Ο εκχριστιανισμός των Σλάβων:
Η επόμενη πληγή της Θεσσαλονίκης ονομαζόταν «Σλάβοι». Η ύπαιθρος υπέφερε. Η πόλη άντεξε (βλ. «Ιστορία της Μακεδονίας»: Το βιβλίο των θαυμάτων). Μετά, ήρθε η ώρα να περάσουν κι αυτοί στον χριστιανισμό. Με δυο Θεσσαλονικείς να διαδραματίζουν κυρίαρχο ρόλο:
Ο πλούσιος δρουγγάριος (χιλίαρχος) της Θεσσαλονίκης, Λέοντας, πέθανε το 842. Ο ένας του γιος, ο Κωνσταντίνος, μετακόμισε στην Κωνσταντινούπολη κι έγινε μαθητής του πατριάρχη Φώτιου. Εννιά χρόνια αργότερα, με το όνομα Κύριλλος, ήταν καθηγητής φιλοσοφίας. Ο αδερφός του, Μεθόδιος, έγινε διοικητικός υπάλληλος σε περιοχή, όπου είχαν εγκατασταθεί Σλάβοι. Όταν τα δυο αδέρφια ξανασυναντήθηκαν, είχαν ήδη αποκτήσει πλούσια πείρα στην τέχνη της επαφής με τους ανθρώπους.
Στα 862, ο ηγεμόνας των Σλάβων της Μοραβίας, Ρατισλάβος, ζήτησε από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ’ να του στείλει δασκάλους του χριστιανισμού, επειδή εκείνοι που είχε στείλει ο πάπας ήταν μονοκόμματοι Γερμανοί που δεν κατάφερναν να τα βρουν με τον λαό, απαιτούσαν εκμάθηση των λατινικών και προσπαθούσαν να περάσουν γερμανικούς τρόπους ζωής. Πήγαν ο Κύριλλος και ο Μεθόδιος.
Τα δυο αδέρφια κουτσογνώριζαν κάποια σλαβικά ιδιώματα. Έμαθαν να μιλάνε τη σλοβενική διάλεκτο, πλησίασαν τους απλούς ανθρώπους με προσήνεια και υπομονή κι άρχισαν να τους μαθαίνουν γραφή και ανάγνωση στα σλοβενικά. Κι επειδή σλοβενική γραφή δεν υπήρχε, την επινόησαν εκείνοι εισάγοντας το λεγόμενο γλαγολιτικό αλφάβητο, που έμεινε περισσότερο γνωστό ως κυριλλικό. Η μεγάλη τους εξυπνάδα ήταν ότι δεν προσπάθησαν να μάθουν στους Σλάβους ελληνικά ή λατινικά αλλά τους δίδαξαν τη γλώσσα, στην οποία εκείνοι μιλούσαν. Μετέφρασαν στα σλοβενικά την Αγία Γραφή και εκκλησιαστικά κείμενα και μέσα από τη διδασκαλία της γραφής και ανάγνωσης τους μετέδωσαν και τη χριστιανική θρησκεία. Σε λίγο διάστημα, όχι μόνον είχαν εκτελέσει την αποστολή τους αλλ’ είχαν κερδίσει και την αγάπη και λατρεία των Σλάβων, οι οποίοι ακόμα και σήμερα τους θεωρούν αποστόλους και αγίους. Σε τέτοιο σημείο φτάνει αυτή η λατρεία, ώστε σε περιόδους εθνικιστικών ανταγωνισμών, η σλαβική προπαγάνδα επιχείρησε να αποδείξει ότι οι Κύριλλος και Μεθόδιος ήταν Σλάβοι (σαν να είχε κάποια ιδιαίτερη σημασία η καταγωγή τους).
Ο Μεθόδιος έγινε επίσκοπος Μοραβίας και Παννονίας (πέθανε το 885), ενώ ο Κύριλλος συγκρούστηκε με τους Γερμανούς αποστόλους του πάπα που έβλεπαν ότι, όπως πήγαιναν τα πράγματα, οι Σλάβοι περνούσαν στη δικαιοδοσία του πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης. Κλήθηκε στη Ρώμη, όπου και πέθανε το 869. Στο μεταξύ, όμως, η ορθοδοξία είχε κατακτήσει τις βόρειες περιοχές, όπου ζούσαν οι Σλάβοι, ενώ ο συστηματικός εκπολιτισμός τους στα βυζαντινά πρότυπα διευκόλυνε τις σχέσεις τους με την αυτοκρατορία. Άλλωστε, οι Σλάβοι και από τη φύση τους ήταν ειρηνικοί λαοί με ειρηνικούς ηγεμόνες, ενώ κανένας πια δε θυμόταν τα πολεμικά γεγονότα των περασμένων αιώνων.
