I. ΘΗΒΑ

Κάτοικοι: 17.000

Η σημερινή Θήβα είναι χτισμένη στη θέση της αρχαίας ακρόπολης Καδμείας. Έχει 17.000 κατοίκους (απογραφή 2001) και απέχει από την Αθήνα 70 χλμ. Το κλίμα της είναι εύκρατο και υγιεινό.

ΟΙ ανασκαφές κοντά στα ερείπια των ανακτόρων του Κάδμου έφεραν στο φως μεγάλης αξίας αρχαιολογικά ευρήματα, που αποδεικνύουν ότι η Θήβα υπήρξε 1.500 χρόνια πριν από τον Κάδμο, ο οποίος θεωρείται ο πρώτος βασιλιάς της. Από τις αρχαιότητες, έχουν αποκαλυφθεί τα ανάκτορα του Κάδμου, οι Ηλέκτρες Πύλες μπροστά στις οποίες έγινε η μονομαχία Ετεοκλή και Πολυνίκη, ο ναός του Ισμηνίου Απόλλωνα, ο Τάφος της Αντιγόνης, το Οιωνοσκοπείο του μάντη Τειρεσία και οι Προίτιδες πύλες. Δυτικά της Θήβας βρίσκεται η κρήνη της Δίρκης (πηγή Πλακιώτισσα, σήμερα) όπου, κατά τη μυθολογία ο Ζήθος και ο Αμφίων έριξαν την τέφρα από το σώμα ή το τεμαχισμένο σώμα της βασίλισσας, Δίρκης.

Από τα βυζαντινά χρόνια σώζονται οι ναοί της Αγίας Φωτεινής και του Αγίου Δημητρίου, όπου υπάρχει η εικόνα της Παναγίας, έργο του Ευαγγελιστή Λουκά κατά την εκκλησιαστική παράδοση. Υπάρχει, επίσης, κατακόμβη στην εκκλησία της Αγίας Αικατερίνης, ενώ στην τοποθεσία Μοσχοπόδι διατηρείται η παλιά εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής. Το αρχαιολογικό μουσείο των Θηβών έχει πλούσια και μεγάλης αξίας συλλογή.

Τηλέφωνα: Αστυνομία 226.20.27.549, Τροχαία 226.20.27.651, Δήμος 226.20.22.621, Νοσοκομείο 226.20.27.733, Ταξί 226.20.27.077.

 

                                                  Η ιστορία της Θήβας

 

Η Αντιόπη και οι γιοι της:

Ο Χθόνιος ήταν ένας από τους πρώτους πέντε κατοίκους της Καδμείας, τους μόνους Σπαρτούς που επέζησαν μετά την αλληλοεξόντωσή τους εξαιτίας της πέτρας που είχε ρίξει ανάμεσά τους ο Κάδμος. Απέκτησε δυο γιους, τον Νυκτέα και τον Λύκο. Τα δυο αδέλφια ζούσαν στις Υσιές της Βοιωτίας, όπου ο Νυκτέας παντρεύτηκε κι απέκτησε δυο όμορφες κόρες: Τη Νυκτηίδα και την Αντιόπη. Την πρώτη παντρεύτηκε ο Πολύδωρος, ο μοναχογιός και διάδοχος του Κάδμου στον θρόνο της Καδμείας.

Απέκτησαν γιο τον Λάβδακο, μελλοντικό γενάρχη των Λαβδακιδών. Ο Πολύδωρος βρήκε θάνατο όμοιο με του Πενθέα, επειδή κι αυτός αμφισβήτησε τη λατρεία του Διονύσου. Ο Λάβδακος ήταν ανήλικος, όταν έχασε τον πατέρα του. Επίτροπος στον θρόνο ανέβηκε ο παππούς του, Νυκτέας. Ήταν τότε που ο Δίας είδε την άλλη του κόρη, την Αντιόπη, την πήρε και την άφησε έγκυο. Ο Νυκτέας θύμωσε, όταν κατάλαβε ότι η κόρη του είχε κρυφή ερωτική σχέση και θέλησε να την τιμωρήσει. Η Αντιόπη όμως το έσκασε κι άρχισε να τριγυρνά εδώ κι εκεί, ώσπου έφτασε στη Σικυώνα. Την είδε ο εκεί βασιλιάς Επωπέας, την ερωτεύτηκε και την παντρεύτηκε. Χάνοντας την κόρη του, ο Νυκτέας μαράζωσε. Όντας με το ένα πόδι στον τάφο, ανέθεσε την επιτροπεία του θρόνου στον αδελφό του, Λύκο, τον οποίο όρκισε να φέρει πίσω την Αντιόπη. Πέθανε.

Ο Λύκος εκστράτευσε εναντίον της Σικυώνας και απαίτησε να του δοθεί η Αντιόπη. Ο Επωπέας αρνήθηκε. Στήθηκε ολόκληρη μάχη, στην οποία σκοτώθηκε ο Επωπέας. Η Αντιόπη αιχμαλωτίστηκε από τον θείο της. Γέννησε δίδυμα στη διαδρομή της επιστροφής, στην πόλη Ελευθερές, πάνω στον Κιθαιρώνα, και τα εγκατέλειψε εκεί.

Τα νεογέννητα βρέθηκαν από ένα βοσκό που τα λυπήθηκε, τα πήρε κοντά του και τα ονόμασε Ζήθο και Αμφίονα. Η Αντιόπη δόθηκε στη γυναίκα του Λύκου, τη Δίρκη, που την έκανε δούλα της. Κάποια στιγμή, κατάφερε να δραπετεύσει και να πάει να κρυφτεί στον Κιθαιρώνα. Ζήτησε βοήθεια από τα παιδιά της που όμως δεν την αναγνώρισαν κι αρνήθηκαν. Είχαν μεγαλώσει πια αλλά για τη μάνα τους δεν ήξεραν τίποτα. Τους τα είπε ο βοσκός, όταν είδε να καταφθάνει εκεί η Δίρκη και να πιάνει την Αντιόπη, θέλοντας να τη σκοτώσει.

Μόλις που πρόλαβαν τα παιδιά να σκοτώσουν την Δίρκη και να γλιτώσουν τη μάνα τους. Η επόμενη κίνησή τους, να εκδικηθούν τον Λύκο, θα αργούσε κάπως. Στο διάστημα αυτό, ο Λάβδακος μεγάλωσε. Ο Λύκος του παρέδωσε τον θρόνο. Το μόνο ουσιαστικό που πρόλαβε ο Λάβδακος να κάνει, ήταν να παντρευτεί και να αποκτήσει γιο: Τον Λάιο. Όπως κι ο πατέρας του κι όπως κι ο Πενθέας, ο Λάβδακος αμφισβήτησε τη λατρεία του Διονύσου και βρήκε οικτρό θάνατο.

Ο Λάιος ήταν μικρός να τον διαδεχτεί. Γι’ άλλη μια φορά, επίτροπος του θρόνου ανέλαβε ο Λύκος. Τ’ ανίψια του, ο Ζήθος και ο Αμφίων, τον κάλεσαν στα μέρη τους, τάχα να του παραδώσουν την Αντιόπη. Ο Λύκος δεν πονηρεύτηκε. Έπεσε στην παγίδα τους και θα σκοτωνόταν, αν δεν τους εμπόδιζε ο Ερμής. Ο Ζήθος και ο Αμφίων απαίτησαν ικανοποίηση για τα όσα είχε υποστεί η μάνα τους. Με τη μεσολάβηση του Ερμή, ο Λύκος παραιτήθηκε από επίτροπος του ανήλικου Λάιου και η εξουσία στην Καδμεία δόθηκε στα δυο αδέλφια. Έδιωξαν και τον ανήλικο Λάιο κι εγκαταστάθηκαν στο παλάτι.

