Κεφ. 5 Η καθημερινή ζωή στην Αθήνα

Πρωινό στην Αγορά

Με το χάραμα, το ζευγάρι σηκωνόταν από τη συζυγική κλίνη. Ο άνδρας έριχνε νερό στο πρόσωπό του, να ξυπνήσει για τα καλά, και ντυνόταν: Φορούσε κατάσαρκα έναν χιτώνα μάλλινο ή βαμβακερό, με μανίκια ή χωρίς, μακρύ ως τους αστραγάλους ή κοντό ως κάτω από τα γόνατα, ανάλογα με τον καιρό. Τον έδενε με ένα κορδόνι γύρω από τη μέση ή τον άφηνε ριχτό. Πάνω από τον χιτώνα, περνούσε το ιμάτιο: Το έσφιγγε στο στήθος κάτω από την αριστερή μασχάλη, περνούσε το υπόλοιπο πάνω από τον δεξί ώμο, από πίσω προς τα εμπρός, και το έφερνε πάνω από τον αριστερό ώμο, ώστε να κρέμεται από πίσω. Κι αυτό το ρούχο έφτανε ως τα γόνατα και τα κάλυπτε. Τα ρούχα του ήταν μάλλινα ή υφασμάτινα: Κόκκινα, γαλάζια ή λευκά, ή, αν επρόκειτο για νέο, συνδυασμός των τριών χρωμάτων. Ή και πορφυρά, αν ανήκε στους πλούσιους.

Στη συνέχεια, καθόταν να φάει το πρωινό του: Μπουκιές ψωμιού, βουτηγμένες σε νερωμένο κρασί. Έπειτα, φορούσε τα δερμάτινα σανδάλια του ή, αν ο καιρός το απαιτούσε, υποδήματα που θύμιζαν σύγχρονες μπότες. Πια, ήταν έτοιμος να βγει. Την ίδια ώρα, η γυναίκα του είχε σηκωθεί, είχε πλυθεί, είχε ντυθεί, φορώντας κι αυτή χιτώνα και ιμάτιο (κατά προτίμηση λευκό ή κίτρινο), είχε φάει μαζί του το ίδιο πρωινό και ήταν έτοιμη να ξεκινήσει την καθημερινότητά της. Θα ξυπνούσε τους δούλους και τις δούλες, θα ανέθετε τις δουλειές της μέρας, θα χειριζόταν τα υπάρχοντα στην αποθήκη υλικά και τρόφιμα, θα ύφαινε στον αργαλειό ή θα αφοσιωνόταν στο γνέσιμο, μετατρέποντας σε νήμα τις ίνες βαμβακιού ή μαλλιού.

Παίρνοντας το ραβδί του, ο άνδρας, ακολουθούμενος, ανάλογα με την οικονομική του δυνατότητα, από δυο ή έναν ή κανένα δούλο, κινούσε για την Αγορά. Βρισκόταν στα βορειοδυτικά της Ακρόπολης και αποτελούσε το κέντρο της ζωής στην πόλη.

Εκεί υπήρχαν τα δημόσια κτίρια: Η Βασίλειος Στοά, έδρα του άρχοντα βασιλιά, δεύτερου στην ιεραρχία ανάμεσα στους εννέα άρχοντες, αυτού που ήταν υπεύθυνος για τα θρησκευτικά και τα σχετικά με τη θρησκεία δικαστικά ζητήματα της πόλης. Ήταν το πρώτο κτίριο που συναντούσε στα δεξιά του, όποιος έμπαινε στον χώρο της Αγοράς, από την κύρια είσοδο στα βορειοδυτικά της. Δίπλα και σχεδόν κολλητά, βρισκόταν η εντυπωσιακή Στοά του Ελευθέριου Δία42. Σε αρκετή απόσταση, είχε κτιστεί το παλιό Βουλευτήριο και ακριβώς πίσω του το νέο, όπου συνεδρίαζε η Βουλή των 500. Στο βάθος δεξιά κι ανάμεσα στα βουλευτήρια και τη στοά του Ελευθέριου Δία, πάνω στον χαμηλό λόφο του Αγοραίου Κολωνού (ουσιαστικά σύνορο της Αγοράς), είχε ανεγερθεί ο ναός του Ηφαίστου. Ονομαζόταν «αγοραίος», επειδή εκεί συγκεντρώνονταν εργάτες που περίμεναν, κάποιος να τους προσλάβει για οποιαδήποτε δουλειά, που θα τους εξασφάλιζε το μεροκάματο. Όσο για τον ναό, παρ’ όλο που λεγόταν «του Ηφαίστου», ήταν αφιερωμένος, τόσο στον Ήφαιστο, προστάτη των μεταλλουργών, όσο και στην Αθηνά Εργάνη, προστάτισσα των κεραμέων και της οικοτεχνίας. Δεξιά στα βουλευτήρια, ήταν κτισμένος ο Θόλος, έδρα των 50 πρυτάνεων που ασκούσαν διοίκηση για 35 με 36 μέρες43.

Στη νοτιοδυτική άκρη της Αγοράς, υπήρχε ο ανοιχτός περίβολος του Αιάκειου, αφιερωμένου στον Αιακό της Αίγινας44. Ανατολικά του, ξεκινούσε η μεγάλη Νότια Στοά με τα 16 στεγασμένα σ’ αυτήν καταστήματα, που, με νοτιοανατολική κατεύθυνση, κάλυπτε σχεδόν ολόκληρο το νότιο όριο της Αγοράς45. Πλάι και ανατολικά στη Νότια Στοά, το κτίριο της Αρχαϊκής Κρήνης πρόσφερε τρεχούμενο νερό: Το αποτελούσαν τρία δωμάτια με την είσοδο να βρίσκεται στο κεντρικό, δεξιά κι αριστερά στο οποίο στεγάζονταν οι κρήνες σε σχήμα κεφαλιού λιονταριού, με το νερό να τρέχει από τα στόματά τους.

Στο πιο νότιο σημείο της Αγοράς, πλάι στην Κρήνη, υψωνόταν το Νομισματοκοπείο, με τη βόρεια πλευρά του σχεδόν να εφάπτεται στην Παναθηναϊκή οδό, τον μεγαλύτερο και πιο φαρδύ δρόμο της Αθήνας. Ξεκινούσε από το Δίπυλο, την μεγάλη δυτική πύλη της πόλης στον Κεραμεικό, διέσχιζε διαγώνια την Αγορά και κατέληγε στην Ακρόπολη. Σε αυτήν κινιόνταν η μεγάλη πομπή των Παναθηναίων και οι όποιες άλλες. Στην βορειοανατολική πλευρά της Αγοράς βρίσκονταν τα δικαστήρια και, πλάι τους, περίπου οριοθετώντας την βόρεια πλευρά της, υπήρχε η τεράστια πολυτελής και πολυσύχναστη Ποικίλη Στοά, τόπος ξεκούρασης και προφύλαξης από άσχημα καιρικά φαινόμενα, που χωρούσε πάρα πολύ κόσμο. Σ’ αυτήν, δίδασκε αργότερα, ο φιλόσοφος Ζήνωνας46, εξ ου και ονομάστηκε Ζήνων ο Στωικός και η διδασκαλία του στωική.

Σε περίοπτη θέση της Αγοράς είχε στηθεί το χάλκινο σύνταγμα των τυραννοκτόνων, Αρμόδιου και Αριστογείτονα, που φιλοτέχνησε ο φημισμένος Αθηναίος γλύπτης, Αντήνορας. Το συγκεκριμένο γλυπτό παρέμεινε εκτεθειμένο εκεί ως το 480 π. Χ., όταν ο βασιλιάς των Περσών, Ξέρξης, εισέβαλε στην πόλη. Αποχωρώντας, το αφαίρεσε και το μετέφερε στην χώρα του. Όταν ο Μέγας Αλέξανδρος κατέλαβε την Περσία, το επέστρεψε (ή ο Σέλευκος ή ο Αντίοχος) στην Αθήνα. Οι Αθηναίοι το ξαναέστησαν στην Αγορά, πλάι στο γλυπτό των τυραννοκτόνων που φιλοτέχνησαν, επίσης από χαλκό, οι Κρίτιος και Νησιώτης σε αντικατάσταση του κλεμμένου, στη θέση του οποίου είχε στηθεί, το 476 π. Χ. Του αρχαιότερου συντάγματος αναπαραστάσεις δεν υπάρχουν. Του νεότερου, το οποίο είδε και περιέγραψε ο Παυσανίας (Β’ αιώνας μ. Χ.), υπάρχουν τουλάχιστον επτά μαρμάρινα ρωμαϊκά αντίγραφα.

Στον χώρο ανάμεσα και πλάι στα κτίρια, παραγωγοί και πραματευτές, μικροπωλητές και τεχνίτες, άπλωναν τους πάγκους ή τις πρόχειρες παράγκες, όπου αράδιαζαν τα προϊόντα τους. Οι Αθηναίοι γνώριζαν σε ποια σημεία θα τους βρουν. Με τους ψαράδες καθημερινά να συγκεντρώνουν το πιο μεγάλο ενδιαφέρον των αγοραστών, που καρτερικά περίμεναν κάπως ν’ ανέβει ο ήλιος, ώστε οι τιμές ν’ αρχίσουν να πέφτουν. Οι κάτοικοι της Αττικής προτιμούσαν να τρώνε ψάρια κι όχι κρέας. Νωρίς το πρωί, όμως, ήταν πανάκριβα. Αποκαλούσαν τους ψαράδες «ληστές της νύχτας», για τις τιμές, στις οποίες πουλούσαν. Όμως, γύρω στο μεσημέρι, οι τιμές έπεφταν, καθώς κανένας ψαράς δεν ήθελε να του μείνουν απούλητα ψάρια, μια και δεν υπήρχε τρόπος να τα αποθηκεύσει για την επομένη. Κι αν η μέρα τύχαινε να είναι ζεστή, οι ψαράδες έτρεμαν μην τους χαλάσει απούλητη η ψαριά: Απαγορευόταν αυστηρά να καταβρέχουν τα ψάρια με νερό και οι αγορανόμοι ήταν ιδιαίτερα αυστηροί στο θέμα αυτό. Ήταν δέκα και εκλέγονταν για ένα χρόνο, ένας από κάθε φυλή.

