Οι Αθηναίοι και οι Πέρσες
Η πτώση της τυραννίδας στην Αθήνα και το στέριωμα μιας καινούριας μορφής πολιτεύματος επισφραγίστηκαν οριστικά το 506 π. Χ. Απερίσπαστοι οι Αθηναίοι προχώρησαν στην οικοδόμηση των νέων θεσμών που ο εισηγητής τους, Κλεισθένης, ονόμασε Δημοκρατία. Ο πρώην τύραννος, Ιππίας, βρήκε καταφύγιο στην αυλή του βασιλιά των Περσών, Δαρείου. Εκεί, σε κάθε ευκαιρία, πίεζε τον Μεγάλο Βασιλιά να εκστρατεύσει στην Αθήνα και να τον αποκαταστήσει στην εξουσία. Τα γεγονότα, όμως, δεν τον βοηθούσαν.
Η επανάσταση των Ιώνων της Μικράς Ασίας ξέσπασε στα 500 π. Χ. Οι Αθηναίοι έσπευσαν να την ενισχύουν με είκοσι τριήρεις (και οι Ερετριείς με άλλες πέντε). Ο Δαρείος χρειάστηκε έξι χρόνια ώσπου να την καταστείλει, στα 494 π. Χ. Με την προτροπή και του Ιππία, αποφάσισε να τιμωρήσει την Αθήνα και την Ερέτρια που είχαν βοηθήσει τους Ίωνες και, με την ευκαιρία, να κυριεύσει ολόκληρη την Ελλάδα. Του πήρε δυο χρόνια να ετοιμαστεί και το 492 π. Χ. έστειλε τον γαμπρό του, Μαρδόνιο, ενάντια στις ελληνικές πόλεις κράτη.
Ο στρατός του Μαρδόνιου πεζοπορούσε από τη Μ. Ασία ως τη Μακεδονία περνώντας απ' την Θράκη όπου οι Βρύγες36 του έκαναν μεγάλη ζημιά. Ο στόλος ερχόταν πλέοντας παραλιακά. Περιπλέοντας τον Άθω, συνάντησε μεγάλη θαλασσοταραχή και τσακίστηκε. Η εκστρατεία τέλειωσε άδοξα κι ο Μαρδόνιος γύρισε πίσω.
Ο Δαρείος ξεκίνησε νέα προσπάθεια. Το καλοκαίρι του 490 π. Χ. έστειλε πάλι στρατό ενάντια στους Έλληνες. Αρχηγοί, αυτή την φορά, ήταν ο Δάτις και ο Αρταφέρνης. Μαζί τους πήγε και ο Ιππίας, που σκόπευε να χτυπήσει και από μέσα τη νεαρή Αθηναϊκή Δημοκρατία με επανάσταση των οπαδών του. Αυτή την φορά, έφτασαν από τη θάλασσα, διασχίζοντας τον Αιγαίο. Πήραν την δημοκρατική Νάξο και τα περισσότερα νησιά από τις Κυκλάδες, κυρίευσαν την Κάρυστο και πολιόρκησαν την Ερέτρια που άντεξε έξι μέρες. Κατακτήθηκε με προδοσία και παραδόθηκε στις φλόγες. Έπειτα, οι Πέρσες πέρασαν στην απέναντι παραλία και βγήκαν στην πεδιάδα του Μαραθώνα.
Ο Μιλτιάδης αρχιστράτηγος
Όταν ο Πεισίστρατος επέβαλε τυραννίδα (δικτατορία), ο Μιλτιάδης, μέλος του γένους των Φιλαϊδών που θεωρούσαν προγόνους τους τον Αιακό και τον Αίαντα, έφυγε με αποίκους στην Θράκη κι εγκαταστάθηκε στην εκεί Χερσόνησο. Το 518 π. Χ., υπέταξε τη Λήμνο και την Ίμβρο. Πέντε χρόνια αργότερα (513 π.Χ.), υποχρεώθηκε να ακολουθήσει τον Πέρση Μεγάλο βασιλιά, Δαρείο Α’, στην εκστρατεία του ενάντια στη Σκυθίας. Μαζί, ακολουθούσαν όλοι οι από τους Πέρσες εγκατεστημένοι στις ιωνικές πόλεις τύραννοι. Ο Δαρείος πέρασε τον Δούναβη και παρασυρόταν όλο και πιο βαθιά στον παγωμένο Βορρά. Οι Σκύθες πρότειναν στους Έλληνες να κόψουν τις γέφυρες στον Δούναβη, ώστε ο Δαρείος να εγκλωβιστεί κι αυτοί να τον αποτελειώσουν. Ο Μιλτιάδης συμφώνησε με την πρόταση, υποστηρίζοντας ότι έτσι οι Έλληνες θα απαλλάσσονταν μια για πάντα από τον περσικό κίνδυνο. Και θα ελευθερώνονταν η Θράκη, τα κοντά στη μικρασιατική παραλία νησιά και οι ιωνικές πόλεις που είχαν υποταχθεί στους Πέρσες. Η πρόταση θα περνούσε, αν δεν αντιδρούσε ο Αιάκης, τύραννος της Σάμου. Μαζί του τάχθηκε ο Ιστιαίος, τύραννος της Μιλήτου, με το σκεπτικό ότι θα έχαναν την από τους Πέρσες δοτή εξουσία τους, αν γινόταν κάτι τέτοιο.
Με όλα αυτά όμως, ο Μιλτιάδης είχε μάθει καλά τους Πέρσες και τους συμμάχους τους και κυρίως την ψυχολογία τους και το πώς πολεμούσαν. Επέστρεψε στην Αθήνα μετά την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας και το σωτήριο έτος 490 π. Χ. τον βρήκε στρατηγό της φυλής του.
Η είδηση ότι «έρχονται οι Πέρσες» μεταδόθηκε από τους πανικόβλητους Αθηναίους που βρίσκονταν στην Χαλκίδα, όταν η κατακτημένη Ερέτρια παραδόθηκε στις φλόγες. Το αρχικό ερώτημα ήταν, πού θα αποβιβαζόταν ο στρατός του εχθρού. Οι Αθηναίοι πληροφορήθηκαν ότι μαζί με τους Πέρσες του Δάτι και του Αρταφέρνη, ερχόταν στην Αθήνα, έτοιμος να αποκαταστήσει την τυραννίδα του, ο έκπτωτος Ιππίας. Κάποιοι θυμήθηκαν ότι και ο πατέρας του Ιππία, ο Πεισίστρατος, όταν για τρίτη φορά πριν από πάνω από μισό αιώνα κατέλαβε την εξουσία, από την Εύβοια ξεκίνησε. Κι αποβιβάστηκε στον Μαραθώνα, όπου πλειοψηφούσαν οι πολιτικοί φίλοι του, οι «διάκριοι». Και φιλοτυραννικοί υπήρχαν ακόμα στην Αττική. Επιπλέον, ο στρατηγός Μιλτιάδης γνώριζε τους αντιπάλους από πρώτο χέρι και ήταν της γνώμης ότι θα καταπτοηθούν, αν βρουν τους Αθηναίους απέναντί τους κι όχι να τους περιμένουν στις εισόδους της πόλης. Αποφάσισαν ότι στον Μαραθώνα έπρεπε να περιμένουν τους Πέρσες και δεν είχαν άδικο. Έστειλαν τον «ημεροδρόμο» Φειδιππίδη να ειδοποιήσει τους Σπαρτιάτες να σπεύσουν να βοηθήσουν και πήγαν να παραταχθούν στον Μαραθώνα. Ο Φειδιππίδης έκανε την απόσταση, περίπου 219 χμ., σε δυο μέρες. Όμως, οι Σπαρτιάτες επικαλέστηκαν κάποιες θρησκευτικές γιορτές και καθυστέρησαν. Όταν έφτασαν στην Αθήνα, όλα είχαν τελειώσει.
Οι Πέρσες είχαν φθάσει πρώτοι και συνέχιζαν αμέριμνοι την αποβίβασή τους από τα πλοία, όταν καταπτοημένοι αντίκρισαν τους Έλληνες να παρατάσσονται απέναντί τους, σε απόσταση 1,5 χμ. Ο Ιππίας είχε βεβαιώσει τους στρατηγούς Δάτι και Αρταφέρνη ότι το πολύ να συναντούσαν κάποια αντίσταση στην Παλλήνη, στρατιωτικά κατάλληλη γι’ αυτό περιοχή.
Στο ελληνικό στρατόπεδο υπήρχε διαφωνία. Ο Μιλτιάδης πρότεινε να επιτεθούν αμέσως, ενώ άλλοι ήθελαν να περιμένουν τη σπαρτιατική βοήθεια που όμως δεν φαινόταν. Ο Φειδιππίδης τους είχε βρει να προετοιμάζονται για την γιορτή των Καρνείων που γινόταν αμέσως μετά την πανσέληνο κι ακόμα η σελήνη ήταν εννέα ημερών. Δεν μπορούσαν, είπαν, να εκστρατεύσουν πριν από την γιορτή.
Στον Μαραθώνα, οι μέρες περνούσαν με άκαρπες συζητήσεις. Έγινε ψηφοφορία ανάμεσα στους στρατηγούς κι έβγαλε ισοψηφία. Σ’ αυτή την περίπτωση, θα υπερίσχυε η γνώμη του από τους εννέα άρχοντες πολέμαρχου. Ονομαζόταν Καλλίνικος και δήλωσε ότι είχε πεισθεί από τα επιχειρήματα του Μιλτιάδη. Ο Αριστείδης, στρατηγός κι αυτός, πρότεινε να ανατεθεί στον Μιλτιάδη η γενική αρχηγία αντί να εναλλάσσονται κάθε μέρα διαφορετικός, όπως όριζε ο νόμος. Οι άλλοι δέχτηκαν.
Κάποια στιγμή, μερικοί είδαν φωτεινά σήματα να έρχονται από την Πεντέλη καθώς κάποιος άγνωστος καθρέφτιζε τις αχτίνες του ήλιου στην ασπίδα του. Ταυτόχρονα, στο περσικό στρατόπεδο σημειώθηκε κίνηση. Τα άλογα φορτώνονταν στα πλοία και ήταν φανερό πως οι Πέρσες κάτι ετοίμαζαν. Κι έτσι ήταν. Τα σήματα από την Πεντέλη ήταν συμφωνημένο σύνθημα και ειδοποιούσαν τον Ιππία και τους Πέρσες ότι η Αθήνα ήταν αφύλακτη. Και οι Πέρσες ξανάμπαιναν στα πλοία για να πλεύσουν στο Φάληρο.
