαστος του ζήτησε τα όπλα του και, αφού τα πήρε, τον άφησε μόνο και άοπλο στο βουνό, λέγοντάς του:

«Αν είσαι αθώος, θα σωθείς».

Όταν ο Πηλέας απέμεινε μόνος, τα αγρίμια του Πηλίου χύθηκαν εναντίον του. Όμως, την κρίσιμη στιγμή, παρουσιάστηκε ο Ερμής. Του έφερνε το μαγικό μαχαίρι που ο Ήφαιστος είχε κατασκευάσει. Τότε και όχι νωρίτερα το απέκτησε ο ήρωας. Με αυτό, μπόρεσε να τα βγάλει πέρα με τα θηρία. Κατέβηκε από το Πήλιο και μόνος, κατά τον Πίνδαρο, εισέβαλε στην Ιωλκό και την κυρίευσε. Κατά άλλη εκδοχή, πήγε και βρήκε τον αρχηγό της Αργοναυτικής εκστρατείας, Ιάσονα, και τους συντρόφους του σ’ αυτήν, Διόσκουρους, κι όλοι μαζί, με πολύ στρατό, βάδισαν εναντίον της Ιωλκού. Την πήραν εύκολα. Η Αστυδάμεια πιάστηκε και διαμελίστηκε. Όλος ο στρατός πέρασε μέσα από το κομματιασμένο σώμα της.

 

Ολυμπιακοί και Παναθήναια

Ήταν το 480 π.Χ., λίγο μετά τη μάχη των Θερμοπυλών. Ο βασιλιάς των Περσών, Ξέρξης, αναζητούσε τους Έλληνες αντιπάλους του, χωρίς να μπορεί να τους εντοπίσει. Την εποχή εκείνη, όπως μαρτυρά ο Ηρόδοτος, κάποιοι φτωχοί από την Αρκαδία είχαν περάσει στις περσικές γραμμές, ζητώντας δουλειά. Τους έφεραν μπροστά στον μεγάλο βασιλιά. Βρίσκονταν εκεί ο στρατηγός του, Μαρδόνιος, ο αξιωματικός του Αρτάβανου, Τρινταταίχμης, και κάμποσοι άλλοι. Ένας Πέρσης ρώτησε, πού ήταν εκείνη τη στιγμή οι Έλληνες. Οι αυτόμολοι απάντησαν ότι εκείνο τον καιρό όλοι βρίσκονταν στην Ολυμπία, παρακολουθώντας «γυμνικούς και ιππικούς αγώνες».

«Ποιο είναι το βραβείο;» ρώτησε ο Ξέρξης. «Ένα στεφάνι ελιάς», απάντησαν. Αυθόρμητα, ο Τρινταταίχμης στράφηκε στον Μαρδόνιο και του είπε:

«Πω πω, Μαρδόνιε. Με ποιους μας έφερες να πολεμήσουμε; Με άντρες που δεν αγωνίζονται για το χρήμα αλλά μόνο για τη δόξα;».

Δεν ήταν όλοι οι αγώνες μόνο για τη δόξα. Από την εποχή του Πεισίστρατου, στο πρόγραμμα των αγώνων, στα Παναθήναια, μπήκε και το πένταθλο (δρόμος, πάλη, πυγμαχία, άλμα και δισκοβολία). Οι νικητές βραβεύονταν με πιθάρια λάδι, τους «παναθηναϊκούς αμφορείς» που έφεραν παραστάσεις στη μια πλευρά της Αθηνάς να κραδαίνει το δόρυ και στην άλλη σκηνών από τους αγώνες. Το λάδι αρκούσε για να περάσει η οικογένεια του νικητή αρκετό καιρό.

