Κεφ. 17 Η λεηλασία της Αττικής

Η δεκαπενταετία της προσαρμογής

Παρ' όλα τα εμπόδια που συναντούσαν, οι Αθηναίοι κατάφερναν να επιστρέφουν στην πόλη τους. Την έβρισκαν κατεστραμμένη. Και συνειδητοποιούσαν ότι βρίσκονταν «ανάμεσα σε δυο πυρά». Ο τουρκοβενετικός πόλεμος συνεχιζόταν (έληξε προσωρινά στα 1699) και η Αθήνα, για τους Βενετσιάνους, αποτελούσε εχθρικό έδαφος, καθώς ανήκε στο κράτος του σουλτάνου. Οπότε οι επιδρομές στην Αττική ήταν μέσα στο πρόγραμμά τους. Κι από τα γύρω βουνά, συμμορίες ληστών ξεμονάχιαζαν ανύποπτους και τους άρπαζαν όσα μπορούσαν. Κι άφηναν πίσω τους την καταστροφή, καθώς, τις πιο πολλές φορές, καθυστερούσαν τους διώκτες τους βάζοντας φωτιά σε σπίτια και κτήματα. Κι όπως δεν υπήρχε ικανή αστυνόμευση στη στεριά, εξίσου απροστάτευτες ήταν και οι θάλασσες, κι αυτές όχι μόνο για τους Αθηναίους: Πειρατές όργωναν ανενόχλητοι το Αιγαίο.

Μια από τις βενετσιάνικες επιδρομές οργανώθηκε από τον αρχιστράτηγο Αλέξανδρο Μολίν (Molin), στα 1696 στον Πόρο, με την συμμετοχή και Ελλήνων πειρατών του Μανιάτη Λυμπεράκη Γερακάρη και κάποιου Παπαμελιταίου. Ο Γερακάρης αποβιβάστηκε στα Σάλωνα (Άμφισσα), όπου έσπευσαν οι Τούρκοι του σερασκέρη της Θήβας, αφήνοντάς την ουσιαστικά αφύλακτη. Τον ίδιο καιρό, από τον Ισθμό, γύρω στους 1.800 Αλβανοί εισέβαλαν στην Αττική κι έφτασαν ανενόχλητοι ως την Βοιωτία και τα αθηναϊκά περίχωρα, λεηλατώντας και καταστρέφοντας τα πάντα στο πέρασμά τους. Όσοι από τους Αθηναίους πρόλαβαν, έφυγαν στα νησιά του Αργοσαρωνικού για να γλιτώσουν. Ο Γερακάρης έφτασε ως την Ήπειρο, λεηλατώντας την Άρτα. Οι Αρτινοί τον κατάγγειλαν στην Βενετία κι ο Μανιάτης πειρατής πιάστηκε και φυλακίστηκε στην Μπρέσια της Ιταλίας, όπου και πέθανε (1710).

Μια εγκύκλιος (απανταχούσα) της ηγουμένης στο μοναστήρι του Αγίου Ανδρέα (ιδρυμένο από την Αγία Φιλοθέη, στην περιοχή της πλατείας Συντάγματος224), το 1701, πληροφορούσε τους παραλήπτες της ότι η Αθήνα λεηλατήθηκε και σχεδόν ερημώθηκε. Κι ένα μεγάλο τμήμα του μοναστηριού καταστράφηκε, ενώ ένα άλλο έμεινε ετοιμόρροπο, εξαιτίας επιδρομής. Κι ακόμα, ο ελαιώνας, που τους προσπόριζε τα μέσα για να ζήσουν, πυρπολήθηκε, ενώ τα αμπέλια τους δεν υπήρχαν πια.

Και δυο αναφορές του Βενετσιάνου προβλεπτή στην Αίγινα (το 1706) περιέγραφαν την δράση των Μαλτέζων πειρατών που δεν δίστασαν να μπουν στα λιμάνια της Σαλαμίνας και του Πόρου. Κυρίευσαν και εξόπλισαν κάποια από τα εμπορικά πλοία που ναυλοχούσαν εκεί κι από άλλα άρπαξαν τα φορτία τους, αιχμαλωτίζοντας τα πληρώματά τους. Τα απελευθέρωσαν κάποιες μέρες αργότερα, όταν πια είχαν ολοκληρώσει τις πειρατικές επιδρομές τους.

Ο κυνηγός αρχαιοτήτων για λογαριασμό του Λουδοβίκου ΙΔ', Paul Lucas, ταξίδεψε από το 1705 ως το 1708, στον Ελλαδικό χώρο, το Αιγαίο, την Μικρά Ασία και την Μέση Ανατολή. Πέρασε και από την Αθήνα (1705) και σημείωσε:

«Πολλά σπίτια ήταν ακατοίκητα και, όποιος ήθελε, έμενε όπου του άρεσε. Εκτός, όμως, από τους Αθηναίους, και ελάχιστοι Τούρκοι ξαναγύρισαν. Από τις πρώτες τους ενέργειες ήταν να κτίσουν ένα τζαμί πάνω στην Ακρόπολη και άλλο ένα, μικρότερο, μέσα στα ερείπια του κατεστραμμένου Παρθενώνα».

Το οθωμανικό δίκαιο προέβλεπε ότι περνούσαν στην ιδιοκτησία του κράτους, όσα κτήματα ανήκαν σε κατοίκους που εγκατέλειψαν τις εστίες και δεν επέστρεψαν σε αυτές το πολύ τρία χρόνια μετά τη λήξη της αιτίας που τους ανάγκασε να φύγουν. Οπότε, οι περιουσίες των Αθηναίων που έφυγαν το 1688 και δεν επέστρεψαν, κατασχέθηκαν. Πλούσιοι Αθηναίοι, όπως ήδη αναφέρθηκε225, τα αγόρασαν σε εξευτελιστικές τιμές. Τα μεταπούλησαν σε μεγαλύτερες κερδοσκοπώντας ασύστολα. Ο πλειστηριασμός πραγματοποιήθηκε στα 1703 κι έγινε αιτία να ξεσπάσει μεγάλη διχόνοια ανάμεσα σ' αυτούς που επωφελήθηκαν και σε όλους τους άλλους. Η απόσταση ανάμεσα σε αυτούς που πλούτιζαν και στον πολύ κόσμο που πεινούσε, γινόταν όλο και πιο μεγάλη. Ο διχασμός ξεπέρασε τα σύνορα της Αττικής. Ο Δοσίθεος Β', πατριάρχης Ιεροσολύμων, που είχε ζήσει κάποια χρόνια στην Αθήνα, αισθάνθηκε την ανάγκη να επέμβει. Με εγκύκλιό του, τον Γενάρη του 1706, απευθύνθηκε στους Αθηναίους λέγοντας:

«Σας παρακαλούμε να θυμηθείτε την τιμή και την φήμη της Αθήνας, τον έπαινο και το καύχημα των πατέρων και προπατόρων σας και να βγάλετε τα σκάνδαλα από ανάμεσά σας (...) Μέχρι πότε, αδελφοί, αυτά τα ξένα και αδέσποτα κτήματα θα ταράζουν την πολιτεία σας;».

Φυσικά, οι νουθεσίες δεν αρκούσαν για να αναχαιτιστεί η δράση των κερδοσκόπων, ενώ ο λαός πεινούσε. Η οικονομική εξαθλίωση του πληθυσμού ήταν τέτοια, ώστε οι Αθηναίοι δήλωσαν στο πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης ότι αδυνατούσαν να συντηρούν, τόσο τη μητρόπολη της Αθήνας, όσο και τον μητροπολίτη της. Ο πατριάρχης (Γαβριήλ Γ', 1702 - 1707) μετέτρεψε σε ενοριακά όλα τα μοναστήρια της Αττικής, εκτός από αυτό της Πεντέλης (έμεινε στην δικαιοδοσία του πατριαρχείου), ώστε αυτά να συνεισφέρουν στη συντήρηση της μητρόπολης. Ο τότε μητροπολίτης (Μελέτιος Β', 1703 - 1713), παρά την έλλειψη πόρων, προσπαθούσε να βελτιώσει την εκπαίδευση των Αθηναίων αλλά έβρισκε απέναντί του τους δημογέροντες που δεν τον ήθελαν, τον συκοφαντούσαν και ραδιουργούσαν ενάντιά του. Στα 1713, βρήκε ευκαιρία να εγκαταλείψει την πόλη.

Στα δεινά των Αθηναίων προστέθηκε και η επιδημία πανούκλας που ξαναχτύπησε την Αθήνα, το 1712. Ήταν τόση η σφοδρότητά της, ώστε οι Βενετσιάνοι της Πελοποννήσου απαγόρευσαν την επικοινωνία με τις κατεχόμενες από τους Τούρκους βορεινές σ' αυτούς περιοχές. Από μια βενετσιάνικη αναφορά προκύπτει ότι, έπειτα από μικρή υποχώρηση, η επιδημία φούντωσε πάλι και, τον Ιούνιο του 1713, εξακολουθούσε να αφανίζει τους Αθηναίους.

Ο «κυρ Σωτήρης» κι ο Ι. Ντέκας

Οι Τούρκοι που είχαν ηττηθεί στον (έκτο) πόλεμο με τους Βενετσιάνους και είχαν συρθεί στη συνθήκη του Κάρλοβιτς (1699), με την οποία έχασαν την Πελοπόννησο, είδαν, λίγα χρόνια αργότερα, ότι η διεθνής συγκυρία στρεφόταν υπέρ τους. Η συνθήκη του Κάρλοβιτς επέβαλλε μακροχρόνια ειρήνη ανάμεσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία και την Βενετία. Ο σουλτάνος Αχμέτ Γ' (1703 - 1730) έψαχνε για μιαν αφορμή: Την βρήκε, όταν τουρκικό πλοίο που μετέφερε την περιουσία του πρώην μεγάλου βεζίρη Νταμάντ Χασάν πασά, αιχμαλωτίστηκε από Βενετσιάνους. Κήρυξε τον πόλεμο στην Βενετία (τέλη 1714) κι ένα στράτευμα 70.000 ανδρών κατέβηκε από τα βόρεια και (Ιούνιο του 1715) στρατοπέδευσε στην Θήβα. Από εκεί, το ασκέρι πέρασε στα Μέγαρα, όπου στάθηκε για λίγο. Αποσπάσματα του τουρκικού στρατού πραγματοποιούσαν επιδρομές στην Αττική, σκορπώντας τον τρόμο στους κατοίκους. Σε κολόνα του Θησείου, κάποιος χάραξε τις λέξεις: «1715. Έπιασαν πάει χάλασαν την Αθήνα».

Επιτέλους, στις 26 Ιουνίου (1715), ο τουρκικός στρατός πέρασε τον Ισθμό, εισβάλλοντας στην βενετοκρατούμενη Πελοπόννησο. Υπήρχαν μόλις 8.000 Βενετσιάνοι υπερασπιστές της, κι αυτοί διασκορπισμένοι στα διάφορα φρούρια. Εκατό ημέρες αργότερα, η Πελοπόννησος όλη είχε κυριευτεί. Οι εκεί Αθηναίοι έφυγαν στις βενετσιάνικες κτήσεις, στο Ιόνιο οι περισσότεροι. Ο σουλτάνος Αχμέτ επισκέφτηκε το Ναύπλιο για να δει από κοντά το Παλαμήδι που οι δικοί του είχαν κυριεύσει μέσα σε εννιά μέρες226. Στην επιστροφή του, πέρασε και από την Αθήνα, η οποία, κατά τις γραφές, πολύ του άρεσε. Η επίσκεψη αυτή, όμως, έπεισε τους Τούρκους ότι η Αττική, πια, ήταν ασφαλής γι' αυτούς τόπος. Αρκετοί ξεκίνησαν να καταφθάνουν αλλά, καλού κακού, φρόντιζαν, τις νύχτες, να κλείνονται στο κάστρο της Ακρόπολης, ώσπου, με τον καιρό, ξεθάρρεψαν κι εγκαταστάθηκαν και στην πόλη.

Με παγιωμένη την ειρήνη (από το 1718, με την συνθήκη του Πασάροβιτς), η επικοινωνία στον Ελλαδικό χώρο διεξαγόταν με ασφάλεια, γεγονός που επέτρεψε την άνθιση του εμπορίου. Οι Αθηναίοι έμποροι ξεκίνησαν συναλλαγές και με το εξωτερικό. Οι δουλειές άνοιξαν και τα μίση παραμερίστηκαν.