Η μάχη του Μαραθώνα
Κωπηλάτες στα περσικά πλοία ήταν Ίωνες σκλάβοι. Πολλοί από αυτούς είχαν πολεμήσει στο πλάι των Αθηναίων, στην Ιωνική επανάσταση, όταν χρησιμοποιούσαν φωτεινά σήματα για να συνεννοούνται μεταξύ τους στη μάχη. Τα χρησιμοποίησαν πάλι. Ο Μιλτιάδης έμαθε, τι γινόταν. Παρέταξε τον στρατό του: 10.000 οπλίτες, ισάριθμοι δούλοι, εξακόσιοι ή, κατά την επικρατέστερη άποψη, χίλιοι Πλαταιείς που είχαν έρθει να βοηθήσουν. Ο περσικός στρατός ειπώθηκε πως έφτανε τους 100.000 ή και τους 600.000 άντρες. Αριθμοί υπερβολικοί για τα πλοία της εποχής. Υπολογισμοί με βάση την χωρητικότητα των καραβιών τους κατεβάζουν στους 30.000 και με βάση την παράταξη στη μάχη, σε 44.000 κατά τους μετριότερους υπολογισμούς. Αντίπαλοι που όμως προέρχονταν από διαφορετικές χώρες, με διαφορετικές τακτικές και αντιλήψεις, άσχετοι μεταξύ τους και, τη συγκεκριμένη στιγμή, ανέτοιμοι για μάχη.
Ο Μιλτιάδης τοποθέτησε στο κέντρο του δυο φυλές με βάθος παράταξης τέσσερις άνδρες κι άπλωσε τις άλλες δεξιά κι αριστερά με βάθος οκτώ άνδρες. Περίμενε ώσπου να ολοκληρωθεί η επιβίβαση των αλόγων στα πλοία, ώστε να μην έχει αντίπαλό του και το περσικό ιππικό, και διέταξε τροχάδην επίθεση. Ήθελε να καλυφθεί όσο γινόταν πιο γρήγορα το ενάμισι χμ. που τους χώριζε από τον εχθρό για να μην υπάρξουν απώλειες από τους τοξότες των Περσών. Όσο να καλυφθεί η απόσταση, ο περσικός στρατός συνήλθε από την έκπληξη και παρατάχθηκε με τη συνηθισμένη του διάταξη: Ενισχυμένο κέντρο, αδύνατα άκρα.
Οι Αθηναίοι των άκρων τους παρέσυραν και τους ανάγκασαν σε οπισθοχώρηση. Οι Πέρσες του κέντρου πίεσαν ασφυκτικά και απείλησαν με διάσπαση τις αθηναϊκές γραμμές. Η διάλυση των περσικών άκρων όμως επέτρεψε στους Αθηναίους να συγκλίνουν προς το κέντρο και πίσω από τις περσικές γραμμές. Προκειμένου να κυκλωθούν, οι Πέρσες οπισθοχώρησαν άτακτα. Ξαφνικά, στον κάμπο του Μαραθώνα μια κωμικοτραγική σκηνή εκτυλίχθηκε: Περίπου 20.000 Έλληνες κυνηγούσαν να προλάβουν υπερδιπλάσιους εχθρούς που έτρεχαν πανικόβλητοι στα πλοία τους. Κανένας δεν είχε προβλέψει τέτοια εξέλιξη κι έτσι δεν υπήρχε δεύτερη γραμμή άμυνας παρά μόνο το τέλος της τρεχάλας, εκεί που άρχιζε η θάλασσα. Αναπόφευκτα, εκεί στάθηκαν οι Πέρσες κι αναγκάστηκαν να δώσουν μάχη σώμα με σώμα. Σ’ αυτό το είδος του πολέμου όμως οι Αθηναίοι ήταν άφθαστοι και καλά προετοιμασμένοι με τον βαρύ οπλισμό τους. Οι Πέρσες πια μόνο να φύγουν ήθελαν. Πολεμούσαν όσο τους έπαιρνε να επιβιβαστούν στα πλοία. Οι Έλληνες έφτασαν ως εκεί. Ο αδελφός του δραματοποιού Αισχύλου, Κυνέγειρος, προσπάθησε να κρατήσει με τα χέρια του ένα πλοίο. Του τα έκοψαν με μια τσεκουριά. Θέλησε να το κρατήσει με τα δόντια του. Του έκοψαν το κεφάλι.
Παρά τη λυσσαλέα μάχη, μόλις επτά από τα εξακόσια περσικά πλοία έπεσαν στα χέρια των Ελλήνων. Η νίκη όμως ήταν συντριπτική: Στο πεδίο της μάχης κείτονταν νεκροί 6.400 Πέρσες έναντι 192 Αθηναίων και άγνωστου αριθμού Πλαταιέων και δούλων. Ήταν 13 Αυγούστου του 490 π. Χ.
Ένας οπλίτης ανέλαβε να φέρει το μήνυμα της νίκης στην Αθήνα. Ξεκίνησε με τα όπλα του κι έκανε τη διαδρομή τρέχοντας. Όταν έφτασε στο άστυ, αναφώνησε «Νενικήκαμεν» κι έπεσε νεκρός. Η μεταγενέστερη παράδοση τον θέλει να περνά από ένα σημείο, όπου χωρικοί του φώναζαν «Σταμάτα! Σταμάτα!», για να μάθουν το αποτέλεσμα της μάχης. Έτσι, η περιοχή, κατά την παράδοση, ονομάστηκε Σταμάτα. Σ’ άλλο σημείο, ο πρώτος μαραθωνοδρόμος κοντοστάθηκε ν’ ανασάνει, επειδή κόντεψε να του βγει η ψυχή. Η περιοχή, κατά την ίδια παράδοση, ονομάστηκε Ψυχικό.
Ο Μιλτιάδης άφησε στον Μαραθώνα τους καταπονημένους άνδρες των δυο φυλών που είχαν δεχτεί την κύρια περσική πίεση να μαζέψουν τραυματίες, νεκρούς και λάφυρα κάτω από την επίβλεψη του Αριστείδη και με τον υπόλοιπο στρατό έσπευσε με βήμα ταχύ στο Φάληρο. Οι Πέρσες, ακόμα και μετά τη μάχη, διατηρούσαν αριθμητική υπεροχή δύο προς ένα, ενώ ο στόλος τους ήταν σχεδόν ανέπαφος. Όταν όμως έφτασαν στα ανοιχτά του Φαλήρου και είδαν τους ίδιους άγριους μαχητές που μόλις πριν από λίγες ώρες αντιμετώπισαν στον Μαραθώνα, λάκισαν. Ο φόβος του Δάτι και του Αρταφέρνη για μια δεύτερη απανωτή πανωλεθρία μέσα σε σύντομο διάστημα υπερίσχυσε της λογικής. Σκοπός της εκστρατείας ήταν να αλωθεί το Αιγαίο και να τιμωρηθούν η Νάξος που είχε αντισταθεί νικηφόρα πριν από δέκα χρόνια και η Ερέτρια με την Αθήνα που είχαν βοηθήσει τους Ίωνες στην χαμένη επανάστασή τους. Το Αιγαίο είχε αλωθεί, η Νάξος είχε κυριευθεί, η Ερέτρια είχε πυρποληθεί. Η επιτυχία των τριών από τους τέσσερις στόχους φάνταζε καλός απολογισμός. Αποφάσισαν να επιστρέψουν στην Ασία.
Οι Σπαρτιάτες έφτασαν την επόμενη ημέρα: 2.000 άνδρες που βρήκαν τους Αθηναίους ξενυχτισμένους να γλεντάνε τη νίκη τους. Πήγαν στον Μαραθώνα, θαύμασαν κι απήλθαν. Οι Αθηναίοι έστησαν τρεις τύμβους για τους νεκρούς της μάχης: Ένα με δέκα στήλες, μια για κάθε φυλή, με τους δικούς τους νεκρούς, ένα για τους Πλαταιείς κι ένα για τους πεσόντες δούλους που, μετά θάνατον, τιμήθηκαν ως ελεύθεροι και ισότιμοι πολίτες.
Ο Ιππίας έφυγε στη Λήμνο, όπου και πέθανε. Ο Δαρείος δεν το έβαλε κάτω. Πεισμωμένος από την ήττα, ανέθεσε στον δούλο που τον ξυπνούσε, να του λέει κάθε πρωί:
«Μέμνησο των Αθηναίων» (Να θυμάσαι τους Αθηναίους).
«Μολών λαβέ!»
Ο Μεγάλος βασιλιάς, Δαρείος, ετοιμαζόταν για νέα εκστρατεία. Τον καθυστέρησαν οι επαναστάσεις στην Αίγυπτο και στη Βαβυλωνία, το 486 π. Χ. Πέθανε πριν να προλάβει να εκδικηθεί.
Ο γιος του, Ξέρξης, ανέλαβε να τιμωρήσει τους Έλληνες. Του πήρε δυο χρόνια ώσπου να καταστείλει τις εξεγέρσεις στην Αίγυπτο και στην Βαβυλωνία κι άλλα δυο ώσπου να στεριώσει στον θρόνο του. Έφαγε άλλα δυο χρόνια σε ετοιμασίες και, τον Ιούνιο του 480 π. Χ., ξεκίνησε να πάρει την Ελλάδα μαθαίνοντας από τα λάθη του πατέρα του και φτάνοντας ασφαλής ως τις Θερμοπύλες. Είχε μαζί του αναρίθμητο στρατό.
Ο βασιλιάς της Σπάρτης, Λεωνίδας, έπιασε τα στενά με 300 Σπαρτιάτες, 700 Θεσπιείς, άλλους 4.000 Πελοποννήσιους και 2.000 Στερεοελλαδίτες. Στις 5 Αυγούστου του 480 π. Χ., ο Ξέρξης έστειλε πρέσβεις στον Λεωνίδα να καταθέσει τα όπλα. Ο αγέρωχος Σπαρτιάτης απάντησε:
«Μολών λαβέ!» (Έλα να τα πάρεις).
Ο Ξέρξης του μήνυσε πως η άμυνα ήταν μάταιη, προσθέτοντας:
«Μόνο οι τοξότες μου να ρίξουν τα βέλη τους, θα σκεπάσουν τον ήλιο».
«Καλύτερα», απάντησε ο Λεωνίδας: «Θα πολεμήσουμε στη σκιά».
Η άμυνα ήταν επιτυχής κι ο Ξέρξης ξόδευε άδικα τους άνδρες του επί τρεις ημέρες. Τα αλλεπάλληλα κύματα του στρατού των Περσών έπεφταν πάνω στις ελληνικές γραμμές αλλ’ αποκρούονταν όλα. Οι Πέρσες είχαν καθηλωθεί. Την τρίτη ημέρα, ο Ξέρξης έριξε στη μάχη το ως τότε ανίκητο σώμα των «αθανάτων». Τσακίστηκε κι αυτό. Είχε έρθει η ώρα του Εφιάλτη.