Από παραστάσεις αγγείων αλλά και περιγραφές συγγραφέων47, γνωρίζουμε ότι στην αθηναϊκή Αγορά, ανάμεσα σε άλλους, πουλούσαν τα προϊόντα ή την τέχνη τους αλευροποιοί, λιθοξόοι, κεραμείς, κρεοπώλες, αλλαντοπώλες, ξυλουργοί, γεωργοί και κτηνοτρόφοι, μανάβισσες, κατασκευαστές δερμάτινων ειδών, οπλουργοί, χρυσοχόοι, ράφτες χλαμύδων κ.λπ. Η χλαμύδα ήταν ένα είδος μανδύα που έπεφτε πάνω από τους ώμους και κάλυπτε την πλάτη, κρατημένη με μια αγκράφα κάτω από τον λαιμό. Την φορούσαν όσοι ταξίδευαν ή πήγαιναν στο κυνήγι αλλά και οι πολεμιστές.

Είτε είχε σκοπό να κάνει αγορές είτε όχι, ο Αθηναίος θεωρούσε απαραίτητο το καθημερινό πέρασμα από την Αγορά. Όταν τελείωνε τα ψώνια της ημέρας, τα έστελνε στο σπίτι του με τον ένα από τους δυο δούλους, που τον συνόδευαν. Αν η οικονομική του κατάσταση δεν του επέτρεπε να έχει δούλους γι’ αυτή τη δουλειά, μίσθωνε έναν αχθοφόρο. Μετά, ο Αθηναίος επισκεπτόταν κάποιο από τα στέκια της περιοχής. Ήταν αυτά κυρίως τα κουρεία, αλλά και τα αρωματοπωλεία καθώς και τα υποδηματοπωλεία. Βρίσκονταν όλα συγκεντρωμένα στις στοές γύρω από την Αγορά. Μια ώρα πριν από το μεσημέρι, γέμιζαν κόσμο, καθώς οι Αθηναίοι μόλις είχαν τελειώσει όλες τις δουλειές τους και μαζεύονταν για να περάσουν την ώρα τους, να συζητήσουν και να μάθουν τα νέα. Όσο πιο καλά πληροφορημένος ήταν ο κουρέας, τόσο μεγαλύτερη πελατεία είχε. Και στην Αθήνα δε ζούσαν μόνο Αθηναίοι. Πλήθος ξένων κυκλοφορούσε στην Αγορά. Με τους πιο πολλούς να είναι έμποροι ή να έχουν έρθει για άλλες δουλειές.

Πληροφορημένος για τα πάντα, πολιτική και κουτσομπολιά, ο κουρέας έκοβε κοντά τα μαλλιά του πελάτη, αγορεύοντας, να ακούνε και όσοι περίμεναν τη σειρά τους. Στην αρχαία Αθήνα, δεν υπήρχε περίπτωση κάποιος να τρέφει μουστάκι χωρίς να αφήνει γενειάδα. Και ο κουρέας την φρόντιζε και περιποιόταν τα χέρια. Αν ο πελάτης ήταν νέος, συνήθως προτιμούσε να έχει μακριά μαλλιά με περιποιημένες μπούκλες. Οι πιο μεγάλοι έβαφαν τα μαλλιά τους, είτε για να καλύπτουν τις άσπρες τρίχες είτε για να κάνουν το φυσικό τους χρώμα πιο ανοιχτό ή πιο σκούρο. Όταν τελείωναν, έβλεπαν το αποτέλεσμα σε έναν καθρέφτη: Μια φορητή πλάκα από ίσιο και καλογυαλισμένο μπρούντζο που ο περήφανος για την τέχνη του επαγγελματίας έβαζε μπροστά στο πρόσωπό τους. Αφού πλήρωναν, όσοι τελείωναν με τον καλλωπισμό τους, παραχωρούσαν τη θέση τους στον επόμενο αλλά δεν αποχωρούσαν, για να μη χάσουν αυτά που δεν πρόλαβαν να μάθουν, όσο τους κούρευαν.

Αργά το μεσημέρι, η Αγορά άδειαζε από κόσμο. Οι πραματευτάδες μάζευαν τους πάγκους ή τις πρόχειρες παράγκες τους και κινούσαν για τα σπίτια τους. Στο λοφάκι με τον ναό του Ηφαίστου, όσοι δεν είχαν βρει δουλειά να βγάλουν το μεροκάματο, εγκατέλειπαν το στέκι με την ελπίδα ότι, την επομένη, κάποιος θα τους προτιμήσει. Χορτασμένοι από την κουβέντα και πληροφορημένοι για όλα, οι θαμώνες των κουρείων, των αρωματοπωλείων και των υποδηματοπωλείων, επέστρεφαν στις οικογενειακές τους εστίες. Αν είχε ζέστη κι ο ήλιος έκαιγε, ο δούλος κρατούσε το «σκιάδιο», να σκιάζεται ο κύριός του. Αν δούλος δεν υπήρχε, ο Αθηναίος ήταν αναγκασμένος να το κρατά μόνος του.

Οι αρχαίοι Αθηναίοι χρησιμοποιούσαν τη λέξη «σκιάδειον» (με «ει»). Ήταν ένα μεγάλο κομμάτι από άσπρο ύφασμα που σε τελετές προστάτευε τα σπαρτά από τον καυτό ήλιο: έκανε σκιά. Έγινε «σκιάδιον» (με «ι»), προφυλάσσοντας τις γυναίκες από τον ήλιο. Αργότερα, και τους άνδρες. Πέρασε στην αρχαία Ρώμη ως «umbrella» (από τη λέξη umbra που σημαίνει σκιά). Είναι η ομπρέλα που για αιώνες ένα και μόνο λόγο ύπαρξης είχε: Την προστασία από τον ήλιο. Τον Ε’ π. Χ. αιώνα, τα σκιάδια πρέπει να ήταν πτυσσόμενα: Σχολιαστής στις «Θεσμοφοριάζουσες» του Αριστοφάνη σημειώνει ότι μια φράση του υπονοεί ανοιγοκλείσιμο ομπρέλας («Ωστόσο, τα αφτιά σας, διάβολε, έχουν απλωθεί σαν σκιάδειο για τον ήλιο, και τώρα πάλι σκάσε»).

Μεσημέρι στο σπίτι

Τα αθηναϊκά σπίτια ήταν κτισμένα πάνω σε γερά πέτρινα θεμέλια, με τοίχους από ψημένα τούβλα και ξύλινες σκεπές πάνω στις οποίες τοποθετούνταν κεραμίδια. Τα πιο συνηθισμένα ήταν μονώροφα, με δωμάτια το ένα πλάι στο άλλο σε σχήμα «Π», με εσωτερική αυλή: Το κέντρο της σπιτικής ζωής, στολισμένη πολλές φορές με βωμό αφιερωμένο στον Έρκειο Δία, τον προστάτη της οικογενειακής ειρήνης. Μια κεντρική πόρτα οδηγούσε από τον δρόμο στην αυλή. Από εκεί, οι ένοικοι μπορούσαν να προχωρήσουν στα δωμάτια, που, για να μην είναι ευάλωτα σε κλέφτες και διαρρήκτες, διέθεταν παράθυρα προς την αυλή και σπάνια ή καθόλου στους εξωτερικούς τοίχους.

Σύζυγος, παιδιά και δούλοι περίμεναν τον Αθηναίο να επιστρέψει στο σπίτι, αργά το μεσημέρι. Το φαγητό ήταν έτοιμο: Ψάρι, βραστά λαχανικά, χόρτα, όσπρια, κάποιες φορές ορτύκια ή λουκάνικα, σχεδόν ποτέ σούπα. Η οικογένεια έτρωγε στην αυλή ή, αν υπήρχε, στην στοά που σχημάτιζε τον ημιϋπαίθριο χώρο. Μαζεύονταν γύρω από ένα ξύλινο ή μαρμάρινο ή και μπρούτζινο χαμηλό τραπέζι, με τέσσερα πόδια απλά ή και σκαλιστά ή, κάποιες φορές, ντυμένα με ελεφαντόδοντο. Υπήρχαν και στρογγυλά τραπέζια με τρία πόδια ή ένα στη μέση. Αν η οικογένεια ανήκε στις πλούσιες, ο Αθηναίος καθόταν στον θρόνο: Κάθισμα με πλάτη και βραχίονες για τα χέρια. Στην Αρχαϊκή εποχή, οι πιο δημοφιλείς θρόνοι είχαν πόδια σκαλιστά σε μορφές ζώων. Από τον Ε’ π. Χ. αιώνα, τα πόδια ήταν επεξεργασμένα στον τόρνο ή ορθογώνια. Τον επόμενο (Δ’ αιώνα), χρησιμοποιούσαν θρόνους με ενιαίες πλευρές. Οι λοιποί μπορούσαν να κάθονται σε ελαφριές, ξύλινες, αναπαυτικές καρέκλες με κυρτή πλάτη και κυρτά πόδια (τους «κλισμούς»), ενώ υπήρχαν και σκαμνάκια δίχως πλάτη (οι «δίφροι»).

Εκείνος πληροφορούσε τα όσα είχε μάθει στην Αγορά κι εκείνοι περιέγραφαν, πώς πέρασαν τη μέρα:

Η γυναίκα εξιστορούσε με τι ασχολήθηκε, τις όποιες παρατηρήσεις που είχε αναγκαστεί να κάνει στις δούλες, την ετοιμασία του φαγητού, τις ώρες της στον γυναικωνίτη και τις πιθανές επισκέψεις από γειτόνισσες που είχε δεχτεί. Κι ακόμα, αν δεν υπήρχαν δούλες γι’ αυτή τη δουλειά, με ποιους συναντήθηκε και τι λόγια αντάλλαξε, πηγαίνοντας στην κοντινή κρήνη να φέρει νερό.