Ντυμένοι στα μετάξια:
Η μακρά ειρηνική περίοδος μετέτρεψε τη Μακεδονία σε βασικό πυρήνα της αυτοκρατορίας. Τα τέλη του Θ’ αιώνα βρήκαν τη νύφη του Θερμαϊκού κέντρο του βαλκανικού χώρου και δεύτερο διοικητικό κέντρο της αυτοκρατορίας. Το λιμάνι της έσφυζε από ζωή. Η θέση της πάνω στον κύριο και ασφαλή οδικό άξονα Ανατολής - Δύσης και η πολυσύχναστη εμπορική οδός ως το Βελιγράδι κι από εκεί, μέσω του πλωτού Δούναβη, ως τον Εύξεινο, τη μετέτρεψε σε παράδεισο του εμπορίου. Τα εργοστάσια σιδήρου, κασσίτερου, χαλκού και μολύβδου της έφερναν πλούτη. «Το πιο συνηθισμένο ύφασμα των ρούχων, που φορούν οι Θεσσαλονικιοί, είναι το μετάξι», αναφωνεί ο Ιωάννης Καμενιάτης. Ονομαστά σχολεία συγκέντρωναν το άνθος της νεολαίας από όλη τη χώρα.
Ένα κωνσταντινουπολίτικο ρουσφέτι προκάλεσε πόλεμο ανάμεσα στους Βυζαντινούς και τους Βουλγάρους αλλά τόνωσε ακόμα περισσότερο την αγορά της Θεσσαλονίκης. Δυο έμποροι κατόρθωσαν να εκδοθεί διάταγμα, με το οποίο εκτόπισαν τους Βούλγαρους εμπόρους από την αγορά της Κωνσταντινούπολης και τους έδωσαν χώρο στη Θεσσαλονίκη. Η ενέργεια αυτή τόνωσε τις σχέσεις Βουλγαρίας - Θεσσαλονίκης, έπληξε όμως τα βουλγαρικά συμφέροντα στην πρωτεύουσα. Ο τσάρος των Βουλγάρων, Συμεών, διαμαρτυρήθηκε αλλά στην Κωνσταντινούπολη δεν υπήρχε άνθρωπος να τιθασεύσει την αριστοκρατία. Αποφάσισε να δράσει, όπως αυτός ήξερε. Η εισβολή του στη Μακεδονία ταρακούνησε την αυτοκρατορία, της οποίας ο στρατός νικήθηκε. Ο Συμεών όμως δεν μπόρεσε να πάρει την Θεσσαλονίκη. Την πήραν οι Σαρακηνοί.
Σαρακηνοί και Νορμανδοί:
Στα τέλη του Θ’ αιώνα, οι πειρατές οργίαζαν στη Μεσόγειο. Είχαν πάψει πια να χτυπούν νησιά κι απομονωμένους οικισμούς κι οργάνωναν κανονικές επιδρομές ακόμα και σε οχυρές πόλεις. Η Χαλκίδα, η Κόρινθος, η Μεθώνη γνώρισαν τη συμφορά. Στα 902, η πλούσια θεσσαλική πόλη της Δημητριάδας καταστράφηκε. Στα 904, ο εξωμότης πειρατής, Λέων Τριπολίτης, έπλευσε εναντίον της Κωνσταντινούπολης. Στα στενά του Ελλησπόντου, κατέλαβε την Άβυδο. Ο πειρατικός του στόλος αριθμούσε 54 πλοία. Στην Κωνσταντινούπολη, έπεσε πανικός. Όμως, ο Τριπολίτης ποτέ δεν φάνηκε μπροστά στα τείχη της Βασιλεύουσας. Από τον Ελλήσποντο, κινήθηκε δυτικά και, αιφνιδιαστικά, πολιόρκησε τη Θεσσαλονίκη. Την πήρε.
Οι πειρατές χύθηκαν στην πόλη, λεηλάτησαν, σκότωσαν, κατέστρεψαν σκορπώντας τον όλεθρο και τον πόνο. Σήκωσαν ό,τι μπορούσε να σηκωθεί, μάζεψαν 22.000 (ή, κατ’ άλλους, 30.000) αιχμαλώτους που τους έσυραν στα σκλαβοπάζαρα, κι απήλθαν αφήνοντας πίσω τους καμένη γη.
Η Θεσσαλονίκη άργησε να συνέλθει αλλά κάποια στιγμή συνήλθε. Ανορθώθηκε μέσα από τα χαλάσματα σαν να ξύπνησε έπειτα από ένα σεισμό. Συνέχιζε να ακμάζει και μετά τον ΙΒ’ αιώνα, όταν η πόλη αριθμούσε πάνω από 100.000 κατοίκους. Ακόμα και την εποχή που ο τσάρος των Βουλγάρων, Σαμουήλ, κατείχε ολόκληρη την Μακεδονία, τη Θεσσαλονίκη δεν μπόρεσε να την πάρει. Το ίδιο συνέβη και στα 1040, όταν κάποιος Δελεάνος παρέστησε τον εγγονό του Σαμουήλ και με στρατό, επέπεσε στην πόλη. Αποκρούστηκε. Την ίδια χρονιά, στρατός 40.000 Βουλγάρων υπό τον ανιψιό του Σαμουήλ, Αλουσιάνο, πολιόρκησαν επί μια βδομάδα την Θεσσαλονίκη. Στο τέλος, έξοδος των Θεσσαλονικέων που έβλεπαν τον Άγιο Δημήτριο να τους οδηγεί, σκόρπισε τους πολιορκητές. Σε 15.000 ανεβάζουν τους νεκρούς των Βουλγάρων, οι περιγραφές.
