«Το στράτευμα απετελείτο εκ δειλών, απειθάρχων, φυγάδων και ανικάνων προς οιανδήποτε πολεμικήν δράσιν…».
Διάβαζε και ξαναδιάβαζε την υβριστική φράση ο Νικόλαος Ζορμπάς και το αίμα ανέβαινε στο κεφάλι του. Δεν το χωρούσε ο νους του ότι το επιτελείο έβριζε τους στρατιώτες στην προσπάθειά του να δικαιολογήσει την ατίμωση. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο διάδοχος Κωνσταντίνος είχε επικυρώσει με την υπογραφή του το επίσημο δήθεν πόρισμα για τα αίτια της ήττας στον πόλεμο του 1897.
Γνώριζε πολύ καλά ότι τον στρατό διοικούσαν αγράμματοι κι ανίκανοι με δόντι στην αυλή, όλοι εκείνοι που έπαιρναν προίκα τα γαλόνια κι έγλειφαν τους άσχετους πρίγκιπες που το έπαιζαν στρατηγοί. Θυμήθηκε τον λοχαγό Φικιώρη που μ’ ένα λόχο σταμάτησε στα Δελέρια δυο τάγματα Τούρκων, θυμήθηκε και τον διάδοχο Κωνσταντίνο, αρχηγό της στρατιάς Θεσσαλίας, πρώτα να φεύγει από το μέτωπο μαζί με τους επιτελείς του κι έπειτα να διατάσσει υποχώρηση. Θυμήθηκε και τον ίδιο του τον εαυτό να προσπαθεί με νύχια και με δόντια να καλύψει τα τραγικά λάθη του επιτελείου πολεμώντας ηρωικά ως αρχηγός μιας μικρής μοίρας πεδινού πυροβολικού.
Βγήκε και τους κατάγγειλε όλους. Τον Κωνσταντίνο για τη δειλία του, το επιτελείο για την ασχετοσύνη του. Στα έμπειρα χέρια του Νικόλαου Ζορμπά το επίσημο πόρισμα έγινε φύλλο και φτερό. Η κλίκα του επιτελείου δεν τόλμησε να τον πειράξει. Δεν μπορούσε να τα βάλει με τον λαοφιλή, μετριοπαθή και μορφωμένο αξιωματικό, για τον οποίο ο πόλεμος του ’97 ήταν η τρίτη πολεμική εμπειρία.
Ο Νικόλαος Ζορμπάς γεννήθηκε το 1844, τέλειωσε τη Σχολή Ευελπίδων, εντάχθηκε στο πυροβολικό, παρακολούθησε ανώτατες στρατιωτικές σπουδές στη Γαλλία και στο Βέλγιο, πολέμησε στη Θεσσαλία το 1878 και στα γεγονότα του 1886, τότε που οι μεγάλες δυνάμεις απέκλεισαν τα ελληνικά παράλια, και ήταν πια ώριμος και μπαρουτοκαπνισμένος αξιωματικός όταν ξέσπασε ο πόλεμος του 1897. Οπαδός του Τρικούπη, έζησε την πτώχευση του 1895, την ταπείνωση του ’97, τα τραγικά γεγονότα των Ευαγγελιακών με τους οκτώ νεκρούς το 1901 και την επανάσταση των σταφιδοπαραγωγών το 1903. Βαθιά πολιτικοποιημένος αλλά και νομοταγής, δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι θα έφτανε κάποια στιγμή που θα έστρεφε τα όπλα του εναντίον των εκπροσώπων του κράτους. Όμως, στα 1909, όλα ήταν διαφορετικά:
Ο Φικιώρης είχε δολοφονηθεί στα βουνά της Λακωνίας όπου κήρυξε επανάσταση, η από το 1903 κυβέρνηση Θεοτόκη παράπαιε, η Ελλάδα συγκλονιζόταν από τη ρεμούλα και τα σκάνδαλα, ενώ η ομάδα των «Ιαπώνων» βουλευτών, των εκσυγχρονιστών της εποχής, είχε διαλυθεί. Οι ανίκανοι του στρατού και της πολιτικής οδηγούσαν τη χώρα στην έσχατη εξαθλίωση, την ίδια ώρα που η Κρήτη έβραζε ζητώντας την ένωση, η Αυστροουγγαρία προσαρτούσε τη Βοσνία - Ερζεγοβίνη, η Βουλγαρία ανακηρυσσόταν ανεξάρτητο βασίλειο και η Τουρκία συγκλονιζόταν από την επανάσταση των Νεοτούρκων, χωρίς να παραλείπει να δημιουργεί εντάσεις σε βάρος της Ελλάδας στο Αιγαίο και στην Κρήτη.