Η μικρή κόρη, τι είπε και τι έκανε με την τροφό που την φρόντιζε ή πώς μεταχειρίστηκε τα παιχνίδια της, την πλατάγη (κουδουνίστρα), αν ήταν πολύ μικρή, ή τις πλαγγόνες, τις κούκλες της. Ήταν φτιαγμένες από πηλό ή κερί, με ζωηρά χρώματα, και μπορούσαν να κουνήσουν χέρια και πόδια, συνδεμένα με σύρμα στο σώμα τους. Υποτίθεται ότι τις είχε εφεύρει ο Δαίδαλος και γι’ αυτό τις ονόμαζαν «δαίδαλα» αλλά και «νευρόσπαστα». Τα κορίτσια τις έντυναν με ρούχα που τα ίδια κατασκεύαζαν. Κι αν είχε πάει επίσκεψη στο σπίτι γειτόνισσας ή την είχαν επισκεφτεί γειτονοπούλες της, συνοδευόμενες από τις δικές τους τροφούς, τι παιχνίδια έκαναν στην αυλή ή στα δωμάτια του γυναικωνίτη: Βόλεϊ με πάνινη μπάλα, παραγεμισμένη με τρίχες αλόγου, τρέξιμο κυλώντας ξύλινα στεφάνια ή τις κουμπάρες, χρησιμοποιώντας απομιμήσεις ειδών νοικοκυριού.

Ο γιος περιέγραφε, τι έκανε με το άθυρμά του, ένα πήλινο αλογάκι με πήλινους τροχούς που το είχε δέσει με κορδόνι και το έσερνε σ’ όλο το σπίτι. Ή, αν η μέρα ήταν καλή, τις βόλτες στην αυλή με το ξύλινο αμαξάκι που καβαλούσε: Το έσερναν ζεμένα σκυλιά ή αλογάκι ή κάποιο άλλο παιδί. Κι αν αμαξάκι δεν υπήρχε, το αγόρι βολευόταν με ένα καλάμι που καβαλούσε και κάλπαζε με αυτό.

Αγόρια και κορίτσια έπαιζαν την τυφλόμυγα («χαλκή μυία», χάλκινη μύγα, την έλεγαν) ή έκαναν κούνια («αιώρα») ή έπαιζαν κρυφτό («αποδιδρασκίνα» ή «κρυπτίδα»). Αγαπημένα παιχνίδια των αγοριών ήταν το μπιζ (το «κολλαβίζειν») και η αμπάριζα που επιτρεπόταν να την παίζουν κι εκτός σπιτιού, καθώς αυτά δεν είχαν τους περιορισμούς των κοριτσιών, των οποίων αγαπημένα παιχνίδια ήταν το κουτσό (ο «ασκωλιασμός») και «τα αγαλματάκια» (η «ακινητίνδα»).

Υπήρχαν ακόμα το πρώιμο μπάσκετ με ένα φαρδύστομο αγγείο να παίζει τον ρόλο του καλαθιού και τα παιδιά να προσπαθούν να ρίξουν μέσα του την μπάλα («σφαίρα») τους. Υπήρχε και ένα είδος χόκεϊ, με τα παιδιά να κρατούν ραβδιά και να σπρώχνουν μια μικρή μπάλα από δέρμα. Ένα ακόμα ομαδικό παιχνίδι ήταν η «βασιλίνδα», όμοια με το σύγχρονο «κλέφτες κι αστυνόμοι», ενώ δημοφιλής στ’ αγόρια ήταν η διελκυστίνδα («σκαπέρδα»): Χωρίζονταν σε δυο αντικριστές ομάδες, με τα μέλη καθεμιάς το ένα πίσω από το άλλο, κρατώντας ένα σχοινί. Τραβούσαν το σχοινί κάθε ομάδα προς τη μεριά της, προσπαθώντας να παρασύρει την αντίπαλη να περάσει ένα σημείο (συνήθως, κάποιο ξύλο) που βρισκόταν στη μέση της ανάμεσά τους απόστασης. Νικούσε η ομάδα, που κατάφερνε να αναγκάσει τον πρώτο της αντίπαλης να περάσει το σημάδι.

Τα παιχνίδια των παιδιών της αρχαίας Αθήνας, λίγο πολύ έμοιαζαν με τα ως πριν από λίγα χρόνια σύγχρονα: Σβούρα («στρόβιλος», «στρόμβος» ή «βέμβιξ»), ξύλινο γιο γιο, τσέρκι, κότσι («αστραγαλίζειν») και αρκετά ακόμα.

Όταν πια είχαν τελειώσει το γεύμα τους, ο Αθηναίος αποσυρόταν για μια σύντομη ξεκούραση. Σπάνια, κοιμόταν μεσημέρι. Νωρίς το απόγευμα, ήταν έτοιμος να ξαναφύγει πάλι.

 

Απόγευμα στο γυμναστήριο

Σαν από συνήθεια, σχεδόν ολόκληρος ο ανδρικός αθηναϊκός πληθυσμός μοιραζόταν στα τρία μεγάλα δημόσια γυμναστήρια της πόλης, τα γυμνάσια: Του Λυκείου48, της Ακαδημίας49 και του Κυνοσάργους50. Το γυμναστήριο του Λυκείου, στην αρχαιότητα, βρισκόταν μέσα σε έναν καταπράσινο, ειδυλλιακό κατοικημένο χώρο, έξω από την Πύλη του Διοχάρους (που σημαίνει έξω από τα τείχη), με το Ολυμπιείο νοτιοδυτικά του, τον Ιλισό νότια, τον Ηριδανό και τον Λυκαβηττό βόρεια. Ολόκληρος ο οικισμός ήταν αφιερωμένος στον Λύκειο Απόλλωνα. Στα 335 π. Χ., ο Αριστοτέλης δημιούργησε εκεί την περίφημη σχολή του, ένα πραγματικό πανεπιστήμιο.

Η περιοχή της Ακαδημίας βρισκόταν έξω από τα τείχη της πόλης, στη βορειοδυτική πλευρά τους, στην περιοχή του Έξω Κεραμεικού, πλάι στον Κηφισό. Ήταν αφιερωμένη στον ήρωα Ακάδημο και το γυμναστήριο υπήρχε από την Αρχαϊκή εποχή. Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι ο Πεισίστρατος είχε εγκαταστήσει εκεί ένα άγαλμα κι ο γιος του, Ίππαρχος, είχε κατασκευάσει μεγαλόπρεπο τείχος. Στα 387 π. Χ., ο Πλάτωνας ίδρυσε στον χώρο την δική του σχολή (ουσιαστικά, πανεπιστήμιο) κι ένα τέμενος αφιερωμένο στις Εννέα Μούσες.

Το γυμναστήριο του Κυνοσάργους βρισκόταν στην ομώνυμη περιοχή, νότια στο Ολυμπιείο, έξω από τα τείχη της πόλης, στην ανατολική όχθη του Ιλισού. Κατά την παράδοση, το προάστιο ονομάστηκε έτσι, επειδή, στη διάρκεια μιας θυσίας στον Ηρακλή, στον οποίο ήταν αφιερωμένο, ένας σκύλος άρπαξε κομμάτι από το σφάγιο κι άρχισε να τρέχει. Κάποτε, σταμάτησε κάπου κι εκείνο το σημείο, το «κυνός άργος (=στάθμευση)», έδωσε το όνομά του σε ολόκληρη την περιοχή. Στο γυμναστήριο αυτό σύχναζαν οι «νόθοι Αθηναίοι», αυτοί των οποίων ο ένας από τους δυο γονείς (η μητέρα, συνήθως) δεν ήταν από την Αθήνα. Στην κατηγορία αυτή ανήκε και ο Θεμιστοκλής (με μητέρα από την Θράκη ή τη Φρυγία), ο οποίος, για να εξαλείψει την διάκριση, προκαλούσε γνήσιους Αθηναίους να παλέψουν εκεί μαζί του. Στον χώρο του γυμναστήριου δίδασκε ο ιδρυτής της σχολής των κυνικών φιλοσόφων, Αντισθένης, μαθητής του Σωκράτη και «νόθος» (με μητέρα από την Θράκη).

Τα δημόσια γυμναστήρια τελούσαν κάτω από την εποπτεία της «γυνασιαρχίας», της αρχής που επόπτευε τη λειτουργία τους, καθώς, από την εποχή του Σόλωνα, η γυμναστική ήταν υποχρεωτική για τους νέους, ενώ η μόρφωση των παιδιών έμενε καθαρά ιδιωτική υπόθεση της κάθε οικογένειας. Πλούσιοι χορηγοί αναλάμβαναν να καλύψουν τα έξοδα για την φροντίδα αλλά και για τα έργα καλλωπισμού των γυμναστηρίων που είχαν δημιουργηθεί μέσα σε καταπράσινα τοπία, όλα πλάι σε ποτάμια, ώστε να είναι εύκολη η σε νερό τροφοδοσία τους.

Γυμναστήριο χωρίς παλαίστρα ήταν αδιανόητο να υπάρχει στην Αθήνα (ενώ αντίθετα λειτουργούσαν ανεξάρτητες παλαίστρες που δεν ήταν ενταγμένες σε γυμναστήρια). Πρόκειται για κτίριο με μια τετράγωνη ή παραλληλόγραμμη κεντρική αυλή που περιβαλλόταν από κιονοστοιχία και στοές. Πίσω από τις στοές, υπήρχαν οι αίθουσες αποδυτήριον, αλειπτήριον, ελαιοθέσιον, κονιστήριον και λουτρών. Κι ακόμα, οι αίθουσες πλέθρον, κωρύκειον, εφηβείον.

Το αποδυτήριον ήταν μια από τις πιο μεγάλες αίθουσες της παλαίστρας. Εκεί, άφηναν τα ρούχα τους οι γυμναζόμενοι. Παράλληλα όμως, ήταν τόπος για ξεκούραση αλλά και σημείο συναντήσεων και συζήτησης, προσιτό στον καθένα είτε αθλούμενος ήταν είτε επισκέπτης.