Ήταν το 1185, όταν στρατός 80.000 Νορμανδών έκανε απόβαση στα ηπειρωτικά παράλια και πήρε το Δυρράχιο. Συνέχισε νοτιοδυτική πορεία και στις 6 Αυγούστου του 1185 έφτασε μπροστά στη Θεσσαλονίκη. Τα διακόσια πλοία του στόλου τους, έχοντας κυριεύσει Κέρκυρα, Κεφαλονιά και Ζάκυνθο, κατέπλευσαν στον Θερμαϊκό, εννιά μέρες αργότερα (15 Αυγούστου του 1185). Πήραν τη Θεσσαλονίκη, σκότωσαν πάνω από 7.000 κατοίκους, λεηλάτησαν, άφησαν φρουρά στην πόλη, χωρίστηκαν στα δύο και κίνησαν οι λίγοι για τις Σέρρες, οι πολλοί για την Κωνσταντινούπολη. Ο στρατηγός Αλέξιος Βρανάς τους νίκησε στην πρώτη μάχη, τους τσάκισε στη δεύτερη (7 Νοεμβρίου 1185). Όσοι Νορμανδοί γλίτωσαν, μπήκαν στα πλοία κι απέπλευσαν αλλά τους βρήκε μεγάλη θαλασσοταραχή και τους έπνιξε. Η προέλαση του βυζαντινού στρατού τους έδιωξε από τα Βαλκάνια.
Είκοσι χρόνια αργότερα, κατέφθασαν οι Λομβαρδοί.
Το Βασίλειο της Θεσσαλονίκης:
Η πτώση της Κωνσταντινούπολης στους Φράγκους της 4ης Σταυροφορίας (1204) έφερε τη Θεσσαλονίκη πρωτεύουσα του Λατινικού Βασιλείου με βασιλιά τον Λομβαρδό Βονιφάτιο Μομφερατικό. Ο οποίος Βονιφάτιος, κατά τα φεουδαρχικά πρότυπα, βασίλευε κάτω από την κυριαρχία του Λατίνου αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης, Βαλδουίνου. Κι ο Βαλδουίνος, με επίσημο έγγραφο γραμμένο με κόκκινο μελάνι, εγγυήθηκε στους Θεσσαλονικείς ότι θα συνέχιζαν να ζουν με απαραβίαστα τα παλιά τους έθιμα και προνόμια. Λόγια που καμιά αξία δεν είχαν, καθώς τα κατάργησε η ζωή.
Στα 1207, ο Βούλγαρος ηγεμόνας Ιωαννίτσης Ασάν θέλησε να πάρει την Θεσσαλονίκη από τους Λομβαρδούς. Στη διάρκεια της πολιορκίας όμως, δολοφονήθηκε από την γυναίκα του οπότε οι πολιορκητές αποχώρησαν. Οι Θεσσαλονικιοί απέδωσαν τον θάνατό του σε νέο θαύμα του άγιου.
Οπωσδήποτε, δέκα χρόνια μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης (1204), σχεδόν κανένας από τους βασικούς αρχηγούς των σταυροφόρων δε ζούσε πια. Η ανάμεσά τους διανομή των εδαφών, όμως, είχε κάνει να αναφανούν πάνω από δέκα «κράτη». Οι εκεί κάτοικοι, μαζί με τη λαίλαπα των αδιάκοπων πολέμων, γνώρισαν και όλους εκείνους τους μετανάστες που ακολουθούσαν τους ιππότες είτε ως μισθοφορικός στρατός είτε ως κλήρος είτε ως απλοί πλιατσικολόγοι. Όλοι αυτοί κάπου έπρεπε να μείνουν και με κάτι έπρεπε να τραφούν και να ορθοποδήσουν. Η αρπαγή γαιών και περιουσιών, που ως τότε κατείχαν οι ντόπιοι πληθυσμοί, ήταν η πιο βολική λύση. Όσοι δεν πρόλαβαν ή δεν μπόρεσαν, στράφηκαν στις περιστασιακές ληστείες.
Οι πιο ασφαλείς περιοχές τον πρώτο καιρό ήταν τα μακριά από τα σύνορα εδάφη της Βουλγαρίας και της Σερβίας. Μετά, ούτε αυτά παρείχαν προστασία, καθώς το όραμα μιας Μεγάλης Σερβίας σκόνταφτε πάνω σ’ εκείνο μιας εξίσου Μεγάλης Βουλγαρίας και τα δυο μαζί πάνω στην προσπάθεια για μια αναγεννημένη κι επίσης Μεγάλη Βυζαντινή αυτοκρατορία.
