Κεφ. 11Μακεδόνες και Ρωμαίοι στην Αθήνα

 

 

Το τέλος του Δημάδη και του Φωκίωνα

Με την επικράτηση των Μακεδόνων του Αντίπατρου, το πολίτευμα της Αθήνας έπαψε να είναι δημοκρατικό. Επιβλήθηκε ολιγαρχία με δικαιώματα πολίτη να έχουν όσοι διέθεταν περιουσία αξίας τουλάχιστο 2.000 δραχμών. Όσοι είχαν μικρότερη, έχασαν τα πολιτικά τους δικαιώματα, ενώ πολλοί δημοκρατικοί εξορίστηκαν. Η εγκατάσταση της μακεδονικής φρουράς στην Μουνιχία, με αρχηγό τον μετριοπαθή Μένυλλο, εγγυόταν την επιβολή και διατήρηση της νέας τάξης πραγμάτων. Ο φιλομακεδόνας στρατηγός, Φωκίωνας, αναδείχθηκε ηγέτης της πόλης και, με την έξυπνη πολιτική του, κατάφερε να επιτραπεί η επάνοδος πολλών από τους εξόριστους και διατήρησε ισορροπία ανάμεσα στις αντίθετες τάσεις του πληθυσμού. Κι ακόμα, κατόρθωσε να συμμαζέψει τα οικονομικά της πόλης.

Οι Αθηναίοι αναθάρρησαν γρήγορα. Του ζητούσαν να μεσολαβήσει στον φίλο του, Αντίπατρο, να αποσύρει την μακεδονική φρουρά από την Αθήνα. Ο Φωκίωνας αρνιόταν να το πράξει είτε επειδή δεν πίστευε σε ευνοϊκή κατάληξη ενός τέτοιου διαβήματος είτε επειδή θεωρούσε την παρουσία της φρουράς εγγύηση για την διατήρηση της ομαλότητας. Οι Αθηναίοι στράφηκαν στον άλλο Αθηναίο φίλο του Αντίπατρου, τον Δημάδη. Προφανώς με κάποιο ποσό, πείσθηκε αυτός. Πήρε μαζί του τον γιο του κι επισκέφτηκε τον Αντίπατρο, από τον οποίο ζήτησε να αποσύρει την φρουρά, εκτοξεύοντας και κάποιες απειλές. Εκείνο, όμως, που ο Δημάδης αγνοούσε, ήταν ότι στα χέρια του Αντίπατρου είχαν πέσει επιστολές του προς τον Μακεδόνα στρατηγό, Περδίκκα (αυτόν στον οποίο πεθαίνοντας ο Αλέξανδρος είχε παραδώσει το δαχτυλίδι του). Και στις επιστολές αυτές, ο Δημάδης ζητούσε από τον Περδίκκα να επιστρέψει από την Ασία στη Μακεδονία και την Ελλάδα και να τις απαλλάξει από την σάπια κλωστή από την οποία κρέμονταν. Και «σάπια κλωστή» δεν ήταν άλλος από τον Αντίπατρο. Ο οποίος είχε ήδη αναγνωριστεί από τους στρατηγούς του Μεγάλου Αλεξάνδρου «στρατηγός αυτοκράτορας της Ευρώπης», κάτι που σήμαινε ότι διατηρούσε τις εξουσίες που είχε και όσο ο Αλέξανδρος βρισκόταν στην Ασία. Με συνοπτικές διαδικασίες, συνέλαβε τους δυο Αθηναίους και σκότωσε τον γιο του Δημάδη μπροστά στα μάτια του πατέρα του, πριν να εκτελέσει και τον ίδιο.

Είχε, όμως, ξεκινήσει ο αδελφοκτόνος πόλεμος ανάμεσα στους διαδόχους του Αλέξανδρου και ο Περδίκκας βάδιζε ενάντια στον στρατηγό Πτολεμαίο, που του είχε λάχει η Αίγυπτος, ενώ οι αντίπαλοί του είχαν ήδη συγκεντρωθεί στη Μακεδονία. Ο Περδίκκας σκοτώθηκε από τους στρατιώτες του. Στα 319 π. Χ. (σε ηλικία 78 χρόνων), πέθανε κι ο Αντίπατρος που πρόλαβε να δώσει την ηγεσία της Μακεδονίας στον Πολυσπέρχοντα από την Ήπειρο. Ο Κάσσανδρος, γιος του Αντίπατρου, δεν αποδέχτηκε αυτήν την κατάληξη και συμμάχησε με τις ελληνικές πόλεις ενάντια στον εκλεκτό του πατέρα του. Στην Αθήνα, έστειλε νέο αρχηγό της φρουράς τον Νικάνορα, άνθρωπο δικόν του. Ο Πολυσπέρχοντας διακήρυξε ότι καταργεί τα ολιγαρχικά καθεστώτα που είχε επιβάλει ο Αντίπατρος στις ελληνικές πόλεις και κάλεσε τους εξόριστους να επιστρέψουν στις πατρίδες τους. Οπότε οι Αθηναίοι ζήτησαν από τον Νικάνορα να παραδώσει την Μουνιχία και να φύγει. Αντί για άλλη απάντηση, αυτός κυρίευσε και τα τείχη και το λιμάνι του Πειραιά.

Τον ίδιο καιρό, στην Αθήνα έφτασε ο, γιος του Πολυσπέρχοντα, Αλέξανδρος, επικεφαλής των εξόριστων και εκείνων που είχαν χάσει τα πολιτικά τους δικαιώματα αλλά και ξένων. Ο Φωκίωνας τον συνάντησε και του ζήτησε να μην διώξει τον Νικάνορα, πριν να τελειώσουν με τον Κάσσανδρο. Έτσι κι αλλιώς, ο Αλέξανδρος διαπραγματευόταν με τον Νικάνορα για να του παραδοθούν τα κατεχόμενα από τη μακεδονική φρουρά, λιμάνι και τείχη.

Πραγματοποιήθηκε συνέλευση της Εκκλησίας του Δήμου, η οποία προχώρησε σε καθαίρεση του Φωκίωνα. Ο δημαγωγός Αγνωνίδης, που είχε εξοριστεί αλλά χάρη στα μέτρα του Φωκίωνα είχε επιστρέψει στην Αττική, τον κατηγόρησε ότι, μαζί με άλλους δυο, ήταν υπαίτιος για το ότι η Αθήνα εξαρτιόταν πολιτικά από τη Μακεδονία. Ο Αλέξανδρος έστειλε τους κατηγορούμενους στον πατέρα του που εκείνο τον καιρό στρατοπέδευε στην Φωκίδα μαζί με μια επιστολή με την οποία του ζητούσε να μην πειραχθούν. Αλλά και η Εκκλησία του Δήμου έστειλε πρεσβευτές στον Πολυσπέρχοντα ζητώντας του να επιτραπεί να περάσουν τον Φωκίωνα από δίκη. Ο Πολυσπέρχοντας φέρθηκε σκαιά στον Φωκίωνα και σκότωσε έναν από τους συντρόφους του. Τους έστειλε πίσω στην Αθήνα να δικαστούν.

Η δίκη έγινε τον Μάη του 318 π. Χ. στο διονυσιακό θέατρο και εξελίχθηκε σε παρωδία. Οι κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν να πιουν κώνειο. Άρχισαν να το πίνουν ένας ένας με την σειρά αλλά, όταν ήρθε η ώρα του Φωκίωνα, το διαθέσιμο κώνειο είχε τελειώσει. Ο δήμιος ζήτησε χρήματα για να αγοράσει άλλο. Για να ξεμπερδεύει μια ώρα αρχύτερα, ο Φωκίωνας ζήτησε από έναν φίλο του να δώσει τα χρήματα, σχολιάζοντας:

«Ούτε να πεθάνεις μπορείς στην Αθήνα, αν δεν πληρώσεις».

Πέταξαν τα πτώματά τους έξω από την Αττική. Τη σορό του Φωκίωνα την περιμάζεψε κρυφά η γυναίκα του και την έθαψε στο σπίτι τους. Έτσι κι αλλιώς, ο στόλος του Πολυσπέρχοντα νικήθηκε (από τον Αντίγονο τον Μονόφθαλμο) την ίδια χρονιά σε καθοριστική ναυμαχία στον Βόσπορο, με τον Κάσσανδρο να επιβάλλεται στην Ελλάδα. Το 317 π. Χ., έθεσε και την Αθήνα κάτω από τον έλεγχό του. Την ίδια χρονιά (317 π. Χ.), οι Αθηναίοι κατάλαβαν το λάθος τους κι εκτέλεσαν τον Αγνωνίδη. Ξέθαψαν τον Φωκίωνα, του έκαναν σωστή κηδεία κι έστησαν «μετά θάνατον» χάλκινο άγαλμά του.

Η δεκαετία του Δημητρίου του Φαληρέα

Με όλα αυτά, ο Νικάνορας βρέθηκε να εξουσιάζει την Αττική στο όνομα του Κάσσανδρου. Του μπήκε η ιδέα να γίνει ανεξάρτητος κυρίαρχός της. Ο Κάσσανδρος τον κάλεσε σε ένα άδειο σπίτι να τα πουν. Ο Νικάνορας έσπευσε εκεί. Δεν βρήκε τον Κάσσανδρο. Τον περίμεναν, όμως, πληρωμένοι δολοφόνοι και τον σκότωσαν. Πια, οι Αθηναίοι έπρεπε να τα βρουν με τον ίδιο τον Κάσσανδρο. Επέλεξαν στις διαπραγματεύσεις να τους αντιπροσωπεύσει ο Δημήτριος ο Φαληρέας.