Πρώτη τους δουλειά, ήταν να τειχίσουν την πόλη. Ο Ζήθος κουβαλούσε τεράστιους βράχους και τους τοποθετούσε τον ένα πάνω στον άλλο. Ο Αμφίων απλά έπαιζε λύρα. Με τη μουσική του όμως, μετακινούνταν τεράστιοι βράχοι που ο ένας έμπαινε μόνος του πάνω στον άλλο. Η πόλη απέκτησε ισχυρό τείχος και μεγάλωσε. Και πήρε νέο όνομα: Θήβα. Επειδή Θήβη έλεγαν τη γυναίκα του Ζήθου.

Γυναίκα του Αμφίονα ήταν η Νιόβη εκείνη που υπερηφανευόταν ότι απέκτησε 14 παιδιά, ενώ η Λητώ μονάχα δυο, τον Απόλλωνα και την Άρτεμη: Οι δυο θεοί εξολόθρευσαν τα παιδιά της και η Νιόβη μεταμορφώθηκε σε βράχο. Ο Αμφίων εξοργίστηκε και θέλησε να πυρπολήσει τον ναό του Απόλλωνα. Έπεσε νεκρός από τα θεϊκά βέλη.

 

Λάιος και Οιδίποδας:

Διωγμένος από τη Θήβα, ο νόμιμος διάδοχος του θρόνου, Λάιος, κατέφυγε στην Αργολίδα όπου τον καλοδέχτηκε ο βασιλιάς Πέλοπας και τον ανέθρεψε μαζί με τα παιδιά του, τους Ατρέα, Θυέστη και Χρύσιππο. Ο Λάιος ήταν ο πρώτος άνδρας που ερωτεύτηκε άλλον άνδρα, τον Χρύσιππο. Τόσο που όταν πέθανε κι ο Ζήθος και πια ο θρόνος της Θήβας του ανήκε, καθυστερούσε να επιστρέψει για να μη χάσει τον αγαπημένο του. Τελικά, ο Λάιος οργάνωσε απαγωγή του Χρύσιππου και τον έφερε μαζί του στη Θήβα.

Ο Πέλοπας εκστράτευσε εναντίον της Θήβας, νίκησε τον Λάιο και πήρε πίσω τον γιο του. Τον σκότωσαν τ’ αδέλφια του, ο Θυέστης και ο Ατρέας, από ζήλια κι ο Πέλοπας τους καταράστηκε ξεκινώντας έτσι την «κατάρα των Ατρειδών».

Με τον καιρό, ο Λάιος λυτρώθηκε από τον έρωτά του, γνωρίστηκε με την αρχοντοπούλα Ιοκάστη, την ερωτεύτηκε και την παντρεύτηκε. Η Ιοκάστη ήταν αδελφή του Κρέοντα και κόρη του Μενοικέα που καταγόταν από έναν από εκείνους τους πέντε Σπαρτούς, τους πρώτους κατοίκους της Καδμείας.

Όταν η Ιοκάστη έμεινε έγκυος, ένας χρησμός ειδοποίησε τον Λάιο πως το παιδί που θα γεννιόταν, έμελλε να κάνει φρικιαστικά πράγματα. Ο βασιλιάς δε δίστασε να δώσει τον γιο του σ’ έναν βοσκό με εντολή να τον θανατώσει. Αυτός πήγε το μωρό στον Κιθαιρώνα, του τρύπησε τα πόδια και το κρέμασε ανάποδα σ’ ένα δέντρο. Εκεί το βρήκε μισοπεθαμένο άλλος βοσκός, από την Κόρινθο. Το ξεκρέμασε και το πήρε στην πατρίδα του, όπου το μεγάλωσε η εκεί βασίλισσα, Περίβοια, βαφτίζοντάς το Οιδίποδα, εξαιτίας των πληγών (οιδημάτων) που είχε στα πόδια.

Όταν ο Οιδίποδας μεγάλωσε, κίνησε για τους Δελφούς, μήπως και μάθει για τη γενιά του. Στον δρόμο, συναντήθηκε με τον Λάιο, τσακώθηκε μαζί του και, χωρίς να ξέρει ποιος είναι, τον σκότωσε. Φτάνοντας στη Θήβα, τον σταμάτησε η Σφίγγα που κατασπάραζε όποιον δεν απαντούσε στο περίφημο αίνιγμα:

«Τι είναι αυτό που περπατά με τα τέσσερα, μετά με τα δύο και στο τέλος με τα τρία;».

Ο Οιδίποδας απάντησε:

«Ο άνθρωπος: ξεκινά μπουσουλώντας στα τέσσερα, μετά βαδίζει στα δυο του πόδια κι, όταν γεράσει, χρειάζεται και ραβδί για να στηρίζεται».

Η Σφίγγα γκρεμίστηκε από τον βράχο κι ο Οιδίποδας μπήκε στην πόλη λυτρωτής.

Η βασίλισσα Ιοκάστη είχε μάθει για τον θάνατο του άντρα της αλλά δεν ήξερε, ποιος τον σκότωσε, ούτε ότι ο λυτρωτής τους από τη Σφίγγα ήταν γιος της. Τον παντρεύτηκε από ευγνωμοσύνη κι απέκτησαν τέσσερα παιδιά: Τον Ετεοκλή, τον Πολυνείκη, την Αντιγόνη και την Ισμήνη.

 

Ο μάντης Τειρεσίας:

Ο Τειρεσίας ήταν ένας ακόμα απόγονος Σπαρτού: Του Ουδαίου. Κάποτε, ανέβηκε στον Κιθαιρώνα, είδε δυο φίδια σε ερωτική περίπτυξη και θέλησε να τα χτυπήσει με το ραβδί που κρατούσε. Αυτόματα, ο Τειρεσίας μεταμορφώθηκε σε γυναίκα. Εφτά χρόνια αργότερα, ξαναβρέθηκε στο ίδιο σημείο και ξαναείδε τα ίδια φίδια σε ίδια στάση. Επανέλαβε το χτύπημα και ξανάγινε άνδρας.

Ψηλά στον Όλυμπο, ο Δίας είχε πιάσει φιλοσοφική συζήτηση με την Ήρα, πάνω στο προσφιλές του θέμα των σεξουαλικών σχέσεων. Υποστήριζε ότι στη σεξουαλική επαφή, η γυναίκα είναι εκείνη που νιώθει την πιο μεγάλη ηδονή. Σεμνότυφη κι ελαφρά ενοχλημένη, η Ήρα επέμενε για το αντίθετο. Καθώς ο Τειρεσίας ήταν ο μοναδικός στον κόσμο άνθρωπος που είχε ζήσει και ως «πλήρης άνδρας» και ως «πλήρης γυναίκα», γινόταν αυτόματα και ο μοναδικός ειδικός που θα μπορούσε να τους λύσει την απορία. Οπότε και κλήθηκε να καταθέσει τα φώτα της γνώσης του.

«Αν υποθέσουμε ότι η σεξουαλική απόλαυση χωρίζεται σε δέκα μέρη», εξήγησε ο Τειρεσίας, «είναι η γυναίκα που χαίρεται τα εννέα, ενώ ο άνδρας μοναχά το ένα».

Μανιασμένη η Ήρα, τον τύφλωσε, ενώ ο Δίας, που τον λυπήθηκε, του έδωσε το χάρισμα να καταλαβαίνει τη γλώσσα των πουλιών και να προβλέπει το μέλλον, μαζί με τη δυνατότητα να ζήσει επτά γενιές.

 

Η κατάρα των Λαβδακιδών:

Ο μάντης Τειρεσίας ήταν αυτός που έσπευσε να πληροφορήσει τον Οιδίποδα ότι, ως εκείνη τη στιγμή, είχε σκοτώσει τον πατέρα του, είχε σεξουαλικές σχέσεις με τη μάνα του και είχε και τέσσερις καρπούς αιμομιξίας. Ο βασιλιάς τρελάθηκε: Έβγαλε τα μάτια του με τα ίδια του τα χέρια, καταράστηκε τους γιους του κι έφυγε στην Αθήνα, όπου και πέθανε. Επειδή, στην πραγματικότητα, ήταν ο μοναδικός στον κόσμο αποδειγμένα απαλλαγμένος από το «οιδιπόδειο σύμπλεγμα», τον όρο με τον οποίο οι επιστήμονες αποδίδουν την ερωτική επιθυμία γιου για τη μάνα του. Ο άνθρωπος, απλά δεν ήξερε.