Στα 1214, στη νοητή βόρεια ζώνη, η Σερβία και η Βουλγαρία αναπτύσσονταν με τάσεις ανταγωνισμού. Τα νότια σύνορα της Βουλγαρίας έμπαιναν σφήνα ως τα βόρεια όρια της Θεσσαλίας, παίρνοντας ένα κομμάτι από την Πίνδο κι άλλο ένα από τη Δυτική Μακεδονία.
Στην επίσης νοητή κεντρική ζώνη, στη μη βαλκανική Μ. Ασία, η διάδοχος του Βυζαντίου «αυτοκρατορία της Νίκαιας» προσπαθούσε να απλωθεί πιέζοντας ανατολικά την άλλη βυζαντινογέννητη «αυτοκρατορία της Τραπεζούντας» και δυτικά την Κωνσταντινούπολη που με το όνομα «αυτοκρατορία της Ρωμανίας» στριμωχνόταν στα ΒΔ παράλια της Μ. Ασίας, τη Θράκη και την Ανατολική Μακεδονία. Πιο δυτικά, υπήρχε το λατινικό «βασίλειο της Θεσσαλονίκης» που κατείχε την υπόλοιπη Μακεδονία (εκτός από ένα κομμάτι στα δυτικά), τη Θεσσαλία και την Ανατολική Στερεά. Ακόμα πιο δυτικά, υπήρχε το δεσποτάτο (της Ηπείρου) που απλωνόταν από το Δυρράχιο ως τον Κορινθιακό κι από το Ιόνιο και την Αδριατική ως την Αχρίδα και τη μέση της Θεσσαλίας.
Το τι επακολούθησε είναι αδύνατο να το παρακολουθήσει ανθρώπινος νους συνολικά και σφαιρικά. Ο δεσπότης της Ηπείρου κατάπιε το βασίλειο της Θεσσαλονίκης κι έπειτα επεκτάθηκε σ’ ολόκληρη τη Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη σε βάρος της «Ρωμανίας» (της Κωνσταντινούπολης). Ιδρύθηκε έτσι η βυζαντινή «αυτοκρατορία της Θεσσαλονίκης» που λίγα χρόνια αργότερα (1236) έμελλε να χωριστεί σε νέο «δεσποτάτο της Ηπείρου» και καινούριο κράτος της Θεσσαλονίκης, με άλλο ένα «δεσποτάτο» ανάμεσά τους: Των Βοδενών (Έδεσσας).
Βούλγαροι και Φράγκοι πήραν κι έχασαν στο μεσοδιάστημα πολλές φορές τα μέρη αυτά. Ο αυτοκράτορας της Νίκαιας, από τη μεριά του, κυρίευσε τη Μακεδονία, τη Θεσσαλονίκη (1246), τα Βοδενά (1251) και τα αλβανικά εδάφη του δεσποτάτου της Ηπείρου (1252). Οι περιοχές αυτές κυριεύτηκαν κι ανακτήθηκαν πολλές φορές σε μιαν αδιάκοπη διελκυστίνδα ανάμεσα στον αυτοκράτορα της Νίκαιας και τον δεσπότη της Ηπείρου, στα χρόνια 1258 - 1261. Τη χρονιά αυτή (1261), οι δυνάμεις της Νίκαιας πήραν την Κωνσταντινούπολη, μετέφεραν εκεί την πρωτεύουσα και ξανάστησαν τη Βυζαντινή αυτοκρατορία, σκιά της κραταιάς παλιάς. Το αιματηρό πάρε δώσε με το δεσποτάτο της Ηπείρου συνεχίστηκε για περίπου έναν αιώνα, οπότε (1339) ολόκληρη η περιοχή προσαρτήθηκε προσωρινά στη Βυζαντινή αυτοκρατορία. Οι Φράγκοι περιορίστηκαν στον Νότο. Οι Βούλγαροι συνέχισαν ν’ απλώνονται και να αναδιπλώνονται...
Οικονομία δύο ταχυτήτων:
Στην καρδιά των γεγονότων, η Θεσσαλονίκη κατάφερνε όχι μόνο να επιβιώνει αλλά και να ακμάζει. Είχε μείνει στα χέρια των Φράγκων 18 χρόνια (1204 – 1222), μετά έγινε πρωτεύουσα ελληνικού κράτους (1222 – 1246), έπειτα προσαρτήθηκε στα εδάφη της Νίκαιας (1246 - 1261) και τέλος πέρασε στην αναστημένη Βυζαντινή αυτοκρατορία (από το 1261 κι έπειτα). Για την ίδια την πόλη, οι αλλαγές αυτές δεν ήταν αιματηρές. Και δεν επηρέασαν αρνητικά την οικονομική της ανάπτυξη. Από το λιμάνι της άλλωστε, ξεκινούσαν οι μεγάλοι εμπορικοί δρόμοι προς κάθε κατεύθυνση: Ανατολικά προς την Κωνσταντινούπολη. Δυτικά προς την Ήπειρο και το Δυρράχιο. Νότια προς τη Θεσσαλία. Βόρεια ο δρόμος ακολουθούσε τις όχθες του Αξιού και του Μοράβα για να συναντήσει κοντά στο Βελιγράδι τον άλλο δρόμο που, ξεκινώντας επίσης από τη Θεσσαλονίκη, κατέληγε εκεί μέσω Σκοπίων και Νίσσας. Και τη Νίσσα ένωνε με την Κωνσταντινούπολη άλλος δρόμος μέσω Σαρδικής (Σόφιας).