Εκείνη την εποχή, ο Δημήτριος πλησίαζε τα τριάντα του (γεννήθηκε στο Φάληρο, το 345 π. Χ.) και ήδη ήταν γνωστός ως φιλόσοφος και ρήτορας (ο Κικέρωνας τον θεωρούσε μεγάλο ρήτορα και του χρέωνε ότι «μετέτρεψε την χειμαρρώδη αθηναϊκή ρητορεία σε γλυκό και ήρεμο ποτάμι»). Είχε μαθητεύσει στην Περιπατητική Σχολή, κοντά στον Αριστοτέλη και τον διάδοχό του, Θεόφραστο, είχε αποκτήσει σπουδαία μόρφωση και είχε γράψει πολλά φιλοσοφικά συγγράμματα (ο Διογένης ο Λαέρτιος παραθέτει κατάλογο με 45 έργα του αλλά κανένα δεν σώζεται). Κι ακόμα, ήταν πολύ όμορφος (για τα ωραία μάτια του, τον αποκαλούσαν «χαριτοβλέφαρο»). Αποτέλεσμα όλων αυτών (και κυρίως του χαρίσματός του να μιλά με πραότητα και γλυκύτητα) ήταν να διατηρεί μεγάλη επιρροή στα πολιτικά πράγματα της Αθήνας, ανήκοντας στο αντιμακεδονικό στρατόπεδο (ενάντια στον Αντίπατρο και τον Πολυσπέρχοντα). Ο Κάσσανδρος γοητεύτηκε από την παρουσία του και τον έχρισε «επιμελητή των Αθηναίων πολιτών».

Ο Δημήτριος κυβέρνησε την Αθήνα επί μια δεκαετία (317 - 307 π. Χ.) και κατάφερε να συμμαζέψει τα οικονομικά της, να την κοσμήσει με όμορφα δημόσια έργα και να θεσπίσει νόμους που επέζησαν για πολλούς αιώνες. Ανάμεσά τους ήταν κι αυτός για τη μετάβαση σε μια πιο λιτή ζωή. Στις διατάξεις αυτού του νόμου περιλαμβανόταν και η απαγόρευση των επιβλητικών τάφων: Η πλούσια διακόσμηση και οι ανάγλυφες σκηνές που αποτελούσαν σήμα κατατεθέν της αττικής τέχνης των ταφικών μνημείων αντικαταστάθηκε από απλές επιτύμβιες στήλες. Στα 309 π. Χ., προχώρησε σε απογραφή του πληθυσμού της Αττικής. Μετρήθηκαν 21.000 Αθηναίοι πολίτες (άνδρες πάνω από 21 χρόνων), 10.000 ξένοι και 400.000 δούλοι! Οι Αθηναίοι έδειξαν να τον σέβονται: Ανήγειραν 360 ανδριάντες του (έναν για κάθε μέρα του χρόνου) και τους τοποθέτησαν σε διάφορα σημεία της πόλης.

Στα 307 π. Χ., ο Δημήτριος ο Πολιορκητής (γιος του Αντίγονου του Μονόφθαλμου) ανέλαβε να κατακτήσει την Ελλάδα για λογαριασμό του πατέρα του, ο οποίος ήδη κυριαρχούσε στη Μικρά Ασία και τη Μέση Ανατολή. Με έναν τεράστιο στόλο 250 πλοίων και ρευστό 5.000 ασημένια τάλαντα, εμφανίστηκε στα ανοιχτά της Αττικής. Αρχικά, οι Αθηναίοι πίστεψαν ότι είχαν να κάνουν με δυνάμεις του Πτολεμαίου, συμμάχου του Κάσσανδρου από τον προηγούμενο χρόνο (308 π. Χ.). Η απόβαση των ανδρών του Δημητρίου στον Πειραιά ήταν μια δυσάρεστη έκπληξη. Ο Δημήτριος ο Φαληρέας κατείχε το φρούριο της Μουνιχίας αλλά προτίμησε να μη δώσει μάχη. Έφυγε στην Θήβα. Οι Αθηναίοι τον καταδίκασαν σε θάνατο! Το έσκασε στην Αίγυπτο, κοντά στον Πτολεμαίο τον Σωτήρα, που τον δέχτηκε με μεγάλες τιμές. Ο Δημήτριος τον έπεισε να ανεγείρουν το περίφημο Μουσείο (κτίριο αφιερωμένο στις Μούσες) και τη (μετέπειτα διάσημη) Βιβλιοθήκη της Αλεξανδρείας, όπου σταδιακά συγκεντρώθηκε όλη η τότε επιστημονική και φιλολογική γνώση (400.000 μικτοί πάπυροι και 90.000 αμιγείς, κατά τον Καλλίμαχο, Α' π. Χ. αιώνας). Πέθανε στην Αίγυπτο το 280 π. Χ., έχοντας πέσει σε δυσμένεια καθώς διάλεξε να υποστηρίξει τον λάθος άνθρωπο στην διεκδίκηση του θρόνου των Πτολεμαίων.

Η διελκυστίνδα με τον Δημήτριο Πολιορκητή

Ο Δημήτριος ο Πολιορκητής κυρίευσε σε μια μέρα τον Πειραιά και σε άλλες δυο την οχυρή Μουνιχία. Έγινε κύριος της Αθήνας κι επέτρεψε στους Αθηναίους να επιστρέψουν στο πολίτευμα της δημοκρατίας, που είχαν χάσει μετά την ήττα τους στον Λαμιακό πόλεμο. Σε ανταπόδοση, οι Αθηναίοι έσπευσαν να γκρεμίσουν τους ανδριάντες που είχαν στήσει στον Δημήτριο τον Φαληρέα. Κάποιοι ρίχτηκαν στην θάλασσα, κάποιοι πουλήθηκαν και οι υπόλοιποι χρησιμοποιήθηκαν για να φτιαχτούν αγγεία για ούρηση (οι αρχαίες «πάπιες»). Κι ακόμα, με ψήφισμα, ανέγειραν χρυσά αγάλματα στον Δημήτριο τον Πολιορκητή και στον πατέρα του, Αντίγονο, τους ονόμασαν σωτήρες και τους έχτισαν βωμό, ενώ πρόσθεσαν δυο ακόμα φυλές στις δέκα, στις οποίες τους είχε χωρίσει ο Κλεισθένης: Την Δημητριάδα και την Αντιγονίδα. Και προχώρησαν στην απόδοση σ' αυτούς γλοιωδών τιμών. Οι Αθηναίοι ήταν άλλωστε οι πρώτοι που τους αποκάλεσαν βασιλιάδες. Κολακευμένοι, πατέρας και γιος, χάρισαν στην Αθήνα μεγάλες ποσότητες στάρι και ξυλεία για τη ναυπήγηση εκατό πλοίων. Κι ακόμα, παραχώρησαν στην Αθήνα την κυριαρχία της Ίμβρου. Ο Δημήτριος εγκαταστάθηκε στον οπισθόδομο του Παρθενώνα και παντρεύτηκε την απόγονο του στρατηγού Μιλτιάδη, Ευρυδίκη. Βίος και πολιτεία, η Ευρυδίκη είχε παντρευτεί τον Οφέλλα (ή Οφέλτα), τριήραρχο του Μεγάλου Αλεξάνδρου και αργότερα κυρίαρχο της Κυρηναϊκής που, όμως, δολοφονήθηκε το 309 π. Χ. Η χήρα, επέστρεψε στην Αθήνα, όπου την συνάντησε ο Πολιορκητής. Απέκτησαν ένα γιο, τον Κόρραγο, αλλά, αργότερα, ο Δημήτριος την παράτησε. Άρχισε να συμπεριφέρεται αυταρχικά, έχοντας μετατρέψει την Ακρόπολη σε χώρο οργίων με εταίρες, μια από τις οποίες ήταν η περιβόητη Λάμια (340 - 303 π. Χ.), την οποία ερωτεύτηκε: Οι Αθηναίοι της έστησαν ναό, τιμώντας την ως Αφροδίτη!

Οι διάφορες εκστρατείες, στις οποίες ο Δημήτριος μετείχε, τον έκαναν να λείπει από την Αθήνα, όπου είχε εγκατασταθεί. Στα 302 π. Χ., ένα χρόνο πριν από την καθοριστική για τους διαδόχους του Μεγάλου Αλεξάνδρου μάχη της Ιψού, έφυγε με τον στρατό για την Μικρά Ασία. Ήταν η ευκαιρία που ο Κάσσανδρος αναζητούσε για να ανακαταλάβει την Κυρίως Ελλάδα. Στην Αθήνα, θέλησε να εγκαταστήσει τύραννο τον δημαγωγό Λαχάρη. Αρχικά, δεν τα κατάφερε. Μεσολάβησε η μάχη της Ιψού (301 π. Χ.), στην οποία ο Αντίγονος και ο γιος του, Δημήτριος, νικήθηκαν από τους λοιπούς συνασπισμένους διαδόχους του Μεγάλου Αλεξάνδρου (ο Αντίγονος σκοτώθηκε εκεί). Όταν τα νέα έφτασαν στην Αθήνα, η Εκκλησία του Δήμου αποφάσισε να μην ξαναδεχθεί βασιλιά, μέσα στα τείχη της πόλης, εννοώντας ουσιαστικά τον Δημήτριο, ο οποίος δεν γνώριζε αυτή την απόφαση. Με στρατό 5.000 ανδρών είχε διαφύγει στην Έφεσο, απ' όπου απέπλευσε για την φιλική σ' αυτόν, όπως νόμιζε, Αττική. Ένα πλοίο τον πρόλαβε στις Κυκλάδες και του γνωστοποίησε την απόφαση του δήμου και το ότι του επέστρεφαν τα εκατό πλοία που είχε παραχωρήσει στην πόλη. Αντίθετα με τις λοιπές πόλεις που πιο πριν κατείχε, οι οποίες συμμάχησαν με τους αντιπάλους του, η Αθήνα ψήφισε ουδετερότητα.