Στις 25 του Ιουνίου του 1909, στο σπίτι του υπολοχαγού Χρ. Χατζημιχάλη, 161 εκλεγμένοι εκπρόσωποι αξιωματικών προσπαθούσαν να βάλουν μια τάξη στα πράγματα που τους αφορούσαν. Η μυστική οργάνωση «Στρατιωτικός Σύνδεσμος», με μέλη 1300 κατώτερους αξιωματικούς του στρατού και 130 του ναυτικού, χρειαζόταν συγκεκριμένη ηγεσία. Ήταν όμως τόσο μυστική, ώστε το σπίτι περικυκλώθηκε από άνδρες της φρουράς της Αθήνας και ο φρούραρχος με τον υπασπιστή του μπήκαν μέσα αξιώνοντας διάλυση της σύναξης. Τους πέταξαν έξω και τους δύο με τις κλωτσιές. Η φρουρά αποσύρθηκε άπρακτη. Η συνέλευση εξέλεξε εννεαμελή Διοικούσα Επιτροπή, που θα υποστηριζόταν από άλλους έξι. Ανάμεσα στους τελευταίους, ο σκληρός Θεόδωρος Πάγκαλος και ο λαοφιλής Σπύρος Σπυρομήλιος (ο Καπετάν Μπούας του Μακεδονικού Αγώνα). Χρειάζονταν, όμως, κάποιον αρχηγό. Ορίστηκε τριμελής αντιπροσωπεία που θα πλησίαζε συγκεκριμένα πρόσωπα.
Η επί έξι χρόνια κυβέρνηση Θεοτόκη έπεσε στις 4 Ιουλίου του 1909. Ορκίστηκε νέα (στις 5 του μήνα) με πρωθυπουργό τον ως τότε αρχηγό της αντιπολίτευσης Δημήτριο Ράλλη. Η εφημερίδα «Χρόνος» σχολίασε:
«Τα φουσάτα του Θεοτόκη παραχόρτασαν. Ας έρθουν τώρα τα τσακάλια της αντιπολίτευσης να κάνουν Πάσχα».
Στις 11 του μήνα, παρά τις προκλήσεις και τις απειλές των Νεοτούρκων, η κυβέρνηση Ράλλη δήλωνε πως στόχος της ήταν η σύσφιξη των σχέσεων Ελλάδας - Τουρκίας. Την 1η Αυγούστου, νέες προκλήσεις στο Αιγαίο και ένταση στην Κρήτη ανέβασαν το θερμόμετρο, ενώ η κυβέρνηση αντιδρούσε χλιαρά. Όμως, αρχηγός για τον Στρατιωτικό Σύνδεσμο δεν είχε βρεθεί ακόμα. Ο συνταγματάρχης πυροβολικού Δούκας Βακάλογλου είχε αρνηθεί, επειδή είχε διατελέσει υπασπιστής του βασιλιά. Ο συνταγματάρχης μηχανικού Ψαρροδήμος επικαλέστηκε προσωπικούς λόγους.
Τότε ήταν που κάποιοι θυμήθηκαν τον μετριοπαθή, μορφωμένο (65χρονο συνταγματάρχη πια) Νικόλαο Ζορμπά. Γιατί όχι; Στα 1897 ήταν ο μόνος που βγήκε και τα είπε χύμα στη στρατιωτική καμαρίλα. Τον πλησίασαν. Στις 8 του Αυγούστου του 1909, ο Νικόλαος Ζορμπάς ορκιζόταν αρχηγός της μυστικής οργάνωσης «Στρατιωτικός Σύνδεσμος». Τόσο μυστικής, ώστε ένα αίσθημα ανακούφισης και μια γλυκιά προσμονή να καλύπτουν τη μικρή Ελλάδα απ’ άκρη σ’ άκρη.
