Κεφ. 15 ΑΘΗΝΑ: Η πρώτη τουρκική κατοχή

Ο Μωάμεθ στην Αθήνα και η συγκατοίκηση

Η πρώτη επίσκεψη του Μωάμεθ Β' του Πορθητή στην Αθήνα, συνέβη τέλη Σεπτέμβρη του 1458, αμέσως μετά την παράδοση της Ακρόπολης στον Ομάρ. Επικεφαλής της στρατιάς του, ο σουλτάνος κατέφθασε, ερχόμενος από την Κόρινθο, όπου είχε στρατοπεδεύσει. Θαύμασε τους κήπους στα Πατήσια, περιοχή που, κατά μια παράδοση, πήρε αυτό το όνομα εξαιτίας της εκεί παραμονής του Πορθητή (από το Πατισάχ202). Τον αναφέρουν ως εραστή της αρχιτεκτονικής, οπότε δεν είναι περίεργο το ότι έμεινε στην Αθήνα τέσσερις μέρες, κάνοντας επισκέψεις δεξιά κι αριστερά και θαυμάζοντας τα ερείπια της αρχαιότητας. Η Ακρόπολη ήταν η πρώτη που επισκέφτηκε. Κατά τους χρονογράφους της εποχής, ακούστηκε να λέει ότι χρωστά χάρη στον στρατηγό του, Ομάρ, που κατέκτησε την όμορφη πόλη. Κατέβηκε και στον Πειραιά, όπου επιθεώρησε τα λιμάνια.

Μιλούσε πέντε γλώσσες, ανάμεσα στις οποίες και τα ελληνικά, που σημαίνει ότι μπορούσε να συνεννοείται απευθείας με τους ντόπιους (σε 12.000 κατοίκους τους υπολόγιζαν). Επικύρωσε όσα προνόμια είχε μοιράσει ο Ομάρ και επέτρεψε, κάτω από την επίβλεψη Τούρκου διοικητή, ο πληθυσμός να εκπροσωπείται και η πόλη να διοικείται από συμβούλιο ντόπιων προεστών (των κοτζαμπάσηδων που προέρχονταν από περίπου δώδεκα αρχοντικές οικογένειες). Ανάμεσα στα κύρια καθήκοντά τους ήταν και να επιλύουν, μαζί με τον ορθόδοξο μητροπολίτη, τις διαφορές ανάμεσα στους Αθηναίους.

Κι ακόμα, μοίρασε σε κάποιες οικογένειες έγγραφα που τους απάλλασσαν από το χαράτσι (τον κεφαλικό φόρο), που, έτσι κι αλλιώς, για τους Αθηναίους δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλο. Καθιέρωσε την ανεξιθρησκία, επιτρέποντας σε ορθοδόξους και καθολικούς να εκτελούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα ανεμπόδιστα, με μόνη αλλαγή την υποχρέωση του καθολικού επισκόπου να εγκαταλείψει τον Παρθενώνα203. Απαγορεύτηκε άλλωστε η είσοδος στην Ακρόπολη, τόσο στους ορθόδοξους όσο και στους καθολικούς. Κι άφησε παρακαταθήκη στους ντόπιους να σεβαστούν και να διατηρήσουν τις αρχαιότητες.

Δυο χρόνια αργότερα, στα 1460, ο Μωάμεθ Β' επισκέφτηκε την Αθήνα για δεύτερη φορά, έχοντας μόλις ολοκληρώσει την κατάκτηση της Πελοποννήσου. Υπήρξε μια φήμη ότι ο πρώην δούκας, Φραγκίσκος Β', που ζούσε στην Θήβα, συνωμοτούσε με Αθηναίους για να ξαναπάρει την πόλη. Ο σουλτάνος έστειλε στην Θήβα τον στρατηγό του Ζαγανό να τον απαλλάξει από τον πρώην ερωμένο του και συνέλαβε τους δέκα πλουσιότερους Αθηναίους, τους οποίους πήρε όμηρους στην Κωνσταντινούπολη. Οι ντόπιοι, που για μια στιγμή φοβήθηκαν μήπως ξεσπάσει επάνω τους η οργή του, αναθάρρησαν.

Μαζί με τον Μωάμεθ, από την Αθήνα αναχώρησαν και οι πολλοί των Τούρκων, κουβαλώντας τα λάφυρά τους. Στην Αττική, έμειναν μια φρουρά που είχε την έδρα της στην Ακρόπολη, ο διοικητής (φρούραρχος, δισδάρης), ένας τοποτηρητής (βοεβόδας), ένας δικαστής (κατής), όσοι πήραν κτήματα, που ο σουλτάνος τους παραχώρησε, και κάμποσοι απαραίτητοι με τις οικογένειές τους. Ήταν πολύ λίγοι και πάντα αποτελούσαν μειοψηφία.

Κι όταν, στις 12 Ιουλίου του 1466, στρατός 2.000 Βενετσιάνων εισέβαλε στην Αττική, στα πλαίσια του Α' τουρκοβενετικού πολέμου (1463 - 1479, με έπαθλο το Αιγαίο), οι Τούρκοι κλείστηκαν στην Ακρόπολη. Οι Βενετσιάνοι κυρίευσαν την Αθήνα και σκότωσαν όσους Τούρκους δεν πρόλαβαν να οχυρωθούν εκεί. Η φρουρά του κάστρου της Ακρόπολης άντεξε και οι Βενετσιάνοι αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν στην Εύβοια.

Από τους ντόπιους, όσοι μπορούσαν να ξενιτευτούν, έφυγαν. Όσοι απέμειναν, χωρίζονταν στους άρχοντες (τους εισοδηματίες γαιοκτήμονες), τους ευκατάστατους (νοικοκυραίους) και τους εμπόρους και βιοτέχνες (παζαρίτες). Η πόλη καταλάμβανε την περιοχή της Πλάκας κι απλωνόταν από την σημερινή πλατεία Συντάγματος ως το Μοναστηράκι και το Γκάζι αλλά, πια, οι μιναρέδες και τα κυπαρίσσια έκαναν αισθητή την παρουσία τους, ξεπροβάλλοντας πάνω από τις στέγες. Στα διάσπαρτα στην Αττική μικρά χωριά, κατοικούσαν οι χωριάτες (ξωτάρηδες, ονομασία με την οποία χαρακτήριζαν και τους φτωχούς της πόλης). Με τον καιρό, κάθε τάξη ξεχώριζε από τις άλλες με τις διαφορετικές της φορεσιές.

Η συγκατοίκηση Αθηναίων και Τούρκων έγινε αναπόφευκτη αλλά στην ελληνική πλευρά υπήρχαν εγγράμματοι, προηγμένοι και με μακριά παράδοση στην άσκηση της εξουσίας. Το πρώτο μέλημα των Αθηναίων ήταν η επιβίωση. Ο ιστορικός Δημήτριος Καμπούρογλου περιγράφει, τι έγινε στην Αττική:

«"Ανεύρομεν το κυριώτατον σημείον της υπεροχής ημών επί των κατακτητών∙ κατανοήσομεν τί κυρίως είναι ο αγάς, όπως επωφεληθώμεν του μειονεκτήματος αυτού”, συνεβούλευσεν η φωνή της φρονήσεως. Το ζητούμενον ευρέθη: ο Αγάς ήτο βλαξ. Μεγάλη η ως εκ τούτου προσγενομένη τοις Έλλησι ωφέλεια∙ καθότι εάν δεν είχον πλέον ούτοι πεποίθησιν εις εαυτούς, είχον εφεξής πεποίθησιν εις την βλακείαν των αρχόντων αυτών...».

Τα πράγματα έγιναν πιο εύκολα μετά το 1470, οπότε καταλύθηκε η βενετσιάνικη κυριαρχία στην Εύβοια: Ο πασάς, που διοικούσε την περιφέρεια στην οποία ανήκε η Αθήνα (Σαντζάκι Ευρίπου), εγκαταστάθηκε στην Χαλκίδα. Στο πόδι του έμεινε κάποιος αγάς. Σιγά σιγά, η άσκηση της διοίκησης πέρασε σε ελληνικά χέρια. Έπεισαν τον αγά ότι δεν είχε λόγο να ασχολείται με τόσο βαρετά θέματα και προσφέρθηκαν να τον απαλλάξουν. Κοντά στην εκκλησιαστική ιεραρχία που παρέμεινε ελληνική, αναπτύχθηκε το ιδιότυπο καθεστώς της ελληνικής διοίκησης «στο όνομα του αγά», καθώς προκαλούσε τεράστια έκπληξη, αν τύχαινε να ξέπεφτε στο αξίωμα κάποιος με κοινό έστω μυαλό. Αυτή η ασύλληπτη διαφορά νοημοσύνης διατηρήθηκε αναλλοίωτη στο πέρασμα των αιώνων κι έφτασε, στα χρόνια της επανάστασης, να προσφέρει ανεκτίμητες υπηρεσίες στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα: Μάνη, Καλαμάτα, Λιβαδειά, ακόμη και η Τρίπολη, έπεσαν στα ελληνικά χέρια, χάρη στην βεβαιωμένη ηλιθιότητα των Τούρκων αφεντάδων.

Ακολούθησε η οχύρωση του ιδιωτικού βίου: «Απεδίωξαν τον υιόν και απέκρυψαν την θυγατέρα», γράφει ο Καμπούρογλου, προσθέτοντας και στίχο από το δημοτικό τραγούδι:

«Δώδεκα χρονώ κι ο ήλιος δεν την είδε».

Τα κορίτσια έμεναν κλειδαμπαρωμένα κι ακόμα κι ο μελλοντικός γαμπρός δεν μπορούσε να δει την μέλλουσα γυναίκα του, πριν από τον γάμο.

Από το 1645, η ζωή των Αθηναίων σε σχέση με τους Τούρκους αφέντες καλυτέρευσε. Ήταν η χρονιά που η Αθήνα δόθηκε ως έσοδο στο σουλτανικό χαρέμι, οπότε ο έλεγχός της πέρασε στον αρχιευνούχο (τον αράπη, όπως τον χαρακτήριζαν) του παλατιού (το Τοπ Καπί). Αυτή η σύντομη και «ευτυχισμένη» περίοδος έληξε με τον τουρκοβενετικό πόλεμο που έφερε τους Βενετσιάνους στην Αθήνα (1687). Μαζί της τέλειωσε και η λεγόμενη πρώτη περίοδος της τουρκικής κατοχής στην Αθήνα. Η δεύτερη περίοδος της τουρκοκρατίας, ξεκίνησε μετά την αποχώρησή των Βενετσιάνων (1688) από την πόλη.