Μέσα από τις μύριες όσες περιπέτειες των καιρών, η Θεσσαλονίκη είχε αυτονομηθεί από την Κωνσταντινούπολη. Είτε επειδή ανήκε σε άλλο κράτος ή ήταν η ίδια πρωτεύουσα άλλου κράτους είτε διότι στην ουσία ήταν η ανερχόμενη κατάσταση με την Κωνσταντινούπολη να φθίνει συνεχώς. Η οποία Κωνσταντινούπολη έστελνε ή όριζε διοικητή που όμως συνυπήρχε με την ισχυρή ντόπια κοινοτική διοίκηση: Τη Σύγκλητο ή Βουλή (γερουσία) και την Εκκλησία του Δήμου.
Την εκτελεστική εξουσία ασκούσαν ο εκπρόσωπος του αυτοκράτορα και ο αντιπρόσωπος της γερουσίας που «υπάκουαν» σε τοπικούς νόμους (αρχαίο προνόμιο της πόλης) και σε τοπικό σύνταγμα («πολιτικός νόμος»). Έτσι κι αλλιώς, την αυτονομία της Θεσσαλονίκης διαλαλούσε και η δική της ξεχωριστή σημαία.
Ελεύθεροι, πάροικοι και δούλοι συνέθεταν τον πληθυσμό της πόλης. Με τους ελεύθερους να διακρίνονται στους δυνατούς (ευγενείς, φεουδάρχες, ηγούμενοι μοναστηριών και ανώτεροι κληρικοί), τους μέσους (αστοί) και το κοινό (λαϊκές μάζες). Αστοί που πλούτιζαν από το εμπόριο ή τη βιομηχανία, αγόραζαν τίτλους ευγενείας και περνούσαν στις τάξεις των αριστοκρατών. Οι οποίοι αριστοκράτες ήταν αυτοί που ουσιαστικά διοικούσαν με πρώτο μέλημα την υπεράσπιση των συμφερόντων τους.
Οι πάροικοι ήταν δεμένοι με τα κτήματα είτε λαϊκών ήταν αυτά είτε μοναστηριών. Και οι δούλοι ανήκαν όχι μόνο στους φεουδάρχες και την αριστοκρατία αλλά και στα εκκλησιαστικά και μοναστηριακά τσιφλίκια και στις ίδιες τις εκκλησίες (τους έλεγαν «αγιόδουλους», δήθεν λευτερωμένους από τον Άγιο Δημήτριο και ταγμένους να τον υπηρετούν).
Μέσα σ’ αυτή την ετερόκλητη κοινωνία, οι λαϊκές μάζες ζούσαν κάτω από την εκμετάλλευση των πλουσίων, την αρπαγή των όποιων κτημάτων τους, τις κλοπές των υπαλλήλων της διοίκησης, την ασυδοσία των τοκογλύφων και την αγυρτεία των μοναχών που ξεγελούσαν τους αμόρφωτους και τους έπαιρναν ό,τι είχαν και δεν είχαν στο όνομα της χάρης του όποιου αγίου. Σε αναφορά του στον αυτοκράτορα, ο Νικηφόρος Χούμνος μιλά για τρομοκρατία των ευγενών σε βάρος του λαού και για παραλυσία της δικαιοσύνης, στην οποία οι φτωχοί δεν μπορούσαν να βρουν το δίκιο τους. Ο Δημήτριος Κυδώνης διαμαρτυρόταν για την απληστία και την αισχροκέρδεια των δυνατών και προέβλεπε δεινά για την πόλη, αν δεν σταματούσε το κακό.
Οι συνθήκες αυτές γέννησαν το κόμμα των Ζηλωτών, των «Φίλων του λαού», όπως κάποιοι τους αποκαλούσαν. Ήταν το πρώτο κόμμα που γνωρίζουμε να επαγγέλλεται την υπεράσπιση των λαϊκών μαζών στο Βυζάντιο. Ξεκίνησε ένα είδος πάλης των τάξεων με το κίνημα των Ζηλωτών να παίρνει επαναστατική μορφή. Στα 1339, στη Θεσσαλονίκη έφτασαν τα νέα από την Γένοβα, όπου κάποιοι έμποροι μπήκαν επικεφαλής του λαού που βαρυγκωμούσε από τη βαριά φορολογία, επαναστάτησαν κι ανέτρεψαν την εκεί ολιγαρχική κυβέρνηση.