Ένας βοσκός ήταν που ήξερε τα περάσματα. Παρουσιάστηκε στον Ξέρξη και του αποκάλυψε το μονοπάτι, που έβγαζε πίσω από τις ελληνικές γραμμές. Ο Λεωνίδας είδε την κυκλωτική κίνηση και κατάλαβε πως το παιχνίδι είχε τελειώσει. Όταν, όμως, έχεις ήδη πει «Μολών λαβέ» και πως θες να πολεμήσεις στη σκιά, δεν μπορείς πια να φύγεις. Έδιωξε όλους κι έμεινε με τους τριακόσιους του. Έμειναν και οι 700 Θεσπιείς. Ούτε «Μολών λαβέ» είχαν πει ούτε για πόλεμο στη σκιά είχαν μιλήσει. Τους απασχολούσε ο ήρεμος ύπνος το βράδυ.
Στην άγρια μάχη που ακολούθησε, έπεσαν όλοι ως τον τελευταίο. Κι όταν ο Εφιάλτης πήγε να πάρει την αμοιβή του, ούτε καν ήξερε πως η Ιστορία του είχε επιφυλάξει τον ρόλο του κομπάρσου, που θα αναδείκνυε τον ήρωα. Ο Ξέρξης τίμησε τον λόγο του και του πλήρωσε τα υπεσχημένα. Έβαλε, όμως, και τον σκότωσαν, γιατί την προδοσία πολλοί την θέλουν, τον προδότη, κανένας.
Περίπου 25 αιώνες αργότερα, ο Κωνσταντίνος Καβάφης έγραψε:
«Τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωήν των
ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
.......................................
Και περισσότερη τιμή τους πρέπει
όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)
πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος
κ’ οι Μήδοι επιτέλους θα περάσουν».
Οι στίχοι δίνουν το στίγμα της πρώτης συνειδητής θυσίας στα «πιστεύω» ενός ανθρώπου. Το «μολών λαβέ» που είπε στις Θερμοπύλες, στις 5 Αυγούστου του 480 π. Χ., ο βασιλιάς της Σπάρτης Λεωνίδας έμεινε στους αιώνες σύμβολο του Έλληνα. Κι ο Σιμωνίδης ο Κείος μας παραπλάνησε με το επίγραμμά του:
«Ω ξειν, αγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ότι τήδε κείμεθα τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι».
Μέγα λάθος. Κανένας δεν τους διέταξε να υπερασπίσουν μια χαμένη υπόθεση. Κανένας δεν τους είπε πως έπρεπε να θυσιάσουν χίλιους ετοιμοπόλεμους στρατιώτες σε μια μάχη δίχως αντίκρισμα. Αν η θυσία απέφερε μιας μόλις μέρας καθυστέρηση στην περσική προέλαση, θα είχε κάποιο στρατηγικό στόχο και, τότε ναι, θα είχαν πέσει «τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι». Όμως, ούτε άλλη αμυντική γραμμή υπήρχε πιο πίσω ούτε η αργοπορία της μιας μέρας εξυπηρετούσε κάποιον σκοπό. Άλλωστε, οι Έλληνες στα Τέμπη πρώτα είχαν οχυρωθεί κι αποσύρθηκαν από εκεί ακριβώς για να μην κυκλωθούν. Ο Λεωνίδας έπεσε «τη εκείνου συνειδήσει πειθόμενος».
Και η περισσότερη τιμή πρέπει στους 700 Θεσπιείς, που έμειναν εκεί κι έπεσαν ως τον τελευταίο δίχως να ’χουν στην πλάτη τους το βαρύ φορτίο κάποιας Σπάρτης. Ούτε κανένας θα μπορούσε να διανοηθεί να ψέξει τον Λεωνίδα, αν αποτραβιόταν κι έδινε τη μάχη σε ασφαλέστερη τοποθεσία. Μερικές φορές, το πρόβλημα δεν είναι, τι θα πουν οι άλλοι, αλλά το πόσο ήσυχος θα κοιμηθεί κάποιος το βράδυ.
Ο Λεωνίδας έπρεπε να πεθάνει. Και κοιμήθηκε ήρεμος, ενώ ένας άλλος, την ίδια μέρα, δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Ήταν ο Θεμιστοκλής, που παραπονιόταν: «Ουκ εά με καθεύδειν το Μιλτιάδου τρόπαιον» («δε μ’ αφήνει να κοιμηθώ το τρόπαιο του Μιλτιάδη»). Κι εννοούσε τη μάχη του Μαραθώνα, δέκα χρόνια πριν. Θα κοιμόταν, μετά από 55 ημέρες, όταν θα νικούσε στη Σαλαμίνα.
Η σύμπτυξη του στόλου
Στα 480 π. Χ., στ’ ανοιχτά του ακρωτηρίου Αρτεμίσιο της Εύβοιας, βρισκόταν σε εξέλιξη φονική ναυμαχία ανάμεσα στον ελληνικό και τον περσικό στόλο, όταν μια ταχύπλοη ελληνική πεντηκόντορος (πλοίο με 50 κουπιά) έφτασε από τις Θερμοπύλες. Έφερνε την είδηση ότι ο Λεωνίδας της Σπάρτης, οι τριακόσιοι οπλίτες του και 700 Θεσπιείς είχαν σκοτωθεί κι ο δρόμος πια για τον περσικό στρατό ήταν ανοιχτός. Παρ’ όλα αυτά, η ναυμαχία συνεχίστηκε και κατέληξε σε λαμπρή αλλά όχι καθοριστική ελληνική νίκη. Είχαν βυθιστεί πάνω από διακόσια περσικά πλοία, υπήρχαν 1.200 ακόμα.
Ο ελληνικός στόλος έπλευσε προς τον Σαρωνικό. Ο Αθηναίος στρατηγός, Θεμιστοκλής, ζήτησε και ο Σπαρτιάτης αρχηγός του στόλου, Ευρυβιάδης, δέχτηκε να σταθμεύσουν στη Σαλαμίνα τα ελληνικά πλοία, όσο να γίνει εκκένωση της Αθήνας από τον εκεί άμαχο πληθυσμό.
Με τον θάνατο του Λεωνίδα, ο περσικός στρατός ξεχύθηκε νότια. Ο Θεμιστοκλής πρότεινε να εγκαταλείψουν την πόλη και να δώσουν ναυμαχία στη Σαλαμίνα. Αντέδρασαν πολλοί. Στάλθηκε αντιπροσωπεία στους Δελφούς. Η Πυθία, Αριστονίκη, προφήτευσε όλεθρο. Οι απεσταλμένοι έβαλαν τα κλάματα. Κάποιος τους είπε να την ξαναρωτήσουν. Η Αριστονίκη χρησμοδότησε:
«Η Παλλάς Αθηνά δεν μπορεί να καταπραΰνει τον Ολύμπιο Δία, αν και τον παρακαλεί με πολλά λόγια και πολλή φρόνηση. Αλλά θα σου πω πάλι αυτόν τον χρησμό που τον παρομοιάζω με ατσάλι. Όταν όλα όσα βρίσκονται ανάμεσα στον λόφο του Κέκροπα και τη σπηλιά του θεϊκού Κιθαιρώνα θα καταληφθούν από τον εχθρό, ο Δίας που βλέπει μακριά θα δώσει στην Τριτογένεια Αθηνά ένα ξύλινο τείχος για να μείνει απόρθητο. Αυτό το τείχος θα σώσει και σένα και τα παιδιά σου. Και συ, μην περιμένεις ήσυχα το ιππικό και τον μεγάλο στρατό που έρχεται από την Ασία αλλά να υποχωρήσεις, να φύγεις. Θα έλθει μια μέρα που θα αντισταθείς. Ω θεία Σαλαμίνα, θα καταστρέψεις εσύ παιδιά γυναικών, είτε όταν σπέρνεται ο καρπός της Δήμητρας είτε όταν θερίζεται».
Κάποιοι υπέθεσαν ότι τα «ξύλινα τείχη» του χρησμού ήταν ο ξύλινος φράχτης της Ακρόπολης. Ο Θεμιστοκλής επιστράτευσε τους ιερείς του Παρθενώνα. Βεβαίωσαν ότι ο «οικουρός όφις», το ιερό φίδι της Αθηνάς, έφυγε από την Ακρόπολη: Το «μαρτυρούσαν» οι προσφορές που άφηναν τη νύχτα και το πρωί βρίσκονταν άθικτες. Κάποιοι θύμισαν ότι ο χρησμός μιλά και για καταστροφή στη Σαλαμίνα. Ο Θεμιστοκλής τους βεβαίωσε ότι εννοούσε καταστροφή του εχθρού. Αλλιώς, δε θα έλεγε «θεία» αλλά «φοβερή» Σαλαμίνα. Οι δύσπιστοι ακόμα ψάχνουν αν και κατά πόσο είχε συμμετοχή στη διατύπωση του χρησμού.
Τα πλοία της Αθήνας μετέφεραν τους Αθηναίους, από τον Πειραιά όπου είχαν συγκεντρωθεί, στον Πόρο, την Αίγινα και τη Σαλαμίνα. Στην έρημη πόλη έμειναν κάποιοι ηλικιωμένοι που οχυρώθηκαν στην Ακρόπολη κάτω από την προστασία πρόχειρου ξύλινου τείχους.
Ώσπου να ολοκληρωθεί η μεταφορά των Αθηναίων, ο ελληνικός στρατός συμπτύχθηκε στον Ισθμό όπου στα γρήγορα, με δουλειά νύχτα μέρα, υψώθηκε τείχος. Αρχηγός εκεί ήταν ο Κλεόμβροτος, αδελφός του νεκρού Λεωνίδα. Στο ίδιο διάστημα, στη Σαλαμίνα έφτασαν κι άλλα ελληνικά πλοία που ήταν διασκορπισμένα σε διάφορα σημεία (τα πιο πολλά, στον Πόρο). Με αυτά ενώθηκαν και τα αθηναϊκά.
Ο περσικός στόλος πέρασε από την Ιστιαία (σημερινοί Ωραιοί της Εύβοιας), τις Θερμοπύλες και την Χαλκίδα και, μια βδομάδα μετά το τέλος της μάχης των Θερμοπυλών, αγκυροβόλησε στο Φάληρο. Ο περσικός στρατός πυρπόλησε τις Πλαταιές και τις Θεσπιές και μπήκε στην έρημη Αθήνα. Την ξεθεμελίωσε. Γρήγορα ξεμπέρδεψε με τους έγκλειστους στην Ακρόπολη κι έβαλε φωτιά σε ό,τι είχε απομείνει.
Στη Σαλαμίνα, συνεδρίαζαν οι αρχηγοί: Ένας από κάθε πόλη που προσέφερε πλοία στον ελληνικό στόλο. Οι περισσότεροι ζητούσαν να υποχωρήσει ο στόλος στον Ισθμό και εκεί να ναυμαχήσει, ώστε, σε περίπτωση ήττας, να κατέφευγαν στην προστασία του στρατού που ήδη βρισκόταν εκεί. Είχαν άλλωστε τον φόβο ότι, στη Σαλαμίνα, οι Πέρσες μπορούσαν να τους εγκλωβίσουν στα στενά, αν έκαναν κυκλωτική κίνηση από τα ανατολικά και από τα δυτικά.
