Κεφ. 14 Ατζαγιόλι: Η φλωρεντινή άνοιξη της Αθήνας

Το ξημέρωμα μιας νέας εποχής

Ο Νέριο Ατζαγιόλι βρέθηκε ιδιοκτήτης της Αττικοβοιωτίας, της Μεγαρίδας, της Κορινθίας και της Βοστίτσας (Αίγιου) σε κρίσιμη εποχή. Από το 1353, χρονιά που διαμελίστηκε η σερβική «αυτοκρατορία» του Στέφανου Ντουσάν, οι Οθωμανοί Τούρκοι είχαν πατήσει στην Ευρώπη. Στέριωσαν για τα καλά, ως σύμμαχοι του Ιωάννη Καντακουζηνού στον εμφύλιο πόλεμό του με τον Μιχαήλ Παλαιολόγο. Δέκα χρόνια αργότερα, έπαιρναν το ένα μετά το άλλο τα κάστρα στην Θράκη και στη Μακεδονία κι έκαναν την Αδριανούπολη πρωτεύουσά τους. Λόγιος της εποχής (ο Δημήτριος Κυδώνης) αναφωνούσε: «Οι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης ζουν σαν σε φυλακή ή σαν ζώα σε κλουβί». Στα 1387, έφτασαν προσωρινά ως την Πελοπόννησο όπου ανθούσε το από το 1348 δημιουργημένο βυζαντινό δεσποτάτο του Μιστρά, αλλά γύρισαν πίσω. Στα 1389, στο Κοσσυφοπέδιο, τσάκισαν τους συνασπισμένους στρατούς Σέρβων και Βοσνίων ηγετών κι απειλούσαν ολόκληρη την Βαλκανική χερσόνησο, με τον Βαγιαζήτ Α' νέο τους σουλτάνο.

Στο ίδιο το δουκάτο, από το 1380 κι ως το 1382, δίπλα στους Καταλανούς και τους ντόπιους είχαν εγκατασταθεί μεγάλα τμήματα Αρβανιτών που μετακινήθηκαν από την Θεσσαλία με αρχηγούς τον (Γκίνη) Πέτρο Μπούα Σπάτα και τον Πέτρο Λιόσια. Ήταν η εποχή της εισβολής των Ναβαρραίων και ο δούκας της Αθήνας, βασιλιάς της Αραγονίας Πέτρος Δ', τους είχε δώσει άδεια να μεταναστεύσουν στην Αττικοβοιωτία. Είχε την ελπίδα ότι, με την αύξηση του πληθυσμού της περιοχής, θα δημιουργούσε μια ανθρώπινη δεξαμενή απ' όπου θα μπορούσε να αντλεί στρατιώτες. Οι Αρβανίτες εγκαταστάθηκαν κυρίως σε αγροτικές περιοχές. Είχαν τη συνήθεια ο αρχηγός της κάθε φάρας να δίνει το όνομά του στον τόπο όπου έστηναν την μόνιμη εγκατάστασή τους. Δημιουργήθηκαν έτσι οι ονομασίες Σπάτα, Λιόσια, Μαρκόπουλο, Λιόπεσι (η Παιανία), Μαλακάσα κ.λπ. Ο Νέριο τους γνώριζε, αφ' ότου ακόμα βρισκόταν στην Κόρινθο, όπου είχε δεχθεί πολλούς από αυτούς. Κι ο και γαμπρός του, δεσπότης του Μιστρά, Θεόδωρος Α' Παλαιολόγος, είχε καλέσει στα εδάφη του 10.000 Αρβανίτες, προκειμένου να κατοικήσουν σε ερημωμένες περιοχές. Νέο ρεύμα με Αρβανίτες μετανάστες θα έφτανε στην Αττική το 1402.

Τον ίδιο καιρό, η ιταλική χερσόνησος ήταν χωρισμένη σε μικρά και μεγαλύτερα κράτη και σπαρασσόταν από εμφύλιους πολέμους. Με τη Ρώμη να βρίσκεται στο πιο βαθύ σημείο της κατάπτωσης, καθώς οι πάπες είχαν μεταφερθεί στην Αβινιόν (από το 1308). Οι τοπικοί φεουδάρχες προσπαθούσαν να στήσουν δικό τους κράτος. Ο ένας έριχνε τον άλλον. Στα 1377, ο πάπας Γρηγόριος ΙΑ’ επέστρεψε από την Αβινιόν, οπότε ξεκίνησε το μεγάλο σχίσμα.

Πάπες εκλέγονταν και στη Ρώμη και στην Αβινιόν, ενώ δεν έλειψαν οι φορές που υπήρξε και τρίτος πάπας. Ο ένας αφόριζε τον άλλον. Ο Νικόλα Ριέντσο προσπάθησε να αναστήσει την παλιά Δημοκρατία. Κατακρεουργήθηκε. Εβδομήντα χρόνια αργότερα, ο πάπας Νικόλαος Ε’ (1447 – 1455) θα κατάφερνε (στα 1449) να ενώσει πάλι την καθολική εκκλησία και να γίνει αρχηγός της με έδρα τη Ρώμη.

Μέσα σ' αυτό το περιβάλλον, η Φλωρεντία έδωσε τις κορυφές των συγγραφέων της ιταλικής Αναγέννησης, αν και οι Φλωρεντινοί άργησαν να το συνειδητοποιήσουν. Ο Δάντης (1265 -- 1321), ο Πετράρχης (1304 - 1374), ο Βοκκάκιος (1313 - 1375) και άλλοι λιγότερο διάσημοι έδειξαν τον δρόμο για την απαλλαγή του ανθρώπινου πνεύματος από την δυσκαμψία της χριστιανολατινικής σκέψης. Φίλος του Δάντη, ο ζωγράφος Τζιότο ντι Μπουντόνε (1366 – 1437) από την Φλωρεντία, απελευθέρωσε την ιταλική τέχνη από την βυζαντινή σχολή και φιλοτέχνησε αγιογραφίες και σκηνές από την Βίβλο, ανοίγοντας τον δρόμο στη σύγχρονη ζωγραφική αλλά και στην γλυπτική και την αρχιτεκτονική.

Ήταν η εποχή που οι έμποροι της αστικής τάξης κυριαρχούσαν στις πόλεις κράτη. Οι Μέδικοι της Φλωρεντίας έγιναν τραπεζίτες του πάπα. Ανέτρεψαν τους επικεφαλής της ολιγαρχίας των Γουέλφων που διοικούσαν την πόλη. Στα πλούσια βαλάντιά τους βρήκαν καταφύγιο μεγάλοι καλλιτέχνες. Την πολιτική τους θέλησαν να μιμηθούν και οι πρώτοι των άλλων πόλεων. Οι πάπες δεν μπορούσαν να μείνουν πίσω. Ξαφνικά, ένιωσαν ότι έπρεπε να κοσμήσουν τη Ρώμη και τις εκκλησίες της με έργα τέχνης που θα διαιώνιζαν την προσωπική τους δόξα αλλά και θα τους επέβαλαν ως αρχή των πάντων. Ο ανταγωνισμός ανάμεσα στην Φλωρεντία, τη Ρώμη και τις άλλες πόλεις ανέδειξε την χρυσή εποχή των καλλιτεχνών, απελευθέρωσε τον άνθρωπο από τα ταμπού, την ατομικότητα από το σχήμα, κι έφερε την εκδήλωση της στοργής προς την φύση και την πραγματικότητα και την αγάπη στην ζωή σε ένα μίγμα με τον ιδεαλισμό: Ξεκινούσε η εποχή της Αναγέννησης. Με τη μεσαιωνική φεουδαρχία να υποχωρεί αργά αλλά σταθερά.

Το δουκάτο της Αθήνας ευτύχησε να διαθέτει δούκα μόνιμα εγκατεστημένο σ' αυτό και άσχετο με τα όπλα και την ιπποσύνη. Ο Φλωρεντινός τραπεζίτης, Νέριο Ατζαγιόλι, είχε αποκτήσει την γη με τα χρήματά του, έχοντας στρατό, τον οποίο «πλήρωνε από την τσέπη του»: Μπορούσε να προσλαμβάνει και να απολύει, όποιον ήθελε. Οπότε δεν είχε καμιά υποχρέωση να μοιράσει τιμάρια σε ιππότες πολεμιστές. Με τους προηγούμενους τιτλούχους κάθε είδους, ιδιοκτήτες γης, να έχουν εκλείψει. Πούλησε κάποια γη σε πλούσιους έμπορους, μοίρασε άλλη στους φίλους του και σε όσους τον εξυπηρέτησαν αλλά κανέναν δεν έκανε βαρόνο. Και είναι προφανές ότι, πριν να εισβάλει στην Αττική, είχε έρθει σε συνεννόηση με τους ντόπιους, ώστε να μην βρεθεί μπροστά στην όποια αντίστασή τους, οπότε και φρόντισε να μην υπάρξουν λεηλασίες και αρπαγές από τους στρατιώτες του.

Η Αθήνα και πάλι κέντρο της Ελλάδας

Παρείσακτος στην πραγματικότητα, ο Νέριο Α' Ατζαγιόλι φέρθηκε με μεγάλη διπλωματικότητα κι εξυπνάδα, καθώς απέφευγε να αποκαλείται δούκας (αυτοπροσδιοριζόταν ως «αφέντης» του δουκάτου, επί του οποίου κανένα νόμιμο δικαίωμα δεν είχε). Βενετσιάνοι και Φράγκοι, όσοι ακόμα βρίσκονταν στον Ελλαδικό χώρο, τον ανέχονταν, καθώς τον προτιμούσαν από τους άξεστους Καταλανούς και τους Ναβαρραίους.

Είχε αποδειγμένα επιχειρηματικό μυαλό. Και, παρά τον γάμο του με την Άννα Σαρασένο, απέκτησε Αθηναία «επίσημη ερωμένη»: Τη Μαρία, κόρη εκείνου του συμβολαιογράφου Δημήτριου Ρέντη (με τον οποίο πρέπει να είχε μυστικές επαφές πριν από την εισβολή). Και μια κόρη του, η Βαρθολομαία, παντρεύτηκε τον δεσπότη του Μιστρά, Θεόδωρο Α' Παλαιολόγο, γιο του βυζαντινού αυτοκράτορα, Ιωάννη Ε' Παλαιολόγου (η άλλη του κόρη, Φραγκίστα, παντρεύτηκε τον Κάρολο Α' Τόκκο, κόμη της Κεφαλονιάς και Ζακύνθου, ιδιοκτήτη της Λευκάδας κι, αργότερα, δεσπότη της Ηπείρου). Οι περιστάσεις ευνοούσαν τους ντόπιους.

