Με την εμφάνιση των Αργοναυτών, ο Αιήτης τα χρειάστηκε: Και οι οδηγοί τους (τα παιδιά του Φρίξου) ήταν απευθείας απόγονοι του Αιόλου και ο αρχηγός των Αργοναυτών, ο Ιάσονας, το ίδιο. Ποιος απ’ όλους θα τον κατέστρεφε; Την ίδια ώρα, ο Ιάσονας έβαλε τα μεγάλα μέσα: Με τον ήρωα Τελαμώνα παρέα και με τον αδελφό του Αιήτη, Αργοναύτη Αυγεία, μεσάζοντα, κινήθηκαν προς το παλάτι. Μαζί τους είχαν τα παιδιά του Φρίξου και της Χαλκιόπης που ήξεραν τα κατατόπια. Βρήκαν τη μάνα τους και την έβαλαν να πείσει τον παππού τους για μια ειρηνική ακρόαση, με τη βοήθεια του Αυγεία.
Αδελφός και κόρη έκαμψαν τις αντιρρήσεις του βασιλιά. Ο Ιάσονας παρουσιάστηκε μπροστά στον Αιήτη και του αφηγήθηκε τους λόγους που τον έφεραν ως εκεί: «χρειαζόταν το χρυσόμαλλο δέρας για να πάρει πίσω τον πατρογονικό του θρόνο». Ο βασιλιάς πείσθηκε ότι το τέλος του είχε φθάσει. Δεν έδειξε τίποτα. Κι ενώ στεκόταν σκεφτικός για το τι έπρεπε να κάνει, θυμήθηκε τους ταύρους του Ήφαιστου και τα δόντια του δράκου, αυτά που ο Κάδμος, ο βασιλιάς της Θήβας, του είχε κάποτε χαρίσει. Ο Κάδμος είχε σκοτώσει έναν δράκο και, με θεϊκή εντολή, είχε θάψει τα μισά του δόντια, από τα οποία είχαν φυτρώσει γίγαντες που αλληλοεξοντώθηκαν. Τα άλλα μισά τα είχε χαρίσει στη θεά Αθηνά κι αυτή στον Αιήτη ο οποίος τα χρησιμοποιούσε για προπόνηση.
«Εντάξει», είπε στον Ιάσονα: «Θα πάρεις το χρυσόμαλλο δέρας, αν μπορέσεις να κάνεις ό,τι κι εγώ». Ο αρχηγός των Αργοναυτών δέχτηκε χωρίς να καλοξέρει, τι θα του ζητούσε ο βασιλιάς. Ο Αιήτης του εξήγησε ότι υπάρχει ένα χωράφι πενήντα πλέθρων (43 στρέμματα και 700 τ.μ., αν λάβουμε υπόψη ότι ως μονάδα επιφανείας το πλέθρο ισούται με 874 τ.μ.). Εκεί, έβοσκαν οι ταύροι του Ηφαίστου. Ο βασιλιάς έπαιρνε το αλέτρι του θεού, έζευε σ’ αυτό τους ταύρους, όργωνε το χωράφι φτιάχνοντας αυλάκια βάθους μιας οργιάς (κάτι λιγότερο από δύο μέτρα) κι έπειτα έσπερνε σ’ αυτά τα δόντια του δράκου. Αμέσως φύτρωναν τρομεροί γίγαντες που, οπλισμένοι απ’ την κορφή ως τα νύχια, ρίχνονταν καταπάνω του. Ο Αιήτης κατόρθωνε να τους αντιμετωπίσει και να τους βγάλει εκτός μάχης. «Κι όλα αυτά, σε μια μόνο μέρα», συμπλήρωσε.
Ο Ιάσονας είχε ήδη αποδεχτεί την πρόκληση και δεν μπορούσε πια να κάνει πίσω. Η Ήρα, όμως, και η Αφροδίτη δούλευαν γι’ αυτόν. Έτσι κι αλλιώς, υπήρχε η Μήδεια. Είτε από τη μάνα της Εκάτη είτε ως ιέρεια της Εκάτης είτε επειδή είχε δασκάλα την πατενταρισμένη μάγισσα θεία της Κίρκη, είχε μάθει όλα τα κόλπα, όλα τα μαγικά βοτάνια κι όλα τα φίλτρα. Κι επιπλέον διαφωνούσε κάθετα με τις ανθρωποθυσίες και προσπαθούσε να βοηθήσει τους ξένους που έπεφταν στα χέρια του πατέρα της. Η Ήρα έκανε τη Μήδεια να περάσει από την αίθουσα όπου ο Αιήτης κουβέντιαζε με τους Αργοναύτες και να δει τον Ιάσονα. Κι έκανε την βασιλοπούλα να τον ονειρευτεί. Έπειτα, Ήρα και Αθηνά έπεισαν την Αφροδίτη να στείλει τον Έρωτα να πληγώσει τη Μήδεια με τα βέλη του. Με όλα αυτά, η Μήδεια ξύπνησε βαθιά ερωτευμένη με τον αρχηγό των Αργοναυτών.
Σύμφωνα με μια εκδοχή, η Μήδεια εξομολογήθηκε τον έρωτά της στην αδελφή της Χαλκιόπη που, μέσω των παιδιών της, κανόνισε μια συνάντηση της ερωτευμένης με τον Ιάσονα. Πραγματοποιήθηκε στον ναό της Εκάτης και οι δυο νέοι αντάλλαξαν όρκους αιώνιου έρωτα. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ο Αιήτης έβαλε φρουρούς να προσέχουν την κόρη του, γνωρίζοντας ότι θα προσπαθήσει να γλιτώσει τους ξένους. Η Μήδεια όμως τους το έσκασε και πήγε στην παραλία, στον ναό του Ήλιου. Εκεί τη συνάντησαν οι Αργοναύτες. Υποσχέθηκε να τους βοηθήσει, αν ο Ιάσονας την παντρευόταν και την έπαιρνε μαζί του, όπως είχε συμβεί και με τον Θησέα και την Αριάδνη, όταν ο Αθηναίος ήρωας επρόκειτο να αντιμετωπίσει τον Μινώταυρο στην Κρήτη. Ο Ιάσονας της ορκίστηκε ότι, όχι μόνο θα την παντρευόταν, αλλά θα της έμενε πιστός ως τον θάνατό του.
Με τέτοια υποστήριξη, ο Ιάσονας δεν είχε πια λόγο να φοβάται το πεπρωμένο του.
(τελευταία επεξεργασία, 26 Οκτωβρίου 2021)