Κεφ. 6 Η γυναίκα στην αρχαία Αθήνα

Η ζωή στο πατρικό

Εφόσον επιζούσε από τον τοκετό και, ως νεογέννητη, δεν την εγκατέλειπαν οι γονείς της να πεθάνει, η γυναίκα στην αρχαία Αθήνα βρισκόταν σε πολύ καλύτερη θέση από τις ομόφυλές της στον ανδροκρατούμενο αρχαιοελληνικό κόσμο, με εξαίρεση τη Σπάρτη. Πολιτικά δικαιώματα δεν είχε καθώς πάντοτε βρισκόταν κάτω από την κηδεμονία κάποιου άνδρα (του πατέρα, του συζύγου ή του αρσενικού παιδιού της) και μεγάλωνε με την καλλιεργημένη από τα μικράτα της πεποίθηση ότι για τη μελλοντική ζωή της υπήρχαν μόνο τρεις επιλογές: Να παντρευτεί, οπότε από την εξουσία του πατέρα θα περνούσε σε εκείνη του συζύγου της, να γίνει εταίρα ή να καταλήξει δούλα. Υπήρχε, βέβαια, και η μικρή πιθανότητα να γίνει ιέρεια στον ναό κάποιας θεότητας, που όμως σήμαινε ότι ποτέ της δεν θα γνώριζε την χαρά της σεξουαλικής ζωής.

Ως τα εφτά του, το κορίτσι περνούσε τον καιρό του, όπως και το αγόρι, κάτω από την επίβλεψη της τροφού, μιας έμπιστης δούλας ή κάποιας ελεύθερης αλλά αναγκασμένης να δουλεύει για να τα βγάλει πέρα γυναίκας. Περνούσε τον χρόνο του μέσα στον γυναικωνίτη, το διαμέρισμα εκείνο του σπιτιού που αποτελούσε περίπου άβατο για τον ανδρικό πληθυσμό της οικογένειας (εκτός από τα αγόρια ως επτά χρόνων). Μοναδικός με το ελεύθερο να κινείται στον γυναικωνίτη ήταν ο άνδρας του σπιτιού. Στον γυναικωνίτη άλλωστε βρισκόταν και το υπνοδωμάτιο που φιλοξενούσε τη συζυγική κλίνη.

Η νεαρή Αθηναία μεγάλωνε αποκτώντας εμπειρική μόρφωση, τραγούδι και χορό από την ευκαιριακή διδασκαλία της μητέρας της ή, σε κάποιες περιπτώσεις, από δάσκαλους που η μεγαθυμία του πατέρα της το επέτρεπε. Εκείνο, όμως, που είχε υποχρέωση να μάθει ήταν η ικανότητα να διευθύνει τα του σπιτιού, στα οποία ο άνδρας ουσιαστικά δεν συμμετείχε, πέρα από την εξασφάλιση των αναγκαίων πόρων γι’ αυτό.

Δική της περιουσία η γυναίκα της αρχαίας Αθήνας δεν μπορούσε να έχει, εκτός από τα ρούχα και τα κοσμήματά της. Κι αν ο πατέρας της πέθαινε χωρίς αρσενικούς απογόνους, έπρεπε να παντρευτεί τον πλησιέστερο συγγενή του, τον αδελφό του συνήθως, αν υπήρχε, με την περιουσία να μην πηγαίνει στον γαμπρό αλλά απευθείας στο αρσενικό παιδί τους. Ήταν ο νόμος της «επίκληρου» που είχε θεσπίσει ο Σόλωνας και που προέβλεπε ακόμα, πως, αν η γυναίκα ήταν ήδη παντρεμένη, έπρεπε να χωρίσει για να πάρει σύζυγό της τον συγγενή. Σε περίπτωση που ο πλησιέστερος συγγενής ήταν παντρεμένος ή δεν ήθελε να παντρευτεί την ανιψιά του, η υποχρέωση περνούσε στον αμέσως επόμενο. Μοναδική που δεν της έπεφτε λόγος, ήταν η ίδια η επίκληρος. Και μοναδική περίπτωση να μην χωρίσει ήταν, αν είχε ήδη γιο, στον οποίο μεταβιβαζόταν η πατρική της περιουσία. Έτσι κι αλλιώς, τον ποιον θα παντρευτεί, το κανόνιζε ο πατέρας της, ο μόνος που είχε το νομικό δικαίωμα να την εκπροσωπεί, ώσπου η εξουσία αυτή να περάσει στον σύζυγο. Τόσο ο Ξενοφώντας, όσο και ο Αριστοτέλης, πίστευαν ότι ο γάμος είναι εμπορική πράξη. Πολύ σπάνια βασιζόταν στον αμοιβαίο έρωτα του ζευγαριού. Κατά κανόνα, ο χρόνος της συμβίωσης ήταν που επιδρούσε στο αν θα αναπτυσσόταν αγάπη και αλληλοσεβασμός. Άλλωστε, κατάλληλη ηλικία γάμου για τους Αθηναίους ήταν κλεισμένα τα δεκατέσσερα για το κορίτσι και τα εικοσιπέντε ως τριάντα για τον άνδρα. Με το διαζύγιο, συνήθως, να παραμένει ανδρική υπόθεση: Ο άνδρας είχε την δυνατότητα να χωρίσει τη γυναίκα του ακόμα και αν απλά δεν του έκανε κέφι να την βλέπει μπροστά του. Αρκούσε γι’ αυτό μια δήλωση μπροστά σε μάρτυρες και η επιστροφή της προίκας. Για να ζητήσει και να πάρει διαζύγιο μια γυναίκα, έπρεπε να αποδείξει ότι ο άνδρας της την κακομεταχειριζόταν, γεγονός αρκετά δύσκολο. Μπορούσε να κάνει αίτηση ακύρωσης του γάμου στα νόμιμα όργανα του κράτους, η ίδια είτε κάποιος εκπρόσωπός της, ο πατέρας της συνήθως. Οπωσδήποτε, ο άνδρας είχε δικαίωμα να σκοτώσει τον εραστή της γυναίκας του αλλά ο ίδιος μπορούσε να διατηρεί όσες ερωμένες ήθελε. Κι ακόμα, είχε το δικαίωμα να σκοτώσει και τον εραστή της παλλακίδας του, η οποία, ελεύθερη ή σκλάβα, βρισκόταν πάντα ένα σκαλί πιο κάτω από τη θέση της νόμιμης συζύγου. Όμως, τα παιδιά που γεννιούνταν από κάποιον Αθηναίο και την παλλακίδα του δεν αναγνωρίζονταν ως πολίτες. Με το καθεστώς της παλλακείας να μην είναι νόμιμο αλλά να γίνεται αποδεκτό από την αθηναϊκή κοινωνία. Κυρίως επειδή παλλακίδες καταντούσαν φτωχά κορίτσια που δεν διέθεταν προίκα, ώστε οι δικοί τους να αξιώσουν γάμο. Παλλακίδες λογίζονταν και οι εταίρες που είχαν μόνιμο και μακροχρόνιο δεσμό με κάποιον άνδρα.

Το πέρασμα στην έγγαμη ζωή

Η προίκα ήταν στην αρχαία Αθήνα βασική προϋπόθεση για να συμφωνηθεί από τον πατέρα και τον μέλλοντα γαμπρό ο γάμος. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για μια σύμβαση («εγγύη» την ονόμαζαν), σύμφωνα με την οποία ο πατέρας εγγυούταν ότι θα παραδώσει την κόρη του και ο υποψήφιος γαμπρός ότι θα την τιμούσε ως νόμιμη σύζυγό του. Σε ειδική τελετή, με τον γραμματικό να καταγράφει, γινόταν η απαρίθμηση των όσων η προίκα περιελάμβανε. Στη συνέχεια, η μέλλουσα νύφη αποχωριζόταν την παιδική της ηλικία. Γονατιστή, έσπρωχνε προς το βάθρο του αγάλματος της παρθένας θεάς Άρτεμης ένα προσεκτικά τυλιγμένο δέμα και της απηύθυνε τα λόγια:

«Τώρα που παντρεύομαι, ω Άρτεμη, σου αφιερώνω τα κύμβαλα54 , τα παιχνίδια που αγαπούσα, τον κεκρύφαλο55 που κρατούσε τα μαλλιά μου, μαζί μ’ έναν από τους βοστρύχους μου. Σου αφιερώνω τις κούκλες μου μαζί με τις φορεσιές τους, καθώς είναι σωστό, παρθένα εγώ, σε σένα παρθένα θεά».

Πάντα γονατιστή, ανασήκωνε ένα γεμάτο κρασί δοχείο και ξεκινούσε να το χύνει λίγο λίγο, σπονδή στους θεούς:

«Θυσιάζω σε σας, θεοί προστάτες του γάμου. Σε σένα, τέλειε Δία. Σε σένα, τέλεια Ήρα. Σε σένα, Αφροδίτη. Σε σένα, Πειθώ. Σε σένα, Άρτεμη. Σε σας, Νύμφες και Μούσες…».

Την ίδια ώρα, όρθιος μέσα σε ένα ποτάμι ή στην Εννεάκρουνο56, ο μέλλων γαμπρός δεχόταν αδιαμαρτύρητα το κατάβρεγμα, στο οποίο επιδίδονταν οι άντρες που τον τριγύριζαν. Στην όχθη, κάποια κορίτσια περίμεναν με άδεια δοχεία στα χέρια. Καθώς ο υποψήφιος γαμπρός έβγαινε από τα νερά, οι παριστάμενοι του εύχονταν «Καλά και γερά παιδιά».