Από το 1703, ο γόνος αρχοντικής αθηναϊκής οικογένειας, Γρηγόριος Σωτηριανός, βρέθηκε να σπουδάζει στην Βενετία. Ολοκλήρωσε τις σπουδές του στα 1713 κι επέστρεψε, ιερομόναχος, στην Αθήνα, όπου μητροπολίτης είχε οριστεί ο Ιάκωβος Γ' (1713/4 - 1733). Τον αποκαλούσαν «κυρ Σωτήρη». Με δικά του χρήματα, αγόρασε ένα οικόπεδο στο Μοναστηράκι κοντά στην οδό Αδριανού, κατεδάφισε το παλιό σπίτι που υπήρχε εκεί κι έκτισε μέσα σ' αυτό νέα κτίρια, ικανά να στεγάσουν αίθουσες διδασκαλίας και κοιτώνες δασκάλων και μαθητών. Γύρω στα 1720, το πρώτο σχολείο στην κατεχόμενη από τους Τούρκους Αθήνα ξεκίνησε να λειτουργεί. Ο «κυρ Σωτήρης» το ονόμασε «Φροντιστήριον Ελληνικών και κοινών μαθημάτων». Ο ίδιος δίδαξε για πέντε χρόνια, ενώ παράλληλα φρόντιζε και για την δημιουργία βιβλιοθήκης. Σε 600 τόμους υπολογίζεται το περιεχόμενό της, όταν, στα 1725, την χάρισε, μαζί με το σχολείο, στην πόλη της Αθήνας. Ήταν τότε που κλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τον πατριάρχη Ιερεμία Γ' για να χειροτονηθεί μητροπολίτης Μονεμβασιάς. Εξέδωσε σιγίλιο (πατριαρχικό έγγραφο), με το οποίο αφιέρωνε το σχολείο στην αθηναϊκή κοινότητα και καθόριζε εφόρους τους εκάστοτε δάσκαλο και Αθηναίους δημογέροντες. Φρόντισε, παράλληλα, να εκδοθεί σουλτανικό έγγραφο («χοτζέτι», τίτλος ιδιοκτησίας) που κατοχύρωνε την «αιώνια» λειτουργία του.

Τα οικονομικά του σχολείου ενισχύθηκαν με χρήματα που κατέθεσαν στην Βενετία οι Αθηναίοι Μέλης Επιφάνιος και Στέφανος Ρούφος. Και οι, πολύ μετά τον ιδρυτή του σχολείου, δάσκαλοι πληρώνονταν με διακόσια δουκάτα τον χρόνο. Το καταπίστευμα καταργήθηκε το 1797, όταν η Βενετσιάνικη Δημοκρατία καταλύθηκε από τους Γάλλους και τα χρήματα κατασχέθηκαν από αυτούς. Έτσι κι αλλιώς, στα 1750, το σχολείο συγχωνεύτηκε στην «Σχολή Ντέκα»227:

Γιος του πλούσιου Αθηναίου Νικόλαου Ντέκα, ο Ιωάννης γεννήθηκε στα 1680. Στα 1710, βρέθηκε στην Βενετία, όπου, τέσσερα χρόνια αργότερα (1714), έγινε μέλος της «Ελληνικής Αδελφότητας του Αγίου Νικολάου». Γρήγορα, κατέλαβε διάφορα αξιώματα και απέκτησε πολύ μεγάλη περιουσία. Στα 1750, ξόδεψε 5.000 δουκάτα για να αγοραστεί οικόπεδο και να κτιστεί σ' αυτό ένα σχολείο. Φοιτούσαν εκεί τα παιδιά των φτωχών Αθηναίων (βρισκόταν στην σημερινή οδό Μητροπόλεως, αρχικά οδό Ντέκα). Οι αρχάριοι μαθητές διδάσκονταν γραφή κι ανάγνωση και οι πιο προχωρημένοι την οκτάηχο, το ψαλτήρι και άλλα εκκλησιαστικά βιβλία. Οι δάσκαλοι είχαν μισθό 500 γρόσια τον χρόνο αλλά εισέπρατταν και στάρι, τυρί κι ελιές, ενώ, όσοι φοιτούσαν σ' αυτήν, εισέπρατταν «ετήσια υποτροφία» 25 δουκάτα. Η φοίτηση διαρκούσε επτά χρόνια. Και αυτής της σχολής κατασχέθηκαν τα κεφάλαια, όταν οι Γάλλοι κυρίευσαν την Βενετία, αλλά προθυμοποιήθηκαν από τη Μονή Πετράκη να συνεχίσουν την χρηματοδότηση. Ο Γέροντας σημειώνει ότι το σχολείο του Σωτηριανού συνέχισε να λειτουργεί μέχρι το 1812, οπότε η «Εταιρεία των Φιλομούσων» ανέλαβε να συντηρεί όλα τα σχολεία της Αθήνας. Ο Ιωάννης Ντέκας πέθανε στα 1761, στην Βενετία. Με την διαθήκη του, άφησε κληροδότημα 500 δουκάτων για να προικίζονται, κάθε χρόνο, πέντε φτωχά κορίτσια της Αθήνας, που είχαν γεννηθεί «από νόμιμο γάμο» και ανήκαν στο ορθόδοξο δόγμα.

Ο Μεντρεσές κι ο πλάτανος

Τον καιρό που κτιζόταν το «φροντιστήριο» του Σωτηριανού, οι Τούρκοι της Αθήνας ίδρυαν τον «Μεντρεσέ» τους: Ένα ιεροσπουδαστήριο για μωαμεθανούς, όπου διδασκόταν η ερμηνεία του κορανίου, η μουσουλμανική κατήχηση, η ιστορία και το θρησκευτικό δίκαιο, η γραμματική, το συντακτικό και η καλλιγραφία. Βρισκόταν στην Πλάκα, απέναντι από τους «Αέρηδες» (Ωρολόγιο του Κυρρήστου). Ξεκίνησε να λειτουργεί το 1721. Όταν ξέσπασε η επανάσταση του 1821, ο Μεντρεσές εγκαταλείφθηκε από τους Τούρκους, δάσκαλους και μαθητές. Με τον ορισμό της Αθήνας ως πρωτεύουσας του νεαρού ελληνικού κράτους, οι Βαυαροί τον μετέτρεψαν σε φυλακή (λειτούργησε μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα). Υπήρχε εκεί κι ένας αιωνόβιος πλάτανος. Οι δεσμοφύλακες, αντί να στήνουν ικριώματα, κρεμούσαν τους μελλοθάνατους (ποινικούς και πολιτικούς κρατούμενους) από τα κλαδιά του. Ο πλάτανος αυτός έγινε σύμβολο θανάτου.

Ένας από τους τρόφιμους της φυλακής υπήρξε για λίγο διάστημα και ο ρομαντικός ποιητής, Αχιλλέας Παράσχος. Ήταν μέλος της αντικαθεστωτικής οργάνωσης «Χρυσή Νεολαία» που στόχο είχε την έξωση του βασιλιά Όθωνα και των Βαυαρών του. Το 1861, στα 23 του χρόνια, τον φυλάκισαν στον Μεντρεσέ. Αρρώστησε βαριά και αποφυλακίστηκε «λόγω ανηκέστου βλάβης». Όσο, όμως, βρισκόταν εκεί, πρόλαβε κι έγραψε το ποίημα «Εις τον πλάτανον του Μεντρεσέ». Έγινε πανελλήνιο μπεστ σέλερ:

«Ω Πλάτανε του Μεντρεσέ, στοιχειό καταραμένο

της τυραννίας τρόπαιο, σε φυλακή υψωμένο…

Θα έρθει η ώρα πλάτανε, της χώρας μας Βαστίλη,

που ξυλοκόπους η οργή του Έθνους θα σου στείλει,

και πέλεκυς στη ρίζα σου ελεύθερα θ’ αστράψει.

Δεν θα σε φαν' γεράματα, φωτιά δεν θα σε κάψει,

και γύρω θα χορέψουμε στη στάχτη σου τη κρύα

εμείς, που θάφτει σήμερα εδώ η τυραννία...».

Έπεσε έξω! Ο πλάτανος χτυπήθηκε από κεραυνό και κάηκε, στα 1915. Ανάμνησή του έμεινε η φράση «χαιρέτα μου τον πλάτανο», που, όσοι αποφυλακίζονταν, φώναζαν στους ακόμα κρατούμενους, ευχή να αποφύγουν την κρεμάλα. Η φυλακή κατεδαφίστηκε στα 1898. Ο Παράσχος είχε πεθάνει από το 1895.

Ο Γάλλος καταστροφέας

Ο 39χρονος αβάς Μισέλ Φουρμόν (Michel Fourmont) έφτασε στην Αθήνα στις 12 Απρίλη του 1729. Τον είχε στείλει στην Ελλάδα ο βασιλιάς της Γαλλίας Λουδοβίκος ΙΕ' για να καταγράψει επιγραφές και αρχαιότητες για λογαριασμό της (γαλλικής) Βασιλικής Ακαδημίας Επιγραφών και Γραμμάτων. Και κατείχε φιρμάνι του σουλτάνου Αχμέτ Γ' που του έδινε το δικαίωμα να ερευνήσει και να μελετήσει, ο,τιδήποτε αρχαίο υπήρχε μέσα στην επικράτεια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Τον καλοδέχτηκαν ο βοεβόδας και οι δημογέροντες, παρ' όλο που, όπως ο ίδιος έγραψε, αν και του άνοιξαν τα σπίτια τους, ούτε τις γυναίκες τους μπόρεσε να δει ούτε τις κόρες τους ούτε καν τις υπηρέτριες.

Όταν ο βοεβόδας έμαθε τον σκοπό της επίσκεψής του, διέταξε όλους τους κτίστες να καλούν τον Γάλλο, όποτε έβρισκαν μαρμάρινη ή πέτρινη πλάκα που χρησιμοποιούσαν ως οικοδομικά υλικά στο κτίσιμο σπιτιών, η οποία είχε πάνω της χαραγμένη αρχαία επιγραφή ή «εικόνα». Ο Φουρμόν κατέγραψε 1.200 επιγραφές και, με καμάρι, υπερηφανεύτηκε ότι, μετά, κατέστρεψε τα πρωτότυπα, «ώστε να μην υπάρξει άλλος να τις αντιγράψει μετά από αυτόν». Στο Μενίδι, όμως, βρέθηκε μπροστά σε κάποια επιγραφή που πολύ του άρεσε και θέλησε να την πάρει μαζί του. Οι Μενιδιάτες εξεγέρθηκαν κι έδειξαν απειλητικές ενάντιά του διαθέσεις. Ο Φουρμόν υποχρεώθηκε να την ξαναβάλει εκεί που την βρήκε.

Επισκέφτηκε και τη μονή Πεντέλης, με σκοπό να καταγράψει όσα υπήρχαν στην φημισμένη βιβλιοθήκη της. «Δεν βρήκα τίποτα το αξιόλογο», σημείωσε, καθώς, με την φήμη του να έχει προηγηθεί, οι μοναχοί είχαν κρύψει κάθε πολύτιμο χειρόγραφο.

Ο Φουρμόν έμεινε στην Αθήνα περίπου πέντε μήνες, πληρώνοντας τρεις παράδες για κάθε κομμάτι μάρμαρο με επιγραφή που του πήγαιναν. Χάραξε το όνομά του σε μια από τις κολόνες του Θησείου και αναχώρησε για την Πελοπόννησο. Κάποια στιγμή, κατέληξε στην αρχαία Σπάρτη. Μάζεψε περίπου 300 επιγραφές και τις φόρτωσε σε πλοίο για την Γαλλία. Κι όπως ο ίδιος υπερηφανεύτηκε, τη Σπάρτη «την έσβησα, την κατέσκαψα, την εκθεμελίωσα, δεν της άφησα πέτρα πάνω σε πέτρα». Για να το πετύχει αυτό, χρησιμοποίησε συνεργεία με τριάντα και κάποτε σαράντα κι εξήντα εργάτες.

Τα κατορθώματά του μαθεύτηκαν στην Γαλλία, όπου ξεσηκώθηκαν οι διανοούμενοι, οπότε ο βασιλιάς αναγκάστηκε να τον ανακαλέσει. Έφυγε από την Ελλάδα στα 1730, έχοντας αφήσει τα καταστροφικά του ίχνη στην Αθήνα και στην Πελοπόννησο. Τον υποδέχτηκαν ως βάνδαλο καταστροφέα αρχαιοτήτων, που προσέβαλε την Ιστορία. Και αρνήθηκαν να δεχτούν τα έργα του, επειδή δεν υπήρχαν τα πρωτότυπα, που θα αποδείκνυαν την εγκυρότητα των όσων έγραψε. Πέθανε το 1746 μέσα στην καταφρόνια. Ένα χρόνο νωρίτερα (1745), είχε πεθάνει και ο αδελφός του, Ετιέν, περίφημος ερευνητής περί την κινεζική ιστορία, τον οποίο, όμως, κυνηγούσε η κατηγορία της λογοκλοπής (είχε οικειοποιηθεί εργασίες νεκρού συναδέλφου του).