Η Ρηγούλα Φιλοθέη

Η ελληνική γλώσσα παρέμεινε γλώσσα της Εκκλησίας και της ορθοδοξίας, με αποτέλεσμα να ταυτιστεί προοδευτικά η εθνική με την θρησκευτική συνείδηση. Δημιουργήθηκαν έτσι, τα πρώτα χρόνια της τουρκοκρατίας, τρεις κατηγορίες πολιτών: Των μουσουλμάνων που, Οθωμανοί ή όχι, αποτελούσαν την κρατούσα τάξη. Των Ελλήνων ορθοδόξων, που αναγνωρίζονταν από τους Τούρκους «βασίλειον έθνος» με δικαίωμα να εκπροσωπείται και να εκπροσωπεί και όλους τους άλλους ομόδοξους. Η τρίτη κατηγορία περιελάμβανε τους υπόλοιπους.

Οι διωγμοί, ο κεφαλικός φόρος, το παιδομάζωμα (κάθε πέντε χρόνια ως τα τέλη του ΙΖ' αιώνα) υπήρξαν και στην Αττική. Όπως και οι βίαιοι εξισλαμισμοί αλλά και οι εθελοντικές ομαδικές προσχωρήσεις στη μουσουλμανική θρησκεία προκειμένου οι ραγιάδες (υπόδουλοι, σκλάβοι) να βρουν την ησυχία τους.

Η Αθήνα ξέπεφτε στη λησμονιά. Εξακολουθούσαν, όμως, να υπάρχουν παλιές αρχοντικές, ξεπεσμένες πια, οικογένειες. Μια από αυτές ήταν των μεγαλοκτηματιών Μπενιζέλων. Με γενάρχη τους κάποιον Μπενή Ζέλη (από το βενετσιάνικο «Βενέδικτος»). Προέκυψαν τα επώνυμα Μπενηζέλης, Μπενηζέλος (που έγινε Μπενιζέλος), Μεντζέλος, Μεντζελόπουλος και Βενιζέλος.

Στα 1522, το αντρόγυνο Άγγελος Μπενιζέλος204 και Συρίγη Παλαιολογίνα απέκτησαν κόρη, την ονόμασαν Παρασκευή που (από το Παρασκευούλα) την φώναζαν χαϊδευτικά Ρεβούλα ή Ρηγούλα. Την ανέθρεψαν διδάσκοντάς την ήθος και ευγένεια. Κι όπως συνηθιζόταν, στα 14 της, την πάντρεψαν. Άνδρας της ήταν ο γόνος επίσης αρχοντικής οικογένειας αλλά κατά πολύ μεγαλύτερός της Ανδρέας Χειλάς, που πέθανε τρία χρόνια αργότερα. Πάμπλουτη και χήρα στα 17 της χρόνια, η Ρηγούλα αρνήθηκε να ξαναπαντρευτεί. Αφοσιώθηκε στις αγαθοεργίες και, δέκα χρόνια μετά τον θάνατο των γονιών της, αποφάσισε να γίνει καλόγρια, παίρνοντας το όνομα Φιλοθέη.

Γύρω στα 1571, μετέτρεψε το αφιερωμένο στον Άγιο Ανδρέα οικογενειακό εκκλησάκι που βρίσκεται στο πατρικό της, σε μοναστήρι με την ίδια ηγουμένη και καλόγριες κόρες γνωστών οικογενειών. Ξόδεψε την περιουσία της σε αγαθοεργίες, ίδρυσε φιλανθρωπικά ιδρύματα, φροντίζοντας Έλληνες και Τούρκους, εξαγόρασε την ελευθερία αιχμαλώτων και φυγάδευσε πολλά κορίτσια που εποφθαλμιούσαν Τούρκοι για τα χαρέμια τους. Κάποιοι Τούρκοι δουλέμποροι πληροφορήθηκαν την δράση της και την έσυραν στον αγά, καθώς «έχαναν το εμπόρευμά» τους. Ο αγάς διέταξε την φυλάκισή της αλλ' επενέβησαν οι δημογέροντες και πέτυχαν την αποφυλάκισή της. Έκτισε το μοναστήρι της Καλογραίας στην περιοχή που, σύμφωνα με μια παράδοση, από αυτό, πήρε το όνομα Καλογρέζα. Κι άνοιξε πηγάδι που, κατ' άλλη παράδοση, έδωσε την ονομασία Ψυχικό στην ομώνυμη περιοχή (από το ψυχικό που έκανε, προσφέροντας έτσι νερό στους εκεί εργάτες, οι οποίοι δούλευαν κάτω από τον δυνατό ήλιο).

Με επιστολή της (22 Φλεβάρη του 1583), ζήτησε από την γερουσία της Βενετίας οικονομική ενίσχυση προκειμένου να εξοφλήσει χρέη που δημιουργήθηκαν στην προσπάθειά της να περισώσει το μοναστήρι από τουρκικές ωμότητες. Οι Βενετσιάνοι της έστειλαν 200 χρυσά νομίσματα.

Κατά τον Ορθόδοξο Συναξαριστή, νύχτα παραμονής του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτη (2 Οκτώβρη του 1588), η Φιλοθέη και άλλες καλόγριες πραγματοποιούσαν ολονυχτία στο μικρό μοναστήρι, που η ίδια είχε ιδρύσει στα Πατήσια. Εξαγριωμένοι Τούρκοι εισέβαλαν και την συνέλαβαν. Την βασάνισαν και την άφησαν μισοπεθαμένη. Οι υπόλοιπες καλόγριες τη μετέφεραν στην κρύπτη της. Πέθανε στις 19 Φλεβάρη του 1589. Ο πατριάρχης Ματθαίος Β' (1595 - 1600) την ανακήρυξε αγία. Στα 1934, ανακαλύφθηκε η κρύπτη της. Η κοινότητα Νέα Αλεξάνδρειας, στην περιοχή της οποίας βρέθηκε, μετονομάστηκε σε Φιλοθέη.

Η ξεχασμένη Αθήνα

Οπωσδήποτε, η Αθήνα είχε περιπέσει σε μεγάλη αφάνεια, ώστε, με τον καιρό, να λησμονηθεί από τους Ευρωπαίους. Στα 1573 (δυο χρόνια μετά την ναυμαχία της Ναυπάκτου205, που γι' άλλη μια φορά έφερε την Ελλάδα στην επικαιρότητα), ο Γερμανός φιλέλληνας, ομηριστής και ιστοριοδίφης, Μαρτίνος Κρούσιος (Martin Crusius ή Kraus, 1526 - 1607), έστειλε επιστολές στον λόγιο, αξιωματούχο του πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης, Θεοδόσιο Ζυγομαλά και στον εκεί λόγιο διάκονο, Συμεών Καβάσιλα. Τους ρωτούσε, αν αληθεύει ο ισχυρισμός Γερμανών ιστορικών εκείνης της εποχής ότι η Αθήνα δεν υπήρχε πια και ότι, στην θέση της, υψώνονταν μόνο κάποιες καλύβες! Από τις απαντήσεις τους, έμαθαν οι Γερμανοί επιστήμονες ότι η Αθήνα εξακολουθούσε να υπάρχει κι από τα αρχαία μνημεία της, κάποια σώζονταν αλλά οι λιγοστοί κάτοικοί της φυτοζωούσαν. Με τον Ζυγομαλά να τονίζει ότι «η πλέον βάρβαρος (γλώσσα) έστι νυν η των Αθηναίων» και να αναπολεί την παλιά «αρίστην»206. Και τον Καβάσιλα να διευκρινίζει ότι ολόκληρη η πόλη εκτείνεται σε έξι ή επτά μίλια (ένα μίλι ισοδυναμούσε τότε με 1.800 βήματα), με τη μέσα πόλη, να κατοικείται μόνο από μωαμεθανούς και την έξω μόνο από χριστιανούς. Κι όλοι μαζί οι άντρες κάτοικοι έφταναν τους 12.000. Επίσης, ο Καβάσιλας μας πληροφορεί ότι, από τις πάνω από εβδομήντα (ελληνικές) διαλέκτους που μιλιούνταν τότε, «απασών η των Αθηναίων χειρίστη».

Ήταν η εποχή που οι Τούρκοι αποκαλούσαν τον Υμηττό «Ντελί ταγ» (Τρελοβούνι) και τον λόφο του Αρείου Πάγου, «Καρά σου» (Μαυρονέρι). Οι Αθηναίοι έλεγαν «πακακάς» και εννοούσαν τον βάτραχο, «λαδύφι» (το λαδάκι), «σούκα» (τα σύκα), «κρίσι» την άσκηση της δικαιοσύνης, «σου» (αντί για «συ»), «σούρε» (αντί πήγαινε), «λούτρα» (τα λύτρα). Λέξεις που, κατά τον Καμπούρογλου, μια χαρά ήταν.

Νωρίτερα (1570), ο Κρούσιος είχε ανοίξει αλληλογραφία και με τον Έλληνα λόγιο Φραγκίσκο Πόρτο (1511 - 1581), όταν αυτός βρισκόταν στην Γενεύη και δίδασκε ελληνικά στο εκεί νέο πανεπιστήμιο. Στην απάντησή, του ο Πόρτος έλεγε ότι δάκρυζε στη σκέψη ότι η Αθήνα ήταν δούλη βαρβάρων και πια «ούτε το όνομά της δεν μπορούσε να διασώσει». Οι ξένοι ονόμαζαν την πόλη «Settines». Μια ερμηνεία της ονομασίας αυτής είναι το ότι, μεταξύ τους, οι Αθηναίοι έλεγαν «στην Αθήνα» και από παραφθορά προέκυψε το Settines, όπως το Ισταμπούλ από την έκφραση «εις την Πόλιν».

Ο ίδιος ο Κρούσιος σημείωνε ότι, στα γύρω από την Αθήνα βουνά και τα φαράγγια, ζούσαν ληστές, με συνέπεια να μην μπορούν να τα διαβούν μέχρι τρεις άνθρωποι, ενώ εντελώς ασφαλείς ήταν ομάδες τριάντα και σαράντα ατόμων. Και ότι, απ' όσα άκουσε, η Αθήνα, στον καιρό του, διέθετε 6.000 σπίτια, ενώ η Κόρινθος 3.000. Αντίθετα, σε έκθεσή του, ο Ζυγομαλάς έγραφε ότι τα σπίτια δεν ήταν περισσότερα από χίλια, με κάθε Αθηναίο να διαθέτει χίλια ή και πάνω από 2.000 ελαιόδεντρα, που «παράγουν άριστο λάδι, ικανό να τους παρέχει τα προς το ζην».

