ΑΘΗΝΑ Κεφ. 13 Βουργουνδοί και Καταλανοί στην Αθήνα

 

Ο μέγας κύρης ντε Λα Ρος

Η Βουργουνδία βρίσκεται στα όρια της σημερινής Γαλλίας, ανατολικά του κέντρου της χώρας. Οι ντε Λα Ρος (De La Roche, του Βράχου), ήταν οικογένεια πλούσια και ισχυρή. Στα τέλη του ΙΒ' αιώνα, διαφέντευαν την κομητεία ντε Λα Ρος - Ουνιόν (La Roche sur l' Ognon), ένα χωριό στην ελεύθερη πολιτεία της Βουργουνδίας. Ο κόμης Πονς ντε Λα Ρος, είχε δυο γιους, τον πρωτότοκο Λουδοβίκο ντε Λα Ρος και τον δευτερότοκο Όθωνα ντε Λα Ρος, που, στα 1195, επιβεβαίωσε μια δωρεά του παππού του στο αβαείο Σαρλιέ κι ανέβηκε στην υπόληψη της αριστοκρατίας. Στα 1204, ανήκε στο απαρτιζόμενο από Βουργουνδούς τέταρτο τμήμα του στρατού της Δ' σταυροφορίας, που άλωσε την Κωνσταντινούπολη. Ο Βονιφάτιος του χάρισε την Αττική, μαζί με την Βοιωτία, την Οπούντια Λοκρίδα (περιοχή γύρω από την Αταλάντη), τη Σαλαμίνα και κάποια νησιά του Αργοσαρωνικού. Στα τέλη του 1205, κατέφθασε στην Αθήνα, με τον τίτλο του Μεγάλου Κύρη και την περιοχή του να είναι Μεγαλοκυράτο. Εγκαταστάθηκε στην Ακρόπολη που διαρρυθμίστηκε κατάλληλα και παντρεύτηκε την Ισαβέλλα ντε Ρέι.

Στην Βουργουνδία, ο Λουδοβίκος κατάφερε να χάσει περιουσία και φήμη, με αποτέλεσμα τα μέλη της οικογένειας, σταδιακά, να καταφύγουν στην Αττική και να ζητήσουν από τον Όθωνα να τους δεχτεί. Όχι μόνο τους δέχτηκε αλλά τους μοίρασε και εδάφη, να έχουν να τρώνε. Στον ανιψιό του, Γκι ντε Λα Ρος, παραχώρησε την ιδιοκτησία της μισής Θήβας. Τον επίσης ανιψιό του, Γουλιέλμο, τον πάντρεψε με νύφη που είχε προίκα την βαρονία της Βελιγοστής (στην Αρκαδία). Την ανιψιά του, Μπον, την πάντρεψε με τον Δημήτριο, γιο και διάδοχο του Βονιφάτιου στο βασίλειο της Θεσσαλονίκης. Όταν ο σύζυγός της πέθανε, την πάντρεψε με τον Μπελά ντε λα Σαιντομέρ και της παραχώρησε τμήμα της Βοιωτίας. Με την αδελφή του να αποκτά γιο τον Όθωνα ντε Σιρόν, μελλοντικό βαρόνο στην Κάρυστο, κι έναν μακρινό συγγενή του να διορίζεται φρούραρχος της Αθήνας. Με όλα αυτά, οι πολλοί της οικογένειας των ντε Λα Ρος εγκατέλειψαν την Βουργουνδία, έφτασαν στην Ελλάδα κι απέκτησαν μεγάλη ισχύ. Στα 1206, ο εξομολογητής του Όθωνα ντε Λα Ρος (ο Μπεράρ) έγινε αρχιεπίσκοπος Αθηνών και μετέτρεψε σε καθολική εκκλησία την Παναγιά Αθηνιώτισσα, ονομάζοντάς την Σάντα Μαρία ντι Ατένε (έγινε ντι Σατίνε). Την ίδια χρονιά, Λατίνο αρχιεπίσκοπο απέκτησε και η Θήβα. Με έξυπνη διοίκηση, ο Όθωνας δημιούργησε μεγάλη περιουσία κι έγινε από τους πιο πλούσιους Φράγκους ηγεμόνες στα εδάφη της πρώην Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Το μεγαλοκυράτο της Αθήνας έφτασε να γίνει το πιο σπουδαίο λατινικό κρατίδιο της εποχής.

Οι ντόπιοι Αθηναίοι παραμερίστηκαν αλλά δεν πειράχθηκαν. Ο ορθόδοξος κλήρος παρέμεινε, όπου «το ποίμνιο ήταν αμιγώς ορθόδοξο» κατ' εντολή του πάπα Ιννοκέντιου Γ'. Στα παράλια, όμως, οι κάτοικοι ήταν εκτεθειμένοι στους Γενοβέζους πειρατές που κυριαρχούσαν στις θάλασσες και υπέφεραν.

Στα 1225, ο Όθωνας ντε Λα Ρος, με την σύζυγό του και την κόρη τους (Αικατερίνη Βεατρίκη Ντε Λα Ρος Βλουμβερελγίου), επέστρεψε στην Βουργουνδία. αφήνοντας στην ηγεσία του μεγαλοκυράτου τον ανιψιό του, Γκι ντε Λα Ρος. Ο Όθωνας πέθανε λίγο πριν από το 1234.

Η Αθήνα γίνεται δουκάτο

Γουίδων για τους Έλληνες λόγιους, ο Γκι Α' ντε Λα Ρος (Guy de la Roche), από πολλές πηγές φέρεται ως ανιψιός του Όθωνα ντε Λα Ρος, αν και κάποιο επίσημο έγγραφο του 1251173, τον αναφέρει ως γιο του. Ανιψιός ή γιος του Όθωνα, ο Γκι κληρονόμησε (1225) το μεγαλοκυράτο της Αττικοβοιωτίας και κάποια εδάφη στην Γαλλία. Η Αθήνα ήταν ανεξάρτητη από δεσμεύσεις αλλά η Θήβα είχε γίνει φόρου υποτελής στο φραγκικό πριγκιπάτο της Αχαΐας. Παρ' όλα αυτά, ο Γκι Α' έκανε έδρα του μεγαλοκυράτου την πλούσια Θήβα, όπου από πριν είχε εγκαταστήσει την αυλή του. Κι αυτό, επειδή το κρατίδιο ευημερούσε χάρη στο εμπόριο με την Βενετία και την Γένοβα αλλά κυρίως χάρη στα εργαστήρια μεταξιού που ανθούσαν εκεί. Τον ίδιο καιρό, και η οικονομία της Αθήνας πήγαινε καλά, ενώ η συμπεριφορά του Γκι προς τους Αθηναίους ήταν αρκετά καλή.

Κράτησε τη μισή Βοιωτία για λογαριασμό του και χάρισε την άλλη μισή στην αδελφή ή ξαδέλφη του, Μπον, και στον σύζυγό της, Μπελά Σαιντομέρ (1240), πολιόρκησε και κυρίευσε την Κόρινθο και συμμετείχε στην εκστρατεία των Φράγκων στην Μονεμβασιά, την οποία πήραν μετά από πολιορκία τριών χρόνων (1248). Ο πρίγκιπας της Αχαΐας, Γουλιέλμος Β' Βιλεαρδουίνος, εξέφρασε έμπρακτα την ευγνωμοσύνη του για την βοήθεια που του παρείχε και χάρισε στον Γκι Α' το Άργος και το Ναύπλιο (τον έκανε αυθέντη τους), αν και άλλες πηγές αναφέρουν ότι εξαγόρασε τις δυο περιοχές από τον συγγενή της θείας (ή μητέρας) του, λόρδο ντε Ρέι, έναντι 15.000 υπέρπυρων174 και παραχώρησης των ιδιόκτητων εδαφών του στην Γαλλία. Με όλα αυτά, το μεγαλοκυράτο διέθετε τέσσερα σπουδαία λιμάνια (Πειραιά, Ναυπλία, Αταλάντη και Λιβαδόστρα, κοντά στα αρχαία Λεύκτρα της Βοιωτίας) κι εξελίχθηκε σε σπουδαίο κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου με θετικές επιπτώσεις στον πληθυσμό του.

Στα 1255, η σύζυγος του πρίγκιπα της Αχαΐας, Γουλιέλμου Β' Βιλεαρδουίνου (Καριντάτα ντάλε Κάρτσερι το όνομά της) κληρονόμησε το βόρειο τμήμα της Εύβοιας (ένα από τα τρία, στα οποία την είχαν χωρίσει οι Βενετσιάνοι). Ο σύζυγός της το διεκδίκησε και συνέλαβε τους επικεφαλής του που τον επισκέφτηκαν για να συζητήσουν το όλο θέμα. Οι λοιποί ιππότες της Εύβοιας αντέδρασαν κι ο Γουλιέλμος (1258) εισέβαλε στην Αττική. Τον αντιμετώπισαν οι ιππότες και βαρόνοι της Εύβοιας με αρχηγό τον Γκι Α' ντε Λα Ρος, επικεφαλής στρατού στον οποίο μετείχαν και άλλοι ηγεμόνες (από το μαρκιζάτο της Βοδονίτσας, στη σημερινή Φθιώτιδα, τις βαρονίες της Καρύταινας, των Σάλωνων στη σημερινή Άμφισσα και του Δαμαλά, στην περιοχή της αρχαίας Τροιζήνας). Οι αντίπαλοι συγκρούστηκαν στη θέση Καρύδι175. Ο Γουλιέλμος νίκησε κατά κράτος τους αντιπάλους του. Ο Γκι Α' διέφυγε στην Θήβα. Ο Γουλιέλμος τον πολιόρκησε κι ο Γκι Α' αναγκάστηκε να παραδοθεί. Συγκροτήθηκε σύναξη των αρχόντων στο κάστρο του Νικλίου176, όπου οι Φράγκοι τιτλούχοι αποφάσισαν να τον στείλουν στον βασιλιά της Γαλλίας, ώστε να τον κρίνει αυτός. Το 1259, ο Γκι Α' αναχώρησε για την Γαλλία. Τον δέχθηκε ο βασιλιάς Λουδοβίκος Θ' (1260). Όχι μόνο τον απάλλαξε από κάθε ευθύνη για την διαμάχη στην Ελλάδα αλλά και τον προβίβασε σε δούκα, αναβαθμίζοντας έτσι το μεγαλοκυράτο Αττικής, Βοιωτίας και Μεγαρίδας σε δουκάτο.