Με το που κυρίευσε το δουκάτο, ο Νέριο εγκαταστάθηκε στην Ακρόπολη. Και το πρώτο, με το οποίο ασχολήθηκε, ήταν να κολακέψει το θρησκευτικό συναίσθημα των Αθηναίων: Από την εποχή του Μιχαήλ Ακομινάτου (1205), ορθόδοξος αρχιεπίσκοπος δεν είχε πατήσει το πόδι του στην Αττική. Και μόλις από το 1365 (τέσσερα χρόνια μετά την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Παλαιολόγους), η μητρόπολη της Αθήνας ανήκε «επί ψιλώ» («in partibus») στην βυζαντινή ιεραρχία, χωρίς όμως να μπορεί ο μητροπολίτης να μπει στο δουκάτο. Ο ορθόδοξος επικεφαλής της Εκκλησίας της Αθήνας είχε τον τίτλο του Έξαρχου της Ελλάδας, στον οποίο υπάγονταν και οι επισκοπικοί θρόνοι Θήβας, Νέων Πατρών (Υπάτης), Αίγινας και Ευρίπου. Ο Νέριο ζήτησε από το πατριαρχείο να του στείλει ορθόδοξο ιεράρχη. Του έστειλαν τον Δωρόθεο, που ως τότε βρισκόταν στην Θεσσαλονίκη. Τον εγκατέστησε στην Αθήνα κι αυτός φρόντισε να συγκεντρώσει πλάι του όλους τους Αθηναίους. Άφησε στην θέση του ανενόχλητο τον (τελευταίο Ισπανό) Λατίνο αρχιεπίσκοπο (πέθανε στα 1390) αλλ' αρνήθηκε να υπακούσει στα κελεύσματά του, καθώς και του πάπα, να μη δώσει χώρο στους ορθοδόξους.

Το επόμενο βήμα του Νέριο Α' Ατζαγιόλι ήταν να καθιερώσει την ελληνική γλώσσα ως την επίσημη του δουκάτου και να προσλάβει τον Δημήτριο Ρέντη και τον Νικόλαο Μακρή κρατικούς συμβολαιογράφους (νοτάριους) και με αυτούς να συντάσσει τα δημόσια έγγραφα. Η Αθήνα ξανάγινε, έτσι, πρωτεύουσα του Ελλαδικού χώρου. Και δημιούργησε νέα μόδα: Τον εκούσιο εξελληνισμό των ξένων κύριων ονομάτων. Ανάμεσά τους υπήρξαν και πρόσωπα από τον τότε αναδυόμενο οίκο των Μεδίκων της Φλωρεντίας που βρέθηκαν στην Ελλάδα. Ένας από αυτούς, ο Πέτρος Μέδικος (Piero de' Medici), αναφέρεται ότι, στα 1357, ήταν βάιλος (εκπρόσωπος) των ντε Μπριέν στο Άργος και το Ναύπλιο, που εξακολουθούσαν να τους ανήκουν, παρ' όλο που είχαν χάσει το δουκάτο της Αθήνας. Κάποια στιγμή, ο Πέτρος Μέδικος βρέθηκε στην Αθήνα και λογιζόταν Αθηναίος. Όταν ο Νέριο κυρίευσε το δουκάτο, οι Μέδικοι άλλαξαν το επώνυμό τους σε Ιατρός και Ιατρόπουλος190.

Ο Νέριο αιχμάλωτος των Ναβαρραίων

Ο Βενετσιάνος σύζυγος της (τελευταίας των ντε Μπριέν) Μαρίας ντ' Εγκιέν (Maria d' Enghien) πέθανε στα 1388. Η χήρα κατείχε Άργος και Ναύπλιο ως υποτελής του πριγκιπάτου Αχαΐας αλλά δεν αισθανόταν ασφαλής: Ο, γαμπρός του Νέριο, δεσπότης του Μιστρά Θεόδωρος Α' Παλαιολόγος, είχε απλώσει το δεσποτάτο ως τα σύνορά της στον Νότο της κτήσης, με τάσεις να την καταπιεί. Και το δουκάτο του Νέριο (με την Κόρινθο ιδιοκτησία του) βρισκόταν απειλητικό στον βορεινά της σύνορα. Υπήρχαν και οι Ναβαρραίοι που κατείχαν το πριγκιπάτο της Αχαΐας και βυσσοδομούσαν ενάντια στον νέο ιδιοκτήτη του δουκάτου, καθώς πρώτοι αυτοί πρόσκαιρα το είχαν κυριεύσει. Θεώρησε πιο σοφό να πουλήσει Άργος και Ναύπλιο στην Βενετία. Θα παρέδιδε τις δυο περιοχές, με αντάλλαγμα ένα ετήσιο εισόδημα. Ο Νέριο έμαθε έγκαιρα για τη συναλλαγή. Θεωρούσε ότι το Άργος και το Ναύπλιο του ανήκαν, καθώς είχε «κληρονομήσει» τους ντε Λα Ρος και τους ντε Μπριέν. Αν, όμως, έμπαινε στο Άργος και στο Ναύπλιο, θα έκανε αυτόματα τους Βενετσιάνους εχθρούς του, κάτι που δεν τον συνέφερε. Συνεννοήθηκε με τον γαμπρό του να εισβάλει εκείνος.

Οι Βενετσιάνοι παρέλαβαν το Ναύπλιο αλλά ο Θεόδωρος πρόλαβε και κυρίευσε το Άργος. Οι Βενετσιάνοι του ζήτησαν να το παραδώσει αλλ' εκείνος προφασίστηκε αδυναμία, επειδή ήταν υποτελής των Τούρκων και δήθεν έπρεπε να τους ρωτήσει. Οι Βενετσιάνοι καμιά αμφιβολία δεν είχαν ότι πίσω από την κατάληψη του Άργους βρισκόταν ο Νέριο. Κι επειδή, αν άρχιζαν πόλεμο, μόνοι ευνοημένοι θα ήταν οι Τούρκοι που εμφανίζονταν απειλητικοί, προτίμησαν άλλη λύση: Διέταξαν τους δικούς τους στην Εύβοια να σηκώσουν την γέφυρα της Χαλκίδας και να απαγορεύσουν την επικοινωνία των υπηκόων του δουκάτου με την Εύβοια, έκλεισαν τα λιμάνια της Βενετίας στα κύρια εξαγωγικά προϊόντα της Αττικής (σταφίδα και σύκα) και δεν επέτρεπαν στο εξής την χρήση των λιμανιών της Μεθώνης και της Κορώνης (στη Μεσσηνία) από τους κατοίκους του δουκάτου, οι οποίοι μέσω αυτών έκαναν εισαγωγές σίδερου και αρότρων. Κι ακόμα, όσο κι αν οι Ναβαρραίοι τους ήταν αντιπαθείς, ήρθαν σε συνεννόηση μαζί τους. Πρίγκιπας της Αχαΐας ήταν τότε ο Ναβαρραίος Πέτρος του Σαν Σουπεράνο (Petro de San Superano). Για να τα έχει καλά μαζί τους, υποσχέθηκε πλήρη προστασία των Βενετσιάνων της Πελοποννήσου και αποζημίωση εκείνων, που είχαν υποστεί καταστροφές από την δράση των μισθοφόρων.

Ο Νέριο βρέθηκε εγκλωβισμένος. Συμφώνησε να συναντηθεί με τον πρίγκιπα της Αχαΐας για να συζητήσουν το όλο ζήτημα. Στη συνάντηση, ο Σαν Σουπεράνο συνοδευόταν από δικούς του οπλοφόρους και, καταπατώντας κάθε νόμο και όρκο, αιχμαλώτισε τον Νέριο. Τον φυλάκισε (Σεπτέμβρης 1389).

Οι Ατζαγιόλι κινητοποιήθηκαν για να τον απελευθερώσουν. Τα αδέλφια του που ζούσαν στην Φλωρεντία, ο Δονάτος (κυβερνητικός υπεύθυνος για την διατήρηση της τάξης, εκείνη την εποχή, Gonfaloniere di Giustizia) και Άγγελος (αρχιεπίσκοπος της Φλωρεντίας και καρδινάλιος) ζήτησαν από την πολιτεία να επέμβει. Στάλθηκαν Φλωρεντινοί πρεσβευτές στην Βενετία αλλά και στο Βατικανό, στον πάπα. Ο Δονάτος ισχυριζόταν ότι το Άργος κυριεύτηκε από τον δεσπότη του Μιστρά εν αγνοία του Νέριο και ότι, αν τον έστελναν στην Ελλάδα με βενετσιάνικα πλοία, θα πετύχαινε την απόδοσή του στην Βενετία. Και πρόσφερε τις αποθήκες των Ατζαγιόλι στην Κόρινθο ως ενέχυρο, ώσπου το Άργος να αποδοθεί. Από την πλευρά τους, οι γαμπροί του Νέριο, ο (δεσπότης του Μιστρά) Θεόδωρος Παλαιολόγος κι ο (κόμης Κεφαλονιάς και Ζακύνθου) Κάρολος Α' Τόκκος, ζήτησαν επιτακτικά από την Βενετία την απελευθέρωσή του αλλά οι Βενετσιάνοι απάντησαν ότι δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα, όσο δεν τους αποδιδόταν το Άργος.

Τ' αδέλφια του Νέριο, όμως, έπεισαν τους (προαιώνιους εχθρούς της Βενετίας) Γενοβέζους να βάλουν ένα χεράκι. Ο γενοβέζικός στόλος εμφανίστηκε στον Κορινθιακό κόλπο, ο Θεόδωρος ετοιμαζόταν για πόλεμο και οι Βενετσιάνοι βρέθηκαν, ξαφνικά, εγκλωβισμένοι. Ήταν 22 Μάη του 1390, όταν συγκλήθηκε διάσκεψη στην Βοστίτσα (Αίγιο), με παρόντα και τον Νέριο, που αναγκάστηκε να παραδώσει τα Μέγαρα ως ενέχυρο και την κόρη του, Φραγκίσκα, ως όμηρο, ώσπου να ολοκληρωθεί η παράδοση του Άργους. Κι αν ο Θεόδωρος του Μιστρά αρνιόταν να το εγκαταλείψει, ο Νέριο υποσχέθηκε να ξεκινήσει πόλεμο ενάντιά του.

Τον απελευθέρωσαν αλλά τα πράγματα στράβωσαν.