Τα σπίτια των Αθηναίων έπρεπε να είναι πιο χαμηλά από των Τούρκων. Κυρίως διώροφα τα πλουσιόσπιτα: Με αυλές που περικλείονταν από ψηλό μαντρότοιχο. Στην αυλόπορτα υπήρχε μεταλλικό ρόπτρο207, με τον νοικοκύρη να το χτυπά με συνθηματικό τρόπο, ώστε οι μέσα στο σπίτι να καταλάβουν ότι είναι αυτός. Και καθένα από τα δυο φύλλα της αυλόπορτας είχε από έναν χαλκά και ήταν στολισμένο με καρφιά. Αυτά στην εξωτερική πλευρά. Στην εσωτερική, υπήρχαν υποδοχές για το αμπάρωμά της. Η αυλή ήταν στρωμένη με μάρμαρο. Υπήρχαν σ' αυτήν, μικρός κήπος με λουλούδια, κοτέτσι, στάβλος, μικρός φούρνος, χώρος για το ζύμωμα, κοιτώνας για τους υπηρέτες καθώς και ο «μουσαφίρ οντάς» (ο ξενώνας). Ένα πηγάδι τροφοδοτούσε με νερό το σπίτι αλλά και βρύσες στην έξω πλευρά του μαντρότοιχου, για να μπορούν να πιουν οι περαστικοί («για το ψυχικό», όπως λεγόταν).

Οι εξωτερικοί τοίχοι δεν είχαν παράθυρα ή τα είχαν ψηλά και καλυμμένα με δικτυωτό καφάσι. Κατά τον έμπορο Bernard Randolph (τέλη του ΙΖ' αιώνα), τα αθηναϊκά σπίτια ήταν καλύτερα από εκείνα του Μοριά, διέθεταν μικρές αυλές, ψηλούς τοίχους, στους οποίους υπήρχαν τόξα με κολόνες από μάρμαρο. Λίγα από αυτά είχαν περισσότερα από δυο πατώματα, Για το χτίσιμό τους είχαν χρησιμοποιηθεί και κομμάτια από παλιά μέγαρα, ενώ στους τοίχους τους υπήρχαν πολλές παλιές επιγραφές.

Το ισόγειο του σπιτιού ονομαζόταν «κατώγι», ενώ το πάνω πάτωμα «ανώγι». Τα δωμάτια για τα αγόρια, τα κορίτσια και τις ψυχοκόρες208 βρίσκονταν στο κατώγι, όπως και η τραπεζαρία, η αποθήκη (κελάρι) και η κουζίνα. Στο κατώγι βρισκόταν και ο αργαλειός («ανυφαντόλακκος»). Στο ανώγι υπήρχε το καθιστικό, με πλούσια διακόσμηση, ράφια, όπου τοποθετούσαν σκεύη, και ένα αστραφτερό μαγκάλι, για ζεστασιά τον χειμώνα. Υπήρχε και το χειμωνιάτικο δωμάτιο με τζάκι και σοφάδες από τοίχο σε τοίχο, που τη νύχτα μετατρέπονταν σε κρεβάτια. Για τον λόγο αυτόν, ένα σανιδένιο χώρισμα (η «μουσάντρα») έκρυβε το μέρος, όπου τοποθετούσαν μαξιλάρια, νυχτικά και πρόχειρα ρούχα. Ένα τμήμα του ανωγιού ήταν διαμορφωμένο σε γυναικωνίτη. Εκεί, περνούσαν την ημέρα τους οι γυναίκες του σπιτιού, ενώ τη νύχτα γινόταν υπνοδωμάτιο για τα κορίτσια. Ψηλά, σε όλα τα δωμάτια, υπήρχαν στενόμακρα παράθυρα, με τζάμια σε διάφορα σχήματα και χρώματα. Ονομάζονταν «φωτιστικά» και χρησίμευαν για να μπαίνει το φως του ήλιου την ημέρα.

Η αθηναϊκή οικογένεια

Όπως και παλαιότερα, ο νοικοκύρης ήταν ο απόλυτος κυρίαρχος της οικογένειας: Ο αφέντης, όπως τον αποκαλούσαν. Μόλις ξυπνούσε το πρωί, χτυπούσε παλαμάκια για να τον ακούσει η ψυχοκόρη, που έσπευδε κρατώντας χάλκινο «λεγενόμπρικο» (λεκάνη και κανάτα με νερό) κι έχοντας πετσέτα περασμένη στον ώμο της. Ο αφέντης έπλενε το πρόσωπό του και σκούπιζε πρόσωπο και χέρια, οπότε η ψυχοκόρη αποχωρούσε. Εκείνος ντυνόταν και ξαναχτυπούσε παλαμάκια. Αυτή τη φορά, η ψυχοκόρη ερχόταν φέρνοντας καφέ και «μαγκιούνι» (γλυκό από μέλι, κουκουνάρι και νεράντζι).

Στη συνέχεια, ο αφέντης έφευγε από το σπίτι για τις δουλείες του, φορτωμένος το δισάκι209, το οποίο «όφειλε» να είναι γεμάτο στην επιστροφή του. Ο Δ. Καμπούρογλου παραθέτει την περίπτωση κάποιου που, για να μην επιστρέψει σπίτι του με άδειο δισάκι, έβαλε μια πέτρα σε καθένα από τα σακιά, καθώς «μες στ' αδειανά δισάκια έμπαινε ο διάβολος».

Ο αφέντης έτρωγε συντροφιά με την γυναίκα του, όταν δεν υπήρχαν ξένοι. Τα παιδιά έτρωγαν πάντα χωριστά. Ολόκληρη η οικογένεια συγκεντρωνόταν γύρω από το τραπέζι μόνο στις γιορτές ή σε περιπτώσεις χαρούμενων γεγονότων. Σε γεύματα, όταν υπήρχαν καλεσμένοι, την οικογένεια εκπροσωπούσε μόνο ο αφέντης του σπιτιού. Η σύζυγος αποχωρούσε μετά από το καλωσόρισμα.

Οι Αθηναίοι άρχοντες φορούσαν μακριά πουκαμίσα (με κόκκινες ρίγες, κατά τα «Αναργύρεια αποσπάσματα»210) και παπούτσια με μύτη και στενά ψηλά καπέλα, μάλλινα ή βελούδινα ή μεταξωτά. Μικρά καπέλα, για να ξεχωρίζουν, φορούσαν οι δημογέροντες. Κατά τον περιηγητή Ιάκωβο Σπον (Jacob Spon 1647 - 1785), οι Αθηναίοι φορούσαν διαφορετικά από τους Τούρκους ρούχα: Στενά, μαύρα, με μαύρα και ψηλά παπούτσια.

Στην δεύτερη περίοδο της τουρκοκρατίας, η φορεσιά των αρχόντων έμοιαζε με των κληρικών, από τους οποίους ξεχώριζαν χάρη στο διαφορετικό καπέλο (καλπάκι, που κάπως έμοιαζε με φέσι και διακρινόταν ανάλογα με το επάγγελμα εκείνου που το φορούσε) και τα γένια, καθώς οι Αθηναίοι πάντοτε ξυρίζονταν (εκτός αν είχαν πένθος). Τα παπούτσια τους ήταν κίτρινα ή κόκκινα. Τα ονόμαζαν «τερλίκια», «σουρτά», με ογκώδες πέλμα. Στα σπίτια, υπήρχε ειδικός χώρος («στα παπούκια»), όπου οι επισκέπτες άφηναν τα τερλίκια τους.

Οι νοικοκυραίοι και οι παζαρίτες φορούσαν γραμμωτό πουκάμισο και κόκκινο σκούφο κατά την πρώτη περίοδο της τουρκοκρατίας, ενώ, κατά την δεύτερη, βράκα («τσαχτίρι») και κοφτό, στρογγυλό φέσι με φούντα. Τα παπούτσια τους ήταν στενά και κατέληγαν σε μύτη. Κούρευαν τα μαλλιά τους σε καρέ,

Οι ξωτάρηδες φορούσαν λευκή πουκαμίσα και άσπρο εσώρουχο, στενό και μακρύ ως τον αστράγαλο. Αργότερα, καθιέρωσαν την φουστανέλα. Στο κεφάλι έβαζαν μαντίλι χρωματιστό («σερβέτα») και οι της πόλης κοντοκουρεύονταν. Στα χωριά, δεν ασχολούνταν με το κούρεμα. Τα καθημερινά παπούτσια των ξωτάρηδων ήταν πλεκτά δερμάτινα και τα «καλά» τους στενά και μυτερά, οπότε τους σατίριζαν:

«Όποιος πεινά, στον ύπνο του βλέπει αβγά και πίττες

κι αν είναι και ξυπόλυτος, παπούκια με τις μύτες».

Έξω από το σπίτι, οι Αθηναίες φορούσαν όμοια με τις Τουρκάλες ρούχα αλλά χωρίς φερετζέ. Μόνο το κεφάλι σκέπαζαν με ένα λεπτό μαντίλι. Μέσα στο σπίτι, στις γιορτές κυρίως, φορούσαν λεπιδωτή στέκα, στρωμένη με μαργαριτάρια. Στην δεύτερη περίοδο της τουρκοκρατίας, οι παντρεμένες φορούσαν στρογγυλό μικρό φέσι, δεμένο στο κεφάλι με ένα μαντίλι («κεφαλογιούρι»), ενώ οι γερόντισσες με μαντίλι («μπουλιάτικο») κάλυπταν ολόκληρο το κεφάλι. Έτσι κι αλλιώς, η γυναίκα, όπως και παλιότερα, σπάνια έβγαινε από το σπίτι, στο οποίο ήταν η βασίλισσα και απολάμβανε τον σεβασμό όλων. Το κορίτσι, άλλωστε, μεγάλωνε μέσα στο σπίτι σαν σε γυάλα, χωρίς να το έχει δει κανένας εκτός από τους οικείους του. Το μόνο που μπορούσε να κάνει, ήταν να βλέπει τον δρόμο, αθέατο πίσω από το καφασωτό του παραθύρου. Ο Καμπούρογλου περιγράφει την ιδεώδη κοπέλα «ξανθομαλλούσα, μαυρομάτα και φεγγαροπρόσωπη (με στρογγυλό πρόσωπο)».

Οπωσδήποτε, το κορίτσι απολάμβανε την αγάπη της οικογένειας και, ειδικά στην Αθήνα, δεν ριχνόταν υπέρ του αγοριού στο μοίρασμα της περιουσίας. Υπήρχαν και φορές που οι αδελφοί έμεναν άκληροι ή οι γονείς ξέπεφταν σε μεγάλη φτώχεια προκειμένου να δοθεί μεγάλη προίκα στην κόρη. Η κατάσταση έφτασε σε τέτοιο σημείο, ώστε κάποια στιγμή (1734) ο πατριάρχης (Νεόφυτος ΣΤ') ζήτησε από τον μητροπολίτη της Αθήνας να μπει κάποιος φραγμός. Τότε, οι Αθηναίοι αποφάσισαν να χωρίσουν την προίκα σε τρεις κατηγορίες, ανάλογα με την οικονομική επιφάνεια των οικογενειών. Με την πρώτης κατηγορίας προίκα να έχει συνολική αξία 1.050 γρόσια (κτήματα, ρουχισμός, κοσμήματα κ.λπ.). Κι αν η σε είδη προίκα δεν έφτανε σε αξία τα 1.050 γρόσια, η διαφορά καλυπτόταν με μετρητά.