Ο Δημήτριος εξοργίστηκε αλλά δεν μπορούσε να κάνει κάτι. Το έκανε, όμως, μια φοβερή καταστροφή της παραγωγής, την οποία εκμεταλλεύτηκε ο Λαχάρης. Πιθανότατα σε συνεννόηση με τον Κάσσανδρο και με την βοήθεια του σώματος των μισθοφόρων, που διοικούσε, κατέλαβε την εξουσία κι έγινε τύραννος (γύρω στα 300 π. Χ.). Κυβέρνησε με σκληρότητα, έγδυσε τον χρυσό από τα αγάλματα του Παρθενώνα για να κόψει νομίσματα και να πληρώσει τους μισθοφόρους του146 εξορίζοντας τους πολιτικούς αντιπάλους του αλλά ο Κάσσανδρος πέθανε (297 π. Χ.). Έχοντας εξασφαλίσει συμμαχίες, ο Δημήτριος εκστράτευσε ενάντια στην Αθήνα. Μια θαλασσοταραχή τον έπληξε. Όσο να κατασκευάσει νέο στόλο, εκστράτευσε με στρατό ξηράς στην Πελοπόννησο, επέζησε από έναν βαρύ τραυματισμό κι έφτασε ως την Αττική. Απέκοψε την Αθήνα από κάθε ανεφοδιασμό και την πολιόρκησε στενά. Ο Λαχάρης αμύνθηκε σθεναρά. Οι Αθηναίοι, όμως, πεινούσαν. Βλέποντας ότι δεν υπήρχε σωτηρία, ο Λαχάρης το έσκασε, μεταμφιεσμένος, στην Βοιωτία.

Οι Αθηναίοι έστειλαν πρεσβεία στον Δημήτριο, ελπίζοντας η τιμωρία που θα τους επέβαλλε να μην είναι εξοντωτική. Εκείνος τους μάζεψε κι απλά τους μάλωσε. Και φρόντισε να δοθούν τρόφιμα. Πειραιάς και Μουνιχία παραδόθηκαν στον Πολιορκητή, ο οποίος εγκατέστησε φρουρά και στο Μουσείο (τον μετέπειτα λόφο Φιλοπάππου) «για την διατήρηση της τάξης» (295 π. Χ.).

Τον επόμενο χρόνο, ο Δημήτριος αναγορεύτηκε βασιλιάς της Μακεδονίας, όπου και εγκαταστάθηκε, αφήνοντας τους Αθηναίους στην ησυχία τους. Κατά καιρούς, επισκεπτόταν την Αττική και γινόταν αντικείμενο γλοιώδους λατρείας. Τα πράγματα, όμως, ξεκίνησαν γι' άλλη μια φορά να μην είναι καλά για τον Δημήτριο. Συνασπίστηκαν απέναντί του ο βασιλιάς της Ηπείρου, Πύρρος, και οι Σέλευκος, Πτολεμαίος και Λυσίμαχος και τον στρίμωξαν. Βρήκαν ευκαιρία οι Αθηναίοι και εξεγέρθηκαν (287 π. Χ.), έδιωξαν την φρουρά που ο Δημήτριος είχε εγκαταστήσει στην πόλη αλλά δεν κατάφεραν να απαλλαγούν κι από αυτήν που βρισκόταν στη Μουνιχία και έλεγχε ολόκληρο τον Πειραιά. Οπωσδήποτε, ο Δημήτριος δεν τους ξαναενόχλησε. Την πρόθεσή του να εκστρατεύσει ενάντια στην Αθήνα ματαίωσε η σκληρή πραγματικότητα, την οποία βίωνε. Στα 285 π. Χ., αιχμαλωτίστηκε από τον Σέλευκο. Πέθανε αιχμάλωτος το 283 π. Χ., στα 54 χρόνια του.

Οι τελευταίες αναλαμπές

Η απελευθέρωση της Αττικής σε συνδυασμό με τη συνεχιζόμενη κατοχή του Πειραιά από τη μακεδονική φρουρά αποτελούσε για τους Αθηναίους διαρκή υπενθύμιση της αντιπαλότητας με τους Μακεδόνες βασιλιάδες. Η αντιμακεδονική πτέρυγα, την οποία παλιά εκπροσωπούσε ο Δημοσθένης, κυριαρχούσε στα πολιτικά πράγματα της πόλης (στα 280 π. Χ., έστησαν άγαλμα147 στον μεγάλο ρήτορα). Καθώς συνεχίζονταν οι επιχειρήσεις των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου για την τελική επικράτηση, οι Αθηναίοι στράφηκαν προς τους Πτολεμαίους της Αιγύπτου (τους Α' τον Σωτήρα και Β' τον Φιλάδελφο), κύριους αντιπάλους των βασιλιάδων της Μακεδονίας. Πρόσκαιρα, βασιλιάς της Μακεδονίας βρέθηκε ο Πτολεμαίος Κεραυνός, γιος του Σωτήρα, αλλά πολύ σύντομα κλήθηκε να τα βγάλει πέρα με τους Γαλάτες.

Κατέβαιναν από τον Δούναβη, λεηλατώντας και καταστρέφοντας ότι βρισκόταν μπροστά τους. Ο Πτολεμαίος βγήκε να τους αντιμετωπίσει. Σκοτώθηκε στη μάχη (279 π. Χ.). Οι Γαλάτες δεν κατάφεραν να εκπορθήσουν καμιά από τις οχυρωμένες πόλεις κι αφού λεηλάτησαν την ύπαιθρο, αποχώρησαν, ενώ η Μακεδονία έγινε αντικείμενο διεκδίκησης από απίθανους υποψήφιους βασιλιάδες. Όμως, την επόμενη χρονιά (278 π. Χ.), οι Γαλάτες ξαναφάνηκαν απειλητικοί. Κατά κάποιες μαρτυρίες, αριθμούσαν στρατό 200.000 μαχητών. Παρέκαμψαν την Μακεδονία και εισέβαλαν στη Θεσσαλία, καταστρέφοντας ό,τι συναντούσαν, κι έφθασαν ως τους Δελφούς, με στόχο να αρπάξουν τους εκεί συσσωρευμένους θησαυρούς. Συνασπισμένοι οι Έλληνες (29.000 άνδρες), με προεξάρχοντες τους Αθηναίους που διέθεσαν σώμα από 1.500 επίλεκτους άνδρες και τον στρατηγό Κάλλιππο, τους τσάκισαν. Βοήθησε κι ένας χρησμός της Πυθίας που υπέδειξε, όσοι βρίσκονταν στο διάβα των Γαλατών, να γεμίσουν με καλό κρασί και καλά φαγητά τα σπίτια τους και να τα εγκαταλείψουν. Ήταν μια καλοστημένη παγίδα, καθώς οι άγριοι Γαλάτες το έριξαν στο φαγοπότι, μέθυσαν κι έγιναν εύκολος στόχος. Κι ακόμα, Έλληνες είχαν κρυφτεί σε σπηλιές του Παρνασσού και, κατά τακτά διαστήματα, έβγαζαν ουρλιαχτά, πείθοντας έτσι τους εισβολείς ότι είχαν απέναντί τους υπερφυσικές δυνάμεις Η καθοριστική μάχη δόθηκε στις Θερμοπύλες, όπου οι συνασπισμένοι Έλληνες νίκησαν. Οι Γαλάτες έφυγαν προς την Ευρυτανία αλλά και οι εκεί κάτοικοι τους τσάκισαν. Ο αρχηγός τους αυτοκτόνησε.

Βασιλιάς στην Μακεδονία εκείνη την εποχή ήταν ο Αντίγονος Γονατάς (γιος του Δημήτριου του Πολιορκητή), με τη μακεδονική φρουρά που έλεγχε τον Πειραιά να αναφέρεται σ' αυτόν. Τον ίδιο καιρό, το αντιμακεδονικό ρεύμα διαπερνούσε και την πιεσμένη Σπάρτη. Με πρόταση του στρατηγού Χρεμωνίδη, η αθηναϊκή Εκκλησία του Δήμου ψήφισε συμμαχία με τη Σπάρτη και την Αίγυπτο του Πτολεμαίου Φιλάδελφου, με σκοπό την ολοκληρωτική απαλλαγή από τους Μακεδόνες. Το 268 (ή 267) π. Χ., ξεκίνησε ο, όπως αποκλήθηκε, Χρεμωνίδειος πόλεμος με τους Αθηναίους, Σπαρτιάτες και τον Πτολεμαίο από την μια μεριά και τους Μακεδόνες του Αντίγονου από την άλλη. Ο Αντίγονος εισέβαλε στην Αττική, ενώ ο Πτολεμαίος έστειλε στόλο που όμως ελάχιστα μπόρεσε να βοηθήσει τους Αθηναίους. Από τον Νότο, οι Σπαρτιάτες εκστράτευσαν για να βοηθήσουν κι αυτοί αλλά απέτυχαν να κυριεύσουν τον Ισθμό της Κορίνθου. Έτσι, η ύπαιθρος της Αττικής βρισκόταν στο έλεος των Μακεδόνων, που έκαναν και σποραδικές επιθέσεις στα αθηναϊκά οχυρά. Και, σε μάχη στην Κόρινθο (264 π. Χ.), οι Σπαρτιάτες νικήθηκαν οικτρά κι ο βασιλιάς τους σκοτώθηκε. Ο πόλεμος εκφυλίστηκε σε βάρος των Αθηναίων κι έληξε το 261 π. Χ., με την πλήρη υποταγή τους. Ο Αντίγονος εγκατέστησε φρουρά και στο άστυ. Κι αυτός με δικαιολογία την «διατήρηση της τάξης». Πέθανε το 239 π. Χ. και τον διαδέχτηκε ο γιος  του, Δημήτριος Β', που πέθανε το 229 π. Χ., αφήνοντας στον μακεδονικό θρόνο τον εννιάχρονο γιο του, Φίλιππο Ε'.