Οι Τούρκοι στην γειτονιά

Οι Βενετσιάνοι ήθελαν το Άργος αλλά όχι και την ηγεμονία των Ναβαρραίων στον Μοριά. Για τον λόγο αυτόν, ανέχτηκαν τις φιλοδοξίες του Αμεδαίου Ζ', του επονομαζόμενου «Κόκκινου κόμη» (1360 - 1391), κόμη της Σαβοΐας (περιοχή στα νοτιοανατολικά της Γαλλίας) από το 1383. Είχε προσαρτήσει και την κομητεία της Νίκαιας (από το 1388) αποκτώντας, έτσι, διέξοδο προς την θάλασσα. Θυμήθηκε ότι ήταν απόγονος του Βιλλεαρδουίνου, πρίγκιπα της Αχαΐας, και πρόβαλε απαιτήσεις για την κατοχή του πριγκιπάτου. Για να πετύχει τους στόχους του, υποσχέθηκε στην Βενετία να διώξει τους Ναβαρραίους από την Πελοπόννησο και να πάρει το Άργος από τον Θεόδωρο. Την ίδια ώρα, διαπραγματευόταν με τους Ναβαρραίους την αγορά του πριγκιπάτου αλλά και συμμαχούσε με τον Νέριο και τον Θεόδωρο. Πρεσβευτές του, μάλιστα, έφθασαν στον Μιστρά με κατάλογο όλων των φέουδων του Μοριά και όλων των υποτελών του πριγκιπάτου της Αχαΐας. Είναι ο «Αμεδαίος κατάλογος» (1391), που έχει μεγάλη ιστορική αξία και αποτελεί το μοναδικό καλό που προήλθε από αυτόν. Η όλη υπόθεση σκάλωσε στην άρνηση της Βενετίας να διαθέσει τον στόλο της, οπότε ο Αμεδαίος προτίμησε να ξεχάσει τα σχέδιά του για το πριγκιπάτο. Πέθανε, άλλωστε, την ίδια χρονιά (1391).

Από την πλευρά τους, βλέποντας οι Ναβαρραίοι ότι σχηματίζεται μέτωπο ενάντιά τους, ζήτησαν την βοήθεια των Οθωμανών Τούρκων. Οι Τούρκοι είχαν φθάσει ως την Θεσσαλία, έχοντας παρακάμψει την Κωνσταντινούπολη κι έχοντας καταστήσει (από το 1387) φόρου υποτελή την Θεσσαλονίκη. Ο σουλτάνος Βαγιαζήτ έστειλε τον στρατηγό του, Εβρενός μπέη. Ξεκίνησε αυτός από την Θεσσαλία (τέλη του 1392), εισέβαλε στην Βοιωτία και την Αττική και λεηλάτησε την χώρα χωρίς να απειλήσει την ίδια την Αθήνα. Κυρίευσε τη Λιβαδειά αλλά την έχασε εξαιτίας μιας αντεπίθεσης. Ο Νέριο απευθύνθηκε στην Βενετία για βοήθεια, συνάντησε αδιαφορία και, για να γλιτώσει τα χειρότερα, αναγκάστηκε να γίνει φόρου υποτελής του σουλτάνου. Ο Εβρενός προχώρησε νοτιότερα.

Ο Νέριο έμαθε ότι, ουσιαστικά, στους Τούρκους τον είχε προδώσει ο Δωρόθεος εκείνος, τον οποίο είχε δεχθεί ως ανώτατο ορθόδοξο κληρικό. Ο Δωρόθεος το έσκασε στο πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης. Ο Νέριο ζήτησε την καθαίρεσή του. Το πατριαρχείο αθώωσε τον Δωρόθεο από την κατηγορία της προδοσίας αλλά και τον απάλλαξε από τα καθήκοντά του. Νέο επικεφαλής της ορθόδοξης Εκκλησίας στην Αθήνα έστειλε τον Μακάριο, «έξαρχο πάσης Ελλάδος και πρόεδρο Θηβών και Νέων Πατρών».

Στην Ευρώπη, εκείνον τον καιρό, στηνόταν μια ακόμα σταυροφορία ενάντια στους Τούρκους. Την έχτιζαν ο πάπας, οι Γάλλοι, οι Βενετσιάνοι, οι Γενοβέζοι και οι Ναπολιτάνοι, που βασιλιά τους είχαν τον φιλοπόλεμο Λαδίσλαο (Ladislao I di Napoli), κληρονόμο και του πριγκιπάτου της Αχαΐας. Ο Νέριο κατόρθωσε να τον πλησιάσει και του ζήτησε βοήθεια για να αποκρούσει τους Τούρκους. Ο Λαδίσλαος περιορίστηκε (αρχές του 1394) να τον αναγνωρίσει δούκα της Αθήνας ως υποτελή του εξαιτίας του πριγκιπάτου. Του λοιπού, ο Νέριο μοναδικό επικυρίαρχό του είχε τον βασιλιά της Νάπολι. Φρόντισε να αποκαταστήσει τις σχέσεις του και με την Βενετία, στην οποία επέστρεψε το Άργος και από την οποία πήρε πίσω τα Μέγαρα (Ιούνιο του ίδιου χρόνου, 1394). Η σταυροφορία ενάντια στους Τούρκους δεν έγινε ποτέ.

Ο Νέριο πέθανε λίγους μήνες αργότερα (Σεπτέμβρη του 1394).

Η βενετσιάνικη σημαία στην Ακρόπολη

Επειδή ο μοναδικός γιος του Νέριο ήταν ο Αντόνιο, εξώγαμο που είχε αποκτήσει με την Μαρία Ρέντη, ο βασιλιάς Λαδίσλαος είχε ορίσει κληρονόμο στο δουκάτο τον αδελφό του, Δονάτο. Όμως, όσο ακόμα ζούσε ο Νέριο, γνώριζε ότι ο Δονάτος δεν είχε καμιά όρεξη να παρατήσει την Φλωρεντία και, με την διαθήκη του, έθεσε το δουκάτο κάτω από την προστασία της Βενετίας και κληροδότησε την πόλη της Αθήνας στη (λατινική) εκκλησία της Παναγιάς, στην Ακρόπολη. Γενική κληρονόμο του όρισε την αγαπημένη κόρη του, Φραγκίσκα, στην οποία δώρισε τα Μέγαρα, τη Σικυώνα και άλλα μέρη, ενώ στην άλλη του κόρη, την Βαρθολομαία, απλά χάρισε κάποιο υπέρογκο χρέος του συζύγου της (του δεσπότη του Μιστρά, Θεόδωρου). Στον Αντόνιο έδωσε τη Λιβαδειά και την διοίκηση της Θήβας, ενώ στην ερωμένη του άφησε κάποια κτήματα.

Με όλα αυτά, παρουσιάστηκαν τρεις διεκδικητές του δουκάτου: Η Βενετία, στην οποία ο Νέριο ανέθετε την προστασία του, ο (σύζυγος της γενικής κληρονόμου του, Φραγκίστας) Κάρολος Α' Τόκκος και ο νόθος γιος του, Αντόνιο, που θεωρούσε ότι ο πατέρας του τον είχε ρίξει.

Νοέμβρη του 1394, ο Κάρολος Τόκκος κυρίευσε τα Μέγαρα και ζήτησε την Κόρινθο, που του είχε υποσχεθεί ως προίκα ο Νέριο. Την πολιορκούσε, όμως, ο Θεόδωρος του Μιστρά, έχοντας σύμμαχό του τον (νόθο γιο του Νέριο) Αντόνιο Ατζαγιόλι, με στρατό από την Βοιωτία. Ο Κάρολος Τόκκος συμμάχησε με τους Τούρκους. Τέσσερις χιλιάδες από αυτούς επέπεσαν, νύχτα, στο στρατόπεδο του Θεόδωρου, σκότωσαν πολλούς κι έπιασαν αιχμάλωτους τρεις χιλιάδες καβαλάρηδες. Ο δεσπότης του Μιστρά μόλις που γλίτωσε. Η Κόρινθος έπεσε στα χέρια του Τόκκο. Στη συνέχεια, οι Τούρκοι εισέβαλαν στην Αττική, ξεκίνησαν λεηλασίες κι απέκλεισαν τα περάσματα.

Ο Ιταλός περιηγητής νοτάριος (συμβολαιογράφος), Νικολό ντα Μαρτόνι (Niccolo da Martoni), που βρέθηκε στην Αττική εκείνον τον καιρό, έγραψε:

«Όλον τον δρόμο από την Κόρινθο ως την Αθήνα, ακόμα και την Ιερά Οδό, τον έλεγχαν οι Τούρκοι. Όποιον έβρισκαν στον δρόμο, τον λήστευαν και τον σκότωναν. Οι Φράγκοι, στα Μέγαρα, απαγόρευαν την είσοδο οποιουδήποτε, με τον φόβο, μην μπουν άνθρωποι του δεσπότη του Μιστρά. Η άλλη κόρη του Νέριο, η γυναίκα του Θεόδωρου, Βαρθολομαία, είχε αποκλείσει τις ακτές της Κορίνθου».

Οι λεηλασίες της Αττικής από τους Τούρκους ανάγκασαν τους δυο γαμπρούς του Νέριο, τον Κάρολο Τόκκο και τον Θεόδωρο Παλαιολόγο, να συμμαχήσουν. Σε επίρρωση της συμφωνίας, ο Τόκκο παρέδωσε στον Θεόδωρο την Κόρινθο, για την οποία είχε γίνει όλη αυτή η φασαρία, ενώ, με την βοήθεια και της Βενετίας, ο δεσπότης του Μιστρά απέκτησε και τον Ισθμό. Οι Τούρκοι απωθήθηκαν.

Στην Αθήνα, ο επικεφαλής της ορθόδοξης Εκκλησίας, Μακάριος, θεώρησε άδικη την από τον Νέριο παραχώρηση της πόλης στην καθολική Εκκλησία και δίκαιο να την διεκδικήσει για χάρη των ντόπιων. Και ως καλύτερη λύση για να το πετύχει αυτό, κάλεσε από την Θεσσαλία, τους Τούρκους να βάλουν ένα χέρι. Ο στρατηγός Καρά Τιμουρτάς αποδέχτηκε την πρόταση, μπήκε στην Αττική, κυρίευσε την Αθήνα χωρίς να βρει αντίσταση αλλά σκάλωσε στην οχυρωμένη Ακρόπολη που υπεράσπιζε ο Ματθαίος ντε Μοντόνα, ένας από τους εκτελεστές της διαθήκης του Νέριο. Η πολιορκία τραβούσε σε μάκρος κι ο Μοντόνα έστειλε στην Χαλκίδα απεσταλμένο που ζήτησε βοήθεια των εκεί Βενετσιάνων. Κατέφθασαν αυτοί, νίκησαν κατά κράτος τους Τούρκους, που αποχώρησαν, και ανέβηκαν στην Ακρόπολη: Τέλη του 1394 ή αρχές του 1395, η σημαία της Βενετίας υψώθηκε για πρώτη φορά στην Ακρόπολη της Αθήνας.

Ο σουλτάνος Βαγιαζήτ, οι Βυζαντινοί του Μιστρά και οι κληρονόμοι του Νέριο, Φλωρεντινοί και μη, ενοχλήθηκαν με αυτή την εξέλιξη. Στην Βενετία, όμως, η εκεί Σύγκλητος επικύρωσε την κατάληψη, διόρισε κάποιον Αλμπάνο Κονταρίνι πρώτον «εξουσιαστή191» της πόλης κι έκοψε μισθό στον Ματθαίο ντε Μοντόνα αλλά και στον νοτάριο Δημήτριο Ρέντη (τον πατέρα της ερωμένης του Νέριο) για προφανείς υπηρεσίες. Ο Μακάριος στάλθηκε σε φυλακή, στην Βενετία.