Ο γιος, πάντως, ήταν το καμάρι του σπιτιού. Όταν ενηλικιωνόταν, γινόταν ειδική τελετή, κατά την οποία παραλάμβανε και την ανδρική φορεσιά (με ιδιαίτερη έμφαση στο οικογενειακό «καλπάκι»). Συνήθως, ακολουθούσε την δουλειά του πατέρα του ή, αν «έπαιρνε τα γράμματα», γινόταν δάσκαλος ή παπάς, γεγονός που γέμιζε τους δικούς του με υπερηφάνεια. Για το κορίτσι, η γιορτή ερχόταν στα δώδεκά της χρόνια, όταν έπρεπε να ζυμώσει για πρώτη φορά. Το πρώτο ζύμωμα γινόταν με παρόντες όλους τους συγγενείς, οι οποίοι άλειφαν τα χέρια της με μέλι και λάδι, ώστε να πλάσει το ψωμί γλυκό και νόστιμο. Έτσι κι αλλιώς, η νοστιμάδα του ψωμιού ήταν εξασφαλισμένη, αν το κορίτσι είχε κάποια ελιά στο χέρι. Στα δώδεκα, καλούσαν στο σπίτι και τη μοδίστρα, για να διδάξει κοπτική, ραπτική και ύφανση, καθώς το κορίτσι έπρεπε μόνο του να ράψει τα προικιά του: «Μπόλιες» (μαντίλια και πετσέτες), «τσεβρέδες» (χρυσοκέντητα εργόχειρα) και χρυσές ζώνες. Κι αν ήταν αρχοντοπούλα, ύφαινε μεταξωτά. Με τις μεγαλύτερες να καθοδηγούν και να διορθώνουν. Όσο για τα χοντρά υφάσματα, αυτά ήταν ευθύνη της ψυχοκόρης και της υπηρέτριας («κοπέλας») να τα υφάνουν.

Τα προικιά και η προξενήτρα

Η προξενήτρα ήταν το κομβικό πρόσωπο πίσω από κάθε γάμο, καθώς για το συμπεθέριασμα τον πρώτο λόγο είχαν οι υποψήφιοι συμπέθεροι, με τους μέλλοντες γαμπρό και νύφη να είναι οι τελευταίοι που μάθαιναν ότι θα παντρευτούν. Άλλωστε, ήταν αρκετά συνηθισμένο να αγνοεί ο ένας την ύπαρξη του άλλου. Όσο για τον γάμο από έρωτα, ήταν τόσο σπάνιος, ώστε οι νέοι τον γνώριζαν μόνο από τα παραμύθια και τα τραγούδια.

Όταν η επαγγελματίας προξενήτρα αναλάμβανε δράση, πλησίαζε τη μητέρα της υποψήφιας νύφης, με επίσκεψη στο σπίτι της. Φορούσε διαφορετικό παπούτσι σε κάθε πόδι, έμπαινε «με το δεξί», σάλιωνε τον δεξιό αντίχειρά της και τον πίεζε στον τοίχο κι αναφωνούσε «όπως κολλάει το χέρι μου, να κολλήσει κι ο λόγος μου». Με όλα αυτά, καμιά αμφιβολία δεν έμενε για το ποιος ήταν ο λόγος της επίσκεψης. Οπότε έλεγε στη μητέρα της υποψήφιας νύφης, ποιος πατέρας την έστειλε και περιέγραφε τα προσόντα του γιου (κυρίως, αν ήταν «από σόι»). Αν η μάνα έβρισκε ενδιαφέρουσα την πρόταση, απαντούσε «να ρωτήσω τον αφέντη» κι έδιναν ραντεβού για να τα ξαναπούν. Εφόσον η προξενήτρα διαπίστωνε ότι υπάρχει έδαφος για συμφωνία, αποχωρούσε σέρνοντας με θόρυβο τα πόδια της, να την ακούσει το νεαρό κορίτσι και να πληροφορηθεί έτσι ότι «έρχεται γαμπρός».

Αν ο υποψήφιος γαμπρός δεν ήταν αποδεκτός, η οικογένεια του κοριτσιού έπρεπε να βρει με ποιες προφάσεις θα γινόταν η απόρριψη, επειδή φοβόταν την κακογλωσσιά της προξενήτρας που έτσι έχανε το μεροκάματο. Αν ο αφέντης συμφωνούσε, όταν η προξενήτρα επισκεπτόταν, την καθορισμένη ημέρα το σπίτι της υποψήφιας νύφης, μαζί με την θετική απάντηση έπαιρνε και το «ξωφύλλι»: Έναν κατάλογο με την προίκα που ήταν διατεθειμένοι να της δώσουν. Τον είχε γράψει ο πατέρας ή (αν ήταν αγράμματος) ο ιερέας της ενορίας. Το ξωφύλλι παραδινόταν στον πατέρα του υποψήφιου γαμπρού, που σημείωνε τις πιθανές αντιρρήσεις του και ποιες ακόμα, αν υπήρχαν, ήταν οι απαιτήσεις του. Η προξενήτρα πηγαινοερχόταν μεταφέροντας, τι καθεμιά πλευρά της εμπιστευόταν, ώσπου να επέλθει συμφωνία. Η εχεμύθειά της ήταν και το βασικό προσόν της, ώστε να μπορεί να εξασκεί το επάγγελμά της.

Με το αίσιο τέλος της διαπραγμάτευσης, η προξενήτρα έπαιρνε την αμοιβή της (χρήματα από την πλευρά του γαμπρού κι ένα δώρο από την πλευρά της νύφης) κι αποχωρούσε. Γραφόταν σε δυο αντίγραφα το οριστικό ξωφύλλι, με το ένα από αυτά, καλού κακού, να κατατίθεται στον συμβολαιογράφο («νοτάριο»). Πια, το γεγονός μπορούσε να ανακοινωθεί επίσημα, με βασικές ερωτήσεις, «ποιαν παίρνει ο γαμπρός, πόσα παίρνει, ποια έκανε το προξενιό». Απάντηση στην πρώτη ερώτηση αποτελούσε το επίσημο γεύμα που παρέθετε η οικογένεια της νύφης στους συγγενείς του γαμπρού. Ο αρραβώνας είχε συντελεστεί. Η υποψήφια νύφη πήγαινε στο δημόσιο λουτρό (χαμάμ), συνοδευόμενη από γνωστές της γυναίκες, ανάμεσα στις οποίες υπήρχε και «κατάσκοπος» του γαμπρού, που θα του περιέγραφε το σώμα της μελλοντικής γυναίκας του. Ακολουθούσε επίσημο γεύμα με μουσική (όργανα).

Πέντε μέρες πριν από την τελετή του γάμου, στέλνονταν στους καλεσμένους προσκλήσεις («αγκαλέσματα») που συνοδεύονταν από «κουκουλέδες» (γλυκίσματα με ζάχαρη, γαρίφαλο και κανέλλα). Τρεις μέρες πριν από τον γάμο, γινόταν η παρουσίαση των προικιών. Δυο μέρες πριν από τον γάμο, γινόταν η τελετή του λουτρού: Ο γαμπρός, με συγγενείς και φίλους, πριν από το μεσημέρι, πήγαινε για το προγαμιαίο λουτρό που μετατρεπόταν σε γιορτή. Γύρω στο μεσημέρι, οι υπάλληλοι του χαμάμ (χαμαμτζήδες) έκαναν χαρακτηριστικό θόρυβο που σήμαινε ότι ο γαμπρός και οι συνοδοί του, ήταν ώρα να φεύγουν. Ακολουθούσε η άφιξη της νύφης, που προσερχόταν στολισμένη ανάμεσα σε ηλικιωμένες συγγενείς της, με τα όργανα να προηγούνται και να αποχωρούν μόλις έφταναν στο χαμάμ. Εκεί, περίμεναν η επικεφαλής («χαματζίνα», μουσουλμάνα από καλή οικογένεια) και οι λουτράρισσες («τελάκισσες» και «νατήρισσες»). Η χαματζίνα την έπαιρνε από το χέρι και την οδηγούσε στον χώρο της, περνώντας την ανάμεσα στις παραταγμένες λουτράρισσες, που την έραιναν με ροδόσταγμα. Η νύφη φορούσε στο κεφάλι άσπρο λεπτό μαντίλι («σολούκι») και είχε το σώμα της τυλιγμένο με λεπτό ύφασμα. Έμενε στο λουτρό, ώσπου να ακούσει τον χαρακτηριστικό θόρυβο που σήμαινε ότι και αυτή έπρεπε να αναχωρήσει. Χαματζίνα, τελάκισσες και νατήρισσες την κατευόδωναν με ευχές.

Στο σπίτι της νύφης, ακολουθούσε γλέντι, στο οποίο μετείχαν μόνο κορίτσια, συγγενείς και φίλες. Διασκέδαζαν τραγουδώντας, χορεύοντας και ανταλλάσσοντας πειράγματα ή έπαιζαν διάφορα παιχνίδια ως αργά τη νύχτα. Κάποια στιγμή, το γλέντι τέλειωνε, οπότε οι άντρες του σπιτιού, με αναμμένα φανάρια, οδηγούσαν τα κορίτσια στα σπίτια τους.

Την παραμονή του γάμου, γινόταν η παράδοση της προίκας. Ο γαμπρός έστελνε στο σπίτι, από το οποίο θα την παραλάβαινε, οργανοπαίκτες (βιολιά και λαγούτα, συνήθως) που συνεχώς έπαιζαν μουσική, ενώ τα προικιά φορτώνονταν σε άσπρα ή κόκκινα και ποτέ μαύρα άλογα, μονού πάντα αριθμού (τρία ή πέντε ή επτά). Τα δανείζονταν από συμπολίτες τους Τούρκους που με μεγάλη ευχαρίστηση τα παραχωρούσαν και ποτέ δεν δέχονταν αμοιβή γι' αυτά. Και τα στόλιζαν με μεταξωτές κορδέλες. Τρία αδέλφια που είχαν την ίδια μάνα και τον ίδιο πατέρα (αμφιθαλή) καβαλούσαν τα πρώτα τρία άλογα της πομπής που σχηματιζόταν, με επικεφαλής του μουσικούς. Περνούσαν αργά αργά μέσα από τους δρόμους που οδηγούσαν στο σπίτι του γαμπρού, ενώ τους έραιναν με ρύζι και βαμβακόσπορο211. Στο σπίτι του γαμπρού, οι μουσικοί ξεκινούσαν να παίζουν γοργούς σκοπούς («ταξίμια»), όσο γινόταν η μεταφορά των προικιών σε δωμάτιο, το οποίο, μετά, αμπαρωνόταν από τον κουμπάρο. Θα παρέδιδε το κλειδί στον γαμπρό μετά τον γάμο. Η τελετή τέλειωνε με τους συγγενείς του γαμπρού να φιλεύουν τα άλογα και όσα παιδιά παρευρίσκονταν με κομμάτια ψωμιού βουτηγμένα στο μέλι.