Το αλειπτήριον ήταν ο χώρος, στον οποίο οι αθλητές άλειφαν το σώμα τους με λάδι, πάνω στο οποίο έριχναν σκόνη ή άμμο. Το λάδι το προμηθεύονταν από το ελαιοθέσιον και τη σκόνη ή την άμμο από το κονιστήριον. Μετά την άθλησή τους, καθάριζαν το σώμα τους με μια «στλεγγίδα», ένα μεταλλικό ξυστρί σαν κυρτό αλλά όχι κοφτερό μαχαίρι, με το οποίο έξυναν το δέρμα τους, ώσπου να απαλλαγούν από τη σκόνη ή την άμμο.

Ο λουτρών ήταν ο χώρος, στον οποίο πλένονταν. Διέθετε τρεχούμενο νερό, αποχέτευση και λεκάνες (τις πυέλους). Στον λουτρώνα, μπορούσαν να κάνουν μπάνιο και οι επισκέπτες των γυμναστηρίων.

Στο κτίριο της παλαίστρας υπήρχε και το πλέθρον, χώρος προπόνησης των παλαιστών, αλλά και χώρος για προπόνηση στην πυγμαχία (το κωρύκειον), όπου υπήρχαν σάκοι με άμμο ή αλεύρι ή πίτουρα που κρέμονταν από το ταβάνι, ενώ στην αυλή λειτουργούσαν ειδικοί χώροι για το άλμα.

Το εφηβείον ήταν η πιο μεγάλη αίθουσα της παλαίστρας και διέθετε εξέδρα, στην οποία κάθονταν οι έφηβοι για να παρακολουθήσουν θεωρητικά μαθήματα, σχετικά με την άθληση, ενώ κολλητά στους τοίχους υπήρχαν και θρανία.

Για τα αγωνίσματα δρόμου ταχύτητας, υπήρχε ειδικός χώρος (ο ξυστός ή κατάστεγος) σε σχήμα στοάς, για την περίπτωση που ο αγώνας γινόταν με άσχημες καιρικές συνθήκες και η παραδρομίς, σε ανοιχτό χώρο, για όταν ο καιρός ήταν καλός.

Στοές με καθίσματα και εξέδρες, ημικυκλικές αίθουσες για διαλέξεις από ρήτορες και για συζητήσεις, σκεπαστές ή υπαίθριες, βωμοί αφιερωμένοι σε θεούς και ήρωες, ακόμα και μικροί ναοί συμπλήρωναν την όλη εικόνα. Ο επισκέπτης Αθηναίος δεν ήταν υποχρεωμένος να γυμναστεί οπωσδήποτε. Μπορούσε να παρακολουθήσει τις γυμναστικές ασκήσεις, τις προπονήσεις ή τους αγώνες της νεολαίας είτε να κουβεντιάσει με γνωστούς και αγνώστους είτε να παρακολουθήσει την διδασκαλία κάποιου φιλοσόφου, ρήτορα ή σοφιστή. Ή, απλά, να κάνει ένα μπάνιο στα δημόσια λουτρά.

Χορτασμένος από τις συναναστροφές της μέρας, γυρνούσε στο σπίτι του, πριν να βραδιάσει. Ήταν η ώρα για το δείπνο, στην πραγματικότητα, το κύριο γεύμα των Αθηναίων.

 

Βράδυ στο συμπόσιο

Ο Αθηναίος ποτέ δεν έτρωγε μόνος. Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι το φαγητό χωρίς συντροφιά δεν αποτελεί γεύμα αλλά απλό γέμισμα της κοιλιάς. Η οικογένεια είτε περίμενε καλεσμένους είτε είχε προσκληθεί αλλού. Και μπορούσε να πάρει μαζί της στην επίσκεψη κι ακάλεστους από τον οικοδεσπότη. Οπότε, δύσκολα ήταν δυνατό να γνωρίζει αυτός, πόσοι τελικά θα του προκύψουν.

Σε κάποιες περιπτώσεις, όμως, το δείπνο οργανωνόταν «ρεφενέ» ή κάθε προσερχόμενος έφερνε μαζί του ό,τι του επέτρεπε η οικονομική του κατάσταση. Σε κάποιες άλλες, το δείπνο ήταν κανονικό συμπόσιο στο σπίτι του οικοδεσπότη ή σε νοικιασμένη αίθουσα, συνήθως κάποιας εταίρας. Στην τελευταία περίπτωση, υπήρχε πιθανότητα να έχουν επιστρατευτεί έμπειρος μάγειρας από την Αγορά, ηθοποιοί που αναπαριστούσαν σκηνές από τα ομηρικά έπη, τραγουδιστές (αοιδοί), αυλητρίδες και χορεύτριες (δούλες αλλά και όμορφες και καλλιεργημένες ελεύθερες επαγγελματίες) καθώς και δούλοι σε ρόλο σερβιτόρου.

Μπαίνοντας στο σπίτι, οι καλεσμένοι έβγαζαν τα πέδιλά τους, ενώ δούλοι αναλάμβαναν να τους πλύνουν τα πόδια. Οι άνδρες κατευθύνονταν στον ανδρώνα που, ανάμεσα στα άλλα, φιλοξενούσε και τα συμπόσια, ενώ οι γυναίκες και τα παιδιά στον γυναικωνίτη.

Ένα τετράγωνο δωμάτιο, το κυριότερο του σπιτιού, ήταν ο ανδρώνας, στον οποίο, όπως και η ίδια η λέξη πιστοποιεί, συγκεντρώνονταν οι άνδρες. Ήταν χαρούμενοι χώροι, κάποιοι με τοιχογραφίες να στολίζουν τους τοίχους και με ψηφιδωτά να καλύπτουν τα δάπεδα. Βασικά έπιπλά τους ήταν τα ανάκλιντρα (συνήθως, επτά ή δώδεκα): Μακριά καθίσματα, τοποθετημένα κατά μήκος των τοίχων, τα οποία επέτρεπαν και το ξάπλωμα, καθώς στην μια τους άκρη είχαν χαμηλή ράχη, σαν βραχίονα πολυθρόνας. Κάθονταν σ’ αυτά, μισοξαπλωμένοι, ανά δυο άνδρες, καθένας ακουμπώντας στον έναν αγκώνα του.

Πολλοί από τους καλεσμένους φορούσαν στο κεφάλι στεφάνια από κισσό ή λουλούδια και είχαν περασμένες στο λαιμό του γιρλάντες με λουλούδια. Κάθονταν στις θέσεις που τους υποδείκνυε ο οικοδεσπότης κι έπλεναν τα χέρια τους σε λεκάνες που τους έφερναν δούλοι. Η ιεροτελεστία του συμποσίου ξεκινούσε με το πρόπωμα: Ένα ποτήρι αρωματισμένο κρασί, από το οποίο έπιναν όλοι. Ήταν το μοναδικό ποτό που γεύονταν στο πρώτο μέρος της βραδιάς. Οι δούλοι μετέφεραν κι ακουμπούσαν μπροστά σε κάθε καλεσμένο ή σε κάθε ανάκλιντρο μικρά τραπεζάκια, πάνω στα οποία υπήρχαν τα φαγητά: Κυρίως, χορταρικά και ψαρικά ή κοτόπουλα, όμορφα σερβιρισμένα αλλά όχι σε πολύ μεγάλες ποσότητες, καθώς οι Αθηναίοι σχεδόν ποτέ δεν έτρωγαν μέχρι σκασμού. Το φαγητό έπρεπε απλά να διώξει την πείνα. Μια ζεστή σάλτσα ήταν χυμένη πάνω στο έδεσμα. Του ψαριού ή του κοτόπουλου, κατά τον Αριστοφάνη, ήταν φτιαγμένη από σύλφιο (γευστικό βότανο που χρησιμοποιούσαν και οι γυναίκες ως αντισυλληπτικό και εισαγόταν από την Κυρηναϊκή, περιοχή στη σημερινή Λιβύη), ξύδι, λάδι, τριμμένο τυρί και λίπος. Για των χορταρικών τη σάλτσα χρησιμοποιούσαν λάδι, ξίδι και μέλι. Όταν τέλειωναν με το φαγητό τους, δούλοι μάζευαν τα αποφάγια, απομάκρυναν τα τραπεζάκια κι έφερναν πάλι τις λεκάνες για το ξέπλυμα των χεριών. Τα ξέπλεναν με νερό αρωματισμένο με κιτρονέλλα (το αρωματικό φυτό σιτρονέλα, η μυρωδιά του οποίου διώχνει και τα κουνούπια).

Πια, όλα ήταν έτοιμα για το δεύτερο και κύριο μέρος του συμποσίου. Κληρωνόταν αρχικά ο συμποσίαρχος, ο αρχηγός του συμπόσιου που καθόριζε με πόσο νερό θα αραιωνόταν το κρασί, μια και οι Αθηναίοι ποτέ δεν το έπιναν ανέρωτο. Η συνηθισμένη αναλογία ήταν δυο μέρη κρασιού και τρία γλυκού ή θαλασσινού νερού, ζεστού ή κρύου, ανάλογα με τον καιρό. Γλυκάνισος, δεντρολίβανο, θυμάρι, μέλι, μέντα ή μυρτιά ήταν τα συστατικά που πρόσθεταν στο κρασί, ενώ αγνοούσαν τη ρετσίνα. Υπήρχαν άσπρα, κίτρινα (ξανθωπά), κόκκινα και μαύρα κρασιά, με το λευκά να είναι τα πιο ελαφριά και χωνευτικά. Τα κίτρινα είχαν μια κάπως ξινή γεύση, ενώ τα κόκκινα και μαύρα, με τη γλυκιά τους γεύση, ήταν τα πιο περιζήτητα. Και βέβαια, όσο πιο παλιό ήταν το κρασί, τόσο πιο καλό το θεωρούσαν. Ένα άλλο από τα καθήκοντα του συμποσίαρχου ήταν να ορίσει, πόσο κρασί έπρεπε να καταναλώσει κάθε συνδαιτυμόνας: Οι παραβάτες τιμωρούνταν με κάποια προκαθορισμένη ποινή.