Μετά, απομακρύνονταν όλοι συνοδεύοντας τον τιμώμενο στον ναό, να αφιερώσει στους θεούς τον δικό του βόστρυχο. Την ίδια ώρα, τα κορίτσια έσπευδαν να μπουν στο ποτάμι και να γεμίσουν τα άδεια δοχεία τους με νερό από το σημείο, όπου πριν οι άνδρες κατάβρεχαν τον υποψήφιο γαμπρό. Στη συνέχεια, έβγαιναν στην όχθη, παρατάσσονταν η μια πίσω από την άλλη και με τα δοχεία προτεταμένα καθεμιά στο ύψος του στήθους της, σχημάτιζαν πομπή. Η περίσταση απαιτούσε η υποψήφια νύφη να φορά έναν ελαφρύ χιτώνα και να τα περιμένει στο λουτρό. Τα κορίτσια την τριγυρνούσαν με πειράγματα και γέλια. Εκείνη έπρεπε να λύσει τον χιτώνα της και να τον αφήσει να πέσει στα πόδια της, μένοντας γυμνή. Καθένα με τη σειρά του, τα κορίτσια άδειαζαν το νερό από τα δοχεία στο κεφάλι της, επαναλαμβάνοντας:

«Καλά και γερά παιδιά».

Πια, όλα ήταν έτοιμα για να ξεκινήσει η τριήμερης διάρκειας τελετή του γάμου. Την πρώτη από τις τρεις μέρες, ο γαμπρός διανυκτέρευε στο σπίτι του πεθερού του, όπου η μέλλουσα σύζυγος του παρέδιδε τα «προαύλια57 δώρα», ένα είδος χλαμύδας, την απαυληστηρία. Κατά το έθιμο, ο γαμπρός κοιμόταν μαζί με ένα κοριτσάκι που είχε ζωντανούς και τους δυο γονείς του.

Την επομένη, πάλι στο σπίτι του πεθερού, δινόταν το γαμήλιο συμπόσιο. Η στολισμένη με κλαδιά ελιάς και δάφνης είσοδος του σπιτιού έδινε δημόσιο σήμα για την γιορτή. Η μέλλουσα νύφη, ολόλευκα ντυμένη, κάλυπτε το πρόσωπό της με ένα πέπλο, ενώ τη στόλιζαν διάδημα και αστραφτερά κοσμήματα. Ντυμένος κατάλευκη φορεσιά, με το καμωμένο από κλαδιά ελιάς στεφάνι του γαμπρού να στολίζει το κεφάλι του, ο μέλλων σύζυγος περίμενε καρτερικά να τελειώσει το φαγοπότι (περιλάμβανε απαραίτητα και γλυκό με σουσάμι και μέλι), οπότε ο πεθερός θα του παρέδιδε τη νύφη με τους συνδαιτυμόνες να εύχονται:

«Καλά και γερά παιδιά».

Μια άμαξα που μετέφερε και την κινητή προίκα της νύφης, οδηγούσε το ζευγάρι στο σπίτι του γαμπρού. Προηγουμένως, οι καλεσμένοι πρόσφεραν τα δικά τους δώρα κι έραιναν το ζευγάρι με αμύγδαλα, φιστίκια και φουντούκια, ενώ η μητέρα της νύφης παρέδιδε στην κόρη της ένα τηγάνι κι ένα κόσκινο. Στο σπίτι του γαμπρού, ακολουθούσε η τελετή των Επαύλιων, με εκείνη να κοιμάται με ένα αγοράκι που είχε ζωντανούς και τους δυο γονείς.

Η τρίτη μέρα ήταν η πιο σπουδαία των γαμήλιων τελετών. Ονομαζόταν (τα) ανακαλυπτήρια και περιλάμβανε την αφαίρεση του πέπλου και αποκάλυψη της νύφης στον σύζυγο και τα μέλη της οικογένειάς του, πια με την ιδιότητα της νόμιμης συζύγου, στην οποία η πολιτεία είχε δώσει την εντολή να γεννήσει νόμιμους απογόνους. Την ημέρα εκείνη, ο γαμπρός έδινε στη σύζυγό του τα δικά του δώρα.

Πια, μπορούσαν να ξεκινήσουν την έγγαμη ζωή τους.

Η καθημερινή ζωή της Αθηναίας

Στην Αθήνα, η παντρεμένη γυναίκα δεν είχε δικαίωμα συμμετοχής στα κοινά της πόλης, δεν μπορούσε να μετέχει στην πολιτική ζωή ούτε να έχει γνώμη για οποιοδήποτε θέμα που απασχολούσε την Αττική.

Στην πραγματικότητα, ήταν «η βασίλισσα του σπιτιού». Αυτή καθόριζε και επέβλεπε τις κάθε είδους εργασίες του νοικοκυριού, από την ανανέωση των αναλώσιμων της αποθήκης μέχρι το μαγείρεμα κι από την προμήθεια νερού από τις πηγές ή τις κρήνες μέχρι την τακτοποίηση των επίπλων και τη λάτρα. Φρόντιζε για την απόδοση τιμών στους «εφέστιους» θεούς, την Εστία και εκείνους που λατρεύονταν στο σπίτι, και περνούσε ώρες υφαίνοντας και γνέθοντας. Κι όταν αποκτούσε παιδί, επέβλεπε την ανατροφή του.

Σε περίπτωση όμως που η οικογένεια δεν διέθετε δούλους και δούλες, στους ώμους της έπεφταν όλες οι δουλειές. Κι αν ήταν χήρα και φτωχή, έπρεπε και να εργάζεται στα χωράφια ή σε άλλα σπίτια, συνήθως ως τροφός, με πολύ μικρό μεροκάματο, καθώς υπήρχε ο ανταγωνισμός από τις δούλες.

Αντάλλασσε επισκέψεις με γνωστές και φίλες, καθώς είχε το ελεύθερο να κυκλοφορεί έξω από το σπίτι είτε μόνη είτε με τη συνοδεία του συζύγου ή κάποιας δούλας. Ένα από τα κύρια θέματα συζητήσεων με τις άλλες γυναίκες ήταν η επιλογή των επικεφαλής στις θρησκευτικές γιορτές, στις οποίες οι Αθηναίες μετείχαν, καλύπτοντας τον περισσότερο χρόνο της κοινωνικής τους ζωής.

Τα Θεσμοφόρια, γιορτή μόνο για γυναίκες που γινόταν τον μήνα Πυανεψίωνα (τέταρτο του αττικού ημερολογίου, περίπου τέλη του Σεπτέμβρη με αρχές του Οκτώβρη) προς τιμή της Δήμητρας, τις απασχολούσαν γύρω στις πέντε μέρες: Οι δύο αφορούσαν τις προετοιμασίες και οι υπόλοιπες τρεις την καθαυτό γιορτή. Γινόταν σε ανάμνηση της εισαγωγής των νόμων (θεσμών) της πολιτισμένης ζωής του ανθρώπου, που η θεά Δήμητρα δίδαξε. Την χρηματοδότηση των τελετών αναλάμβαναν58 παντρεμένες γυναίκες που είχαν προίκα αξίας τριών ταλάντων και πάνω.
Η προετοιμασία περιλάμβανε τους καθαρμούς, ένας από τους οποίους ήταν η αυστηρή αποχή κάθε είδους επαφής και επικοινωνίας (και, κατά κάποιες μαρτυρίες, εννεαήμερη αποχή από κάθε σεξουαλική επαφή) με τους συζύγους τους. Για τον λόγο αυτόν, επί δυο μέρες κάθονταν και κοιμούνταν σε σημείο στρωμένο με ένα συγκεκριμένο χορτάρι που, όπως πίστευαν, είχε «καταλυτική επίδραση και καθαρτική δύναμη». Στην προετοιμασία για τα Θεσμοφόρια περιλαμβανόταν και η γιορτή που ονομαζόταν Στήνια. Στη διάρκειά της, οι γυναίκες πείραζαν η μια την άλλη, βλαστημούσαν ελεύθερα κι έκαναν «απρεπείς χειρονομίες» με σεξουαλικά υπονοούμενα.
Την πρώτη ημέρα της γιορτής (την ονόμαζαν Άνοδο ή Κάθοδο), οι Αθηναίες σχημάτιζαν πομπή από την Αθήνα μέχρι την Ελευσίνα, κρατώντας στα κεφάλια τους «ιερούς νόμους» και σύμβολα της πολιτισμένης ζωής. Διανυκτέρευαν στην ιερή πόλη της Δήμητρας προχωρώντας σε μυστηριακές τελετές, άσχετες με τα Ελευσίνια μυστήρια, και περνούσαν εκεί την δεύτερη μέρα της γιορτής: Λεγόταν Νηστεία και ήταν ημέρα πένθους. Οι γυναίκες κάθονταν γύρω από το άγαλμα της θεάς κι έτρωγαν μόνο «σησαμούντας», τροφές με κύριο συστατικό το σουσάμι. Η ημέρα αυτή ήταν αργία για την Βουλή και για την Εκκλησία του Δήμου, ενώ οι γυναίκες έκαναν αντίστροφη πορεία, ξυπόλυτες από την Ελευσίνα προς την Αθήνα: Ακολουθούσαν μια άμαξα που μετέφερε καλαμένια κάνιστρα, γεμάτα «μυστικά σύμβολα».
Η τρίτη μέρα των Θεσμοφορίων ονομαζόταν Καλλιγένεια, το όνομα της τροφού ή ακολούθου ή ιέρειας ή κόρης της θεάς από τον Δία. Η μέρα περνούσε με γέλια, πειράγματα και κωμικές γκριμάτσες, σε ανάμνηση της (υπηρέτριας του εκεί βασιλιά) Ιάμβης που, με τα αστεία της, προσπάθησε να κάνει τη θεά να γελάσει, όταν την είδε λυπημένη τότε που τα βήματά της την έφεραν στην Ελευσίνα, όταν αναζητούσε την αρπαγμένη από τον Άδη κόρη της, Περσεφόνη.
Καθαρά γυναικείες γιορτές ήταν ακόμα τα Σκιροφόρια, που περιλάμβαναν και διανυκτέρευση των γυναικών στην ύπαιθρο, καθώς και τα αρρηφόρια (και οι δυο τελούνταν περίπου τον σημερινό Ιούνιο).
Πολυήμερες γιορτές με τη συμμετοχή γυναικών γίνονταν στον μήνα Ποσειδεώνα (στα όρια του σημερινού Δεκέμβρη). Ήταν «τα κατ’ αγρόν Διονύσια», τα οποία ακολουθούνταν από τα «Αλώα». Με αυτές τιμούσαν την Αλωαία Δήμητρα (από την τοποθεσία Άλως Τριπτόλεμου, στην Ελευσίνα), τον Διόνυσο και τον Ποσειδώνα. Και σ’ αυτές, πομπές ξεκινούσαν από την Αθήνα και κατέληγαν στην Ελευσίνα, όπου μια άσχετη με τα ελευσίνια μυστήρια ιέρεια, μυούσε μόνο γυναίκες στα μυστικά της γιορτής. Την τελευταία ημέρα, οι γυναίκες ξεχύνονταν γυμνές στους δρόμους, χορεύοντας προκλητικά, πετώντας πειράγματα η μια στην άλλη κι ανταλλάσσοντας αισχρολογίες. Προς το βράδυ, έτρωγαν όλες μαζί το πλούσιο σε καρπούς της γης και της θάλασσας δείπνο.
Τέλη του Μάρτη, κατά τον Ν. Γ. Πολίτη, γιορτάζονταν τα Αδώνια, γιορτή μόνο για γυναίκες. Διαρκούσε τρεις μέρες αλλά απαιτούσε άλλες εννέα προετοιμασίας. Γινόταν σε ανάμνηση του θανάτου και της ανάστασης του Άδωνη59, του θανάτου και της ανάστασης της φύσης. Οι δυο πρώτες μέρες ήταν αφιερωμένη στο πένθος και την κηδεία του Άδωνη: Τοποθετούσαν στις εισόδους των σπιτιών ή σε «νεκρικές κλίνες» στα δωμάτιά τους, κέρινες κούκλες που παρίσταναν τον όμορφο νεαρό. Τον στόλιζαν με λουλούδια και με τους «κήπους του Άδωνη», πήλινες γλάστρες ή ταψιά από πηλό, όπου (εννέα ημέρες πριν) είχαν φυτέψει μάραθα και μαρούλια ή όποιο άλλο φυτό βλασταίνει και μαραίνεται γρήγορα, όπως γρήγορα και πρόωρα μαράθηκε η νιότη του Άδωνη. Ο στολισμός συμπληρωνόταν με ομοιώματα πουλιών, Ερώτων και ζώων αλλά και με κουλουράκια ειδικά ζυμωμένα για την περίσταση.