«Πάταξον μεν, άκουσον δε»
Την ώρα της συνεδρίασης, ένας αγγελιαφόρος έφτασε κι ανάγγειλε την καταστροφή της Αθήνας. Η ομήγυρη διαλύθηκε. Αθηναίοι, Αιγινήτες και Μεγαρείς ήθελαν να δώσουν τη ναυμαχία επί τόπου. Όλοι οι άλλοι, στον Ισθμό. Η νύχτα πέρασε με τους Έλληνες να βλέπουν τις φλόγες που κατάκαιαν την Ακρόπολη. Την ίδια νύχτα, ο Θεμιστοκλής επισκέφτηκε τον Ευρυβιάδη στην τριήρη του. Τον έπεισε ότι ο στόλος θα διαλυόταν, αν έφευγε από τη Σαλαμίνα. Στήθηκε νέα σύσκεψη, στη στεριά. Ο Θεμιστοκλής εξηγούσε σε καθέναν που έβλεπε, πώς κατά την άποψή του είχε η κατάσταση. Ο Κορίνθιος Αδείμαντος τον αποπήρε
Στη σύσκεψη, ο Θεμιστοκλής εξήγησε ότι, αν έφευγαν από εκεί, ήταν σαν να παρέδιδαν στους Πέρσες τα Μέγαρα, την Αίγινα και τη Σαλαμίνα. Και υπήρχαν στα μέρη αυτά πολλοί πρόσφυγες Αθηναίοι. Αν η ναυμαχία δινόταν στη Σαλαμίνα, οι Αθηναίοι θα πολεμούσαν με περισσότερο πείσμα και θάρρος: Και γιατί υπήρχε χρησμός που προέβλεπε νίκη και επειδή θα γνώριζαν ότι εκεί υπερασπίζονται και τους δικούς τους.
Και πάλι πετάχτηκε ο Κορίνθιος Αδείμαντος και τον διέκοψε, λέγοντάς του ότι δεν είχε θέση στο συμβούλιο, αφού δεν εκπροσωπούσε ελεύθερη ελληνική πόλη. Ο Θεμιστοκλής του είπε ότι με τις διακόσιες τριήρεις που διέθεταν οι Αθηναίοι, μπορούσαν να αποκτήσουν γη πιο μεγάλη από την Κόρινθο. Κι ότι μπορούσαν να φύγουν στην Κάτω Ιταλία, σε εκεί δική τους αποικία. Εννοώντας ότι εκπροσωπούσε την κύρια ελληνική δύναμη, καθώς, συνολικά, ο ελληνικός στόλος αριθμούσε 310 τριήρεις.
Η συζήτηση εκτραχύνθηκε και κάποια στιγμή, πάνω στα νεύρα του, ο Ευρυβιάδης ράπισε τον Θεμιστοκλή. Τότε ειπώθηκε η περίφημε φράση:
«Πάταξον μεν, άκουσον δε» (χτύπα με αλλά άκουσέ με).
Κι αυτή η συνεδρίαση διαλύθηκε χωρίς να παρθεί απόφαση. Το ίδιο πρωί, στο Φάληρο, έγινε σύσκεψη υπό τον Μαρδόνιο με παρόντα τον Ξέρξη. Όλοι τάχθηκαν υπέρ της επίθεσης, με εξαίρεση τη βασίλισσα της Αλικαρνασσού, Αρτεμισία. Δεν εισακούστηκε. Ο Ξέρξης δέχτηκε την άποψη των πολλών και διέταξε 200 αιγυπτιακές τριήρεις να κάνουν τον κύκλο της Σαλαμίνας και να φράξουν το στενό προς τα Μέγαρα.
Στη Σαλαμίνα, εξακολουθούσαν να θέλουν να πάνε στον Ισθμό. Για να προλάβει κάποια τέτοια εξέλιξη, ο Θεμιστοκλής έστειλε στο Φάληρο τον παιδαγωγό των παιδιών του, Σίκκινο, να πληροφορήσει τον Ξέρξη ότι, από τον φόβο τους, οι Έλληνες ήταν έτοιμοι να φύγουν κι ότι αυτή ήταν μοναδική ευκαιρία για τους Πέρσες, αν ήθελαν να καταστρέψουν τον ελληνικό στόλο. Ο Ξέρξης πείσθηκε και διέταξε επίσπευση της επίθεσης. Ο ίδιος ανέβηκε στο όρος Αιγάλεω για να έχει καλύτερη οπτική εικόνα της ναυμαχίας.
Η καθοριστική ναυμαχία
Οι Έλληνες αρχηγοί λογομαχούσαν ακόμα, όταν μέσα στη νύχτα έφτασε στη Σαλαμίνα ο Αθηναίος Αριστείδης. Είχε εξοστρακιστεί (εξοριστεί) με ενέργειες του Θεμιστοκλή αλλά δεν ήταν ώρα για τέτοια. Ο Θεμιστοκλής τον καλοδέχτηκε κι ο Αριστείδης του είπε ότι είδε κίνηση των περσικών πλοίων και διαπίστωσε ότι είχαν κλείσει τις διόδους. Το είπαν και στους άλλους που όμως δεν το πίστεψαν. Πείσθηκαν μόνο όταν μια τριήρης από την Τήνο, που ανήκε στον περσικό στόλο, πέρασε κρυφά στην ελληνική πλευρά και οι άνδρες της εξήγησαν, τι ακριβώς συνέβαινε.
Το πρωί, όλοι ήταν στα πλοία τους. Ο Θεμιστοκλής έβγαλε ένα σύντομο ενθουσιώδη λόγο και οι τριήρεις ξεκίνησαν. Μπροστά πήγαινε η αιγινήτικη με τα σύμβολα των Αιακιδών. Πλάι και πίσω της, ακολουθούσαν οι άλλες, ενώ οι μαχητές τραγουδούσαν τον παιάνα της Σαλαμίνας:
«Ίτε, ω παίδες Ελλήνων,
ελευθερούτε πατρίδ’, ελευθερούτε δε
παίδας, γυναίκας, θεών τε πατρώων έδη
θήκας τε προγόνων° νυν υπέρ πάντων αγών».
Η σύγκρουση έγινε στον θαλάσσιο χώρο ανάμεσα στην Ψυττάλεια, όπου οι Πέρσες είχαν αποβιβάσει φρουρά, και στο Κερατσίνι. Μετά, το σύνθημα των Ελλήνων σήμανε υποχώρηση προς το στενό. Οι Πέρσες έπεσαν στην παγίδα και ακολούθησαν. Μέσα στο στενό όμως οι ασφυκτικά περισσότερες περσικές τριήρεις δεν είχαν πια το πλεονέκτημα της υπεροπλίας. Αναγκαστικά, έπλεαν όχι αναπτυγμένες σε έκταση αλλά σε βάθος (σε σχήμα πυκνής ουράς). Και κάποια στιγμή, νέο σύνθημα ακούστηκε από την ελληνική πλευρά: Αντεπίθεση!
Τα ελληνικά πλοία ανέστρεψαν την πορεία τους και χύθηκαν κατά πάνω στα περσικά που έρχονταν με φόρα: 65 με 65 της πρώτης περσικής γραμμής καθώς στο στενό δεν χωρούσαν να αναπτυχθούν περισσότερα. Η σύγκρουση ήταν φοβερή και για τους Πέρσες μοιραία: Πάνω στα πρώτα 65 που αναγκαστικά σταμάτησαν καθώς συγκρούστηκαν με τα ελληνικά, ήρθαν κι έπεσαν τα πίσω τους 65. Και σ’ αυτά, εκείνα που ακολουθούσαν. Ώσπου να πάρουν είδηση το τι συνέβαινε, καθώς τα διαφορετικών εθνών πληρώματα του Ξέρξη δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν μεταξύ τους, η ναυμαχία είχε εξελιχθεί σε πανωλεθρία για τους Πέρσες. Διακόσιες περσικές τριήρεις χάθηκαν σ’ εκείνο το σημείο. Στην αναταραχή, πολλές έσπευσαν να απομακρυνθούν όπου τους πήγαινε ο άνεμος. Πλοία από την Αίγινα τις περίμεναν για τα περαιτέρω.
Νύχτα δόθηκε το επίσημο περσικό σήμα της υποχώρησης, ενώ, από το ύψος του Αιγάλεω, ο Ξέρξης δεν μπορούσε να χωνέψει τη συμφορά. Ο Αριστείδης αποβιβάστηκε στην Ψυττάλεια με μικρό στρατιωτικό σώμα κι εξόντωσε έναν προς έναν τους άνδρες της περσικής φρουράς. Ήταν 29 Σεπτέμβρη του 480 π. Χ. και οι Έλληνες είχαν χάσει μόλις 40 τριήρεις.
Θεμιστοκλής, ο «δεύτερος»
Ο περσικός στόλος συμμαζεύτηκε στο Φάληρο. Ήταν ακόμα πολλαπλάσιος από τον ελληνικό. Ο Ξέρξης όμως μετρούσε δυο ήττες σε ισάριθμες ναυμαχίες. Άφησε στρατό στον Μαρδόνιο να ξεχειμωνιάσει και να συνεχίσει την κατάκτηση της Ελλάδας τον επόμενο χρόνο και ο ίδιος, με τον στόλο του, απέπλευσε στην Ασία.
Στην πλευρά των Ελλήνων γινόταν μεγάλη συζήτηση, σε ποιον ανήκε η δόξα της νίκης. Όλοι εξυμνούσαν καθένας τη δική του συμβολή. Και όλοι συμφωνούσαν ότι δεύτερος σε συμβολή στη νίκη ήταν ο Θεμιστοκλής. Η Ιστορία αποδέχτηκε την «κοινή υπόδειξη» κι ανέδειξε τον Θεμιστοκλή ως πρωτεργάτη της νίκης. Αν νικούσαν οι Πέρσες, ο Αθηναίος θα είχε θεωρηθεί μεγάλος προδότης με την αποκοτιά του να συστήσει στον Ξέρξη να επιτεθεί.
Οι ναυμαχίες στο Αρτεμίσιο (480 π. Χ.) και στη Μυκάλη (479 π. Χ.) ολοκλήρωσαν την καταστροφή του περσικού στόλου κι έγιναν αιτία να απελευθερωθούν από την περσική κατοχή τα νησιά και η Ιωνία. Η ήττα στις Πλαταιές (479 π. Χ.), έδιωξε τους Πέρσες οριστικά από την Ελλάδα.