Η Αθήνα των περιηγητών

Η αθηναϊκή (όπως και η ρωμαϊκή) αρχαιότητα, όμως, ξανάλθε στην ευρωπαϊκή επικαιρότητα, με αρκετούς αρχαιολάτρες να επισκέπτονται Αθήνα και Ρώμη για να θαυμάσουν από κοντά ή να αποτυπώσουν σε σχέδια τα αριστουργήματα της αρχαίας τέχνης. Στα 1734, στο Λονδίνο, μια συντροφιά πλούσιων και μάλλον εκλεπτυσμένων Άγγλων που είχε δημιουργηθεί δυο χρόνια νωρίτερα, ίδρυσε την Εταιρεία των Ερασιτεχνών (Society of Dilettanti), με κύριο σκοπό να διορθώσουν τα γούστα των συμπατριωτών τους και να επαναφέρουν την ποιότητα στην ζωή τους. Κατηγορήθηκαν για χίλια δυο καμώματα (ο από τους ιδρυτές της, βαρόνος Francis Dashwood, προσπάθησε να αποπλανήσει την τσαρίνα Άννα της Ρωσίας, καταγγέλθηκε ότι, όσο βρισκόταν στην Ιταλία, ήταν πάντα μεθυσμένος, εκδιώχθηκε από όλα τα παπικά κράτη κ.λπ.). Όμως, στα ενδιαφέροντα της εταιρείας περιλαμβάνονταν και οι αρχαιολογικές έρευνες, με αποτέλεσμα να κεντριστεί το ενδιαφέρον των ερευνητών. Η αρχαία Αθήνα βρέθηκε στη μόδα, σε βάρος της αρχαίας Ρώμης. Με έδρα τη Σμύρνη στη Μικρά Ασία, οι αρχαιολάτρες πραγματοποιούσαν «εκδρομές» αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, με πολλούς από αυτούς να εκδίδουν σπουδαία έργα. Ταυτόχρονα, όμως, γιγαντώθηκε και η συνήθεια να αποσπώνται αρχαιότητες και να μεταφέρονται έξω από την Ελλάδα είτε ως «αναμνηστικά» είτε για να πουληθούν σε μουσεία και συλλογές (ανάλογη παρενέργεια υπήρξε και η μετά από περίπου μισό αιώνα λεηλασία του Παρθενώνα από τον λόρδο Έλγιν).

Με χρηματοδότηση της εταιρείας, ο Άγγλος αρχιτέκτονας, ζωγράφος και σπουδαίος μελετητής της ελληνικής αρχαιότητας, Τζέιμς Στιούαρτ (James Stuart, 1713 - 1788) και ο καλλιτέχνης και ερασιτέχνης αρχιτέκτονας Νίκολας Ρεβέττ (Nicholas Revett, 17201804) έφθασαν στην Αθήνα, όπου παρέμειναν περίπου τρία χρόνια. Κατέγραψαν και αποτύπωσαν όλα τα μνημεία της πόλης. Όταν επέστρεψαν στην Αγγλία (1755), προχώρησαν στην έκδοση (σε 5 τόμους) του υλικού που είχαν συγκεντρώσει. Η έκδοση («Οι αθηναϊκές αρχαιότητες») ξεκίνησε στα 1762, σε τεύχη. Έκαναν τεράστια εντύπωση και εξαντλούνταν αμέσως. Ο πρώτος τόμος ολοκληρώθηκε την ίδια χρονιά κι ο τελευταίος το 1830 (δεκαετίες μετά τον θάνατό τους).

Και ο Γάλλος αρχιτέκτονας Ιούλιος Δαυίδ Λε Ρόυ (Julien-David Le Roy, περ.1724/1728-1803), όταν έμαθε ότι οι Στιούαρτ και Ρεβέττ βρίσκονταν στην Αθήνα, με σκοπό την αποτύπωση των αρχαίων μνημείων, έσπευσε να τους προλάβει. Μάη του 1754, ξεκίνησε από την Γαλλία και μέσω Κωνσταντινούπολης, Σμύρνης και Δήλου, έφθασε στην Αθήνα, Φλεβάρη του 1755. Με την βοήθεια Καπουτσίνων μοναχών και το έργο του περιηγητή Παυσανία στα χέρια, ταύτισε και αποτύπωσε αρχαία μνημεία, τόσο στην Αθήνα, όσο και στον Πειραιά, το Σούνιο, το Θορικό (στη Λαυρεωτική), την Κόρινθο και τη Σπάρτη. Γύρισε στην Γαλλία τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου και βάλθηκε να ετοιμάζει την έκδοση των αποτελεσμάτων της έρευνάς του. Εκδόθηκε σε δυο τόμους (τίτλος «Τα ερείπια των ωραιότερων μνημείων της Ελλάδας») το 1758 και μεταφράστηκε στα αγγλικά και τα γερμανικά. Παρ' όλο που ο ίδιος είχε κάνει τα σχέδια και τις μετρήσεις στα σημεία, όπου εντόπισε τα μνημεία, οι αποτυπώσεις του δεν ήταν απόλυτα ακριβείς. Αποτέλεσμα ήταν να δεχτεί αυστηρή κριτική από τους Στιούαρτ και Ρεβέττ. Το έργο επανεκδόθηκε αναθεωρημένο, στα 1770, και αποτελεί αξιοπρόσεκτη προσφορά στην έρευνα για τις αθηναϊκές αρχαιότητες.

Ο μελετητής Ρίτσαρντ Τσάντλερ (Richard Chandler) δημοσίευσε το έργο του «Ταξίδια στην Ελλάδα» με εκτενείς αναφορές στην Αθήνα αλλά και αγόρασε δυο θραύσματα από μετώπη του Παρθενώνα που στόλιζαν δυο πόρτες σπιτιών, ενώ του επιδείχτηκε «το πανέμορφο κορμί από μια πεσμένη μετώπη, που στόλιζε τον κήπο ενός Τούρκου».

Η δημοσίευση όλων αυτών των έργων είχε αποτέλεσμα η Αθήνα να γίνει δημοφιλής τόπος προορισμού πολλών περιηγητών.

Η ελληνοτουρκική επανάσταση

Από το 1750 κι έπειτα, οι Αθηναίοι γνώριζαν την οικονομική άνθιση που δημιουργούσαν το εμπόριο και η αθηναϊκή βιοτεχνία. Σαπωνοποιία και ελαιουργία αποτελούσαν την αιχμή της ανάπτυξης, καθώς οι πρώτες ύλες προέρχονταν από τους πλούσιους ελαιώνες που σκέπαζαν την Δυτική Αττική κι έφταναν ως τα όρια της πόλης. Οι λόφοι που σχηματίζονταν στη «Στακτοθήκη228» (περιοχή βιομηχανικών απορριμμάτων, κοντά στον Κεραμεικό), ήταν, κατά τον Δημήτριο Γέροντα, ικανή απόδειξη αυτής της παραγωγικότητας. Άλλωστε, στην πόλη δραστηριοποιούνταν πάμπολλες συντεχνίες βιοτεχνών, με πιο ακμαίες και ισχυρές των σαπωνοποιών και των «λιοτριβαρέων» (ελαιοπαραγωγών). Ο αρχαιοδίφης Τζέιμς Στιούαρτ σημείωσε:

«Οι βασικές βιομηχανίες της Αθήνας είναι αυτές που κατεργάζονται το δέρμα και οι σαπωνοποιίες. Το μέλι, το σαπούνι και το τυρί, τα δέρματα και ποσότητα λαδιού στέλνονται στην Κωνσταντινούπολη, ενώ άλλα είδη αγοράζονται από την Γαλλία. Υπολογίζεται ότι μόνο για το μετάξι φθάνουν κάθε χρόνο οχτώ πλοία για να παραλάβουν το φορτίο».

Με όλα αυτά, ο βοεβόδας Σαρή Μουσελίμης θεώρησε ότι βρήκε την κότα που γεννά χρυσά αβγά. Με κριτήριο το ότι η Αθήνα ευημερούσε οικονομικά, ξεκίνησε να φορολογεί άγρια τους Αθηναίους, εφευρίσκοντας απίθανους φόρους, που κατέληγαν στις τσέπες του. Κι επειδή οι ντόπιοι δυσανασχετούσαν, άρχισε να εφαρμόζει σκληρά μέτρα καταστολής και να φέρεται με σκαιότητα, τόσο στους Έλληνες όσο και στους Τούρκους κατοίκους της πόλης.

Ο μητροπολίτης της Αθήνας, Άνθιμος ΣΤ', συγκάλεσε μυστική σύσκεψη, στην οποία μετείχαν Αθηναίοι, Έλληνες και Τούρκοι. Αποφασίστηκε να αντιδράσουν δυναμικά. Οι Τούρκοι είχαν επικεφαλής τους τον επιφανή Χατζή Αλή αγά, Χαμουζαγαζαντέ, που εποφθαλμιούσε την θέση του βοεβόδα. Βρέθηκε δολοφονημένος από τους ανθρώπους του Μουσελίμη. Ήταν Ιούλιος του 1754, όταν οι συνασπισμένοι Έλληνες και Τούρκοι επιτέθηκαν στον βοεβόδα και τον έτρεψαν σε φυγή: Κατέφυγε στο κάστρο της Ακρόπολης, μαζί με τους λοιπούς Τούρκους αξιωματούχους. Οι εξεγερμένοι τους πολιόρκησαν. Ο γραμματέας του βοεβόδα σκοτώθηκε. Αυτόπτης μάρτυρας, ο Τζέιμς Στιούαρτ έγραψε:

«Οι Αθηναίοι είναι πιο οξύνοες και πιο αβροί αλλά και πιο ζωηροί από τους λοιπούς Έλληνες, που βρίσκονται κάτω από τον οθωμανικό ζυγό. Αν και πιέζονται με πολλούς τρόπους και τυραννιούνται, όσες φορές φιλοχρήματοι ή απάνθρωποι διοικητές τούς επιβάλλουν και νέους αυθαίρετους φόρους, εξεγείρονται. Κατά την εδώ παραμονή μου, ενεργώντας με τόλμη, πέτυχαν κι έδιωξαν τρεις διοικητές».

Ο ίδιος ανέφερε ότι η εξέγερση ήταν επακόλουθο του θανάτου του αρχιευνούχου (κισλάρ αγά) Οσμάν (το 1753) και ήρθε ως συνέχεια εξεγέρσεων που συνέβησαν σε διάφορες περιφέρειες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Οι προστατευόμενοί του υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους. Στην Αθήνα κατέφθασε αξιωματούχος της κεντρικής διοίκησης για να μάθει τι ακριβώς είχε συμβεί. Οι τουρκικές αρχές συνέλαβαν τον βοεβόδα και, δέσμιο, τον μετέφεραν στην Κωνσταντινούπολη.

Και ο Δαυίδ Λε Ρόυ, που επισκέφτηκε την Αθήνα λίγους μήνες αργότερα, έγραψε:

«Ο βοεβόδας επέβαλε αυθαίρετους και παράνομους φόρους, με αποτέλεσμα οι κάτοικοι να αφηνιάσουν, να τρέξουν πάνοπλοι στην Ακρόπολη και να τον διώξουν. Κατά τη συμπλοκή, σκοτώθηκαν ο αδελφός του βοεβόδα και πολλοί Έλληνες και Τούρκοι. Η πόλη ήταν ανάστατη για πολλές βδομάδες και ο βοεβόδας δεν τολμούσε να εμφανιστεί δημόσια».

Νέος βοεβόδας ανέλαβε ο Χατζή Αχμέτ αγάς, αδελφός του δολοφονημένου Χατζή Αλή. Κι αυτός έγινε μισητός σε σύντομο διάστημα, ενώ οι κάτοικοι της πόλης υποχρεώθηκαν να πληρώσουν μεγάλη αποζημίωση στον έκπτωτο Μουσελίμη. Με όλα αυτά, βρήκε ευκαιρία να λαφυραγωγήσει τους Αθηναίους και ο πασάς του Ευρίπου (Χαλκίδας), με πρόσχημα το ότι, στρατιωτικά, η Αθήνα υπαγόταν σ' αυτόν: Πραγματοποιούσε επιδρομές στην Αττική (τις βάφτιζε «εκδρομές») και με την βία αποσπούσε μεγάλα χρηματικά ποσά, άσχετα με τους φόρους, τα οποία βάφτιζε «δώρα». Κι επειδή κάποιοι διαμαρτυρήθηκαν, ξεκίνησε εκτοπίσεις και διώξεις. Φυλάκισε τον μητροπολίτη Άνθιμο με πρόσχημα ότι είχε οργανώσει την εξέγερση αλλά και τον άφησε ελεύθερο, όταν του καταβλήθηκε μπαχτσίσι από 5.000 γρόσια.

Οι «εκδρομές» του πασά έγιναν καθεστώς και τα «δώρα» μόνιμη πληγή για τους Αθηναίους. Στα 1759, πέντε χρόνια μετά την επανάσταση, συνεχίζονταν ακόμα: Τον Μάη (του 1759), ο πασάς του Ευρίπου, Μεχμέτ αγάς, κατέφθασε με τρικάταρτο πλοίο στον Πειραιά, ανέβηκε στην Αθήνα με τη συνοδεία του, έμεινε 16 μέρες κι έφαγε το καταπέτασμα με δαπάνη των Αθηναίων. Εδέησε να φύγει, αφού πρώτα απαίτησε και εισέπραξε «δώρο» από τους «οικοδεσπότες» του:

Ο Αθηναίος Δημήτριος Καλλιφρονάς υπολόγισε το κόστος της παραμονής του πασά στην πόλη σε 4.000 γρόσια. Και σε άλλα 4.000 γρόσια το «δώρο» που εισέπραξε. Ένα μήνα αργότερα, ο Μεχμέτ αγάς έστειλε ανθρώπους του, που συνέλαβαν τα παιδιά δυο Τούρκων και τριών Ελλήνων, καθώς και τρεις δημογέροντες. Απαίτησε και πήρε λύτρα για να τους απελευθερώσει. Τέλος, θυμήθηκε ότι ο γραμματικός του Μουσελίμη είχε σκοτωθεί στην επανάσταση του 1754 και ζήτησε αποζημίωση. Οι Αθηναίοι αναγκάστηκαν να πληρώσουν ως «συμβιβασμό», για να τους αφήσει ήσυχους, 250.000 γρόσια, τα οποία έβαλε στην τσέπη του.