Η Θεσσαλονίκη των Ζηλωτών:
Ο Ιωάννης Καντακουζηνός, υπερασπιστής των συμφερόντων της φεουδαρχίας και μισητός στον λαό, αυτοανακηρύχθηκε αυτοκράτορας (26 Οκτωβρίου 1341) και ξεκίνησε εμφύλιο πόλεμο με σκοπό να απαλλαγεί από τον νόμιμο αλλά ανήλικο διάδοχο του θρόνου, Ιωάννη Ε’. Στη Θεσσαλονίκη, ο αυτοκρατορικός διοικητής, Συναδινός, παρίστανε τον πιστό στον νόμιμο αυτοκράτορα αλλά βρισκόταν σε συνεννοήσεις με τον Καντακουζηνό. Οι Ζηλωτές πληροφορήθηκαν τα τεκταινόμενα κι αποφάσισαν να δράσουν. Στα 1342, κήρυξαν τον πόλεμο στον Καντακουζηνό.
Ουσιαστικά, επρόκειτο για εξέγερση που οι αριστοκράτες προσπάθησαν να πνίξουν έχοντας τη βοήθεια του διοικητή. Ο λαός ξεσηκώθηκε εναντίον τους. Ο Συναδινός και οι συνωμότες αριστοκράτες εγκατέλειψαν την Θεσσαλονίκη για να σωθούν. Στο κάστρο, εγκαταστάθηκαν εθελοντές φρουροί, ενώ αγρότες και κτηνοτρόφοι μπήκαν στην πόλη για να την ενισχύσουν.
Η επανάσταση των ζηλωτών επικράτησε. Όλες οι αρχές καταργήθηκαν. Μια επαναστατική επιτροπή εγκαταστάθηκε. Τα προνόμια των ευγενών διαγράφηκαν. Νέοι νόμοι θεσπίστηκαν. Ο προκαθήμενος της εκκλησίας της Θεσσαλονίκης, Μακάριος, αναγνώρισε το επαναστατικό καθεστώς. Οι Ζηλωτές τον έθεσαν επικεφαλής του κράτους τους (κάτι σαν πρόεδρο της Δημοκρατίας).
Ο Ιωάννης Καντακουζηνός χρειαζόταν τη Θεσσαλονίκη ως την πιο αξιόπιστη αντίπαλη της Κωνσταντινούπολης πόλη. Θα μπορούσε να είναι η πρωτεύουσά του αλλά βρισκόταν στα χέρια εχθρών των αριστοκρατών, τους οποίους ουσιαστικά ο ίδιος υπηρετούσε και οι οποίοι τον στήριζαν στη στάση εναντίον της νομιμότητας. Κινήθηκε προς τη Θεσσαλονίκη, πήρε την Ρεντίνα και έπιασε στον κάμπο του Λαγκαδά.
Από την Κωνσταντινούπολη, ο πρωθυπουργός Αλέξιος Απόκαυκος και οι υποστηρικτές του νόμιμου διαδόχου βρέθηκαν στην ανάγκη να υποστηρίξουν το κίνημα των Ζηλωτών καθώς ήταν αντίθετο στον Καντακουζηνό κι έτοιμο να τον πολεμήσει. Οι Ζηλωτές ήταν αντίθετοι σε κάθε αυτοκράτορα αλλά εκείνη τη στιγμή προείχε να μην πάρει ο Καντακουζηνός την Θεσσαλονίκη. Αυτοκρατορικός στόλος έπλευσε στη Θεσσαλονίκη, στρατός αποβιβάστηκε κι έπιασε το Γυναικόκαστρο. Ο Απόκαυκος αναγνώρισε το καθεστώς των Ζηλωτών στην Θεσσαλονίκη, άφησε φρουρά στην πόλη μ’ επικεφαλής τον γιο του, Ιωάννη Απόκαυκο, κι αποχώρησε.
Ο επόμενος χρόνος κύλησε ευνοϊκός για τον Καντακουζηνό καθώς οι αριστοκράτες είχαν επιβληθεί και του παρέδωσαν τις πόλεις Βέροια, Σέρβια και Πλαταμώνα. Κινήθηκε γι’ άλλη μια φορά εναντίον της Θεσσαλονίκης. Κινήθηκε όμως και ο αυτοκρατορικός στρατός που πρόλαβε και σταμάτησε τον Καντακουζηνό πριν από το καίριο κτύπημα.
Στην ίδια την πόλη, οι Ζηλωτές είχαν αναδείξει ουσιαστικό αρχηγό τους τον ικανό Μιχαήλ Παλαιολόγο και είχαν προχωρήσει σε δήμευση των περιουσιών εκείνων που είχαν συνωμοτήσει εναντίον τους και στη θέσπιση αναγκαστικής εισφοράς των πλουσίων και των μοναστηριών, ενώ είχαν ξεκινήσει πρόγραμμα επισκευών των σπιτιών που φιλοξενούσαν φτωχούς και οργάνωσης συσσιτίων κι έπαιρναν διάφορα μέτρα ανακούφισης των λαϊκών μαζών. Όλα αυτά έρχονταν σε σύγκρουση με την όλη δομή της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Και, καθώς ο άμεσος κίνδυνος να πάρει ο Καντακουζηνός την πόλη είχε απομακρυνθεί, ο εγκατεστημένος στη Θεσσαλονίκη Ιωάννης Απόκαυκος ξεκίνησε σχέδιο να απαλλαγεί από τους Ζηλωτές.