Ο Περικλής ήταν αυτός που έδωσε στα Παναθήναια ακόμα μεγαλύτερη ώθηση και ανήγειρε το Ωδείο, όπου στο εξής γίνονταν οι μουσικοί αγώνες. Σημαντικός όμως ήταν ο διαγωνισμός πολεμικού χορού, την αρχή του οποίου αναζητούσαν σε πολύ παλιές εποχές. Ήταν ο πυρρίχιος, τον οποίο, όπως έλεγαν, είχε πρωτοχορέψει η ίδια η θεά Αθηνά, αμέσως μετά την νίκη των Ολύμπιων θεών στην Γιγαντομαχία. Θεωρούσαν την Γιγαντομαχία ως μια από τις πιο μεγάλες στιγμές στη διαδρομή της θεάς και γι’ αυτό σκηνές της αναπαριστάνονταν στον πέπλο των Παναθηναίων, στην ασπίδα της Αθηνάς και στις μετόπες του Παρθενώνα. Και ο πυρρίχιος χορός, στην πραγματικότητα, ήταν αναπαράσταση μάχης με τους χορευτές να κρατούν ασπίδα και να κραδαίνουν δόρυ, ακριβώς όπως εμφανίστηκε η Αθηνά, όταν ξεπήδησε από το κεφάλι του Δία. Οι νικητές έπαιρναν βραβείο ένα βόδι. Ένα βόδι ήταν το βραβείο και για εκείνους που νικούσαν στον διαγωνισμό «ευανδρίας». Ανδρικά καλλιστεία, θα τον λέγαμε. Στον διαγωνισμό της λαμπαδηδρομίας, οι νικητές έπαιρναν από μια υδρία. Χωρίς λάδι.

Σημαντικά βραβεία είχαν και οι αγώνες προς τιμή νεκρού. Η Ιλιάδα παραδίδει ότι, για να τιμήσει τον Πάτροκλο, ο Αχιλλέας οργάνωσε αγώνες και αθλοθέτησε βραβεία. Μόνο για τις αρματοδρομίες, πρώτο βραβείο ήταν μια σκλάβα κι ένα τρίποδο που χωρούσε 22 λίτρα (άγνωστο τι αντιπροσώπευαν αυτά). Δεύτερο βραβείο ήταν μια εξάχρονη φοράδα, έγκυος. Τρίτο ένας λέβητας τεσσάρων λίτρων, γυαλιστερός. Τέταρτο, δυο τάλαντα χρυσάφι και πέμπτο μια κούπα με δυο γούβες, ακόμα αχρησιμοποίητη. Το πρώτο βραβείο πήρε ο Σθένελος από το Άργος. Το δεύτερο, με μπαμπεσιά που ο Μενέλαος του συγχώρεσε, ο Αντίλοχος, γιος του Νέστορα. Ο Μενέλαος αρκέστηκε στο τρίτο. Ο Μηριόνης, από την Κρήτη, πήρε το τέταρτο, ενώ το πέμπτο ο Αχιλλέας το χάρισε στον σοφό Νέστορα.

 

Οι αγώνες της Αταλάντης

Οι πεθεροί της μυθολογίας που δεν ήθελαν να παντρέψουν τις κόρες τους, καλούσαν τους υποψήφιους γαμπρούς σε αρματοδρομία και τους ξέκαναν. Οι παρθένες που δεν ήθελαν να παντρευτούν έβρισκαν διάφορα. Ανάμεσά τους ήταν και η Αταλάντη, κόρη κάποιου Ίασου από την Αρκαδία. Κατ’ άλλους, πατέρας της ήταν ο Μαίναλος, ενώ υπήρχε και η βοιωτική εκδοχή ότι όλα συνέβησαν στην Βοιωτία με πατέρα της τον Σχοινέα, γιο του Αθάμαντα και απόγονο του Έλληνα.

Ό,τι κι αν ισχύει, ο πατέρας του κοριτσιού περίμενε αγόρι, έγινε έξαλλος που διαψεύστηκαν οι ελπίδες του, πήρε το μωρό και πήγε και το άφησε στα βουνά να πεθάνει. Επέζησε καθώς είχε την τύχει να την βρει μια αρκούδα και να την θηλάσει. Είχε κάμποσο μεγαλώσει, όταν την βρήκαν κάποιοι κυνηγοί και την ανέθρεψαν. Η Αταλάντη όμως δεν εγκατέλειψε τα βουνά. Σ’ αυτά συνέχισε να ζει, έγινε άφθαστη κυνηγός, με τρομερή ταχύτητα στο τρέξιμο, περίφημη στην πάλη. Υποσχέθηκε στον εαυτό της αιώνια αγνότητα και μπήκε στην ακολουθία της θεάς Άρτεμης.