Αν στην προίκα περιλαμβανόταν και σπίτι, ο γαμπρός παραλάβαινε από τον πατέρα της νύφης ένα μαντίλι, στο οποίο είχε τοποθετηθεί χώμα από τις τέσσερις γωνιές του. Η παράδοση συνοδευόταν από καθιερωμένη φράση που ο πατέρας απάγγελλε στον γαμπρό:

«Σου παραδίνω το σπίτι, ανώγια, κατώγια, μ' όλη την αφουσία (τα εξαρτήματά) του».

Οι οχτώ μέρες της αποκάλυψης

Νύχτα παραμονής του γάμου, ειδικευμένη κομμώτρια (τελάκισσα) επισκεπτόταν τη νύφη και της έλουζε τα μαλλιά, την ώρα που στενοί συγγενείς της πήγαιναν στο σπίτι του γαμπρού κι «έστρωναν» το νυφικό κρεβάτι, ρίχνοντας και ζαχαρωτά πάνω σ' αυτό. Μετά το λούσιμο, η τελάκισσα έπλεκε τα μαλλιά της νύφης σε πάνω από σαράντα κοτσίδες, μαζί με κορδέλες από μεταξωτό ύφασμα (τα «πισκούλια»), που κατέληγαν σε χρυσά κρόσσια.

Μετά, αναλάμβανε δράση η στολίστρα (μαΐστρα, μουδιάστρα, μπιρμπιλιάστρα), κάποια από τις ελάχιστες που υπήρχαν στην Αθήνα, καθώς το επάγγελμα ήταν «κλειστό» και πήγαινε από μάνα σε κόρη. Πρώτη της δουλειά ήταν το «ξεχνούδιασμα» (αποτρύχωση). Χρησιμοποιούσε νήμα («μπερσήμι») αλειμμένο με κολλώδη ουσία («σαμσακήζι») ή κομμάτι κρύσταλλου που κατέληγε σε κοφτερή άκρη («αθέρας») και καθάριζε το αλειμμένο με μέλι ή άλλη κολλώδη ουσία («αγντά») σώμα. Έπειτα από όλα αυτά, άλειφε το πρόσωπο της νύφης με τοξική αλοιφή «για να πάρει την πυράδα».

Η στολίστρα αποχωρούσε για να επανέλθει με το χάραμα, συνοδευόμενη από συγγένισσες της νύφης. Ασφάλιζαν την πόρτα με σύρτη και ξεκινούσαν την προετοιμασία. Επί τόπου, στην φωτιά, κατασκευαζόταν μαύρη βαφή. Μόλις ήταν έτοιμη, η στολίστρα, με αυτήν, έβαφε φιδίσια τα φρύδια της κοπέλας. Ακολουθούσε το χρύσωμα: Κολλούσε στη μέση του μετώπου ένα μεγαλούτσικο άστρο από χρυσά κρόσσια κι έβαζε δεξιά κι αριστερά του άλλα που μίκραιναν, όσο πλησίαζαν τους κροτάφους. Η διαδικασία συνεχιζόταν με το ζωγράφισμα του ήλιου στο ένα μάγουλο και του φεγγαριού στο άλλο, διακοσμώντας τα με πινελιές. Στο σαγόνι, στον λαιμό και σε διάφορα σημεία του προσώπου ζωγραφίζονταν ελιές, με μια μεγάλη πάνω από την μύτη, ανάμεσα στα φρύδια. Έβαφε τα μάτια και τις βλεφαρίδες κι έκοβε τα μπρος μαλλιά σε «αφέλειες» (τα «κιαυκιούλια») και της φορούσε μεγάλα σκουλαρίκια (τα «σαλκούνια»).

Πάνω στο κεφάλι της νύφης, η στολίστρα τοποθετούσε (τα) «σεργούτσα», μια κατασκευή από λεπτές και πυκνές χρωματιστές μεταλλικές φούντες (συνήθως, πέντε). Σύμφωνα με περιηγητή που είδε νύφη να το φορά, επρόκειτο για «ένα τεράστιο αμφιθέατρο».

Το νυφικό ήταν μεταξωτό, με ραμμένα επάνω του κοσμήματα, ζωσμένο με χρυσοκέντητη, μεταξωτή και πλατιά ζώνη κι, αν ήταν η εποχή, είχε καρφιτσωμένα στο στήθος λουλούδια λεμονιάς. Τα χέρια καλύπτονταν από σειρές χρυσά βραχιόλια («μπελεζίκια»), ενώ στα πόδια φοριόνταν λεπτές κάλτσες (τα «μέστια») και συρτά κίτρινα παπούτσια.

Η δουλειά της στολίστρας τέλειωνε, ρίχνοντας τρεις βόλους αλάτι σε μια λεκάνη με νερό. Όσο αυτοί έλιωναν, εκείνη ράντιζε το δωμάτιο με το αλατόνερο και ευχόταν:

«Όπως λιώνει το αλάτι, να λιώσουν οι οχτροί».

Την ίδια ώρα, ένας κουρέας (Τούρκος, συνήθως) επισκεπτόταν το σπίτι του γαμπρού για να τον ξυρίσει. Αν ο καιρός ήταν καλός, αυτό γινόταν στον κήπο. Έπαιζαν τα όργανα κι ο γαμπρός καθόταν σε ένα ανάκλιντρο με μαξιλάρια, σκεπασμένο με σεντόνι («θρονί»). Όσο να επιτελεστεί το ξύρισμα, κατέφταναν συγγενείς του γαμπρού κι έριχναν μαντίλια και κεφαλόδεσμους στους ώμους του κουρέα και νομίσματα στην λεκάνη του. Μετά, ο κουρέας ράντιζε με μυρωδικά τον γαμπρό και τον χτένιζε. Τέλος, ο γαμπρός φορούσε «τα καλά του» και περίμενε τη συνοδεία που θα τον συντρόφευε ως την εκκλησία.

Η νύφη είχε προηγηθεί. Η πομπή της ξεκινούσε έχοντας μπροστά τα στέφανα μέσα σε ακριβό δίσκο ντυμένο με μεταξωτό ύφασμα («το κουμάσι του κουμπάρου»). Πίσω τους, προχωρούσε η ορχήστρα (τα όργανα) κι αμέσως μετά ένα παιδί που, σε όλη την διαδρομή, πισωπατούσε κρατώντας ένα μεγάλο καθρέφτη, να κοιτάζει τον εαυτό της η νύφη, χαμηλοβλέποντας. Βάδιζε ανάμεσα σε δυο ηλικιωμένες, κατά προτίμηση πανάσχημες, ώστε η ομορφιά της «να χτυπά στα μάτια». Το βάδισμά της ήταν όσο γινόταν πιο αργό, με τα όργανα να είναι υποχρεωμένα να ακολουθούν τον ρυθμό της. Και, βέβαια, σε ολόκληρη την διαδρομή, γείτονες και περαστικοί την έραιναν με ρύζι και βαμβακόσπορο.

Όταν, κάποτε, η πομπή έφτανε στην εκκλησία, η νύφη περίμενε με κάποιους από την συνοδεία της, ενώ οι υπόλοιποι πήγαιναν να παραλάβουν τον γαμπρό. Τα όργανα έπαιζαν σε ολόκληρη την διαδρομή, με τον γαμπρό να ακολουθεί πίσω τους, ανάμεσα στον κουμπάρο κι έναν κολλητό του φίλο. Γύρω τους, προχωρούσαν συγγενείς και φίλοι, όσοι συνόδευσαν τη νύφη λίγο πιο πριν, ενώ γείτονες και περαστικοί τον έραιναν με ρύζι και βαμβακόσπορο. Όταν έφταναν στην εκκλησία, ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε την γυναίκα την οποία παντρευόταν, αν μπορούσε να την διακρίνει κάτω από το μακιγιάζ και όλα, με όσα την είχαν φορτώσει.

Μετά την τελετή, όλοι πήγαιναν στο σπίτι του γαμπρού. Ακολουθούσε γλέντι με φαγητό, χορό και μουσική, το οποίο οι νεόνυμφοι απλά παρακολουθούσαν. Κάποια στιγμή, όχι πολύ αργά, έφευγαν όλοι εκτός από το ζευγάρι και μια ηλικιωμένη, την τροφό της νύφης, αν υπήρχε. Αυτή πρόσφερε φαγητό (συνήθως, πιτσουνάκι ψητό) και πήγαινε για ύπνο σε διπλανό στην κρεβατοκάμαρα δωμάτιο («παρακοιμώμενη»). Το ζευγάρι, επιτέλους, έμενε μόνο.

Το επόμενο πρωί, με τα απαραίτητα όργανα να παίζουν ακολουθώντας τον, ο κουμπάρος πήγαινε στο σπίτι της νύφης, μάζευε σε τάβλες δυο ψημένα πιτσούνια ενωμένα στα ράμφη τους (σαν να φιλιούνται) και τα γλυκά που οι συγγενείς είχαν στείλει. Με την βοήθεια παιδιών, τα μετέφερε στο σπίτι του γαμπρού. Με τη μουσική να παίζει, οι νεόνυμφοι ξυπνούσαν κι άκουγαν να της τραγουδούν:

«Ξυπνήστε την, την πέρδικα, με τον αητό στο χέρι

το φαρφουρένιο212 μαστραπά, τ' ολόχρυσο ξεφτέρι».

Ή

«Ξύπνα, χρυσή μου πέρδικα, ν' ακούσω τη λαλιά σου

κι ας τον, τον χρυσό αετό, που 'χεις στην αγκαλιά σου».

Ή

«Ξύπνα κι αγρύπνα, πέρδικα, και μην πολυκοιμάσαι

γιατί ο ύπνος ο πολύς μαραίνει και χαλά σε».

Ή να του τραγουδούν:

«Εσύ 'σανε, λεβέντη μου, της γειτονιάς ξεφτέρι

όλου του κόσμου η χαρά και το δικό μου ταίρι».