Ήταν γερή μπάζα αλλά η τελευταία που ο ίδιος κατάφερε. Ο μητροπολίτης Άνθιμος έφτιαξε μια επιτροπή από δημογέροντες, έπεισε και τον βοεβόδα Χαλίλ αγά να μετάσχει, μπήκε επικεφαλής της κι όλοι μαζί ταξίδεψαν στην Κωνσταντινούπολη. Γύρισαν στην Αθήνα (1760), φέρνοντας μαζί τους διάταγμα (χάτι σερίφ) που απαγόρευε στον πασά του Ευρίπου κάθε ανάμιξη στα ζητήματα που αφορούσαν την Αθήνα. Ο βοεβόδας (οι Αθηναίοι τον ονόμαζαν «καλό Χαλίλ αγά», εξαιτίας της ηπιότητας με την οποία τους αντιμετώπιζε) ανάγγειλε ότι η πόλη είχε αφαιρεθεί από την δικαιοδοσία του κισλάρ αγά (αρχιευνούχου υπεύθυνου για το σουλτανικό χαρέμι) και γινόταν «μαλικιανές».

Ο μαλακιανές κι ο Βαρθολομαίος

Μαλικιανές (τουρκικά malikane) σήμαινε κτήμα γης. Η Αθήνα μετατρεπόταν σε ενοικιαζόμενο κτήμα του σουλτάνου. Ο διευθυντής του Θησαυροφυλακίου (είδος υπουργού Οικονομικών) αναλάμβανε την επίβλεψή του και προχωρούσε σε πλειστηριασμό: Ο πλειοδότης (Μαλικιανές κι αυτός) ουσιαστικά αγόραζε τα έσοδα της πόλης για όσο ζούσε και είχε το δικαίωμα να τα υπενοικιάσει σε άλλον. Οι φόροι που έπρεπε να πληρώνουν οι Αθηναίοι στον αγοραστή του μαλικιανέ αφορούσαν κυρίως την παραγωγή (γεωργικά προϊόντα, σιτηρά, λάδι, βαμβάκι, ρύζι, καπνό, μέλι κ.λπ.) και ήταν προκαθορισμένοι. Όταν, όμως, ο αγοραστής πέθαινε, ο μαλικιανές επέστρεφε στη δικαιοδοσία του σουλτάνου, οπότε γινόταν νέος πλειστηριασμός. Αυτό σήμαινε ότι, όσο πιο γρήγορα πέθαινε ο αγοραστής, τόσο πιο γρήγορα έμπαινε ζεστό χρήμα στο κρατικό θησαυροφυλάκιο. Έτσι, δεν είναι περίεργο το ότι ο πρώτος αγοραστής, κάποιος Μαλή Σανηπή Μπέης από την Λιβαδειά, πέθανε πριν να συμπληρώσει χρόνο στην προσοδοφόρα θέση του (στις 7 Γενάρη του 1761, σημείωσε ο Δημήτριος Καλλιφρονάς). Ο επόμενος ανέθεσε την είσπραξη στον πρώην βοεβόδα, Χατζή Αχμέτ αγά, και ο μεθεπόμενος, κάθε χρόνο, την υπενοικίαζε στον κάθε φορά πλειοδότη.

Ο επαναστάτης μητροπολίτης, Άνθιμος ΣΤ', πέθανε τον Γενάρη του 1764. Νέος μητροπολίτης ανέλαβε ο, πρώην Δρύστρας (περιοχής στη σημερινή Βόρεια Βουλγαρία) Βαρθολομαίος, καβγατζής αλλά και αγωνιστής. Έμεινε στην Κωνσταντινούπολη ένα χρόνο και συνδέθηκε με τον μεγάλο βεζίρη, Μεχμέτ, με πολύ φιλικές σχέσεις. Κάποια διαφορά είχε με τον Αθηναίο πρόξενο της Αγγλίας, οπότε κατάφερε, πριν ακόμα να πάει στην Αθήνα και να αναλάβει τη μητρόπολη, να εκδοθεί φιρμάνι που απαγόρευε στους Αθηναίους να γίνονται πρόξενοι ξένων χωρών. Έφτασε στην Αθήνα τον Μάρτη του 1765. Ο Ρίτσαρντ Τσάντλερ τον περιέγραψε ως άνδρα μεγαλοπρεπή και μεγαλόσωμο με πυκνή γενειάδα, που του άρεσε να επιδεικνύεται. Χαρακτηριστικά, ανέφερε ότι, ανταποδίδοντας δική του επίσκεψη, ο Βαρθολομαίος έφτασε στο σπίτι του καβάλα σε άλογο, έχοντας ακολουθία από πεζούς παπάδες.

Με το που εγκαταστάθηκε στην πόλη, ο νέος μητροπολίτης άνοιξε μέτωπο με τον Αθηναίο άρχοντα, Νικόλαο Λατίνο. Αυτός, όμως, διέθετε μεγάλη πολιτική δύναμη και απολάμβανε τη στήριξη του βοεβόδα. Μπόρεσε, έτσι, να πάρει με το μέρος του την πλειοψηφία, τόσο του κλήρου όσο και των Αθηναίων. Ο Βαρθολομαίος βρέθηκε μπροστά σε γενική εξέγερση. Και του προέκυψε κι ένας ακόμα αντίπαλος: Κάποιος Ιταλός τυχοδιώκτης που εκείνα τα χρόνια ζούσε στην Αθήνα. Λεγόταν Λομπάρντι κι έβγαζε το ψωμί του κάνοντας τον διερμηνέα αλλά και διάφορες εκδουλεύσεις στα όρια της παρανομίας. Ισχυριζόταν ότι, παλιά, ήταν κληρικός κι όταν διασταυρωνόταν με τον μητροπολίτη, τον αποκαλούσε «Βαραββά». Και χρησιμοποιούσε κάθε συκοφαντία για να τον διαβάλει.

Ο Βαρθολομαίος έφυγε στα Δερβενοχώρια κι από εκεί στην Λιβαδειά. Κάποια στιγμή, έμαθε ότι ο Λατίνος ταξίδευε για την Κωνσταντινούπολη, επικεφαλής αντιπροσωπείας κληρικών και λαϊκών, με σκοπό να ζητήσει από το πατριαρχείο την έκπτωσή του από μητροπολίτη. Πήγε κι αυτός. Το τι ειπώθηκε εκεί δεν γνωστοποιήθηκε. Όμως, για μεγάλη έκπληξη των Αθηναίων, Λατίνος και Βαρθολομαίος γύρισαν στην Αθήνα (Ιούνιο του 1766) αγαπημένοι! Ο Λομπάρντι φρόντισε να εξαφανιστεί.

Τα «Ορλωφικά» και ο «μουσιού Καϊράκ»

Ο έκτος κατά σειρά ρωσοτουρκικός πόλεμος ξεκίνησε στα 1768, με τους αδελφούς Ορλώφ να ξεσηκώνουν και τους Έλληνες της Πελοποννήσου ενάντια στους Τούρκους. Ήταν η εποχή που πολλοί Έλληνες προσέβλεπαν στην τσαρίνα Αικατερίνη Β' ως την εστεμμένη που θα τους απάλλασσε από τον τουρκικό ζυγό, προσμονή που δεν είχε διαφύγει από την προσοχή των οθωμανικών αρχών. Άλλωστε, είχε φτάσει μέχρι τ' αφτιά τους το δημοφιλές ανάμεσα στους Έλληνες τραγούδι:

«Ακόμη τούτ' η άνοιξη,

ραγιάδες, ραγιάδες,

τούτο το καλοκαίρι,

Μοριά και Ρούμελη.

Ως να κατέβει ο Μόσκοβος,

ραγιάδες, ραγιάδες,

να φέρει το σεφέρι,

Μοριά και Ρούμελη».

Αμέσως μετά την έκρηξη του πολέμου, στον τότε βοεβόδα της Αθήνας, Χατζή Αγάν αγά, έφτασε διαταγή της κεντρικής διοίκησης να αφοπλιστούν, όσοι από τους Έλληνες Αθηναίους είχαν όπλα. Ανάλογη διαταγή (μπουγιουρντί) έφτασε και από τον πασά του Ευρίπου. Ήταν ένα προληπτικό μέτρο, που ενισχύθηκε και από άλλο, πιο επώδυνο: Όλοι οι Έλληνες της Αθήνας υποχρεώθηκαν, για όσο θα διαρκούσε ο πόλεμος, να διανυκτερεύουν μέσα στο κάστρο της Ακρόπολης.

Τον ίδιο καιρό, κάποιος Μπιλαλής, Τούρκος από την Βόνιτσα, έφτασε στην Αθήνα κι έκανε πως ήταν Έλληνας ζητιάνος, ζητώντας ελεημοσύνη. Τον αναγνώρισε κάποιος Τούρκος κι ο δήθεν ζητιάνος βρέθηκε στην φυλακή. Εκεί τον πλησίασαν δυο αγάδες (Βεΐζ και Εμίν τα ονόματά τους). Του πρότειναν να τον αποφυλακίσουν με αντάλλαγμα να καταγγείλει ότι ήταν απεσταλμένος του μεγάλου μάγιστρου της Μάλτας, με ανατρεπτικά γράμματα προς τον μητροπολίτη Βαρθολομαίο. Συνέλαβαν τον αρχιερέα και τον έριξαν στην φυλακή. Μπόρεσε να αποφυλακιστεί σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, αφού πρώτα δωροδόκησε τον πασά του Ευρίπου με 6.000 γρόσια. Αυτός, άλλωστε, ήταν και ο αντικειμενικός σκοπός που τον φυλάκισαν. Όσο για τον Μπιλαλή από την Βόνιτσα, απαγχονίστηκε στην Χαλκίδα, αφού πια πασάς και αγάδες δεν τον χρειάζονταν. Ο Βαρθολομαίος κατέφυγε στην Λιβαδειά. Στα 1771, αποσύρθηκε στην Τζια. Θα επέστρεφε στα 1775. Μέχρι τότε, πολλά είχαν μεσολαβήσει.

Η επανάσταση (τα «ορλωφικά») ξέσπασε στην Πελοπόννησο στις αρχές του 1770 και μέσα σ' ελάχιστους μήνες (τέλη του Μάη με αρχές του Ιουνίου) πνίγηκε στο αίμα. Όμως, αρχές του Ιουνίου (1770), ένα ρωσικό πολεμικό κατέπλευσε στον Πειραιά. Από αυτό, βγήκε ο Έλληνας «καπετάν Αλέξης Παλικούτζας». Τότε, στο λιμάνι, εργάζονταν ένας Τούρκος τελώνης και δυο φαροφύλακες, ενώ, στην περιοχή, υπήρχε το μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα, με δώδεκα μοναχούς.

Μοναδικός μόνιμος κάτοικος του Πειραιά, ήταν ο «μουσιού» Ιωσήφ Καϊράκ: Γάλλος πρώην αξιωματικός του ναυτικού, είχε φθάσει στην Αττική μαζί με τον αδελφό του, Λουδοβίκο, θερμό φιλέλληνα. Γνωστοί ως «Μουσιουκαράδες», ήταν συγγενείς του πρόξενου της Γαλλίας στην Αθήνα, Δημήτριου Γάσπαρη (εξελληνισμένο όνομα των ντε Γκασπερί), ασκούσαν το εμπόριο λαδιού και ελιάς και διατηρούσαν στον Πειραιά ένα πανδοχείο, με τους ίδιους μοναδικούς εκεί εργαζόμενους. Όταν έφτανε στον Πειραιά κάποιο καράβι, ο Ιωσήφ έβγαινε να υποδεχτεί τον όποιον αποβιβαζόταν. Υποδέχτηκε και τον Παλικούτζα, ο οποίος ανέφερε ως σκοπό της εκεί παρουσίας του την προοπτική της επανάστασης των Αθηναίων ενάντια στους Τούρκους.

Ο Ιωσήφ του εξήγησε ότι η Αθήνα βρίσκεται στο έλεος των τουρκικών στρατευμάτων της Χαλκίδας και της Θήβας, με τους Ρώσους να βρίσκονται αρκετά μακριά (τους ήξεραν να είναι στο Ναβαρίνο της Πελοποννήσου, αν και ήδη είχαν αποπλεύσει από εκεί). Οπότε μια εξέγερση θα ήταν καταστροφική για τους Αθηναίους. Ένας μάλιστα από εκείνους που θα κινδύνευαν άμεσα ήταν και ο γυναικάδελφος του Παλικούτζα, άρχοντας Σπυρίδων Λογοθέτης. Ο Παλικούτζας πείσθηκε και επιβιβάσθηκε στο ρωσικό πολεμικό, που απέπλευσε την ίδια νύχτα. Οι Αθηναίοι γλίτωσαν τα χειρότερα, όχι, όμως, και ο Σπυρίδων Λογοθέτης, τον οποίο οι Τούρκοι συνέλαβαν το επόμενο πρωί και φυλάκισαν στην Ακρόπολη. Τους έβγαινε ο φόβος που τους είχε κυριεύσει, όταν έμαθαν ότι ρωσικό πλοίο είχε πιάσει στο λιμάνι. Το θεώρησαν ως προπομπό του ρωσικού στόλου και προεξοφλούσαν ότι επίκειται απόβαση Ρώσων στην Αττική.