Πέντε ημέρες ήταν αρκετές για τον νέο ηγέτη να οργανωθεί, να ενημερωθεί και να εκπονήσει τα σχέδιά του. Την έκτη, άρχισε η δράση:
Παραμονή της Παναγίας, 14 Αυγούστου του 1909, με τον βασιλιά Γεώργιο να παραθερίζει στο Τατόι, μια επιτροπή αξιωματικών ζήτησε ακρόαση από τον πρωθυπουργό για να του υποβάλει «υπόμνημα συνταχθέν από τον Στρατιωτικόν Σύνδεσμον». Ο Ράλλης όχι μόνο αρνήθηκε να τους δει αλλ’ ούτε καν δέχτηκε να παραλάβει κάποιος για λογαριασμό του το κείμενο. Ο πρωθυπουργός δε συζητεί με τους οποιουσδήποτε. Το μεσημέρι, έφυγε για το σπίτι του, ενώ μια ασυνήθιστη ηρεμία κάλυπτε την πόλη.
Είχε βραδιάσει για τα καλά, όταν ο Νικόλαος Ζορμπάς επικεφαλής 450 αξιωματικών και 2.500 στρατιωτών, μαζί με τον Σπύρο Σπυρομήλιο κι 65 χωροφύλακες, εμφανίστηκε στις στρατιωτικές εγκαταστάσεις της φρουράς των Αθηνών στου Γουδή και τις κατέλαβε.
Την επομένη, Δεκαπενταύγουστο, οι εφημερίδες κυκλοφόρησαν δημοσιεύοντας το «υπόμνημα» ως «Διακήρυξη του Στρατιωτικού Συνδέσμου». Η γλώσσα του κειμένου θύμιζε τον μετριοπαθή Ζορμπά του ’97:
«Η Πατρίς μας ευρίσκεται υπό δυσχερεστάτας περιστάσεις, το δε επίσημον κράτος, υβρισθέν και ταπεινωθέν, αδυνατεί να κινηθεί προς άμυναν των δικαίων του».
Ο πρωθυπουργός Ράλλης είχε άσχημο ξύπνημα. Αυτός, που την προηγουμένη δε συζητούσε με τους οποιουσδήποτε, αναζητούσε τρόπο επαφής με τους επαναστάτες. Επιστράτευσε τον δήμαρχο Αθηναίων, Σπύρο Μερκούρη, και τον προσωπάρχη του υπουργείου Στρατιωτικών, ταγματάρχη Αν. Παπούλια, και τους έστειλε στου Γουδή να διαπραγματευτούν. Αυτόκλητος υπερασπιστής της νομιμότητας «και του βασιλέως», ο αντισυνταγματάρχης ιππικού Λ. Μεταξάς πήγε «να καθαρίσει» μαζί με άλλους πέντε αυλικούς. Έφτασε στο ιππικό, στην πλαγιά ενός λόφου, και διέταξε τους άνδρες να ιππεύσουν. Τον πέρασαν για συνδεσμίτη και υπάκουσαν. Μόλις κατάλαβαν, τι ήθελε να κάνει, χίμηξαν πάνω του να τον λιντσάρουν. Είδανε και πάθανε οι αξιωματικοί του Ζορμπά να τον γλιτώσουν.
Δυο φορές πήγαν κι ήλθαν οι απεσταλμένοι του πρωθυπουργού την απόσταση Αθήνα - Γουδή. Επιτέλους, ο Ράλλης κατάλαβε ότι δεν ήταν σε θέση να κουβεντιάζει. Στην πόλη, ήδη γίνονταν διαδηλώσεις και πανηγύρια. Τηλεφώνησε στον βασιλιά, τον πληροφόρησε ότι παραιτείται και του ζήτησε να αναθέσει την πρωθυπουργία στον Ζορμπά.
«Δεν είσαι καλά», ήταν το ζουμί της απάντησης του Γεωργίου.
Ο Ράλλης προθυμοποιήθηκε να ανέβει στο Τατόι. Ο Γεώργιος τον έκοψε:
«Άσε. Θα κατέβω εγώ».