Ή

«Αστέρι πούλια τ' ουρανού και λεμονιάς κλωνάρι

χαράς τονε τον σταυραετό που 'ρθε για να σε πάρει».

Τα ψημένα πιτσούνια προορίζονταν για το μεσημεριανό γεύμα των νεόνυμφων αλλά τα γλυκά οι συγγενείς, που ακολουθούσαν τη μεταφορά, τα τιμούσαν δεόντως.

Με το που σηκωνόταν από το κρεβάτι, ο γαμπρός σκορπούσε πάνω σ' αυτό χρήματα, που θα εισέπραττε η παρακοιμώμενη, όταν θα πήγαινε να το στρώσει. Μετά, εμφανιζόταν μόνος ο γαμπρός, έμενε λίγο με τους επισκέπτες κι αυτοί φρόντιζαν να φύγουν έγκαιρα.

Την τρίτη μέρα, τα όργανα πήγαιναν στο σπίτι του κουμπάρου και, μαζί με άνδρες συγγενείς, τον συνόδευαν στου γαμπρού. Τον έπαιρναν μαζί τους και ξεκινούσαν επισκέψεις στα σπίτια άλλων συγγενών. Η νύφη, που ως τότε δεν εμφανιζόταν πουθενά, πλενόταν κι αφαιρούσε τα βαψίματα και τα στολίδια, με τα οποία την είχε φορτώσει η στολίστρα. Όταν γύριζε στο σπίτι ο γαμπρός, τότε μόνο, θα την πρωτόβλεπε όπως πραγματικά ήταν. Και βέβαια, πολλοί γαμπροί αδιαφορούσαν για το συγκεκριμένο έθιμο και ξέβαφαν τη νεόνυμφη από την πρώτη βραδιά του γάμου.

Οι γαμήλιες γιορτές τέλειωναν τη νύχτα της όγδοης μέρας, με δείπνο στο σπίτι των γονιών της νύφης. Μαζεύονταν εκεί και τα δυο σόγια και, για πρώτη φορά, μαζί ο γαμπρός και η νύφη.

Οι ευτυχισμένοι Αθηναίοι

Όταν ο περιηγητής Ιάκωβος Σπον επισκέφτηκε την Αθήνα (1676), η πόλη χωριζόταν σε οχτώ τετράπλευρα «πλατώματα». Ήταν αυτά:

1. Πλάκα: Η περιοχή γύρω από το μνημείο του Λυσικράτη, από την οποία πήρε το όνομά της ολόκληρη η Παλιά Αθήνα.

2. Σωτείρα Κοττάκη: Η περιοχή γύρω από την εκκλησία της Μεταμορφώσεως Σωτήρος, πιο πριν της Παναγιάς Σώτειρας (απέναντι από το μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης) στην οδό Κυδαθηναίων.

3. Μονοκαλούφτη: Η περιοχή ανάμεσα στις οδούς Βουλής και Νικοδήμου, κοντά στην πλατεία Συντάγματος.

4. Ρούμπη: Η περιοχή γύρω από την Καπνικαρέα και την οδό Ευαγγελιστρίας, στο Σύνταγμα.

5. Βοριά: Η προς την πλατεία Ομονοίας περιοχή, γύρω από την οδό Αιόλου και την Παναγιά Χρυσοσπηλιώτισσα

6. Ψυρή: Η περιοχή που περικλείεται από τις οδούς Ερμού, Αθηνάς και Ευριπίδη.

7. Γεράλδα: Τα σημερινά Αναφιώτικα.

8, Κολύμπο: Η προς το Θησείο περιοχή.

Οι εξωτερικές πλευρές κάθε πλατώματος έμοιαζαν με τείχος, καθώς τα σπίτια ήταν κολλητά το ένα πλάι στο άλλο. Κι ανάμεσα σε δυο πλατώματα ανοίγονταν οι δρόμοι, ενώ, σε κάποιες περιπτώσεις, ένα συνδετικό τείχος ένωνε πλάτωμα με πλάτωμα ή υπήρχε μεγάλη πύλη. Όλα αυτά ως το 1778, οπότε η ευρύτερη πόλη απέκτησε εξωτερικό τείχος και η κατά πλατώματα διαίρεση αντικαταστάθηκε σταδιακά από τις συνοικίες (μαχαλάδες) και τις ενορίες εκκλησιών.

Εννιά χρόνια πριν από τον Σπον, στα 1669, ο Αντρέ Ζορζ Γκιγέ (André Georges Guillet) είχε περιγράψει την Αθήνα ως την ευτυχέστερη πόλη της Ελλάδας. Η διοικητική της διάρθρωση είχε κάπως αλλάξει, με τον σαρδάρη να ζει στην πόλη: Ήταν ο στρατιωτικός διοικητής της Αθήνας και φυσικά ο αρχηγός της στρατιωτικής δύναμης που έδρευε εκεί. Ο δισδάρης ή αγάς του φρουρίου ζούσε στην Ακρόπολη και διοικούσε την φρουρά της. Υπήρχε ακόμα ο κατής (ο δικαστής) στον οποίο, όμως, σπάνια έφταναν υποθέσεις χριστιανών, εξαιτίας της ύπαρξης των προεστών. Ο Γκιγέ τους ανέβαζε σε 24. Εκλέγονταν από τις πιο σπουδαίες αθηναϊκές οικογένειες και έργο τους ήταν να διευθετούν τις υποθέσεις των χριστιανών. Αναφέρονται οι οικογένειες Παλαιολόγων, Μπενιζέλων, Χαλκοκονδύλων, Περούλων και Καβαλάρων. Το αξίωμά τους ήταν ισόβιο κι, όταν κάποιος από αυτούς πέθαινε, οι επιζώντες εξέλεγαν τον αντικαταστάτη του. Αντί να δικάζουν, μεσολαβούσαν, ώστε οι όποιες διαφορές να λύνονται με συμβιβασμό. Αποφεύγονταν, έτσι, οι εφέσεις στον κατή, που, τις περισσότερες φορές, ούτε καν μάθαινε για τις υποθέσεις, με τις οποίες είχαν ασχοληθεί. Άλλωστε, οι συνεδριάσεις γίνονταν άλλοτε στο αρχοντικό του πιο ηλικιωμένου, άλλοτε του πιο σπουδαίου από αυτούς, άλλοτε αλλού. Γραμματέας κατέγραφε το αποτέλεσμα της «δίκης» και συνέτασσε τα συμβόλαια σε περίπτωση μεταβίβασης ακινήτων, καθώς μόνοι οι Αθηναίοι είχαν, από την εποχή ακόμα του Μωάμεθ του Πορθητή, δικαίωμα ιδιοκτησίας σπιτιών και κτημάτων. Ο κατής απλά επικύρωνε τα συμβόλαια.

Υπήρχε ένας ακόμα Τούρκος αξιωματούχος: Ήταν ο βοεβόδας, στην πραγματικότητα αξίωμα, με το οποίο ο φοροεισπράκτορας συστηνόταν, χωρίς κανένας, ούτε καν ο κατής, να τολμά να του φέρει αντίρρηση. Και ο φοροεισπράκτορας απλά είχε πλειοδοτήσει στην δημοπρασία που κάθε χρόνο γινόταν, για το ποιος θα νοικιάσει τα έσοδα της Αθήνας. Κι όλα αυτά, όπως έλεγε ο Γκιγιέ, για χάρη της Βασιλικής!

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1604. Την άρπαξαν σε παιδομάζωμα και την έστειλαν στο χαρέμι του σουλτάνου Αχμέτ Α', ο οποίος ξετρελάθηκε με την ομορφιά της. Της άλλαξαν το όνομα και την είπαν Γιοχαή. Του έκανε όλα τα χατίρια κι εκείνος τη ρωτούσε, πώς να την ανταμείψει. Δεν είχε καμιά επιθυμία αλλά ο σουλτάνος επέμενε. Οπότε εκείνη του ζήτησε να δώσει τα έσοδα από τους φόρους της γενέτειράς της στον Κισλάρ αγά, ώστε να μη γίνονται καταχρήσεις σε βάρος των συμπατριωτών της. Κισλάρ αγάς ήταν ο Αιθίοπας αρχιευνούχος που επέβλεπε το χαρέμι (μόνο σε Αιθίοπες εμπιστεύονταν αυτό το πόστο οι σουλτάνοι). Για κάποιον λόγο, μόνο σ' αυτόν χρωστούσε χάρη η Γιοχαή. Ο σουλτάνος ικανοποίησε αμέσως το αίτημά της, οπότε ο Κισλάρ αγάς έστειλε έμπιστό του στην Αθήνα, με εντολή να αναλάβει την είσπραξη και να ελαφρώσει τα οικονομικά βάρη των Αθηναίων. Ο Κισλάρ αγάς δολοφονήθηκε στη διάρκεια μιας εξέγερσης στην Κωνσταντινούπολη (1655) αλλά, για την ευτυχία των Αθηναίων, το προνόμιο πέρασε στους διαδόχους του.

«Όλα αυτά είναι παραμύθια», διαμαρτυρήθηκε ο Σπον, που υποστήριξε ότι το πέρασμα στην ευθύνη του χαρεμιού ήταν αίτημα των ίδιων των Αθηναίων. Και μάλλον έχει δίκιο, καθώς το προνόμιο αυτό δόθηκε στους Αθηναίους το 1645, ενώ ο Αχμέτ Α' πέθανε (δηλητηριάστηκε έλεγαν οι φήμες) το 1617. Κι αν ισχύει η άποψη ότι ευθύνη και έσοδα της πόλης πέρασαν στον αρχιευνούχο το 1610, αποκλείεται αυτό να έγινε χάρη στην Γιοχαή, που την χρονιά αυτή ήταν μόλις έξι χρόνων. Τα περί Γιοχαής, διευκρίνισε ο Σπον, ήταν κάποιος θρύλος γνωστός στο Παρίσι και άγνωστος στην Αθήνα του καιρού του. Και συμπλήρωσε ότι, το ποιος θα ήταν βοεβόδας, το αποφάσιζε κάθε Μάρτη ο αρχιευνούχος του χαρεμιού, εισπράττοντας από τον ενδιαφερόμενο 30.000 σκούδα (νόμισμα που κυκλοφορούσε στην Γαλλία εκείνη την εποχή). Όποια κι αν είναι η αλήθεια, οι Αθηναίοι απολάμβαναν μια κάποια καλύτερη ζωή από τους υπόλοιπους χριστιανούς στην Ελλάδα. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν η πόλη να πάρει τα πάνω της, να ιδρυθούν ιδιωτικά σχολεία και να δημιουργηθούν τα πρώτα προξενεία ξένων κρατών (Αγγλίας, Γαλλίας, Ολλανδίας κ.λπ.). Γύρω στα 1687, όταν όλα αυτά άλλαξαν, στην Αθήνα υπήρχαν 2.053 σπίτια: 1.300 χριστιανών ορθόδοξων, 600 Τούρκων, 150 Αρβανιτών και τρία ξένων.