Οι Αθηναίοι βρήκαν νέα ευκαιρία. Έπεισαν τον συντοπίτη τους Διογένη, τοποθετημένο επίτροπο των Μακεδόνων στην Αττική, να τους παραδώσει τον Πειραιά και να αποσύρει τους Μακεδόνες στρατιώτες από την Αττική, πληρώνοντάς τους 150 τάλαντα. Την πρωτοβουλία για όλα αυτά, είχαν δυο αδέλφια από την Κηφισιά: Ο ταμίας των στρατιωτικών (το 232 π. Χ.) Ευρυκλείδης και ο Μικίωνας, που με δικά τους χρήματα επισκεύασαν τα τείχη της πόλης κι οχύρωσαν τα λιμάνια. Επικεφαλής της Αχαϊκής Συμπολιτείας, ο Άρατος, τσόνταρε 15 τάλαντα για την πληρωμή και απομάκρυνση των Μακεδόνων. Είχε την ελπίδα ότι οι Αθηναίοι θα συμμαχούσαν μαζί του αλλά έπεσε έξω. Τα δυο αδέλφια κράτησαν την Αττική ουδέτερη τα επόμενα χρόνια. Κάποια στιγμή, δηλητηριάστηκαν από πράκτορες του Φιλίππου Ε' που πια είχε ενηλικιωθεί.

Ήταν το 202 π. Χ., όταν ο βασιλιάς της Μακεδονίας επιχείρησε να κυριεύσει την Αθήνα. Είχε προηγηθεί ο Α' Μακεδονικός πόλεμος με τους Ρωμαίους (215 - 205 π. Χ.), κατά τον οποίο ο Φίλιππος Ε' συμμάχησε με τον Καρχηδόνιο Αννίβα κι έγινε αιτία να αποκτήσουν οι Ρωμαίοι προγεφύρωμα στην Ελλάδα148. Οι Αθηναίοι βοηθήθηκαν από τους Ρωμαίους και ο Φίλιππος απήλθε, αφού είχε λεηλατήσει την ύπαιθρο της Αττικής, κυρίως ναούς και έργα τέχνης. Στο εξής, κράτησαν φιλορωμαϊκή στάση, με αποτέλεσμα να απολαμβάνουν την ειρήνη που τους επέτρεψε να ανασυνταχθούν και να ευημερήσουν.

Ελεύθερη με ρωμαϊκή επιρροή

Ο δεύτερος Μακεδονικός πόλεμος ξεκίνησε (201 π. Χ.) με υποκίνηση της Πέργαμου και της Ρόδου κι έληξε με την συντριπτική ήττα του Φιλίππου Ε' από τους Ρωμαίους στις θεσσαλικές Κυνός Κεφαλές (197 π. Χ.). Για την ώρα, η Μακεδονία βρέθηκε στο περιθώριο. Τρία χρόνια αργότερα (194 π. Χ.), οι Ρωμαίοι διακήρυξαν ότι οι ελληνικές πόλεις κράτη είναι ελεύθερες. Απέσυραν τα στρατεύματά τους από τον ελληνικό και τον ευρύτερο βαλκανικό χώρο αλλά σύντομα τα ξανάστειλαν καθώς η Ελλάδα έγινε θέατρο πολεμικών συγκρούσεων, με τους Αθηναίους στο πλευρό των Ρωμαίων. Και, στα 172 π. Χ., ο Περσέας, γιος και διάδοχος του Φιλίππου Ε΄, ξεκίνησε τον τρίτο των μακεδονικών πολέμων. Νικήθηκε (168 π. Χ.) στην μάχη της Πύδνας, οπότε οι Ρωμαίοι επέβαλαν τον έλεγχό τους στη Μακεδονία, την οποία χώρισαν σε τέσσερις επαρχίες. Για 18 χρόνια, η κατάσταση ηρέμησε, ώσπου κάποιος Ανδρίσκος υποστήριξε ότι είναι γιος του Περσέα και ξεσήκωσε τους Μακεδόνες σε επανάσταση ενάντια στους Ρωμαίους (150 π. Χ.). Δυο χρόνια αργότερα (148 π. Χ.), η επανάσταση είχε πνιγεί και η Μακεδονία είχε μεταβληθεί σε ρωμαϊκή επαρχία.

Η Αχαϊκή Συμπολιτεία ήταν που προσπάθησε να απαλλάξει την Ελλάδα από την, έτσι κι αλλιώς ανεπαίσθητη, ρωμαϊκή παρουσία. Στα 146 π. Χ., ξεκίνησε πόλεμο ενάντια στη Ρώμη. Οι Ρωμαίοι επήλθαν αδυσώπητοι και ισοπέδωσαν την Κόρινθο149. Οι ελληνικές πόλεις υπέκυψαν και η Ελλάδα χωρίστηκε στις επαρχίες Μακεδονίας, Αχαΐας και Ηπείρου, με τον πληθυσμό να υποφέρει από λεηλασίες και να μετατρέπεται σε μια τεράστια δεξαμενή σκλάβων.

Όλα αυτά τα δεινά δεν άγγιξαν την Αθήνα. Ακόμα και μετά την πλήρη ελληνική υποταγή του 146 π. Χ., η πόλη παρέμεινε ανεξάρτητη δημοκρατία, που όμως υπάκουε στα κελεύσματα της Ρώμης. Με τους Ρωμαίους να της έχουν παραχωρήσει την Δήλο και την Λήμνο, σκαλοπάτια στην επικοινωνία της ιταλικής χερσονήσου με τη Μικρά Ασία. Οι Αθηναίοι ευημερούσαν και απολάμβαναν την φήμη της πόλης τους ως κέντρο του πολιτισμού και της φιλοσοφίας, ενώ νέα μεγαλόπρεπα κτίρια υψώθηκαν, κάποια με δωρεές ξένων φιλαθήναιων εστεμμένων. Τα 115 χρόνια που μεσολάβησαν από την πρώτη ρωμαϊκή βοήθεια στην Αθήνα ως την καταστροφή του 86 π. Χ., ήταν εποχή νέας άνθισης.

Έτσι κι αλλιώς, οι Ρωμαίοι πάντοτε θαύμαζαν το αθηναϊκό πνεύμα. Στα 155 π. Χ., είχαν την ευκαιρία να το γνωρίσουν και στην ίδια την πρωτεύουσά τους, τη Ρώμη. Ήταν όταν επέβαλαν στην Αθήνα πρόστιμο 500 ταλάντων, για κάποια λεηλασία στον Ωρωπό. Οι Αθηναίοι έστειλαν τρεις φιλοσόφους να διαπραγματευτούν την όλη υπόθεση. Ήταν ο Καρνεάδης ο Κυρηναίος, ο Κριτόλαος ο περιπατητικός και ο σχολάρχης Διογένης ο Σελεύκιος.

Γεννημένος (το 214 ή 213 π. Χ.) στην Κυρήνη150 της Βόρειας Αφρικής, ο Καρνεάδης έφτασε στην Αθήνα πολύ νέος κι ασχολήθηκε με την φιλοσοφία, με την διαλεκτική κυρίως. Στα 155 π. Χ., ήταν σχολάρχης στην Ακαδημία του Πλάτωνα, πασίγνωστος για την ρητορική του τέχνη. Στη Ρώμη, ανάμεσα σε άλλα, έδωσε δυο διαλέξεις περί δικαιοσύνης. Στην πρώτη, την εκθείαζε, στη δεύτερη την κατάκρινε. Οι νέοι της πόλης τον λάτρεψαν. Το ακροατήριό του μεγάλωνε, καθώς πολλοί έσπευδαν να τον ακούσουν στις δημόσιες εμφανίσεις του. Η ρωμαϊκή σύγκλητος φοβήθηκε, μήπως διαφθείρει την νεολαία. Με προεξάρχοντα τον Κάτωνα τον πρεσβύτερο151, ζήτησε να τον απομακρύνουν από την πόλη. Οπωσδήποτε, η αποστολή των τριών στέφθηκε από επιτυχία, καθώς το πρόστιμο κατέβηκε στα εκατό τάλαντα.

Ο Καρνεάδης πέθανε σε βαθιά γεράματα (129 ή 128 π. Χ.). Η Αθήνα διατήρησε την φήμη της και τις φιλοσοφικές σχολές της και έγινε το καλλιτεχνικό και φιλοσοφικό κέντρο της ηπειρωτικής Ελλάδας. Πολλοί ηγεμόνες των ελληνιστικών βασιλείων σπούδαζαν εκεί και, όταν αναλάμβαναν εξουσία, δώριζαν στην πόλη κτήρια και γλυπτά.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι ο Ευμένης Β’ (197-159 π. Χ.) και ο Άτταλος Β’ (159 - 138 π. Χ.) της Περγάμου που δώρισαν τις ομώνυμες στοές. Κι ακόμα, ο βασιλιάς της Καππαδοκίας Αντίοχος Δ’ που ανέθεσε στον περίφημο Ρωμαίο αρχιτέκτονα, Κοσσούτιο, την κατασκευή του ναού του Ολυμπίου Διός που είχε μείνει ανολοκλήρωτος από την εποχή του Πεισίστρατου. Τα έργα είχαν προχωρήσει αρκετά αλλά, με τον θάνατο του Αντίοχου, το 163 π. Χ., σταμάτησαν152. Ευεργέτης της πόλης υπήρξε και ο Αριάθης Ε’ (162 -130 π. Χ.) της Καππαδοκίας που, περί το 160 π. Χ., χρηματοδότησε τη Μεσαία Στοά στην Αγορά.

Ο Σύλλας και η υποταγή

Νόθος γιος του περιπατητικού φιλοσόφου Αθηνίωνα, ο Αριστίωνας ακολούθησε νωρίς τα βήματα του πατέρα του κι ασχολήθηκε κι αυτός με την φιλοσοφία. Ο Ποσειδώνιος ο Ρόδιος τον αναφέρει ως περιπατητικό φιλόσοφο, ο Αππιανός ως στωικό. Οπωσδήποτε, έβγαλε αρκετά χρήματα διδάσκοντας φιλοσοφία στη Μεσσήνη και στη Λάρισα. Οι Αθηναίοι τον έστειλαν πρεσβευτή της πόλης στην αυλή του βασιλιά στο ελληνικό βασίλειο του Πόντου και της Αρμενίας, Μιθριδάτη ΣΤ' του Ευπάτορα Διονύσου. Εκεί, ο Αριστίωνας έγινε φίλος με τον βασιλιά, εξελίχθηκε σε σύμβουλό του κι ενστερνίστηκε το όραμά του να απαλλάξει τον κόσμο από τη ρωμαϊκή κυριαρχία. Έστελνε επιστολές στην Αθήνα, στις οποίες εκθείαζε τον βασιλιά και την έτσι κι αλλιώς υπαρκτή μεγάλη στρατιωτική του δύναμη153. Οι Αθηναίοι άρχισαν να πιστεύουν ότι, με την βοήθειά του, θα μπορούσαν να αποτινάξουν τον ρωμαϊκό ζυγό.