Το μόνο που είχε αξία για τους Βενετσιάνους ήταν το κάστρο που προστάτευε την Ακρόπολη και μπορούσε να εγγυηθεί την ασφάλεια του λιμανιού στον Πειραιά (Πόρτο Λεόνε) και του μέσω αυτού εμπορίου. Η Αθήνα είχε γύρω στα χίλια κατοικήσιμα σπίτια και άθλιους δρόμους. Κατά τον Νικολό ντα Μορτόνι, ήταν γεμάτη ερείπια και είχε περιοριστεί σ' έναν μικρό οικισμό κοντά στην Ακρόπολη. Δεν διέθετε έστω ένα πανδοχείο: Ο περιηγητής φιλοξενήθηκε από τον βικάριο (εκπρόσωπο) του Λατίνου αρχιεπισκόπου. Αυτά που του έκαναν εντύπωση ήταν οι «όμορφοι ελαιώνες», το εντυπωσιακό ανάκτορο του δούκα πάνω στην Ακρόπολη και ο Παρθενώνας.

Η επιστροφή των Ατζαγιόλι

Από το άλλοτε πανίσχυρο δουκάτο, οι Βενετσιάνοι κληρονόμησαν μόνο την Αττική, καθώς η Βοιωτία ανήκε στον Αντόνιο Ατζαγιόλι, τα Μέγαρα στον Τόκκο και η Κόρινθος στον δεσπότη του Μιστρά. Οι συνδεμένες με το δουκάτο Νέες Πάτρες (μαζί με ολόκληρη την Λοκρίδα) πια ανήκαν στον σουλτάνο Βαγιαζήτ. Και στα Σάλωνα ζούσε ακόμα η περιβόητη Ελένη Ασανίνα Καντακουζινή που είχε απορρίψει το προξενιό του Νέριου. Μόνο που την εξουσία ασκούσε ο εραστής της, κάποιος μισητός παπάς που δεν λογάριαζε κανέναν. Ο αρχιεπίσκοπος της πόλης, Σεραφείμ, ζήτησε την βοήθεια των Τούρκων. Έσπευσαν αυτοί και η Ελένη άνοιξε τις πύλες, να περάσουν. Ο Βαγιαζήτ προσάρτησε τα Σάλωνα και ολόκληρη την Φωκίδα, έθεσε σε «κατ' οίκον περιορισμό» την βαρόνη (που πέθανε την ίδια χρονιά) κι έστειλε στο χαρέμι του την κόρη της, Μαρία.

Στην Δύση, ετοιμαζόταν μια νέα σταυροφορία ενάντια στους Τούρκους, οι οποίοι έδειχναν επίφοβοι για την ασφάλεια της Ευρώπης. Ο Βαγιαζήτ πήρε τον στρατό του και πήγε στον Δούναβη για να την αντιμετωπίσει. Η μεγάλη μάχη έγινε (25 Σεπτέμβρη του 1396), στην Νικόπολη192, με τους Τούρκους να συντρίβουν τους σταυροφόρους και να παγιώνουν την παρουσία τους στα Βαλκάνια. Για την ώρα, ο Δούναβης έγινε το βόρειο σύνορό τους. Στη συνέχεια, ο Βαγιαζήτ στράφηκε στην Κωνσταντινούπολη, την οποία και πολιόρκησε, ενώ έστειλε τους στρατηγούς του, Εβρενός μπέη και Γιαγούπ πασά, να ολοκληρώσουν ό,τι άφησε μισοτελειωμένο στην Κυρίως Ελλάδα.

Το Άργος κυριεύτηκε (1397) και λεηλατήθηκε άγρια, ενώ οι κάτοικοί του πουλήθηκαν δούλοι αλλά η Αθήνα (όπως και η λοιπή Πελοπόννησος) διασώθηκε. Οι Τούρκοι αποχώρησαν χωρίς να πλησιάσουν τον Μιστρά. Στα 1400, ο δεσπότης του, Θεόδωρος, αντιμετώπιζε μεγάλα οικονομικά προβλήματα. Πούλησε την Κόρινθο (και τη Σπάρτη) στους Ιωαννίτες ιππότες της Ρόδου.

Στην Αθήνα, η κατάσταση πήγαινε από το κακό στο χειρότερο, με τον Νικόλαο Βεττούρη να αναλαμβάνει εξουσιαστής της πόλης (1400). «Ενίσχυσε» την άμυνα της Ακρόπολης με τριάντα τοξότες και 25 καβαλάρηδες, που προστέθηκαν στους ήδη 26 τοξότες και τριάντα καβαλάρηδες (συνολικά, το κάστρο φυλασσόταν από 56 τοξότες και 55 ιππείς!). Οι Αθηναίοι, όμως, νοσταλγούσαν την εποχή που το δουκάτο ανήκε στους ανεκτικούς Ατζαγιόλι. Και στα περίχωρα, ο νόθος Αντόνιο έκανε επιδρομές από την Βοιωτία που του ανήκε. Στα 1402, μπήκε στην Αττική και την κυρίευσε. Έπειτα, πολιόρκησε την Ακρόπολη που, όμως, πρόβαλε ισχυρή αντίσταση. Με τους Βενετσιάνους της Εύβοιας να συγκροτούν στρατό για να λύσουν την πολιορκία. Ο Αντόνιο το έμαθε και τους έστησε ενέδρα. Τους τσάκισε. Η Βενετία, εκείνη την εποχή, είχε άλλα διεθνή προβλήματα, οπότε αδιαφόρησε για την Αττική και φρόντισε να εξασφαλίσει τις κτήσεις στην Εύβοια. Στην Ακρόπολη, ο Νικόλαος Βεττούρης αμύνθηκε όσο είχε τρόφιμα αλλά, τελικά, αναγκάστηκε να παραδοθεί. Το δουκάτο επέστρεψε στους Ατζαγόλι.

Στα χρόνια του Αντόνιο

Είχε προηγηθεί η «μάχη της Άγκυρας», με τους Μογγόλους του Ταμερλάνου να εξοντώνουν (1402) τους Τούρκους και να αιχμαλωτίζουν τον Βαγιαζήτ. Η Βυζαντινή αυτοκρατορία αλλά και τα λοιπά κράτη και κρατίδια, που επιζούσαν ακόμα στα Βαλκάνια, έπαιρναν βαθιά ανάσα. Νέος ιδιοκτήτης του δουκάτου, ο Αντόνιο εγκαταστάθηκε στο δουκικό ανάκτορο πάνω στην Ακρόπολη.

Ο μεγαλύτερος γιος του Βαγιαζήτ, Σουλεϊμάν Τσελεμπή, κατάφερε να διασωθεί στη μάχη της Άγκυρας και να φτάσει πρώτος στην Αδριανούπολη (τότε πρωτεύουσα των Τούρκων). Αν και επίσημα δεν λογαριάζεται, στέφθηκε σουλτάνος. Βενετσιάνοι και άνθρωποι του Ατζαγιόλι έσπευσαν να τον κάνουν σύμμαχό τους. Νικητές στον αγώνα δρόμου αναδείχτηκαν οι Βενετσιάνοι, που εξασφάλισαν πολλά. Ανάμεσα σ' αυτά και την από τον Σουλεϊμάν κατάκτηση του δουκάτου της Αθήνας για λογαριασμό τους. Η απόδοση αυτή δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Ήδη, όμως, από το φθινόπωρο του 1402, ο Αντόνιο ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με την Βενετία, για να ομαλοποιήσει τις μεταξύ τους σχέσεις. Τον βοηθούσαν σ' αυτήν του την προσπάθεια ο πάπας Ιννοκέντιος Ζ', ο βασιλιάς της Νάπολι, Λαδίσλαος, και ο θείος του, καρδινάλιος Άγγελος Ατζαγιόλι. Οι Βενετσιάνοι ζύγισαν την κατάσταση και θεώρησαν ότι, από το να ανοίξουν πόλεμο για την Αττική, ήταν πιο συμφέρουσα η λύση να παραιτηθούν από την έτσι κι αλλιώς τυπική ιδιοκτησία της Αθήνας και να κάνουν τον Αντόνιο φόρου υποτελή τους. Οι υπογραφές έπεσαν στις 31 Μάρτη του 1405.

Η συνθήκη θεωρήθηκε μεγάλη ήττα της Βενετίας: Ήταν η εποχή της θαλασσοκρατορίας και της μεγάλης επέκτασης των Βενετσιάνων στην Ανατολή. Κατείχαν Κρήτη, Εύβοια, Κέρκυρα, Δυρράχιο, Μεθώνη, Κορώνη, Άργος, Ναύπλιο και νησιά του Αιγαίου. Κι έμελλε να πάρουν (το 1407) και τη Ναύπακτο κι αργότερα την Πάτρα.

Τον Σουλεϊμάν σκότωσε ο αδελφός του, Μουσά (1410), κι αυτόν ο τρίτος από τους γιους του Βαγιαζήτ, Μωάμεθ Α' (1413), που έγινε σουλτάνος. Η όλη διαμάχη, όμως, για τον σουλτανικό θρόνο, έδωσε χρόνο σε Φράγκους και Βυζαντινούς να ανασάνουν. Ο Θεόδωρος του Μιστρά πήρε πίσω τη Σπάρτη και την Κόρινθο κι ετοιμαζόταν να κυριεύσει ολόκληρο τον Μοριά αλλά πέθανε (1407). Ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου, Μανουήλ Β', διόρισε νέο δεσπότη τον γιο του, Θεόδωρο Β'. Στα 1415, κτίστηκε στον Ισθμό της Κορίνθου τείχος από τον Σαρωνικό ως τον Κορινθιακό, το περίφημο Εξαμίλι, που υποτίθεται ότι θα συγκρατούσε μελλοντική επίθεση των Τούρκων.

Όμως, την επόμενη χρονιά (1416), ο σουλτάνος εξαπέλυσε επίθεση στην Αττική, από την οποία αποχώρησε ο στρατός του μόνον όταν ο Αντόνιο αναγκάστηκε να πληρώσει φόρο υποτέλειας στους Τούρκους. Ο σουλτάνος Μωάμεθ Α' πέθανε το 1421 κι ο Μουράτ Β', που τον διαδέχτηκε, θέλησε να τελειώνει με τα κρατίδια της ηπειρωτικής Ελλάδας. Στα 1423, έστειλε τον στρατηγό του, Τουραχάν, ενάντια στην Πελοπόννησο. Εξορμώντας από την Θεσσαλία, οι Τούρκοι πέρασαν από την Αττική. Ο στρατός του δουκάτου τους ακολούθησε. Στο Εξαμίλι, τους περίμεναν οι Βενετσιάνοι, οι οποίοι είχαν αναλάβει να υπερασπιστούν τον Ισθμό, με αντάλλαγμα την από το δεσποτάτο του Μιστρά παραχώρηση της Κορίνθου. Το τείχος (το Εξαμίλι) έπεσε «εξ εφόδου». Ο Τουραχάν προχώρησε στο εσωτερικό του Μοριά αλλά, κάποια στιγμή, στράφηκε προς τα πίσω: Ο αυτοκράτορας Μανουήλ Β' είχε υπογράψει συνθήκη ειρήνης με τον σουλτάνο. Στην Δαδιά, κοντά στην Τρίπολη, βγήκαν να του κόψουν τον δρόμο στρατός από Αρβανίτες. Ο Τουραχάν τους νίκησε (με προδοσία, λένε κάποιες πηγές) κι έστησε πυραμίδα με τα επτακόσια κεφάλια των νεκρών. Οι Τούρκοι ξαναπέρασαν τον Ισθμό, αφού πρώτα κατέστησαν το δεσποτάτο πάλι φόρου υποτελές στον σουλτάνο και κατέστρεψαν ολοκληρωτικά το Εξαμίλι.