Όσο για τον Ιωσήφ Καϊράκ, απέκτησε τον σεβασμό των Αθηναίων. Στα 1775, έγινε πρόξενος της Γαλλίας στην Αθήνα. Ήταν η χρονιά που, στον έρημο Πειραιά, διασταυρώθηκε με έναν μοναχό, τον οποίο συνόδευε μια νεαρή και όμορφη κοπέλα. Πήγαιναν στο μοναστήρι και τον χαιρέτησαν, όταν τον είδαν. Ο Ιωσήφ κεραυνοβολήθηκε από έρωτα για το άγνωστο κορίτσι. Έμαθε πως ήταν η Μαριώ Μαμωνά, εγγονή του γνωστού Αθηναίου μοναχού και βιβλιογράφου, Πέτρου Αστακάρη, και κόρη της Καρυάς, γυναίκας του άρχοντα στην Κόρινθο, Ιωάννη Μαμωνά από την Μονεμβασιά. Έστειλε προξενήτρα και ζήτησε να την παντρευτεί. Ώσπου να έρθει η απάντηση, στην Αθήνα κυκλοφόρησε το τετράστιχο:

«Κυρά Μαριγώ του Μαμωνά

κι εγγόνα του Αστρακάρη,

μουσιού Καϊράκ εγύρεψε

γυναίκα να σε πάρει».

Ο γάμος έγινε στον έρημο Πειραιά, που, για μια βραδιά, πλημμύρισε από Αθηναίους άρχοντες και ξένους επίσημους. Στον χρόνο επάνω, η Μαριώ γέννησε κορίτσι αλλά η ίδια πέθανε στην γέννα. Ο Ιωσήφ ονόμασε την κόρη του, Μαργαρίτα. Όταν αυτή μεγάλωσε, παντρεύτηκε τον Γάλλο Αντρέ Μερτρούντ (André Mertrud), μόνιμο κάτοικο της Αθήνας. Ο Ιωσήφ πέθανε σε βαθιά γεράματα (ανάμεσα στα 1798 και 1800). Θάφτηκε, όπως και ο αδελφός του, στην αυλή της μονής των Καπουτσίνων στην Αθήνα.

Η χρονιά του Μητρομάρα

Από τους πρωτεργάτες των Ορλωφικών, ο χριστιανός Αρβανίτης, καπετάν Μητρομάρας (Μήτρος Λέκκας), χτυπούσε στην Κόρινθο και είχε επικηρυχθεί από τον εκεί διοικητή, Κιαμίλπεη. Στα 1770, σε μάχη στην Κακιά Σκάλα, νίκησε τους Τούρκους και μπήκε στα Μέγαρα. Αρχές του 1771, με τους Ρώσους να έχουν περιοριστεί στην Πάρο, κυρίευσε τη Σαλαμίνα, ύψωσε ρωσική σημαία και την έκανε βάση του. Δημιούργησε μικρό στόλο από καΐκια και χτυπούσε τους Τούρκους, όπου τους συναντούσε. Στις επιχειρήσεις αυτές, εκτός από τους άνδρες του (τους «λεμπέσηδες»229), μετείχαν και Αθηναίοι αλλά και πολλοί κάτοικοι των χωριών της Αττικής. Όπως και παντού όπου ο Μητρομάρας είχε εμφανιστεί, οι πρόκριτοι της Αθήνας προσπάθησαν να διαχωρίσουν την θέση τους, με αιτιολογία ότι προστάτευαν τον ελληνικό πληθυσμό από τουρκικά αντίποινα. Οι Τούρκοι, όμως, βρήκαν εύκολο στόχο τους κατοίκους της Αθήνας, ενάντια στους οποίους κινιόνταν απειλητικά.

Συμπτωματικά, εκείνη την εποχή βοεβόδας δεν υπήρχε στην Αττική, οπότε ο κάθε Οθωμανός αξιωματούχος παρίστανε τον διοικητή, αποφασίζοντας ό,τι ήθελε και προκαλώντας φόβο στους κατοίκους. Κι από το Ναύπλιο, εμφανίστηκε κάποιος Ισλάμ «Μπελούμπασης»230 με εκατό άνδρες, ως φρουρά, κι επέδειξε «μπουγιουρντί» του σερασκέρη Μισίνογλου, που τον όριζε φρούραρχο της Αθήνας. Οι διώξεις ενάντια στους Αθηναίους συνεχίστηκαν και μετά την άφιξη του νέου βοεβόδα (κάποιου Μποσταντζή αγά). Οι Τούρκοι υποπτεύονταν ότι οι Αθηναίοι, κρυφά, έστελναν τρόφιμα και πολεμοφόδια στη Σαλαμίνα, κάτι που δεν απείχε πολύ από την αλήθεια.

Οι επιδρομές του Μητρομάρα και των λεμπέσηδων ενάντια στους Τούρκους πλήθαιναν, με κορύφωση τη ληστεία δυο ανθρώπων του βοεβόδα, που μετέφεραν στην πόλη την είσπραξη από τα χαράτσια. Κι ο ένας από τους δυο άνδρες σκοτώθηκε. Ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι: Τούρκοι και, αντίθετοι με τον Μητρομάρα, μουσουλμάνοι Αρβανίτες μαζεύτηκαν στα καφενεία και φώναζαν ότι θα σφάξουν όλους τους Αθηναίους, οι οποίοι έτρεχαν να κρυφτούν, καθένας όπου έβρισκε. Ο μουφτής και ο βοεβόδας ήταν εκείνοι που έσπευσαν στα καφενεία και, με καταπραϋντικά λόγια αλλά και απειλές, προσπάθησαν να κατευνάσουν τους εξαγριωμένους. Με βασικό επιχείρημα τη ρητορική ερώτηση που και σε άλλες περιπτώσεις είχε διατυπωθεί από τους θρησκευτικούς ηγέτες των Τούρκων:

«Αν σκοτωθούν όλοι οι χριστιανοί, ποιοι θα πληρώνουν το χαράτσι;».

Όταν όλα ησύχασαν, κάποιοι Αθηναίοι έφυγαν στη Σαλαμίνα και είπαν στον Μητρομάρα από τι είχαν γλιτώσει. Πείσθηκε αυτός κι επέστρεψε ολόκληρο το ποσό που είχε προέλθει από τη ληστεία.

Τον ίδιο καιρό, ο φρούραρχος (ο Ισλάμ Μπελούμπασης) συμπεριφερόταν με σκαιότητα στους υφισταμένους του και εξελισσόταν σε άρπαγα και πλεονέκτη. Την κατάσταση θέλησε να εκμεταλλευτεί ένας Αλβανός (ο Ιμπραήμ Κούρας) και ξεκίνησε από την Χαλκίδα, με συνοδεία στρατού, για να διώξει τον Ισλάμ και να πάρει αυτός την θέση του. Ο φρούραρχος πήρε τους δικούς του και βγήκε από την πόλη, να τον προϋπαντήσει. Στη σύγκρουση που ακολούθησε, ο Ισλάμ νίκησε, με τον αντίπαλό του να αναγκάζεται σε άτακτη υποχώρηση. Για λίγο, οι Αθηναίοι ησύχασαν, καθώς έτρεμαν την πιθανότητα, αντί να συγκρουστούν, οι αντίπαλοι να τα βρουν μεταξύ τους και να λεηλατήσουν την πόλη, σε συνεργασία. Όμως, ο Ισλάμ θεώρησε ότι πια μπορούσε να αρπάζει ό,τι ήθελε από τους κατοίκους, αδιαφορώντας αν επρόκειτο για Έλληνες ή Τούρκους. Όπως και πριν από 17 χρόνια, Έλληνες και Τούρκοι συνεννοήθηκαν μεταξύ τους. Αυτή την φορά, έστειλαν κοινή αναφορά στον σερασκέρη Μισίνογλου, στο Ναύπλιο, περιγράφοντας τις κλεψιές και τις αρπαγές του φρούραρχου. Ο Ισλάμ καταργήθηκε. Τον Μάη (1771), νέος φρούραρχος κατέφθασε ο Μεχμέτ πασάς με τετρακόσιους Αλβανούς. Και τον Ιούνιο, ο Χατζή Ασάν αγάς διαδέχτηκε τον προηγούμενο βοεβόδα. Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου, ο πασάς του Ευρίπου (Χαλκίδας) Τζατάλ Αλή αγάς, με το πρόσχημα ότι οι Αθηναίοι ήταν φιλορώσοι, ξεκίνησε με πεντακόσιους οπλοφόρους να καταστρέψει την Αθήνα, εκτός κι αν εισέπραττε κάποιο ποσόν. Είχε στα χέρια του και σχετικό διάταγμα. Πρόφθασε ο εκμισθωτής της πόλης, «μαλακιανέ σαϊπής Ισμαήλ αγάς» να ενεργήσει, ώστε να εκδοθεί νέο διάταγμα που καταργούσε το πρώτο. Έσπευσε και συνάντησε τον επερχόμενο πασά στο Μενίδι και του το επέδειξε. Ο Τζατάλ συμφώνησε να μη σφάξει τους Αθηναίους αλλά συνέχισε την πορεία του προς την Αθήνα. Μπήκε στην πόλη και, με συνοπτικές διαδικασίες, φυλάκισε τους δημογέροντες. Μάζεψαν οι δικοί τους 40.000 γρόσια και τον πλήρωσαν. Οι προεστοί αποφυλακίστηκαν. Ο Τζατάλ έμεινε στην Αθήνα κάποιο εικοσαήμερο. Φεύγοντας, άφησε 300 από τους οπλοφόρους του, τάχα να φυλάνε τον τόπο. Κάποιοι άλλοι Τούρκοι αξιωματούχοι βρήκαν προσοδοφόρα τη μέθοδο, συνέλαβαν και φυλάκισαν τον άρχοντα Νικόλαο Λατίνο με την κατηγορία ότι έστελνε τρόφιμα στον Μητρομάρα, στη Σαλαμίνα. Στην πραγματικότητα, ο Λατίνος ήταν ανάμεσα σε εκείνους που είχαν αρνηθεί κάθε βοήθεια στον Μητρομάρα. Αυτό, όμως, που έπεισε τους Τούρκους να τον αποφυλακίσουν, ήταν ένα μπαχτσίσι 2.000 γρόσια. Κι επειδή κάποιος έπρεπε να τιμωρηθεί ως συνεργάτης των «λεμπέσηδων» της Σαλαμίνας, την πλήρωσαν ένας γέρος ψαράς κι ο γιος του, που αποκεφαλίστηκαν. Με την ίδια κατηγορία, φυλακίστηκε και κάποιος Μιχαήλ Μπακανάς. Μόνο που ούτε αυτός είχε να πληρώσει λύτρα: Το επάγγελμά του ήταν κηπουρός. Τον έσυραν στον δήμιο, που, δασκαλεμένος, τον ρώτησε, αν ήθελε να γίνει μωαμεθανός και να γλιτώσει την ζωή του. Απάντησε ότι προτιμούσε να πεθάνει χριστιανός. Ήταν Ιούλιος του 1771, όταν αποκεφαλίστηκε. Η Εκκλησία τον ονόμασε Άγιο Μιχαήλ τον Νέο και τιμά την μνήμη του στις 9 Ιουλίου.

Ο Μητρομάρας τραυματίστηκε σε μάχη και κατέφυγε στο νησάκι, Αγκίστρι. Πέθανε εκεί, από τις πληγές του, τον Φλεβάρη του 1772. Λίγα χρόνια αργότερα, τραγουδούσαν:

«Του Μητρομάρα το σπαθί

Κολοκοτρώνης το φορεί».

Και το δημοτικό τραγούδι θρήνησε τον θάνατό του:

«Ένα πουλί, θαλασσινό πουλί, κι ένα Μοραϊτάκι,
τα δυο εκουβεντιάζανε, κρυφή κουβέντα ελέγαν.
Πες μου πουλί, καλό πουλί, κανέν’ καλό χαμπέρι.
-Καλή αρμάδα σκόρπισε και τα καράβια φύγαν,
κι ο Μητρομάρας άρρωστος βαριά για να πεθάνει.
Τον κλαίνε χώρες και χωριά, χωριά και βιλαέτια,
τον κλαίν’ τα παλληκάρια του, τον κλαίν’ κι οι ψυχογιοί του.
Όπως τον κλαίει ο Στεφανής, όχι κανένας άλλος.
Για σήκω πάνω, Μήτρο μου, και καπετάν Δημήτρη,
για να βαφτίσεις ένα παιδί, να βγάλεις τ’ όνομά σου.
-Φωτιά να κάψει το παιδί και λαύρα την κουμπάρα.
Εγώ σάς λέω δεν μπορώ και σεις μού λέτε σήκω.
Για πιάστε με να σηκωθώ και βάλτε με να κάτσω,
και δέστε το κεφάλι μου μ’ ένα χρυσό μαντίλι,
και φέρτε μου κι έναν παπά να με ξεμολογήσει,
να ξέρει από λόγου του, να μού τα συγχωρήσει.
Αφήνω το ντουφέκι μου στην Παναγιά στην Τήνο,
αφήνω τα κουμπούρια μου πάνω στον Άι Μελέτη,
αφήν’ το θλιβερό σπαθί μεσ’ την Φανερωμένη».