Στον θρόνο της Θήβας ανέβηκε προσωρινά ο αδερφός της Ιοκάστης, ο Κρέων, που παραιτήθηκε, όταν ο Ετεοκλής μεγάλωσε και πήρε το σκήπτρο, διώχνοντας τον Πολυνείκη. Αυτός πήγε στο Άργος, παντρεύτηκε τη μια από τις κόρες του εκεί βασιλιά, μάζεψε άλλους έξι ήρωες και κίνησαν όλοι μαζί να πάρουν τη Θήβα. Είναι η περίφημη εκστρατεία των «Επτά επί Θήβας», που κατάληξε σε τραγωδία: Ετεοκλής και Πολυνείκης σκοτώθηκαν μονομαχώντας μεταξύ τους, η εκστρατεία κατέρρευσε, ενώ στη Θήβα ξανάγινε βασιλιάς ο Κρέων που καταδίκασε και την Αντιγόνη σε θάνατο, επειδή παράκουσε τις εντολές του να μην ταφεί ο Πολυνείκης. Την Ισμήνη είχε προλάβει να τη σκοτώσει ένας από τους Επτά, ο γνωστός μας από την ιστορία της Αιτωλοακαρνανίας, Τυδέας.

Μια γενιά αργότερα ή, κατ’ άλλους, μετά από δέκα χρόνια, οι γιοι των Επτά, οι «Επίγονοι», ξαναπήραν τα όπλα κατά της Θήβας. Αυτή τη φορά, μπήκαν στην πόλη, ενώ όλοι οι παλιοί κάτοικοι αποχώρησαν. Βασιλιάς έγινε ο Θέρσανδρος, γιος του Πολυνείκη, αλλά κι αυτός έμελλε να σκοτωθεί στην εκστρατεία εναντίον της Τροίας.

Ανάμεσα στις δυο εκστρατείες, των «Επτά» και των «Επιγόνων», ήταν που ο Ηρακλής βρέθηκε στη Θήβα.

 

Το περιδέραιο της Αρμονίας:

Πριν να φύγει αυτοεξόριστος στην Αθήνα, ο τυφλός Οιδίποδας καταράστηκε τα παιδιά του να αλληλοεξοντωθούν. Οι αρχαίοι δεν συμφωνούν ποια ακριβώς ήταν η αιτία της κατάρας. Κατά μια εκδοχή, επειδή δεν τον υπερασπίστηκαν όταν κατηγορήθηκε για την αιμομιξία που και ο ίδιος αγνοούσε. Κατά άλλη εκδοχή, επειδή αγνόησαν τη δυστυχία του κι όταν αποτραβήχτηκε σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο, του έστειλαν, για να τον παρηγορήσουν, πλούσιο γεύμα σε ασημένιο τραπέζι με ασημένια σκεύη. Κατά μια τρίτη εκδοχή, επειδή απλά του έστειλαν λάθος φαγητό.

Όποια κι αν ήταν η αιτία, η πατρική κατάρα δεν άργησε να θέσει σε λειτουργία τον μηχανισμό που κίνησε τα νήματα του πεπρωμένου. Το ποιος ήταν ο πρωτότοκος γιος του Οιδίποδα, επίσης παίζεται: Άλλοι έλεγαν ο Ετεοκλής, άλλοι ο Πολυνείκης. Συμφώνησαν να βασιλεύουν εναλλάξ, από ένα χρόνο καθένας τους. Ο Απολλόδωρος ο Αθηναίος αναφέρει ότι και στο ποιος από τους δυο βασίλεψε πρώτος υπήρχε διαφωνία. Κατά μια εκδοχή, ο Πολυνείκης έγινε πρώτος βασιλιάς, στον χρόνο επάνω παρέδωσε την εξουσία στον Ετεοκλή αλλά αυτός αρνήθηκε να πράξει το ίδιο, όταν έληξε η δική του πρώτη χρονιά. Κατά μιαν άλλη εκδοχή, ο Ετεοκλής βασίλευσε πρώτος κι απλά δεν παρέδωσε στον Πολυνείκη, όταν η θητεία του έληξε, αλλά τον εξόρισε από τη Θήβα.

Έτσι κι αλλιώς, ο Πολυνείκης, μετά από εξαντλητική πεζοπορία, κατέληξε στο Άργος κι έγειρε να κοιμηθεί στη σκιά του παλατιού. Ξύπνησε από ταρακούνημα: Κάποιος άγνωστος τον σκουντούσε να του κάνει χώρο, να κοιμηθεί κι αυτός. Αρπάχτηκαν άγρια. Με τη φασαρία, ο βασιλιάς του Άργους, Άδραστος, που ξεκουραζόταν στο παλάτι, ενοχλήθηκε και βγήκε να δει τι συμβαίνει. Τους χώρισε κι έμεινε να κοιτάζει τις ασπίδες τους συλλογισμένος: Η μια είχε έμβλημα ένα λιοντάρι, η άλλη ένα κάπρο. Θυμήθηκε ότι κάποιος μάντης του είχε προφητεύσει πως οι δυο του κόρες θα πάρουν άντρες η μια ένα λιοντάρι και η άλλη ένα κάπρο. Τότε, τον είχε αποπάρει. Τώρα, κατάλαβε, τι ο μάντης εννοούσε. Ρώτησε τους ξένους να του πουν, ποιοι είναι. Ο Πολυνείκης είπε το όνομά του. Ο άλλος ήταν ο Τυδέας από την Καλυδώνα. Τους φίλιωσε, τους πάντρεψε με τις κόρες του (τον Πολυνείκη με την Αργεία και τον Τυδέα με την Δηιπύλη) και υποσχέθηκε να τους βοηθήσει να πάρουν καθένας τον θρόνο της πατρίδας του.

Επτά ήρωες μπήκαν επικεφαλής του στρατού που συγκεντρώθηκε στο Άργος: Ο βασιλιάς Άδραστος, οι άμεσα ενδιαφερόμενοι Πολυνείκης και Τυδέας, οι Καπανέας, Αμφιάραος και Ιππομέδοντας από το Άργος και ο Παρθενοπαίος από την Αρκαδία.

Το πώς μπλέχτηκε στην εκστρατεία ο Αμφιάραος είναι ολόκληρη ιστορία. Επειδή ο ήρωας αυτός ήταν και μάντης και καλά γνώριζε ότι όλοι οι αρχηγοί, εκτός από τον Άδραστο, έμελλε να σκοτωθούν. Προσπαθούσε να τους πείσει να μην ξεκινήσουν τη χαμένη από χέρι περιπέτεια αλλά τα λόγια του πήγαιναν στον βρόντο. Κι ακόμα, από μια παλιά ιστορία, ήταν δεμένος με όρκο, σε περίπτωση που διαφωνούσε με τον Άδραστο, διαιτητής να μπει η γυναίκα του, Εριφύλη, και να γίνει ό,τι εκείνη αποφασίσει.

Την Εριφύλη ανέλαβε να την «πείσει» ο Πολυνείκης. Όντας τρισέγγονος του οικιστή της Καδμείας, είχε κληρονομήσει και κουβαλούσε μαζί του το περίφημο εκείνο περιδέραιο που ο Ήφαιστος είχε φιλοτεχνήσει και ο Κάδμος είχε χαρίσει στην Αρμονία τη μέρα του γάμου τους. Βρήκε την Εριφύλη και της το έδειξε. Εκείνη ξετρελάθηκε, όταν το είδε. Ο Πολυνείκης της είπε ότι θα γινόταν δικό της, αν γνωμοδοτούσε υπέρ της συμμετοχής του άνδρα της στην εκστρατεία. Του το υποσχέθηκε και το πήρε.