Την ίδια χρονιά (1423), μια επιδημία που ξεκίνησε από την Βοιωτία, χτύπησε την Αττική. Ήταν η τελευταία συμφορά που έπληξε το δουκάτο στα χρόνιο του Αντόνιο. Ο τρόπος που αυτός ασκούσε την εξουσία του τον έκανε αγαπητό στους ντόπιους. Είχε κλέψει μια όμορφη Θηβαία, κόρη ιερέα, που την είδε να χορεύει σ' έναν γάμο και την ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα. Την παντρεύτηκε αλλά δεν απέκτησε παιδιά μαζί της. Κι όταν αυτή πέθανε, παντρεύτηκε την Μαρία Μελισσηνή, γόνο αριστοκρατικής οικογένειας της Πελοποννήσου. Ούτε με αυτήν απέκτησε παιδιά. Υιοθέτησε δυο κορίτσια, κόρες φίλου του από την Εύβοια, τα οποία και καλοπάντρεψε και πέθανε στον ύπνο του (1435), στο ανάκτορο των δουκών, στην Ακρόπολη.

Μαρία, Νέριο Β', Αντόνιο Β' και πάλι Νέριο Β'

Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος (αδελφός του αυτοκράτορα Ιωάννη Η', και του δεσπότη του Μιστρά, Θεόδωρου Β'), είχε στείλει τον στενό του συνεργάτη και ιστορικό, Ιωάννη Φραντζή, στην Αθήνα να προτείνει στην χήρα του Αντόνιο, Μαρία Μελισσηνή, να ανταλλάξει το δουκάτο με γη στη Λακωνία, γειτονική σε ιδιοκτησίες της. Όμως, η Βυζαντινή χήρα είχε άλλα σχέδια. Προσεταιρίστηκε τον Αθηναίο άρχοντα, Γεώργιο Χαλκονδύλη (πατέρα του επίσης ιστορικού Λαόνικου), που επηρέαζε πολλούς ντόπιους, για να την υποστηρίξει στηn διεκδίκηση του δουκάτου. Χρειαζόταν, όμως, και η έγκριση του σουλτάνου. Ο Χαλκοκονδύλης στάλθηκε στην αυλή του σουλτάνου, στην Αδριανούπολη. Η πρόταση ήταν να εγκρίνει ο Μουράτ την παραχώρηση του δουκάτου στη Μαρία Μελισσηνή και εκείνη να του πληρώσει 35.000 χρυσά νομίσματα. Ο σουλτάνος μάλλον προσβλήθηκε από την προσφορά. Όχι μόνο αρνήθηκε αλλά κι έριξε τον Χαλκοκονδύλη στην φυλακή. Κατάφερε αυτός να το σκάσει και να μπαρκάρει για τον Πειραιά αλλά, μεσοπέλαγα, το πλοίο έπεσε πάνω σε πειρατές, που τον έστειλαν πίσω στον σουλτάνο. Ο Μουράτ τον συγχώρησε και τον άφησε να φύγει.

Και στην Αθήνα, όμως, τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά για τους επίδοξους δυνάστες. Οι ντόπιοι προεστοί ήταν αντίθετοι στα σχέδιά τους. Η Μαρία Μελισσηνή έμενε κλεισμένη στο ανάκτορο, στην Ακρόπολη, περιμένοντας τον Χαλκοκονδύλη. Καλού κακού, συνέχισε τις επαφές με τον Παλαιολόγο. Κωνσταντίνος και Θεόδωρος Β' ανέβηκαν στην Κάρυστο, για να πάνε, με βενετσιάνικο πλοίο, στον αυτοκράτορα αδελφό τους, στην Κωνσταντινούπολη. Από εκεί, ο Κωνσταντίνος ξανάστειλε τον Φραντζή στην Αθήνα, με στρατιωτική συνοδεία και έγγραφο παραλαβής του δουκάτου. Βρήκε έκπτωτη τη Μαρία Μελισσηνή.

Οι Αθηναίοι την έκαναν να βγει από το ανάκτορο στην Ακρόπολη, στήνοντας έναν δήθεν γάμο θετού της παιδιού με κάποια συγγενή της. Τη συνέλαβαν και την ανάγκασαν να φύγει από την Αθήνα. Ο Φραντζής έμαθε και το ότι ο Τουραχάν μπέης είχε εισβάλει στην Βοιωτία και είχε κυριεύσει την Θήβα. Έσπευσε να πληροφορήσει τον Κωνσταντίνο. Εκείνος του ανέθεσε νέα αποστολή: Ο Φραντζής επισκέφτηκε τον Τουραχάν στην Θήβα με σκοπό να τον πείσει να του παραχωρήσει το δουκάτο. Δεν τα κατάφερε. Κι όταν, κάποια στιγμή, επέστρεψε στην Αθήνα ο Χαλκοκονδύλης, οι ντόπιοι τον έδιωξαν. Αυτός και η οικογένειά του βρέθηκαν στον Μιστρά.

Στη συνέχεια, οι Αθηναίοι ανακήρυξαν δούκα τον Νέριο Β', τον οποίο ο νεκρός Αντόνιο προόριζε για διάδοχό του. Ήταν γιος του Φραγκίσκου Ατζαγιόλι (φεουδάρχη και ιδιοκτήτη κάστρου φέουδου στα Συκάμινα193 Αττικής) και της Μαργαρίτας Μαλπίγι (Malpigli). Μαλθακός και θηλυπρεπής (κατά τον Φραντζή), ο νέος δούκας είδε με τρόμο τον στρατό του Τουραχάν στην γειτονιά του. Έστειλε πρεσβεία στον Μουράτ και του πρόσφερε το δουκάτο ως φόρου υποτελές. Ο σουλτάνος αποδέχτηκε την πρόταση, ο Τουραχάν αποχώρησε από την Βοιωτία κι ο Νέριο Β' μπορούσε πια να μείνει απερίσπαστος στο δουκάτο.

Είχε γεννηθεί (1416) στην Φλωρεντία, όπου ζούσε η οικογένειά του. Τρία χρόνια αργότερα (1419), ο πατέρας του πέθανε. Ο δούκας Αντόνιο κάλεσε τα παιδιά του νεκρού και ανίψια του, Νέριο Β' και Αντόνιο Β', στην αυλή του, στην Αθήνα. Ο Νέριο Β' εξελίχθηκε σε αθηνολάτρη κι έμαθε και μιλούσε άπταιστα τα ελληνικά. Κι όταν, επιτέλους, ανέλαβε το δουκάτο, το στόλισε με νέα κτίρια, κατάργησε όσους φόρους πλήρωναν μόνο οι ντόπιοι και τους συμπεριφέρθηκε καλά.

Στα 1439, χρειάστηκε να ταξιδέψει στην Τοσκάνη, για κάποιες υποθέσεις που αφορούσαν εκεί κτήματά του. Άφησε επίτροπό του τον αδελφό του, Αντόνιο Β', ο οποίος, εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία και κατέλαβε την αρχή. Ή, κατ' άλλους, ο Νέριο εξαναγκάστηκε από τον αδελφό του να φύγει.

Ήταν η χρονιά (1439) που η σύνοδος για την ένωση των καθολικής και ορθόδοξης Εκκλησίας μεταφέρθηκε από την Φερράρα (όπου είχε ξεσπάσει πανούκλα) στην Φλωρεντία, με χρηματοδότηση του Λαυρέντιου των Μεδίκων. Οι Ατζαγιόλι είχαν πολύ φιλικές σχέσεις με τους Μέδικους. Κι ο Νέριο Β' είχε την ευκαιρία να συναντηθεί με τον αυτοκράτορα Ιωάννη Η' Παλαιολόγο, που προωθούσε την ένωση των Εκκλησιών, ελπίζοντας σε βοήθεια από την Δύση, ενάντια στην τουρκική απειλή. Τον ίδιο καιρό, βρίσκονταν στην Φλωρεντία και ο Βησσαρίωνας, μελλοντικός καρδινάλιος των καθολικών, καθώς και άλλοι Βυζαντινοί λόγιοι (Γεώργιος Πλήθων Γεμιστός, Θεόδωρος Γαζής, Μάρκος Ευγενικός, επίσκοπος Εφέσου κ.ά.). Ο Νέριο Β' κυκλοφορούσε στους κύκλους αυτούς ως δούκας της Αθήνας, έστω και αν ο αδελφός του είχε σφετεριστεί το δουκάτο.

Η ένωση των Εκκλησιών υπογράφτηκε τον Ιούλιο του 1439. Ο Αντόνιο Β' πέθανε στην Αθήνα το 1441. Ως επικυρίαρχοι του δουκάτου, οι Τούρκοι ειδοποίησαν τον Νέριο Β' να επιστρέψει. Βρήκε την πόλη να ζει τις επιπτώσεις της ένωσης. Από τον προηγούμενο χρόνο, στην Αθήνα είχε διοριστεί μητροπολίτης ο «λατινόφρων» Φαντίνος, που αντικατέστησε τον προηγούμενο, ο οποίος αρνιόταν να εφαρμόσει τα της συμφωνίας. Ο Φαντίνος είχε δώσει διαταγή στους παπάδες να μνημονεύουν και το όνομα του πάπα, στις λειτουργίες. Το ζήτημα αυτό είχε εξοργίσει τους ορθοδόξους, με τον λόγιο, βιβλιογράφο και ιερέα, Μιχαήλ Καλοφρενά195, να ζητά από τον πατριάρχη Μητροφάνη196 να δώσει λύση. Ο πατριάρχης άφησε το ζήτημα άλυτο, καθώς είχε προωθηθεί στην θέση αυτή από τον αυτοκράτορα Ιωάννη Η' ακριβώς για να επιβάλει τα συμφωνηθέντα. Τα πράγματα έμελλε να εκτονωθούν μετά το 1443, οπότε ο μητροπολίτης Φαντίνος πέθανε ή αντικαταστάθηκε.