Οι άνδρες του σκόρπισαν. Οι περισσότεροι αιχμαλωτίστηκαν και κρεμάστηκαν. Από τσιγκέλια, σε διάφορα σημεία της Αθήνας, να τους βλέπουν οι κάτοικοι και να παραδειγματίζονται. Οι γυναίκες τους πουλήθηκαν σκλάβες. Την γυναίκα του Μητρομάρα εξαγόρασαν οι συγγενείς του από το Μενίδι.

Οι Τούρκοι αναθάρρησαν. Πολλοί Έλληνες διώχθηκαν, επειδή δήθεν βοήθησαν τους άνδρες του Μητρομάρα, στην πραγματικότητα, για προσωπικούς λόγους. Ένα από τα θύματα ήταν και ο δημογέροντας Νικόλαος Λατίνος. Ο Τούρκος Ασάνης Αγριμπαλής του έστησε ενέδρα και τον σκότωσε, μια νύχτα που ο άρχοντας γύριζε στο σπίτι του. Ο φονιάς είχε προσωπική αντιδικία με το θύμα, οπότε εύκολα εντοπίστηκε. Ο βοεβόδας διέταξε να τον φυλακίσουν στην Ακρόπολη. Αποφυλακίστηκε λίγες μέρες αργότερα.

Η πρώτη φορά του Χασεκή

Ο Μαλικιανέ σαϊπής Ισμαήλ αγάς πέθανε το 1774, χρονιά που τέλειωσε και ο ρωσοτουρκικός πόλεμος με την υπογραφή της συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (21 Ιουλίου). Επιβλήθηκε γενική αμνηστία, ενώ η Ρωσία ανέλαβε την προστασία των χριστιανών που ζούσαν στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Δεν ίσχυσε για τους Αθηναίους.

Με τον θάνατο του Ισμαήλ, προκηρύχθηκε νέος πλειοδοτικός διαγωνισμός για τον μαλικιανέ της Αθήνας. Τον αγόρασε η Εσμά σουλτάνα για 750.000 (κατά τον Παναγή Σκουζέ ή, κατ' άλλους, 1.500.000) γρόσια και τον χάρισε στον εραστή της, Χατζή Αλή, τον Χασεκή.

Η Εσμά ήταν κόρη του σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ Α' (βασίλεψε 1774 - 1789) και αδελφή του, επόμενου σουλτάνου, Σελίμ Γ' (1789 - 1808). Ο Χατζή Αλή υπηρετούσε ως σωματοφύλακας (Χασεκής) στο σουλτανικό παλάτι. Απέκτησαν σχέση. Το δώρο παρακίνησε τον Χασεκή να επισκεφτεί το κτήμα του, την Αθήνα. Έφτασε στα 1775, είδε τον τόπο από κοντά, του άρεσε κι αποφάσισε να μείνει μόνιμα.

Σύμφωνα με τον Σκουζέ, το ετήσιο εισόδημά του ήταν το ένα δέκατο της παραγωγής σταριού, κριθαριού και λαδιού, ενώ από τα περιβόλια εισέπραττε «δέκα παράδες το στρέμμα». Το λεπτό μετάξι είχε φόρο «40 παράδες η οκά231» και το χοντρό, είκοσι. Τα γιδοπρόβατα του προσπόριζαν τρεις παράδες το κεφάλι και σε κάθε εκατό κεφάλια χρέωνε τρεις οκάδες τυρί κι άλλες τόσες βούτυρο. Ο Μαλακιανές είχε δικαίωμα να μαζεύει και τα παιδιά, κάθε χρόνο. Μετρούσε την περιφέρεια του λαιμού τους και τον περνούσε με διπλό σπάγκο που δενόταν στην άκρη σε κόμπο. Το παιδί δάγκωνε τον κόμπο κι έπειτα ο Τούρκος άνοιγε τον διπλό σπάγκο κι, αν το κεφάλι του παιδιού χωρούσε να περάσει από το άνοιγμα, ο γονιός του έπρεπε να πληρώσει εξήντα παράδες. Αν δεν χωρούσε, δεν πλήρωνε, οπότε η διαδικασία αυτή έμενε να επαναληφθεί τον επόμενο χρόνο. Ο κατάλογος των υποχρεώσεων προς τον Μαλικιανέ τέλος δεν είχε.

Ο Χασεκής έχρισε τον εαυτό του και βοεβόδα αλλά και ζαμπίτη (ουσιαστικά, αστυνόμο). Στα είκοσι χρόνια που ρούφηξε το αίμα των Αθηναίων, μετέτρεψε σε παλάτι το αρχοντικό των Μπενιζέλων (στο σημερινό Μοναστηράκι) κι έστησε μια έπαυλη στον Βοτανικό. Και τα δυο ακίνητα, ουσιαστικά, κατασχέθηκαν από τον ίδιο. Αποσπούσε χρηματικά ποσά, ακίνητα αλλά και κοσμήματα με το «έτσι θέλω» κι έβαζε δικούς του να παρακολουθούν τις γυναίκες, γυμνές στα δημόσια λουτρά. Άρπαζε τις ωραιότερες και τις πρόσθετε στο χαρέμι του. Μια από αυτές, την Ελγίνα, γυναίκα του Σταμάτη Σαρρή, δεν μπόρεσε να την απαγάγει. Ο Σαρρής ειδοποιήθηκε έγκαιρα κι έφυγε, μαζί της, στην Λιβαδειά. Την εγκατέστησε σε ασφαλές σπίτι κι επέστρεψε στην Αθήνα. Ο Χασεκής τον συνέλαβε κι έβαλε να τον δείρουν τόσο άσχημα που έμεινε μισοπεθαμένος.

Κάποιοι δημογέροντες προσπαθούσαν να καλύψουν τα έργα του Χασεκή, επειδή πίστευαν ότι έτσι θα γλίτωναν οι ίδιοι είτε επειδή ήθελαν να τα έχουν καλά μαζί του. Ο αθηναϊκός λαός εξέλεξε, κρυφά, εκπροσώπους του, που ταξίδεψαν στην Κωνσταντινούπολη και ζήτησαν την ανάκληση του Χασεκή. Συνηγόρησε σ' αυτό και η Εσμά σουλτάνα που τον αναπολούσε. Πριν να τελειώσει ο πρώτος χρόνος του ως «Μαλικιανές», ο Χασεκής ανακλήθηκε στην Πόλη. Στο βοεβοδιλίκι, τον αντικατέστησε ο Αγάν αγάς.

Οι εισπράκτορες των φόρων, όμως, έμειναν πίσω. Και σ' αυτούς προστέθηκαν δημογέροντες, οπότε η φορολογία διογκώθηκε υπερβολικά. Ενώ ο συνολικός φόρος θα έφθανε εκείνη την χρονιά τα 350.000 γρόσια (700 πουγκιά προς 500 γρόσια το καθένα), οι φοροεισπράκτορες και οι δημογέροντες απαίτησαν και εισέπραξαν 500.000 (χίλια πουγκιά). Οι Αθηναίοι ένιωσαν ότι ο Χασεκής τους κόστιζε λιγότερα. Έστειλαν στην Κωνσταντινούπολη νέα αντιπροσωπεία και ζήτησαν την επιστροφή του.

Σεπτέμβρη του 1776, ο Χασεκής εμφανίστηκε στην Αθήνα και κατέλυσε, φιλοξενούμενος, στο σπίτι του άρχοντα Δημητρίου Βλαστού. Με την βοήθεια δημογερόντων και την παθητική στάση του μητροπολίτη Βαρθολομαίου, ο βοεβόδας Αγάν αγάς καταργήθηκε. Νέος, για το 1777, ανέλαβε ο Χασεκής.

Ο Γιαχόλιορης και οι λογαριασμοί

Πρώτη ενέργεια του Χασεκή ήταν να παρουσιάσει στους Αθηναίους τον λογαριασμό: 60.000 γρόσια είπε ότι του είχε κοστίσει η προσωρινή απομάκρυνσή του. Αναγκάστηκαν να του τα πληρώσουν. Δεύτερη ενέργεια ήταν να απολύσει τον Αλβανό «μεϊντάμπαση232», Γιαχόλιορη. Εξοργίστηκε αυτός που θα έχανε τα όσα αποσπούσε από τους χωρικούς κι αποφάσισε να τα πάρει με επιδρομή στην Αθήνα και λεηλασία. Ξεσήκωσε τους Αρβανίτες και, ξεκινώντας από τον Ωρωπό, με ένα σώμα 600 - 700 ανδρών, προχώρησε προς την Αθήνα. Όσο να φτάσει στην Κηφισιά, οι άνδρες του είχαν γίνει χίλιοι, καθώς πολλοί μυρίστηκαν πλιάτσικο κι έσπευσαν να τον πλαισιώσουν. Δημιούργησε τρία στρατόπεδα, από ένα στο Χαλάνδρι, στο Μαρούσι και στην Κηφισιά, κι ετοιμαζόταν να εισβάλει νύχτα στην ανοχύρωτη Αθήνα.

Ο Χασεκής ζήτησε ενισχύσεις. Από το χωριό Λάλα (στην Ηλεία) κατέφθασαν εξήντα Λαλαίοι κι από την Κάρυστο άλλοι εξήντα. Μαζεύτηκαν και 150 καβαλάρηδες και χίλιοι πεζοί Αθηναίοι και Τούρκοι της Αθήνας. Κι ενώ οι Τούρκοι κάτοικοι συγκέντρωναν τροφές και κλείνονταν στην Ακρόπολη, οι Έλληνες έφευγαν στην Σαλαμίνα και την Αίγινα. Οι δημογέροντες πρότειναν στον Χασεκή, αντί να περιμένουν τον Γιαχόλιορη να επιτεθεί και να προσπαθήσουν να τον αποκρούσουν, να τον αιφνιδιάσουν αυτοί, όσο ακόμα ο επιδρομέας βρισκόταν σε στάδιο προετοιμασίας.

Η επίθεση Ελλήνων και Τούρκων της Αθήνας εκδηλώθηκε στο Χαλάνδρι στις 2 Φλεβάρη του 1778. Οι άνδρες του Γιαχόλιαρη αιφνιδιάστηκαν κι έσπευσαν να οχυρωθούν σε τρεις πύργους που υπήρχαν εκεί. Οι Αθηναίοι τους πολιόρκησαν και τους κάλεσαν να παραδοθούν. Αρνήθηκαν, περιμένοντας ενισχύσεις από τον αρχηγό τους. Δεν ήρθαν ποτέ. Οι πολιορκητές έβαλαν φωτιά στις ξύλινες πόρτες των πύργων και πυροβολούσαν, όποιον έβγαινε. Τους σκότωσαν όλους. Έπειτα, χωρίστηκαν σε δυο σώματα κι επιτέθηκαν, ταυτόχρονα, στην Κηφισιά και στο Μαρούσι. Οι επιδρομείς, οι οποίοι αριθμούσαν πια 3.000 άνδρες, έπαθαν μεγάλη ζημιά κι αποχώρησαν. Κατά τις πηγές, σκοτώθηκαν συνολικά 1.350 επιδρομείς, ενώ, κατά τον Σκουζέ, «εκ των Αθηναίων, μόλις έπεσαν πέντε».

Η νίκη γιορτάστηκε από τους κατοίκους της Αθήνας που την απέδωσαν στον Χασεκή. Στον πανηγυρικό λόγο του, κάποιος δάσκαλος τη σύγκρινε με την, ενάντια στους Πέρσες, μάχη των Αθηναίων στον Μαραθώνα. Ο Χασεκής, με πολύ ενδιαφέρον, ρώτησε:

«Είχε και τότε, δάσκαλε, ο Μαραθώνας καλά βόδια, όπως και τώρα;».

Οι δημογέροντες εισηγήθηκαν στον Χασεκή η πόλη να τειχιστεί, ώστε να μπορεί στο μέλλον να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε επιδρομή: Τα τείχη της Ακρόπολης δεν επαρκούσαν για την προστασία των κατοίκων και των κτιρίων. Ο Χασεκής συγκατένευσε. Με προσωπική εργασία των κατοίκων, το τείχος ήταν έτοιμο σε 108 μέρες. Γι' άλλη μια φορά, ο Χασεκής παρουσίασε τον λογαριασμό: Οι Αθηναίοι έκανε να του πληρώσουν 42.400 γρόσια. Τα πλήρωσαν.

Το τείχος αγκάλιαζε την Αθήνα με την περίμετρό του να φτάνει τα 4.200 μέτρα (από τα οποία, τα 400 ήταν τμήματα που προϋπήρχαν). Διέθετε επτά πύλες:

Μια (κοντά στο Θησείο) έβλεπε προς τον Πειραιά. Άλλη, (κοντά στην Στακτοθήκη) προς την Πελοπόννησο. Τρίτη, βρισκόταν στην σημερινή οδό Σοφοκλέους και ο δρόμος της οδηγούσε προς το Μενίδι και την Εύβοια. Η τέταρτη βρισκόταν εκεί, όπου η σημερινή οδός Όθωνος, στην άκρη του Εθνικό κήπου, με τον δρόμο που ξεκινούσε από εκεί να οδηγεί στα Μεσόγεια (λεγόταν και της «Μπουμπουνίστρας», εξαιτίας μιας κρήνης που βρισκόταν εκεί, με το νερό της να πέφτει με δύναμη και να θυμίζει μπουμπουνητό). Πέμπτη ήταν η πύλη του Αδριανού (την έλεγαν «της βασιλοπούλας»). Η έκτη πύλη λεγόταν «των τριών πύργων» και βρισκόταν στην σημερινή συνοικία Μακρυγιάννη. Και η έβδομη ήταν της Ακρόπολης, την οποία μόνο οι Τούρκοι χρησιμοποιούσαν.