Η Αθηναϊκή συμμαχία
Η ήττα των Περσών και η απομάκρυνσή τους από το Αιγαίο έβαλε τις βάσεις για το χτίσιμο της εθνικής συνείδησης των Ελλήνων. Αθηναίοι και Σπαρτιάτες και οι λοιπές ελληνικές δυνάμεις κινήθηκαν αμέσως επιθετικά και άρχισαν να ελευθερώνουν τα νησιά και την Ιωνία από τον περσικό ζυγό, όπου αυτό δεν κατορθώθηκε από τους ίδιους τους υποταγμένους. Δημιουργήθηκε έτσι μια ελληνική συμμαχία, την οποία οι Σπαρτιάτες φρόντισαν να αφήσουν στα χέρια των Αθηναίων. Η σκαιά συμπεριφορά του Σπαρτιάτη Παυσανία, σε αντίθεση με τη γλυκύτητα και την πολιτικότητα του Αθηναίου Αριστείδη, έκαναν τους κατοίκους των άλλων πόλεων να βλέπουν με καλό μάτι μια σύμπραξη με την Αθήνα, που, χάρη στην εξοπλιστική πολιτική του Θεμιστοκλή, διέθετε και έναν πανίσχυρο στόλο. Οι Σπαρτιάτες αποχώρησαν από τα πεδία των μαχών και η στιγμή βρήκε τους Αθηναίους σαν έτοιμους από καιρό.
Η δημιουργία της Α’ Αθηναϊκής Συμμαχίας αποφασίστηκε σε συνέλευση των ενδιαφερομένων στο ιερό νησί της Δήλου και «Συμμαχία της Δήλου» ονομάστηκε (478/7 π. Χ.). Με αναμφισβήτητη πρωτοκαθεδρία των Αθηναίων («Οι Αθηναίοι και οι σύμμαχοί τους», έλεγαν στην αρχαιότητα).
Μέσα σε 15 χρόνια, η συμμαχία είχε εκδιώξει τους Πέρσες από τα μικρασιατικά παράλια και από τον Εύξεινο Πόντο και είχε απαλλάξει τις θάλασσες από τους πειρατές. Το θαλάσσιο εμπόριο αναζωογονήθηκε κι όλες οι πόλεις της συμμαχίας ένιωθαν ικανοποίηση από την έτσι διαμορφωμένη κατάσταση.
Πιο ευχαριστημένοι από όλους ήταν οι Αθηναίοι που συντηρούσαν διακόσιες τριήρεις για το «καλού κακού» και κάθε χρόνο ναυπηγούσαν είκοσι καινούριες. Εισέπρατταν από το εμπόριο, εισέπρατταν από τα λάφυρα των πολεμικών επιχειρήσεων, εισέπρατταν και φόρο για τις ανάγκες του στόλου. Στην ίδια την Αθήνα, η δημοκρατία στερεωνόταν όλο και πιο πολύ χωρίς να λείπουν οι έντονοι εσωτερικοί αγώνες. Σε μια φάση τους, ο επικεφαλής των αριστοκρατικών, Κίμων, κατάφερε να εξοστρακίσει τον Θεμιστοκλή που πέθανε στην ξενιτιά. Ο Αριστείδης κάποια στιγμή πέθανε, η νέα φρουρά δεν είχε τα ίδια μυαλά και η Αθήνα, από πρώτη μεταξύ ίσων, μεταβλήθηκε σε κυρίαρχο της συμμαχίας. Οι αποστασίες των διαφόρων πόλεων ήρθαν ως φυσικό επακόλουθο. Οι Αθηναίοι τις ξανάφερναν πίσω με τη βία των όπλων.
Η Σπάρτη που είχε χάσει το παιχνίδι, προσπάθησε να επωφεληθεί. Η αντιπαλότητα λίγο λίγο κορυφωνόταν και κάποια στιγμή, δυο συνασπισμοί, η Πελοποννησιακή συμμαχία με επικεφαλής τους Σπαρτιάτες και η Αθηναϊκή συμμαχία με επικεφαλής τους Αθηναίους βρέθηκαν αντιμέτωπες στο πεδίο της μάχης.
Ήταν στην Τανάγρα, το 457 π. Χ. Η σφοδρή σύγκρουση κράτησε δυο μέρες με βαριές απώλειες για τους αντιπάλους. Οι Πελοποννήσιοι κράτησαν το πεδίο της μάχης και άρα νίκησαν. Οι της Αθηναϊκής συμμαχίας όμως κέρδισαν τον σεβασμό των αντιπάλων. Οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν σε στεριά και θάλασσα, χωρίς καθοριστικές νίκες. Μια γενιά αργότερα, στα 431 π. Χ., οι Έλληνες οδηγήθηκαν αναπόφευκτα στον πόλεμο που με διαλείμματα κράτησε επίσης μια γενιά. Τον είπαν Πελοποννησιακό πόλεμο και ήταν καταδικαστικός για όλους, έστω και αν πρόσκαιρα οι Σπαρτιάτες θεωρήθηκαν νικητές.
Θεμιστοκλής και Αριστείδης
Δεν ξέρουμε, αν το ρουσφέτι δημιουργήθηκε στα χρόνια του Σόλωνα ή του Κλεισθένη. Το σίγουρο είναι ότι, μερικές δεκαετίες αργότερα, κυριαρχούσε στο πολιτικό παιχνίδι. Στην δεύτερη δεκαετία του Ε’ π. Χ. αιώνα, πριν ακόμα να γίνει χρυσός, δυο κόμματα ανταγωνίζονταν για την εξουσία στην Εκκλησία του Δήμου. Το δημοκρατικό με αρχηγό τον Θεμιστοκλή και το αριστοκρατικό με τον Αριστείδη. Οι καβγάδες τους θυμίζουν σύγχρονη ελληνική βουλή σε συζήτηση σε επίπεδο αρχηγών πριν από την ημερήσια διάταξη.
Ο Πλούταρχος λέει πως, όταν ο Θεμιστοκλής έλεγχε την εξουσία, το ρουσφέτι πήγαινε σύννεφο. Σε μια συνέλευση της Εκκλησίας του Δήμου, ο Αριστείδης σηκώθηκε και τον κατηγόρησε ανοιχτά ότι χαρίζεται στους δικούς του. Με αφοπλιστική ειλικρίνεια, ο Θεμιστοκλής του απάντησε:
«Μα, αν δεν βολέψω τους φίλους μου τώρα που είμαι στα πράγματα, πότε θα το κάνω;».
Οι δυο τους, Θεμιστοκλής και Αριστείδης, κατάντησαν οι δεινόσαυροι της τότε πολιτικής ζωής. Πάνω από είκοσι χρόνια εναλλάσσονταν στην εξουσία. Κάποτε, ο Θεμιστοκλής εισηγήθηκε έναν νόμο, που, όπως πίστευε, θα έκανε καλό στην πόλη. Το ίδιο πίστευε και ο Αριστείδης αλλά θύμωσε, επειδή δεν σκέφτηκε να τον εισηγηθεί ο ίδιος. Σηκώθηκε κι άρχισε να ρητορεύει ενάντια στην εισήγηση του Θεμιστοκλή. Ήταν καλός ρήτορας και με τα δικολαβίστικα επιχειρήματά του κατάφερε να πείσει τα μέλη της Εκκλησίας του Δήμου να απορρίψουν τον νόμο, που εισηγήθηκε ο Θεμιστοκλής.
Μετά τη συνεδρίαση, ο Αριστείδης ήταν μελαγχολικός. Είχε τύψεις. Πήγε κατευθείαν στο σπίτι του και κλείστηκε σ’ ένα δωμάτιο. Το απόγευμα, τον είδαν να βγαίνει στο μπαλκόνι και τον άκουσαν να φωνάζει:
«Άνδρες Αθηναίοι, ένας μόνον τρόπος υπάρχει να γλιτώσετε. Να πάρετε και τον Θεμιστοκλή κι εμένα και να μας φουντάρετε στη θάλασσα».
Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι εφεύραν το λάδωμα, εφεύραν τα κόμματα και το ρουσφέτι αλλά εφεύραν και την ειλικρίνεια.
Επέκταση στον Πειραιά
Η χερσόνησος της Πειραϊκής που σήμερα σχηματίζει τον φυσικό προστατευτικό ανατολικό βραχίονα του λιμανιού του Πειραιά, κάποτε ήταν νησί. Οι προσχώσεις του Κηφισού στην αρχή δημιούργησαν μια ελώδη λιμνοθάλασσα που οι λιγοστοί αρχαίοι κάτοικοι της γύρω περιοχής ονόμαζαν «Αλίπεδο». Με τις συνεχείς προσχώσεις, η λιμνοθάλασσα μεταβλήθηκε σε έλος που ο Κίμωνας (μετά το 461 π. Χ.) μπάζωσε με ογκόλιθους και χαλίκια για να δημιουργηθεί η στερεή βάση, πάνω στην οποία κτίστηκαν τα Μακρά Τείχη. Το έλος ήταν η περιοχή μέσα από την οποία γινόταν το πέρασμα από το νησί στην ακτή κι αντίστροφα. Κι από το ρήμα περαιώ (περνάω) η περιοχή ονομάστηκε Πειραιεύς, σήμερα Πειραιάς. Αρχικά, ήταν ένα χωριό στο οποίο κατοικούσαν αγρότες, τόσο άσημο ώστε μαζί με τις κοινότητες Φαληρέων, Θυμοιταδών και Ξυπεταιόνων, ανήκε στο «τετράκωμον Ηράκλειον». Έτσι κι αλλιώς, οι Αθηναίοι για λιμάνι χρησιμοποιούσαν το Φάληρο.
Ο Θεμιστοκλής ήταν εκείνος που διείδε την αξία του Πειραιά και πρότεινε στους Αθηναίους να στήσουν εκεί ναύσταθμο. Κι όταν το 493 π. Χ. εκλέχτηκε επώνυμος άρχοντας, άρχισε την εφαρμογή των σχεδίων του. Τα αποτελείωσε μετά τους περσικούς πολέμους, όπως γράφει ο Θουκυδίδης (Α, 93):
«Έπεισε λοιπόν τους Αθηναίους ο Θεμιστοκλής να συμπληρώσουν και την οχύρωση του Πειραιά, γιατί είχε τη γνώμη ότι η θέση του Πειραιά με τα τρία φυσικά λιμάνια του ήταν πολύ επίκαιρη και ότι η οχύρωσή του θα παρείχε στους Αθηναίους πολλά πλεονεκτήματα ν’ αποκτήσουν μεγάλη δύναμη. Γιατί αυτοί είχαν ήδη καταστεί λαός ναυτικός (ο Θεμιστοκλής πρώτος τόλμησε να πει ότι οι Αθηναίοι όφειλαν να στρέψουν την προσοχή τους στην θάλασσα). Αμέσως λοιπόν μόλις οι Αθηναίοι ενέκριναν την πρόταση του Θεμιστοκλή, άρχισαν και οι πρώτες εργασίες για την οχύρωση του Πειραιά κάτω από τις οδηγίες και την επίβλεψή του».