Οι δούλοι έφερναν καινούρια τραπεζάκια με ποτήρια, κρασί και επιδόρπια: Αλατισμένα αμύγδαλα κι άλλους νωπούς και ξηρούς καρπούς, σκόρδα και κρεμμύδια, καθώς και τις περίφημες αθηναϊκές πίτες με λάδι, μέλι και τυρί ή με μέλι, τυρί και σκόρδο, τον μυτλωτό. Με τους φημισμένους φουρνάρηδες της πόλης να κάνουν χρυσές δουλειές, οι Αθηναίοι είχαν σε μεγάλη υπόληψη τις λαγάνες και το ψωμί (σταρένιο, κριθαρένιο, από σίκαλη, ή σιμιγδάλι ή από κεχρί), του οποίου υπήρχαν πολλά είδη: Ψωμί που είχε ψηθεί σε θερμή σκάφη (ιπνίτης), άλλο της σχάρας (εσχαρίτης), ένας πρόγονος της τυρόπιτας αλλά και ένα γλύκισμα από ζύμη, σουσάμι και μέλι.

Η βραδιά κυλούσε είτε με τις αγαπημένες συζητήσεις των Αθηναίων είτε με απόλαυση θεαμάτων είτε με παιχνίδια και τραγούδια. Τραγουδούσαν όλοι μαζί, ακολουθώντας τον αοιδό ή ένας ένας με τη σειρά. Ένα κλαδί μυρτιάς περνούσε από χέρι σε χέρι κι όποιος το κρατούσε όφειλε να τραγουδήσει. Συνήθιζαν να λύνουν γρίφους κι αινίγματα, ενώ πολύ δημοφιλές ήταν το παιχνίδι του κότταβου: Μια πιατέλα («πλάστιγγα») στηριζόταν σε ένα ραβδί ή έπλεε μέσα σε μια λεκάνη με νερό. Οι παίχτες γέμιζαν το στόμα τους με κρασί και το έστελναν μέσα στην πιατέλα που έπρεπε να γείρει και να πέσει κάτω ή να βυθιστεί. Ο νικητής κέρδιζε είτε την πιατέλα είτε κάποια άλλα δώρα.

Αν το συμπόσιο γινόταν σε σπίτι εταίρας, κατέληγε σε συνευρέσεις με κορίτσια. Αν γινόταν στο σπίτι Αθηναίου με απλή συντροφιά γνωστών, στο τέλος του παρουσιάζονταν τα παιδιά του οικοδεσπότη για να γευτούν κάποιες από τις λιχουδιές.

Τις ίδιες ώρες, στον γυναικωνίτη, οι γυναίκες, οικοδέσποινα και καλεσμένες, διασκέδαζαν κουβεντιάζοντας, παίζοντας μουσικά όργανα και τρώγοντας ό,τι και οι άνδρες αλλά και ζαχαρωμένα φρούτα και διάφορα γλυκά. Στα διώροφα σπίτια, ο γυναικωνίτης βρισκόταν στον πάνω όροφο. Στα μονώροφα, είχε πρόσβαση από την κύρια είσοδο, μάλλον διέθετε δική του αυλή, με τα δωμάτια περιφερειακά σε αυτήν. Ένα από αυτά φιλοξενούσε τη συζυγική κλίνη: Ήταν ξύλινη αλλά τα πόδια υπήρχε πιθανότητα να έχουν κατασκευαστεί από χαλκό ή σίδερο και, κάποια, να έχουν επενδυθεί με ελεφαντόδοντο ή και ασήμι. Πάνω στο στρώμα της απλώνονταν καλύμματα και πολλά μαξιλάρια. Σεντόνια δεν υπήρχαν. Οι Αθηναίοι βολεύονταν με κουβέρτες και κουρελούδες και σκεπάζονταν με προβιές και δέρματα. Έτσι κι αλλιώς, τα κρεβάτια των Αθηναίων δεν υπήρχαν μόνο για τον ύπνο καθώς τα χρησιμοποιούσαν και σαν καναπέδες, για χαλάρωση και ξεκούραση…

Η εκπαίδευση των αγοριών

Η γεμάτη από εγκαταλειμμένα παιδιά (που κάποιος θεός ή κάποιο ζώο ή απλοί άνθρωποι βρήκαν και ανέθρεψαν για να μεγαλουργήσουν αργότερα) μυθολογία των αρχαίων Ελλήνων και όχι μόνο, απηχεί τη σκληρή πραγματικότητα: Η έστω και με την κατανάλωση του σύλφιου, του βότανου που πίστευαν ότι εμποδίζει μια γυναίκα να μείνει έγκυος, αντισύλληψη ήταν κάτι περίπου ανύπαρκτο. Το γεννοβόλημα παιδιών αποτελούσε συνηθισμένο γεγονός που, όμως, απαιτούσε τεράστια έξοδα. Η εγκατάλειψη νεογέννητων από φτωχές, κυρίως, οικογένειες ήταν διαδεδομένη σε ολόκληρο τον αρχαίο κόσμο, με πρώτα θύματα τα κορίτσια και τα δύσμορφα ή με αναπηρία μωρά. Την πρακτική αυτή ακολουθούσαν και στην Αθήνα. Αν, όμως, τα νεογέννητα γίνονταν αποδεκτά από τους γονείς τους, διαφορετική ζωή τα περίμενε, αν ήταν αρσενικά ή θηλυκά.

Αγόρια και κορίτσια, ως τα επτά τους χρόνια, ζούσαν στον γυναικωνίτη με την επίβλεψη της μητέρας τους ή της τροφού, μιας έμπιστης δούλας που είχε αναλάβει την φροντίδα και το μεγάλωμά τους. Από τα επτά, οι δρόμοι τους, ουσιαστικά, χώριζαν. Το αγόρι πήγαινε στο ιδιωτικό σχολείο, το κορίτσι έμενε στο σπίτι, όπου η μητέρα του φρόντιζε να του μάθει όσα έπρεπε να ξέρει: γραφή κι ανάγνωση, μουσική και χορό καθώς και την τέχνη να διοικεί το σπιτικό.

Ο παιδαγωγός, ένας έμπιστος, συνήθως μεγάλος σε ηλικία, δούλος, οδηγούσε κάθε μέρα το αγόρι στο σχολείο που δεν ήταν άλλο από την κατοικία ενός από τους τέσσερις δασκάλους που δίδασκαν σε ολιγομελείς ομάδες. Ήταν ο γραμματιστής που κυρίως τους μάθαινε ανάγνωση, γραφή, απαγγελία και ποίηση («αποφοιτώντας», έπρεπε να είναι σε θέση να απαγγείλουν «απ’ έξω» αποσπάσματα από τα έπη του Ομήρου και ποιήματα άλλων ποιητών), ο δάσκαλος της μουσικής (με τον κιθαριστή να διδάσκει κιθάρα ή λύρα και τραγούδι), ο χοροδιδάσκαλος κι ο γυμναστής.

Όταν ο Αθηναίος γινόταν έφηβος, συνέχιζε την εκπαίδευσή του στα γυμνάσια, τα γυμναστήρια όπου μάθαινε να επιδίδεται σε διάφορα αθλήματα, ενώ βασικό μέρος της εκπαίδευσής του αποτελούσε η διδασκαλία του πολέμου: Η Εκκλησία του Δήμου επέλεγε τους «παιδοκρίτες», τους στρατιωτικούς εκπαιδευτές που αναλάμβαναν να μετατρέψουν τους έφηβους σε ικανούς στη μάχη οπλίτες, τοξότες και σφενδονιστές, άξιους στον χειρισμό του ξίφους, του δόρατος και του ακόντιου. Στα 18 τους, με πλήρη πολεμική εξάρτυση, έδιναν τον όρκο51 του εφήβου, στο ιερό της Αγλαύρου (σπηλιά κατά κάποιους στα βόρεια, κατ’ άλλους στα νότια της Ακρόπολης). Στα 18 τους, τέλειωνε και η κηδεμονία της πολιτείας που, από τη στιγμή της ορφάνιας τους, αναλάμβανε την ανατροφή και τη μόρφωση των παιδιών, ανδρών που έπεσαν σε κάποιον πόλεμο. Αυτά, εκτός από τον όρκο, έπρεπε να παραστούν και σε ειδική τελετή στο θέατρο, όπου ένας κήρυκας τα παρουσίαζε, αναγγέλλοντας την ενηλικίωσή τους, το τέλος της κηδεμονίας τους.

Πια, ξεκινούσε η νέα τους ζωή: Τα παιδιά των ευκατάστατων μπορούσαν να συνεχίσουν τις σπουδές τους σε ανώτερο επίπεδο, μαθαίνοντας συνδυαστικά άλγεβρα και γεωμετρία, με τους αλγεβρικούς όρους να εκφράζονται από τις πλευρές γεωμετρικών σχημάτων, συνήθως γραμμών, που ονομάζονταν με γράμματα του αλφάβητου. Ακόμα, σπούδαζαν φυσική και αστρονομία ή, πλάι σε σοφιστές και φιλοσόφους, ρητορική και φιλοσοφία, κατά κανόνα, πληρώνοντας δίδακτρα. Κάποιοι σπούδαζαν ιατρική ως μαθητευόμενοι φτασμένων γιατρών, ενώ, συνήθως, το επάγγελμα, όπως και άλλα, περνούσε από πατέρα σε γιο.

 

Επαγγέλματα λαμπερά και ταπεινά

Η ιατρική ξεκίνησε να καταξιώνεται, τον Ε’ π. Χ. αιώνα, από τη στιγμή που ο Ιπποκράτης52 αντικατέστησε τη μαγεία και την δεισιδαιμονία με την παρατήρηση και καθιέρωσε την ορθολογική αντιμετώπιση των ασθενών, εφαρμόζοντας τη συστηματική μελέτη και την κλινική ιατρική. Το επάγγελμα ξέφυγε από τα στενά όρια των ιερέων κι έγινε λειτούργημα, παρ’ όλο που ο Πλάτωνας δεν το είχε σε μεγάλη υπόληψη. Οι γιατροί έκαναν ελαφρές επεμβάσεις, χρησιμοποιούσαν βεντούζες, προχωρούσαν σε αφαιμάξεις, ενώ κάποιοι αντιμετώπιζαν οφθαλμολογικές παθήσεις με κολλύρια και άλλοι σφράγιζαν δόντια με μολύβι ή χρυσό. Ήδη, από τον Ζ’ π. Χ. αιώνα, τεχνητές οδοντοστοιχίες και πρόσθετα δόντια κάλυπταν αυτά που έλειπαν. Πλάι στους γιατρούς που δεν είχαν καλή φήμη, επειδή διάφοροι κομπογιαννίτες εισχωρούσαν στο επάγγελμα, σεβαστές ήταν οι μαίες, απαραίτητες σε κάθε γέννα. Μαία ήταν και η μητέρα του Σωκράτη, ο οποίος υπερηφανευόταν γι’ αυτό. Η ιατρική, όμως, οφείλει πολλά στους ριζοτόμους, πρακτικούς γιατρούς που συνέλεγαν (κάποιο και καλλιεργούσαν) βότανα και τα χρησιμοποιούσαν για φαρμακευτικούς σκοπούς. Στην πραγματικότητα, ήταν οι πρόδρομοι των φαρμακοποιών.