Κάποια στιγμή, πλοία του Μιθριδάτη λεηλάτησαν τους θησαυρούς της Δήλου που, κατά τον Αππιανό, χρηματοδότησαν τις κινήσεις του Αριστίωνα. Ήταν γύρω στο 88 π. Χ., όταν αυτός επέστρεψε στην Αθήνα, όπου, με τις οδηγίες του Μιθριδάτη και το χρυσάφι από την Δήλο, κατάφερε να ανακηρυχθεί τύραννος. Την ίδια χρονιά, ο βασιλιάς του Πόντου κήρυξε τον πόλεμο ενάντια στη Ρωμαϊκή Δημοκρατία. Προσπάθησε να επεκτείνει την κυριαρχία του στα γειτονικά βασίλεια (κυρίευσε γρήγορα Βιθυνία και Καππαδοκία, καθώς και την Αμφίπολη στη Μακεδονία) κι έστειλε τον στόλο του, υπό τον στρατηγό Αρχέλαο, να κυριεύσει τον Πειραιά. Ο Αρχέλαος κυρίευσε τις Κυκλάδες και την Εύβοια, που βρίσκονταν στην πορεία του, κι έτσι έδωσε την ελπίδα στις ελληνικές πόλεις ότι πλησίαζε η απαλλαγή από τη ρωμαϊκή κατοχή. Η μια μετά την άλλη, επαναστάτησαν.

Πάντα την ίδια χρονιά (88 π. Χ.), ύπατος στη Ρώμη αναδείχθηκε ο Λεύκιος Κορνήλιος Σύλλας που ακόμα είχε ανοιχτούς λογαριασμούς με τον άσπονδο αντίπαλό του, Γάιο Μάριο. Το 87 π. Χ., άφησε τα της Ρώμης σε εκκρεμότητα, πιστεύοντας ότι θα ξεμπλέξει εύκολα με τον Μιθριδάτη, κι έφτασε στην Ελλάδα με πέντε λεγεώνες. Λήστεψε τα αναθήματα και τους θησαυρούς της Ολυμπίας και της Επιδαύρου, έφτασε στην Αττική και ξεκίνησε πολιορκία της Αθήνας, αναζητώντας μια γρήγορη νίκη. Δεν του προέκυψε. Κατακρεούργησε τα ιερά και μη άλση της Αττικής για να χρησιμοποιήσει την ξυλεία στην κατασκευή πολιορκητικών μηχανών και προσέβαλε έτσι το θρησκευτικό συναίσθημα των Ελλήνων.

Μέσα στην πόλη, ο Αριστίωνας περνούσε τον καιρό σε δαπανηρές διασκεδάσεις, ενώ οι Αθηναίοι λιμοκτονούσαν, μη έχοντας τρόφιμα εξαιτίας της πολιορκίας. Κάποια στιγμή, έφτασαν να εκλιπαρούν τον τύραννο να παραδώσει την Αθήνα στους Ρωμαίους154. Όχι μόνο αρνήθηκε αυτός να το πράξει αλλά εγκατέστησε και κάποιους πάνω στα τείχη και τους έβαλε να εκτοξεύουν προσβολές, τόσο για τον ίδιο τον Σύλλα, όσο και για την γυναίκα του, κάνοντάς τον να σκυλιάζει. Βρήκε ένα αδύνατο σημείο στα τείχη της Αθήνας και εξαπέλυσε αιφνιδιαστική νυχτερινή επίθεση (Μάρτιος 86 π. Χ.), κυριεύοντας την πόλη. Οι Αθηναίοι έβαλαν φωτιά στο Ωδείο155 για να μην χρησιμοποιηθεί η ξυλεία του από τον Σύλλα, ενώ ο Αριστίωνας πρόλαβε να οχυρωθεί στην Ακρόπολη. Έμεινε κάμποσο καιρό αποκλεισμένος εκεί αλλά η έλλειψη νερού τον ανάγκασε να παραδοθεί. Πέθανε με δηλητήριο που τον εξανάγκασαν να πιει. Στην κατακτημένη πόλη, ο στρατός του Σύλλα επιδόθηκε σε άγριες σφαγές και λεηλασίες που σταμάτησαν μετά από παράκληση Αθηναίων φίλων του κατακτητή και συγκλητικών, οι οποίοι τον είχαν ακολουθήσει στην εκστρατεία του. Το επόμενο βήμα του Ρωμαίου ήταν να κυριεύσει τον Πειραιά, τον οποίο παρέδωσε στις φλόγες. Ο Α' Μιθριδατικός πόλεμος156 έληξε το 84 π. Χ., με ήττα του Μιθριδάτη και των συμμάχων του και υπογραφή της «συνθήκης της Δαρδάνου». Στη συνέχεια, ο Σύλλας πέρασε μια περίοδο ανάπαυσης στην Αθήνα. Στη Ρώμη, ο αντίπαλός του, Μάριος, καραδοκούσε. Αναγκαστικά, επέστρεψε εκεί. Η Αθήνα ήταν πια ρωμαϊκή κτήση.

Όταν έσωζε «η δόξα των προγόνων»

Κατακτημένη, κατεστραμμένη (κυρίως γύρω από την Αγορά), γδυμένη από τα σπουδαία της αγάλματα, καθώς το πέρασμα του Σύλλα υπήρξε οδυνηρό, και σε άθλια οικονομική κατάσταση, η Αθήνα πέρασε μια σύντομη περίοδο κατάπτωσης. Όμως, ο πόλεμος είχε επηρεάσει αρνητικά και την Δήλο, καταστρέφοντας την μεγάλη αγορά της. Οι εκεί έμποροι σκορπίστηκαν. Κάποιοι επέλεξαν να εγκατασταθούν στην Αθήνα, δίνοντας καινούρια ώθηση στην αθηναϊκή Αγορά. Και για τους Ρωμαίους, η πόλη της Αθηνάς δεν έπαυε να είναι ο τόπος όπου ο πολιτισμός μεγαλούργησε. Πλούσιοι Ρωμαίοι αλλά και άνθρωποι των γραμμάτων την επισκέπτονταν για να την γνωρίσουν από κοντά, να φοιτήσουν στις φιλοσοφικές σχολές της ή να διδαχθούν τη ρητορική τέχνη. Όλοι αυτοί μετατράπηκαν σε φανατικούς θαυμαστές της πόλης και του εκεί τρόπου ζωής. Το χρήμα ξανάρχισε να ρέει, προκειμένου τα μνημεία της να επισκευαστούν ή να συντηρηθούν.

Πλούσιος λόγιος ο Τίτος Πομπώνιος (109 - 32 π. Χ.) εγκαταστάθηκε στην Αθήνα (περί το 87 π. Χ.) για να μην αναγκαστεί να εμπλακεί στην αιματηρή εμφύλια διαμάχη του Σύλλα με τον Μάριο. Η εκεί δραστηριότητά του και παρουσία τού προσέδωσε την προσωνυμία «Αττικός». Στάθηκε γενναιόδωρος προς την πόλη που τον φιλοξενούσε και οργάνωσε εργαστήριο βιβλιογραφίας, αντιγράφοντας έργα Αθηναίων συγγραφέων. Τα έστελνε σε αντίστοιχο εργαστήριο που διατηρούσε στη Ρώμη αλλά και σε Ρωμαίους βιβλιόφιλους, ανάμεσα στους οποίους συγκαταλεγόταν και ο φίλος του, μετέπειτα κορυφαίος ρήτορας, Μάρκος Τύλλιος Κικέρωνας (106 - 43 π. Χ.). Ο οποίος Κικέρωνας έφυγε από την Ρώμη (79 π. Χ.), με τον φόβο του Σύλλα, καθώς είχε κερδίσει μια δίκη ενάντια σε ισχυρό άνθρωπό του. Έφτασε κι αυτός στην Αθήνα και μαθήτευσε φιλοσοφία κοντά στον Ασκαλωνίτη Αντίοχο, τότε σχολάρχη της Ακαδημίας του Πλάτωνα.

Κι ένα από τα ζητήματα, για τα οποία ο μεγάλος ποιητής της Ρώμης, Οράτιος (65 - 8 π. Χ.), χρωστούσε ευγνωμοσύνη στον πατέρα του, ήταν το ότι τον έστειλε στην Αθήνα να σπουδάσει ελληνικά και φιλοσοφία. Αλλά και ο ποιητής Οβίδιος (43 π. Χ. - 18 {μ. Χ.}), έζησε στην Αθήνα, κάποιον καιρό στα τελευταία χρόνια της εφηβείας του.

Το 47 π. Χ., ανατολικά στον χώρο όπου επρόκειτο να δημιουργηθεί η ρωμαϊκή Αγορά, ανεγέρθηκε το «Ωρολόγιο του Κυρρήστου», έργο του αστρονόμου Ανδρόνικου από την Κύρρο157 της Συρίας, γνωστό στους σύγχρονους με την ονομασία «Αέρηδες» (ο σύγχρονός του Ρωμαίος συγγραφέας, Βιτρούβιος {80 - 15 π. Χ.}, το αποκάλεσε «πύργο των ανέμων»). Πρόκειται για οκτάγωνο κτίριο που έχει στις οκτώ μετόπες του ανάγλυφους τους οκτώ κύριους ανέμους κι από κάτω τα ονόματά τους (Βορέας, Καικίας, Απηλιώτης, Εύρος, Νότος, Λιψ, Ζέφυρος, Σκίρων). Ήταν ένα ηλιακό ρολόι που, εσωτερικά, διέθετε υδραυλικό μηχανισμό, ώστε να δείχνει την ώρα ακόμα και τις ανήλιαγες μέρες. Θεωρείται ο αρχαιότερος μετεωρολογικός σταθμός και μέτρησης της ώρας στον κόσμο.