Στα σπίτια γίνονταν όλα όσα επιβάλλουν τα έθιμα σε περίπτωση θανάτου κάποιου οικείου προσώπου. Μετά, οι γυναίκες έπαιρναν τα ανθοστόλιστα κέρινα ομοιώματα του Άδωνη και τα περιέφεραν στους δρόμους, γυμνόστηθες και με λυμένα μαλλιά, κλαίγοντας και ψάλλοντας πένθιμους ύμνους (τα «αδωνίδια»), ενώ τις συνόδευαν μουσικοί με ειδικούς αυλούς (τις «γίγγρες»). Οι πομπές, που είχαν κάτι από τους σημερινούς επιτάφιους, κατέληγαν εκεί όπου υπήρχαν νερά (ποτάμι, λίμνη, ακρογιαλιά) με τα ομοιώματα του Άδωνη να ρίχνονται σ’ αυτά. Η τελετή ονομαζόταν «αφανισμός» ή «Αδωνι(α)σμός». Η τρίτη μέρα της γιορτής, η εύρεσις, ήταν τελείως διαφορετική, με γλέντια και φαγοπότι, καθώς ο Άδωνης ανασταινόταν και πήγαινε να συναντήσει τη σύντροφό του θεά Αφροδίτη.

Συνολικά, οι 170 καταμετρημένες θρησκευτικές γιορτές της Αθήνας, στις οποίες συμμετείχαν γυναίκες (σε κάποιες μόνον αυτές), έδιναν μεγάλη διέξοδο στις Αθηναίες για συμμετοχή στην κοινωνική ζωή της πόλης.