Πια, οι ντε Λα Ρος έγιναν πανίσχυροι και από όλους σεβαστοί. Ο ένας μετά τον άλλον οι γιοι του, Ιωάννης και Γουλιέλμος, θα γίνονταν δούκες της Αθήνας. Ο Γουλιέλμος θα παντρευόταν την Ελένη Αντζελίνα Κομνηνή, με τον γιο τους, Γκι Β' ντε Λα Ρος, να αναγορεύεται επίσης δούκας της Αθήνας. Η κόρη τους, Αλίκη, θα παντρευόταν τον Ιωάννη Β' της Βηρυτού και θα γινόταν αντιβασίλισσα εκεί. Η δεύτερη κόρη τους, Μαργαρίτα, θα παντρευόταν τον Ερρίκο, κόμη του Βοντεμόντ, στην νοτιοανατολική Γαλλία. Η τρίτη κόρη τους, Ισαβέλλα, αρχικά παντρεύτηκε τον Γοδεφρείδο της Καρύταινας κι έπειτα τον κόμη του Λέτσε στη Σικελία. Και η τέταρτη κόρη τους, Αικατερίνη, παντρεύτηκε τον Κάρλο ντι Λαγκονέζα, αρχιοικονόμο και υπεύθυνο για την άμυνα του φεουδάρχη της Σικελίας.

Επιστρέφοντας στο πια δουκάτο του, ο Γκι έμαθε ότι ο πρίγκιπας της Αχαΐας, Γουλιέλμος, πιάστηκε αιχμάλωτος του Μιχαήλ Παλαιολόγου, τότε ακόμα αυτοκράτορα της Νίκαιας. Είχε μεσολαβήσει η μάχη της Πελαγονίας177 με τους Φράγκους να έχουν υποστεί βαριά ήττα. Συγκλήθηκε «παρλαπάς» (συνέλευση) στο Νίκλι, με τον Γκι Α' ντε Λα Ρος αυτή την φορά να προεδρεύει. Εξέταζαν τους όρους του Μιχαήλ, προκειμένου να απελευθερωθούν ο Γουλιέλμος και οι λοιποί αιχμάλωτοι. Ως αντάλλαγμα, τους ζητούσε την παράδοση των κάστρων του Μιστρά, της Μάινας178 και της Μονεμβασιάς, Οι Φράγκοι ήταν έτοιμοι να απορρίψουν τους όρους αλλά κατέφθασαν οι γυναίκες των αιχμαλώτων και απαίτησαν την αποδοχή τους, όπως και έγινε.

Ο Μιχαήλ Παλαιολόγος ανέκτησε την Κωνσταντινούπολη το 1261 κι έγινε αυτοκράτορας. Ο Γκι Α' ντε Λα Ρος πέθανε το 1263.

Οι τελευταίοι των ντε Λα Ρος

Δούκας της Αθήνας, βαρόνος της μισής Θήβας και αυθέντης Άργους και Ναυπλίας, ο Ιωάννης ντε Λα Ρος (Jean de La Roche) κληρονόμησε τα εδάφη του πατέρα του, το 1263. Άνθρωπος μορφωμένος και ευγενικός, μιλούσε τα ελληνικά σαν μητρική του γλώσσα και είχε μάθει απ' έξω τον Ηρόδοτο. Στα 1275, αυτός και τριακόσιοι ιππότες του βρέθηκαν στο δουκάτο Νέων Πατρών (σημερινή Υπάτη) αποκλεισμένοι από μισθοφορικό στρατό του Βυζαντίου. Πριν από την μάχη, είπε στους ιππότες του:

«Ο εχθρός είναι πολυπληθέστερος από εμάς αλλά λίγοι ανάμεσά τους είναι (γενναίοι) άνδρες», παραφράζοντας το κείμενο του Ηροδότου, στην περιγραφή της μάχης των Θερμοπυλών. Κατάφερε να διαφύγει στην Αθήνα. Την επόμενη χρονιά (1276), τα στρατεύματα του αυτοκράτορα Μιχαήλ Παλαιολόγου εισέβαλαν στην Θεσσαλία και την Εύβοια. Ο Ιωάννης έσπευσε να βοηθήσει τον ηγεμόνα της Εύβοιας, Γουλιέλμο της Βερόνας. Η μάχη δόθηκε στον Βατώντα179. Ο Ιωάννης έπεσε από το άλογό του και πιάστηκε αιχμάλωτος. Αργότερα, απελευθερώθηκε. Τον σκότωσαν τα αρθριτικά του, το 1280.

Τον διαδέχθηκε ο αδελφός του, Γουλιέλμος (Guillaume de La Roche), ήδη ιδιοκτήτης της Λειβαδιάς. Από το 1275, ήταν παντρεμένος με την πανέμορφη και ως υποψήφια νύφη περιζήτητη Ελένη Αγγελίνα Κομνηνού (κόρη του ηγεμόνα της Θεσσαλίας, σεβαστοκράτορα Ιωάννη Α' Δούκα Αγγέλου, γόνο των Δουκών, των Αγγέλων και των Κομνηνών). Παντρεύτηκε τον Γουλιέλμο ως επισφράγιση της συμμαχίας του πατέρα της με τους ντε Λα Ρος απέναντι στην απειλή του αυτοκράτορα του Βυζαντίου, Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου, και πρόσφερε στον σύζυγό της προίκα τέσσερα κάστρα180. Κι όλα αυτά αποδεικνύουν τη μεγάλη ισχύ των ντε Λα Ρος. Ο Γουλιέλμος, άλλωστε, στον επίσημο έγγραφο των δουκών, είναι ο πρώτος από τους ντε Λα Ρος που αναφέρεται ως δούκας (με τους προηγούμενος να είναι καταχωρημένοι ως άρχοντες). Στην διάρκεια της σύντομης ηγεμονίας του, κατάφερε να επανακτήσει όσα εδάφη είχε χάσει ο αδελφός του.

Στα 1282, ο βασιλιάς της Νάπολι (στην Ιταλία), Κάρολος Ανδεγαυός (Charles d' Anjou), οργάνωνε εκστρατεία με σκοπό να ανακαταλάβει την Κωνσταντινούπολη για λογαριασμό των Φράγκων: Συγκέντρωσε 27.000 άνδρες και στόλο 400 πλοίων. Τα εννέα από τα πλοία αυτά τα είχε στείλει ο Γουλιέλμος. Η εκστρατεία δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Όμως, στα 1285, ο Γουλιέλμος ορίστηκε βάιλος (τοποτηρητής) του Καρόλου Ανδεγαυού στο πριγκιπάτο της Αχαΐας, θέση που διατήρησε ως τον θάνατό του. Στην διάρκεια της θητείας του, ξανάκτισε το κάστρο της Μεσσήνης, για να προστατέψει την περιοχή από τις επιθέσεις των δυνάμεων του δεσποτάτου του Μιστρά. Πέθανε στα 1287.

Ο γιος του, Γκι Β' ντε Λα Ρος, ήταν μόλις επτά χρόνων και η μητέρα του, Ελένη, ανέλαβε να τον επιτροπεύει ως τα 1296, οπότε ενηλικιώθηκε. Στα 1291, η Ελένη ξαναπαντρεύτηκε: Αυτή την φορά, τον Ούγο ντε Μπριέν, από τον οποίο, ανάμεσα σε άλλα, κληρονόμησε και την βαρονία της Καρύταινας.

Ο Γκι Β' ντε Λα Ρος ενηλικιώθηκε σε μια στιγμή που το δουκάτο της Αθήνας ήταν πολύ πιο σπουδαίο από το πριγκιπάτο της Αχαΐας σε επιρροή, δύναμη και πλούτο. Ήταν στα 1296 και την χρονιά εκείνη χρίστηκε ιππότης σε ειδική τελετή στην Θήβα. Όμως, από το 1289, η μητέρα του είχε αναγκαστεί να δηλώσει υποτέλεια στην πριγκίπισσα της Αχαΐας, Ισαβέλλα Α'. Στα 1299, ο Γκι Β' παντρεύτηκε την κόρη της Ισαβέλλας, Ματθίλδη του Αινώ. Η νύφη ήταν μόλις έξι χρόνων. Ο βασιλιάς Κάρολος Β' της Νάπολι είχε αντιρρήσεις για τον γάμο αυτόν, επειδή δεν ρωτήθηκε. Επενέβη, όμως, ο πάπας Βονιφάτιος Η' και το συνοικέσιο προχώρησε. Η Ματθίλδη θα έμενε χήρα στα 16 της και θα παντρευόταν ακόμα τρεις φορές. Ο σύζυγός της, όμως, πήρε προίκα την καστελανία (είδος βενετσιάνικης διοικητικής διαίρεσης) της Καλαμάτας κι από τότε προτιμούσε να ζει εκεί, παρά στο δουκάτο του.

Στα 1303, ο Γκι Β' ανανέωσε τον όρκο υποτέλειας στον Φίλιππο της Σαβοΐας, δεύτερο σύζυγο της πεθεράς του, Ισαβέλλας, και άρα πρίγκιπα της Αχαΐας αλλά και ανέλαβε την επιτροπεία του ανήλικου ηγεμόνα της Θεσσαλίας (Ιωάννη Β΄ Άγγελου Δούκα). Τον επόμενο χρόνο, η επίτροπος (για λογαριασμό του γιου της Θωμά Α' Κομνηνού Δούκα) του δεσποτάτου της Ηπείρου, Άννα Καντακουζηνού, εισέβαλε στην Θεσσαλία και κυρίευσε το κάστρο του Φαναρίου181. Με δυνάμεις 800 ιπποτών και 4.000 πεζικάριων, ο Γκι Β' πολιόρκησε το κάστρο κι ανάγκασε την Άννα να παραδοθεί και να πληρώσει πολεμική αποζημίωση. Στα 1307, ανέλαβε τοποτηρητής και του πριγκιπάτου της Αχαΐας.

Ήταν σεβαστός σε ολόκληρο τον κόσμο των ηγεμόνων και φημισμένος για την ιπποσύνη του αλλά, ένα χρόνο αργότερα (1308), πέθανε. Τον έθαψαν στο Δαφνί, εκεί όπου ήταν θαμμένοι και οι πρόγονοί του, αφ' ότου οι ντε Λα Ρος εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα. Όμως, δεν άφησε κληρονόμους, οπότε δεν υπήρχε άλλος ντε Λα Ρος, να κληρονομήσει το δουκάτο.