Με την πάροδο του χρόνου, μεγάλη πέραση είχαν οι σοφιστές, δάσκαλοι της ρητορικής, της πολιτικής τέχνης, της φιλοσοφίας και της λογικής. Έφτασαν, όμως, σε σημείο να διατυπώνουν σοφίσματα, δηλαδή παράδοξες απόψεις, διαστρεβλώνοντας την πραγματικότητα με δήθεν λογικά επιχειρήματα. Δουλειά στην αρχαία Αθήνα έβρισκαν και οι ρήτορες με αμοιβή, κυρίως στα δικαστήρια, όπου εκφωνούσαν τους δικανικούς λόγους, επιχειρηματολογώντας υπέρ των πελατών τους. Ήσαν οι πρόδρομοι των δικηγόρων.

Οπωσδήποτε, η ανεργία έπληττε τους Αθηναίους, ενώ και όσοι έβρισκαν δουλειά, κυρίως σε χειρονακτικές εργασίες, έπαιρναν μικρά μεροκάματα, καθώς τα επαγγέλματα των τεχνητών είχαν να ανταγωνιστούν την φθηνή εργασία των μετοίκων και την ελάχιστα αμειβόμενη των δούλων. Και η έξαρση της ανεργίας κατά τον Ε’ π. Χ. αιώνα ήταν, κατά τον Πλούταρχο, ένας από τους λόγους, για τους οποίους ο Περικλής προχώρησε στη δημιουργία μεγάλων δημοσίων έργων, δίνοντας δουλειά στους απασχολούμενους σε πάρα πολλά επαγγέλματα (αρχιτέκτονες, λιθοξόους, γλύπτες κ.λπ.). Δεν υπήρχαν επαγγελματικές σχολές: Τη δουλειά μάθαιναν τα παιδιά από τον πατέρα τους, εκτός κι αν κάποια θήτευαν σε επαγγελματίες ως παραγιοί (βοηθοί) κι έτσι εκπαιδεύονταν στην τέχνη.

Σκληρή αλλά από τις πιο προσοδοφόρες ήταν η εργασία των αγροτών. Το μεγαλύτερο μέρος της καλλιεργήσιμης γης ανήκε σε αριστοκράτες μεγαλογαιοκτήμονες, που δεν ασχολούνταν ιδιαίτερα με αυτήν. Χρησιμοποιούσαν έμπιστους επιστάτες και δούλους ή απλά επόπτευαν τις εργασίες. Οι πολλοί ήσαν μικροκτηματίες που δούλευα τα δικά τους χωράφια ή νοίκιαζαν κτήματα από τους ιδιοκτήτες τους. Αυτοί κυρίως ήταν που βρίσκονταν σε κατάσταση δουλείας, όταν δεν μπορούσαν να ξεχρεώσουν το νοίκι. Η «σεισάχθεια», που επέβαλε ο Σόλωνας, τους απάλλαξε από την δουλεία αλλά και απαγόρευσε του λοιπού το «δανείζειν επί σώμασι», τον δανεισμό με εγγύηση την ελευθερία τους. Τους μικροκαλλιεργητές αυτούς τους γνώριζαν ως αυτουργούς, φτωχούς και μικρούς γεωργούς. Στα κτήματα της Αττικής έσπερναν δημητριακά, καλλιεργούσαν αμπέλια και λουλούδια, συντηρούσαν οπωροφόρα κι έτρεφαν μελίσσια. Κάποιοι ήταν και κτηνοτρόφοι (ή μόνο κτηνοτρόφοι) που έτρεφαν γουρούνια κι αιγοπρόβατα αλλά και πουλερικά. Ξεκινούσαν πριν να χαράξει η μέρα και πήγαιναν την παραγωγή τους στην Αγορά, όπου την πουλούσαν οι ίδιοι ή τους την αγόραζαν καταστηματάρχες (οι «κάπηλοι») που την μεταπωλούσαν με κάποιο κέρδος.

Πουλερικά πουλούσαν στην Αγορά και κυνηγοί, όταν η εξόρμησή τους στα δάση και τα γύρω βουνά είχε αποδώσει: Ορτύκια, πέρδικες και τσίχλες γίνονταν ανάρπαστες. Οι λαγοί και, πιο σπάνια, οι αγριόχοιροι συμπλήρωναν τους πάγκους τους. Έπιαναν τα θηράματά τους με παγίδες ή χρησιμοποιούσαν σφεντόνες, τόξα κι ακόντια με την πολύτιμη βοήθεια κυνηγετικών σκυλιών. Το επάγγελμα του κυνηγού βρισκόταν ψηλά στην εκτίμηση των Αθηναίων αλλά δεν ήταν τόσο προσοδοφόρο, όσο του ψαρά. Που, όμως, πουλούσε τα ψάρια του, όσο ήθελε, και γι’ αυτό «ληστή της νύχτας» τον αποκαλούσαν. Οπωσδήποτε, η δουλειά μόνο εύκολη δεν ήταν, καθώς είχε να κάνει με τις ιδιοτροπίες της θάλασσας και το ξενύχτι.

Βυρσοδέψες αναλάμβαναν να κατεργαστούν τα δέρματα των ζώων. Τα χρησιμοποιούσαν οι σκυτοτόμοι, υποδηματοποιοί και κατασκευαστές δερμάτινων ειδών που τα πουλούσαν στα στέκια τους στην Αγορά.

Μεγάλη, όμως, άνθιση γνώριζαν τα επαγγέλματα του αγγειοπλάστη και του αγγειογράφου. Κατασκεύαζαν και διακοσμούσαν πήλινα είδη, από πιθάρια, πιατέλες, πιάτα και ποτήρια μέχρι λυχνάρια και δοχεία κάθε μεγέθους και μορφής αλλά και κεραμίδια. Τα προϊόντα τους ανήκαν στα απαραίτητα είδη κάθε σπιτιού. Οι πολλοί είχαν τα εργαστήρια τους στην περιοχή που, από αυτούς, ονομάστηκε Κεραμεικός (εντοπίζεται στον χώρο ανάμεσα στις οδούς Ερμού, Πειραιώς και Ασωμάτων), και ανήκε στον δήμο Κεραμέων. Διακρινόταν στον Έσω Κεραμεικό (τον μέσα από το τείχος) που είχε οικιστικό χαρακτήρα, με πιο σπουδαίο χώρο αυτόν της Αγοράς, και τον Έξω Κεραμεικό (τον έξω από το τείχος) που κυρίως περιείχε το εκτεταμένο δημόσιο νεκροταφείο.

Εξίσου απαραίτητα ήταν τα είδη ρουχισμού. Τα έραβαν ράφτες και ράφτρες (αλλά και οι ίδιες οι νοικοκυρές), σε υφάσματα που ύφαιναν οι γυναίκες στους γυναικωνίτες. Τα παρελάμβαναν επαγγελματίες βαφείς για να τα βάψουν στο επιθυμητό χρώμα.

Κοντά στα τέλη του Ε’ π. Χ. αιώνα, ένα νέο επάγγελμα ξεκίνησε να αναπτύσσεται με γοργούς ρυθμούς, αυτό του αργυραμοιβού, του τραπεζίτη. Πήρε το όνομά του από το τραπέζι, πάνω στο οποίο γινόταν η συναλλαγή. Το πλήθος των ελληνικών πόλεων είχε ως αποτέλεσμα να κυκλοφορεί πλήθος νομισμάτων. Ο τραπεζίτης έπρεπε να γνωρίζει τις ισοτιμίες τους και να μπορεί να ξεχωρίζει τα γνήσια από τα κίβδηλα. Η γνωμοδότησή του αμειβόταν. Δάνειζε με τόκο 10 με 12% (σε μεγαλύτερο, η πολιτεία επέβαλλε πρόστιμο για τοκογλυφία) ή μεσολαβούσε στη χορήγηση δανείων από κεφαλαιούχους προς αυτούς που χρειάζονταν χρήματα και απέδιδε τον τόκο, κρατώντας το ποσοστό του. Κι ακόμα, αναλάμβανε την εκτέλεση εντολών προς τρίτους.

 

Η ανάπτυξη του Πειραιά

Κάποιοι Αθηναίοι ήταν πλοιοκτήτες (τους αποκαλούσαν ναύκληρους) που κυβερνούσαν οι ίδιοι τα πλοία τους και ασχολούνταν με τη μεταφορά εισαγόμενων και εξαγόμενων προϊόντων. Με τις εισαγωγές και τις εξαγωγές να βρίσκονται στα χέρια των εμπόρων και τα τρία λιμάνια του Πειραιά να έχουν εξελιχθεί σε μεγάλα και διεθνή κέντρα του διαμετακομιστικού εμπορίου και την Αθηναϊκή πολιτεία να εξασφαλίζει αρκετά έσοδα από την είσπραξη τελών (2% της αξίας των εμπορευμάτων).