Έχοντας αποκαταστήσει την εξουσία του, ο Χασεκής άρχισε πάλι να αρπάζει περιουσίες και να φορολογεί αλόγιστα τους κατοίκους της πόλης, Έλληνες και Τούρκους. Χρειάστηκε, όμως, να ταξιδέψει στην Κωνσταντινούπολη, οπότε άφησε κάποιον να φροντίζει για τα συμφέροντά του (1788). Αμέσως, Τούρκοι αγάδες της Αθήνας ξεκίνησαν να ξεσηκώνουν τον λαό ενάντια στον Χασεκή. Πλάι τους, έσπευσαν να συνταχθεί και μεγάλο μέρος των Ελλήνων, με, αυτή την φορά, προεξάρχοντα τον μητροπολίτη Βαρθολομαίο. Μια απεργία έκλεισε τα εργαστήρια, κάποιες συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας έγιναν, καταγγελίες ενάντια στον Χασεκή στέλνονταν προς κάθε αρχή που πιστευόταν ότι μπορεί να επέμβει. Στην περιοχή, έπλεε τουρκικός στόλος με αντικειμενικό σκοπό να σταματήσει τη ληστρική δράση των Αλβανών στην Πελοπόννησο. Τούρκοι αγάδες επισκέφτηκαν τον αρχιναύαρχο ζητώντας τη μεσολάβησή του, για να απαλλαγούν από τον Χασεκή, κι ο Βαρθολομαίος επισκέφτηκε, στη Σαλαμίνα όπου για λίγο στάθμευε, τον μεγάλο διερμηνέα του στόλου, Νικόλαο Μαυρογένη, κι έπειτα ακολούθησε τον στόλο στην Πελοπόννησο.

Τα τρία κακά της αθηναϊκής μοίρας

Αντί να απαλλαγούν από αυτόν, οι Αθηναίοι είδαν τον Χασεκή να τους προκύπτει βοεβόδας και για το 1779. Κατέφθασε συνοδευόμενος από επιθεωρητές κι έχοντας μαζί του βασιλικό φιρμάνι, για το οποίο προφανώς και είχε φροντίσει η ερωμένη του, Εσμά σουλτάνα. Μαζί του, την Αθήνα επισκέφτηκε και η πανούκλα, καθώς και μια άγρια κακοκαιρία που κατέστρεψε την παραγωγή. Και η ύπαιθρος της Αττικής, καθώς και της Θήβας και των Σαλώνων (Άμφισσας), είχε γίνει έρμαιο ληστοσυμμοριών από τους Αλβανούς που λυμαίνονταν τον τόπο (ο Χασάν πασάς είχε εξοντώσει 5.000 από αυτούς στο Ναύπλιο, στην περιοχή που ονομάστηκε Αρβανιτιά, ενώ όσοι γλίτωσαν, διέφυγαν στη Ρούμελη). Η Αττική ερήμωνε. Κι ο Χασεκής πλούτιζε. Εξόρισε τους αρχηγούς της ενάντιά του κίνησης και προχώρησε σε διώξεις εκείνων που είχαν μετάσχει σ' αυτήν.

Επικεφαλής επιτροπής δημογερόντων, ο Βαρθολομαίος ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη κι αυτή την φορά κατόρθωσε να εκδοθεί φιρμάνι που απαγόρευε στον Χασεκή (τότε αλλά και στο μέλλον) να είναι βοεβόδας. Ο Χασεκής ξαναβρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Από εκεί, οργάνωσε την δολοφονία δυο ανθρώπων του νέου βοεβόδα (κάποιου Ιμπραήμ αγά). Η Αθήνα έγινε πεδίο δολοπλοκιών και επιθέσεων της μιας ενάντια στην άλλη παράταξη των Τούρκων, με τους Αθηναίους να καλούνται να πληρώσουν τις ζημιές. Νοέμβρη του 1781, πέθανε ο μητροπολίτης Βαρθολομαίος και νέος εκλέχτηκε ο Βενέδικτος, τον οποίο οι σύγχρονοί του χαρακτήριζαν «απαίδευτο».

Ένα χρόνο αργότερα (Νοέμβρη του 1782), ο Χασεκής εμφανίστηκε πάλι στην Αθήνα, πάλι με διάταγμα που τον διόριζε βοεβόδα. Ξανάρχισε να καταπατά τις περιουσίες των Αθηναίων και να τους υποχρεώνει σε «αγγαρείες». Κατόρθωσε να είναι βοεβόδας και τα επόμενα χρόνια, μέχρι το 1785. Κι επειδή οι Αθηναίοι εγκατέλειπαν την πόλη, για να γλιτώσουν από αυτόν, έβαλε φρουρούς στις επτά πύλες του τείχους και απαγόρευσε την έξοδο σε όποιους θεώρησε ύποπτους φυγής. Παρ' όλα αυτά, περίπου διακόσιοι μπόρεσαν να διαφύγουν. Έφτασαν όλοι μαζί στην Κωνσταντινούπολη. Ζήτησαν να τους δοθεί αλλού τόπος να μείνουν, καθώς, με τον Χασεκή στο κεφάλι τους, τους ήταν αδύνατο να ζήσουν στην Αττική.

Οι αξιωματούχοι στην Κωνσταντινούπολη, άρχισαν να αντιλαμβάνονται ότι κάτι δεν πήγαινε καλά στην Αθήνα. Μάρτη του 1785, εκδόθηκε φιρμάνι να παρουσιαστούν εκεί οι κατήγοροι και ο κατηγορούμενος, για να ξεκαθαριστεί το ζήτημα. Πήγαν ο μητροπολίτης Βενέδικτος και οι δημογέροντες εκείνης της χρονιάς, καθώς και Έλληνες και Τούρκοι «παθόντες». Πήγε και ο Χασεκής.

Η εποχή των δημαγωγών

Στην Αθήνα, ένας Έλληνας, ο Μπέλος, κι ένας Τούρκος, ο Μπεκίρης, ξεσήκωναν τον λαό τόσο ενάντια στον Χασεκή όσο κι ενάντια στους δημογέροντες, κατηγορώντας τους ότι φρόντιζαν μόνο για τα συμφέρον τους. Και συκοφαντούσαν τον Βενέδικτο στο πατριαρχείο. Παρουσιάζονταν ως λαϊκοί ηγέτες και προσπαθούσαν να θέσουν την πόλη κάτω από τον έλεγχό τους. Με «λαϊκή εντολή», καθαίρεσαν τους δημογέροντες που έλειπαν κι επέβαλαν άλλους.

Στην Κωνσταντινούπολη, τα γεγονότα έτρεχαν: Ο Χασεκής καθαιρέθηκε από βοεβόδας και στάλθηκε εξόριστος στην Κύπρο. Αρχές Ιουνίου, καθαιρέθηκε κι ο μητροπολίτης Βενέδικτος κι αντικαταστάθηκε από τον πρωτοσύγκελο Αθανάσιο. Τον Ιούλιο, έφθασε στην Αθήνα ο Καρά Μουσταφά, νέος βοεβόδας. Οι Αθηναίοι τον είχαν βοεβόδα και παλιότερα και τους ήταν συμπαθής. Βγήκαν στους δρόμους και τον υποδέχτηκαν με συνθήματα ενάντια στον Χασεκή. Ο οποίος, όμως, αν και εξόριστος, εξακολουθούσε να είναι Μαλικιανές. Με τους έκπτωτους δημογέροντες να βρίσκονται ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά: Των ανθρώπων του Χασεκή από τη μια και των Μπέλου και Μπεκίρη, που ξεσήκωναν τους κατοίκους της πόλης ενάντιά τους, απ' την άλλη. Έφτασαν με πλοίο στην Αττική και βγήκαν στην Κερατέα, έμαθαν ότι κινδύνευε η ζωή τους κι αμέσως έφυγαν για την Τζια.

Όντας λαοφιλείς κι έχοντας ελεύθερο το πεδίο δράσης, ο Μπέλος κι ο Μπεκίρης εξελίχθηκαν σε δημαγωγούς κι επέβαλαν ιδιότυπη δικτατορία: Όποιον θεωρούσαν ότι είναι εμπόδιο στα σχέδιά τους, τον κατηγορούσαν ως δήθεν συνεργάτη του Χασεκή, τον φυλάκιζαν και τον βασάνιζαν. Κάποιον Βρεττό, τον έσυραν μισοπεθαμένο από τα χτυπήματα στην φυλακή αλλά αναγκάστηκαν να τον αφήσουν ελεύθερο, καθώς αποδείχτηκε εντελώς αθώος: Σαράντα μέρες αργότερα, ο Βρεττός πέθανε εξαιτίας των πληγών του, αφήνοντας ορφανά ένα γιο και έξι κόρες.

Τέλη Οκτώβρη (1785), εμφανίστηκε στην Αθήνα ο νέος μητροπολίτης, Αθανάσιος. Είχε ήδη πετύχει την απελευθέρωση των φυλακισμένων στην Κωνσταντινούπολη Αθηναίων. «Όρκισε» τους Μπέλο και Μπεκίρη να αποτραβηχτούν από το προσκήνιο και μεσολάβησε, ώστε να επιστρέψουν ασφαλείς από την Τζια οι άρχοντες που είχαν καταφύγει εκεί. Παρά τους όρκους τους, ο Μπέλος κι ο Μπεκίρης συνέχιζαν να κινούν τα νήματα της εσωτερικής διαμάχης. Ένας γέρος χωριάτης μαστιγώθηκε μέχρι θανάτου, με την κατηγορία ότι βρισκόταν σε επαφή με τον Χασεκή!

Κάποια στιγμή υπέθεσαν ότι ο νέος μητροπολίτης, Αθανάσιος, ο βοεβόδας Καρά Μουσταφά κι ένας άρχοντας, ο Ξάνθης, ενεργούσαν για να τους απομακρύνουν. Πρόλαβαν αυτοί: Ιούλιο του 1786, συνέλαβαν τον δημοφιλή βοεβόδα και τον φυλάκισαν. Νέος ορίστηκε ο Χαλίλ αγάς Σιλικτάρης (Σιλικτάραγας), δικό τους ενεργούμενο. Ο Ξάνθης έφυγε στην Κωνσταντινούπολη κι ο μητροπολίτης στη Λιβαδειά. Το δίδυμο των δημαγωγών θέλησε να καταγγείλει τον Αθανάσιο στο πατριαρχείο. Ο κλήρος της Αθήνας αντέδρασε. Άλλοι από τους κληρικούς δάρθηκαν άσχημα, άλλοι βρέθηκαν στις φυλακές κι όλοι τους κλήθηκαν να πληρώσουν πρόστιμο (συνολικά, 1.500 γρόσια).

Από τους κυριότερους υποστηρικτές της καθαίρεσης του Χασεκή, ο Τούρκος και γιος του φρούραρχου της Ακρόπολης, Εμίν αγάς, φυλακίστηκε σ' ένα σπίτι. Νύχτα, τον έπνιξαν. Τέλη Νοέμβρη, μαθεύτηκε ότι έφτανε στην Αττική ο διορισμένος νέος βοεβόδας. Ο Μπέλος και ο Μπεκίρης ξεσήκωσαν τους κατοίκους της Αθήνας και τους κατέβασαν στον Πειραιά, όπου τον υποδέχτηκαν με διαδηλώσεις υποστήριξης στον Σιλικτάρη. Ο νέος βοεβόδας προτίμησε να μην αποβιβαστεί από το πλοίο.

Το δίδυμο έγινε τριάδα: Μπέλος, Μπεκίρης, Σιλικτάρης. Με τον τελευταίο να κατορθώνει, με ισχυρά μέσα στην Κωνσταντινούπολη, να διατηρήσει το αξίωμα του βοεβόδα και για τα επόμενα δυο χρόνια (1787 και 1788). Μάρτη του 1787, έξαρχος του πατριαρχείου ειδοποίησε τον μητροπολίτη Αθανάσιο, που μόλις είχε επιστρέψει από τη Λιβαδειά, ότι καταργείται. Τον αντικαθιστούσε ο ίδιος εκείνος Βενέδικτος, που είχε καθαιρεθεί πριν από δυο χρόνια. Η κατάσταση στην Αθήνα αγρίεψε περισσότερο. Μέχρι και κατεδαφίσεις σπιτιών και αρχοντικών πραγματοποιούσαν, με την σύμπραξη οπαδών τους (τέσσερα σε μια μέρα, στις 24 Μάρτη του 1788).