Ο μοιραίος Γκωτιέ ντε Μπριέν

Υπήρχε, όμως, ο Γκωτιέ ντε Μπριέν (Gauthier de Brienne). Ήταν γιος του Ούγου ντε Μπριέν και της πρώτης του συζύγου, Ισαβέλλας ντε Λα Ρος (κόρης του Γκι Α' ντε Λα Ρος). Άρα ήταν πρώτος ξάδελφος του Γκι Β'. Και ο Ούγος είχε παντρευτεί σε δεύτερο γάμο την μητέρα του νεκρού δούκα. Οπότε, ο Γκωτιέ κληρονόμησε το δουκάτο της Αθήνας, μαζί με όλα τα εδάφη του Γκι Β'.

Ήταν γόνος της οικογένειας των Γκωτιέ, που κατείχαν ως κόμητες την περιοχή Μπιέν της γαλλικής Καμπανίας αλλά απλώθηκαν και στην Ιταλία και την Ανατολή. Γεννήθηκε το 1270 στο πατρογονικό κάστρο. Μικρός, είχε κρατηθεί όμηρος των Καταλανών και είχε φυλακιστεί στο κάστρο της Αγκόστα, στη Σικελία. Ο πατέρας του πλήρωσε λύτρα για να τον ελευθερώσει. Στα 1300, πολεμώντας για λογαριασμό του βασιλείου της Νάπολι, είχε συλληφθεί αιχμάλωτος σε μια ενέδρα (στο Γκακλιάνο της Σικελίας). Απελευθερώθηκε δυο χρόνια αργότερα182 (1302) κι έζησε στην Σικελία ως Γκωτιέ Ε'. Στις 5 Οκτώβρη του 1308 πληροφορήθηκε ότι έγινε Γκωτιέ Α', δούκας των Αθηνών. Ήδη ήταν κόμης του Μπριέν και του Λέτσε. Απέκτησε και τους τίτλους του αυθέντη του Άργους και της Ναυπλίας και του βαρόνου της Θήβας. Έσπευσε στην Αττική μαζί με την γυναίκα του, Ιωάννα ντε Σατιγιόν (Jeanne de Chatillon). Βρήκε την αδελφή του (Σταματίνα ντε Λα Ρος) να διεκδικεί το δουκάτο. Την αντιμετώπισε «δικαστικά» αλλά του προέκυψαν οι Καταλανοί, που κατέβαιναν από τα βόρεια απειλητικοί, λεηλατώντας την Θεσσαλία.

Η Καταλανική Εταιρεία ήταν σώμα μισθοφόρων που απαρτιζόταν από Καταλανούς και Αραγόνιους της Ισπανίας. Έδρασε τον ΙΓ’ και τον ΙΔ’ αιώνα. Αρχικά, υπηρέτησε τον βασιλιά (Φρειδερίκο Γ') της Σικελίας. Στα 1302, με αρχηγό τον Ρογήρο ντε Φλόρ, μπήκε στην υπηρεσία του Βυζαντίου και νίκησε πολλές φορές τους Τούρκους. Στα 1305, ο Ρογήρος ντε Φλορ δολοφονήθηκε και η εταιρεία μετατράπηκαν σε μάστιγα. Οι Καταλανοί εισέβαλαν στη Μακεδονία, έφτασαν λεηλατώντας και καταστρέφοντας ως την Χαλκιδική, στρατοπέδευσαν στην Κασανδρεία και την έκαναν ορμητήριό τους ξεκινώντας επιδρομές στο Άγιο Όρος και στην υπόλοιπη Χαλκιδική. Μετά, έβαλαν στο μάτι την ανακτημένη από την Βυζαντινή αυτοκρατορία, Θεσσαλονίκη. Οι Βυζαντινοί είχαν προλάβει να την ενισχύσουν και να την κάνουν απόρθητη. Και οι κάτοικοι της υπαίθρου είχαν καταφύγει μέσα στα ασφαλή της τείχη. Οι Καταλανοί διέσχιζαν έρημες περιοχές. Στράφηκαν νότια και προχώρησαν στην Θεσσαλία.

Ο Γκωτιέ τους έστειλε τον (γαλλοϊσπανικής καταγωγής) άνθρωπό του, Ροζέ Ντελόρ, με προτάσεις συνεργασίας. Ο Ντελόρ τους προσέλαβε για λογαριασμό του δούκα. Η συμφωνία ήταν για ένα εξάμηνο. Οι Καταλανοί ανέλαβαν να κυριεύσουν φρούρια που είχαν καταλάβει το δεσποτάτο της Ηπείρου και η Βυζαντινή αυτοκρατορία. Ο Γκωτιέ ανέκτησε έτσι κάμποσα από αυτά αλλά κάποια στιγμή αρνήθηκε να τους πληρώσει και τους ζήτησε να εγκαταλείψουν την περιοχή του. Κράτησε στην υπηρεσία του μόνο 200 καβαλάρηδες και 300 πεζούς. Σε αντίποινα, οι Καταλανοί κράτησαν τα κάστρα που είχαν κυριεύσει για λογαριασμό του.

Ο Γκωτιέ έστειλε απεσταλμένους σε όλους τους Φράγκους δυνάστες στην Ελλάδα και ζήτησε την βοήθειά τους για να τους διώξει. Οι περισσότεροι ανταποκρίθηκαν, καθώς οι Ισπανοί μισθοφόροι είχαν καταντήσει μεγάλη πληγή για όλους. Οι πηγές διαφωνούν για το πόσοι μαζεύτηκαν: Από 6.400 καβαλάρηδες και 8.000 πεζούς (κατά τον Βυζαντινό Νικηφόρο Γρηγορά) μέχρι 700 ιππότες και 24.000 πεζούς (κατά τον Καταλανό Ραμόν Μουντανέ, Ramon Muntaner), ενώ υπάρχει και η εκδοχή ότι καβαλάρηδες ήταν 2.000 και οι πεζοί 4.000. Οι Καταλανοί αριθμούσαν 3.500 καβαλάρηδες, 4.000 πεζούς και πολλούς (εκχριστιανισμένοι οι περισσότεροι) Τούρκους τοξότες.

Οι αντίπαλοι βρέθηκαν αντιμέτωποι σε κάποιο σημείο βόρεια του δουκάτου της Αθήνας. Οι πηγές διαφωνούν για τον ακριβή τόπο183. Ανάλογα, με το πού την τοποθετούν, την ονομάζουν μάχη του Βοιωτικού Κηφισού ή της Κωπαΐδας ή του Αλμυρού (Θεσσαλίας). Πιο πιθανή τοποθεσία θεωρείται ο Αλμυρός, καθώς, πέντε μέρες πριν από την σύγκρουση (στις 10 Μάρτη του 1311), οι δυνάμεις των Φράγκων βρίσκονταν στο Ζητούνι (σημερινή Λαμία). Εκεί, ο Γκωτιέ συνέταξε την διαθήκη του, όπου καταγράφεται η τεράστια περιουσία του, εκεί πήγαν και τον βρήκαν εκείνοι οι 200 καβαλάρηδες και 300 πεζοί Καταλανοί, τους οποίους συνέχιζε να κρατά στην υπηρεσία του. Του είπαν ότι «ήθελαν να πεθάνουν πλάι στα αδέλφια τους», οπότε τον εγκατέλειπαν. Ο Γκωτιέ τους έδωσε την άδεια να φύγουν. Έτσι κι αλλιώς, οι συγκεντρωμένοι ιππότες δεν τους είχαν σε ιδιαίτερη εκτίμηση.

Στο αντίπαλο στρατόπεδο, οι Καταλανοί ένιωθαν στριμωγμένοι. Απέναντί τους βρίσκονταν τεράστιες για την εποχή δυνάμεις, με ηγέτες τους πιο φημισμένους Φράγκους πολεμιστές. Για να βαδίσουν προς τον Νότο, έπρεπε να περάσουν ανάμεσά τους. Αν υποχωρούσαν βόρεια, θα έπεφταν πάνω στις βυζαντινές αυτοκρατορικές δυνάμεις. Άνοιξαν κανάλια κι έστρεψαν τα νερά του ποταμού (ή της λίμνης) στην πεδιάδα, μετατρέποντάς την σε βάλτο. Ψηλά χορτάρια έκρυβαν το πλημμυρισμένο έδαφος, ενώ στεγνοί διάδρομοι, που οι Καταλανοί κατασκεύασαν και μόνο αυτοί γνώριζαν, επέτρεπαν το τρέξιμο των πεζών. Παρατάχθηκαν στην απέναντι από τους Φράγκους άκρη της πεδιάδας, ενώ οι Τούρκοι στάθηκαν παράμερα, έχοντας υποψία ότι ο πραγματικός στόχος Φράγκων και Καταλανών ήταν αυτοί.

Ήταν 15 του Μάρτη (1311), όταν ο Γκωτιέ έδωσε το σύνθημα της επίθεσης κι όρμησε ενάντια στους Καταλανούς επικεφαλής διακοσίων σιδερόφρακτων ιπποτών «φερόντων πτερνιστήρας χρυσούς» (με χρυσά σπιρούνια), με το λάβαρό να ανεμίζει. Πίσω τους, όρμησαν οι υπόλοιποι ηγεμόνες και ιππότες. Βρέθηκαν με φόρα στον βάλτο και χώθηκαν στη λάσπη. Ούτε μπρος μπορούσαν να προχωρήσουν ούτε πίσω. Κατά τον Νικηφόρο Γρηγορά, έμεναν ακίνητοι σαν αγάλματα, σταθεροί στόχοι των τοξοτών. Και οι πεζοί Καταλανοί, οδηγούμενοι μέσα από τους στεγνούς διαδρόμους, όρμησαν καταπάνω τους σφάζοντάς τους με ευκολία. Το πεζικό των Φράγκων έσπευσε να βοηθήσει. Κόλλησε κι αυτό στις λάσπες. Από την πλευρά τους, οι Τούρκοι τοξότες διαπίστωσαν ότι στ' αλήθεια γινόταν μάχη κι έσπευσαν να εμπλακούν κι αυτοί. Ο Γκωτιέ σκοτώθηκε και μαζί του το άνθος των ιπποτών.