Ο Πολυνείκης ειδοποίησε τον Άδραστο. Εκείνος κάλεσε τον Αμφιάραο και για μια ακόμα φορά του ζήτησε να μετάσχει στην περιπέτεια. Ο Αμφιάραος αρνήθηκε. Ο βασιλιάς ζήτησε να πάει η διαφορά στη διαιτησία. Ο Αμφιάραος δέχτηκε. Κλήθηκε η Εριφύλη και, φυσικά, έδωσε δίκιο στον Άδραστο. Ο Αμφιάραος είδε το περιδέραιο να λαμπυρίζει στον λαιμό της και κατάλαβε. Ήταν όμως υποχρεωμένος να υπακούσει. Πριν να ξεκινήσει με τους άλλους, έδωσε ευχή και κατάρα στα παιδιά του να σκοτώσουν τη μάνα τους κι, όταν ανδρωθούν, να κινήσουν πρώτα να πάρουν τη Θήβα.

 

Οι «Επτά επί Θήβας»:

Ο στρατός πέρασε από τη Νεμέα της Κορινθίας, όπου συνέβη το επεισόδιο με την Υψιπύλη που έγινε αιτία να ιδρυθούν οι εκεί πανελλήνιοι αγώνες. Συνέχισαν ως τη Θήβα και την πολιόρκησαν. Πριν να ξεκινήσουν οι μάχες, οι Επτά αποφάσισαν να προτείνουν στον Ετεοκλή να παραδώσει την εξουσία στον Πολυνείκη, ώστε να αποφευχθεί η αιματοχυσία. Την αποστολή ανέλαβε ο Τυδέας.

Μπήκε μόνος του μέσα στη Θήβα την ώρα που ο Ετεοκλής και οι δικοί του τρωγόπιναν στο παλάτι. Οι Θηβαίοι τον αποπήραν κι αυτός τους προκάλεσε σε αγώνες. Νίκησε σε όλους αλλά δεν τους έπεισε να παραδώσουν την πόλη. Αντίθετα, ενώ έφευγε, πενήντα Θηβαίοι του έστησαν καρτέρι. Τους σκότωσε όλους, πλην ενός.

Μετά από αυτά, ο πόλεμος ήταν αναπόφευκτος. Ο Ετεοκλής ρώτησε τον μάντη Τειρεσία πώς θα μπορούσε να νικήσει. Εκείνος απάντησε ότι η μόνη περίπτωση να απαλλαγεί η Θήβα από τους πολιορκητές ήταν να θυσιαστεί στον Άρη ο Μενοικέας, ο γιος του Κρέοντα. Του Κρέοντα αυτή η λύση φυσικά και δεν του πήγαινε αλλά το παλικάρι, όταν έμαθε τα καθέκαστα, πήγε μπροστά στον ναό του Άρη και αυτοκτόνησε πάνω στον βωμό του.

Οι πολιορκητές μοιράστηκαν σε επτά τμήματα με καθένα να έχει επικεφαλής ένα από τους επτά ήρωες και στόχο μια από τις επτά πύλες της Θήβας. Ο Καπανέας νικούσε στον δικό του τομέα αλλά την καίρια στιγμή κεραυνοβολήθηκε από τον Δία κι έμεινε στον τόπο. Η πολιορκία συνεχιζόταν αιματηρή αλλά χωρίς νικητή.

Τα δυο αδέλφια, ο Ετεοκλής και ο Πολυνείκης, συμφώνησαν να μονομαχήσουν οι δυο τους: Ο νικητής θα έπαιρνε την εξουσία. Αλληλοσκοτώθηκαν. Η πολιορκία συνεχίστηκε. Από τους Επτά, ζωντανοί είχαν μείνει ο Άδραστος, ο Τυδέας και ο Αμφιάραος. Ο Τυδέας πληγώθηκε θανάσιμα. Θα τον έσωζε η Αθηνά αλλά την μετέπεισε ο Αμφιάραος. Αυτόν τον πήρε στο κυνήγι ο Θηβαίος Περικλύμενος. Τον πρόφτασε στον Ωρωπό αλλά άνοιξε η γη και κατάπιε τον Αμφιάραο μαζί με το άρμα του.

Μόνος επιζών, ο Άδραστος επέστρεψε στο Άργος. Περνώντας από την Αθήνα, ικέτευσε τον Θησέα να μεσολαβήσει στους Θηβαίους να θάψουν τα πτώματα των νεκρών συντρόφων τους. Κι αυτό, επειδή ο Κρέων, ο αδελφός της τραγικής Ιοκάστης, είχε ανέβει στον θρόνο της Θήβας ως μοναδικός επιζών του βασιλικού οίκου και είχε απαγορεύσει να ταφούν οι νεκροί εχθροί. Και είχε διατάξει να ρίξουν στα θηρία το πτώμα του Πολυνείκη, επειδή είχε στραφεί εναντίον της πατρίδας του.

Η αδελφή των νεκρών, Αντιγόνη, παράκουσε τη διαταγή και κρυφά κουβάλησε τη σορό του Πολυνείκη ως την πυρά όπου αποτεφρωνόταν το πτώμα του Ετεοκλή. Κατά μια εκδοχή, τη βοήθησε κι ο ερωτευμένος μαζί της γιος του Κρέοντα, ο Αίμων. Ο Κρέων τη φυλάκισε σ’ ένα τάφο, όπου η Αντιγόνη αυτοκτόνησε. Και, καθώς την Ισμήνη την είχε σκοτώσει ο Τυδέας, από τα τέσσερα παιδιά της αιμομιξίας του Οιδίποδα με την Ιοκάστη, δεν επέζησε κανένα.

Όσο να γίνουν αυτά, έφτασε ο Θησέας στη Θήβα κι υποχρέωσε τον Κρέοντα να παραδώσει τους νεκρούς στους οικείους τους.

 

Οι Επίγονοι:

Δέκα χρόνια αργότερα ή κατ’ άλλους μετά από μια γενιά, ο γιος του Πολυνείκη, Θέρσανδρος, ετοιμάστηκε για νέα εκστρατεία εναντίον της Θήβας: Των Επιγόνων. Του χρειαζόταν άξιος αρχηγός κι αυτός που υπήρχε ήταν ο Αλκμέων, ο γιος του Αμφιάραου. Πλησίασε τη μάνα του Εριφύλη και της έδειξε το πέπλο που ο Κάδμος είχε κάνει δώρο στην Αρμονία τη μέρα του γάμου τους. Η Εριφύλη πάλι ξετρελάθηκε. Ο Θέρσανδρος της είπε ότι θα γινόταν δικό της, αν έπειθε τον γιο της να μπει αρχηγός στην εκστρατεία. Του το υποσχέθηκε και το πήρε.

Οι επτά γιοι των αρχηγών της προηγούμενης εκστρατείας (οι Επίγονοι) ξεκίνησαν να πάρουν τη Θήβα. Στις εκεί μάχες, ο μοναδικός που σκοτώθηκε ήταν ο Αιγιαλέας, ο γιος του Άδραστου, μοναδικού επιζώντα της πρώτης σύρραξης. Η Θήβα έπεσε.

Επιστρέφοντας στο Άργος, ο Αλκμέων είδε τη μάνα του να φορά το περιδέραιο της προδοσίας του πατέρα του και να είναι τυλιγμένη στο πέπλο που έγινε αιτία να πάει ο ίδιος να πολεμήσει. Θυμήθηκε την εντολή του πατέρα του και τη σκότωσε. Τα καταραμένα δώρα, το περιδέραιο και ο πέπλος, αφού δημιούργησαν αλυσιδωτές συμφορές, κατέληξαν στους Δελφούς, αφιερώματα στον εκεί ναό του Απόλλωνα.

Ο Θέρσανδρος ανέβηκε στον θρόνο της Θήβας, βασιλιάς της. Όλοι οι παλιοί κάτοικοι, μαζί κι ο μάντης Τειρεσίας, εγκατέλειψαν την πόλη.