Ήταν η εποχή που ακόμα μια σταυροφορία ενάντια στους Τούρκους βρισκόταν σε εξέλιξη. Ο Σκερντέμπεης197 ξεκινούσε την αλβανική αντίσταση, ενώ ο Ούγγρος Ουνιάδης τσάκιζε τον στρατό του Μουράτ στη Ναϊσσό, πόλη της Σερβίας (Νοέμβρης 1443). Έτσι κι αλλιώς, ο σουλτάνος είχε στραμμένη την προσοχή του στα βόρεια Βαλκάνια, χωρίς να έχει χρόνο να ασχοληθεί με τα όσα συνέβαιναν στην Ελλάδα, όπου ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος είχε γίνει δεσπότης του Μιστρά κι ονειρευόταν επέκταση της επικράτειάς του: Ανακατέλαβε το Εξαμίλι όπου ξανάκτισε το τείχος και, την άνοιξη του 1444, εισέβαλε στην Βοιωτία, κυρίευσε Θήβα και Λιβαδειά και υποχρέωσε τον Νέριο Β' να πληρώνει φόρο σ' αυτόν και όχι στον σουλτάνο, ως υποτελής. Ο (γιος του Τουραχάν) στρατηγός Ομάρ ανακατέλαβε την Βοιωτία, τη λεηλάτησε και επέστρεψε στην Θεσσαλία. Και, στις 10 Νοέμβρη 1444, ο στρατός του σουλτάνου Μουράτ Β' τσάκισε τους δυτικούς στη μάχη της Βάρνας.

Ο Νέριο Β' έστειλε πρεσβευτές στον σουλτάνο, να του εξηγήσει ότι δεν παρασπόνδησε αλλά υποχρεώθηκε να αλλάξει επικυρίαρχο. Ο Μουράτ τον συγχώρεσε αλλά ο Παλαιολόγος μπήκε στην Αττική και κυρίευσε την Αθήνα. Αποχώρησε, όταν πληροφορήθηκε ότι ο στρατός των Τούρκων ετοιμαζόταν για νέα εκστρατεία. Ο σουλτάνος ζήτησε από τον δεσπότη του Μιστρά να του επιστρέψει όσα εδάφη είχε κυριεύσει, όσο αυτός ήταν απασχολημένος με τους Ούγγρους. Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος αρνήθηκε.

Στα 1446, ο Μουράτ Β' αποφάσισε να ασχοληθεί στα σοβαρά με τα της Ελλάδας. Ετοίμασε μεγάλο στράτευμα στη Μακεδονία και ξεκίνησε να βαδίζει στον Νότο. Ο Παλαιολόγος του έστειλε πρεσβευτές (ανάμεσά τους και τον ιστορικό Λαόνικο Χαλκοκονδύλη) να ζητήσουν ειρήνη. Τους φυλάκισε και προέλασε ανενόχλητος, καθώς οι Βυζαντινοί (60.000 κατά τον ιστορικό Δούκα) είχαν οχυρωθεί στο Εξαμίλι. Στην Θήβα, τον πρόλαβε ο Νέριο κι ενώθηκε μαζί του. Το Εξαμίλι έπεσε στις 14 Δεκέμβρη (1446). Ο Μουράτ πήρε την Κόρινθο, συνέχισε και πήρε και την Πάτρα, ενώ ο στρατηγός του, Τουραχάν μπέης, κυνηγούσε τον Κωνσταντίνο στη Λακωνία. Το δεσποτάτο του Μιστρά διασώθηκε, επειδή οι Παλαιολόγοι δέχτηκαν να γίνουν τα εδάφη τους φόρου υποτελή στους Τούρκους.

Ο αυτοκράτορας Ιωάννης Η' Παλαιολόγος πέθανε το 1448 (13 Οκτώβρη). Μετά από τρεις μήνες (6 Γενάρη του 1449), σε τελετή στον Μιστρά, νέος αυτοκράτορας ορκίστηκε ο δεσπότης του, Κωνσταντίνος ΙΑ' Παλαιολόγος, που έφυγε στην Κωνσταντινούπολη. Ο Νέριο Β' πέθανε το 1451, χρονιά που πέθανε κι ο σουλτάνος Μουράτ Β', τον οποίο διαδέχτηκε ο 29χρονος Μωάμεθ Β'. Δυο χρόνια αργότερα, θα έπαιρνε την προσωνυμία «Πορθητής».

Η Αθήνα και ο Κυριακός Αγκωνίτης

Η εμφάνιση της Αθήνας τα χρόνια εκείνα έδειχνε άθλια. Ο αρχαιολάτρης περιηγητής Κυριακός ο Αγκωνίτης (ο από την Αγκόνα, 1391 - 1452 ή 1455) περιγράφει, τι είδε: «Στις 7 του Απρίλη (1436), ήλθα στην Αθήνα, την ξακουστή πόλη της Αττικής, όπου είδα, πρώτα - πρώτα, τεράστια τείχη παντού σε κατάσταση κατάρρευσης, εξαιτίας της παλαιότητάς τους. Και μέσα και έξω από την πόλη, στην γύρο περιοχή, υπήρχαν μαρμάρινα κτίσματα, πέρα από κάθε φαντασία - σπίτια, ιεροί ναοί - καθώς και διάφορα έργα τέχνης, άξια να τα παρατηρείς για την εκπληκτική τους κατασκευή και τις πελώριες κολόνες, αλλά όλα σε σωρούς από γκρεμισμένα ερείπια παντού198».

Ο Κυριακός ήταν Ιταλός έμπορος, θεωρήθηκε, από τους συγχρόνους του ακόμα, «πατέρας της αρχαιολογίας», καθώς πρώτος αυτός ασχολήθηκε με τη μελέτη των αρχαίων μνημείων. Μιλούσε και διάβαζε άνετα τα ελληνικά και τα λατινικά και διέσωσε χειρόγραφα, νομίσματα, δακτυλιόλιθους και άλλα έργα μικροτεχνίας αλλά προπάντων μελέτησε άφθονο επιγραφικό υλικό, το οποίο περιέλαβε στους τρεις τόμους των «Υπομνημάτων» (Commentarii) του. Κάηκαν το 1515 στην βιβλιοθήκη κλάδου της οικογένειας Σφόρτσα199 στο Πέζαρο (σώζονται κάποια αποσπάσματα). Γυρνούσε τον κόσμο από μικρό παιδί, περιηγήθηκε την Ελλάδα τρεις τέσσερις φορές και επισκέφτηκε την Αθήνα τις δυο από αυτές (1436 και 1444). Την πρώτη, εντόπισε και το ξεχασμένο μαντείο των Δελφών, ενώ, στην Αθήνα, ξεκίνησε να μελετά τον Παρθενώνα και να τον σχεδιάζει, καθώς φιλοξενήθηκε για δυο βδομάδες από τον Αντόνιο Βαλδουΐνο. Επισκέφτηκε και την Ελευσίνα, όπου μόνο ερείπια αντίκρισε αλλά και τον Πειραιά, τον οποίο περιέγραψε ότι βρισκόταν σε μεγάλη κατάπτωση. Είδε εκεί τεράστια θεμέλια από τα τείχη, τα ερείπια από δυο στρογγυλούς πύργους και το λιοντάρι που είχε δώσει το όνομά του στο λιμάνι (Πόρτο Λεόνε). Συνέχισε τη μελέτη του Παρθενώνα και κατά την δεύτερη επίσκεψή του στην πόλη. Σχεδίασε και άλλα μνημεία της Αθήνας. Πολλά από τα σχεδιαγράμματα αυτά εκτίθενται στο Βρετανικό Μουσείο (και, στο Βατικανό, άλλων ελληνικών τοποθεσιών).

Αποκαλούσε την Ακρόπολη με το όνομά της και όχι «βράχο» ή «ανάκτορο του δούκα», όπως συνηθιζόταν εκείνη την εποχή. Άλλωστε, δεν έδειχνε να έχει τον Νέριο Β' σε μεγάλη υπόληψη. Σε επιστολή του, έγραψε «όταν πήγα να δω τον Φλωρεντίνο Νέριο Ατζαγιόλι, τον τωρινό ηγεμόνα της Αθήνας, τον βρήκα πάνω στην Ακρόπολη...», αποφεύγοντας να τον αναφέρει με τους τίτλους του, όπως συνηθιζόταν στα χρόνια του. Πέθανε στην Κρεμόνα (1452), θύμα επιδημίας πανούκλας, αν και άλλη πηγή τον εμφανίζει στην Κωνσταντινούπολη «μετά την άλωσή» της από τους Τούρκους, οπότε πιθανολογείται ότι ο θάνατός του επήλθε το 1455.

Βαρθολομαίος και Κιάρα

Ο Νέριο Β' ήταν παντρεμένος με την όμορφη Κιάρα, την κόρη του ιδιοκτήτη της Καρύστου (Νικόλαου Γ', Ζόρζι), και είχε αποκτήσει μαζί της γιο τον Φραγκίσκο Α', ανήλικο ακόμη, όταν αυτός πέθανε (1451). Η Κιάρα έστειλε πρεσβευτές στην Αδριανούπολη και, με πολύ χρήμα, μπόρεσε να πάρει τη σουλτανική συγκατάθεση, να γίνει δούκας ο ανήλικος Φραγκίσκος, με την ίδια επίτροπό του.

Εκείνο τον καιρό, βρέθηκε στην Αθήνα για δουλειές ένας όμορφος Βενετσιάνος έμπορος, ο Βαρθολομαίος Κονταρίνι (γόνος σπουδαίας οικογένειας, που έδωσε οχτώ δόγηδες). Κιάρα και Βαρθολομαίος συναντήθηκαν και αλληλοερωτεύτηκαν. Η Κιάρα ήθελε να τον παντρευτεί αλλά υπήρχε ένα πρόβλημα: Ο εραστής της ήταν ήδη παντρεμένος, με τη σύζυγό του να τον περιμένει στην Βενετία. Τον έπεισε να την βγάλει από τη μέση. Ο Κονταρίνι επέστρεψε στην Βενετία, η σύζυγος δηλητηριάστηκε και πέθανε αλλά, τότε, το δηλητήριο ήταν συνηθισμένος τρόπος δολοφονίας. Και, στην Βενετία, είχαν μάθει για τον παράνομο δεσμό του Κονταρίνι. Κλήθηκε από τις αρχές να απολογηθεί. Απαλλάχθηκε, τονίζοντας το γεγονός ότι, με τον γάμο του με την Κιάρα, το δουκάτο της Αθήνας έμπαινε κάτω από την βενετσιάνικη επιρροή.

Ο γάμος έγινε το 1453, ο Βαρθολομαίος χρίστηκε επίτροπος του ανήλικου Φραγκίσκου και οι Αθηναίοι βρήκαν τον μπελά τους: Ο νέος κυρίαρχος φερόταν με αλαζονεία, έκανε ότι ήθελε και μάλλον τους έβαλε σε υποψίες ότι σκόπευε να σκοτώσει τον μικρό Φραγκίσκο Α' για να του μείνει το δουκάτο. Έστειλαν πρεσβεία στον σουλτάνο Μωάμεθ Β' για να του εκθέσουν τους φόβους τους. Ο Κονταρίνι προχώρησε σε δημόσια δήλωση ότι σκοπεύει να διοικεί το δουκάτο μόνο ώσπου να ενηλικιωθεί ο Φραγκίσκος Α'. Δεν έπεισε κανέναν, οπότε πήρε τον μικρό και (1454) πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου (από το 1453) είχε εγκατασταθεί ο Πορθητής σουλτάνος.

