Η επιβίωση
Στα τετρακόσια χρόνια που μεσολάβησαν από το 802, οπότε ο Κρούμμος προσπάθησε να δημιουργήσει βουλγαρικό κράτος, ως το 1204, όταν οι Λατίνοι πήραν την Κωνσταντινούπολη κι άρχισαν να κυριαρχούν στα εδάφη της αυτοκρατορίας, η ιστορία των Βαλκανίων, τυπικά, αποτελεί ένα «εδαφικό κομμάτι» της γενικότερης Βυζαντινής Ιστορίας. Η Κωνσταντινούπολη, άλλωστε, ήταν και παραμένει η ακραία ανατολική περιοχή των Βαλκανίων. Ουσιαστικά, όμως, η περίοδος των κρίσιμων αυτών αιώνων (Θ’ – ΙΒ’) είναι ακριβώς αυτή, κατά την οποία διαμορφώθηκαν τα πρώτα ασαφή εθνικά και θρησκευτικά όρια των λαών, που σήμερα είναι οι μόνιμοι κάτοικοι της περιοχής. Τα γερά θεμέλια, που μπήκαν τότε, τους επέτρεψαν σε μεγάλο βαθμό να επιβιώσουν εθνικά και θρησκευτικά, όταν, στους κατοπινούς αιώνες, τα Βαλκάνια δέχτηκαν ισχυρή την επιρροή των Λατίνων και την επιβολή των Οθωμανών Τούρκων.
Τα συνεχώς μεταβαλλόμενα σύνορα, οι μικτοί γάμοι με κρατική πολλές φορές παρότρυνση και οι βίαιες μεταναστεύσεις πληθυσμών βοήθησαν στη διασπορά των κατοίκων. Η μορφολογία του εδάφους με τις κλειστές και απομονωμένες λεκάνες και τους πολλούς ορεινούς όγκους ενίσχυσε τη μακραίωνη εθνική και θρησκευτική επικράτηση. Ο φυλετικός διαχωρισμός σε άλλα μέρη διατηρήθηκε, σε άλλα καταργήθηκε από τη ζωή. Άλλωστε, οι από παλιά κάτοικοι Έλληνες, Θράκες και Ιλλυριοί ήταν παρακλάδια της ίδιας φυλής, με την οποία συγγενεύουν και οι κατοπινοί Σλάβοι, που γλωσσικά αφομοίωσαν και τους Βουλγάρους. Το πέρασμα των Γαλατών, Γότθων, Ούννων κ.λπ. δεν άφησε εθνολογικά σημάδια, καθώς, όσοι από αυτούς εγκαταστάθηκαν, αφομοιώθηκαν από τον περίγυρο. Οι εξωβαλκανικοί εισβολείς των αιώνων αυτών μόνο φθορές μπόρεσαν να κάνουν στους κατοίκους, επειδή ποτέ δεν εγκαταστάθηκαν μόνιμα, με εξαίρεση τους Μαγυάρους (Ούγγρους), που μπήκαν σφήνα στα βορειοδυτικά και χώρισαν ουσιαστικά τους Νοτιοσλάβους σε δυτικούς λατινικής επιρροής και ανατολικούς.
Ο ανταγωνισμός των εκκλησιών δεν ήταν μικρότερος από τον ανταγωνισμό των κρατών. Οι προστριβές ανάμεσα στο Βατικανό και το πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης ξεκίνησαν με θεολογικές αφορμές και ουσιαστική αιτία την διεκδίκηση της πρωτοκαθεδρίας, συνεχίστηκαν με την άγρια διαμάχη γύρω από τις σφαίρες επιρροής και κορυφώθηκαν με το οριστικό σχίσμα του 1054. Η εξοντωτική οικονομική καταπίεση των ασθενέστερων τάξεων πήγαζε από τους μεγαλοκτηματίες, που εξομοιώνονταν στα μάτια των κοινών θνητών με την εκκλησιαστική και στρατιωτική ηγεσία, την οποία, άλλωστε, αυτοί τροφοδοτούσαν. Κι από την εποχή των Κομνηνών (1057 κι έπειτα), οι μεγαλοκτηματίες μπήκαν κι επίσημα στο παιχνίδι την εξουσίας: Την κατέλαβαν αντί να περιορίζονται, όπως έκαναν ως τότε, να την ασκούν μέσω αντιπροσώπου - αυτοκράτορα. Στον τομέα αυτόν, οι Βούλγαροι είχαν προηγηθεί με τον βογιάρο Σισμάν. Το αποτέλεσμα ήταν να μπλέκουν οι εξεγέρσεις με την θρησκεία και οι αιρέσεις να διαιωνίζονται με τη μορφή καλυμμένων πολιτικών οργανώσεων.