Την κατάλληλη στιγμή, ο Μιχαήλ Παλαιολόγος δολοφονήθηκε, τα στελέχη των Ζηλωτών συνελήφθησαν και οι άνδρες του αυτοκρατορικού στρατού ακροβολίστηκαν στα επίκαιρα σημεία της πόλης (1345). Μετά, ο Ιωάννης Απόκαυκος διακήρυξε την πίστη του στο κίνημα των Ζηλωτών και εξήγησε ότι απλά πήρε μέτρα εναντίον εκείνων που στρέφονταν κατά της κεντρικής διοίκησης. Ταυτόχρονα, φορολόγησε τους πλούσιους που, πρόθυμα αυτή τη φορά, συνεισέφεραν διάφορα ποσά, με τα οποία αγοράστηκαν τρόφιμα για τους φτωχούς. Έτσι, η άμεση αντίσταση των Ζηλωτών αποφεύχθηκε. Όμως, τα πράγματα δεν πήγαιναν καθόλου καλά και για τον Ιωάννη Απόκαυκο που κάποια στιγμή πληροφορήθηκε ότι ο πρωθυπουργός πατέρας του είχε δολοφονηθεί στην Κωνσταντινούπολη.
Σκέφτηκε ότι ώρα ήταν να αλλάξει στρατόπεδο. Κάλεσε λαϊκή συνέλευση και αράδιασε σειρά από επιχειρήματα υπέρ της παράδοσης της Θεσσαλονίκης στον Καντακουζηνό «με όρους». Οι Ζηλωτές καμώθηκαν πως πείστηκαν. Μια επιτροπή ξεκίνησε για τη Βέροια όπου έμενε ο γιος του Καντακουζηνού, Μανουήλ, για να τον προσκαλέσει στη Θεσσαλονίκη, ενώ στην ίδια την πόλη, οι Ζηλωτές, έχοντας επικεφαλής τον Ανδρέα Παλαιολόγο, ηγέτη της συντεχνίας των ναυτικών, και τον Γεώργιο Κοκκαλά, οργανώνονταν.
Βρέθηκε μια πρόφαση που ανάγκασε τον Απόκαυκο να συγκαλέσει νέα συνέλευση. Εκεί, ο Κοκκαλάς και ο Παλαιολόγος υποστήριξαν ότι η Θεσσαλονίκη έπρεπε να μείνει ανεξάρτητη πολιτεία. Ταυτόχρονα, οι εργάτες του λιμανιού ξεσηκώθηκαν. Το κίνημα απλώθηκε σε όλο τον λαό. Ο Απόκαυκος βρέθηκε στριμωγμένος. Ζήτησε συμβιβασμό. Δεν υπήρξε. Αποσύρθηκε με τη φρουρά στο κάστρο, ενώ οι αριστοκράτες κλείστηκαν στα σπίτια τους. Ακολούθησε μάχη, με τη φρουρά να μένει ουδέτερη και τον Απόκαυκο να υποστηρίζεται από λίγους ευγενείς. Ο λαός πήρε το κάστρο, αφόπλισε τη φρουρά και συνέλαβε τον Απόκαυκο και τους ευγενείς, ενώ πολλοί ετοίμαζαν εκδίκηση. Παλαιολόγος και Κοκκαλάς πρόλαβαν τη σφαγή. Απέδωσαν στους φρουρούς τα όπλα τους και φυλάκισαν τον Απόκαυκο και τους αριστοκράτες που τον ακολούθησαν.
Όσο να συμβούν αυτά, ο Μανουήλ Καντακουζηνός έφτασε από την Βέροια με στρατό για να παραλάβει τη Θεσσαλονίκη. Στρατοπέδευσε στον κάμπο, ενώ, μέσα στην πόλη, οι ευγενείς ξεθάρρεψαν. Το αποτέλεσμα ήταν νέος ξεσηκωμός του λαού που πολιόρκησε το κάστρο και απαίτησε να του παραδοθούν οι φυλακισμένοι. Ο Απόκαυκος αποκεφαλίστηκε επιτόπου. Το ίδιο και κάποιοι στενοί συνεργάτες του. Λαϊκά δικαστήρια στήθηκαν πρόχειρα και καταδίκαζαν σε θάνατο όποιον αριστοκράτη λάχαινε να βρουν. Ο Μανουήλ Καντακουζηνός προτίμησε να «αναβάλει» την παραλαβή της Θεσσαλονίκης.
Τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης τάραξαν το Βυζάντιο. Όταν, στα 1347, Καντακουζηνός και Μιχαήλ Ε’ συμβιβάστηκαν και αναγνωρίστηκαν ο ένας συμβασιλιάς του άλλου, ένα από τα πρώτα τους μελήματα ήταν να απαλλαγούν από την «δημοκρατία της Θεσσαλονίκης». Που όμως συνέχισε να υπάρχει. Στα 1349, οι δυο συμβασιλιάδες έφτασαν στην Θεσσαλονίκη, επικεφαλής αυτοκρατορικού στρατού. Η «δημοκρατία» καταλύθηκε. Είχε επικρατήσει επί επτά χρόνια αλλά σε λάθος εποχή. Οι Ζηλωτές αφανίστηκαν.