Το τείχος ήταν αρκετά πλατύ ώστε να μπορούν άνετα να διασταυρωθούν και να συνεχίσουν ανεμπόδιστα την πορεία τους δυο άμαξες. Δεν χρησιμοποιήθηκαν χαλίκια και λάσπη: Οι πέτρες προσαρμόζονταν μεταξύ τους πελεκημένες κατάλληλα και δένονταν με σίδερο και μολύβι.
Επί περίπου έναν αιώνα, ο Πειραιάς γνώρισε συνεχή και αλματώδη ανάπτυξη κι έφτασε να συναγωνίζεται σε εξάπλωση και έργα την Αθήνα, της οποίας έγινε το επίνειο. Στα 404 π. Χ., με την αθηναϊκή ήττα στον Πελοποννησιακό πόλεμο, ο Σπαρτιάτης Λύσανδρος γκρέμισε τα τείχη. Η πόλη έπεσε σε μαρασμό: Για πέντε χρόνια. Μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας και από το 399 π. Χ., ο Κόνων ξανάκτισε τα τείχη, έκτισε ναούς και βωμούς κι έδωσε νέα ώθηση στο λιμάνι που τόνωσε στη συνέχεια ο ρήτορας Λυκούργος (390 – 324 π. Χ.), εκλεγμένος ταμίας της Αθήνας. Η «σκευοθήκη του Φίλωνα» μπορούσε να χωρέσει τα σκεύη χιλίων πλοίων. Στα 351 π. Χ., η δύναμη του στόλου που ναυλοχούσε στον Πειραιά ήταν 383 τριήρεις. Στα 325 π. Χ., έφτασαν τις 392 συν 19 πλοία με τέσσερις σειρές κουπιά.
Οι τρεις κολοσσοί
Το δράμα, που ο Θέσπης δημιούργησε, είχε πίσω του πέντε χρόνια, όταν γεννήθηκε ο Αισχύλος (525 – 456 π. Χ.), «αρχαίος ήδη από την εποχή του», όπως τον αποκάλεσαν. Πολέμησε με γενναιότητα στη μάχη του Μαραθώνα, στα 35 του. Άφησε εποχή ως ναυμάχος στη Σαλαμίνα και στο Αρτεμίσιο, στα 45 του. Πολέμησε γενναία και στις Πλαταιές, στα 46 του. Ήλπιζε να τον θυμούνται για την ανδρεία του. Φρόντισε ο ίδιος να ξεχαστούν τα κατορθώματά του στα πεδία των μαχών, καθώς η μνήμη του έμεινε αιώνια χάρη σε επτά37 τραγωδίες του, τις μόνες που σώθηκαν από τις ενενήντα που έγραψε. Νίκησε σε 52 δραματουργικούς αγώνες και θεωρείται ο άριστος της αρχαίας τραγωδίας καθώς με τα έργα του προκαλούσε στους θεατές βίαιες συγκινήσεις πατριωτικής και θρησκευτικής έξαρσης και ενθουσιασμού.
Μάστορας του λόγου και της δραματουργικής δομής, κρατούσε τους θεατές του σε αγωνία, παρ’ όλο που αντλούσε τα θέματά του από τη μυθολογία, γεγονός που σήμαινε ότι η «υπόθεση» και η εξέλιξή της ήταν γνωστές. Όπλα του ήταν η απόλυτη απλότητα στην δράση, η μεγάλη έκταση του λυρικού μέρους κάθε έργου και η λειτουργική διάταξη της θεατρικής σύνθεσης.
Μαθητής του Αισχύλου ήταν ο Σοφοκλής (496 – 406 π. Χ.) που νίκησε τον δάσκαλό του στην πρώτη μεταξύ τους δραματουργική αναμέτρηση. Νίκησε και τον Ευριπίδη, όταν και μαζί του αναμετρήθηκε. Αντλούσε τα θέματά του από τον ομηρικό και τον επικό κύκλο της μυθολογίας με συγγραφικά όπλα του την άριστη σκιαγράφηση των χαρακτήρων, την ωραία και ενδιαφέρουσα πλοκή και την δραματική αρτιότητα. Έγραψε 123 τραγωδίες αλλά και αυτού μόνο επτά σώθηκαν38.
Ο Ευριπίδης γεννήθηκε στη Σαλαμίνα (485 ή 480 – 407 π. Χ.). Με καλές σπουδές, επηρεάστηκε από τους φιλόσοφους Αναξαγόρα και Πρωταγόρα, παντρεύτηκε δυο φορές αλλά έμεινε με την φήμη του μισογύνη. Στα γεράματά του, αποσύρθηκε στην αυλή του Μακεδόνα βασιλιά Αρχέλαου, όπου και πέθανε. Κατάφερε πρώτη φορά να νικήσει σε δραματουργικούς αγώνες μόλις στα 441 π. Χ., σε ηλικία 44 ή 39 χρόνων. Στις τραγωδίες του, κατά κανόνα κύρια πρόσωπα ήταν γυναίκες, για τις οποίες, παρά την φήμη του, εκφραζόταν κολακευτικά. Κατακρίθηκε για κατάχρηση της ψυχολογικής ανάλυσης, ανισομερή ανάπτυξη της δράσης, βίαιη «λύση» του δράματος με επέμβαση του «από μηχανής θεού» και μακρόσυρτους μονόλογους. Και υμνήθηκε για την ικανότητά του να περιγράφει τα ανθρώπινα πάθη, την αρμονία, κομψότητα και διαύγεια του ύφους και την στοχαστικότητα του περιεχομένου. Είναι ο βεβαιωμένα πρώτος αντιπολεμικός συγγραφέας και ο πρώτος που κήρυξε την ελευθερία στην θρησκεία, στη σκέψη και στην Τέχνη. Και αποκλήθηκε «σκηνικός φιλόσοφος», επειδή τα έργα του χαρακτηρίζονται από φιλοσοφικό πνεύμα. Έγραψε 83 έργα, σώθηκαν 1939.
Για τους τρεις κολοσσούς της τραγωδίας ειπώθηκε εύστοχα ότι ο Αισχύλος περιέγραφε τον κόσμο όπως έπρεπε να είναι, ο Σοφοκλής όπως ήθελε να είναι και ο Ευριπίδης όπως είναι.
Ο επαναστάτης Ευριπίδης
Χρειαζόταν μεγάλη τόλμη (ακόμη χρειάζεται), να βγει κάποιος σε καιρό πολέμου της πατρίδας του και να καταγγείλει τον στρατό της ως σφαγέα, κάνοντας ταυτόχρονα αντιπολεμικό κήρυγμα. Ο μεγάλος Ευριπίδης το τόλμησε. Ήταν το 415 π. Χ., μέσα στην έξαρση του Πελοποννησιακού πολέμου, λίγο μετά την σφαγή των κατοίκων της Μήλου από τον αθηναϊκό στρατό, λίγο πριν από την άδοξη και καταστροφική αθηναϊκή εκστρατεία στη Σικελία. Ήταν με την τραγωδία «Τρωάδες».
Το έργο αρχίζει με το τέλος της Τροίας. Στη σκηνή, τα πτώματα των νεκρών Τρώων. Οι γυναίκες που επέζησαν, ακολουθούν τους νικητές που τις θέλουν για παλλακίδες τους. Η βασίλισσα Εκάβη συμβουλεύει την κόρη της Ανδρομάχη να κάνει τα χατίρια του νέου της κυρίαρχου, μήπως και καταφέρει και γλιτώσει την ζωή του γιου της, του μικρού Αστυάνακτα, οπότε, μεγαλώνοντας ίσως καταφέρει να πάρει εκδίκηση. Αυτό όμως το πιθανολογούν και οι Αχαιοί, οι οποίοι δεν διστάζουν να σκοτώσουν το νήπιο. Η Ανδρομάχη φεύγει ακολουθώντας τη σκληρή της μοίρα, η γιαγιά Εκάβη μένει ανάμεσα στους νεκρούς, στολίζοντας το σφαγμένο νήπιο με γαμπριάτικα ρούχα.
Οι θεατές έβαλαν τα κλάματα. Ο Ευριπίδης πλήρωσε πρόστιμο. Τάχα, επειδή συντάραξε το κοινό. Στην χαμένη τραγωδία «Μελανίππη», το δράμα αρχίζει με τα «βλάσφημα» λόγια:
«Ω Δία. Εάν υπάρχεις, Δία, διότι εγώ σε γνωρίζω μόνο εξ ακοής»!
Και στον «Ιππόλυτο», ο πρωταγωνιστής κάποια στιγμή λέει:
«Η γλώσσα μου έχει ορκιστεί αλλά το πνεύμα μου παραμένει αδέσμευτο»!
Οι θεατές ξεσηκώθηκαν και η παράσταση διακόπηκε. Ο Ευριπίδης αναγκάστηκε να σηκωθεί και να πει ότι στη συνέχεια ο επίορκος τιμωρείται. Οι θεατές ησύχασαν. Με τα ανατρεπτικά του έργα όμως, μόλις πέντε φορές σ’ όλη του τη ζωή ανακηρύχθηκε νικητής. Κι άλλη μια φορά, μετά τον θάνατό του. Αλλά, χωρίς να το επιδιώκει, ήταν ίνδαλμα των προοδευτικών της εποχής του.
Στα 410 π. Χ., κατηγορήθηκε για ασέβεια. Οι κατηγορίες κατέπεσαν αλλά η γυναίκα του θύμωσε που ο ποιητής δε συμμεριζόταν τον γενικό ενθουσιασμό από τις νίκες του αθηναϊκού στρατού στον πόλεμο που συνεχιζόταν. Ήταν καλός φίλος με τον φιλόσοφο Σωκράτη (ο οποίος μόνο δικές του τραγωδίες έβλεπε κι έλεγε ότι ήταν ικανός να πάει με τα πόδια από το άστυ ως τον Πειραιά για να τις παρακολουθήσει) και θεωρήθηκε συνυπεύθυνος με αυτόν στο ότι η νεολαία «είχε πάρει τον κακό δρόμο». Αηδίασε. Εκκρεμούσε η πρόσκληση του βασιλιά Αρχέλαου που τον καλούσε να πάει να μείνει στη Μακεδονία. Την δέχτηκε. Διαπίστωσε πως είχε να κάνει με βασιλιά με τα ίδια μυαλά. Φοβόταν, έλεγε, το μέλλον του λαού του καθώς οι υπήκοοί του παραήταν ορθολογικοί και τους έλειπε η τρέλα. Πριν να πεθάνει, πρόλαβε να γράψει την «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» και τις «Βάκχες» (οι τελευταίες παρουσιάστηκαν από τους γιους του, δυο χρόνια μετά τον θάνατό του, και θριάμβευσαν). Στην Αθήνα, οι εχθροί του είπαν ότι τον κατασπάραξαν τα σκυλιά του Αρχέλαου.