Σύμφωνα με τον διοικητή στρατιωτικού τμήματος των Καταλανών και χρονογράφο, Ραμόν Μουντανέ, από τους 700 ιππότες, μόνο δυο σώθηκαν: Ο Ροζέ Ντελόρ, που είχε μεσολαβήσει να προσληφθούν από τον Γκωτιέ οι Καταλανοί, και ο Βονιφάτιος της Βερόνα, ιδιοκτήτης της Καρύστου. Και οι δυο είχαν πιαστεί αιχμάλωτοι. Σώθηκαν και μερικοί άλλοι αλλά, κατά το «Νέο Χρονικό» του Φλωρεντινού Τζιοβάννι Βιλλάνι (1276 - 1348), «με μια ζαριά, σε μια μόνο μάχη, η τύχη έριξε στα πόδια απεγνωσμένου μισθοφορικού στίφους, το κράτος με το αθάνατο όνομα της Αθήνας».

Η ζωή με τους ντε Λα Ρος

Η δυναστεία των Βουργουνδών χάθηκε από την Αθήνα. Οι Αθηναίοι χάρηκαν πάρα πολύ που απαλλάχθηκαν από τον ξένο ζυγό. Γρήγορα θα τους νοσταλγούσαν. Επειδή, στην πράξη, η δυναστεία των ντε Λα Ρος, αποδείχθηκε φιλειρηνική, δεν μπλέχτηκε σε πολέμους και φρόντισε, ώστε τα πεδία των μαχών να βρίσκονται μακριά από το δουκάτο. Δεν υπήρχαν, άλλωστε, ανταπαιτητές της εξουσίας: Έλληνες άρχοντες ήταν ανύπαρκτοι στην Αθήνα, την Θήβα και την Μεγαρίδα, όταν οι Βουργουνδοί βρέθηκαν να εξουσιάζουν την περιοχή. Και, στα πέριξ, μόνο οι ντε Λα Ρος νέμονταν την εξουσία και οι συγγενικοί τους Σαιντομέρ, που κατείχαν τμήμα της Βοιωτίας. Η βαρονία των Σάλωνων (στη σημερινή Άμφισσα) και το μαρκιζάτο της Βοδονίτσας (στη σημερινή Μενδενίτσα, στην Φθιώτιδα) διατηρούσαν σχέσεις υποτέλειας προς τους ντε Λα Ρος. Ναυπλία και Άργος υπάγονταν στην αυθεντία τους, οπότε το δουκάτο περιστοιχιζόταν από φιλικές κρατικές οντότητες. Όλα αυτά, καθώς και η προσεκτική αποχή από την δημιουργία πολεμικού στόλου (που, αν υπήρχε, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ανταγωνιζόταν Βενετία και Γένοβα), εξασφάλισαν έναν αιώνα ειρήνης, με αποτέλεσμα την ανάπτυξη όλων των φυσικών πόρων, που μπορούσαν να υπάρξουν, και την άνθιση του εμπορίου. Κι ακόμα, η απουσία πολεμικών επιχειρήσεων ή εσωτερικών εξεγέρσεων γλίτωνε τους ντόπιους από την πρόσθετη φορολογία που απαιτείται για την αντιμετώπιση παρόμοιων καταστάσεων.

Η συμπεριφορά απέναντι στους ντόπιους ήταν ανεκτική, ενώ η καθολική εκκλησία δεν βρήκε στους ντε Λα Ρος τους φιλόθρησκους εκείνους που χρειαζόταν για να επιβληθεί. Κανένας τους, άλλωστε, δεν έγινε επίσκοπος. Και ποτέ κάποιος από τους επισκόπους της Αθήνας ή της Θήβας δεν έγινε βαρόνος, αντίθετα με ό,τι συνέβαινε στα λοιπά λατινικά κρατίδια. Οι ορθόδοξοι έμειναν απείραχτοι και πολλές εκκλησίες τους συνέχιζαν να λειτουργούν και να διοικούνται, όπως παλιά, με μόνη την διαφορά ότι δεν υπάγονταν σε επισκοπές με έδρα το δουκάτο. Ο κλήρος των καθολικών αποτελούσε απλή παροικία, η οποία μισούσε τους ντόπιους αλλά το μόνο που κατάφερνε ήταν να μετατρέπει μερικές ορθόδοξες εκκλησίες σε καθολικές. Ακόμα και στο βυζαντινό μοναστήρι, στο Δαφνί, που παραδόθηκε στο τάγμα των κισκεριανών184, προκειμένου εκεί να ενταφιάζονται οι ντε Λα Ρος, έγιναν ελάχιστες μετατροπές.

Η βασική δυσκολία υπήρχε στη συνεννόηση των Φράγκων με τους Αθηναίους. Εκτός από μικρές εξαιρέσεις, ούτε οι Βουργουνδοί μιλούσαν ελληνικά ούτε οι ντόπιοι γαλλικά. Με την πάροδο των χρόνων, στις αυλές των ηγεμόνων ξεκίνησε να χρησιμοποιείται η γαλλική γλώσσα παράλληλα με την ελληνική, ενώ, κάποια στιγμή, υπήρξαν κι ελάχιστες επιγραφές στα ελληνικά, σε κτίρια που χρησιμοποιούσαν οι Φράγκοι. Και, βέβαια, οι ντόπιοι είχαν καταπέσει στην κατηγορία των χωρίς πολιτικά δικαιώματα υπηκόων, με εξαίρεση εκείνους που, εξαιτίας των υπηρεσιών τους προς τον κατακτητή, έπαιρναν επίσημα έγγραφα που τους παρείχαν προνόμια. Με εξαίρεση την βιοτεχνία μεταξωτών που ανθούσε στην Θήβα κι έμενε στα χέρια των ντόπιων, η ήδη από την εποχή των βυζαντινών παρηκμασμένη αστική τάξη, χάθηκε ολοκληρωτικά, στον αιώνα των ντε Λα Ρος. Οι ντόπιοι είχαν πρόσβαση σε εργασίες ως δουλοπάροικοι στους αγρούς ή φόρου υποτελείς γεωργοί, σε χειρωνακτικές δουλειές και στο λιανεμπόριο ή σε δουλειές του ποδαριού και ως ταβερνιάρηδες ή υπηρέτες των Φράγκων. Η μόνη «σεβαστή» εργασία που τους επιτρεπόταν ήταν του συμβολαιογράφου, καθώς τα κτίρια και η γη απαιτούσαν την έγκριση των κατακτητών για να μεταβιβαστούν.

Με όλα αυτά, γράμματα και τέχνες έμειναν πίσω, με την ελληνική ποίηση να εξαφανίζεται και στην θέση της να κυκλοφορούν ρομαντικά τραγούδια γαλλικής εισαγωγής και έπη, τα οποία υμνούσαν κατορθώματα βασιλιάδων της Δύσης, αριστοκρατών και ιπποτών. Η αρχιτεκτονική βυθίστηκε στα αρχαία ερείπια. Μοναδικό αξιόλογο κτίριο, που αναγέρθηκε στο δουκάτο, ήταν ένα κάστρο στην Καδμεία, την ακρόπολη της Θήβας, που έκτισε ο πλούσιος πρωτοστάτορας185, Νικόλαος Σαιντομέρ, το οποίο το «Χρονικό του Μορέως» παρομοιάζει με σπουδαίο ανάκτορο.

Με όλα αυτά, οι ντόπιοι του δουκάτου θεώρησαν την απαλλαγή τους από τους ντε Λα Ρος ως θείο δώρο. Η εισβολή των Καταλανών τους προσγείωσε ανώμαλα.

Το δουκάτο κάτω από τους Καταλανούς

Νικητές οι Καταλανοί, θεώρησαν ότι το δουκάτο τους ανήκε. Κατηφόρισαν προς την Θήβα, από την οποία οι κάτοικοί της έφευγαν πανικόβλητοι με κατεύθυνση το Νεγρεπόντε (την χώρα της μαύρης γέφυρας, την Χαλκίδα). Έξω από την Λειβαδιά, στάθηκαν. Οι ντόπιοι είχαν βγει να τους προϋπαντήσουν. Κατάφεραν να υπογράψουν συνθήκη, με την οποία οι κατακτητές τους παραχωρούσαν, όσα δικαιώματα είχαν ως εκείνη τη στιγμή οι εκεί Φράγκοι.

Οι Καταλανοί συνέχισαν και μπήκαν στην Θήβα, χωρίς να συναντήσουν αντίσταση. Την λεηλάτησαν άγρια. Λαφυραγώγησαν και πυρπόλησαν το κάστρο του Σαιντομέρ, ο οποίος είχε γλιτώσει για τον απλό λόγο ότι δεν είχε συμμετάσχει στην φονική μάχη και μάλλον εκείνον τον καιρό βρισκόταν στην Αχαΐα. Η χήρα του Γκωτιέ, η Ιωάννα ντε Σατιγιόν, με τα δυο παιδιά της (τον εννιάχρονο Γκωτιέ ντε Σαιντομέρ και την πεντάχρονη Ισαβέλλα ντε Μπριέν) πρόλαβε και οχυρώθηκε στην Ακρόπολη της Αθήνας.

Αφού λεηλάτησαν τα πάντα στην Θήβα, οι Καταλανοί στράφηκαν στην Αθήνα. Τα στίφη των εισβολέων άρπαξαν ό,τι βρέθηκε μπροστά τους, κατέστρεψαν συνοικίες γύρω από την Ακρόπολη κι έπειτα πολιόρκησαν την κλεισμένη στον βράχο δούκισσα. Εκείνη αντιστάθηκε, περιμένοντας βοήθεια από τους Φράγκους ιππότες. Δεν έφθασαν ποτέ, καθώς οι πολλοί κείτονταν νεκροί στους βάλτους, όπου είχε δοθεί η καταστροφική μάχη. Συμφώνησε να φύγει με τα παιδιά της και κατέφυγε στην Αχαΐα κι από εκεί στην Γαλλία.

Το σπουδαίο δουκάτο της Αθήνας βρέθηκε, διαλυμένο, στην κατοχή του μισθοφορικού στρατού της Καταλανικής Εταιρείας, οι άνδρες της οποίας δεν είχαν ξαναβρεθεί σε ανάλογο περιβάλλον. Αφού χόρτασαν να λεηλατούν, μοιράστηκαν τα κτήματα και τα κάστρα της Αττικοβοιωτίας. Και πήραν λάφυρα τις γυναίκες των νεκρών της 15ης του Μάρτη του 1311. Κάποιοι παντρεύτηκαν τις χήρες κι έγιναν έτσι ιδιοκτήτες των περιουσιών τους. Αγράμματοι, άξεστοι και βίαιοι στρατιώτες βρέθηκαν παντρεμένοι με αριστοκράτισσες, που, θέλοντας και μη, υπέκυψαν, αν και οι νέοι σύζυγοί τους «δεν ήταν άξιοι ούτε το νερό για το λουτρό τους να μεταφέρουν»186. Δεν ήταν οι πρώτοι που ακολούθησαν αυτή την πρακτική: Το ίδιο είχαν κάνει και οι Νορμανδοί του Γουλιέλμου του Κατακτητή, όταν κυρίευσαν την Αγγλία, στα 1066, αλλά εκείνοι είχαν άξιους αρχηγούς.