Η υποδοχή των νεογέννητων
Η γέννα ήταν χαρμόσυνο αλλά βρόμικο γεγονός: Μιαρό, όπως και ο θάνατος. Για τον λόγο αυτόν απαγορευόταν να συμβεί μέσα σε κάποιον ναό. Και η λεχώνα κι όσοι ήρθαν σε επαφή μαζί της ή απλά έτυχε να βρίσκονται στο σπίτι την ώρα του τοκετού, είχαν εξίσου μολυνθεί, οπότε, όσο διαρκούσε το μίασμα, δεν τους επιτρεπόταν η είσοδος σε ιερούς τόπους ούτε η συναναστροφή με άλλους. Για τη μητέρα, το μίασμα αυτό μάλλον ευεργετικό ήταν. Για να απαλλαγεί, έπρεπε να μείνει απομονωμένη στο σπίτι για τουλάχιστον δέκα ημέρες και να έρχεται σε επαφή με άλλους μόνο για τα απολύτως αναγκαία. Κι αυτό σήμαινε όχι δουλειές και όχι σκοτούρες: Μπορούσε να ανασάνει και να δυναμώσει, καθώς συνερχόταν από την ταλαιπωρία.
Για τους λοιπούς που ήρθαν σε επαφή μαζί της, χρειαζόταν η τελετή του καθαρμού. Την πέμπτη ημέρα μετά την γέννα, καθάριζαν το σπίτι και τοποθετούσαν στην εξώπορτα τα διακριτικά που φανέρωναν το φύλο του νεογέννητου: Ένα στεφάνι από κλαδί ελιάς, αν ήταν αγόρι, μια μάλλινη ταινία δεμένη με όμορφο τρόπο, αν ήταν κορίτσι. Μια τροφός ή ο πατέρας του μωρού, περιέφερε το νεογέννητο γύρω από το σπίτι. Ακολουθούσαν συγγενείς και φίλοι που σχημάτιζαν πομπή. Ήταν η τελετή, που ονομαζόταν (τα) «αμφιδρόμια» και σήμαινε την επίσημη υποδοχή του νέου μέλους της οικογένειας. Για τις οικογένειες που δεν διέθεταν χρήματα να ξοδεύουν σε πολλαπλές τελετές, η ημέρα αυτή συγχωνευόταν και με την ιεροπραξία της ονοματοδοσίας στο βρέφος. Για τους έχοντες, η σχετική τελετή γινόταν την έβδομη μέρα60. Αφού δινόταν στο νεογέννητο το όνομά του, ακολουθούσαν θυσίες στους εφέστιους θεούς, με το κρέας τους να αποτελεί κύριο γεύμα στο συμπόσιο που ακολουθούσε. Σε αυτό, συμμετείχαν και οι δούλοι της οικογένειας, ενώ όλοι οι συνδαιτυμόνες πρόσφεραν δώρα για το νέο μέλος.
Για το νεογέννητο αγόρι (και ίσως και για το κορίτσι) ακολουθούσε η γιορτή των απατουρίων, που γινόταν τον μήνα Πυανεψυώνα (περίπου Σεπτέμβρη). Ήταν τριήμερη με την πρώτη ημέρα να ονομάζεται δόρπεια (ή δορπία, η ώρα του δείπνου). Περιλάμβανε συμπόσιο των μελών κάθε φρατρίας, το οποίο παρέθετε το πλουσιότερο μέλος της. Την δεύτερη μέρα, που λεγόταν ανάρρησις, ο πατέρας του νεογέννητου, ως «μεταγωγός», θυσίαζε μια κατσίκα στον φράτριο Δία, την φράτρια Αθηνά και τον Απόλλωνα τον πατρώο. Την τρίτη ημέρα, γνωστή ως κουρεώτιδα (από τον κούρο, αγόρι), γινόταν η υποδοχή των νέων μελών της φρατρίας. Ο πατέρας ορκιζόταν ότι το νεογέννητο ήταν δικό του παιδί από μητέρα που ήταν η νόμιμη γυναίκα του. Τα Απατούρια αποτελούσαν πανάρχαιο εορτασμό των Ιώνων και συνδέονταν με την βαθιά πίστη των Αθηναίων στο γένος και στη διαφύλαξη της γνησιότητάς του.
Η Αθηναία και ο θάνατος
Με τη νομοθεσία του Σόλωνα, η φροντίδα των ηλικιωμένων Αθηναίων από τα παιδιά τους έγινε υποχρεωτική. Οι τραυματίες πολέμου λάβαιναν σύνταξη από την πολιτεία που συχνά συνεισέφερε στην διαβίωση των πιο φτωχών. Όμως, η γηροκόμιση των γερόντων από τα παιδιά τους και η φροντίδα για την αξιοπρεπή ταφή τους, όταν πέθαιναν, ήταν καθήκον της οικογένειας που κανένας δεν σκεφτόταν να παραμελήσει. Άλλωστε, αν διαπιστωνόταν ότι κάποιος παραμελούσε τους γέροντες του σπιτιού του ή τους εγκατέλειπε, πλήρωνε βαρύ πρόστιμο, με την τιμωρία να φτάνει ως αφαίρεση των πολιτικών του δικαιωμάτων και την εξορία.
Η υλοποίηση των καθηκόντων αυτών ήταν καθαρά γυναικείο θέμα. Η γυναίκα φρόντιζε τους γέροντες του σπιτιού ή επέβλεπε την φροντίδα τους, όταν αυτή είχε ανατεθεί σε δούλες. Και, σε περίπτωση θανάτου, άσχετα με την ηλικία του νεκρού, οι γυναίκες επωμίζονταν τις ευθύνες της διεκπεραίωσης των τελετών.
Το τυπικό με το οποίο οι Αθηναίοι αποχαιρετούσαν τον νεκρό, περιλάμβανε τέσσερις φάσεις: Ήταν η πρόθεση, η εκφορά, η ταφή ή καύση και το περίδειπνο. Συνήθως αναλάμβαναν να το φέρουν σε πέρας οι «επιβάλλοντες», οι κληρονόμοι του νεκρού. Γυναίκες έπλεναν τα σώμα και το έραιναν με αρώματα, έλουζαν τα μαλλιά του και τα έκοβαν κοντά, όπως κοντά τα έκοβαν και οι συγγενείς του νεκρού. Τον έντυναν με καθαρά, συνήθως λευκά, ρούχα και τον τοποθετούσαν στο νεκροκρέβατο, κρεβάτι ή τραπέζι, με τις πατούσες των ποδιών στραμμένες προς την έξοδο του σπιτιού. Στο στόμα του, ανάμεσα στα δόντια, τοποθετούσαν έναν οβολό, πορθμείο για τον Χάρο στην Αχερουσία, όταν θα περνούσε στον Άδη. Κάτω από το κεφάλι του, έβαζαν ένα μαξιλάρι με λουλούδια. Πλάι στον νεκρό, ένα μεγάλο προσκεφάλι φιλοξενούσε τον χιτώνα που προτιμούσε να φορά όσο ζούσε, το σπαθί, ξηρούς καρπούς και δυο αγγεία. Σε μιαν άκρη, μοιρολογίστρες μουρμούριζαν λόγια ακατάληπτα. Μια υδρία γεμάτη νερό, φερμένο από άλλο σπίτι, έμενε αφημένη πλάι στην θύρα της εισόδου. Ένα λυχνάρι έκαιγε σκορπώντας αχνό φως στη μισοσκότεινη αίθουσα. Οι γνωστοί και φίλου που κατέφθαναν να υποβάλουν τα σέβη τους, αφού χαιρετούσαν τους πενθούντες, κατευθύνονταν στην έξοδο, έπαιρναν νερό από την υδρία και ράντιζαν τα πρόσωπά τους.
Μέσα στη νύχτα, αρκετά πριν να ξημερώσει, ξεκινούσε η φάση της εκφοράς. Δεν έπρεπε να γίνει ημέρα για να μην υπάρξει μόλυνση από το σώμα του νεκρού που θεωρούσαν ότι ήταν μολυσμένο. Σχηματιζόταν μια πομπή κάτω από το φως δαυλών. Αν ο νεκρός είχε σκοτωθεί στον πόλεμο, βάδιζαν μέχρι τον έξω Κεραμεικό, όπου θάβονταν ή αποτεφρώνονταν οι θανόντες σε μάχη. Μπροστά βάδιζε μια δούλα που κρατούσε το προσκέφαλο με τα προσωπικά είδη του νεκρού. Ακολουθούσαν οι άνδρες που φορούσαν μαύρους χιτώνες και κρατούσαν το ξύλινο φορείο με τον νεκρό. Πίσω τους, προχωρούσαν οι πιο στενοί συγγενείς. Πιο πίσω, τέσσερις αυλήτριες έπαιζαν πένθιμους ήχους. Μετά, έρχονταν οι υπόλοιποι συγγενείς και οι φίλοι. Όταν έφταναν στον χώρο όπου θα γινόταν η τελετή της ταφής ή της καύσης, ενταφίαζαν τον νεκρό ή τον τοποθετούσαν στην πυρά, περιμένοντας ώσπου αυτή να σβήσει. Με το που γινόταν και αυτό, οι άνδρες με τους μαύρους χιτώνες μάζευαν με προσοχή τη στάχτη, την τοποθετούσαν σε μια τεφροδόχο και την παρέδιδαν στον πιο στενό συγγενή. Αργότερα, θα την τοποθετούσαν στο δημόσιο μνημείο…
Ο ήλιος ξεπρόβαλλε πάνω από τον Υμηττό, όταν έπαιρναν τον δρόμο της επιστροφής. Ήταν η ώρα του περίδειπνου: Συμπόσιο, στο οποίο παρακάθονταν όλοι, όσοι είχαν μετάσχει στην κηδεία. Μια ημέρα αργότερα, γινόταν ο εξαγνισμός του σπιτιού με νερό από τη θάλασσα. Νέες τελετές για να τιμηθεί ο νεκρός πραγματοποιούνταν τις τρίτη, ένατη, τριακοστή μέρα από την κηδεία και στην επέτειο του θανάτου. Όμως, έπεφτε βαρύ πρόστιμο, σε όποιον το παράκανε με τα μοιρολόγια στις κηδείες.
Οι Αθηναίοι τιμούσαν τους νεκρούς τους και στην γιορτή των Ανθεστηρίων, οπότε, όπως πίστευαν, οι ψυχές τους εγκατέλειπαν τον Άδη και επέστρεφαν στη γη. Ξαναγυρνούσαν στον Άδη, την τρίτη και τελευταία ημέρα της γιορτής61, ενώ κάποιες που αρνιόνταν να το πράξουν, οι νοικοκυραίοι τις εξόρκιζαν να φύγουν φωνάζοντας:

«Έξω από το σπίτι, ψυχές! Τα Ανθεστήρια τέλειωσαν».

Επιφανείς γυναίκες

Στην Αττική της αρχαιότητας, έχουν μετρηθεί περίπου δυο χιλιάδες ναοί και ιερά τεμένη. Από αυτά, όσα ήταν αφιερωμένα σε γυναικείες θεότητες (που ήταν και τα περισσότερα), διέθεταν γυναίκες πρωθιέρειες και ιέρειες, πρόσωπα σεβαστά στην αθηναϊκή κοινωνία. Ασκούσαν εξουσία και απολάμβαναν ανώτατες τιμές. Έμπαιναν επικεφαλής στις πομπές, άναβαν την πυρά των βωμών και καθόριζαν το τελετουργικό των θυσιών. Είχαν την ευθύνη της διοίκησης των ναών, κρατούσαν τα κλειδιά τους και διαχειρίζονταν τον θησαυρό τους.

Οι συνεδριάσεις της Βουλής και της Εκκλησίας του Δήμου σχεδόν πάντα ξεκινούσαν με τα όποια θρησκευτικά ζητήματα υπήρχαν. Οι ιέρειες έπαιρναν τον λόγο σ’ αυτές και αγόρευαν, με το ακροατήριο να δίνει ιδιαίτερη προσοχή στα λεγόμενά τους. Οι ίδιες είχαν την εξουσία να βάζουν τη σφραγίδα τους σε επίσημα έγγραφα, ενώ δεν ήταν λίγες όσες ευεργετούσαν την πόλη, χρηματοδοτώντας ακόμα και δημόσια έργα. Η αθηναϊκή πολιτεία τις τιμούσε, όσο ζούσαν, και τις κήδευε «δημοσία δαπάνη», όταν πέθαιναν, ενώ αγάλματα και ανάγλυφα με τις μορφές τους κοσμούσαν δημόσιους χώρους αλλά και τους τάφους τους.

Κάποιες Αθηναίες γίνονταν ιέρειες, επειδή ανήκαν σε γένος που είχε αποκλειστικό δικαίωμα να τις παρέχει: Ο πιο ηλικιωμένος του γένους των Βουτάδων, κληροδοτούσε το αξίωμα της ιέρειας της Αθηνάς Πολιάδος στη μεγαλύτερη από τις κόρες του. Κι όταν τελείωνε η θητεία της, ιέρεια γινόταν η μεγαλύτερη κόρη του πιο μεγάλου από τα αδέλφια της.

Ιέρειες, όμως, στους περισσότερους ναούς είχαν την δυνατότητα να γίνουν όλες οι γυναίκες είτε με κλήρωση είτε με επιλογή ανάμεσα σε περισσότερες της μιας υποψήφιες είτε μέσω εκλογικής διαδικασίας.

Διάσημη στους αιώνες έμεινε η ιέρεια Διοτίμα, από την Μαντινεία της Αρκαδίας, την οποία αναφέρει ο Πλάτωνας στο «Συμπόσιό» του. Κάποιοι θεωρούν ότι πρόκειται για φανταστικό πρόσωπο αλλά, εκτός από την εκτενή αναφορά στον πλατωνικό διάλογο, τη μνημονεύουν ο Ξενοφώντας και ο νεοπλατωνικός φιλόσοφος Πρόκλος. Ο πρώτος αναφέρει ότι κατείχε τα πιο δυσνόητα θεωρήματα της γεωμετρίας και ο δεύτερος την θεωρεί «πυθαγορική». Τη θεωρούσαν γνώστρια της «πυθαγόρειας αριθμοσοφίας» (του «ιερού μυστήριου των αριθμών - συμβόλων, των σχέσεών τους και της συνάφειάς τους, με την Υπόσταση και την Αρχή των Πάντων»), ενώ, στη σύγχρονη εποχή, το όνομά της σηματοδοτεί φιλοσοφικές, επιστημονικές και κοινωνικές αναζητήσεις σε παγκόσμια κλίμακα αλλά και δράσεις για την ισότητα ανδρών και γυναικών.