Ήταν το 407 π. Χ. Τρία χρόνια αργότερα, οι συντοπίτες του είδαν τον εχθρό να παίρνει την δική τους πόλη: Τους Σπαρτιάτες νικητές του Πελοποννησιακού πολέμου.
Η γέννηση της κωμωδίας
Η διονυσιακή λατρεία που γέννησε την ελληνική τραγωδία, είναι η μητέρα και της ελληνικής κωμωδίας. Στις διονυσιακές γιορτές, περιφερόμενοι λίγο ως πολύ μεθυσμένοι τραγουδούσαν φαλλικά τραγούδια κι αντάλλασσαν τολμηρά πειράγματα με σεξουαλικά υπονοούμενα. Στα χωριά γύρω από τα Μέγαρα, στήνονταν ολόκληροι διάλογοι. Το μεγάλο χωριό ονομαζόταν (κι εξακολουθεί να ονομάζεται) κώμη. Τα τραγούδια και τα πειράγματα σε αυτοσχέδιους στίχους, ωδές. Κώμη και ωδή έφτιαξαν το όνομα «κωμωδία». Πολύ καιρό πριν να αντικαταστήσει ο Θέσπης στην Αθήνα τους αυτοσχέδιους διαλόγους με προετοιμασμένο κείμενο βάζοντας τα θεμέλια για τη δημιουργία της τραγωδίας, ο Σουσαρίων από τα Μέγαρα αντικατέστησε τα αυτοσχέδια πειράγματα με προετοιμασμένα αστεία και διαλόγους με υπονοούμενα που προκαλούσαν γέλιο. Η εφεύρεση άρεσε.
Ο Σουσαρίων ήταν γιος του Φιλίνου και είχε γεννηθεί στην κώμη Τριποδίσκο των Μεγάρων. Αργότερα, εγκαταστάθηκε στην Ικαρία Αττικής (τον σημερινό Διόνυσο). Στα 570 π. Χ., έδωσε την πρώτη του παράσταση και τιμήθηκε με ένα καλάθι σύκα που το συνόδευε ένας αμφορέας γεμάτος κρασί.
Έτσι απλά, γεννήθηκε η αττική κωμωδία που ο Σουσαρίων διέδωσε σ’ όλη την Αττική. Στη Σικελία, υπήρχε (περίπου από το 800 π. Χ.) πόλη Μέγαρα, αποικία των Μεγαρέων της Αττικής. Η κωμωδία διαδόθηκε κι εκεί. Στα Μέγαρα της Σικελίας ζούσε ο Επίχαρμος από την Κω. Εντυπωσιάστηκε από την επιτυχία της κωμωδίας κι άρχισε να γράφει κι αυτός. Πήγε στις Συρακούσες κι ανέβαζε κωμωδίες χωρίς πολιτικά υπονοούμενα αλλά με διακωμώδηση των ανθρωπίνων παθών κι ανηλεή σάτιρα της ανθρώπινης ανοησίας. Έγινε έτσι ιδρυτής της κωμωδίας χαρακτήρων. Έγραψε γύρω στα σαράντα έργα, όλα γεμάτα σπουδαία γνωμικά, αλλά διασώθηκαν μόνο μερικά αποσπάσματα.
Στην Αττική, η κωμωδία γνώρισε εποχές μεγάλης δόξας με αποτέλεσμα οι ειδικοί να την χωρίζουν σε τρία στάδια: Αρχαία, μέση, νεότερη.
Η αρχαία ασχολιόταν με τις εμπαθείς συζητήσεις και την διακωμώδηση των πολιτικών και του δημόσιου βίου. Εκπρόσωποί της ήταν ο Κράτης, ο Κρατίνος, ο Εύπολις και ο μεγάλος Αριστοφάνης.
Η μέση αποτελούσε μεταβατικό στάδιο με γνωρίσματα της αρχαίας αλλά και της νεότερης. Με εκπροσώπους τον Εύβουλο και τον Άλεξι.
Η νεότερη είναι η κωμωδία ηθών με εκπροσώπους τους Μένανδρο, Φιλήμωνα και Δίφιλο.
Ο Αθηναίος Κράτης εμφανίστηκε ως καινοτόμος κωμωδιογράφος με τη μεγάλη του ακμή να τοποθετείται στα χρόνια γύρω από το 450 π. Χ. Ο επίσης Αθηναίος Κρατίνος (έζησε ανάμεσα στα 522 και 423 π. Χ.) έγραψε 21 κωμωδίες και βγήκε νικητής στις εννέα. Του αποδίδουν το τεχνικό σουλούπωμα της ως τότε άμορφης κωμωδίας. Ο σύγχρονός του, Εύπολις, διακρινόταν για τα εύστοχα και τσουχτερά πειράγματά του αλλά και για την συνθετική ικανότητά του.
Ο μεγάλος Αριστοφάνης
Ο Αριστοφάνης (452 – 385 π. Χ.) γεννήθηκε μάλλον στην Αίγινα όπου ο πατέρας του, Φίλιππος, ήταν κληρούχος40. Ανήκε στον δήμο Κυδαθηναίων της Αντιοχίδος φυλής κι ως ποιητής κωμωδιών πρωτοεμφανίστηκε το 427 π. Χ. Με αριστοκρατικά φρονήματα, πίστευε ότι η καλύτερη πολιτική περίοδος της Αθήνας ήταν όταν στα πράγματα βρίσκονταν ο Αριστείδης και ο Κίμων. Σατίριζε εξοντωτικά τον σύγχρονό του δημαγωγό Κλέωνα, τους σοφιστές αλλά και τον Σωκράτη κι ολόκληρο τον αθηναϊκό βίο. Επί σαράντα χρόνια, κυριάρχησε στο αθηναϊκό θέατρο και ήταν πολύ δημοφιλής αλλά προτιμούσε να ζει απομονωμένος στα κτήματα στην Αίγινα απ’ όπου κατάφερνε να παρακολουθεί την αθηναϊκή επικαιρότητα.
Είχε τεράστια μόρφωση, αναγνωριζόταν ως μεγάλος τεχνίτης του λόγου και λυρικός από τους καλύτερους της Αθήνας και ήταν προικισμένος με πλούσια φαντασία, συνθετική δύναμη και ανεξάντλητο χιούμορ. Αλίμονο σε εκείνον που γινόταν στόχος του. Έπληττε με ανυπέρβλητο τρόπο καθετί που θεωρούσε κακό και το χλεύαζε με μεγάλη τόλμη. Στα (γεμάτα βωμολοχίες, πειράγματα και αστεία) έργα του, ο Αριστοφάνης χρησιμοποιούσε τη λαϊκή γλώσσα της Αττικής Διαλέκτου (γι’ αυτό και «Αχαρνής» αντί «Αχαρνείς», «Ιππής» αντί «Ιππείς» κ.λπ.). Από τα γραπτά του, κρίνεται ως άνθρωπος ρηξικέλευθος, πρωτότυπος, ιδιόμορφος αλλά και φανατικά ανθρωπιστής και οπαδός της ειρήνης, καθώς και αγωνιστής κατά του πολιτικού χάους.
Παντρεύτηκε νέος κι απέκτησε γιους τον Φίλιππο, τον Νικόστρατο και τον Αραρότα που θέλησε να συνεχίσει το συγγραφικό έργο του πατέρα του.
Έγραψε 44 κωμωδίες αλλά πλήρεις διασώθηκαν μόνο έντεκα. Κατά χρονολογική σειρά, οι εξής:
«Αχαρνής», «Ιππής», «Νεφέλαι», «Σφήκες», «Ειρήνη», «Όρνιθες», «Λυσιστράτη», «Θεσμοφοριάζουσαι», «Βάτραχοι», «Εκκλησιάζουσαι» και «Πλούτος».
Οι «Αχαρνής» παρουσιάστηκαν το 425 π. Χ. στα Λήναια και κέρδισαν το πρώτο βραβείο: Γελοιοποιούσαν την φιλοπόλεμη μερίδα των Αθηναίων με κύριο ήρωα τον φιλειρηνικό χωρικό Δικαιόπολι. Οι «Ιππής» διδάχτηκαν στα 424 π. Χ., πάλι στα Λήναια και επίσης κέρδισαν το πρώτο βραβείο. Οι «Νεφέλαι» παίχτηκαν το 423 π. Χ., πήραν τρίτο βραβείο κι ασχολούνται με διακωμώδηση του Σωκράτη. Οι «Σφήκες» παίχτηκαν το 422 π. Χ., επίσης στα Λήναια. Η «Ειρήνη» παρουσιάστηκε στα Μεγάλα Διονύσια το 421 π. Χ. Η παράσταση δόθηκε λίγο πριν να συναφθεί η Νίκειος ειρήνη που αποδείχτηκε απλό διάλειμμα του Πελοποννησιακού πολέμου: Είναι οι «Αχαρνής» σε επανέκδοση και με άλλη μορφή: Ο αγρότης Τρυγαίος καβαλά ένα σκαθάρι κι ανεβαίνει στον ουρανό για να φέρει από εκεί την Ειρήνη και να σωθεί έτσι από τους πολέμους η Ελλάδα. Η δημοφιλής «Λυσιστράτη» είναι η αρχαιότερη από τις «γυναικείες» κωμωδίες του Αριστοφάνη και πρωτοπαίχτηκε στα Λήναια το 411 π. Χ. Θέμα της η αποχή των γυναικών από το σεξ όσο οι άνδρες δεν ειρηνεύουν.
Οι «Θεσμοφοριάζουσαι» παίχτηκαν το 411 π. Χ. και με αυτές γελοιοποιήθηκε ο Ευριπίδης ως μισογύνης. Οι «Βάτραχοι» παίχτηκαν στα Λήναια το 405 π. Χ., τελευταία χρονιά του φονικού Πελοποννησιακού πολέμου, και κέρδισαν πρώτο βραβείο. Ο τίτλος προέρχεται από τα «βρεκεκέξ κοάξ κοάξ» των βατράχων της Αχερουσίας λίμνης, από την οποία περνάει ο θεός Διόνυσος κατεβαίνοντας στον Άδη για να επαναφέρει στη γη τον Ευριπίδη, του οποίου ο θάνατος οδήγησε την τραγωδία στην παρακμή. Φθάνοντας, ο θεός πέφτει σε αγώνα δράματος ανάμεσα στον Αισχύλο που κατείχε τον τραγικό θρόνο του Άδη και στον νεοφερμένο Ευριπίδη. Ο Διόνυσος αποφασίζει ότι θα επαναφέρει στη γη τον νικητή. Νικά ο Αισχύλος αλλά τον θρόνο του Άδη παίρνει ο Σοφοκλής που μόλις έχει πεθάνει. Ο Ευριπίδης είναι πάλι χαμένος. Οι «Εκκλησιάζουσαι» παίχτηκαν στη στροφή του Ε’ προς τον Δ’ αιώνα και σατιρίζουν την κοινωνική κατάσταση που επικρατούσε στην Αθήνα αμέσως μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου.