Όμως, αντίθετα με τους Νορμανδούς, όσο σκληροτράχηλοι στρατιώτες κι αν ήταν οι Καταλανοί, καμιά σχέση δεν είχαν με την πολιτική διοίκηση, και μάλιστα των κατακτημένων εδαφών. Γύρω τους, τα λατινικά κρατίδια και η Βυζαντινή αυτοκρατορία οργανώνονταν για να τους διώξουν και να κυριεύσουν, κάθε πλευρά για λογαριασμό της, τα εδάφη του άλλοτε φημισμένου δουκάτου. Και ούτε καν διέθεταν κάποιον αρχηγό. Ο πρώτος (Ροζέ Ντεφλόρ) είχε δολοφονηθεί (το 1305), ο δεύτερος (Μπερεγκάρ ντε Ροκαφόρ) είχε εξαφανιστεί (το 1308) και την εταιρεία συνδιοικούσαν τέσσερις αξιωματούχοι, άγνωστοι έξω από τον κύκλο τους.

Χρειάζονταν αρχηγό αναγνωρίσιμο. Προσέφυγαν στον βαρόνο της Καρύστου, Βονιφάτιο της Βερόνας, που εξακολουθούσαν να έχουν αιχμάλωτο και του πρόσφεραν την διοίκηση του δουκάτου, το οποίο θα μπορούσε να ενώσει με την βαρονία του. Έχοντας αυτός χάσει στη μάχη συγγενείς και φίλους, αρνήθηκε. Του το ξαναπρότειναν κι αρνήθηκε δεύτερη φορά: Αν γινόταν δούκας, θα ήταν σαν να προσέβαλε τη μνήμη του Γκωτιέ που, ως τον θάνατό του, ήταν επικυρίαρχος των εδαφών στην Εύβοια. Κι αν ένωνε εδάφη της Εύβοιας με το δουκάτο της Αθήνας, θα προκαλούσε την Βενετία, καθώς βενετσιάνικη κτήση λογιζόταν η χωρισμένη στα τρία μεγαλόνησος. Μπερδεμένες ιστορίες.

Οι Καταλανοί απευθύνθηκαν στον δεύτερο επιφανή αιχμάλωτό τους, τον Ροζέ Ντελόρ, που δεν είχε κανέναν ενδοιασμό να αποδεχτεί την πρόταση. Φρόντισε να παντρευτεί την χήρα του βαρόνου των Σάλωνων, Θωμά Γ' Οτρεμενκούρ, που σκοτώθηκε στην μάχη του Αλμυρού, κι απέκτησε έτσι την βαρονία. Έγινε δούκας της Αθήνας για ένα χρόνο. Οι απειλές ενάντια στο δουκάτο δεν έλειψαν και οι Καταλανοί προσέφυγαν στον βασιλιά Φρειδερίκο Β' της Σικελίας (και της Αραγονίας αργότερα) και του πρόσφεραν την επικυριαρχία της περιοχής.

Οι δούκες από την Σικελία

Ο Φρειδερίκος βρήκε συμφέρουσα την πρόταση και όρισε δούκα της Αθήνας τον δεύτερο γιο του, Μανφρέδο της Αραγονίας, που, για την περίσταση, έγινε δούκας Μανφρέδος της Αθήνας. Ήταν μόλις έξι χρόνων κι έμεινε στην Σικελία, ενώ στην Αθήνα στάλθηκε βικάριος (τοποτηρητής) ο Βερεγγάριος Εστανιόλ ντε Αμπούριας (Berenguer Estañol de Ampurias). Έφτασε στον Πειραιά με πέντε γαλέρες κι ανέβηκε στην Θήβα, όπου και εγκαταστάθηκε. Ο Ροζέ Ντελόρ αποχώρησε στο φέουδό του, στα Σάλωνα, κι έζησε εκεί ως τον θάνατό του (1320).

Στα 11 χρόνια του (το 1317), ο δούκας Μανφρέδος γκρεμίστηκε από το άλογό του και σκοτώθηκε, χωρίς ποτέ να έχει επισκεφτεί το δουκάτο. Ένα χρόνο νωρίτερα (1316), είχε πεθάνει κι ο τοποτηρητής Βερεγγάριος. Είχε διοικήσει στιβαρά το δουκάτο, εδραιώνοντας την κυριαρχία των Καταλανών, που συνέχιζαν να ζουν σαν αρπακτικά και να εφαρμόζουν μεταξύ τους την παλιά τους στρατιωτική διοίκηση. Κάτω από τον τοποτηρητή, υπήρχαν οι τέσσερις αξιωματούχοι, ο νοτάριος (συμβολαιογράφος), ο καγκελάριος (έμπιστος του βασιλιά, ο οποίος και τον διόριζε, με την σύμφωνη γνώμη της εταιρείας) και λοιποί ανώτεροι κρατικοί υπάλληλοι. Ως τότε, ήταν γνωστοί ως «εταιρεία της ευτυχισμένης στρατιάς των Φράγκων στην Ρωμανία». Πια, ονομάζονταν «εταιρεία της ευτυχισμένης στρατιάς των Φράγκων στο δουκάτο της Αθήνας». Επέβαλαν επίσημη γλώσσα του κράτους την καταλανική κι απαγόρευσαν τους μικτούς γάμους (Φράγκων με ντόπιους). Η συμπεριφορά των άξεστων Καταναλανών προς τους όποιους Βουργουνδούς είχαν απομείνει στο δουκάτο και τους ντόπιους ήταν τόσο βάρβαρη, ώστε ο πάπας προσπάθησε να οργανώσει σταυροφορία ενάντιά τους αλλά δεν τα κατάφερε. Οπωσδήποτε, οι κατακτητές, κάτω από την ηγεσία του Βερεγγάριου, απέκρουσαν επιθέσεις των Βενετσιάνων του Νεγρεπόντε (Χαλκίδας) και των δουκών των Νέων Πατρών (Υπάτης) και του Δεσποτάτου της Ηπείρου, καθώς και του διοικητή Άργους και Ναυπλίας (Νικόλαου Φοσερόλ).

Όταν πέθανε ο Βερεγγάριος, οι Καταλανοί εξέλεξαν προσωρινό βικάριο τον Γουλιέλμο Τόμας (Guillaume Thomas). Ο βασιλιάς, Φρειδερίκος Β΄ της Σικελίας, επικύρωσε την εκλογή αλλά, στη συνέχεια, διόρισε βικάριο τον νόθο γιο του, Αλφόνσο Φρειδερίκο της Σικελίας (Alfonso Federico di Sicilia). Στάλθηκε στο δουκάτο ως τοποτηρητής του νέου δούκα, Γουλιέλμου Β' της Αθήνας (Guillermo II de Atenas), τρίτου από τους γνήσιους γιους του βασιλιά (1317 όλα αυτά). Πέθανε (το 1338) χωρίς κι αυτός να έχει πατήσει ποτέ στο δουκάτο «του».

Ο Αλφόνσο γνώριζε τα πράγματα του ελληνικού χώρου, καθώς (από το 1313) ήταν αρχηγός της Καταλανικής Εταιρείας, αν και ζούσε στην αυλή του βασιλιά της Αραγονίας (στην Ισπανία). Κατέφθασε στον Πειραιά με δέκα γαλέρες, ανέβηκε στην Αθήνα, εγκαταστάθηκε στην Ακρόπολη κι ανάγγειλε ότι είναι ο «ελέω θεού γιος του βασιλιά της Σικελίας και επικεφαλής της εταιρείας της ευτυχισμένης στρατιάς των Φράγκων».

Την χρονιά που ανέλαβε βικάριος, παντρεύτηκε την Μαρούλα της Βερόνα, κόρη εκείνου του Βονιφάτιου που είχε αιχμαλωτιστεί από τους Καταλανούς στη μάχη του Αλμυρού. Πήρε προίκα την Αίγινα, το ένα τρίτο της Εύβοιας (το τριτημόριο Καρύστου) κι άλλες περιοχές. Στα 1318, μετά τον θάνατο του δούκα των Νέων Πατρών, εισέβαλε στη Θεσσαλία και κυρίευσε Λιδωρίκι, Σιδηρόκαστρο (Θεσσαλίας), Ζητούνι (Λαμία), Γαρδίκι, Γαλαξίδι και Βιτρινίτζα (κοντά στην Ιτέα). Τον επόμενο χρόνο (1319), ήταν γενικός βικάριος των δουκάτων της Αθήνας και των Νέων Πατρών και τον μεθεπόμενο (1320) αυθέντης των Σάλωνων, καθώς εκείνη την χρονιά πέθανε ο ιδιοκτήτης τους (ο Ροζέ Ντελόρ).

Κατάφερε να μετατρέψει το δουκάτο σε τρομερή απειλή για τα κοντινά κρατίδια και να κάνει τον Πειραιά (Porto di Satine, «λιμάνι της Αθήνας» όπως τον ονόμαζαν εκείνα χρόνια) σπουδαίο κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου ανάμεσα στην Ανατολή και τις Σικελία και Ισπανία. Ήδη, από τον δεύτερο χρόνο της παρουσίας του στην Αθήνα (1318), είχε υποχρεώσει την Βενετία να αναγνωρίσει τους Καταλανούς ως νόμιμους κυρίαρχους του δουκάτου.