 

Με τους Πέρσες:

Πριν από τα μέσα του Ζ’ π.Χ. αιώνα, στο κράτος της Θήβας δημιουργήθηκε πρόβλημα με τους κλήρους που ήδη είχαν κατακερματιστεί με τις κληροδοτήσεις. Κλήθηκε ξένος νομοθέτης να λύσει το πρόβλημα. Κατέφθασε από την Κόρινθο ο Βακχιάδης Φιλόλαος που πρότεινε τη λύση, την οποία είχε επιβάλει και ο Φείδων στην πατρίδα του: Έλεγχο των γεννήσεων ώστε κάθε οικογένεια να αποκτά μόνο ένα αγόρι και υιοθεσία των άκληρων από εκείνους που διέθεταν μεγάλα κτήματα και ήταν άτεκνοι.

Οι Ερυθρές ήταν η πρώτη πόλη που αποσκίρτησε από το υπό θηβαϊκό έλεγχο Κοινό των Βοιωτών. Γύρω στα 519 π.Χ., ακολούθησαν οι Πλαταιές. Και οι δυο πόλεις συμμάχησαν με τους Αθηναίους. Οι Θηβαίοι συμμάχησαν με τους Αιγινήτες και κήρυξαν τον πόλεμο εναντίον της Αθήνας. Τον έχασαν και δέχτηκαν σύνορο ανάμεσα στην Αττική και τη Βοιωτία τον ποταμό Ασωπό. Μερικά χρόνια αργότερα, συμμάχησαν και με τους Πέρσες, προεξοφλώντας ότι Αθήνα και Σπάρτη θα νικηθούν, οπότε θα μείνουν μόνοι κυρίαρχοι του παιχνιδιού. Η πόλη των Θεσπιών αντιτάχθηκε και, μαζί με τις Πλαταιές, προσχώρησε στην αντιπερσική συμμαχία. Χίλιοι Πλαταιείς πολέμησαν πλάι στους Αθηναίους, στη μάχη του Μαραθώνα (490 π.Χ.).

 

Η μάχη των Πλαταιών:

Μετά την ήττα τους στη ναυμαχία της Σαλαμίνας (480 π.Χ.), οι Πέρσες αποσύρθηκαν στη φιλική τους Θεσσαλία για να ξεχειμωνιάσουν, ενώ ο Ξέρξης γύρισε στην Ασία. Αήττητος ακόμα, ο στρατός ξηράς του στρατηγού Μαρδόνιου ήταν ζωντανή απειλή για την ελευθερία των ελληνικών πόλεων και εγγύηση για τους συμμάχους των Περσών. Στην ελληνική πλευρά, όσοι ανήκαν σε πόλεις νότια του Ισθμού ένιωθαν μάλλον ασφαλείς και απρόθυμοι για νέες περιπέτειες. Όσων οι πατρίδες ήταν βόρεια από τον Ισθμό, επείγονταν να συγκρουστούν με τους Πέρσες για να απαλλαγούν από την απειλή.

Ανάμεσα στους τελευταίους βρίσκονταν και οι Αθηναίοι: Η πόλη τους είχε καταστραφεί όταν εισέβαλαν σ’ αυτή οι δυνάμεις του Ξέρξη, οι κάτοικοι ήταν διασκορπισμένοι στα νησιά, η χώρα τους ήταν εκτεθειμένη σε νέα εισβολή. Οι Πελοποννήσιοι όμως είχαν επιστρέψει στις πόλεις τους για τον χειμώνα. Στη Σπάρτη, αντιβασιλιάς και αρχηγός στρατού έγινε ο Παυσανίας. Κι ως αρχηγός του στόλου, ο Λεωτυχίδης αντικατέστησε τον Ευρυβιάδη που ήταν ναύαρχος στη Σαλαμίνα.

Ο Μαρδόνιος βρήκε κατάλληλη την ευκαιρία να διασπάσει το ελληνικό στρατόπεδο. Έστειλε στους Αθηναίους τον υποτελή του βασιλιά της Μακεδονίας, Αλέξανδρο Α’, με προτάσεις. Αν γίνονταν σύμμαχοί του, θα ξανάκτιζαν την πόλη και τους ναούς, θα τους κατέβαλαν πολεμικές αποζημιώσεις για τις ζημιές και θα τους παραχωρούσαν μεγάλες εκτάσεις (από αυτές που θα κυρίευαν).

Οι Αθηναίοι απέκρουσαν τις προτάσεις, ενώ ανήσυχοι οι Σπαρτιάτες έσπευδαν να μάθουν τις αποφάσεις τους. Άνοιξη του 479, ο Μαρδόνιος εισέβαλε για δεύτερη φορά στην έρημη Αθήνα και κατέστρεψε ό,τι είχε απομείνει όρθιο. Με τον φόβο μήπως οι Αθηναίοι υποκύψουν στις περσικές προτάσεις, οι Σπαρτιάτες συγκέντρωσαν τον στρατό τους και, με αρχηγό τον Παυσανία, τον έστειλαν να περάσει τον Ισθμό. Ο Μαρδόνιος υποχώρησε στη Βοιωτία και εγκαταστάθηκε στη φιλική του Θήβα. Κατέφθασαν και οι υπόλοιποι Πελοποννήσιοι. Κι ο στρατός των Ελλήνων έφτασε στη Βοιωτία. Εγκαταστάθηκε στην πόλη Ερυθρές, ίσως κοντά στο σημερινό Κριεκούκι.

Οι προσπάθειες του Μαρδόνιου αποσκοπούσαν σε μια σύγκρουση σε ανοιχτή πεδιάδα, ώστε να μπορεί το ιππικό του να δράσει με ευχέρεια. Οι προσπάθειες του Παυσανία είχαν ακριβώς αντίθετο στόχο: Η μάχη να δοθεί σε ανώμαλο έδαφος που ευνοούσε τους Έλληνες. Δόθηκε στις Πλαταιές και, κυρίως χάρη στη δράση των Σπαρτιατών, οι Πέρσες υπέστησαν τρομερή ήττα: Ήταν 4 του μήνα Βοηδρομιώνα (αντιστοιχεί στις 27 Αυγούστου) του 479 π.Χ.

Όσοι Πέρσες γλίτωσαν, πήραν τον δρόμο του γυρισμού στην Ασία. Με τριακόσιους νεκρούς στη μάχη των Πλαταιών, οι Θηβαίοι είχαν άτακτα υποχωρήσει κι οχυρώθηκαν στη Θήβα. Στις 7 Σεπτεμβρίου, είδαν τον ελληνικό στρατό έξω από τα τείχη τους: Είχε έρθει η ώρα της τιμωρίας για την συμπαράταξή τους με τους Πέρσες. Τους ζητήθηκε να παραδώσουν τους αρχηγούς της φιλοπερσικής παράταξης. Αρνήθηκαν.

Η πολιορκία της Θήβας κράτησε είκοσι μέρες. Στο διάστημα αυτό, ο ένας από τους συνολικά επτά ηγέτες της Θήβας κατόρθωσε να διαφύγει. Οι άλλοι έξι παραδόθηκαν. Εκτελέστηκαν στον Ισθμό της Κορίνθου.

Η ουσιαστική τιμωρία της Θήβας ήταν η διάλυση του Κοινού των Βοιωτών. Χάθηκε η θηβαϊκή επιρροή στη Βοιωτία, ενώ οι Αθηναίοι μπορούσαν πια εύκολα να περνούν εκεί την όποια πολιτική τους. Για περίπου είκοσι χρόνια.