Πρώτη όπου άκουγε ότι υπήρχε περιπέτεια, απέκτησε τεράστια φήμη με τη συμμετοχή της σε περίφημους αγώνες. Κάποια στιγμή, ο πατέρας της που ήθελε γιο, αναγνώρισε ότι η κόρη του ήταν ανώτερη από πολλούς άνδρες και της ζήτησε να γυρίσει στο σπίτι. Γύρισε. Οι γονείς της βάλθηκαν να την παντρέψουν. Έβαλε έναν όρο: Θα παντρευόταν εκείνον που θα την νικούσε σε αγώνα δρόμου. Αν όμως ο υποψήφιος γαμπρός νικιόταν, θα τον σκότωνε. Πολλοί που πήραν αψήφιστα τον όρο αυτόν, έτρεξαν μαζί της, έχασαν και πέθαναν.

Ο Μελανίωνας, ο γιος του Αμφιδάμαντα, κατά τους αρκαδικούς μύθους, ή ο Ιππομένης, ο γιος του Μεγαρέα, κατά τους βοιωτικούς, ήταν βαθιά ερωτευμένος μαζί της αλλά δεν τολμούσε να την ζητήσει σε γάμο, βέβαιος ότι θα χάσει από την γρήγορη Αταλάντη. Παρακάλεσε την θεά του έρωτα, Αφροδίτη, να τον βοηθήσει. Η θεά θεωρούσε ότι η ανέραστη Αταλάντη κάπου το είχε παρακάνει. Παρουσιάστηκε μπροστά στον ερωτευμένο νέο, του έδωσε τρία χρυσά μήλα και τον συμβούλευσε τι να κάνει. Ο υποψήφιος γαμπρός παρουσιάστηκε στους γονείς της που είχαν απελπιστεί ότι θα βρεθεί άντρας να τη νικήσει και την ζήτησε επίσημα. Γνώριζε, είπε, την προϋπόθεση και ήθελε να δοκιμάσει.

Ορίστηκε ο αγώνας, ο νεαρός και η Αταλάντη στάθηκαν στην αφετηρία, ξεκίνησαν με το που δόθηκε το σύνθημα. Αμέσως, ο ερωτευμένος νέος πέταξε μακριά το ένα από τα τρία χρυσά μήλα. Η Αταλάντη παράτησε τον αγώνα, λοξοδρόμησε, έφτασε το μήλο, το πήρε, γύρισε στην διαδρομή και βάλθηκε να κυνηγά τον ανταγωνιστή της. Τον έφτασε κάποια στιγμή αλλ’ αυτός πέταξε μακριά το δεύτερο μήλο. Πάλι λοξοδρόμησε η Αταλάντη, το πήρε, επέστρεψε, κάπου τον έφτασε. Με την ψυχή στο στόμα, ο νεαρός πέταξε μακριά και το τρίτο μήλο για να επαναληφθεί η ίδια ιστορία. Μόνο που αυτή τη φορά η Αταλάντη δεν προλάβαινε να φτάσει τον νέο που έτσι κατάφερε κι έφτασε πρώτος στο τέλος της διαδρομής.

Παντρεύτηκαν και έζησαν μαζί. Κατά μια εκδοχή, απέκτησαν γιο τον Παρθενοπαίο, ένα από τους Επτά επί Θήβας (κατ’ άλλους, γιο του θεού Άρη ή του Μελέαγρου ή του Ταλαού).