Στα 1330, ήταν κόμης της Μάλτας και του νησιού της, Γκόζο, κάτω από την επικυριαρχία του βασιλιά πατέρα του. Πια, μόνο ο εκάστοτε πάπας εργαζόταν ενάντια στους Καταλανούς του δουκάτου. Αναγκάστηκε να περιοριστεί στον αφορισμό τους. Στα 1337, χρονιά που πέθανε ο βασιλιάς πατέρας του, ο Αλφόνσο κυρίευσε την Εύβοια αλλά, από τον φόβο της Βενετίας, υποχρεώθηκε να την εγκαταλείψει, κρατώντας τα κάστρα της Καρύστου και της Λάρμενας, ως τριτημόριος που ήταν. Πέθανε τον επόμενο χρόνο (1338). Την ίδια χρονιά, πέθανε και ο δούκας Γουλιέλμος. Το δουκάτο, που ποτέ δεν είχε επισκεφτεί, το κληροδότησε στον αδελφό του, Ιωάννη, δούκα του Ραντάτσο (στη Σικελία). Ήταν ο τέταρτος γιος του πια νεκρού βασιλιά Φρειδερίκου, που έτσι απέκτησε τους τίτλους δούκας του Ραντάτσο, των Αθηνών και των Νέων Πατρών καθώς και κόμης της Μάλτας, ενώ ταυτόχρονα ήταν και αντιβασιλιάς της Σικελίας.

Ούτε αυτός πάτησε ποτέ το πόδι του στο δουκάτο.

Το δουκάτο στον κατήφορο

Ήταν η εποχή που οι Τούρκοι εμφανίζονταν απειλητικοί στη Μικρά Ασία. Ο πάπας (Κλήμης ΣΤ', τότε) φοβήθηκε εξάπλωσή τους και στην Ευρώπη, οπότε έβαλε κατά μέρος τις όποιες αντιρρήσεις του για την συμπεριφορά των Καταλανών στο δουκάτο. Φρόντισε να άρει τον αφορισμό και να συνδιαλλαγεί μαζί τους (1346), ελπίζοντας στη συμμετοχή τους σε μια σταυροφορία που θα απάλλασσε τον κόσμο από τους Οθωμανούς. Δεν τα κατάφερε αλλά οι Καταλανοί εδραιώθηκαν οριστικά στο δουκάτο. Όμως, η πανούκλα που χτύπησε τη Σικελία (1348), σκότωσε και τον νέο δούκα, με το δουκάτο να περνά, κληρονομιά, στον ανήλικο γιο του (Φρειδερίκο), που επίσης πέθανε από πανούκλα (1355). Νέος δούκας έγινε ο 14χρονος συνονόματος, Φρειδερίκος, γιος του νέου βασιλιά της Σικελίας (Πέτρου), ο οποίος φρόντισε να προσαρτήσει τα δουκάτα Αθήνας και Νέων Πατρών στο στέμμα της Σικελίας.

Το κρατίδιο είχε πάρει τον κατήφορο, καθώς κανένας από τους δούκες που το κληρονομούσαν δεν το επισκεπτόταν, ενώ οι βικάριοι (τοποτηρητές), που διορίζονταν, ήταν άσχετοι με την ελληνική πραγματικότητα. Και το στέμμα της Σικελίας είχε άλλες σκοτούρες να αντιμετωπίσει, παύοντας να δίνει ιδιαίτερη σημασία στις κτήσεις του στην Ελλάδα.

Ο πρώτος βικάριος (Ραϊμόνδος Βεράρδης) που στάλθηκε να διοικεί για λογαριασμό του νέου δούκα (Φρειδερίκου) ήταν όχι μόνο άσχετος με τα πράγματα στην Ελλάδα αλλά και εντελώς ανίκανος. Μέσα στην χρονιά, οι Καταλανοί παρακάλεσαν τον βασιλιά της Σικελίας να τους απαλλάξει από την παρουσία του και να ορίσει κάποιον που, τουλάχιστον, να καταλαβαίνει το τι συμβαίνει στην Ελλάδα. Του πρότειναν τρεις τέσσερις, διάλεξε τον Ιάκωβο Φρειδερίκο της Αραγονίας, γιο εκείνου του επιτυχημένου Αλφόνσο και της Μαρούλας. Τέσσερα χρόνια αργότερα (1359), οι Καταλανοί ζήτησαν την αντικατάστασή του. Παρέλασαν διάφοροι βικάριοι της μιας χρήσης, οπότε (στα 1365) τον ξαναθυμήθηκαν. Πέθανε προτού προλάβει να πάρει πάλι την θέση. Στα 1375, βικάριος επιλέχθηκε ο γιος του, Λουδοβίκος Φρειδερίκος των Σάλωνων (εγγονός του Αλφόνσο), ενώ οι τριγύρω εχθρικές χώρες είχαν αναθαρρήσει και εισέβαλλαν στο άλλοτε κραταιό δουκάτο. Την ίδια εποχή, οι Καταλανοί απέκτησαν έναν ακόμα εχθρό:

Οι Κορίνθιοι ζούσαν κάτω από τον φόβο των πειρατικών επιδρομών, από τους οποίους υπέφεραν κυρίως οι περιοχές γύρω από τον Ισθμό. Και οι πειρατές ήταν Τούρκοι από τη Μικρά Ασία και Καταλανοί που, όσο κι αν ο εκάστοτε βικάριος το αρνιόταν, χρεώνονταν στο δουκάτο. Είδαν κι αποείδαν ο αρχιεπίσκοπος Κορίνθου και ο φρούραρχος της πόλης και (στα 1358), έστειλαν πρέσβεις στον επικυρίαρχο του κρατιδίου, πρίγκιπα της Αχαΐας και βασιλιά της Νάπολι, Ροβέρτο του Τάραντα (Roberto di Taranto), να βάλει ένα χεράκι να απαλλαγούν. Και οι μεν Τούρκοι ζούσαν μακριά, οι Καταλανοί, όμως, βρίσκονταν δίπλα. Ο Ροβέρτος βρήκε πρόχειρο να χαρίσει την καστελανία της Κορίνθου στον Νικολό Ατζαγιόλι. Άλλες πηγές αναφέρουν ότι ο τραπεζίτης και τυχοδιώκτης Νικολό Ατζαγιόλι (Niccolò Acciaiuoli) πήρε την καστελανία ως ανταμοιβή για τις υπηρεσίες του στο πριγκιπάτο της Αχαΐας, στου οποίου την ανασυγκρότηση συνέβαλε. Όπως και να έχει το ζήτημα, τα χρήματά του βοήθησαν να απαλλαγούν οι Κορίνθιοι από τις πειρατικές επιδρομές.

Οι Ατζαγιόλι στο προσκήνιο

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους (1204), οι παράλιες περιοχές Βενετία, Γένοβα και Νάπολι εξελίχθηκαν σε μεγάλες δυνάμεις του θαλάσσιου εμπορίου, το οποίο, όμως, ουσιαστικά κινιόταν με φλωρεντινό χρήμα. Η μακριά από την θάλασσα Φλωρεντία είχε μεταβληθεί σε μεγάλο τραπεζικό κέντρο με τις συναλλαγές να εκτείνονται από τη σημερινή Γαλλία ως τη Μικρά Ασία και την Αίγυπτο. Περίπου ογδόντα τράπεζες είχαν την έδρα τους στην Φλωρεντία με εκείνη των Ατζαγιόλι να συγκαταλέγεται ανάμεσα στις τρεις μεγαλύτερες.

Κατάγονταν αυτοί από κάποιον Γκουγιαρέλλο (Gugliarello), που, στα 1160, ως οπαδός του πάπα (Γουέλφος), το είχε σκάσει από την πόλη, Μπρέσια, όπου είχαν επικρατήσει οι αντίπαλοί τους (Γιβελλίνοι187) και είχε καταφύγει στην Φλωρεντία. Ασχολήθηκε με το εμπόριο ατσαλιού (acciaio στα ιταλικά) και τον είπαν Ατσαγιόλι, όπως και τους απογόνους του. Όσοι από αυτούς ασχολήθηκαν με τον ελληνικό χώρο, έγραφαν το επώνυμό τους, στα ελληνικά, «Ατζαϊόλι», οπότε στα διάφορα κείμενα καθιερώθηκε να ονομάζονται Ατζαγιόλι. Στα 1282, δημιούργησαν εμπορική εταιρεία που απλώθηκε σε ολόκληρη την Ευρώπη. Αναμίχθηκαν τότε και σε τραπεζικές εργασίες κι απέκτησαν τεράστια περιουσία. Μετά από διάφορα σκαμπανεβάσματα, έφτασαν να γίνουν οι κύριοι τραπεζίτες του Βατικανού, του βασιλείου της Νάπολι και ταγμάτων ιπποτών.

Ένας από αυτούς, ο Νικολό Ατζαγιόλι (1310 - 1365), βρέθηκε (στα 1331) στη Νάπολι, στην αυλή του βασιλιά Ροβέρτου του Τάραντα που ήταν και πρίγκιπας της Αχαΐας. Χρηματοδότησε τα στρατεύματα του πριγκιπάτου και, σε αντάλλαγμα, πήρε κτήσεις στην Πελοπόννησο. Ήταν αριστοκρατικός τύπος, όμορφος, εύθυμος και γοητευτικός άνδρας, οπότε κέρδισε την εύνοια της αυλής. Εκεί ζούσε και η Αικατερίνη Βαλουά (γυναίκα του Φίλιππου, αδελφού του βασιλιά). Είχε τον χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο τίτλο της αυτοκράτειρας του Βυζαντίου, ως απόγονος του πρώτου Λατίνου βασιλιά της. Νικολό Ατζαγιόλι και Αικατερίνη Βαλουά απέκτησαν ερωτική σχέση, με τον σύζυγό της να πεθαίνει στα 1332. Με την έγκριση του βασιλιά Ροβέρτου, ο Νικολό ανέλαβε να διαχειρίζεται την περιουσία των παιδιών της χήρας και ερωμένης του. Ο ένας από τους γιους της, Ροβέρτος κι αυτός, βρέθηκε ιδιοκτήτης του πριγκιπάτου της Αχαΐας. Ήταν ανήλικος, οπότε τον επιτρόπευε η μητέρα του. Οι τρεις τους (ο μικρός πρίγκιπας, η μητέρα και επίτροπός του, Αικατερίνη, και ο διαχειριστής της περιουσίας, Νικολό) πήραν όλα τους τα υπάρχοντα και μετακόμισαν στο πριγκιπάτο, όπου ήδη η τράπεζά του είχε ανοίξει πολλά παραρτήματα. Ο Νικολό αύξησε τη σε γη ιδιοκτησία του στην Πελοπόννησο με νέες αγορές αλλά και με δώρα της Αικατερίνης, έγινε κόμης της Μάλτας και αναγορεύτηκε στρατοπεδάρχης188. Στα 1340, συνόδευσε την Αικατερίνη στην Ιταλία, απ' όπου επέστρεψε κι έμεινε στην Αχαΐα ως τοποτηρητής της. Η ερωμένη του, Αικατερίνη, πέθανε το 1346 αλλά οι επωφελείς για τους ιδιοκτήτες του πριγκιπάτου υπηρεσίες του Νικολό ανταμείφθηκαν με την παραχώρηση σ' αυτόν οκτώ φέουδων στην Κορινθία και την ανάδειξή του σε αυθέντη και καστελάνο της Κορίνθου. Εκεί, διόρισε γενικό διοικητή τον ανιψιό του, Δονάτο, επισκεύασε το κάστρο του Ακροκόρινθου, έκτισε ακόμα οχτώ (ένα σε κάθε φέουδο), ενίσχυσε την άμυνα με αποτέλεσμα να επιστρέψουν όσοι είχαν φύγει εξαιτίας των πειρατικών επιδρομών και χάρισε τα χρέη των υπηκόων του. Πέθανε το 1365 (στην Φλωρεντία) αφήνοντας τα της Κορίνθου κληρονομιά στον Δονάτο, ο οποίος ταυτόχρονα γινόταν και τοποτηρητής του πριγκιπάτου.