Με όλα τούτα, η Αθήνα έπαιρνε την πάνω βόλτα, με την Αγορά της να σφύζει από ζωή. Τα χρόνια αυτά, επικράτησε μια νέα τάση: Να μεταφέρονται από την ύπαιθρο της Αττικής στην πόλη είτε ολόκληροι εγκατειλημμένοι ναοί είτε τμήματα ναών158, προκειμένου να επισκευαστούν φθαρμένα μνημεία ή να κτιστούν καινούρια. Ο πληθωρισμός, όμως, των νέων κτιρίων στην Αγορά αφαιρούσε ζωτικό χώρο από τους εμπόρους που είδαν τα στέκια τους να στριμώχνονται.

Στη Ρώμη, οι δυο ισχυροί άνδρες, Ιούλιος Καίσαρας και Πομπήιος, είχαν έρθει σε ρήξη με την διαμάχη να οδηγείται σε εμφύλια σύγκρουση. Η καθοριστική μάχη έγινε στα Φάρσαλα (Αύγουστος 48 π. Χ.), με τους Αθηναίους να πολεμούν στο πλάι του Πομπήιου, τακτικού επισκέπτη της πόλης, ο οποίος είχε φροντίσει και για την ανοικοδόμηση του Πειραιά. Όμως, καταλυτικά νικητής αναδείχθηκε ο Καίσαρας. Οι Αθηναίοι τρόμαξαν. Έσπευσαν να του ζητήσουν να τους συγχωρέσει. Τους συγχώρεσε, απευθύνοντάς τους την ιστορική ερώτηση: «Πόσες φορές θα σας σώζει από την καταστροφή η δόξα των προγόνων σας;»159. Και χρηματοδότησε την δημιουργία νέας Αγοράς, βόρεια της Ακρόπολης και ανατολικά της παλιάς. Οι εξελίξεις στην Ρώμη έγιναν αιτία να διακοπούν τα έργα. Ο Ιούλιος Καίσαρας δολοφονήθηκε (44 π. Χ.) και στην κορυφή της Ρώμης αναδείχτηκαν ο Οκταβιανός και ο Μάρκος Αντώνιος, εραστής και σχεδόν μόνιμος κάτοικος της Αθήνας. Όταν συγκρούστηκαν οι δυο άνδρες, οι Αθηναίοι θεώρησαν φυσικό να πάνε με το μέρος του περίπου «συντοπίτη» τους, Μάρκου Αντώνιου. Θριαμβευτής στη ναυμαχία του Ακτίου (31 π. Χ.), ο Οκταβιανός κατέφθασε στην Αθήνα αλλά η τιμωρία που επέβαλε ήταν να αφαιρέσει την Αίγινα και την Ερέτρια από τα εδάφη της Αττικής. Στα επόμενα χρόνια, Οκταβιανός και Αθηναίοι «φίλιωσαν» και ο πια αυτοκράτορας της Ρώμης επισκέφθηκε πάλι την Αθήνα και (περίπου το 19 π. Χ.) προχώρησε στην χρηματοδότηση της από την εποχή του Ιούλιου Καίσαρα μισοτελειωμένης Αγοράς. Είναι η Ρωμαϊκή Αγορά της Αθήνας που έμελλε να αποτελέσει το εμπορικό κέντρο της πόλης για αιώνες, ως τα πρώτα χρόνια μετά την επανάσταση του 1821. Στα χρόνια του Οκταβιανού, οι Αθηναίοι έστησαν δώδεκα βωμούς για να τον τιμήσουν ως θεό. Έναν αιώνα αργότερα, θα ύψωναν 94 για την απόδοση θεϊκών τιμών στον αυτοκράτορα Αδριανό.

Στα 15 π. Χ., στο κέντρο της αρχαίας Αγοράς, κτίστηκε το διώροφο «Ωδείο του Αγρίππα» ή «Θέατρο του Κεραμεικού», δώρο στην πόλη από τον αρχιτέκτονα, στρατηγό και γαμπρό του αυτοκράτορα Οκταβιανού, Μάρκο Βιψάνιο Αγρίππα (63 - 12 π. Χ.). Χωρούσε χίλιους θεατές που μπορούσαν να απολαύσουν μουσικές εκδηλώσεις. Στα 159 (μ. Χ.), κατέρρευσε η οροφή του και κτίστηκε νέα, με γενική ανακατασκευή και διαμόρφωση στοάς, η οποία στηριζόταν σε έξι τεράστιους Τρίτωνες και Γίγαντες (γνωστό ως γυμνάσιο ή το «Παλάτι των Γιγάντων»). Χρησιμοποιήθηκε για διαλέξεις και επέζησε ως το 267, όταν το κατέστρεψαν οι Έρουλοι εισβολείς.

Ο απόστολος Παύλος και οι χριστιανοί

Στα 52 (μ. Χ.), η Αθήνα δέχτηκε την επίσκεψη του αποστόλου Παύλου. Ήταν η δεύτερη ανά τον τότε γνωστό κόσμο περιοδεία, με πρόθεση να ιδρύσει χριστιανικές εκκλησίες στις μεγάλες πόλεις αλλά στην Αθήνα ατύχησε. Έφτασε με πλοίο στο Φάληρο και, ανεβαίνοντας προς την πόλη, είδε έναν βωμό αφιερωμένο στον άγνωστο θεό («τω αγνώστω θεώ»). Κι επειδή, παρόμοιους βωμούς είδε και αλλού στην πόλη, τους επικαλέστηκε, λέγοντας ότι γι' αυτούς θα μιλούσε. Κήρυξε στην Πνύκα, σε μεγάλο πλήθος, αλλά έπεισε μόνο δυο: Τον Διονύσιο Αρεοπαγίτη και την Δάμαρι, κατά τις γραφές Αθηναία αριστοκράτισσα, ιουδαϊκής καταγωγής (το όνομά της θεωρείται εξελληνισμένος τύπος του Θαμάρ). Για τον Διονύσιο αναφέρεται ότι γεννήθηκε το 9 (μ. Χ.) στην Αθήνα και ότι υπήρξε ο πρώτος χριστιανός επίσκοπος της Αθήνας160 αλλά, τότε, δεν υπήρχε Εκκλησία στην πόλη. Αναφέρεται επίσης ότι στους διωγμούς κατά των χριστιανών, ήταν θύμα του αυτοκράτορα Δομιτιανού (81 - 96) και κάηκε στην πυρά.

Κατά τον συνοδό του αποστόλου Παύλου, συγγραφέα των «Πράξεων των αποστόλων» και ευαγγελιστή Λουκά, οι ακροατές τούς αντιμετώπισαν με σκεπτικισμό και με την φράση «ακουσόμεθά σου πάλιν περί τούτου». Ο Παύλος πήγαινε στην Αγορά κι άνοιγε συζητήσεις με τον κόσμο αλλά και τους στωικούς και τους επικούρειους φιλοσόφους. Κατά τον Λουκά, εκείνο που έκανε τους Αθηναίους φιλόσοφους να σκανδαλιστούν ήταν το περί ανάστασης νεκρών τμήμα του κηρύγματος, που ο Παύλος τους απηύθυνε.

Έφυγε στην Κόρινθο, όπου έμεινε για περισσότερο από ενάμιση χρόνο. Επέστρεψε στην Ελλάδα και στην Κόρινθο (ήταν εκεί και το 57) αλλ' όχι και στην Αθήνα, την οποία απέφευγε. Γι' αυτό, κατά τον Ορθόδοξο συναξαριστή, η Δάμαρις «είναι σχεδόν βέβαιο ότι κάθε φορά που ο μεγάλος Απόστολος επισκεπτόταν την Εκκλησία της Κορίνθου, εκείνη πήγαινε σε συνάντησή του, για να γυρίζει στην Αθήνα πιο δυνατή και πιο φλογερή στην διακονία της».

Η ελληνορθόδοξη εκκλησία (Αρχιεπισκοπή Αθηνών) αναφέρει τον Διονύσιο πρώτο επίσκοπο της Αθήνας (τέλη του πρώτου αιώνα), με αμέσως επόμενους τους Νάρκισσο, Πούπλιο και Κοδράτο, «που γύρω στα 124 - 125 ή 129 επέδωσε απολογία στον αυτοκράτορα Αδριανό». Κατά τον Παναγιώτη Χρήστου, με την «απολογία» του, ο Κοδράτος έπεισε τον αυτοκράτορα Αδριανό να απαγορεύσει την δίωξη οποιουδήποτε, χωρίς συγκεκριμένη κατηγορία161. Κατά τον Ορθόδοξο συναξαριστή, ο Κοδράτος «κατάφερε να φωτίσει σε πολλούς το δρόμο της Αλήθειας και να φιμώσει τους φιλοσοφούντες. Αυτοί, μη μπορώντας να τον αντιμετωπίσουν με λόγια, τον έδιωξαν με τη βία από την Αθήνα. Το φρόνημα, όμως, του Κοδράτου δεν κάμφθηκε. Πήγε στη Μαγνησία της Μικράς Ασίας, όπου με παρρησία κήρυξε και εκεί το Ευαγγέλιο. Έγραψε, μάλιστα, και απολογία για το χριστιανισμό στον Αδριανό. Η απάντηση του Αδριανού ήταν να τον φονεύσει. Έτσι ο μέγας απολογητής πήρε το στεφάνι του μαρτυρίου». Οπωσδήποτε, όλες οι πηγές συνηγορούν ότι, επί Αδριανού, δεν υπήρξαν διώξεις χριστιανών.