Στην αυλή, όμως, του Μωάμεθ ζούσε και ο Φράνκο ή Φραγκίσκος Β' με την γυναίκα του και τα παιδιά τους. Και ήταν αυτός γιος του Αντόνιο Β', που είχε σταλεί στην αυλή του σουλτάνου ως όμηρος και έγινε ερωμένος του Μωάμεθ Β', απ' όταν ακόμα ζούσε ο Μουράτ. Έπεισε τον εραστή του (που, έτσι κι αλλιώς, δεν σκόπευε να αφήσει την Αττική σε βενετσιάνικα χέρια) να του δώσει το δουκάτο. Κατά τις περισσότερες πηγές, ο μικρός Φραγκίσκος Α' έμεινε στην αυλή του σουλτάνου, κατ' άλλες είχε ήδη δολοφονηθεί από την μάνα του, την Κιάρα. Ό,τι κι αν συνέβη, τίποτα δεν ξανακούστηκε γι' αυτόν μετά το 1455, χρονιά που ο Φραγκίσκος Β' έφτασε στο δουκάτο με την γυναίκα του και τα παιδιά τους. Η πρώτη του δουλειά ήταν να συλλάβει την Κιάρα και να την φυλακίσει στα Μέγαρα. Η αμέσως επόμενη, να βάλει να τη σκοτώσουν.

Η οικογένεια της νέας δούκισσας

Ο πρώτος Ασάν που έγινε γνωστός στο Βυζάντιο ήταν ο Βούλγαρος Ιωάννης Α’, δημιουργός και βασιλιάς του βουλγαροβλάχικου κράτους (1186) με πρωτεύουσα το Τίρνοβο, στον Αίμο. Ο δεύτερος ήταν ο Ιωαννίτσης, που θέλησε να κυριεύσει τηn Θεσσαλονίκη το 1207 αλλά τον δολοφόνησε στον ύπνο του η αγαπημένη του σύζυγος. Τρίτος ήταν ο Ιωάννης Β’ (1218 - 1241) που κυρίευσε Μακεδονία, Ήπειρο και θέλησε μάταια (1235) να πάρει και την Πόλη από τους Φράγκους. Την κόρη του Ελένη παντρεύτηκε ο αυτοκράτορας της Νίκαιας, Θεόδωρος Β’ Λάσκαρις. Έπειτα, η οικογένεια σκόρπισε.

Περίπου 130 χρόνια μετά τον πρώτο εκείνον Ασάν, ένας εγγονός του τσάρου των Βουλγάρων και ανιψιός του αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης, Ανδρόνικου Β’, ονομαζόταν Ανδρόνικος Ασάν Παλαιολόγος, ήταν διοικητής στον Μιστρά (1316 - 1322) και, πολεμώντας συνεχώς, έδιωξε τους Φράγκους κι επανέφερε δυο βαρονίες της Πελοποννήσου κάτω από την βυζαντινή κυριαρχία.

Έναν αιώνα αργότερα, κάποιοι Ασάν βρίσκονταν στην Πελοπόννησο και λέγονταν Ασάνες. Από αυτούς, ο Δημήτριος Ασάνης κατείχε το κάστρο Μούχλι, σε στρατηγικό σημείο στην Αρκαδία (κτίστηκε το 1295) και ήταν άρχοντας σεβαστός στα πέριξ. Είχε και δυο όμορφες κόρες:

Την Αικατερίνη, που παντρεύτηκε τον Θωμά Παλαιολόγο, δεσπότη του Μιστρά και αδελφό του τελευταίου αυτοκράτορα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας Κωνσταντίνου (ή την Θεοδώρα, που παντρεύτηκε τον, επίσης δεσπότη, Δημήτριο Παλαιολόγο, - οι πηγές είναι συγκεχυμένες). Και την Ασανίνα που έκαψε καρδιές στην Αθήνα, καθώς παντρεύτηκε τον τελευταίο δούκα της πόλης, Φραγκίσκο Β’ Ατζαγιόλι. Την αποκαλούσαν Μουχλιώτισσα (από το όνομα του πατρικού κάστρου) και στριμώχνονταν για να την θαυμάσουν, όποτε έβγαινε βόλτα στην πόλη.

Μετά την τουρκική κατάκτηση της Πελοποννήσου, οι Ασάνες πέρασαν στην αφάνεια. Είναι γνωστή, όμως, μια μαζική μετανάστευση μελών της οικογένειας, το 1531, στην Κεφαλληνία, όπου τους δόθηκαν τίτλοι ευγενείας.

Η τύχη του Φραγκίσκου Β'

Πανηγύριζαν οι Αθηναίοι το 1455, καθώς υποδέχονταν τον νέο δούκα τους. Το δουκάτο αποκτούσε ηγεμόνες τον όμορφο Φραγκίσκο Β’ και την πανέμορφη γυναίκα του, Ασανίνα, την χιλιοτραγουδισμένη Μουχλιώτισσα. Πανέμορφα ήταν και τα παιδιά τους, ο Ματθαίος, ο Ιάκωβος και ο Γαβριήλ, αλλά για τους Αθηναίους η ύπαρξή τους πιστοποιούσε ότι ο νέος δούκας, παρά τις φήμες, δεν είχε απεμπολήσει εντελώς την ανδρική του φύση.

Ολόκληρος ο κόσμος, όμως, γκρεμιζόταν γύρω τους. Μικρές εστίες έμεναν στα Βαλκάνια αλώβητες από την οθωμανική επιβουλή. Ανάμεσα σ’ αυτές ήταν και ο Μιστράς, όπου οι τελευταίοι Παλαιολόγοι συμπεριφέρονταν απερίσκεπτα. Και το δουκάτο της Αθήνας βρισκόταν πάνω στον φυσικό δρόμο που οδηγούσε στον Μιστρά, από τη Θεσσαλία, όπου στάθμευαν τα στρατεύματα του Ομάρ, γιου του Τουραχάν που το 1446 είχε επίσης εισβάλει στον Μοριά. Και ο Βαρθολομαίος Κονταρίνι, που βρισκόταν στην αυλή του σουλτάνου, δεν έχανε ευκαιρία να κατηγορεί τον Φραγκίσκο Β' ως δολοφόνο της Κιάρας.

Ο Μωάμεθ ο Πορθητής δεν είχε κανένα πρόβλημα να πάρει την Αθήνα, όπου η ευφορία κράτησε λιγότερο από έναν χρόνο. Ήταν η εποχή που φοβερή πείνα θέριζε τους κατοίκους του δουκάτου, ενώ οι ντόπιοι θεώρησαν τρομερό ενάντιά τους οιωνό την εμφάνιση ενός κομήτη. Οι ορδές του Ομάρ μπήκαν στην Αττική στις 4 Ιουνίου του 1456: Γκρέμισαν, έκαψαν, έσφαξαν, βίασαν. Οι Τούρκοι άλλωστε ήρθαν οργανωμένοι. Κουβαλούσαν μαζί τους σάκους για τα λάφυρα, σχοινιά για να δένουν τις παρθένες και τα μικρά αγόρια και παλούκια για τον αργό θάνατο, όποιου αντιστεκόταν και συλλαμβανόταν ζωντανός. Η φημισμένη για τους όμορφους κήπους της περιοχή των Σεπολίων καταστράφηκε ολοκληρωτικά, ενώ όλοι οι κάτοικοί τους πουλήθηκαν δούλοι στην Ασία (την τραγωδία περιγράφει ζωντανά ο «Θρήνος της Αθήνας»)200. Φανατικοί μωαμεθανοί δολοφονούσαν όποιον ιερωμένο, ορθόδοξο ή καθολικό, έβρισκαν μπροστά τους. Ένας θρύλος της εποχής αναφέρει ότι «ένα βόδι είδε τον ιδιοκτήτη του να χωρίζεται στα δυο, από μια σπαθιά Τούρκου, και με τα δυο του πόδια μάταια προσπαθούσε να ενώσει το τεμαχισμένο πτώμα». Ο μητροπολίτης Ισίδωρος διέφυγε στην Τήνο. Ο ηγούμενος της Καισαριανής τα βρήκε με τους εισβολείς.

Λεγόταν Καισάριος κι έδωσε το όνομά του στο μοναστήρι και την γύρω περιοχή, ισχυρίζεται ο Αθηναίος ιστορικός Διονύσιος Σουρμελής, αν και η μονή είχε πίσω της τουλάχιστον δυο αιώνων ιστορία201. Ο Φραγκίσκος Β’ με την Ασανίνα, τα παιδιά τους και τη φρουρά του, οχυρώθηκαν στην Ακρόπολη. Οι Τούρκοι ασχολήθηκαν μαζί τους, όταν σίγασε το όργιο της λεηλασίας. Πολιόρκησαν την Ακρόπολη αλλά ο Φραγκίσκος αμυνόταν σθεναρά επί δυο ολόκληρα χρόνια.

Ήταν το 1458 κι ο Ομάρ βιαζόταν να τελειώνει με την Αθήνα, καθώς ο σουλτάνος, που εκείνο τον καιρό βρισκόταν στην Πελοπόννησο, σκόπευε να επισκεφτεί την πόλη. Δε γινόταν να τον υποδεχτεί με τους Φράγκους του Ατζαγιόλι στον Ιερό Βράχο. Ο ηγούμενος της Καισαριανής ανέλαβε τη διαμεσολάβηση. Ο Φραγκίσκος αποδέχτηκε την πρόταση να παραδώσει την Ακρόπολη και να φύγει ανενόχλητος στην Βοιωτία, με την προϋπόθεση ότι ο σουλτάνος Μωάμεθ Β' θα επικύρωνε τη συμφωνία, πράγμα που έγινε.

Τα κλειδιά του φρουρίου της Ακρόπολης προσφέρθηκαν στον Ομάρ από τον ίδιο τον ηγούμενο μέσα σ’ ένα χρυσό δίσκο. Ο Φραγκίσκος, η Ασανίνα, τα παιδιά τους, η φρουρά τους και όλοι οι Φράγκοι της Αθήνας έφυγαν ανενόχλητοι στη Θήβα. Όταν (1458) ο Μωάμεθ Β’ επισκέφτηκε για πρώτη φορά την Αθήνα, όχι μόνο την βρήκε ολόκληρη οθωμανική κτήση αλλά είχε και την ευχαρίστηση να επισκεφτεί την Καισαριανή και να δεχτεί από τον ηγούμενο τα κλειδιά της πόλης. Με χαρά επικύρωσε τα προνόμια και την απαλλαγή του μοναστηριού από τους φόρους, όπως ο Ομάρ είχε υποσχεθεί στον ηγούμενο. Από εκκλησία των καθολικών, ο Παρθενώνας μετατράπηκε σε τζαμί (Φετιχιέ τζαμί, δηλαδή τζαμί του Πορθητή), ενώ υψώθηκε μιναρές στη μια πλευρά του. Το όνομα της Ακρόπολης εγκαταλείφθηκε. Του λοιπού λεγόταν Ατίνα καλεσί (φρούριο της Αθήνας). Η Αττική διαιρέθηκε σε κτήματα που μοιράστηκαν σε υψηλόβαθμους συνοδούς του σουλτάνου.