Ένα χρόνο πριν (1364), είχε πεθάνει ο πρίγκιπας Ροβέρτος, αυτός του οποίου την περιουσία διαχειριζόταν ο Νικολό. Η χήρα του (Μαρία των Βουρβόνων) βρέθηκε ξεκρέμαστη, καθώς το πριγκιπάτο πέρασε σ' έναν κουνιάδο της (τον Φίλιππο). Μάζεψε στρατό και κίνησε να το κατακτήσει για λογαριασμό του γιου της. Αποκρούστηκε αλλά βρέθηκε να χρωστά μεγάλη χάρη στον (αδελφό του Δονάτου) νεαρό και ωραίο Νέριο Ατζαγιόλι. Του πούλησε την Βοστίτσα (σημερινό Αίγιο) και την βαρονία Γεράκι στη Λακωνία. Ο Δονάτος ανακλήθηκε στην Ιταλία οπότε η καστελανία της Κορίνθου μεταβιβάστηκε στον αδελφό του, τον Νέριο, που απέκτησε ολόκληρη την πόλη, μαζί με την Σικυώνα. Ο Ατζαγιόλι βρέθηκε μόνιμα εγκατεστημένος στα σύνορα του δουκάτου της Αθήνας. Στα 1369, ο Νέριο δεχόταν την τιμή να γίνει πολίτης και της Βενετίας και να αναγνωριστεί η αυθεντία του στην Κόρινθο.

Ο Νέριο στα Μέγαρα

Ήταν η εποχή που οι Φράγκοι των κρατιδίων στην Ελλάδα είχαν πάρει την κάτω βόλτα, όπως άλλωστε και οι Καταλανοί που αναλώνονταν σε εμφύλιες διαμάχες. Αποτέλεσμα ήταν η συνεχής αποδυνάμωση του δουκάτου και η απομάκρυνσή του από τη Σικελία, στο στέμμα της οποίας ανήκε. Στα 1361, τοποτηρητής διορίστηκε ο Ρογήρος ντε Λούρια (de Luria) που ξεκίνησε πόλεμο με τους Βενετσιάνους της Εύβοιας. Επιδρομείς Τούρκοι του σουλτάνου Μουράτ Α' λεηλατούσαν εκείνο τον καιρό την Θεσσαλία. Ο ντε Λούρια συμμάχησε μαζί τους. Οι Τούρκοι, όμως, αντί να στραφούν ενάντια στους Βενετσιάνους της Εύβοιας, προτιμούσαν να πλιατσικολογούν στα εδάφη του δουκάτου. Οι κάτοικοι απευθύνθηκαν στον βασιλιά της Σικελίας, ζητώντας κάτι να κάνει. Εκείνος έστειλε, αντικαταστάτη τοποτηρητή, τον Ματθαίο Μογκάδα. Ακολούθησε νέος εμφύλιος πόλεμος του πρώην με τον νέο τοποτηρητή. Ο Μογκάδα πέθανε (1367), ο Ρογήρος έμεινε μόνος κυρίαρχος του δουκάτου, απομάκρυνε τους Τούρκους κι απέκρουσε μια εκστρατεία Φράγκων που ήθελαν να παλινορθώσουν τους (πριν από τους Καταλανούς) ντε Μπριέν στην Αττικοβοιωτία. Έμεινε μόνος κυρίαρχος στο δουκάτο ως τον θάνατό του (1370).

Στην γαλλική Αβινιόν, ο πάπας (Γρηγόριος ΙΑ') οργάνωνε νέα σταυροφορία ενάντια στους Τούρκους που είχαν αποθρασυνθεί. Συγκάλεσε συνέδριο για το 1373, στην πρωτεύουσα του δουκάτου της Αθήνας, την Θήβα, στέλνοντας προσκλήσεις σε όλους τους εστεμμένους αλλά και ιδιοκτήτες γης (δούκες, κόμητες κ.λπ.). Έστειλε και στον Νέριο. Οι μεγάλοι της εποχής δεν πήγαν. Μαζεύτηκαν εκεί εκπρόσωποί τους και τιτλούχοι από τα κρατίδια που υπήρχαν στην Ελλάδα. Ο Νέριο είδε από κοντά το χάλι, στο οποίο είχε περιέλθει η Καταλανική Εταιρεία που νεμόταν το δουκάτο, με νέο τοποτηρητή τον Ματθαίο Περάλτα. Οπότε «διαπίστωσε» ότι οι Καταλάνοι είχαν δώσει άσυλο σε «δικούς του υπηκόους» που το έσκασαν από την Κόρινθο. Το πράγμα απαιτούσε δικαίωση. Κήρυξε τον πόλεμο στο δουκάτο, εισέβαλε στην Μεγαρίδα, κυρίευσε τα Μέγαρα και το κάστρο τους και συνέλαβε πλήθος αιχμαλώτους, παρ' όλη την αντίσταση των Καταλανών αλλά και του Αθηναίου συμβολαιογράφου, Δημήτριου Ρέντη. Ο Περάλτα πέθανε (1375) και οι κάτοικοι του δουκάτου δεν ήξεραν, τι να κάνουν. Συγκάλεσαν συνέλευση κι εξέλεξαν τοποτηρητή του δούκα τον Λουδοβίκο Φρειδερίκο των Σάλωνων.

Στα 1377, πέθανε ο βασιλιάς της Σικελίας, Φρειδερίκος Γ', στο στέμμα του οποίου ανήκε και το δουκάτο της Αθήνας. Με διαθήκη, το άφηνε (μαζί με όλες τις κτήσεις του στην Ελλάδα) στην δεκαπεντάχρονη τότε κόρη του, Μαρία της Σικελίας, με κατά σειρά επόμενους κληρονόμους πρώτο ένα νόθο γιο του (Γουλιέλμο) και δεύτερο τον βασιλιά της Αραγονίας, που τότε λάχαινε να είναι ο Πέτρος Δ', παππούς της μικρής από την μεριά της μητέρας της.

Οι επιφανείς Καταλανοί του δουκάτου (με προεξάρχον το καθολικό ιερατείο) αρνήθηκαν να έχουν δούκισσα τη μικρή Μαρία και ανακήρυξαν δούκα της Αθήνας τον βασιλιά Πέτρο, με τον τοποτηρητή Λουδοβίκο να υψώνει στο κάστρο της Καδμείας (στη Θήβα) τη σημαία της Αραγονίας. Το ίδιο έγινε και στην Ακρόπολη της Αθήνας και στα άλλα κάστρα του δουκάτου. Τους μιμήθηκαν οι Λατίνοι και των άλλων κτήσεων του νεκρού βασιλιά. Όλοι μαζί, έστειλαν πρεσβεία στην Ισπανία, να ζητήσει από τον Πέτρο Δ' να αναλάβει το δουκάτο και τις άλλες κτήσεις και να ορίσει βικάριο (τοποτηρητή). Ο βασιλιάς αποδέχτηκε την προσφορά και ζήτησε να μείνει εκπρόσωπός του στο δουκάτο ο Λουδοβίκος Φρειδερίκος των Σάλωνων.

Το δουκάτο ιδιοκτησία των Ατζαγιόλι

Υπήρχαν, όμως, και οι δυσαρεστημένοι της εξέλιξης, κυρίως εχθροί του Λουδοβίκου αλλά και αντίθετοι με τους Αραγόνιους. Όπως και εκείνοι που εποφθαλμιούσαν το δουκάτο. Ανάμεσά τους και ο Ιάκωβος των Μπω (Giacomo Del Balzo), ιδιοκτήτης του πριγκιπάτου της Αχαΐας. Το είχε κυριεύσει, έχοντας προσλάβει τους Ναβαρραίους189, μια μισθοφορική εταιρεία εκείνου του καιρού, ανταγωνιστική των Καταλανών. Μια και τους είχε πρόχειρους και καθώς ορεγόταν και το δουκάτο της Αθήνας, εκμεταλλεύτηκε την ανάμεσα στους Καταλανούς διχόνοια κι εκστράτευσε ενάντια στην Αττικοβοιωτία (1379). Στην Κόρινθο, ο Νέριο οχυρώθηκε αλλά οι μισθοφόροι προσπέρασαν. Μαζί τους ενώθηκαν και οι αντίπαλοι του βασιλιά Πέτρου στην Ελλάδα. Η στρατιά κυρίευσε με έφοδο ή με προδοσία πολλές από τις οχυρές περιοχές που βρέθηκαν στον δρόμο της, ενώ, για άλλη μια φορά, οι κάτοικοι της Βοιωτίας έφευγαν τρομοκρατημένοι προς τη μεριά της Εύβοιας. Καλοκαίρι του 1379, οι Ναβαρραίοι μπήκαν στην Αθήνα και την κυρίευσαν αλλά αποκρούστηκαν από τους οχυρωμένους στην Ακρόπολη. Ανάμεσα στους υπερασπιστές της ήταν και ο Δημήτριος Ρέντης που είχε ανδραγαθήσει και στα Μέγαρα (όταν τα κατέλαβε ο Νέριος). Την άνοιξη του 1380, οι πολιορκητές αναγκάστηκαν να φύγουν.