Ο «Πλούτος» είναι η χρονικά τελευταία διασωθείσα κωμωδία του Αριστοφάνη. Παίχτηκε το 388 π. Χ. και έχει θέμα την τύφλωση του Πλούτου από τον Δία οπότε, μη βλέποντας, μοιράζει στους ανθρώπους τα πλούτη, όπως λάχει.
Ο Περικλής (490 – 429 π. Χ.) ήταν μόλις τριών χρόνων, όταν έγινε η μεγάλη μεταρρύθμιση, με τους άρχοντες να κληρώνονται. Ο Αριστείδης πέθανε το 468 π. Χ., σε ηλικία 78 χρόνων. Ο Θεμιστοκλής τον ακολούθησε στον τάφο, στα 461 π. Χ., σε ηλικία 64 χρόνων αλλά τα δέκα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε στη Μαγνησία, καθώς και ο ίδιος κάποια στιγμή εξοστρακίστηκε, όπως είχε γίνει και με τον μεγάλο αντίπαλό του. Από το 476 π. Χ., στρατηγός αρχηγός της Αθηναϊκής Συμμαχίας ήταν ο γιος του Μιλτιάδη, αριστοκράτης Κίμωνας. Στα 475 π. Χ., με αφορμή εκστρατεία στη Σκύρο, «εντόπισε» τα οστά του εκεί θαμμένου Θησέα και τα μετέφερε στην Αθήνα, όπου εναποτέθηκαν στο για την περίσταση ιδρυμένο Θησείο. Στα 468 π. Χ., στις εκβολές του Ευρυμέδοντα ποταμού41, διέλυσε τις περσικές δυνάμεις σε ταυτόχρονη μάχη και ναυμαχία. Πέθανε στα 450 π. Χ., στην Κύπρο, όταν η συμμαχία πολιορκούσε το Κίτιο, έδρα φιλοπερσικών δυνάμεων, με τους Αθηναίους αξιωματικούς να κρύβουν τον θάνατό του. Στη ναυμαχία (στ’ ανοιχτά της Σαλαμίνας της Κύπρου) και στη μάχη που ακολούθησε, οι Αθηναίοι νίκησαν κατά κράτος, με τη νίκη να αποδίδεται στον νεκρό, για τον οποίο ειπώθηκε ότι «και νεκρός ενίκα».
Αντίπαλός του στον πολιτικό στίβο της Αθήνας, ο Εφιάλτης, άνθρωπος ακέραιος και βαθιά δημοκράτης, διάδοχος του Θεμιστοκλή στην ηγεσία των δημοκρατικών, είχε ξεκινήσει αγώνα ενάντια στις αυθαιρεσίες του Αρείου Πάγου. Στα 462/1 π. Χ., με απόντα τον Κίμωνα, ψηφίστηκε νόμος, με τον οποίο σχεδόν όλες οι αρμοδιότητες του Αρείου Πάγου πέρασαν στην Εκκλησία του Δήμου, στην Βουλή και στο δικαστήριο της Ηλιαίας, το οποίο και εκσυγχρόνισε. Την ίδια χρονιά (461 π. Χ.), τον δολοφόνησαν.
Η Αθήνα ήταν πια έτοιμη να δεχθεί την προσωπικότητα του μεγάλου άνδρα, που ονομαζόταν Περικλής.
Όσο κι αν φαίνεται περίεργο, στα νιάτα του ο Περικλής φοβόταν τον λαό. Κι επειδή ήταν πλουσιόπαιδο, από μεγάλο τζάκι και με ισχυρούς φίλους, έτρεμε μήπως προκαλέσει τον φθόνο και πέσει θύμα εξοστρακισμού, καθώς η πείρα έλεγε πως δεν χρειάζονταν και πολλά, για να βρεθεί κάποιος στην εξορία «με την ψήφο του λαού». Οπότε, το φάρμακο ήταν η μη ανάμειξη στην πολιτική. Αυτός, όμως, ο άνδρας που φοβόταν την ψήφο του λαού, αψηφούσε τα όπλα των εχθρών: Έγινε διάσημος για το ρίσκο που έπαιρνε στις μάχες και για την γενναιότητά του!
Αναγκαστικά, η μοίρα οδήγησε τα βήματά του στον πολιτικό στίβο, στα 463 π. Χ. Παρ’ όλο που αποστρεφόταν τα πλήθη, προσχώρησε στη δημοκρατική παράταξη, επιλέγοντας «αντί των πλουσίων και ολίγων τους φτωχούς και πολλούς», όπως γράφει ο Πλούταρχος. Η επιλογή του αυτή συνοδεύτηκε από αλλαγή συνηθειών, καθώς με τίποτα δεν ήθελε να προκαλέσει. Έτσι, όταν βρισκόταν στο άστυ, ακολουθούσε τον ίδιο πάντα δρόμο, αυτόν που οδηγούσε στην αγορά και στο βουλευτήριο. Και κατάργησε την παρουσία του σε δείπνα και συμπόσια.
Σε όλη την διάρκεια της πολιτικής του σταδιοδρομίας, γράφει ο Πλούταρχος, ποτέ δε δέχτηκε πρόσκληση σε γιορτή, εκτός από την φορά που παντρευόταν ένας ξάδερφός του. Αλλά και τότε, μετά την τελετή, έφυγε, χωρίς να μείνει στο τσιμπούσι. Κι όλα αυτά, επειδή πίστευε ότι η συμμετοχή σε δεξιώσεις μειώνει το κύρος, ενώ στις συναναστροφές και στα συμπόσια δύσκολα μπορεί να διαφυλαχτεί η σοβαρότητα.
Μια άλλη συνήθειά του ήταν το ότι απέφευγε τη συνεχή επικοινωνία με τον λαό και σπάνια έπαιρνε τον λόγο, παρ’ όλο που αποδείχθηκε δεινός ρήτορας. Οι παρεμβάσεις του αφορούσαν μόνο μεγάλα ζητήματα της πολιτείας. Εκείνα που θεωρούσε καθημερινά ή χωρίς μεγάλη σημασία, τα ανέθετε σε άλλους, βάζοντας γνωστούς του ρήτορες να αγορεύσουν, αντί για κείνον. Για να γίνει κατανοητό, όμως, τι για τον Περικλή δεν ήταν υψίστης σημασίας ζητήματα, αρκεί να αναφερθεί η κατάλυση των εξουσιών του Αρείου Πάγου: Την ανέθεσε στον φίλο του, ρήτορα Εφιάλτη. Με δική του πρόταση, όμως, καθιερώθηκε η αμοιβή όσων ασχολούνταν με τα κοινά, κάτι σαν την βουλευτική αποζημίωση. Και με δική του πρόταση, η πολιτεία πλήρωνε τα θεωρικά, το εισιτήριο κάθε θεατή στο θέατρο.
Το πόσο σοβαρή ή όχι ήταν αυτή η «ρύθμιση», φαίνεται από τα λόγια του Πλάτωνα, που ενοχλήθηκε κι έγραψε ότι με τον τρόπο αυτό, ο Περικλής πρόσφερε άφθονο κι ανέρωτο το κρασί της ελευθερίας. Έδωσε δηλαδή την άδεια στους πολίτες να μπεκρουλιάζουν.
Αυτός ο περίεργος άνθρωπος, ο επονομαζόμενος «κεφάλας», καθώς έκρυβε το τεράστιο κρανίο του στην περικεφαλαία με την οποία τον έχουμε συνηθίσει, οδήγησε την Αθήνα στον χρυσό αιώνα της άμεσης Δημοκρατίας, των γραμμάτων, της Τέχνης και του πολιτισμού. Είναι ο ίδιος που προκάλεσε τον καταστροφικό Πελοποννησιακό πόλεμο, θύμα του οποίου ήταν κι αυτός και τα παιδιά του: Πέθαναν στον μεγάλο λοιμό που έπληξε την πόλη στα 429 π. Χ.
Τα Προπύλαια, ο Παρθενώνας και ο Ναός της Απτέρου Νίκης στον ιερό βράχο κτίστηκαν και στολίστηκαν στην εποχή του.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
36. Οι Βρύγες ήταν θρακικός λαός που εικάζεται ότι ζούσε στην παραλία ανάμεσα στους ποταμούς Έβρο και Νέστο αλλά και γύρω από τις Πρέσπες (κατά τον Ηρόδοτο, οι πρόγονοι των Φρύγων).
37. Από τις τραγωδίες του Αισχύλου, σώθηκαν (αλφαβητικά) οι «Επτά επί Θήβας» (467 π. Χ.), «Ικέτιδες», «Πέρσες» (472 π. Χ.), «Προμηθεύς Δεσμώτης» και η τριλογία «Ορέστεια» («Αγαμέμνων», «Χοηφόροι», «Ευμενίδες»).
38. Από τις τραγωδίες του Σοφοκλή, σώθηκαν (αλφαβητικά) οι «Αίας», «Αντιγόνη», «Ηλέκτρα», «Οιδίπους επί Κολωνώ», «Οιδίπους τύραννος», «Τραχίνιαι», «Φιλοκτήτης»).
39. Από τις τραγωδίες του Ευριπίδη σώθηκαν (αλφαβητικά) οι «Άλκηστις» (438 π. Χ.), «Ανδρομάχη» (420 π. Χ.), «Βάκχαι», «Εκάβη» (425 π. Χ.), «Ελένη» (412 π. Χ.), «Ηλέκτρα» (413 π. Χ.), «Ηρακλείδαι» (417 π. Χ.), «Ηρακλής μαινόμενος» (424 π. Χ.), «Ικέτιδες» (420 π. Χ.), «Ιππόλυτος» (428 π. Χ.), «Ιφιγένεια εν Αυλίδι», «Ιφιγένεια εν Ταύροις» (413 π. Χ.), «Ίων» (412), «Κύκλωψ», «Μήδεια» (431 π. Χ.), «Ορέστης» (408 π. Χ.), «Ρήσος», «Τρωάδες» (415 π. Χ.) και «Φοίνισσαι» (408 π. Χ.).
40. Οι κληρούχοι ήταν Αθηναίοι, στους οποίους κληρώνονταν κτήματα εκτός της Αττικής και οι οποίοι έμεναν μόνιμα σ’ αυτά αλλά διατηρούσαν τα πολιτικά δικαιώματά τους.
41. Ο Ευρυμέδοντας είναι ποτάμι της Μικράς Ασίας, που εκβάλλει στην περιοχή της Αττάλειας.
(τελευταία επεξεργασία, 29 Οκτωβρίου 2020)