Στην Θήβα, δεν είχαν καλά καλά προλάβει να βολευτούν ο δούκας και η δούκισσα, όταν έφτασε εκεί ο Ζαγανός πασάς, σταλμένος από τον Μωάμεθ. Ο Τούρκος κάλεσε τον Ατζαγιόλι στη σκηνή του. Οι ιστορικοί λένε ότι οι δυο τους έμειναν μόνοι ως πολύ αργά αλλά αγνοούν, τι έκαναν ή είπαν. Είχε νυχτώσει για καλά, όταν ο Φραγκίσκος βγήκε από τη σκηνή και κατευθύνθηκε προς την έξοδο του στρατοπέδου. Πίσω του, όρμησαν Τούρκοι φρουροί. Τον σκότωσαν επί τόπου (1460).

Σχολιάζει ο ακαδημαϊκός Δημήτριος Καμπούρογλου:

«Ούτως ο δια των θελγήτρων του καθηδύνας τον σουλτανικόν κοιτώνα δουξ, αμειφθείς κατ’ αρχάς δια την προς την ανδρικήν φύσιν ύβριν ταύτην, εγένετο ήδη θύμα της παροιμιώδους τουρκικής απιστίας».

Η τύχη της Μουχλιώτισσας

Μάταια περίμενε τον άνδρα της όλη τη νύχτα η Μουχλιώτισσα. Το πρωί, απεσταλμένοι του Μωάμεθ πήγαν και την πήραν. Τα τρία παιδιά της (Ματθαίος, Ιάκωβος και Γαβριήλ) στάλθηκαν να γίνουν γενίτσαροι και κανένας δεν ξανάκουσε γι’ αυτά. Την ίδια την έσυραν μπροστά στον σουλτάνο.

Ο Πορθητής ξετρελάθηκε μόλις την είδε. Στην ως τότε ζωή του δεν είχε ξανασυναντήσει τέτοια ομορφιά. Και δεν περιορίστηκε να την έχει στο χαρέμι. Έγινε σκάνδαλο, καθώς οι δυο τους εμφανίζονταν πολλές φορές μαζί. Η ομορφιά της ήταν κρυμμένη κάτω από τα οθωμανικά ρούχα και τον φερετζέ αλλά ο θρύλος της είχε προηγηθεί. Ένας λόγιος προσπάθησε να δει, τι κρύβεται κάτω από τον φερετζέ.

Ήταν ο Γεώργιος Αμοιρούτζης, παλαιότερα μέλος της ελληνικής αποστολής στη σύνοδο της Φεράρας και της Φλωρεντίας, όπου συζητήθηκε η πριν από την άλωση ένωση των εκκλησιών. Έπειτα, έγινε πρωτοβεστιάριος (υπεύθυνος για την ιματιοθήκη) του αυτοκράτορα Δαβίδ της Τραπεζούντας και πρωτοστάτησε στην παράδοσή της στους Τούρκους. Αμέσως μετά, έγινε εξωμότης προσχωρώντας στον μωαμεθανισμό, έγινε φίλος του Μωάμεθ και του έγραφε ερωτικά ποιήματα. Οι ιστορικοί της εποχής λένε ότι ήταν «πεπονηρευμένος, εύμορφος, επιτήδειος, υψηλός και εις το δοξάρι θαυμαστός».

Με το πες πες, ο σουλτάνος δέχτηκε να δει ο φίλος του τη Μουχλιώτισσα χωρίς φερετζέ. Έρωτας κεραυνοβόλος τον χτύπησε. Παράτησε γυναίκα και παιδιά και νύχτα μέρα ικέτευε τον Μωάμεθ να του χαρίσει την Ασανίνα. Τελικά, τον κατάφερε. Σκόνταψε, όμως, στην Εκκλησία.

Όπως αναφέρει η «Πατριαρχική Ιστορία από της Αλώσεως μέχρι του έτους 1577», πατριάρχης τότε ήταν ο Ιωάσαφ Α' Κόκκας. Ο Αμοιρούτζης τον βρήκε και του ζήτησε να ακυρώσει τον πρώτο του γάμο και να τον παντρέψει με τη Μουχλιώτισσα. Ο πατριάρχης τον πήρε στο κυνήγι. Ήδη, το σκάνδαλο ήταν τεράστιο, με την παρατημένη σύζυγο και τα παιδιά του να ξημεροβραδιάζονται έξω από την καινούρια του ερωτική φωλιά και να τον καλούν να γυρίσει σπίτι.

Ο Αμοιρούτζης δεν το έβαλε κάτω. Έστειλε πλούσια δώρα στον εκκλησιάρχη Μάξιμο, ζητώντας του να πείσει τον πατριάρχη ν’ αλλάξει γνώμη. Ο Μάξιμος πέταξε τους απεσταλμένους με τις κλωτσιές κι επέστρεψε τα δώρα ως απαράδεκτα. Ο Αμοιρούτζης έβαλε τα μεγάλα μέσα.

Ο Μωάμεθ διέταξε να σκίσουν τη μύτη του Μάξιμου στα δύο. Έπειτα, κάλεσε τον πατριάρχη και τον διέταξε να παντρέψει τον φίλο του με την Ασανίνα. Ο Ιωάσαφ αρνήθηκε. Ο Μωάμεθ έβαλε και του έκοψαν τα γένια. Ο Ιωάσαφ συνέχισε να αρνείται. Παράγγειλε στον σουλτάνο:

«Ουχί μόνον τα γένεια, αλλά και τας χείρας και τους πόδας και την κεφαλήν, εάν μοι κόψητε, ένεκα της αληθείας, δεν θα παραβώ ποτέ τους νόμους, των οποίων διατελώ φύλαξ και προστάτης».

Έξαλλος ο Μωάμεθ τον καθαίρεσε από πατριάρχη και τον έδιωξε. Ήταν το 1466. Νέος πατριάρχης εκλέχτηκε ο Μάρκος Β' Ξυλοκαράβης, ενώ ο Αμοιρούτζης δολοφόνησε τον καθαιρεμένο.

Ο σουλτάνος έβγαλε διάταγμα, με το οποίο νομιμοποιούσε τη σχέση του Αμοιρούτζη με την Ασανίνα. Το ζευγάρι εγκαταστάθηκε σε νέο σπίτι και ο ερωτευμένος εξωμότης χάρηκε κάμποσα χρόνια τον έρωτά του. Ήταν το 1475, όταν βρέθηκε να παίζει τάβλι με φίλους του. Άπλωσε το χέρι του να πιάσει τα ζάρια αλλά δεν πρόλαβε. «Τα δόντια του άρχισαν να τρίζουν με φοβερό κρότο κι έπεσε νεκρός». Είπαν πως ήταν Θεία Δίκη.

Για την Ασανίνα, τη χιλιοτραγουδισμένη Μουχλιώτισσα, τελευταία Κυρά της Αθήνας, τίποτα δεν ξανακούστηκε.

Μετά την τουρκική κατάκτηση, οι Ατζαγιόλι της Αθήνας σκόρπισαν και παράκμασαν. Στα 1827, ο Γάλλος Πουκβίλ συνάντησε τον τελευταίο της οικογένειας να σέρνει ένα γαϊδουράκι φορτωμένο σταφύλια. Λεγόταν Νέριος Ατζαγιόλι και ήταν αγρότης. Στην Φλωρεντία, η οικογένεια έσβησε στα 1834.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

190. Ο κλάδος των Μεδίκων στην Αθήνα και το Ναύπλιο υπήρχε ακόμα, ενάμιση αιώνα αργότερα, ενώ πολλοί Μέδικοι βρέθηκε και στη Μάνη.

191. Ο τίτλος του εξουσιαστή ήταν podesta (καπετάνος).

192. Νικόπολη, πόλη στη σημερινή Βουλγαρία, κοντά στον Δούναβη.

193. Συκάμινα: Σήμερα χωριό που ανήκει στον δήμο Ωρωπού.

194. Τοσκάνη: Περιφέρεια της Ιταλίας, της οποίας, σήμερα, πρωτεύουσα είναι η Φλωρεντία.

195. Καλοφρενάς ήταν το όνομα της οικογένειας που συνέχισε την ύπαρξή της με επώνυμο το Καιλλιφρονάς.

196. Ο πατριάρχης Μητροφάνης, πρώην μητροπολίτης Κυζίκου, ονομαζόταν ειρωνικά από τους ανθενωτικούς «Μητροφόνος». Ανέλαβε το 1439 και αποκηρύχθηκε από την σύνοδο του 1443, χρονιά που πέθανε.

197: Σκερντέμπεης ή Γεώργιος Καστριώτης (1404 - 1468), αλβανοσερβοελληνικής καταγωγής εθνικός ήρωας της Αλβανίας, μπήκε επικεφαλής Αλβανών (1444) και (μέχρι το 1466) απέκρουσε τουλάχιστον 13 τουρκικές εισβολές. Πέθανε το 1468.

198. «Athenas veni. Ubi primum ingentia moenia undique conlapsa antiquitate conspexi, ac intus, et επιπλέον για πεδίων incredibilia πρώην Marmore aedificia domosque, et ιερό delubra diversasque rerum φαντάζεται, miraque Fabre-factoris conspicuas τέχνης, atque Columnas immanes, sed omnia Μάγνης undique κοκκύτη ruinis» («Από την Αγκόνα στο Αιγαίο»).

199. Η οικογένεια των Σφόρτσα διοικούσε το Μιλάνο από το 1450 ως το 1535. Κλάδος της διοικούσε το Πέζαρο, στην βόρεια ακτή της Αδριατικής, από το 1445 ως το 1515.

200. Χειρόγραφό του «Θρήνου» δημοσίευσε το 1881 στην Πετρούπολη ο καθηγητής Γαβριήλ Δεστούνης (1818 - 1895).

201. Πιθανολογείται ότι το μοναστήρι ονομάστηκε Καισαριανή από τον ιδρυτή της, κάποιον Καισάριο ή τους Καίσαρες, αδερφούς του αυτοκράτορα, εξόριστους στην Αθήνα από την αυτοκράτειρα Ειρήνη την Αθηναία, ή από κάποια εικόνα της Παναγίας, μεταφερμένη από την Καισάρεια. Για τον αθηναϊκό λαό, η ονομασία της ήταν «Συριανή» και για τους Φράγκους «Sancta Syriani».

(τελευταία επεξεργασία, 18 Νοεμβρίου 2020)

Επικοινωνήστε μαζί μας