 

Οι σχέσεις με τη Σπάρτη:

Στα 457 π.Χ., η κατάσταση είχε αλλάξει. Η Αθήνα είχε εξελιχθεί σε ηγέτιδα δύναμη, ως επικεφαλής της συμμαχίας της Δήλου (Α’ Αθηναϊκή συμμαχία) και ο ανταγωνισμός της με τη Σπάρτη κορυφωνόταν. Η Θήβα βρέθηκε σύμμαχος της Σπάρτης που τη βοήθησε να ανασυστήσει το Κοινό των Βοιωτών. Σπαρτιάτες και Θηβαίοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με τους Αθηναίους και τους Θεσσαλούς συμμάχους τους στη μάχη της Τανάγρας (456 π.Χ.). Την καίρια στιγμή, το θεσσαλικό ιππικό πέρασε στις αντίπαλες γραμμές, αποδιοργανώνοντας την αθηναϊκή παράταξη. Οι Αθηναίοι νικήθηκαν.

Η νέα μάχη δόθηκε δυο μήνες αργότερα στα Οινόφυτα. Αυτή τη φορά, οι Αθηναίοι νίκησαν. Προέλασαν ως την Τανάγρα, πήραν την πόλη, κατεδάφισαν τα τείχη της, διέλυσαν το Κοινό των Βοιωτών και απομόνωσαν τη Θήβα.

Οι βοιωτικές πόλεις βρέθηκαν με το ζόρι σύμμαχοι της Αθήνας. Γρήγορα επαναστάτησαν και πήραν Χαιρώνεια και Ορχομενό. Η καθοριστική μάχη δόθηκε στα 447 π.Χ., στην Κορώνεια, και οι Βοιωτοί νίκησαν. Αποτίναξαν έτσι την υποχρεωτική υπαγωγή τους στην Αθηναϊκή συμμαχία. Όταν ξέσπασε ο Πελοποννησιακός πόλεμος (431 – 404 π.Χ.), οι Θηβαίοι και οι λοιποί Βοιωτοί, πλην Πλαταιέων και Θεσπιέων, ήταν σαν έτοιμοι από καιρό: Εντάχθηκαν στο πλευρό της Σπάρτης.

Οι Σπαρτιάτες πήραν τις Πλαταιές στα 427 π.Χ. και τις παρέδωσαν στους Θηβαίους. Την ξεθεμελίωσαν, κυριολεκτικά σβήνοντάς την από τον χάρτη. Οι Θεσπιές έπεσαν στα 423 π.Χ. Τα τείχη τους κατεδαφίστηκαν. Είχε προηγηθεί η κατεδάφιση των τειχών που οι Αθηναίοι είχαν ανεγείρει στο Πανάκτιο (424 π.Χ.). Στο τέλος του πολέμου, η Θήβα είχε ανακτήσει την ηγετική της θέση στη Βοιωτία. Μόνο δικά της νομίσματα κυκλοφορούσαν στην περιοχή. Η ακμή συνεχίστηκε ως τα 386 π.Χ. Στα 404, όταν οι Σπαρτιάτες πήραν την Αθήνα, οι Θηβαίοι ήταν εκείνοι που, μαζί με τους Κορίνθιους, τους ζήτησαν να ξεθεμελιώσουν την πόλη της Παλλάδας. Δεν εισακούστηκαν.

Οι σχέσεις της Θήβας με τη Σπάρτη ψυχράθηκαν. Η Θήβα άνοιξε τις πύλες της να δεχτεί τους διωγμένους Αθηναίους δημοκρατικούς που έφευγαν εξαιτίας των «τριάκοντα τυράννων», τους οποίους οι Σπαρτιάτες είχαν εγκαταστήσει. Στα 395 π.Χ., οι σχέσεις αυτές έγιναν εχθρικές. Τη χρονιά εκείνη, οι Σπαρτιάτες πολιόρκησαν την Αλίαρτο. Οι Θηβαίοι προσέτρεξαν σε βοήθεια των πολιορκημένων. Οι Σπαρτιάτες νικήθηκαν κι ο στρατηγός τους, Λύσανδρος, σκοτώθηκε. Οι Θηβαίοι νίκησαν και την επόμενη χρονιά στη μάχη της Κορώνειας. Το περσικό χρυσάφι είχε βοηθήσει να απαλειφθούν οι προαιώνιες διαφορές Θηβαίων και Αθηναίων. Στράφηκαν ενεργά εναντίον της Σπάρτης (βλ. [ Πατριδογνωσία ] «Ιστορία Κορινθίας»: Ο Κορινθιακός πόλεμος). Η λήξη του νέου πολέμου όμως βρήκε τη Σπάρτη να έχει το πάνω χέρι με την Ανταλκίδειο ειρήνη (387 π.Χ.). Το Κοινό των Βοιωτών, για άλλη μια φορά, διαλύθηκε.

 

«Ες αύριον τα σπουδαία»:

Στα 382 π.Χ., ένα πραξικόπημα έδωσε στους Σπαρτιάτες τη δυνατότητα να επιβάλουν στη Θήβα καθεστώς κατοχής. Με τον Θηβαίο ολιγαρχικό Λεοντιάδα τυφλό όργανό τους και τους πολέμαρχους Αρχία και Φίλιππο εκτελεστές των εντολών τους. Η δικτατορία τους στηριζόταν στα όπλα των περίπου 1.500 ανδρών της σπαρτιατικής φρουράς που είχε εγκατασταθεί στο φρούριο της Καδμείας υπό τον Ηριππίδα.

Έκλεισαν στις φυλακές γύρω στους πεντακόσιους δημοκρατικούς, ενώ καμιά τρακοσαριά πρόλαβαν και διέφυγαν στην Αθήνα. Οι Σπαρτιάτες αξίωσαν από τους Αθηναίους να τους διώξουν. Οι Αθηναίοι αρνήθηκαν. Ο Λεοντιάδας έστειλε φονιάδες που δολοφόνησαν τον επιφανή Θηβαίο δημοκρατικό, Ανδροκλείδα, μέσα στην Αθήνα.

Είχε περάσει περίπου μισός αιώνας αφότου οι Θηβαίοι είχαν ξεθεμελιώσει τις Πλαταιές. Οι Σπαρτιάτες βοήθησαν τους απογόνους των ανά τη χώρα διασκορπισμένων προσφύγων να ξανακτίσουν την πόλη τους. Οι Πλαταιές «επανατοποθετήθηκαν» στον χάρτη, ενώ δυο θηβαϊκοί οικισμοί αναβαθμίστηκαν σε αντίπαλες πόλεις. Σπαρτιατικές φρουρές μπήκαν και στις πόλεις Ορχομενός και τις Θεσπιές. Η Θήβα βρέθηκε απομονωμένη και υπόδουλη. Όχι για πολύ.

Οι δημοκρατικοί οργανώθηκαν. Παριστάνοντας τον ολιγαρχικό, ο Φυλλίδας κατόρθωσε να γίνει γραμματέας των δυο πολέμαρχων (Αρχία και Φίλιππου). Από την Αθήνα, ξεκίνησαν κρυφά καμιά εκατοστή Θηβαίοι δημοκρατικοί. Ανακατεύτηκαν με τους αγρότες που γύριζαν από τα χωράφια τους και μπήκαν κρυφά στην πόλη κατά το σούρουπο. Από αυτούς, οι επτά αρχηγοί κατέληξαν ένας ένας στο σπίτι του δημοκρατικού Χάρωνα.

Ήταν τέλη Δεκεμβρίου (του 379 π.Χ.), βραδιά γιορτής της Αφροδίτης και οι πολέμαρχοι είχαν οργανώσει γλέντι. Ο Φυλλίδας είχε αναλάβει να τους βρει γυναίκες: Κατά προτίμηση, κυρίες, ωραίες, παντρεμένες. Ο Φυλλίδας πέρασε από το σπίτι του Χάρωνα, πήρε τους κρυμμένους εκεί επτά αρχηγούς των δημοκρατικών που είχαν μεταμφιεστεί σε «κυρίες, ωραίες, παντρεμένες» και τους οδήγησε στο συμπόσιο. Λέγεται ότι κάποιος πρόδωσε το τέχνασμα στέλνοντας σημείωμα στον Αρχία. Εκείνος όμως ήδη είχε έρθει στο κέφι. Έβαλε το σημείωμα σε μιαν άκρη, χωρίς να το διαβάσει, και είπε:

«Ες αύριον τα σπουδαία!».