Ο Λουμπαρδιάρης και οι καθολικοί μοναχοί

Από το Ναύπλιο, όπου βρισκόταν, ο Ιησουίτης Φραγκίσκος Μπλεζώ (Blaiseau) έφτασε στην Αθήνα τον Δεκέμβρη του 1642. Δυο γόνοι αρχοντικών οικογενειών κι ένας νεαρός διάκος τον βοήθησαν να εγκατασταθεί, με την προοπτική να εργαστεί ως δάσκαλος ξένων γλωσσών και αστρονομίας. Ο Μπλεζώ ζήτησε από την έδρα του τάγματος στην Κωνσταντινούπολη, να του στείλουν εκπαιδευτικό υλικό και, κατά τον Γκιγιέ, ξεκίνησε κατήχηση ορθοδόξων στα του καθολικού δόγματος. Μαζί με το υλικό, στην Αθήνα έφθασαν κι άλλοι δυο Ιησουίτες μοναχοί. Εγκαταστάθηκαν στην Πεντέλη και, με ορμητήριο το με 25 μαθητές σχολείο που ο νεαρός διάκος διατηρούσε στην Αθήνα, ξεκίνησαν απροκάλυπτο προσηλυτισμό των ορθοδόξων, σε σημείο που Αθηναίοι έμποροι εξεγέρθηκαν. Κατά τον Γκιγιέ, οι Αθηναίοι τους πολιόρκησαν στην κατοικία τους στην Πεντέλη, την οποία και κατέστρεψαν. Αποτέλεσμα ήταν οι Ιησουίτες να διαφύγουν στην Χαλκίδα. Και αυτή την ιστορία διαψεύδει ο Σπον, που σημειώνει ότι απλά οι Ιησουίτες έφυγαν στην Χαλκίδα, επειδή δεν υπήρχαν Φράγκοι στην Αθήνα. Ο ίδιος ο Σπον έγραψε ότι, όταν έφθασε στην Αττική (1676), βρήκε στην πόλη μόνο δυο πρόξενους, έναν Καπουτσίνο μοναχό κι έναν οπλοποιό.

Μια δεκαετία μετά το πέρασμα των Ιησουιτών από την πόλη, στις 25 Οκτώβρη του 1656, ένας κεραυνός χτύπησε το κανόνι (λουμπάρδα) και τα εκεί πυρομαχικά στα Προπύλαια της Ακρόπολης και τα τίναξε στον αέρα. Το γεγονός ερμηνεύτηκε ως θαύμα του Αγίου Δημητρίου, καθώς ήταν παραμονή του εορτασμού και πλήθος πιστών είχε συρρεύσει στο απέναντι από τα Προπύλαια, αφιερωμένο σ' αυτόν, εκκλησάκι. Κατά τον θρύλο, ο φρούραρχος της Ακρόπολης, Γιουσούφ αγάς, σκόπευε να σκοτώσει τους χριστιανούς με κανονιοβολισμούς στο εκκλησάκι αλλά, την κρίσιμη στιγμή, ξέσπασε καταιγίδα, έπεσε ο κεραυνός. Σκοτώθηκαν, τόσο ο φρούραρχος, όσο και ολόκληρη η οικογένειά του. Από τότε, το εκκλησάκι είναι αφιερωμένο στον Άγιο Δημήτριο τον Λουμπαρδιάρη.

Δυο χρόνια αργότερα (1658), στην Αθήνα εγκαταστάθηκαν Καπουτσίνοι μοναχοί. Αντίθετα με τους Ιησουίτες, οι Αθηναίοι τους αποδέχτηκαν, επειδή αποδείχτηκαν άνθρωποι μορφωμένοι, περιποιητικοί και ευχάριστοι. Και πολύ χρήσιμοι, καθώς αποτύπωσαν σε σχεδιαγράμματα και χάρτη την τοπογραφία της πόλης, την αρχαιότερη που σώζεται. Σ' αυτούς, άλλωστε, οφείλεται και η σωτηρία του μνημείου του Λυσικράτη213.

Ήταν το 1669, όταν ο Καπουτσίνος πατέρας Σίμων αγόρασε (για 150 σκούδα) από έναν Αθηναίο το σπίτι, στην αυλή του οποίου υπήρχε το μνημείο. Αργότερα, ο Αθηναίος μετάνιωσε και δεν ήθελε να το παραδώσει. Προσέφυγε στους δημογέροντες, θυμίζοντάς τους ότι υπήρχε έθιμο που απαγόρευε στους ξένους την κατοχή αρχαιοελληνικών μνημείων. Οι προεστοί ακύρωσαν την πώληση, παρά τις διαμαρτυρίες του Καπουτσίνου, ότι και αυτός Αθηναίος ήταν (παρουσίασε και έγγραφα ότι είχε ήδη πολιτογραφηθεί). Έκανε έφεση στον κατή που σοφά αποφάσισε να παραχωρήσει στους Καπουτσίνους μόνο την χρήση του μνημείου, χωρίς να του κάνουν οποιαδήποτε ζημιά, και να επιτρέπουν την ελεύθερη πρόσβαση στον καθένα που ήθελε να το επισκεφτεί. Οι Καπουτσίνοι χρησιμοποίησαν το μνημείο αρχικά ως παρεκκλήσι του μοναστηριού τους κι αργότερα ως αναγνωστήριο. Το μοναστήρι κάηκε το 1824 ή το 1827, οπότε οι Καπουτσίνοι αποχώρησαν από την Αθήνα. Το ακίνητο, μαζί με το μνημείο, πέρασε στην κυριότητα του Γάλλου πρόξενου Ντεζάν (Dejean), που πρώτος φρόντισε και για τη συντήρησή του.

Ο πατέρας Σίμων ήταν γιατρός. Όταν κάποια στιγμή, ο δισδάρης, προσπαθώντας να πετάξει ένα ακόντιο, αυτοτραυματίστηκε στα χείλια του, ο Καπουτσίνος περιποιήθηκε την πληγή και την θεράπευσε. Έγιναν φίλοι. Κι όποτε ο δισδάρης κατέβαινε στην πόλη, δεν παρέλειπε να περάσει κι έξω από το μοναστήρι και να φωνάξει στα ελληνικά: «Καλημέρα, πατέρα».

Δεν περνούσαν, όμως, όλοι οι Καπουτσίνοι καλά με τους Τούρκους. Ο πατέρας Λουδοβίκος, Καπουτσίνος από το Παρίσι, κάποια μέρα, δίδασκε κατήχηση και, για βραβείο, χάρισε σ' έναν μικρό μαθητή μια εικονίτσα. Όταν σχόλασαν, ο μικρός βγήκε στον δρόμο κρατώντας το δώρο του αλλά ένα τουρκόπουλο του τ' άρπαξε. Ο Λουδοβίκος θέλησε να πάρει πίσω την εικόνα, με τον φόβο ότι το παιδί θα την βεβηλώσει. Αντί γι' αυτό, όμως, κατάφερε να του σχίσει το ρούχο. Κάποιοι Τούρκοι, που περνούσαν από εκεί, άρχισαν να φωνάζουν ότι «ο Γκιαούρης χτυπά το παιδί». Συνέλαβαν τον Καπουτσίνο και τον έσυραν στον κατή που, αμέσως, έβγαλε απόφαση, καταδικάζοντας τον «εγκληματία» σε θάνατο. Αμέσως, ο πρόξενος της Γαλλίας έστειλε στον βοεβόδα δώδεκα κομμάτια ζάχαρη που τα συνόδευε γράμμα, με περιγραφή του τι έγινε. Ο βοεβόδας έσπευσε και ζήτησε την αναστολή της απόφασης, με το επιχείρημα ότι χρειάζονταν περισσότερες αποδείξεις. Αποφασίστηκε ο μοναχός να παραδοθεί στον πρόξενο ως την επομένη, που θα ξαναγινόταν η δίκη. Την ίδια νύχτα, ο βοεβόδας έπιασε όλους τους μάρτυρες και τους απείλησε. Στην δίκη, όλοι τους ανασκεύασαν τις καταθέσεις τους, οπότε ο πατέρας Λουδοβίκος αθωώθηκε, με τον κατή να μην μπορεί να κάνει τίποτα.

Πρώην αντισυνταγματάρχης, ο πατέρας Λουδοβίκος ήταν εξαιρετικός ιππέας. Κάποια μέρα, από την Πεντέλη, γύριζε στην Αθήνα καβάλα στο άλογό του. Στην διαδρομή, είδε Τούρκους να προσπαθούν άτσαλα να δαμάσουν ένα άγριο άλογο, έχοντας θεατές τον δισδάρη, τον σαρδάρη και νεαρούς μωαμεθανούς. Στάθηκε και χαμογέλασε, βλέποντάς το άλογο να ρίχνει τους δαμαστές στο χώμα, τον ένα μετά τον άλλο. Οι Τούρκοι παρεξηγήθηκαν. Κάποιος τον ρώτησε ειρωνικά, αν στην Γαλλία έχουν καλύτερους δαμαστές. Ο Λουδοβίκος αρκέστηκε να χαμογελάσει πάλι. Τον υποχρέωσαν να δοκιμάσει αυτός με το άγριο άλογο. Εκείνος το πλησίασε, το χάιδεψε ψιθυρίζοντάς του κάποια λόγια και το καβαλίκεψε. Έκανε. καβάλα, μια βόλτα γύρω από τους έκπληκτους Τούρκους, ξεκαβαλίκεψε και τους παρέδωσε ημερωμένο το ζωντανό.