Φιλόπαππος και Αδριανός

Η αυτοκρατορική εύνοια στην Αθήνα συνεχίστηκε και από τους Κλαύδιο και Νέρωνα. Στα χρόνια του τελευταίου, μάλιστα, το θέατρο του Διονύσου, που είχε υποστεί τεράστιες ζημιές από τα στρατεύματα του Σύλλα, επισκευάστηκε και αναμορφώθηκε: Απέκτησε νέα πολύ μεγαλύτερη σκηνή, με αποτέλεσμα η ορχήστρα να γίνει ημικυκλική. Και το δάπεδό της στρώθηκε με μαρμάρινες πλάκες.

Και, στα χρόνια του Τραϊανού, ο Ιούλιος Κλαύδιος Φιλόπαππος έκτισε (το 114) στην κορυφή του λόφου των Μουσών, το μαυσωλείο που θα τον στέγαζε, όταν θα πέθαινε. Ήταν αυτός εγγονός του Αντίοχου Δ', βασιλιά της  Κομμαγηνής (περιοχής στη σημερινή Συρία), που, το 72, κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους. Η οικογένεια πήρε μαζί της όση από την περιουσία του βασιλείου μπορούσε να σηκώσει και, με την βοήθεια του κατακτητή της Κομμαγηνής, αυτοκράτορα Βεσπασιανού, εγκαταστάθηκε στην Αττική, ενώ ο Φιλόπαππος ήταν ακόμα μωρό (γεννήθηκε γύρω στο 70). Μεγαλώνοντας, απέκτησε την ιδιότητα του Αθηναίου πολίτη και εγγράφηκε στον δήμο Βήσας (στα όρια της σημερινής Αναβύσσου) της Αντιοχίδας φυλής, το όνομα της οποίας θύμιζε τον παππού του. Απέκτησε πολύ καλή μόρφωση, ανακατεύτηκε στα δημόσια πράγματα κι αναδείχθηκε ως πολιτικός. Ταυτόχρονα, εξελίχθηκε σε ευεργέτη της πόλης. Αργότερα, μετακινήθηκε στην Ρώμη, όπου επίσης ασχολήθηκε με την πολιτική και, το 109, εκλέχτηκε ύπατος, αξίωμα που πια περισσότερο τιμητικό ήταν παρά ουσιαστικό, καθώς η εξουσία βρισκόταν στα χέρια του αυτοκράτορα. Γύρισε στην Αθήνα γύρω στα 114, οπότε κτίστηκε και το μαυσωλείο, κατά τον Παυσανία, στη θέση, όπου βρισκόταν ο τάφος του Μουσαίου162.

Στα χρόνια αυτά, ο μετέπειτα αυτοκράτορας Αδριανός (γεννήθηκε το 76) έγινε Αθηναίος πολίτης (δημότης Βήσας κι αυτός) και, για λίγο, άρχοντας της Αθήνας, την οποία αγάπησε. Αυτή του την αγάπη την εκδήλωσε πληθωρικά, όταν κατέλαβε τον αυτοκρατορικό θρόνο (117). Η πρώτη του επίσκεψη στην Αθήνα, ως αυτοκράτορας, καταγράφεται το 124. Την χρονιά αυτή, συμμετείχε στα Ελευσίνια μυστήρια, με τους Αθηναίους να δημιουργούν ακόμα μια φυλή, στην οποία έδωσαν το όνομά του, και να στήνουν άγαλμά του στον Παρθενώνα. Περιόδευσε στην Πελοπόννησο κι επανήλθε στην Αθήνα (Μάρτιος του 125), όπου μετείχε στα Διονύσια. Στα 128, βρισκόταν πάλι στην Αθήνα και, γι' άλλη μια φορά, μετείχε στα Ελευσίνια μυστήρια.

Σκεφτόταν την δημιουργία ενός Πανελλήνιου Συμβουλίου, με συμμετοχή όλων των ελληνικών πόλεων και με έδρα τον ναό του Δία, στην Αθήνα. Για τον λόγο αυτόν, χρηματοδότησε την αποπεράτωση του Ολυμπιείου που είχε μείνει ημιτελές από την εποχή του Πεισίστρατου κι ανολοκλήρωτο από την εποχή του Αντίοχου Δ' της Καππαδοκίας, το 163 π. Χ. (βλ. και πιο πάνω, «ελεύθερη με ρωμαϊκή επιρροή»). Ο ναός ήταν έτοιμος το 129 ή 130 κι ο αυτοκράτορας το στόλισε με χρυσό άγαλμα του Δία. Όμως, ο νέος θεσμός είχε ξεκινήσει από το 125, όταν έγκριτοι πολίτες από τις ελληνόφωνες πόλεις κατέφθασαν στην Αθήνα. Κατά τους ερευνητές, οι συνεδριάσεις έγιναν στο ιερό του Δία και της Ήρας Πανελληνίας που βρισκόταν στον χώρο ανάμεσα στο Ολυμπιείο και τον Ιλισό ποταμό.

Ταυτόχρονα, πραγματοποιήθηκε τεράστιο έργο στην Αθήνα. Πολλά κτίρια επισκευάστηκαν και νέα δημιουργήθηκαν. Η πόλη επεκτάθηκε ανατολικά, προς το σημερινό Ζάππειο, δημιουργώντας νέα συνοικία. Μια πύλη υψώθηκε για το πέρασμα από την παλιά πόλη στην καινούρια (η γνωστή ως Πύλη του Αδριανού) και στις πλευρές της χαράχτηκαν οι επιγραφές:

«Αιδ' εισ' Aθήναι, Θησέως η πριν πόλις» (αυτή είναι η Aθήνα, η παλιά πόλη του Θησέα) στην μια πλευρά και «Αιδ' εισ' Αδριανού και ουχί Θησέως πόλις» (αυτή είναι του Αδριανού και όχι του Θησέα η πόλη» στην άλλη.

Ο Αδριανός πέρασε τα περισσότερα χρόνια της βασιλείας του σε περιοδείες, δημιουργώντας υδραγωγεία στις πιο σπουδαίες πόλεις. Στην Αθήνα, το «υδραγωγείο του Αδριανού» ξεκίνησε να κτίζεται στην Αθήνα στα 130. Ολοκληρώθηκε στα 150 από τον Αντωνίνο τον Ευσεβή163. Το δίκτυο έφερνε νερό από την Πάρνηθα και από την Πεντέλη με υπόγειες σήραγγες που κάλυπταν διαδρομή πάνω από 25 χμ. Της Πάρνηθας ξεκινούσε από τη Δεκέλεια (υπάρχει και η άποψη ότι λειτουργούσε και δεύτερος αγωγός από το Μετόχι της Αγίας Τριάδας). Μέσω Βαρυμπόμπης, προχωρούσε παράλληλα προς τον Κηφισό, έφτανε ως τη Μεταμόρφωση, περνούσε από το Νέο Ηράκλειο, τη λεωφόρο Κηφισίας και το Χαλάνδρι, κατέβαινε ως τους Αμπελόκηπους και κατέληγε στην δεξαμενή του Λυκαβηττού. Της Πεντέλης ξεκινούσε από την πλατεία Αγίας Τριάδας και προχωρούσε ως το Χαλάνδρι, όπου ενωνόταν με τη σήραγγα της Πάρνηθας. Διάφορα έργα βοηθούσαν στην ενίσχυση των υδάτων και από πηγές που βρίσκονταν στη διαδρομή των κυρίως σηράγγων. Η κατασκευή τους ήταν αλλού πλινθόκτιστη και αλλού λαξευμένη στον βράχο, είχαν ύψος 1.60 μ. και πλάτος εβδομήντα εκατοστά, ενώ οι σωλήνες ήταν φτιαγμένοι από μολύβι πάχους τριών εκατοστών και είχαν διάμετρο 18 εκατοστά164.

Στα 132, ιδρύθηκε η σπουδαία «Βιβλιοθήκη του Αδριανού» (βόρεια της Ακρόπολης, κοντά στο σημερινό Μοναστηράκι, στην Πλάκα). Ήταν ένα τεράστιο, μάλλον τριώροφο κτίριο, το οποίο, κατά τον Παυσανία, είχε εκατό κολόνες από μάρμαρο Φρυγίας. Στέγαζε παπύρους και περγαμηνές, ιστορικά και φιλολογικά βιβλία αλλά και τα αρχεία της πόλης. Η Βιβλιοθήκη καταστράφηκε όταν οι Έρουλοι εισέβαλαν στην Αθήνα (267). Ο Αδριανός πέθανε το 138.

Το τέλος μιας εποχής

Τον Αδριανό διαδέχτηκε ο Αντωνίνος ο Ευσεβής (138 – 161) που συνέχισε την φιλοαθηναϊκή πολιτική του προκατόχου του, ενώ η Αθήνα απόλαυσε χρόνια ειρήνης όπως όλος ο τότε κόσμος. Ο Τιβέριος Κλαύδιος Ηρώδης, επιλεγόμενος Αττικός (101 – 178), αυτά τα χρόνια πρόσφερε τις ευεργεσίες του στην πόλη. Γεννήθηκε στον Μαραθώνα, κληρονόμησε τεράστια περιουσία και την διέθεσε χτίζοντας το Ωδείο Ηρώδη του Αττικού που και σήμερα χρησιμοποιείται, έντυσε με μάρμαρο το παναθηναϊκό στάδιο και το ένωσε με την πόλη, χτίζοντας ένα όμορφο μαρμάρινο γεφύρι πάνω από τον Ιλισό, κ.λπ.

Ο πατέρας του, Τιβέριος Κλαύδιος Ηρώδης ο Μαραθώνιος, βρέθηκε πάμφτωχος με δημευμένη την πατρική του περιουσία αλλά στάθηκε τυχερός. Ανακάλυψε τεράστιο θησαυρό σ’ ένα χαντάκι. Φοβήθηκε και τον δήλωσε στον αυτοκράτορα που όμως δεν τον είχε ανάγκη. Του απάντησε: «Χρω οις εύρηκας» (χρησιμοποίησε ό,τι βρήκες). Ο Ηρώδης ανταπάντησε πως ό,τι βρεθεί ανήκει στον αυτοκράτορα. Κι αυτός του το ξέκοψε: «Και παραχρώ τω ερμαίω, σον γαρ εστί» (δικός σου είναι). Ο τυχερός ξόδεψε πολλά σε διάφορες πόλεις, κάμποσα στην Αθήνα. Ο γιος του, πολλά στην Αθήνα, κάμποσα σε άλλες πόλεις. Όσα έμειναν, τα άφησε κληρονομιά στους Αθηναίους (μια μνα τον χρόνο στον καθένα).