Από τη στιγμή που ο Θεμιστοκλής πρότεινε ως κύριο λιμάνι της Αθήνας τον Πειραιά, η περιοχή αναπτύχθηκε με γοργούς ρυθμούς. Στο λιμάνι της, Μουνιχία (σημερινό Μικρολίμανο), ο Περικλής υπέδειξε και κτίστηκε η Στοά Αλφιτόπωλις, χώρος εμπορίου και αποθήκευσης των εισαγόμενων σιτηρών (σιταγορά). Η πολιτεία μεριμνούσε να υπάρχουν πάντα εκεί αποθέματα σιτηρών, ώστε η Αττική να μην κινδυνεύει να ξεμείνει. Για τον λόγο αυτόν προστάτευε τους εμπόρους σιτηρών αλλά είχε θεσπίσει αυστηρό νόμο για όποιον ή όποιους προκαλούσαν τεχνητή έλλειψη (κυρίως για να ανεβάσουν τις τιμές). Το λιμάνι της Μουνιχίας διέθετε 82 υπόστεγα για πλοία, ενώ η ευρύτερη περιοχή φιλοξενούσε ένα θέατρο και τον σπουδαίο ναό της Άρτεμης. Σε αυτόν κατέφευγαν όσοι ορίζονταν τριήραρχοι (αναλάμβαναν να πληρώνουν τα έξοδα μιας τριήρης) αλλά ισχυρίζονταν ότι αδυνατούσαν να το πράξουν. Στον ίδιο ναό έβρισκαν άσυλο και όσοι πίστευαν ότι αδικούνται από την πολιτεία, περιμένοντας εκεί, μέχρι να εκδικαστεί η όποια έφεσή τους. Σε περίπτωση οριστικής καταδίκης τους, με την ανοχή της πολιτείας, όσοι είχαν την δυνατότητα, από τον ναό, κατέβαιναν στο λιμάνι, επιβιβάζονταν σε πλοίο και αυτοεξορίζονταν.

Με τους εξόριστους είχε να κάνει και το «δικαστήριο στην Φρεαττώ», στον όρμο νότια στη Ζέα (όπου και η σημερινή Φρεαττύδα). Ασχολιόταν με εκκρεμείς υποθέσεις ήδη εξόριστων που, επειδή δεν μπορούσαν να πατήσουν στη γη της Αττικής, υπεράσπιζαν τις θέσεις τους από κάποιο πλοίο που αγκυροβολούσε κοντά στην ακτή. Το λιμάνι της Ζέας ήταν το δεύτερο στον Πειραιά, ο κυριότερος πολεμικός ναύσταθμος της αρχαιότητας: Διέθετε υπόστεγα που είχαν τη δυνατότητα να στεγάσουν 196 τριήρεις. Πίσω από τον στεγασμένο χώρο για τις τριήρεις ανεγέρθηκε (347/6 π. Χ.) η περίφημη «Σκευοθήκη του Φίλωνος», όπου φυλάσσονταν πανιά, σχοινιά και λοιπά κινητά μέρη των πλοίων. Ήταν έργο των αρχιτεκτόνων Φίλωνα από την Ελευσίνα και Ευθύδομου από την Αθήνα και είχε κτιστεί πλάι στην παλαιότερη (του Ε’ π. Χ. αιώνα) Αγορά του Πειραιά. Αυτή είχε διαμορφωθεί από τον περίφημο Μιλήσιο αρχιτέκτονα, Ιππόδαμο, στον οποίο ο Περικλής (το 460 π. Χ.) είχε αναθέσει τον πολεοδομικό σχεδιασμό του Πειραιά.

Ένα μαρμάρινο λιοντάρι, που είχε ύψος περίπου τρία μέτρα, όμοιο με αυτά που βρίσκονταν στο λιμάνι της Μιλήτου, σηματοδοτούσε την είσοδο στο λιμάνι του Κανθάρου (εκεί όπου το σημερινό κεντρικό λιμάνι του Πειραιά). Στην άκρη της απέναντι ακτής, μια κολόνα ιωνικού ρυθμού δήλωνε το σημείο όπου είχε ταφεί ο Θεμιστοκλής, ο εμπνευστής της δημιουργίας του Πειραιά. Όφειλε το όνομα στο σχήμα του μάλλον, που μοιάζει με «κάνθαρο», είδος ποτηριού για το κρασί και για σπονδές, με δυο υψωμένες λαβές, που σχετιζόταν με τη λατρεία του θεού Διονύσου. Υπόστεγα για τριήρεις στην ανατολική ακτή, αμέσως μετά την είσοδο στο λιμάνι από τη θάλασσα, μπορούσαν να φιλοξενήσουν 94 πλοία. Αμέσως έπειτα, λειτουργούσαν τα αγκυροβόλια των εμπορικών και επιβατηγών πλοίων. Εκεί και κατά μήκος των ακτών βρισκόταν το «εμπορείον», οι πέντε στοές όπου διεξάγονταν οι εμπορικές συναλλαγές. Στην κυριότερη από τις στοές αυτές (το «δείγμα»), γινόταν η έκθεση των εμπορευμάτων από τους εμπόρους καθώς και οι τραπεζικές συναλλαγές, με τους τραπεζίτες να έχουν απλώσει εκεί τα τραπέζια τους.

 

Οι μέτοικοι

Η Αθήνα των κλασικών χρόνων προσέλκυε πολλούς ξένους που κατέφθαναν για να εγκατασταθούν και να ζήσουν στην Αττική. Οι Αθηναίοι τους γνώριζαν ως μέτοικους και τους θεωρούσαν απαραίτητους αλλά δεν τους παρείχαν πολιτικά δικαιώματα, εκτός κι αν είχαν προσφέρει στην πόλη εξαιρετικές υπηρεσίες. Στην περίπτωση αυτή, τους έδιναν τον τίτλο του ισοτελή, εκείνου, δηλαδή, που είχε πολιτικά δικαιώματα αλλά δεν ήταν πολίτης. Μέτοικοι ήταν και οι απελεύθεροι δούλοι, που μετά την ελευθέρωσή τους παρέμεναν στην Αττική. Ο θεσμός υποστηρίχθηκε από τον Σόλωνα που έδωσε δικαιώματα πολίτη (αστού) σε όλους τους ξένους της Αθήνας με την προϋπόθεση ότι ασκούσαν κάποιο επάγγελμα και βρίσκονταν στην Αττική μαζί με όλη την οικογένειά τους.

Μέτοικοι λογίζονταν και οι «νόθοι», εκείνοι, των οποίων ο πατέρας ήταν γνήσιος Αθηναίος αλλά η μητέρα του ήταν ξένη. Ο Θεμιστοκλής, «νόθος» κι αυτός, είχε καταφέρει να εξαλείψει την διάκριση, αλλά, στα 451 π. Χ., με νόμο του Περικλή, περιέπεσαν και πάλι στην κατηγορία των μετοίκων οι «μητρόξενοι», όσοι είχαν μη Αθηναία μητέρα.

Για να μπορεί ένας μέτοικος να ζει απρόσκοπτα στην Αθήνα, έπρεπε να πληρώνει μετοίκιο, έναν φόρο 12 δραχμών για τους άνδρες και έξι για τις γυναίκες, ποσό ελάχιστο ως οικονομική επιβάρυνση. Κι ακόμα, έπρεπε να διαθέτει προστάτη, τον Αθηναίο εκείνο, που μπορούσε να βεβαιώσει ότι είχε τα προσόντα να ζει ελεύθερα στην Αθήνα και του έδινε το δικαίωμα να προσφύγει στην δικαιοσύνη, αν ποτέ χρειαζόταν κάτι τέτοιο. Όποιος μέτοικος δεν πλήρωνε το μετοίκιο ή δεν είχε προστάτη, γινόταν υπόλογος της «απροστασίου γραφής», του νόμου που προέβλεπε μήνυση εναντίον του και που την χειριζόταν ο πολέμαρχος, ο τρίτος από τους εννέα άρχοντες. Στην περίπτωση αυτή, ο κατηγορούμενος υπήρχε κίνδυνος να γίνει δούλος. Ο πολέμαρχος γενικά φρόντιζε για τα δικαιώματα των μετοίκων και τις κληρονομικές υποθέσεις τους. Όταν, όμως, κάποιος δολοφονούσε μέτοικο, δικαζόταν σε ειδικό δικαστήριο, το Παλλάδιο, που επιλαμβανόταν φόνους ξένων και δούλων ή ακούσιους. Αν κρινόταν ένοχος, του επιβαλλόταν ποινή εξορίας εφ’ όρου ζωής και όχι θανάτου, όπως συνέβαινε αν το θύμα ήταν Αθηναίος.

Μέτοικοι κατείχαν τις περισσότερες βιοτεχνίες και το εμπόριο βρισκόταν στα χέρια τους αλλά υπήρχαν ανάμεσά τους και απλοί επαγγελματίες, μάγειροι, κηπουροί και εργάτες. Και κάποιοι διακρίνονταν στα δημόσια έργα, τις τραπεζικές εργασίες καθώς και στις επιστήμες και τη φιλοσοφία. Αναφέρθηκε ήδη ο αρχιτέκτονας και πολεοδόμος, Ιππόδαμος, που έζησε τα πιο παραγωγικά του χρόνια στην Αθήνα. Κι ο φιλόσοφος Αναξαγόρας (γεννήθηκε στις Κλαζομενές της Ιωνίας γύρω στα 500 π. Χ.) εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όταν ήταν μόλις είκοσι χρόνων κι έμεινε στην πόλη ως τα πενήντα του (έφυγε, όταν κατηγορήθηκε για ασέβεια).

Αν και δεν είχαν ίσα με τους Αθηναίους πολιτικά δικαιώματα και ούτε τους επιτρεπόταν να αποκτήσουν γη και ιδιόκτητη κατοικία, οι μέτοικοι υπόκειντο στις ίδιες με τους πολίτες υποχρεώσεις: Επιστρατεύονταν, κυρίως ως φύλακες στα σύνορα, και κατέβαλλαν οι πλουσιότεροι από αυτούς εισφορά και χορηγία, σε έκτακτες περιπτώσεις, όπως και οι πλούσιοι Αθηναίοι. Κατά τα λοιπά, οι μέτοικοι, στην καθημερινότητά τους, ζούσαν όπως και οι Αθηναίοι, μετείχαν στην κοινωνική ζωή, καλούνταν σε συμπόσια ή οργάνωναν οι ίδιοι, συμμετείχαν στις γιορτές και γενικά δεν διέφεραν σε κάτι. Ήταν διάσπαρτοι σε ολόκληρη την Αττική αλλά οι περισσότεροι ζούσαν στον Πειραιά εξ αιτίας των επαγγελματικών δραστηριοτήτων τους και στον δήμο Μελίτης, έναν από τους πιο σημαντικούς της κλασικής εποχής.