Στο «Συμπόσιο», ο Σωκράτης φέρεται να λέει ότι η Διοτίμα ήταν η ιέρεια που τέλεσε θυσίες στην Αθήνα και ανέβαλε για κάποια δέκα χρόνια την έλευση του λοιμού (του 430/429 π. Χ.). Και ότι αυτή του έμαθε τα μυστήρια του Έρωτα που είναι γεμάτος αντιφάσεις, καθώς (κατ’ αυτήν) γεννήθηκε από την Πενία (φτώχεια) και τον Πόρο (πλούτο).

Διάσημη στα χρόνια της έγινε και η Αγνοδίκη, η, παγκόσμια, πρώτη γυναικολόγος. Γεννήθηκε στην Αθήνα του Δ’ π. Χ. αιώνα κι από μικρή ήθελε να γίνει γιατρός, επάγγελμα που ο νόμος δεν επέτρεπε να ασκηθεί από γυναίκες. Μεταμφιέστηκε σε νεαρό άνδρα και φοίτησε πλάι στον Ηρόφιλο από την Χαλκηδόνα της Μ. Ασίας, φημισμένο γιατρό και ανατόμο της αρχαιότητας που έδρασε στην Αλεξάνδρεια (περί το 300 π. Χ.). Συχνά, οι γυναίκες της εποχής της πέθαιναν από επιπλοκές της εγκυμοσύνης ή του τοκετού, επειδή ντρέπονταν να δεχτούν τις υπηρεσίες ανδρών γιατρών. Η Αγνοδίκη επισκεπτόταν τις έγκυες με προβλήματα, τις αποκάλυπτε το φύλο της και κατόρθωνε να τις οδηγήσει σε ασφαλή τοκετό. Οι πελάτισσές της φύλαγαν καλά το μυστικό της και τη σύστηναν στις γνωστές τους. Η πελατεία της αυξανόταν με γοργούς ρυθμούς, ώσπου άλλοι γιατροί (που φυσικά αγνοούσαν το φύλο της) κατάγγειλαν ότι οι γυναίκες την προτιμούσαν, επειδή εκμεταλλευόταν το λειτούργημά της και αποκτούσε σεξουαλικές σχέσεις με τις πελάτισσες. Στο δικαστήριο, η Αγνοδίκη αναγκάστηκε να αποκαλύψει ότι ήταν γυναίκα, οπότε και αθωώθηκε. Την παρέπεμψαν σε νέα δίκη, επειδή είχε παραβεί τον νόμο που απαγόρευε την άσκηση της ιατρικής στις γυναίκες. Προσήλθαν, όμως, μάρτυρες υπεράσπισης σχεδόν όλες οι πελάτισσές της, ανάμεσά τους και κόρες έγκριτων οικογενειών, με αποτέλεσμα οι δικαστές να βρεθούν σε πολύ δύσκολη θέση και να καταλήξουν σε καταλυτική απόφαση: Κατάργησαν τον νόμο που απαγόρευε την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος από γυναίκες, οπότε, επειδή πια απαγόρευση δεν υπήρχε, την αθώωσαν. Ήταν μια ιστορική κατάκτηση για το γυναικείο κίνημα που, ως τότε, εμβρυακά αντιπροσωπευόταν από τις ιέρειες.

Μια άλλη γυναίκα, η Αξιοθέα από τον Φλειούντα της Πελοποννήσου, εμφανιζόταν ως άνδρας για να μπορέσει να φοιτήσει στην Ακαδημία του Πλάτωνα. Συνέχισε τις σπουδές της και μετά τον θάνατο του ιδρυτή της σχολής, έχοντας δάσκαλό της τον ανιψιό και διάδοχο του Πλάτωνα, φιλόσοφο Σπεύσιππο (το 347 π. Χ.). Δίδαξε μαθηματικά και φυσική στην Αθήνα και στην Κόρινθο.

Μαθήτρια του Πλάτωνα και, στη συνέχεια, του Σπεύσιππου, του οποίου έγινε σύντροφος, ήταν και η Λασθενία, στην οποία οφείλεται και ο ορισμός της σφαίρας. Είχε γεννηθεί στην Μαντινεία της Πελοποννήσου και έφτασε στην Αθήνα, έχοντας ακούσει για τη διδασκαλία του Πλάτωνα. Σε ένα τμήμα από τους παπύρους της Οξυρρύγχου (πόλης της Άνω Αιγύπτου, όπου βρέθηκαν), αναφέρεται μια έφηβη μαθήτρια του Πλάτωνα, της οποίας περιγράφονται τα χαρακτηριστικά, με αποτέλεσμα άλλοι να θεωρούν ότι αναφέρεται στην Αξιοθέα και άλλοι στην Λασθενία, ενώ κάποιοι δεν αποκλείουν να πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο.

Οι εταίρες, η Λέαινα και η Ασπασία
Ανάμεσα στις διάσημες γυναίκες της αρχαίας Αθήνας, ξεχωριστή θέση είχαν κάποιες εταίρες, που ζούσαν στην Αττική και οι οποίες σπάνια προέρχονταν από αθηναϊκές οικογένειες. Ήταν όμορφες, καλλιεργημένες, ανεξάρτητες, διαχειρίζονταν οι ίδιες τις περιουσίες τους και είχαν την ευχέρεια να μετέχουν στα συμπόσια ως περιζήτητες σύντροφοι. Σύντροφος, άλλωστε, σημαίνει και η λέξη εταίρα που χαρακτηρίζει το επάγγελμά τους. Δεν πληρώνονταν όπως οι πόρνες για μια σεξουαλική συνεύρεση αλλά δέχονταν δώρα ή διέθεταν τον εαυτό τους για να ευχαριστήσουν τους θαυμαστές τους που ανταποκρίνονταν πλουσιοπάροχα. Οι πιο πολλές ανήκαν στον χώρο των μετοίκων και έφθαναν στην Αττική ακόμα και από μακρινά μέρη.

Διάσημη εταίρα του ΣΤ’ π. Χ. αιώνα έμεινε η Λέαινα, σύντροφος του Αρμόδιου που, το 514 π. Χ., μαζί με τον Αριστογείτονα, σκότωσε τον τύραννο Ίππαρχο. Ο αδελφός του, Ιππίας, συνέλαβε τη Λέαινα και την βασάνισε, προσπαθώντας να την κάνει να ομολογήσει πιθανούς συνεργούς των τυραννοκτόνων. Εκείνη υπέμενε τα βασανιστήρια και δεν μιλούσε. Και για να είναι βέβαιη ότι δεν θα αναγκαστεί να αποκαλύψει ο,τιδήποτε, έκοψε τη γλώσσα της με τα δόντια της και, κατά τον Παυσανία, την έφτυσε στο πρόσωπο του Ιππία. Πέθανε από τα βασανιστήρια. Όταν οι Αθηναίοι απαλλάχθηκαν από τους τυράννους και καθιέρωσαν ως πολίτευμα τη Δημοκρατία, τίμησαν τους τυραννοκτόνους στήνοντας χάλκινα αγάλματά τους, έργο του φημισμένου γλύπτη Αντήνορα (το έκλεψε, αργότερα, ο βασιλιάς των Περσών, Ξέρξης, όταν εισέβαλε στην Αθήνα). Οι Αθηναίοι θέλησαν να τιμήσουν και τη Λέαινα. Κι επειδή η ηρωίδα τους ήταν εταίρα, γεγονός που έθιγε την περί ηθικής ευαισθησία τους, έστησαν προς τιμή της στα Προπύλαια της Ακρόπολης το χάλκινο άγαλμα ενός θηλυκού λιονταριού, δίχως γλώσσα: Ήταν η περίφημη «άγλωττος Λέαινα».

Διάσημη του Ε’ π. Χ. αιώνα εταίρα ήταν η Ασπασία. Γεννήθηκε στη Μίλητο, την πιο ξακουστή πόλη κράτος της Ιωνίας (στη Μ. Ασία) γύρω στα 470 π. Χ., ήταν πανέμορφη και μορφώθηκε πολύ καλά από τον πατέρα της, Αξίοχο, πλούσιο πολίτη. Το πώς έφθασε στην Αθήνα δεν είναι γνωστό, αν και κάποιοι αναφέρουν ότι την έφερε μαζί του ο αρχιτέκτονας Ιππόδαμος62. Όμως, ο Μιλήσιος αρχιτέκτονας ανέλαβε να σχεδιάσει την πόλη του Πειραιά στα 460 π. Χ., που σημαίνει ότι ήδη βρισκόταν στην Αθήνα τη χρονιά αυτή, με την Ασπασία να είναι τότε παιδούλα γύρω στα δέκα της χρόνια. Άλλες πληροφορίες αναφέρουν ότι στην Αττική έφτασε το 457 π. Χ., σε ηλικία περίπου 13 χρόνων. Όπως και να έχει το ζήτημα, η Ασπασία βρέθηκε στην Αθήνα ως μέτοικος να έχει νοικιάσει ένα άνετο οίκημα και να διδάσκει φιλοσοφία στη νεολαία, όπως αφήνεται να εννοηθεί σε συζήτηση του Σωκράτη (την θεωρούσε ως την πιο έξυπνη και πνευματική γυναίκα που γνώρισε), ή να ασκεί το επάγγελμα της εταίρας, όπως αναφέρουν διάφοροι συγγραφείς, όλοι στην πλευρά των πολιτικών αντιπάλων του Περικλή. Ο οποίος Περικλής, μη έχοντας ευτυχισμένο γάμο, χώρισε (περίπου στα 445 π. Χ.). Κάποιες μαρτυρίες αναφέρουν ότι η Ασπασία επισκέφτηκε το εργαστήριο του γλύπτη, Φειδία, για να δει από κοντά κάποια από τα φημισμένα έργα του. Η επίσκεψη συνέπεσε με την παρουσία εκεί και του Περικλή. Οι δυο άνδρες έμειναν άφωνοι θαυμάζοντας την ομορφιά της. Την ερωτεύτηκαν και δυο αλλά ο Περικλής σύναψε σχέσεις μαζί της, ενώ ο Φειδίας, κατά κάποιους, περιορίστηκε να βασίσει στη μορφή της το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς. Περικλής και Ασπασία συζούσαν καθώς ένας νόμος, τον οποίο ο ίδιος είχε εισηγηθεί (το 451 π. Χ.), απαγόρευε τον γάμο ανάμεσα σε Αθηναίο και ξένη. Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι στο σπίτι της σύχναζαν επιφανείς άνδρες της εποχής (ανάμεσά τους κι ο Σωκράτης) και ότι, παρά την «ανήθικη» φήμη της, πολλοί από αυτούς την επισκέπτονταν μαζί με τις συζύγους τους.