Δεν το διάβασε ποτέ. Οι «κυρίες, ωραίες, παντρεμένες» έβγαλαν τα κρυμμένα ξίφη τους και σκότωσαν τους πολέμαρχους πάνω στο μεθύσι τους. Μετά, πήγαν στο σπίτι του Λεοντιάδα. Αυτός αμύνθηκε και σκότωσε τον ένα από τους δημοκρατικούς αλλά τελικά έπεσε νεκρός από τα χτυπήματα των άλλων. Όσο να γίνουν όλα αυτά και μέσα στην ίδια νύχτα, οι υπόλοιποι δημοκρατικοί που βρίσκονταν στην πόλη εξουδετέρωσαν τους φρουρούς των φυλακών και απελευθέρωσαν όλους τους πολιτικούς κρατούμενους.

Το χάραμα βρήκε τον Ηριππίδα και τους Σπαρτιάτες του πολιορκημένους στην Καδμεία. Κι από την Αθήνα κατέφθανε βοήθεια του αθηναϊκού στρατού. Οι Σπαρτιάτες που έσπευδαν από τις Πλαταιές και τις Θεσπιές, έπρεπε να δώσουν αμφίβολες μάχες για να περάσουν. Ο Ηριππίδας συμφώνησε να παραδώσει το φρούριο και γύρισε στη Σπάρτη μαζί με τους άνδρες του. Οι συμπολίτες του δεν του το συγχώρησαν. Εκτελέστηκε μαζί με όλους όσοι θεωρήθηκαν υπεύθυνοι της ατίμωσης.

 

Η Θηβαϊκή ηγεμονία:

Αμέσως μετά την επικράτησή τους, οι δημοκρατικοί Θηβαίοι εξέλεξαν τέσσερις «Βοιωτάρχες» επανιδρύοντας το Κοινό των Βοιωτών, στο οποίο η Θήβα ήταν το μοναδικό μέλος. Ως τα 374 π.Χ., είχαν ανατρέψει τις ολιγαρχικές κυβερνήσεις των άλλων πόλεων της Βοιωτίας και είχαν διώξει τις σπαρτιατικές φρουρές, όπου αυτές υπήρχαν.

Η μια μετά την άλλη, οι πόλεις της Βοιωτίας εντάσσονταν στο Κοινό όπου οι αποφάσεις παίρνονταν από την Εκκλησία του δήμου. Λειτουργούσε στη Θήβα με τους Θηβαίους να πλειοψηφούν καθώς οι πολίτες ψήφιζαν καθένας για λογαριασμό του και όχι ως εκπρόσωποι πόλεων. Οι Βοιωτάρχες εκτελούσαν τις αποφάσεις της Εκκλησίας ως κυβέρνηση. Υπήρχε ακόμα ανώτατος θρησκευτικός αρχηγός και «ομοσπονδιακό» δικαστήριο.

Οι Πλαταιές δεν θέλησαν να ενταχθούν στο Κοινό. Οι κάτοικοι έφυγαν ομαδικά στην Αττική κουβαλώντας μαζί τους ό,τι κινητό από τις περιουσίες τους. Η πόλη ξεθεμελιώθηκε για άλλη μια φορά και η ευρύτερη περιοχή της προσαρτήθηκε στη Θήβα. Στις Θεσπιές που επίσης αρνήθηκαν να ενταχθούν στο Κοινό, επιβλήθηκε καθεστώς κατοχής. Στα 371 π.Χ., μόνο ο Ορχομενός εξακολουθούσε να μένει εκτός της ομοσπονδίας. Τη χρονιά εκείνη, οι Θηβαίοι αξίωσαν από τη Σπάρτη και από την Αθήνα να αναγνωρίσουν την ύπαρξη του Κοινού των Βοιωτών.

Αθηναίοι και Σπαρτιάτες δεν βρίσκονταν στο καλύτερο σημείο τους. Χρόνια πολεμούσαν μεταξύ τους και είχαν πια εξαντληθεί. Ξαφνικά, ανακάλυψαν ότι υπήρχε και τρίτος διεκδικητής της ηγεμονίας. Στα 371 π.Χ., έκλεισαν ειρήνη και συμμαχία.

Στη Θήβα, δυο μεγάλες φυσιογνωμίες είχαν αναδειχθεί μέσα στη νύχτα της επανάστασης κατά της ολιγαρχίας: Ο Πελοπίδας, ένας από τους επτά αρχηγούς, και ο επιστήθιος φίλος του, Επαμεινώνδας.

Με αρχηγό τον Κλεόμβροτο, επικεφαλής 10.000 ανδρών (από τους οποίους μόνο επτακόσιοι ήταν Σπαρτιάτες), ο πελοποννησιακός στρατός έφτασε στη Βοιωτία. Ο Επαμεινώνδας τους περίμενε στα Λεύκτρα με 6.000 άνδρες. Τους παρέταξε σε σχήμα σφήνας. Η σφήνα διεμβόλισε την πελοποννησιακή παράταξη, την διέρρηξε χωρίζοντάς την στα δύο και τη σκόρπισε. Ήταν 6 Ιουλίου του 371 π.Χ. Στα χωράφια, τετρακόσιοι Σπαρτιάτες και εξακόσιοι λοιποί Λακεδαιμόνιοι κείτονταν νεκροί. Ανάμεσά τους και ο Κλεόμβροτος. Για τη Σπάρτη, η ήττα ήταν οδυνηρή. Για τη Θήβα, η μάχη στα Λεύκτρα σήμανε την αρχή της σύντομης περιόδου της ηγεμονίας της. Στα 366 π.Χ., οι Θηβαίοι αφαίρεσαν τον Ωρωπό από την Αθήνα. Ελάχιστο καιρό αργότερα, προσάρτησαν επιτέλους και τον Ορχομενό και πρόσθεσαν την Κορώνεια στα εδάφη τους.

Ο Πελοπίδας έπεσε σε μάχη στη Θεσσαλία, στα 364 π.Χ. Ο Επαμεινώνδας σκοτώθηκε στη μάχη της Μαντινείας στα 362 π.Χ. στην Αρκαδία. Όμως, Αθήνα, Σπάρτη, Θήβα είχαν πια καταπονηθεί ανεπανόρθωτα. Και στον ορίζοντα είχαν φανεί οι Μακεδόνες.

 

Προς την καταστροφή:

Με επέμβαση των Περσών, για μια ακόμα φορά επιβλήθηκε ειρήνη στην Ελλάδα. Κύριο θύμα της η Αθήνα. Ήταν το 355 π.Χ. Οι Θηβαίοι είχαν από καιρό παραιτηθεί από την προσπάθεια να ηγεμονεύσουν στην Ελλάδα. Ενδιαφέρονταν για τον δικό τους περίγυρο. Στα 355, άρχισαν τον πόλεμο με τους γείτονες Φωκείς, με τους οποίους ποτέ δεν τα πήγαιναν καλά. Ξεκίνησε ο Β’ Ιερός πόλεμος. Από το 353 π.Χ., στη σύρραξη αναμίχθηκε και ο βασιλιάς Φίλιππος των Μακεδόνων. Στα 346 π.Χ., ο πόλεμος είχε λήξει, οι Φωκείς είχαν καταστραφεί κι ο Φίλιππος είχε μπει στη Δελφική αμφικτιονία. Κι απλωνόταν όλο και πιο πολύ.

Υπέταξε τους Θράκες (342 π.Χ.) κι έδιωξε τους Αθηναίους από τα θρακικά παράλια. Πέρασε τον Όλυμπο παίρνοντας και τη Θεσσαλία. Με συστηματικές επεμβάσεις, διέλυσε τους εναντίον του συνασπισμούς. Στην Αθήνα, ο Δημοσθένης λυσσούσε εναντίον του. Στη Βοιωτία, οι Θηβαίοι ένιωθαν ριγμένοι από τις αποφάσεις του.