 

Η Καλλιπάτειρα και η γενιά της

Λίγο πριν από την έναρξη των αγώνων, Ελλανοδίκες, γυμναστές και αθλητές μεταφέρονταν στην Ολυμπία, ενώ στην περιοχή κατέφθαναν οι θεωροί (εκπρόσωποι πόλεων για τους οποίους υπήρχαν τιμητικές θέσεις επισήμων) και τα πλήθη των θεατών. Θεατές μπορούσαν να είναι μόνο οι άνδρες, Έλληνες ή βάρβαροι, και η ιέρεια της Δήμητρας Χαμύνης. Ο νόμος όριζε ότι, αν συλλαμβανόταν παντρεμένη γυναίκα να παρακολουθεί τα αγωνίσματα, καταδικαζόταν σε θάνατο με γκρέμισμα από το Τυπαίο όρος. Μοναδική γυναίκα που παραβίασε αυτόν τον νόμο αναφέρεται η Καλλιπάτειρα, κόρη του Ολυμπιονίκη Διαγόρα, από τη Ρόδο. Μεταμφιέστηκε σε γυμναστή για να συμπαρασταθεί και παρακολουθήσει τον γιο της, Πεισίροδο, που μετείχε στο αγώνισμα της πυγμής παίδων. Όταν ο νεαρός νίκησε, η Καλλιπάτειρα έτρεξε κοντά του αλλά κάπου πιάστηκε ο χιτώνας της και την πρόδωσε καθώς αποκαλύφθηκε το σώμα της. Την συνέλαβαν αμέσως.

Ο ποιητής Λορέντζος Μαβίλης αναπαράστησε με τη φαντασία του τη «δίκη»:

 

«Αρχόντισσα Ροδίτισσα, πώς μπήκες;

Γυναίκες διώχνει μια συνήθεια αρχαία

εδώθε». - «Έχω ένα ανίψι, τον Ευκλέα,

τρία αδέλφια, γιο, πατέρα Ολυμπιονίκες°

 

να με αφήσετε πρέπει, Ελλανοδίκες,

και γω να καμαρώνω μες στα ωραία

κορμιά, που για το αγρίλι του Ηρακλέα

παλεύουν, θιαμαστές ψυχές αντρίκιες.

 

Με τις άλλες γυναίκες δεν είμαι όμοια°

στον αιώνα το σόι μου θα φαντάζει

με της αντρειάς τα αμάραντα προνόμια.

 

Με μάλαμα γραμμένος το δοξάζει

σε αστραφτερό κατεβατό μαρμάρου

ύμνος χρυσός του αθάνατου Πινδάρου».

 

Τη συχώρεσαν, κυρίως από σεβασμό στη μνήμη του πατέρα της, Διαγόρα, πολυολυμπιονίκη του Ε’ αιώνα που είχε αναδειχθεί νικητής στην πυγμή και «ακονιτί» (χωρίς να σκονιστεί, άνευ αγώνος καθώς ο αντίπαλός του στον τελικό θεώρησε μάταιο να αγωνιστεί μαζί του). Ο ίδιος αυτός Διαγόρας είχε αφήσει την τελευταία του πνοή στην Ολυμπία. Είχε πια αποσυρθεί από τις παλαίστρες, όταν τα παιδιά του, Ακουσίλαος και Δαμάγητος, δήλωσαν συμμετοχή στους αγώνες. Αν και γέρος, πήγε στην Ολυμπία να τους δει να αγωνίζονται. Νίκησαν. Η βράβευση των νικητών γινόταν την τελευταία ημέρα των αγώνων. Όταν αυτή έφθασε, ο Διαγόρας δεν μπορούσε να πνίξει τη συγκίνησή του και δάκρυα κύλησαν στο πρόσωπό του. Αυθόρμητα οι γιοι του έτρεξαν και τον σήκωσαν από το κάθισμα, του φόρεσαν τα στεφάνια τους, τον έβαλαν στους ώμους τους και τον περιέφεραν στο στάδιο ενώ όρθιοι οι θεατές τον χειροκροτούσαν. Όταν η τιμητική περιφορά περνούσε μπροστά από τα θεωρεία των Σπαρτιατών, ένας τού φώναξε:

«Κάτθανε, Διαγόρα, ουκ ες Όλυμπον αναβήση» («Πέθανε, Διαγόρα, δεν θα ανέβεις στον Όλυμπο», που σήμαινε ότι δεν είχε να περιμένει μεγαλύτερη τιμή).

Πέθανε στ’ αλήθεια εκείνη τη στιγμή, πάνω στον πιο μεγάλο θρίαμβό του.

 

(Έθνος, 13 – 28.8.2004) (τελευταία επεξεργασία, 27.7.2009)