Στην αθηναϊκή κοινωνία υπήρχε η ισχυρή άποψη ότι η Ασπασία, εκτός από ερωμένη, είχε μεταβληθεί και σε πολιτικό σύμβουλο του Περικλή κι ότι πολλές από τις εισηγήσεις του στην Εκκλησία του Δήμου ήταν δικές της προτάσεις.

Στα 440 π. Χ., η Σάμος νίκησε την Μίλητο σε έναν πόλεμο με έπαθλο την κατοχή της Πριήνης. Και τα δυο κράτη ήταν μέλη της Αθηναϊκής συμμαχίας, οπότε οι Μιλήσιοι ζήτησαν την επέμβαση της Αθήνας, υπέρ τους. Οι Αθηναίοι προτίμησαν να επιβάλουν κατάπαυση των πολεμικών πράξεων και προσφυγή σε διαιτησία, γεγονός που οι Σάμιοι δεν αποδέχτηκαν. Με εισήγηση του Περικλή, ο οποίος μπήκε επικεφαλής στόλου σαράντα πλοίων, οι Αθηναίοι εκστράτευσαν ενάντια στην ολιγαρχική Σάμο, την κυρίευσαν εύκολα κι εγκατέστησαν εκεί δημοκρατικό πολίτευμα. Οι ολιγαρχικοί του νησιού, όμως, πέρασαν απέναντι στη μικρασιατική παραλία, οργανώθηκαν με τη βοήθεια του Πέρση σατράπη της Λυδίας και την ανακατέλαβαν. Νέα αθηναϊκή εκστρατεία ακολούθησε, με επικεφαλής τον Περικλή που νίκησε τους Σάμιους σε ναυμαχία αλλά χρειάστηκε εννεάμηνη πολιορκία με πολλές αθηναϊκές απώλειες, ώσπου να κυριεύσει οριστικά το νησί. Επρόκειτο για επιβεβαίωση της αθηναϊκής δύναμης αλλά οι εχθροί του Περικλή διέδωσαν ότι όλα αυτά έγιναν για το χατίρι της Ασπασίας που καταγόταν από τη Μίλητο.

Μάλλον στα 433/432 π. Χ., με ενέργειες του Περικλή, εγκρίθηκε το «μεγαρικό ψήφισμα», ουσιαστικά αποκλεισμός των Μεγαρέων από τις αγορές και τα λιμάνια του αθηναϊκού κράτους (μια από τις αφορμές για να ξεσπάσει ο καταστροφικός Πελοποννησιακός πόλεμος). Όλοι οι ιστορικοί σημειώνουν την καταλυτική παρέμβαση του Περικλή στην όλη υπόθεση. Κάποιοι θεώρησαν πολιτικά σωστή τη στάση του, ο Διόδωρος ο Σικελιώτης του καταλογίζει ότι το έκανε για να αποφύγει μπλεξίματα σχετικά με οικονομικά σκάνδαλα που βάραιναν αυτόν και τον Φειδία και άλλοι επέμεναν ότι το προκάλεσε για να κατευνάσει την Ασπασία, επειδή Μεγαρείς είχαν απαγάγει δυο κορίτσια, φίλες της κατά τους μεν, πόρνες του οίκου που διατηρούσε κατά τους δε (Αριστοφάνης στην κωμωδία «Αχαρνής» κ.ά.63).

Κατά τον Πλούταρχο, η Ασπασία παραπέμφθηκε σε δίκη για ασέβεια, με κατήγορο τον ποιητή Εύμιππο, αλλά αθωώθηκε χάρη σε έναν συγκινησιακό λόγο που εκφώνησε ο Περικλής ως παραστάτης της Αθηναίος πολίτης. Σύγχρονοι ιστορικοί, όμως, αμφισβητούν ότι έγινε τέτοια δίκη. Όπως και να έχει το ζήτημα, η Ασπασία απέκτησε από τον Περικλή γιο, τον συνονόματό του Περικλή. Κι όταν οι δυο νόμιμοι γιοι του πέθαναν από τον λοιμό του 429 π. Χ., οι Αθηναίοι κατάργησαν τον νόμο που εκείνος είχε εισηγηθεί (το 451 π. Χ.) και που καθόριζε ποιος μπορούσε να θεωρείται Αθηναίος πολίτης. Αποτέλεσμα ήταν ο γιος του από την Ασπασία να κληρονομήσει την περιουσία του και να εξελιχθεί σε στρατηγό. Συμμετείχε, μάλιστα, στη ναυμαχία στις Αργινούσες (και ήταν ένας από τους εκτελεσθέντες, επειδή δεν μπόρεσαν να περισυλλέξουν τους ναυαγούς και τους νεκρούς τους).

Ο Περικλής ακολούθησε τους γιους του στον τάφο την ίδια εκείνη ζοφερή χρονιά του 429 π. Χ. Η Ασπασία έγινε σύντροφος του στρατηγού και φίλου του Περικλή, Λυσικλή, από τον οποίο απέκτησε έναν ακόμη γιο. Ο Λυσικλής σκοτώθηκε στα 428 π. Χ., έναν χρόνο μετά τον θάνατο του Περικλή. Η Ασπασία πρέπει να έζησε ως το 401 με 400 π. Χ., πεθαίνοντας στα βαθιά της γεράματα (γύρω στα 70 της χρόνια).

Οι ερωμένες του Αλκιβιάδη

Λιγότερο από την Ασπασία αλλά διάσημη κι αυτή ήταν η σύγχρονή της, εταίρα Θεοδότη, για καιρό ερωμένη του Αλκιβιάδη. Πανέμορφη και πάμπλουτη, διέθετε την πιο πολυτελή κατοικία του καιρού της. Σύχναζε εκεί όλη η αφρόκρεμα της πολιτικής και της τέχνης, με τους ζωγράφους να της ζητούν να ποζάρει για να την απαθανατίσουν, όπως μας πληροφορεί ο Ξενοφώντας. Ο ίδιος συγγραφέας αναφέρει ότι ο Σωκράτης την επισκέφτηκε μαζί με τους μαθητές του κι, αφού την θαύμασαν, τους ρώτησε:

«Ω άνδρες, εμείς πρέπει να ευγνωμονούμε την Θεοδότη, επειδή μας επέδειξε τα κάλλη της, ή εκείνη εμάς διότι τα είδαμε; Αν δηλαδή είναι ωφελιμότερη γι’ αυτήν η επίδειξη, μας οφείλει χάρη, εάν όμως (είναι) για μας (ωφελιμότερη) η θέα, τότε εμείς οφείλουμε χάρη σ’ αυτήν».

Ακολούθησε ολόκληρη συζήτηση ανάμεσα στον Σωκράτη και την Θεοδότη, που ανέδειξε την υψηλή νοημοσύνη της και οδήγησε στη σύναψη σχέσης ανάμεσα στον φιλόσοφο και την εταίρα. Και δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν ότι η από τον Αριστοφάνη διακωμώδηση του Σωκράτη στις «Νεφέλες» έγινε από ζηλοτυπία, επειδή εκείνη τον απέρριψε προτιμώντας τον δεύτερο.