 

Οι δούλοι στην Αθήνα

Στην αρχαία Αθήνα υπήρξε η πρώτη γνωστή μας μεγάλη συγκέντρωση σκλάβων. Στην Αρχαϊκή εποχή, Αθηναίοι δούλοι εργάζονταν στα κτήματα συμπολιτών τους (συχνά, επειδή δεν μπορούσαν να ξεπληρώσουν κάποιο χρέος). Με τη νομοθεσία του Σόλωνα (594 π. Χ.), αυτό καταργήθηκε με νόμο και απαγορεύτηκε του λοιπού το «δανείζειν επί σώμασι»53. Στο εξής, οι πλούσιοι Αθηναίοι αποκτούσαν σκλάβους από υπόδουλους λαούς εκτός Αττικής. Η πλειοψηφία τους προερχόταν από εμπορικές συναλλαγές με λαούς μη Ελλήνων γύρω από το Αιγαίο. Στην διάρκεια των κλασικών χρόνων (Ε’ μέχρι μέσα του Γ’ π. Χ. αιώνα), οι δούλοι αποτελούσαν περίπου το ένα τρίτο του πληθυσμού. Μια ιδιαίτερα αξιοσημείωτη θέση του σκλάβου απασχόλησης ήταν στα μεταλλεία αργύρου στο Λαύριο: Ένας ιδιώτης μπορούσε να εντοπίσει κάποιο κοίτασμα και να χρησιμοποιήσει τους σκλάβους του για να το εξορύξουν. Το κέρδος που συσσώρευε η απασχόληση δούλων θεωρείται ότι οδήγησε στην πρωτοκαθεδρία της Αθήνας. Με σημαντικό παράγοντα το γεγονός ότι οι επικρατούσες πολιτικές συνθήκες δεν επέτρεπαν την εκμετάλλευση των πολιτών. Οι δούλοι ήταν υπεύθυνοι για την ευημερία της Αθήνας και τον ελεύθερο χρόνο που απολάμβαναν οι πλούσιοι, οι οποίοι είχαν έτσι την άνεση να δημιουργήσουν την υψηλή διανόηση που θεωρείται η απαρχή του δυτικού πολιτισμού. Η ύπαρξη μεγάλης κλίμακας δουλείας κρίνεται ως υπεύθυνη για την άποψη των Αθηναίων σχετικά με την ελευθερία, κάτι που λογίζεται ως το βασικό θεμέλιο της δυτικής κληρονομιάς.

Οι δούλοι των Αθηναίων αγοράζονταν από τους δουλεμπόρους ή προέρχονταν κατευθείαν από αιχμαλώτους πολέμου. Ληστές και πειρατές έπεφταν πάνω σε απομονωμένες περιοχές ή σε πλοία και άρπαζαν άνδρες, γυναίκες και παιδιά που έπειτα πουλούσαν στους εμπόρους για μεταπώληση. Η πρώτη αρχαιοελληνική πόλη, στην οποία οργανώθηκε το δουλεμπόριο, ήταν η Χίος. Εκεί βρισκόταν και ένα από τα μεγαλύτερα σκλαβοπάζαρα της αρχαιότητας, με πιο μεγάλο αυτό της Δήλου, ενώ φημισμένα υπήρχαν και στη Σάμο και την Κύπρο. Στην Αττική, σκλαβοπάζαρο οργανωνόταν μια φορά κάθε μήνα στο Σούνιο αλλά και στην αθηναϊκή Αγορά. Τους πουλούσαν έναντι χρημάτων, οπότε ο δούλος ήταν «αργυρώνητος», ή τους αντάλλασσαν με αλάτι, οπότε ήταν «αλώνητος». Οι τιμές τους ποίκιλλαν ανάλογα με την ειδικότητα, τη δύναμη, το φύλο και την ηλικία τους: Εκείνοι που εργάζονταν ως απλοί εργάτες στα δημόσια έργα, κόστιζαν μια δραχμή την ημέρα, ενώ οι μεταλλωρύχοι στο Λαύριο άξιζαν ως και 180 δραχμές καθένας. Οι ειδικευμένοι, όμως, είχαν πολύ μεγαλύτερη αξία: 500 με 600 δραχμές άξιζε καθένας από τους 32 κατασκευαστές μαχαιριών στη βιοτεχνία του Δημοσθένη, πατέρα του συνονόματού του ρήτορα. Και περίπου το ίδιο οι είκοσι τεχνίτες του που εργάζονταν στην κατασκευή κλινών.

Οι Αθηναίοι αγόραζαν τους δούλους, φροντίζοντας να μην προέρχονται όλοι από την ίδια περιοχή, ώστε να αποφεύγονται οι ομαδοποιήσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε εξέγερση. Παρ’ όλα αυτά, τριακόσιοι αρχικά Σκύθες τοξότες, κρατικοί δούλοι της Αθήνας, είχαν αναλάβει την αστυνόμευση της πόλης και, με την πάροδο του χρόνου, έφτασαν τους χίλιους. Οπωσδήποτε, κάθε αθηναϊκό σπίτι είχε κατά μέσο όρο τρεις με τέσσερις δούλους, με την πλειοψηφία των Αθηναίων να διαθέτει τουλάχιστον ένα και πολύ λίγους να μην έχουν κανένα.

Οι δούλοι που ανήκαν στο κράτος, επάνδρωναν τις κρατικές υπηρεσίες (γραμματείς και κλητήρες) ή εκτελούσαν αστυνομικά χρέη ή εργάζονταν ως εργάτες στα δημόσια έργα στα ναυπηγεία και το νομισματοκοπείο ή ήταν απλοί οδοκαθαριστές. Την εποχή του Ξενοφώντα (τέλη Ε’ με αρχές Δ’ π. Χ. αιώνα), σε κάθε πολίτη αναλογούσαν τρεις κρατικοί δούλοι, ενώ υπήρχαν και οι «μισθοφορούντες δούλοι», αυτοί που εργάζονταν για το κράτος και αμείβονταν. Υπήρχαν και Αθηναίοι που διατηρούσαν μεγάλο αριθμό δούλων, τους οποίους νοίκιαζαν. Αναφέρεται ότι ο στρατηγός Νικίας νοίκιασε χίλιους για να δουλέψουν στα ορυχεία του Λαυρίου. Μια άλλη κατηγορία ήταν εκείνοι που συντηρούσαν βιοτεχνίες, αμείβονταν για τη δουλειά τους, κρατούσαν ένα μέρος της αμοιβής και απέδιδαν το υπόλοιπο στους ιδιοκτήτες τους.

Οι Αθηναίοι χρησιμοποιούσαν τους δούλους τους για τις δουλειές που δεν μπορούσαν ή απέφευγαν να κάνουν οι ίδιοι: Στις αγροτικές δουλειές στα κτήματά τους, εργάτες και εργάτριες στις βιοτεχνίες τους ή ως υπηρέτες και υπηρέτριες στα σπίτια τους. Συνόδευαν τα αγόρια στο σχολείο (παιδαγωγοί) ή τον ιδιοκτήτη τους στα ταξίδια του ή, σε περίοδο πολέμου, ήταν βοηθοί του στη μάχη.

Όταν κάποιος δούλος αγοραζόταν από Αθηναίο και έφτανε πρώτη φορά στο νέο του σπίτι, γινόταν επίσημα δεκτός: Του πρόσφεραν ξηρούς καρπούς και φρούτα, με τον ιδιοκτήτη να τον οδηγεί στο δωμάτιο, όπου θα κοιμόταν. Γνώριζε ότι μπορούσε να μεταπουληθεί, να κληροδοτηθεί ή να τον δανείσουν και ότι ουσιαστικά δεν είχε δικαιώματα. Ανάλογα με το πού απασχολιόταν, είχε την δυνατότητα να συγκεντρώσει το απαιτούμενο ποσό και να εξαγοράσει την ελευθερία του αλλά αυτό γινόταν σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις. Οπωσδήποτε, ενώ επιτρεπόταν ο βασανισμός δούλου, η ζωή του ήταν εγγυημένη στην Αθήνα. Είχε το δικαίωμα να αντιμιλήσει στον ιδιοκτήτη του, μια φορά τον χρόνο (στα «ποιθίγια», πρώτη μέρα των Ανθεστηρίων), μπορούσε να κάνει ανεξέλεγκτα ό,τι ήθελε, ενώ, αν ένιωθε καταπιεσμένος υπέρμετρα, κατέφευγε ικέτης σε ναό, όπως συνέβαινε και με τους ελεύθερους. Τιμούσε τους θεούς του ιδιοκτήτη του αλλά είχε το ελεύθερο να τιμά και τους δικούς του.

Οι δούλοι μπορούσαν να αποκτήσουν δική τους οικογένεια, στα πλαίσια των σπιτιών στα οποία ανήκαν, αλλά, γενικά, οι Αθηναίοι δεν ευνοούσαν την απόκτηση παιδιών από σκλάβες, επειδή η γέννα ήταν δύσκολη υπόθεση που υπήρχε πιθανότητα να καταλήξει στον θάνατο της μητέρας, οπότε χανόταν η επένδυση σ’ αυτήν. Όχι σπάνια, όμως, σκλάβες αποκτούσαν παιδιά από τον ιδιοκτήτη τους. Το γεννημένο από μια δούλα παιδί, είτε προερχόταν από άλλον δούλο είτε από τον ιδιοκτήτη της, αποκτούσε την κατάσταση της μητέρας του. Συχνά, όμως, ήταν ανεπιθύμητο καθώς η ανατροφή του κόστιζε στον ιδιοκτήτη περισσότερο από την αγορά ενός ενήλικα δούλου.

 

(τελευταία επεξεργασία, 31 Οκτωβρίου 2020)

Επικοινωνήστε μαζί μας