Η Λιβαδειά έπεσε μετά από σύντομη πολιορκία. Το κάστρο της Καδμείας άντεχε, ώσπου οι Ναβαρραίοι μπήκαν μέσα με προδοσία, οπότε κατέλαβαν ολόκληρη την Θήβα (1380). Την κράτησαν περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη περιοχή αλλά (στα 1381) εξαναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Αττικοβοιωτία, την Φθιώτιδα και τα Σάλωνα (Άμφισσα), καθώς είχε αλλάξει η κατάσταση στην Ευρώπη και απέναντί τους συνασπίζονταν οι Καταλανοί, οι Αραγόνιοι και οι Βενετσιάνοι της Εύβοιας. Έφυγαν στην Πελοπόννησο, όπου κυρίευσαν ό,τι φραγκικό απέμενε εκεί κι έγιναν ιδιοκτήτες του πριγκιπάτου Αχαΐας, καθώς πέθανε ο αρχικός εργοδότης τους, Ιάκωβος των Μπω (1383). Η εξουσία του βασιλιά της Αραγονίας, Πέτρου Δ', στο δουκάτο στέριωσε.

Για να αμείψει την πίστη του Δημήτριου Ρέντη, ο βασιλιάς Πέτρος Δ' του απέδωσε τιμές και του χάρισε πολλά κτήματα στην περιοχή που πήρε το όνομά του. Εκεί (στα 1664), η οικογένεια των Ρέντη έκτισε μικρό ναό αφιερωμένο στον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο. Στα 1775, μεταφέρθηκε σ' αυτόν, από την Κωνσταντινούπολη, η «θαυματουργή εικόνα του Ιωάννη του Προδρόμου» και κτίστηκαν κελιά μοναχών. Στα 1925, εξαιτίας των προσφύγων από την Μικρά Ασία, η περιοχή απέκτησε πλήθος κατοίκων και ο ναός αντικαταστάθηκε από κατά πολύ μεγαλύτερο. Την ίδια χρονιά (1925), τα άλλοτε κτήματα των Ρέντη αποσπάστηκαν διοικητικά από τον Πειραιά, οπότε δημιουργήθηκε η κοινότητα «Αγίου Ιωάννη Ρέντη», δήμος από το 1946.

Στην Πελοπόννησο, οι Ναβαρραίοι κυρίευαν κάθε πόλη και κάστρο που βρισκόταν στον δρόμο τους, εκτός από το, κραταιό τότε, δεσποτάτο του Μιστρά, που ανήκε στους Βυζαντινούς (από το 1384, στους Παλαιολόγους). Η τότε ιδιοκτήτρια του Άργους και της Ναυπλίας, Μαρία ντ' Εγκιέν (Maria d' Enghien), παντρεμένη με Βενετσιάνο (τον Πέτρο Κορράδο ή Κορνάρο), είχε την προστασία της Βενετίας, οπότε οι Ναβαρραίοι απέφυγαν να κινηθούν προς τα εκεί. Αυτό ωφέλησε τον Νέριο Ατζαγιόλι που, έτσι, έμενε ασφαλής στην Κόρινθο. Γλυκοκοίταζε το δουκάτο της Αθήνας, έβλεπε τους Καταλανούς να έχουν περιπέσει σε άθλια κατάσταση και διαπίστωνε ότι, με τα προβλήματα που αντιμετώπιζε στην γειτονιά του, ο ιδιοκτήτης του, βασιλιάς της Αραγονίας Πέτρος Δ', ήταν αδύνατο να τους βοηθήσει. Έψαχνε για αφορμή.

Στα Σάλωνα, ιδιοκτήτρια της περιοχής ήταν η Μαρία, κόρη του Λουδοβίκου Φρειδερίκου που είχε πεθάνει από το 1383. Ο Νέριος την ζήτησε για λογαριασμό ενός κουνιάδου του. Η μητέρα της (Ελένη Ασανίνα Καντακουζινή) αρνήθηκε το προξενιό και την αρραβώνιασε με έναν Σέρβο ηγεμονίσκο στην Θεσσαλία (τον Στέφανο Ντουσάν). Η επιλογή Σέρβου υποψήφιου γαμπρού εξόργισε τόσο τους Φράγκους, όσο και τους Βενετσιάνους και τους δεσπότες του Μιστρά και της Θεσσαλονίκης. Κι ο Νέριο θεώρησε τον εαυτό του προσβλημένο. Στα 1385 και με τους τριγύρω ηγεμόνες να μένουν απαθείς και τους Καταλανούς να βρίσκονται χωρίς ηγεσία, βγήκε με στρατό από τα Μέγαρα και εισέβαλε στην Αττική. Οι Καταλάνοι θέλησαν να τον αντιμετωπίσουν αλλά νικήθηκαν. Ο Νέριο κυρίευσε την Αττική, μπήκε στην Αθήνα και πολιόρκησε την Ακρόπολη. Του παραδόθηκε στα 1388, οπότε ο Νέριο απέκτησε τον τίτλο «κύριος της Κορίνθου και του δουκάτου της Αθήνας». Στα Σάλωνα, η Ελένη αντιστάθηκε με επιτυχία αλλά ο Νέριο είχε πια δικό του το δουκάτο. Ο αρραβώνας με τον Σέρβο διαλύθηκε, μεσολάβησαν διάφορα προξενιά και, τελικά, η Μαρία κόσμησε το χαρέμι του σουλτάνου Βαγιαζήτ Α'.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

173. Δημοσιεύτηκε το 1973 από τον J. Longnon.

174. Υπέρπυρον: Χρυσό νόμισμα που πρώτος έκοψε ο Μέγας Κωνσταντίνος και ήταν σε κοινή χρήση και από τον ΙΑ' αιώνας. Υποδιαιρείται σε 24 κεράτια.

175. Όρος Καρύδι, ανάμεσα στην Αθήνα και τα Μέγαρα.

176. Νίκλι: Περίφημο μεσαιωνικό κάστρο στην Αρκαδία (περιοχή Τεγέας).

177. Η μάχη της Πελαγονίας έγινε τον Σεπτέμβρη του 1259 με αντίπαλους την αυτοκρατορία της Νίκαιας από την μια και από την άλλη το βασίλειο της Σικελίας, το δεσποτάτο της Ηπείρου και το πριγκιπάτο της Αχαΐας με θριαμβευτή τον αυτοκράτορα Μιχαήλ της Νικαίας, ο οποίος, τον μεθεπόμενο χρόνο (1261), κατέλαβε από τους Λατίνους την Κωνσταντινούπολη, έγινε εκεί αυτοκράτορας Μιχαήλ Η' Παλαιολόγος και εγκαινίασε την τελευταία δυναστεία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας.

178. Κάστρο Μάινας: Περίφημο φρούριο στο Οίτυλο της Μάνης.

179. Βατώντας: Περιοχή βορειοανατολικά της Νέας Αρτάκης, σήμερα συνοικισμός (ανήκει στον δήμο Χαλκίδας).

180. Τα κάστρα της Λαμίας, του Σιδηρόκαστρου, του Γαρδικίου (στη Φθιώτιδα) και της Γραβιάς.

181. Κάστρο Φαναρίου: Σπουδαίο μεσαιωνικό κάστρο στην Δυτική Θεσσαλία, 16 χμ νότια από τα Τρίκαλα, στον νομό Καρδίτσας.

182. Ο Γκωτιέ απελευθερώθηκε τον Αύγουστο του 1302, μετά την υπογραφή της συνθήκης του Καλταμπελότα (πόλη της Σικελίας), τελευταίας μιας σειράς συνθηκών ανάμεσα στους οίκους ντ' Ανζού (Ανδεγαυών) και Βαρκελώνης (Αραγονίας και Καταλονίας) για την κατοχή της Σικελίας.

183. Οι David Jacoby, Peter Lock, Kenneth M. Setton αλλά και η «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» τοποθετούν την μάχη στον Αλμυρό. Οι Γεώργιος Κόλιας και Α. Bon την τοποθετούν στον Βοιωτικό Κηφισό, κοντά στην λίμνη Κωπαΐδα αλλά σε διαφορετικές τοποθεσίες. Άλλοι αλλού.

184. Κισκεριανοί: Τάγμα μοναχών της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας που θεωρεί ύψιστη αρετή την ολοκληρωτική απουσία υπεροψίας, την αυστηρή νηστεία, την χειρονακτική εργασία και την φτώχεια. Ιδρυτής του ήταν ο αβάς της Μολέμ (στην Βουργουνδία) Ροβέρτος του τάγματος των Βενεδικτίνων (1098) και εμψυχωτής τους ο Άγιος Βερνάρδος του Κλαιρβώ.

185. Πρωτοστράτορας: Ο επικεφαλής των ιπποκόμων, αυτός που κρατούσε τα χαλινάρια για να μπορέσει ο κάτοχος του αλόγου (αυτοκράτορας, δούκας κ.λπ.) να το καβαλικέψει. Με τον καιρό, εξελίχθηκε σε μεγάλο στρατιωτικό αξίωμα.

186. Θεόδουλος μάγιστρος, σύγχρονος της εποχής, σε επιστολή του καταχωρημένη στα «Anecdota Graeca», Β' τόμος, σελ. 201.

187. Γουέλφοι και Γιβελλίνοι: Στην Βόρεια και Κεντρική Ιταλία, από τον ΙΒ' ως τον ΙΔ' αιώνα, υπήρχαν δυο αιματηρά αντιμαχόμενες παρατάξεις. Οι Γουέλφοι που υποστήριζαν την υπαγωγή των πόλεων στην επιρροή του πάπα και οι Γιβελλίνοι που ήθελαν να υπαχθούν στην επιρροή του αυτοκράτορα της Αγίας (Γερμανικής) Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

188. Στρατοπεδάρχης: Ο κατά σειρά έβδομος σε αξία τίτλος μετά τον αυτοκράτορα ή βασιλιά, παρεμβάλλεται ανάμεσα στον πρωτοστάτορα και τον μεγάλο πριμικήριο (εκκλησιαστικό αξίωμα). Ανάμεσα σε άλλα, είχε την ευθύνη για τις προμήθειες του στρατεύματος.

 

189. Ναβαρραίοι: Μισθοφορικός στρατός που απαρτιζόταν από στρατιώτες της Ναβάρας (κράτους ανάμεσα στις σημερινές Γαλλία και Ισπανία), Γάλλους και Ιταλούς. Ο πλήρης τίτλος τους ήταν «Σύνδεσμος του πανευτυχούς στρατεύματος των Φράγκων που βρίσκονται στην Ρωμανία» (Universitas fœlicis Francorum exercitus in partibus Romaniae existentibus).

(τελευταία επεξεργασία, 21 Οκτωβρίου 2020)

 

Επικοινωνήστε μαζί μας