Μια άλλη εταίρα, σύγχρονη με την Ασπασία και την Θεοδότη, ήταν η Τιμάνδρα, ερωμένη κι αυτή του Αλκιβιάδη. Η σχέση τους εξελίχθηκε σε παθιασμένο έρωτα με τον Αλκιβιάδη να της χαρίζει πολυτελές σπίτι, ώστε εκείνη να είναι εξασφαλισμένη, αν του συμβεί ο,τιδήποτε, και την Τιμάνδρα να τον ακολουθεί στην εξορία του και να μένει δίπλα του ως την δολοφονία του: Ο Πλούταρχος διηγείται ότι ο Αλκιβιάδης και η Τιμάνδρα συζούσαν σε κάποια κωμόπολη της Φρυγίας, όταν ο νικητής των Αθηναίων, Σπαρτιάτης Λύσανδρος, πήρε εντολή από τους πέντε εφόρους να βρει τρόπο να εξολοθρεύσει τον μισητό τους Αθηναίο. Ο Λύσανδρος ειδοποίησε τον Πέρση σατράπη της Φρυγίας, Φαρνάβαζο, ευκαιριακό σύμμαχο της Σπάρτης, κι εκείνος ανέθεσε τη δουλειά στον αδελφό του, Μαγαίο, και τον θείο του, Σουσαμίθρη. Οι φονιάδες περικύκλωσαν το σπίτι, όπου ο Αλκιβιάδης κοιμόταν, κι έβαλαν φωτιά. Ο Αλκιβιάδης ντύθηκε στα γρήγορα, άρπαξε ένα μαχαίρι και, περνώντας μέσα από τις φλόγες, βγήκε έξω, μέσα στη νύχτα. Οι φονιάδες τον σκότωσαν πετώντας εναντίον του ακόντια και τοξεύοντας βέλη. Όταν έφυγαν, η Τιμάνδρα τον πήρε στην αγκαλιά της, τον τύλιξε με τα λευκά ρούχα της και τον κήδεψε, όσο οι περιστάσεις το επέτρεπαν. Κατά τον Πλούταρχο, η Τιμάνδρα ήταν μητέρα της διάσημης Λαΐδας, εταίρας στην Κόρινθο.

Οι περιπέτειες, άλλωστε, του Αλκιβιάδη με τις περίφημες εταίρες της εποχής του αλλά και οι πληροφορίες που θέλουν τον δάσκαλό του, φιλόσοφο Σωκράτη, να προσπαθεί να τον απομακρύνει από αυτές, ενέπνευσαν τουλάχιστον έξι γνωστούς ζωγράφους του ΙΗ’ και του ΙΘ’ αιώνα να φιλοτεχνήσουν περίφημους πίνακες. Χρονολογικά:

«Ο Σωκράτης αποσπά τον Αλκιβιάδη από την αγκαλιά της αισθησιακής απόλαυσης», έργο του Ζαν-Μπαπτίστ Ρενιό (Jean-Baptiste Regnault) του 1791 (εκτίθεται στο μουσείο του Λούβρου, στο Παρίσι)64.

«Ο Σωκράτης απομακρύνει τον Αλκιβιάδη από τα γυναικεία διαμερίσματα», έργο του Φραντσέσκο Χάγιεζ (Francesco Hayez) ανάμεσα στα 1815 – 1819 (εκτίθεται στη Βενετία)65.

«Ο φιλόσοφος Σωκράτης αναζητεί τον Αλκιβιάδη στο σπίτι της Ασπασίας», έργο του Ζαν-Λεόν Ζερόμ (Jean Leon Gerome) του 186166.

«Ο Σωκράτης αποτραβά τον Αλκιβιάδη από την κακή συνήθεια», έργο του Πέδρο Αμέρικο (Pedro Americo) του 1861 (εκτίθεται στο Μουσείο Dom Joao VI, στο Ρίο ντε Τζανέιρο, Βραζιλία)67.

«Ο Σωκράτης αποσπά τον Αλκιβιάδη από τις κακές συνήθειες», έργο του Ζιλ Λε Σεβρέλ (Jules Le Chevrel) του 186568. Και

«Ο Σωκράτης βρίσκει το μαθητή του Αλκιβιάδη με τις εταίρες», έργο του Χένρικ Σιεμιράντζκι (Henryk Siemiradzki) του ΙΘ’ αιώνα6969.

Οι περιπέτειες της Νέαιρας

Δεν ήταν, όμως, όλες οι εταίρες τυχερές. Κάποιες υπέφεραν στα χέρια αδίστακτων ανδρών ή και γυναικών μαστροπών. Η Νέαιρα είναι χαρακτηριστική περίπτωση. Την είχε αγοράσει, μαζί με άλλα κορίτσια, όταν ακόμα ήταν μικρή, κάποια Νικαρέτη, απελεύθερη από την Ήλιδα. Τις έμαθε εκλεπτυσμένους τρόπους και τις μόρφωσε, ώστε να μπορούν να σταθούν αξιόλογα σε συμπόσια με σκοπό να τις εκμεταλλεύεται ως εταίρες κι όχι ως απλές πόρνες. Όταν τα κορίτσια μεγάλωσαν, τα πήγε στην Κόρινθο παριστάνοντας ότι ήταν μητέρα τους. Άνοιξε εκεί πορνείο και ξεκίνησε να τις εκδίδει.

Η Νέαιρα ήταν όμορφη και την θέλησαν δική τους δυο άνδρες. Η Νικαρέτη τους την πούλησε για τρεις χιλιάδες δραχμές. Η Νέαιρα ανήκε και στους δυο. Κάποια στιγμή, όταν πια την είχαν χορτάσει, της πρότειναν να εξαγοράσει την ελευθερία της με ποσό κατώτερο από εκείνο που οι δυο τους είχαν δώσει για να την αποκτήσουν. Η Νέαιρα δεν διέθετε τα χρήματα αυτά. Στον ορίζοντα φάνηκε πρόθυμος εραστής ο Αθηναίος Φρυνίωνας. Την αγόρασε και την πήρε μαζί του στην Αθήνα. Αποδείχτηκε ότι ο νέος ιδιοκτήτης της ήταν έκλυτος και επιδειξίας. Την έσερνε στα συμπόσια, μεθούσε μέχρι λιποθυμίας, συνουσιαζόταν μαζί της μπροστά σε όλον τον κόσμο, ασελγούσε πάνω της δημόσια, την προπηλάκιζε και υπερηφανευόταν φωναχτά γι’ αυτήν του την συμπεριφορά. Το πράγμα παράγινε στο επινίκιο συμπόσιο που οργάνωσε ένας Αθηναίος, νικητής σε αγώνισμα στα Πύθια, στους Δελφούς. Εκεί, ο Φρυνίωνας, μετά από τη συνηθισμένη συμπεριφορά του, από το πολύ κρασί, το έριξε στον ύπνο. Βρήκαν ευκαιρία πολλοί από τους συνδαιτυμόνες κι εκμεταλλεύτηκαν τη μεθυσμένη Νέαιρα, υποχρεώνοντάς την να κάνει σεξ μαζί τους. Κι αφού πέρασαν από πάνω της ο ένας μετά τον άλλον κι αποχαυνωμένοι την παράτησαν, την παρέλαβαν οι δούλοι του σπιτιού που επίσης έκαναν σεξ μαζί της: Δούλα ήταν ουσιαστικά.

Η Νέαιρα δεν άντεχε άλλο. Κάποια στιγμή που ο Φρυνίωνας έλειπε, μάζεψε τα πράγματά της και, με δυο δούλες, το έσκασε στα Μέγαρα. Έμεινε εκεί δυο χρόνια αλλά δεν κατάφερνε να τα βγάζει πέρα ούτε ως πόρνη. Την είδε, όμως, κάποιος Αθηναίος Στέφανος και την ερωτεύτηκε. Συζούσαν εκεί, ώσπου ο εραστής της επέστρεψε στην Αθήνα, παίρνοντάς την μαζί του. Την εγκατέστησε σε κάποιο σπίτι που της αγόρασε και την εκμεταλλευόταν ως εταίρα. Το έμαθε, όμως, ο Φρυνίωνας και οργάνωσε την απαγωγή της. Ο Στέφανος την διεκδίκησε και το όλο ζήτημα παραπέμφθηκε σε διαιτησία. Η απόφαση ήταν ότι, ως εταίρα, η Νέαιρα ανήκε και στους δυο αλλά μπορούσε να εξαγοράσει την ελευθερία της. Φρυνίωνας και Στέφανος τα βρήκαν μεταξύ τους και τη μοιράζονταν. Όμως, πολιτικά, ο Στέφανος ανήκε στην παράταξη που αντιπολιτευόταν τον Δημοσθένη. Οπαδός του ρήτορα, κάποιος Απολλόδωρος μήνυσε τη Νέαιρα ότι σφετερίστηκε την ιδιότητα της Αθηναίας, παρίστανε την παντρεμένη με τον Στέφανο (που ήταν ο πραγματικός στόχος της μήνυσης) κι εμφάνιζε ως γνήσια Αθηναία την κόρη της, Φανώ, εταίρα επίσης. Η δίκη έγινε στα 340 π. Χ.70 και αγνοούμε την απόφαση. Οι κατηγορίες, όμως, που αποδείχτηκαν με μάρτυρες, επέσυραν βαρύ πρόστιμο για τον Στέφανο και στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων, επειδή εξαπάτησε την πόλη και παραβίασε τους νόμους για τον γάμο. Για την δύσμοιρη Νέαιρα ο νόμος προέβλεπε να πουληθεί ως δούλη.

Η θεϊκή Φρύνη

Γεννήθηκε στις Θεσπιές της Βοιωτίας γύρω στα 371 ή 365 π. Χ. Και οι δυο χρονολογίες είναι αμφίβολες, καθώς, στα 371 π. Χ., οι Θηβαίοι εισέβαλαν στη γενέτειρά της και, πριν να την καταστρέψουν, ανάγκασαν τους εκεί κατοίκους να φύγουν σε διπλανή κωμόπολη. Κι αν είχε γεννηθεί στα 365 π. Χ., θα ήταν μόλις 18 χρόνων την ημέρα που εκδόθηκε η αθωωτική απόφαση στην περιβόητη δίκη της. Ο πατέρας της, Επικλής, την είχε ονομάσει Μνησαρέτη αλλά την είπαν Φρύνη (από το «φρύνος», το όνομα του όμοιου με τον βάτραχο νυκτόβιου αμφίβιου) εξαιτίας της διάφανης και ωχρής επιδερμίδας της. Στα οκτώ της, βρέθηκε στην Αθήνα και, κατά κάποιες πηγές, έμεινε δυο χρόνια φιλοξενούμενη στο σπίτι της εταίρας Παμφίλας. Έπειτα, την βρίσκουμε να πουλά κάπαρη στην Αγορά. Μεγάλωνε κι ομόρφαινε και γινόταν εκπληκτικά ετοιμόλογη. Διδάχθηκε τον αυλό και συμμετείχε στα συμπόσια πλουσίων ως αυλητρίδα. Λέγεται ότι η εταίρα Μήστρα είναι που την μύησε στον εταιρισμό αλλά και της άλλαξε το όνομα σε Φρύνη.