Ο επόμενος αυτοκράτορας της Ρώμης, ο και φιλόσοφος Μάρκος Αυρήλιος (161 - 180 στον θρόνο), επισκέφτηκε κάποια στιγμή την Αθήνα συνοδευόμενος από την γυναίκα του, Φαυστίνα, και ανακήρυξε τον εαυτό του «προστάτη της φιλοσοφίας». Και ο ιδρυτής της επόμενης δυναστείας των Σεβήρων, Σεπτίμιος Σεβήρος (193 - 211), σπούδασε στην Αθήνα και την προστάτευσε ως αυτοκράτορας. Ο γιος του, επόμενος αυτοκράτορας (ως το 217) Καρακάλλας, μετέτρεψε όλους τους ελεύθερους κατοίκους της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας σε Ρωμαίους πολίτες, οπότε και οι Αθηναίοι μετατράπηκαν σε «Ρωμαίους», με τους φόρους τους να καταλήγουν στο θησαυροφυλάκιο της Ρώμης.

Λίγο πριν από το 260, τα τείχη της Αθήνας επισκευάστηκαν (Θεμιστόκλειο τείχος) προς την πλευρά της πόλης του Αδριανού αλλά αυτό δεν ήταν αρκετό για να σταματήσει τους εισβολείς Έρουλους. Γερμανικός λαός αυτοί, είχαν εισβάλει στην χερσόνησο του Αίμου, λεηλατώντας και καταστρέφοντας ό,τι συναντούσαν στο διάβα τους. Στα 267, εισέβαλαν στην Αττική. Έβαλαν φωτιά και κατέστρεψαν πλήθος δημόσιων κτιρίων και λεηλάτησαν την πόλη, με τις περισσότερες ζημιές να τις πληρώσει η Αγορά. Το τείχος της Ακρόπολης άντεξε τις επιθέσεις και γλίτωσε τα εκεί κτίρια αλλά το άστυ υπέστη ανεπανόρθωτες ζημιές. Μετά την αποχώρησή τους, η πόλη συρρικνώθηκε, ενώ ένα τείχος χτίστηκε στα γρήγορα στην βόρεια πλευρά, αφήνοντας απροστάτευτο τμήμα της Αγοράς.

Παρ' όλα αυτά, η Αθήνα συνέχισε να προσελκύει το ενδιαφέρον των φιλομαθών με τις σχολές να δέχονται μαθητές από όλη τη ρωμαϊκή επικράτεια. Στους κόλπους της, όμως, ξεκίνησε να αυξάνεται η ένταξη στον χριστιανισμό. Από το 311, με την απαγόρευση των διωγμών που είχε διατάξει ο μετέπειτα Μέγας Κωνσταντίνος και κυρίως, μετά το 313, με το διάταγμα των Μεδιολάνων που ο ίδιος εξέδωσε αναγνωρίζοντας τον χριστιανισμό ως επιτρεπόμενη θρησκεία, οι χριστιανοί μπόρεσαν να αποκαλύψουν δημόσια την πίστη τους. Η αίγλη της πόλης αναζωπυρώθηκε κάπως με την ανάρρηση του Ιουλιανού στον θρόνο της Κωνσταντινούπολης (361 - 363) αλλά αυτό μάλλον υπήρξε η τελευταία της αναλαμπή.

Με τον χωρισμό της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας σε Ανατολική και Δυτική (395), η Αθήνα βρέθηκε στο ανατολικό της τμήμα, τη μετέπειτα Βυζαντινή αυτοκρατορία. Εξακολουθούσε να αποτελεί κέντρο της ελληνικής φιλοσοφίας αλλά δεν μπορούσε να ανακόψει την πορεία προς την παρακμή. Την ίδια χρονιά (395), ο Αλάριχος, ηγεμόνας των Βησιγότθων, επέπεσε με τους πολεμιστές του στην Αττική, την οποία και λεηλάτησε, ενώ ο Πειραιάς καταστράφηκε σχεδόν ολοκληρωτικά. Πολιόρκησε την Αθήνα αλλά αποχώρησε, χωρίς να την κυριεύσει: Αν και χριστιανός (οπαδός του Άρειου), του φάνηκε ότι το άγαλμα της Αθηνάς πάνω στην Ακρόπολη κινιόταν, οπότε προτίμησε να μην τα βάλει μαζί της165. Κατά τον ιστορικό Ζώσιμο, ο Αλάριχος είδε την θεά Αθηνά και τον Αχιλλέα πάνω στα τείχη και γι' αυτό εγκατέλειψε την ιδέα να την κυριεύσει. Οπωσδήποτε, η Αθήνα συνθηκολόγησε με τον Βησιγότθο και μάλλον αυτό την έσωσε. Έτσι κι αλλιώς, τον επόμενο χρόνο, ο Αλάριχος κατάργησε τα Ελευσίνια Μυστήρια.

Η Αθήνα βάδιζε σταθερά προς την βυζαντινή αφάνεια.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

146. Βλ. κεφάλαιο 7, «ο Παρθενώνας».

147. Βλ. κεφάλαιο 9, «το σκάνδαλο με τον Άρπαλο».

148. Έχοντας απέναντί της τον Καρχηδόνιο Αννίβα και μη θέλοντας να διασπάσει τις δυνάμεις της, η Ρωμαϊκή Δημοκρατία κατάφερε να στρέψει την Αιτωλική Συμπολιτεία και την Πέργαμο ενάντια στον Φίλιππο Ε' της Μακεδονίας. Και με πρόφαση την καταπολέμηση της πειρατείας, απέκτησε εδαφικά ερείσματα στις δυτικές ακτές της Ελλάδας.

149. Την ίδια χρονιά, ισοπέδωσαν και την Καρχηδόνα στην Αφρική κι έμειναν αδιαμφισβήτητοι κυρίαρχοι στην λεκάνη της Μεσογείου.

150. Ελληνική αποικία (της Θήρας από το 630 π. Χ.), έδωσε το όνομά της στην Κυρηναϊκή (ανατολική) περιοχή της Λιβύης. Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO από το 1982.

151. Ο Μάρκος Πόρκιος Κάτωνας (234 - 149 π. Χ.), ήταν σπουδαίος Ρωμαίος πολιτικός και συγγραφέας, πολύ συντηρητικών αρχών. Πίστευε ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα της αρχαίας Ρώμης ήταν η ελληνιστική επιρροή που διέφθειρε τα ήθη της ρωμαϊκής αριστοκρατίας.

152. Το σύμπλεγμα των κιόνων που βρίσκονται στα ανατολικά του Ολυμπιείου σήμερα, χρονολογούνται από εκείνη την περίοδο. Ο ναός αποπερατώθηκε το 124/125 (μ..Χ.) από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Αδριανό.

153. Ο Μιθριδάτης διέθετε τεράστιο στρατό, με ανεξάντλητες εφεδρείες, και είχε συμμάχους του συγγενείς με τους Σκύθες, περίφημους ιππείς, Σαρμάτες, έχοντας παντρέψει τις κόρες του με ηγέτες τους.

154. Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Σύλλας (κεφάλαιο 13).

155. Βλ. κεφάλαιο 7, «τα έξω από την Ακρόπολη μνημεία».

156. Ακολούθησαν ακόμα δύο, ως το 65 π. Χ., όταν ο Μιθριδάτης ηττήθηκε οριστικά και αυτοκτόνησε.

157. Πόλη που δημιουργήθηκε στην Βόρεια Συρία, κατά την ελληνιστική εποχή, με ιδρυτή της, κατ' άλλους τον Αντίγονο Μονόφθαλμο, κατά τους περισσότερους από τον Σέλευκο το 300 π. Χ.

158. Βλ. κεφάλαιο 7, «τα έξω από την Ακρόπολη μνημεία».

159. «Ποσάκις υμάς υπό σφων αυτών απολλυμένους η δόξα των προγόνων περισώσει;» (Αππιανός, Ρωμαϊκών εμφυλίων Β').

160. Τον Β' αιώνα, κατά την Britannica, είχε θεωρηθεί ότι ήταν ο πρώτος επίσκοπος της Αθήνας, και κατά τον Θ' αιώνα ταυτίστηκε με τον St. Denis (άγιο Διονύσιο) της Γαλλίας.

161. Παναγιώτης Χρήστου, «Ελληνική Πατρολογία».

162. Μουσαίος: Αθηναίος ποιητής, πρόσωπο που κινείται ανάμεσα στον θρύλο και την πραγματικότητα, μαθητής ή γιος του Ορφέα. Θάφτηκε στην κορυφή του λόφου των Μουσών (Φιλοπάππου).

163. Κατ’ άλλους, το υδραγωγείο του Αδριανού κατασκευάστηκε ανάμεσα στα 125 και 140, ενώ τρίτοι το χρονολογούν ανάμεσα στα 134 και 140.

164. Το Αδριάνειο υδραγωγείο λειτούργησε ως το 1730. Ξαναμπήκε σε λειτουργία, όταν η Αθήνα έγινε πρωτεύουσα της Ελλάδας (1834), ενώ η Δεξαμενή εντοπίστηκε και καθαρίστηκε μόλις το 1871. Η κυκλική δεξαμενή στο Χαλάνδρι εντοπίστηκε το 1875 και καθαρίστηκε το 1881. Το ρωμαϊκό υδραγωγείο συνέχισε να υδρεύει την πόλη ως το 1931, όταν ολοκληρώθηκαν τα έργα στη λίμνη του Μαραθώνα.

165. Βλ. κεφάλαιο 7, «η ώρα του Φειδία».

 

(τελευταία επεξεργασία, 15 Νοεμβρίου 2020)

 

 

Επικοινωνήστε μαζί μας