Βενετσιάνοι και Τούρκοι:
Από τα μέσα του ΙΔ’ αιώνα, οι Τούρκοι έβαλαν πόδι στα Βαλκάνια, συμμαχώντας πότε με τον ένα και πότε με τον άλλο από τους μνηστήρες του θρόνου της Κωνσταντινούπολης. Από κάποια στιγμή κι έπειτα, ξεκίνησαν κατακτήσεις για δικό τους λογαριασμό. Η Θεσσαλονίκη έπεσε στα χέρια τους δυο φορές ανάμεσα στα χρόνια 1374 και 1412. Την πρώτη φορά, χρειάστηκε να την πολιορκήσουν επί τέσσερα χρόνια ώσπου να την πάρουν. Την ανέκτησε ο Μανουήλ Β’ Παλαιολόγος μετά την ήττα του σουλτάνου Βαγιαζήτ από τον ηγεμόνα των Μογγόλων, Ταμερλάνο (μάχη της Άγκυρας, 1402).
Γιος του Βαγιαζήτ, ο Μουσά, πήρε τη Θεσσαλονίκη ανάμεσα στα 1410 και 1412. Ο αδελφός του, Σουλεϊμάν, όμως, την παραχώρησε στον Μανουήλ Παλαιολόγο που έστειλε εκεί διοικητή τον Δημήτριο Λεοντάριο. Μετά, τη διοίκηση της πόλης ανέλαβε ο Ανδρόνικος Παλαιολόγος.
Ήταν το 1420, όταν ο σουλτάνος Μουράτ Β’ εκστράτευσε στην Αλβανία. Περνώντας έξω από τη Θεσσαλονίκη, ανέθεσε στον στρατηγό του, Τουραχάν, να την πάρει. Ο Τουραχάν ξεκίνησε πολιορκία. Η Θεσσαλονίκη υπέφερε και ο διοικητής της, Ανδρόνικος, βρήκε καλή λύση να την πουλήσει στους Βενετσιάνους, αντί 50.000 δουκάτων. Οι Βενετσιάνοι προβλεπτές έφτασαν στη Θεσσαλονίκη στις 14 Σεπτεμβρίου 1423.
Η εντελώς ανθελληνική συμπεριφορά τους, έκανε τους ντόπιους να προτιμούν τους Τούρκους πολιορκητές από τους Βενετσιάνους υπερασπιστές της πόλης. Στα 1426, ο στρατός των πολιορκητών έφτασε τους 30.000, ενώ την πόλη υπεράσπιζαν επτακόσιοι «βαλλιστάριοι» και οι ντόπιοι στα τείχη και πέντε γαλέρες στο λιμάνι. Μέσα στην πόλη, η κατάσταση ήταν τραγική καθώς η πείνα θέριζε τους κατοίκους, οι φιλότουρκοι έβρισκαν πρόσφορο έδαφος να δράσουν και οι Βενετσιάνοι συμπεριφέρονταν σαν τον ντόπιος πληθυσμό να αποτελούσαν δούλοι. Με όλα αυτά, η αντίσταση στις τουρκικές επιθέσεις μειωνόταν, ενώ οι μοναχοί δρούσαν ανοιχτά εναντίον των καθολικών Βενετσιάνων και υπέρ των Οθωμανών. Ο Χαλκοκονδύλης, ένα έμμετρο χρονικό και πολλοί άλλοι σημειώνουν ότι μοναχοί συμβούλεψαν τους Τούρκους να κόψουν την ύδρευση της Θεσσαλονίκης από τον Χορτιάτη, ώστε να αναγκαστούν οι Βενετσιάνοι να παραδοθούν.
Η πόλη έπεσε την άνοιξη του 1430. Η αιχμαλωσία και το σύρσιμο στα σκλαβοπάζαρα έφτασε σε τέτοιο βαθμό ώστε η πόλη ερήμωσε. Ο ίδιος ο σουλτάνος Μουράτ Β’ εξαγόρασε κάποιους με τον όρο να επιστρέψουν στη Θεσσαλονίκη. Κάποιους άλλους εξαγόρασε ο ηγεμόνας των Σέρβων, ενώ η πόλη εποικίστηκε και με πολλούς Τούρκους. Οι εκκλησίες δεν χαλάστηκαν. Τέσσερις έμειναν στους χριστιανούς, οι υπόλοιπες μετατράπηκαν σε τζαμιά. Τα προνόμια της πόλης αφαιρέθηκαν αλλά αποδόθηκαν πάλι. Ο σουλτάνος επέτρεψε να υπάρξει και μητροπολίτης. Προσπάθησε να αποδώσει στην πόλη την παλιά της αίγλη. Όμως, οι καιροί είχαν αλλάξει. Η Θεσσαλονίκη οδηγήθηκε στην παρακμή. Λίγα χρόνια αργότερα, έμοιαζε με χωριό.
(Έθνος της Κυριακής, 2001 – 2002) (τελευταία επεξεργασία, 31.3.2011)