Έφτασε να είναι η πιο διάσημη και πιο όμορφη εταίρα όχι μόνο της εποχής της αλλά και ολόκληρης της αρχαιότητας. Μόλις στα είκοσί της χρόνια, είχε γίνει πάμπλουτη, περιζήτητη, πανάκριβη και ζούσε στον δήμο Κολλυτού71, όπου βρισκόταν και ο δρόμος με τις εταίρες, πλάι στο σπίτι του Πλάτωνα. Παρά την υπέρμετρα υψηλή τιμή που συνήθως ζητούσε (μια μνα, που σημαίνει εκατό δραχμές) για μια νύχτα, καθόριζε πόσα θα έπαιρνε ανάλογα με την εντύπωση που της προκαλούσε ο πελάτης. Ήταν διατεθειμένη να περάσει τη νύχτα με τον ευκαιριακό εραστή της ακόμα και δωρεάν, αν τον συμπαθούσε. Κι ένας από τους τυχερούς ήταν και ο φιλόσοφος Διογένης ο κυνικός (αυτός που ζούσε σε ένα πιθάρι). Κοιμόταν μαζί του «αφιλοκερδώς», επειδή θαύμαζε την εξυπνάδα του. Τακτικός πελάτης της ήταν και ο ρήτορας Δημοσθένης που δεν τσιγκουνευόταν να την εκθειάζει σε λόγους του.

Κάποια βραδιά, στην γιορτή των Ελευσίνιων και Ποσειδωνίων, η Φρύνη έλυσε τα μαλλιά της, γδύθηκε και, γυμνή, βούτηξε στη θάλασσα. Όταν βγήκε, βρήκε τον συγκεντρωμένο στην ακτή κόσμο να την θαυμάζει εντυπωσιασμένος. Ανάμεσά τους βρίσκονταν κι ο ζωγράφος Απελλής με τον γλύπτη Πραξιτέλη. Ο Απελλής την χρησιμοποίησε ως μοντέλο του στον διάσημο πίνακά του «Αναδυόμενη Αφροδίτη» κι ο Πραξιτέλης στο ακόμα πιο διάσημο γλυπτό του «η Αφροδίτη της Κνίδου».

Μια εκδοχή αναφέρει ότι την βραδιά που την είδαν να βγαίνει από τη θάλασσα, η Φρύνη ήταν ακόμα 13 χρόνων κι όταν ο Απελλής της ζήτησε να γίνει μοντέλο του, εκείνη του απάντησε ότι έπρεπε να περιμένει επτά χρόνια, ώσπου να συμπληρώσει τα είκοσί της. Ο Απελλής όντως την περίμενε αλλά στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα η Φρύνη ερωτεύτηκε τον Πραξιτέλη κι έγινε ερωμένη και μοντέλο του. Τον εγκατέλειψε, όταν εκείνος δεν άντεχε να την βλέπει να πηγαίνει και με άλλους, παρ’ όλο που η ίδια έλεγε ότι μόνο με τον γλύπτη ένιωσε τον αληθινό έρωτα. Ήταν τέτοιο το πάθος του Πραξιτέλη για την εταίρα, ώστε σε κάποια στιγμή ερωτικής έξαρσης, της υποσχέθηκε ότι θα της δώσει ο,τιδήποτε του ζητήσει. Εκείνη θέλησε «το πιο αγαπημένο από τα έργα του». Εκείνος της απάντησε πως δεν μπορούσε να ξεχωρίσει κάποιο από αυτά. Η Φρύνη έπεισε έναν από τους δούλους του Πραξιτέλη να φωνάξει μέσα στη νύχτα ότι το εργαστήριό του έπιασε φωτιά. Τρομαγμένος εκείνος, πετάχτηκε από το κρεβάτι τους και ζήτησε να σώσουν το άγαλμα του Έρωτα, που είχε φιλοτεχνήσει. Δίπλα του, η Φρύνη τον καθησύχασε γελώντας ότι καμιά φωτιά δεν απειλούσε τα έργα του αλλά του ζήτησε και πήρε το άγαλμα του Έρωτα, το μόνο για το οποίο ανησύχησε τη συγκεκριμένη στιγμή.

Παρ’ όλο που οι Θηβαίοι είχαν καταστρέψει την γενέτειρά της, τις Θεσπιές, όταν, το 336 π. Χ., ο Μέγας Αλέξανδρος ξεθεμελίωσε τη Θήβα, η Φρύνη προσφέρθηκε να καλύψει τα έξοδα της ανοικοδόμησης των τειχών της, με μόνη αμοιβή την ανάρτηση μιας επιγραφής που θα έλεγε «καταστράφηκαν από τον Αλέξανδρο, επισκευάστηκαν από την Φρύνη την εταίρα»72. Οι Θηβαίοι αρνήθηκαν, επειδή φοβήθηκαν εκδίκηση του Αλέξανδρου.

Παρ’ όλα τα αξεπέραστα κάλλη της, η Φρύνη είχε και μιαν αποτυχία: Τον γνωστό φιλόσοφο Ξενοκράτη (396 ή 395 – 314 π. Χ.), τρίτο μετά τον Πλάτωνα σχολάρχη της Ακαδημίας. Είχε στοιχηματίσει ότι δεν υπάρχει άνδρας που θα περιφρονούσε τα κάλλη της και της υπέδειξαν να το αποδείξει με τον φιλόσοφο. Εκείνη τον επισκέφτηκε κάποια νύχτα και δήθεν τρομαγμένη του είπε ότι την κυνηγούσαν ληστές. Ο Ξενοκράτης της πρότεινε να μείνει εκεί ως το πρωί. Της παραχώρησε ένα δωμάτιο να διανυκτερεύσει και γύρισε στο δικό του να συνεχίσει τον ύπνο του. Μέσα στη νύχτα, η Φρύνη μπήκε κρυφά στο δωμάτιο του Ξενοκράτη, ξάπλωσε δίπλα του κι άρχισε να του τρίβεται. Εκείνος ξύπνησε, τη μάλωσε και της ζήτησε να γυρίσει στο δωμάτιό της. Αναγκαστικά, υπάκουσε. Αργότερα, η Φρύνη εξηγούσε ότι «εννοούσε πως θα ξελόγιαζε άνδρα, όχι ανδριάντα»73.

Κάποτε, κάποιος ρήτορας, Ευθίας, θέλησε να γίνει εραστής της αλλά η Φρύνη τον απέρριψε. Τότε ο Ευθίας την κατάγγειλε για ασέβεια. Η Φρύνη κατέφυγε στον άλλοτε εραστή της, πολιτικό και ρήτορα Υπερείδη (389 – 322 π. Χ.). Ο Ευθίας φοβήθηκε την δεινότητα του Υπερείδη και κάλεσε σε βοήθειά του τον περίφημο ρήτορα, Αναξιμένη (380 – 320 π. Χ.). Μάρτυρες κατηγορίας ήταν ο ιεροφάντης Λύσανδρος και η πρωθιέρεια Ινώ. Μάρτυρες υπεράσπισης ο Πραξιτέλης και ο Απελλής.

Η δίκη στην Ηλιαία δεν πήγαινε καλά για την Φρύνη και υπήρχε κίνδυνος να καταδικαστεί. Ο Υπερείδης κατέφυγε σε τέχνασμα. Υποστήριξε πως δεν δικαζόταν κάποια εταίρα αλλά μια ιέρεια της Αφροδίτης κι αν την καταδίκαζαν περίπου θα ευθύνονταν για την όποια οργή των θεών τους εύρισκε. Την έφερε στη μέση του δικαστηρίου να την βλέπουν και οι πεντακόσιοι δικαστές και, με μια απότομη κίνηση, της τράβηξε τον χιτώνα της, αφήνοντάς την γυμνή. Οι δικαστές έμειναν έκθαμβοι μπροστά στην ομορφιά της, σχεδόν πίστεψαν ότι είχαν να κάνουν με κάτι θεϊκό. Την αθώωσαν! Συνέβη το 347 π. Χ., κατά κάποιες μαρτυρίες, την ίδια μέρα που πέθανε ο Πλάτωνας.

Με την αθώωσή της, η Φρύνη έγινε σύμβολο για τις άλλες εταίρες που κατά κάποιο τρόπο την θεώρησαν εκπρόσωπό τους. Συνέχισε να ζει ως εταίρα μέχρι τα γεράματά της. Πέθανε το 310 π. Χ. Ο Ρωμαίος συγγραφέας, Κλαύδιος Αιλιανός, στο βιβλίο του «Ποικίλη Ιστορία», αναφέρει ότι οι Αθηναίοι αφιέρωσαν στους Δελφούς ολόχρυσο άγαλμά της, έργο του Πραξιτέλη, κατά τον Αθήναιο, στο οποίο αναγραφόταν ότι πρόκειται για την «Φρύνη, κόρη του Επικλή από τις Θεσπιές».

 

(τελευταία επεξεργασία, 1 Νοεμβρίου 2020)

Επικοινωνήστε μαζί μας