Το μωσαϊκό του πληθυσμού

Κατά τον Σπον, οι Τούρκοι, που ζούσαν στην Αθήνα, δεν ξεπερνούσαν το ένα τέταρτο του πληθυσμού. Μιλούσαν ελληνικά (στο αθηναϊκό ιδίωμα) και οι πολλοί δεν ήξεραν πάνω από 7 ή 8 τουρκικές λέξεις (την φράση «λα ιλλάχ ιλλαλάχ βε Μουχαμέτ ρεσούλ ουλλάχ» ήτοι «ένας είναι ο θεός και προφήτης του ο Μωάμεθ»). Έκαναν τάματα στις χριστιανικές εκκλησίες και τα μοναστήρια, βάφτιζαν με αντιπρόσωπο παιδιά χριστιανών και αγαπούσαν τους κουμπάρους αλλά και τους γείτονές τους, κυρίως εκείνους, οι οποίοι είχαν προσλάβει την ίδια με αυτούς τροφό κατά τον θηλασμό των παιδιών τους. Συμμετείχαν στα πανηγύρια και σέβονταν τις χριστιανικές εκκλησιές. Έπιναν κρασί, συναγωνίζονταν στο ακόντιο και διασκέδαζαν μαζί με τους Έλληνες. Κι απαραίτητα, στους επισκέπτες τους κερνούσαν καφέ, συνήθεια που πέρασε και στους χριστιανούς, όπως, άλλωστε συνέβη σε ολόκληρη την Ελλάδα. Αυτοί που διέφεραν ήταν οι συνολικά τριακόσιοι φρουροί, στην Ακρόπολη, για τους οποίους ο Γκιγιέ σημειώνει ότι παρίσταναν τους γενίτσαρους αλλά απλά ήταν τεμπέληδες αργόμισθοι. Έμεναν σε περίπου 200 σπίτια, πάνω στο φρούριο. Φρουρούσαν μόνο την ημέρα, ενώ, τη νύχτα, κάποια παιδιά τους τριγύριζαν και ούρλιαζαν, παριστάνοντας ότι βρίσκονται σε εγρήγορση. Αντίθετα, ο Σπον υποστηρίζει ότι, στ' αλήθεια φρουρούσαν την πόλη και την υπεράσπιζαν από εισβολές των πειρατών, χωρίς όμως να προφυλάσσουν και τα εκτεθειμένα παράλια.

Η διαφορά στην αντιμετώπιση Ελλήνων και Τούρκων φαινόταν στις δίκες, όπου η μαρτυρία χριστιανού δεν γινόταν δεκτή ούτε όταν ήταν υπέρ ούτε όταν ήταν κατά του κατηγορούμενου. Και, σε δικαστικές υποθέσεις ανάμεσα σε Τούρκους και Έλληνες, πάντα κέρδιζε ο Τούρκος. Οι Έλληνες είχαν ελπίδα να κερδίσουν, μόνον όταν ήταν σε θέση να δωροδοκήσουν την έδρα.

Με τις αρχαιότητες, ο τουρκικός πληθυσμός δεν είχε μεγάλη σχέση. Απορούσαν με τον θαυμασμό που προκαλούσαν στους ξένους περιηγητές, ενώ κάποιοι από τους Τούρκους υποπτεύονταν ότι μέσα στα αγάλματα κρύβονταν θησαυροί, οπότε τα έσπαγαν, κυρίως τα κεφάλια τους, για να τους οικειοποιηθούν. Κι έμεναν, βέβαια, με την γλύκα. Τα αρχαία κτίρια, όμως, και οι κολόνες τους φόβιζαν. Τα κτίρια, ως στοιχειωμένα, οι κολόνες, επειδή πίστευαν ότι κάτω από αυτές ήταν θαμμένες όλες οι επιδημίες. Στα 1759, ο βοεβόδας Τσισταράκης έριξε μια κολόνα από τους στύλους του Ολυμπιείου, για να την κάνει ασβέστη, κτίζοντας το τζαμί του «Κάτω Παζαριού». Τον ίδιο καιρό, πανούκλα χτύπησε την πόλη. Την είχε μεταδώσει πλοίο από την Κρήτη αλλά οι Τούρκοι της Αθήνας έγιναν έξαλλοι με τον βοεβόδα και είδε κι έπαθε η φρουρά να τους ηρεμήσει.

Σύχναζαν στην αγορά (παζάρι) και στο σταροπάζαρο, στην διασταύρωση των οδών Αιόλου και Πελοπίδα, εκεί όπου, το 1721, χτίστηκε ο Μενδρεσές (μουσουλμανικό ιεροδιδασκαλείο). Οι υπαίθριες προσευχές τους, ιδίως όταν γιόρταζαν το ραμαζάνι ή σε περιπτώσεις ξηρασίας, γίνονταν σε μια πλατεία, ανατολικά του Ολυμπιείου.

Εκτός από αυτό πάνω στην Ακρόπολη, υπήρχαν διασκορπισμένα στην πόλη πέντε τζαμιά: Το φετιχιέ (του Πορθητή) στο Σταροπάζαρο, το Γενί τζαμί, ανάμεσα στις οδούς Βουλής, Νικοδήμου, Θουκυδίδη και Απόλλωνα (όπου υπήρχε και τουρκικό νεκροταφείο), το Σοφτά τζαμί, κοντά στην Καπνικαρέα, το τζαμί της Κολόνας, στην οδό Αδριανού, στην Πλάκα, το Κουτζούμ τζαμί στην οδό Μουσείου και το τζαμί που δημιουργήθηκε το 1759. Κι ακόμα ένα βρισκόταν στην Κηφισιά. Υπήρχαν και τρεις τεκέδες (ιερατικά κοινόβια, για δερβίσηδες κυρίως).

Με όλα αυτά, στην διάρκεια των δυο αιώνων της πρώτης περιόδου (1456 - 1687) που η πόλη ζούσε κάτω από την τουρκική κατοχή, οι κάτοικοι της Αθήνας κυμαίνονταν από δώδεκα μέχρι δεκάξι χιλιάδες άτομα. Κι όποτε ο πληθυσμός τύχαινε να αυξηθεί, κάποια επιδημία θέριζε τους Αθηναίους (συνολικά οκτώ στα διακόσια χρόνια, με την πρώτη να ξεσπά στα 1480). Κατά τα λοιπά, η πόλη πιστευόταν ότι κατοικείται από τους πιο υγιείς ανθρώπους στην Ελλάδα, γεγονός που απέδιδαν στην τοποθεσία της, το καλό κλίμα, το καθαρό νερό και το μέλι, που παραγόταν σ' αυτήν.

Εκτός από τους Έλληνες, τους Τούρκους και τους λίγους Φράγκους, στην Αθήνα ζούσαν και οι αποκαλούμενοι «Τουρκαλβανοί» που εργάζονταν ως φοροεισπράκτορες ή ως φρουροί στις πύλες της πόλης. Ζούσαν κοντά στους νοτιοανατολικούς πρόποδες της Ακρόπολης, στα όρια της σημερινής περιοχής Μακρυγιάννη.

Υπήρχαν και οι μαύροι (Αιθίοπες στην συντριπτική πλειοψηφία τους) δούλοι, που κυρίως δούλευαν στα διάφορα αρχοντικά των αξιωματούχων Τούρκων, αγάδων κ.λπ. Τους χειμώνες, ζούσαν σε καλύβες, ερείπια και σπηλιές στους δυτικούς πρόποδες της Ακρόπολης, ενώ τα καλοκαίρια έμεναν στα παράλια, ανάμεσα στο Παλιό και το Νέο Φάληρο. Τους αποκαλούσαν «Αραπάδες» και τους περιέγραφαν ως καλοκάγαθους, ευχάριστους, με εύκολο το γέλιο κι ευκολότερο τον χορό. Αγαπούσαν τους Έλληνες κι αγαπιόνταν από αυτούς, με τα παιδιά να τους πειράζουν τραγουδώντας:

«- Χόρεψ' Αράπη.

- Δεν μπορώ, αφέντη.

- Θέλεις πιλάφι;

- Ένα γαβάθι.

- Θέλεις κρασάκι;

- Ένα φλασκάκι.

- Θέλεις γυναίκα;

- Μακάρι, δέκα».

Όλα αυτά, μέχρι το 1687, οπότε ενέσκηψαν οι Βενετσιάνοι...

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

202. Έχουν εγερθεί ισχυρές αντιρρήσεις γι' αυτήν την προέλευση της λέξης Πατήσια. Μια από αυτές προτείνει προέλευση από παραφθορά του επιρρηματικού τύπου «Βατήσι», από το όνομα του αρχαίου δήμου (της) Βατής που κάλυπτε τα σημερινά Πατήσια και τμήματα από το Γαλάτσι και τα Τουρκοβούνια. Με πολλούς ερευνητές να υιοθετούν το ότι τα Πατήσια είναι παραφθορά της προηγούμενης ονομασίας «Παραδείσια», με την οποία αποκαλούσαν την περιοχή.

203. Ήταν, τότε, καθολικός επίσκοπος ο Νικόλαος Ποθητός. Έζησε στην Αθήνα ως το 1483, οπότε και πέθανε. Με τον θάνατό του, καταργήθηκε και η καθολική επισκοπή της Αθήνας, καθώς δεν υπήρχε πια καθολικό ποίμνιο.

204. Το αρχοντικό των Μπενιζέλων υπάρχει ακόμα. Είναι το παλαιότερο σωζόμενο σπίτι στην Αθήνα. Βρίσκεται στην Πλάκα, ανήκει στην Αρχιεπισκοπή και, αναπαλαιωμένο, λειτουργεί ως μουσείο, στην οδό Αδριανού.

205. Η ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571) υπήρξε συντριπτική ήττα του τουρκικού στόλου, υπό τον καπουδάν πασά Αλή Ζαζέ μουεζίν, από τον ενωμένο ευρωπαϊκό, υπό τον Δον Ζουάν τον Αυστριακό. Αποτέλεσμά της ήταν το τέλος της τουρκικής θαλασσοκρατορίας στην Μεσόγειο.

206. Αποσπάσματα των επιστολών του Κρούσιου και των απαντήσεων σε αυτές δημοσιεύονται στον α' τόμο (από σελίδα 191 κ.ε.) της «Ιστορίας των Αθηναίων» του Δ. Καμπούρογλου.

207. Ρόπτρο: Κρεμαστό, συνήθως μεταλλικό, αντικείμενο σε διάφορα σχέδια, που χτυπούσε ο επισκέπτης για να τον ακούσουν και να του ανοίξουν.

208. Ψυχοκόρη: Γυναίκα που είχε υιοθετηθεί προφορικά και, από μικρή, ζούσε στο σπίτι των θετών γονιών ως οικιακή βοηθός. Σε πολλές περιπτώσεις, οι θετοί γονείς την προίκιζαν.

209. Δισάκι: Δυο μικροί υφασμάτινοι ή δερμάτινοι σάκοι που ενώνονται στο πάνω μέρος. Συνήθως, στερεώνονται στον ώμο, με τον ένα να κρέμεται στην πλάτη και τον άλλο στο στήθος.

210. Αναργύρεια αποσπάσματα: Ανέκδοτα κείμενα που υποτίθεται ότι περιγράφουν την ιστορία της Αθήνας ως το 1754.

211. Ρύζι και βαμβακόσπορος θεωρούνται σημάδια μακροζωίας και ευτυχίας.

212. Φορφουρένιος: Ο κατασκευασμένος από λεπτή πορσελάνη.

213. Βλ. κεφάλαιο 7, «Δρόμοι αστικοί και υπεραστικοί».

(τελευταία επεξεργασία, 19 Νοεμβρίου 2020)

Επικοινωνήστε μαζί μας