Η τελευταία επιδρομή του Χασεκή

Στις 3 Αυγούστου του 1788, πέθανε η Εσμά σουλτάνα με τους Αθηναίους να γιορτάζουν την απαλλαγή από την προστάτισσα του Χασεκή. Μόνο που, λίγο καιρό αργότερα, μαθεύτηκε ότι ο Χασεκής ετοιμαζόταν να επιστρέψει στην Αθήνα. Είχε δωροδοκήσει τους δεσμώτες του στην Κύπρο, το είχε σκάσει και, με πλαστά έγγραφα, «αποδείκνυε» ότι οι κατήγοροί του ήταν ταραχοποιοί. Ο Σιλιχτάρης καταργήθηκε από βοεβόδας. Κάποιος Αχμέτ αγάς ανέλαβε ως τον Μάρτη του 1789. Ο Μπέλος φυλακίστηκε. Ο Μπεκίρης έμεινε ελεύθερος. Οι καταργημένοι δημογέροντες αποκαταστάθηκαν στις θέσεις τους. Οι Αθηναίοι χωρίστηκαν σε δυο αντιμαχόμενες παρατάξεις, με τον μητροπολίτη Βενέδικτο αρχηγός της μιας από αυτές.

Ο Χασεκής εμφανίστηκε στις 14 Φλεβάρη του 1789. Μια βδομάδα αργότερα, κρέμασε τον Μπέλο, στο εργαστήριο του Μπεκίρη, που το είχε σκάσει στην Πελοπόννησο. Λιγότερο από ένα μήνα αργότερα (10 Μάρτη) κρέμασε άλλους δυο στο ίδιο εργαστήριο. Κι ακόμα έναν, από μια ελιά, στα περίχωρα της πόλης. Δωροδόκησε κάποιους και του έστειλαν δέσμιους από την Πελοπόννησο τον Μπεκίρη κι έναν συνεργάτη του. Και οι δυο βρέθηκαν κρεμασμένοι τον επόμενο Σεπτέμβρη. Φυλάκισε και 24 άσχετους με τις διαμάχες πλούσιους Αθηναίους και τους άφησε ελεύθερους, μόνον όταν πλήρωσαν από 2.500 μέχρι 12.500 γρόσια καθένας τους. Τους είχε επιδείξει «παλούκια πελεκισμένα και χρωματισμένα», στα οποία θα τους κάρφωνε, αν δεν τον πλήρωναν μέσα σε οχτώ ημέρες.

Κι ακόμα, ο Χασεκής παρουσίασε νέο λογαριασμό που αφορούσε ολόκληρο τον πληθυσμό: Η εξορία τού είχε κοστίσει 400.000 γρόσια. Οι δημογέροντες διαμαρτυρήθηκαν ότι δεν υπήρχαν τόσα χρήματα. Ο Χασεκής προσφέρθηκε να τους δανείσει. Υπέγραψαν συμβόλαιο κι έβαλαν υποθήκη όλα τα κινητά κι ακίνητα αξίας που διέθεταν. Η προθεσμία εξόφλησης ήταν δυο μήνες. Δημεύτηκαν έτσι όλες οι περιουσίες των Αθηναίων, σπίτια, κτήματα, ακόμα και τα γυναικεία κοσμήματα.

Την ίδια χρονιά (1789), πανούκλα χτύπησε την Αθήνα για ακόμα μια φορά: Πέθαναν εξαιτίας της χίλιοι Έλληνες και 350 Τούρκοι. Τρίτο πλήγμα ήταν η καταστροφή της παραγωγής που απόκανε τους Αθηναίους. Όσοι μπορούσαν, έφευγαν πρόσφυγες σε άλλες πόλεις. Όσοι παρέμειναν, βρήκαν νέο λόγο διχόνοιας. Για την θέση του μητροπολίτη αυτή την φορά: Ο Βενέδικτος βρέθηκε στην φυλακή. Μέσα Σεπτέμβρη (του 1789), εμφανίστηκε ο Αθανάσιος, που είχε καθαιρεθεί το 1787, και ανέλαβε ξανά μητροπολίτης. Τρεις μέρες αργότερα, νέο έγγραφο του πατριαρχείου (το μετέφερε κάποιος ταχυδρόμος της αγγλικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη) καταργούσε τον Αθανάσιο κι επανέφερε τον Βενέδικτο, που βγήκε από την φυλακή και ξαναπήρε τον μητροπολιτικό θρόνο.

Στα 1780, όμως, ολόκληρη η Αθήνα ήταν περιουσία του Χασεκή. Πέντε Αθηναίοι κατάφεραν να φύγουν για την Κωνσταντινούπολη. Ο Μαλικιανές το έμαθε κι έστειλε να τους συλλάβουν (δηλητηρίασε τον έναν από αυτούς). Κυκλοφόρησε και σχετικό τετράστιχο:

«Ώρα καλή σου, Χατζαλή,

καλώς το τον Πετράκη.

Κι ο Χατζαλής του έριξε

μεσ' στον καφέ φαρμάκι».

Οπωσδήποτε, η καταπίεση, την οποία η Αθήνα ζούσε, κάποια στιγμή μαθεύτηκε στην Υψηλή Πύλη. Ο από τον Απρίλη του 1789 νέος σουλτάνος, Σελίμ Γ', διέταξε να συλλάβουν τον Χασεκή και να τον εξορίσουν στην Κω. Οι δημογέροντες κλήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη. Πήγαν και διεκτραγώδησαν τα όσα ζούσαν. Ανάμεσα σ' αυτά και το ότι, κάποια στιγμή, οι φυλακές ήταν τόσο γεμάτες, ώστε οι φυλακισμένοι μόνο όρθιοι μπορούσαν να σταθούν. Οι πιο αδύναμοι πέθαιναν όρθιοι.

Αποτέλεσμα ήταν να σταλεί στην Κω δήμιος. Στις 23 Δεκέμβρη του 1795, τον αποκεφάλισε. Το κεφάλι του Χασεκή στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Έμεινε κρεμασμένο σε κοινή θέα επί τρεις ημέρες, μαζί με ένα χαρτί που εξιστορούσε τις πράξεις για τις οποίες θανατώθηκε.

Ο δαπανηρός επίλογος

Ο «σαλαχώρης»233 Χατζή Χαλίλ έφτασε στην Αθήνα την αμέσως επόμενη χρονιά (1796) και ανάγγειλε ότι όλη η περιουσία του Χασεκή είχε δημευτεί. Δουλειά του ήταν να την καταγράψει. Οι Αθηναίοι του ζήτησαν να εξαγοράσουν, όσα ο νεκρός είχε αποσπάσει με την βία για ένα κομμάτι ψωμί, και να πληρώσει καθένας τους, όσα λίγα είχε εισπράξει. Αρνήθηκε: Κτήματα και σπίτια ανήκαν πια στο κράτος.

Γύρισε στην Κωνσταντινούπολη με λεπτομερή κατάλογο των περιουσιακών στοιχείων του Χασεκή. Κατέφθασε άλλος, με τον ίδιο κατάλογο στα χέρια. Είχε εντολή να εκποιήσει όλα τα κατασχεμένα, ξεκινώντας από το «σεράι», το αρχοντικό στο Μοναστηράκι. Οι δημογέροντες το αγόρασαν για 17.500 γρόσια ως ιδιοκτησία της κοινότητας με σκοπό να στεγαστούν εκεί ο βοεβόδας και διάφορες υπηρεσίες. Μετά την απελευθέρωση, μετατράπηκε σε στρατώνα κι, αργότερα, σε περιώνυμη φυλακή («Παλιά στρατώνα»). Κατεδαφίστηκε στα 1932.

Στη συνέχεια, ξεκίνησε η εκποίηση κτημάτων. Η τιμή εκκίνησης ήταν πολύ χαμηλή αλλά δεν υπήρχαν χρήματα για την αγορά τους. Μόνο κάποιοι Τούρκοι εμφανίστηκαν κι αγόρασαν. Και κάποιοι Αθηναίοι της διασποράς. Ανήκαν σε εκείνο το 20% των κατοίκων που μπόρεσαν να φύγουν, όσο καταδυνάστευε τον τόπο ο Χασεκής, κι επέστρεφαν με ανθηρά τα οικονομικά τους.

Κάποιοι Τούρκοι θεώρησαν ότι ο βοεβόδας Σουλεϊμάν αγάς μεροληπτούσε ενάντιά τους και υπέρ των Ελλήνων. Επαναστάτησαν και τον καθαίρεσαν. Με αυτό αφορμή, η δημοπρασία διακόπηκε. Ο καθαιρεμένος κατέφυγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου κατάγγειλε ως υπαίτιο της εξέγερσης τον μητροπολίτη Βενέδικτο! Συνηγόρησαν και Έλληνες εχθροί του ιεράρχη. Ο Βενέδικτος καθαιρέθηκε, με τον καθαιρεμένο Αθανάσιο να παίρνει την θέση του. Ο Σουλεϊμάν αποκαταστάθηκε ως βοεβόδας, με το ελεύθερο να τιμωρήσει εκείνους που είχαν κινηθεί ενάντιά του. Τους τιμώρησε οθωμανικά: Οι Τούρκοι της Αθήνας του πλήρωσαν για ψυχική οδύνη 12.500 γρόσια.

Η δημοπρασία για την εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων του Χασεκή ξανάρχισε αλλά με νέον τρόπο: Το σύνολο των όσων δεν είχαν πουληθεί χωρίστηκε σε τρία μέρη. Τα δυο μέρη αγοράστηκαν από τον μεγάλο σφραγιδοφύλακα του παλατιού και το τρίτο από τη μητέρα του σουλτάνου (βαλιδέ σουλτάνα). Τα ποσά που καταβλήθηκαν, κατέληξαν στο κρατικό ταμείο.

Η αιματηρή εποχή του Χασεκή είχε παρέλθει. Στα 1797, κατέφθασαν στην πολύπαθη πόλη ο Χατζή Εμίν εφέντης, νέος βοεβόδας, κι ο Αθανάσιος Γ', ξανά μητροπολίτης. Αν και ιερωμένος, αντικατέστησε τους δυο επιτρόπους της πολιτείας (βοηθούς των δημογερόντων) με δυο δικούς του. Φερόταν αυταρχικά και περιφρονητικά στους Αθηναίους «άγων και φέρων τα πάντα», όπως σημείωνε ο Μπενιζέλος.

Την ίδια χρονιά (1797), οι Γάλλοι του μεγάλου Ναπολέοντα κυρίευσαν την δημοκρατία της Βενετίας και δήμευσαν τα χρήματα που βρίσκονταν στις τράπεζες, μαζί και το καταπίστευμα για την λειτουργία της σχολής Ντέκα. Το σχολείο έφτασε στα πρόθυρα της διάλυσης, από την οποία σώθηκε μόνον, όταν η μονή Πετράκη ανέλαβε την συντήρησή της.

Όμως, τα δεινά της Αθήνας τελειωμό δεν είχαν.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

224. Βλ. κεφάλαιο 15, «η Ρηγούλα Φιλοθέη».

225. Βλ. κεφάλαιο 16, «η επιστροφή των Αθηναίων».

226. Βλ. κεφάλαιο 16, «ο Ταρωνίτης και οι άλλοι».

227. Κατ' άλλους, το σχολείο του Σωτηριανού έκλεισε, επειδή πλάι κι απέναντί του άνοιξαν καφενεία, στα οποία σύχναζαν Τούρκοι. Στον κατάλογο των δασκάλων του σχολείου, ο Δ. Γέροντας φθάνει ως το 1810. Και αναφέρει δάσκαλο τον Βησαρίωνα Ρούφο ως το 1748, με επόμενο τον Κοσμά Λήμνιο (από το 1748 μέχρι το 1753), ενώ άλλες πηγές αναφέρουν τον Βησαρίωνα Ρούφο δάσκαλο στο «φροντιστήριο» μέχρι το 1749 και στη συνέχεια τον ίδιο, από το 1750 μέχρι το 1765, δάσκαλο στην Σχολή Ντέκα.

228. Στακτοθήκη: Περιοχή κοντά στον Κεραμεικό και το Δίπυλο, που, από τα βυζαντινά χρόνια, είχε οριστεί ως τόπος απόρριψης των βιοτεχνικών απόβλητων, τα οποία σχημάτιζαν λόφο. Στα χρόνια του δεύτερου μισού του ΙΗ' αιώνα, από έναν, οι λόφοι είχαν γίνει τρεις. Την είπαν Στακτοθήκη, επειδή εκεί πετούσαν τη στάχτη που δημιουργούσε η παραγωγή σαπουνιού.

229. Λεμπέσηδες: Ο Μητρομάρας διατηρούσε σώμα 55 ανδρών, τουρκικά «έλι - μπες» (=55). Προέκυψε το «λιμπές» και, από αυτό, το «λεμπές». Οι «λεμπές», «λεμπέσηδες» ταυτίστηκαν με τους παράνομους, διώκτες των Τούρκων.

230. Μπελούμπασης ονομαζόταν το αξίωμα του επικεφαλής των περίπου σαράντα φυλάκων της πόλης, ενώ ο αντίστοιχος ισάριθμων φυλάκων της υπόλοιπης Αττικής ονομαζόταν μεϊντάμπασης. Οι φύλακες πληρώνονταν πέντε γρόσια τον μήνα και μια οκά ψωμί την ημέρα. Οι μπελούμπασης και μεϊντάμπασης θησαύριζαν.

231. Μια οκά ισοδυναμούσε με τετρακόσια δράμια ή με 1.282 γραμμάρια.

232. Βλ. πιο πάνω, σημείωση 230.

233. Σαλαχώρης: Ο δαμαστής των αλόγων του σουλτάνου.

 

(τελευταία επεξεργασία, 21 Νοεμβρίου 2020)

Επικοινωνήστε μαζί μας