Αθήνα και Θήβα βρήκαν κοινό έδαφος συμμαχίας. Με τους συμμάχους τους, Αθηναίοι και Βοιωτοί βγήκαν να αντιμετωπίσουν τους Μακεδόνες του Φιλίππου στον κάμπο της Χαιρώνειας (338 π.Χ.). Καταστράφηκαν: Ο Ιερός Λόχος των Θηβαίων εξολοθρεύτηκε. Ο στρατός τους εκμηδενίστηκε. Χίλιοι Αθηναίοι σκοτώθηκαν κι άλλοι 2.000 αιχμαλωτίστηκαν. Ο συνασπισμός τους διαλύθηκε.

Στην Καδμεία τοποθετήθηκε μακεδονική φρουρά. Οι άλλες πόλεις της Βοιωτίας παραδόθηκαν δίχως αντίσταση. Παντού, η δημοκρατία καταλύθηκε, οι εχθροί των Μακεδόνων εκτελέστηκαν. Ο Ωρωπός επιστράφηκε στους Αθηναίους προς τους οποίους ο Φίλιππος φέρθηκε με διπλωματικότητα καθώς στην πόλη υπήρχε και φιλομακεδονικό ρεύμα που εκφραζόταν από τον Ισοκράτη. Οι Πλαταιές ξανακτίστηκαν για μια ακόμα φορά.

Το Κοινό των Βοιωτών παρέμεινε σε λειτουργία αλλά με άλλους Βοιωτάρχες. Κέντρο του έγινε ο Ορχομενός. Σε άλλους Βιωτούς δόθηκαν οι ψήφοι των Θηβαίων στην Δελφική αμφικτιονία. Η Θήβα καταδικάστηκε σε αφάνεια.

Επαναστάτησε μόλις μαθεύτηκε ο θάνατος του Φιλίππου αλλά μια γοργή προέλαση του Μεγάλου Αλεξάνδρου (335 π.Χ.) την έφερε πάλι στη μακεδονική κατοχή. Ο Αλέξανδρος έβαλε και την ξεθεμελίωσαν. Τα εδάφη της μοιράστηκαν ανάμεσα στις Πλαταιές και τον Ορχομενό.

 

Ως τον τελευταίο Ατζαγιόλι:

Είκοσι χρόνια αργότερα, στα 316 π.Χ., η Θήβα ανοικοδομήθηκε από τον Κάσσανδρο. Ήταν τα χρόνια των πολέμων ανάμεσα στους διαδόχους του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Η Βοιωτία έγινε ένα από τα θέατρα των μαχών. Η Θήβα ποτέ δεν ανέκτησε την προηγούμενη αίγλη της. Το Κοινό των Βοιωτών συνέχισε να υπάρχει αλλά χωρίς δυνατή φωνή και ισχυρή παρουσία. Στα επόμενα χρόνια, βρέθηκε αντιμέτωπο με την Αιτωλική συμπολιτεία, στην οποία σύρθηκε. Και, στον πόλεμο του βασιλιά των Μακεδόνων με τους Ρωμαίους (171 π.Χ.) τάχθηκε με τη Ρώμη. Δεν το ωφέλησε. Οι Ρωμαίοι προχώρησαν σε διαπραγματεύσεις με μια μια ξεχωριστά τις πόλεις. Το Κοινό συνέχισε να υπάρχει αλλά η Βοιωτία όλη είχε περιπέσει σε φτώχεια και δυστυχία. Μόνο η Τανάγρα και ίσως οι Θεσπιές κάπως ανθούσαν. Ληστές λυμαίνονταν την περιοχή και τοκογλύφοι τη ρήμαζαν.

Η χώρα δεινοπάθησε από τις επιδρομές των βαρβαρικών φύλων αλλά ο Αλάριχος και οι Βησιγότθοι του απέτυχαν να κυριεύσουν τη Θήβα (396 – 397 μ.Χ.). Η πόλη ενισχύθηκε με νέα τείχη στα χρόνια του αυτοκράτορα Ιουστινιανού (527 – 565). Με τον καιρό, βρήκε τον δρόμο της. Μεταβλήθηκε σε βιομηχανικό και εμπορικό κέντρο κι έγινε μια από τις τρεις πιο σπουδαίες πόλεις του μεσαίωνα (οι άλλες ήταν η Πάτρα και η Κόρινθος). Στα 1147, μπροστά στην πόλη φάνηκαν οι Νορμανδοί του Ρογήρου Β’. Η Θήβα παραδόθηκε χωρίς αντίσταση. Οι Νορμανδοί τη λεηλάτησαν. Ναοί, βιομηχανίες, μαγαζιά, αποθήκες απογυμνώθηκαν. Ό,τι υπήρχε σε χρυσό, ασήμι ή άλλο πολύτιμο μέταλλο, αρπάχτηκε. Ρούχα, χαλιά και αντικείμενα τέχνης αφαιρέθηκαν. Όταν πια δεν βρισκόταν τίποτε άλλο για διαρπαγή, οι κάτοικοι συγκεντρώθηκαν και υποχρεώθηκαν να ορκιστούν ότι δεν κρύβουν τίποτα. Οι Νορμανδοί αιχμαλώτισαν όλους τους τεχνίτες μεταξουργίας και τους πήραν μαζί τους.

Παρ’ όλη την καταστροφή, η Θήβα γρήγορα ξαναπήρε επάνω της. Στα 1197, θηβαϊκά μεταξωτά βρίσκονταν ανάμεσα στα δώρα που στάλθηκαν στην αυλή του ηγεμόνα της Άγκυρας, Σελτζούκου. Στα 1204, πέρασε προσωρινά στα όρια της επικράτειας του Λέοντα Σγουρού της Κορίνθου.

Η περιοχή πέρασε διαδοχικά στην κατοχή του Βονιφάτιου, βασιλιά στη Θεσσαλονίκη, και στον Όθωνα ντε Ρος της Αθήνας. Αττική Βοιωτία ενώθηκαν σε ένα δουκάτο και ακολούθησαν κοινή τύχη. Στα 1444, την πήραν οι Παλαιολόγοι του Μιστρά. Στα 1446, τη λεηλάτησαν οι ορδές του σουλτάνου Μουράτ Β’. Μετά, πέρασε στους Ατζαγιόλι. Στα 1458, στη Θήβα βρήκε καταφύγιο ο τελευταίος δούκας της Αθήνας, Φραγκίσκος Ατζαγιόλι. Δολοφονήθηκε με εντολή του Μωάμεθ Β’ του Πορθητή, το 1460 (βλ. [ Βυζάντιο – Μεσαίωνας ] Μουχλιώτισσα, η τελευταία κυρά της Αθήνας).

Η ίδια η Θήβα, με τον καιρό, μεταβλήθηκε σε περίπου αμιγή τουρκόπολη. Οι εκεί Τούρκοι ούτε καν ανησύχησαν, όταν ξέσπασε η επανάσταση του 1821. Κι όταν η Λιβαδειά έπεσε στα χέρια των Ελλήνων, αποσύρθηκαν προληπτικά στη Χαλκίδα όπου βρισκόταν εγκατεστημένος ο Τούρκος διοικητής. Επανήλθαν αργότερα, όταν ο Κιοσέ Μεχμέτ μετέτρεψε την πόλη σε στρατηγείο του κι ορμητήριό του.

Η Θήβα, όπως και ολόκληρη η Βοιωτία, περιήλθε στο ελληνικό κράτος στα 1829, μετά τη νίκη του Δημήτριου Υψηλάντη στη μάχη της Πέτρας. Η πόλη καταστράφηκε στον σεισμό του 1853 και ισοπεδώθηκε σ’ εκείνους του 1893 και του 1914. Ξανακτίστηκε σχεδόν από την αρχή.

 

(Έθνος της Κυριακής, 2001 – 2002) (τελευταία επεξεργασία, 8.8.2011)

Επικοινωνήστε μαζί μας