Την ίδια ώρα, οι συνδεσμίτες είχαν αμοληθεί να βρουν κάποιον «αμόλυντο» από τα σκάνδαλα και τη ρεμούλα για πρωθυπουργό. Αποτάθηκαν στους πρώην «Ιάπωνες», Δημήτριο Γούναρη και Στέφανο Δραγούμη, που όμως αρνήθηκαν. Βρήκε ευκαιρία να κάνει παιχνίδι ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης. Ήταν εγγονός του συνονόματου εκείνου που δολοφόνησε τον Καποδίστρια και είχε κληρονομήσει το κόμμα του δολοφονημένου Θ. Δεληγιάννη αλλ’ ως τότε δεν είχε αξιωθεί να γίνει πρωθυπουργός. Έστειλε ένα σημείωμα στον Ζορμπά γράφοντας ότι ασπάζεται τις αρχές του Συνδέσμου και θα τις υπηρετήσει, αν ο βασιλιάς του ανέθετε την πρωθυπουργία. Έβαλε και μερικούς άλλους να πλησιάσουν την αυλή και να διαμηνύσουν ότι θα στήριζε τον θρόνο, αν επιλεγόταν.
Θέμα θρόνου δεν έμπαινε σ’ εκείνη τη φάση αλλ’ ο συγκεκριμένος υποψήφιος απολάμβανε την ανοχή των δύο πλευρών. Παλάτι και Σύνδεσμος συμφώνησαν στο πρόσωπό του ως προσωρινού πρωθυπουργού. Ο Μαυρομιχάλης πίστεψε ότι τους είχε όλους τουμπάρει. Έστειλε νέο σημείωμα στον Ζορμπά εκφράζοντας την επιθυμία του να τον έχει υπουργό Στρατιωτικών. Ο Ζορμπάς του απάντησε με τον γνωστό μετριοπαθή τρόπο του «να κόψει τις βλακείες». Ο Μαυρομιχάλης άλλαξε τροπάριο. Με νέο σημείωμα, ζητούσε συνάντηση «για να συζητήσουν τα πρόσωπα του νέου υπουργικού συμβουλίου». Αντί γι’ απάντηση, έλαβε ένα χαρτί με τη λίστα των υπουργών που ενέκρινε ο Σύνδεσμος. Αυτή τη φορά, ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης κατανόησε πλήρως την κατάσταση.
Η νέα κυβέρνηση ορκίστηκε στις 16 Αυγούστου. Υπουργός Στρατιωτικών ο συνταγματάρχης Λ. Λαπαθιώτης, Ναυτικών ο πλοίαρχος Ι. Δαμιανός. Στις 17, το πρώτο διάταγμα της νέας κυβέρνησης αμνήστευε τους επαναστάτες. Στις 19, έμπαιναν σε διαθεσιμότητα «τη αιτήσει τους» ο διάδοχος Κωνσταντίνος κι ο πρίγκιπας Νικόλαος. Με το ίδιο διάταγμα, στέλνονταν στη Γερμανία με «τριετή εκπαιδευτική άδεια» ο διάδοχος Κωνσταντίνος και οι πρίγκιπες Ανδρέας και Χριστόφορος. Στις 24, ο Κωνσταντίνος αναχωρούσε για την Ευρώπη μέσω Πατρών και Κέρκυρας, όπου οι μοναρχικοί οργάνωσαν διαδηλώσεις. Στην Αθήνα, στρατός και συνδικάτα οργάνωσαν διαδηλώσεις υπέρ του Συνδέσμου. Το νερό έμπαινε στο αυλάκι.
Ο Νικόλαος Ζορμπάς ήταν ο άνθρωπος που ανέβασε την Ελλάδα στο τρένο για τον 20ό αιώνα. Χρειαζόταν, όμως, κι ένας μηχανοδηγός που θα οδηγούσε αυτό το τρένο. Βρέθηκε στο πρόσωπο του Ελευθέριου Βενιζέλου. Ο Ζορμπάς διέλυσε τον Στρατιωτικό σύνδεσμο και αποσύρθηκε στο στρατόπεδο. Έζησε να δει την Ελλάδα να γιγαντώνεται και να μεγαλουργεί, έγραψε τα «Απομνημονεύματά» του και μια δίτομη ιστορία του πολέμου του 97 και πέθανε το 1920, χωρίς να προλάβει να νιώσει την πίκρα της μικρασιατικής καταστροφής.
(Έθνος, 18.2.1997) (τελευταία επεξεργασία, 1.2.2009)