Οι Θράκες
Ελάχιστοι ως απειροελάχιστοι Θράκες υπήρχαν τον Θ’ αιώνα στα Βαλκάνια. Η περιοχή τους βρίσκεται πάνω στη φυσική είσοδο των λαών, καθώς ο Δούναβης μοιάζει με ορθάνοιχτη πύλη. Οι εισβολές, οι λεηλασίες και οι αφανισμοί είχαν αραιώσει τον πληθυσμό, όταν έφτασαν εκεί οι Σλάβοι και, κατόπιν, οι Βούλγαροι, που υπέταξαν τους εγκαταστημένους και, γλωσσικά, αφομοιώθηκαν από αυτούς. Σε στιγμές εθνικιστικής έξαρσης, η Βουλγαρία προώθησε την άποψη ότι ο εκεί λαός είναι απόγονος των αρχαίων Θρακών (όπως οι της Βόρειας Μακεδονίας των αρχαίων Μακεδόνων) αλλά πολλές φορές η πολιτική και η Ιστορία δεν έχουν αγαθές σχέσεις. Η αλήθεια είναι πως πολύ λίγοι οικισμοί κρατούσαν και ίσως κρατούν ακόμα κάποιες παλιές θρακικές παραδόσεις, ενώ ως έθνος έχουν κι αυτοί αφομοιωθεί από τους εκσλαβισμένους Βουλγάρους. Κάποια αρχαία θρακικά μουσικά στοιχεία, που επιζούν στην περιοχή, στάθηκαν ικανή απόδειξη ότι οι Βούλγαροι είναι κατευθείαν απόγονοι του Ορφέα και της Ευρυδίκης. Μοχλός σε αυτή την ιστορία υπήρξε ο Στεφάν Βέρκοβιτς (1827 - 1893) που κυρίως ασχολήθηκε με την προσπάθεια να αποδειχθεί ότι υπήρχε σλαβο(βουλγαρο)μακεδονικό έθνος, εκδίδοντας το 1860 στο Βελιγράδι τον πρώτο τόμο της συλλογής «Δημοτικά Τραγούδια των Βουλγαρομακεδόνων» (τα υπόλοιπα ανακαλύφθηκαν συμπτωματικά το 1920 από τη Σοβιετική Ένωση). Ο ίδιος, ως ερευνητής, ανακάλυψε και τύπωσε τη σε 15.693 στίχους, όσους και η Ιλιάδα, Βέδα Σλοβένα («Σλαβική Βέδα»), η οποία αποδεικνύει ότι οι Βούλγαροι είναι γνήσιοι απόγονοι Ινδών και άρα των Θρακών που από τις Ινδίες ήλθαν. Η πλαστογραφία αυτή έγινε τόσο χοντροκομμένα, ώστε ξεχάστηκε και από την επίσημη κρατική προπαγάνδα.
Έτσι κι αλλιώς, οι γνήσιοι Θράκες, αυτοί δηλαδή που γεννήθηκαν, μεγάλωσαν και έδρασαν στην Θράκη τους αιώνες αυτούς (κι όχι βέβαια ως εξ αίματος απόγονοι των αρχαίων) αριθμούσαν πολύ λίγα άτομα. Η μεγάλη αραίωση του πληθυσμού ανάγκασε τους βυζαντινούς αυτοκράτορες να μπολιάσουν τις περιοχές με νέο αίμα. Έλληνες της Μ. Ασίας αλλά και Βούλγαροι (επί Βασιλείου Β’) μετανάστευσαν αναγκαστικά στην Θράκη, από την οποία ο Κρούμμος των Βουλγάρων αφαίρεσε 10.000 κατοίκους για να ενισχύσει περιοχές πέρα από τον Δούναβη.
Οι Ιλλυριοί - Αλβανοί
Στις αρχές του Θ’ αιώνα οι Ιλλυριοί είχαν συμπτυχθεί στις νότιες από τις αρχαίες περιοχές τους καθώς η πίεση στα βόρεια ήταν μεγάλη. Τα χρόνια αυτά ενισχυόταν όλο και πιο πολύ η ονομασία τους «Αλβανοί» που πρωτοεμφανίστηκε τον Β’ αιώνα (βλ. Εισαγωγή, «Η ρωμαϊκή κατάκτηση»). Τον επόμενο (Ι’) αιώνα, σχεδόν κανένας δε μιλούσε για Ιλλυριούς. Διάδοχοί τους φέρονται οι ξανθοί Γκέγκηδες του Βορρά με τη βαθιά ριζωμένη πρωτόγονη αίσθηση της τιμής, που οδήγησε και στο περίπου αυθαίρετο συμπέρασμα ότι οι μισοί θάνατοι εκεί είναι αποτέλεσμα βεντέτας. Στα κεντρικά και ανατολικά μέρη των Αλβανικών Άλπεων ζούσαν (και ζουν) οι Τόσκηδες, στην περιοχή που λέγεται Τοσκαρία και περιλαμβάνει τις σημερινές πόλεις Αυλώνα, Τίρανα, Βεράτι και Κορυτσά. Γκέγκηδες και Τόσκηδες αποτελούν τον αλβανικό λαό. Η περιοχή, από τον Δ’ αιώνα ανήκε στο Βυζάντιο (θέμα Δυρραχίου και τμήμα του θέματος της Νικόπολης) αλλά το 640 πέρασε στην κατοχή των Σέρβων που με διαλείμματα την κράτησαν ως το 1360. Στο ενδιάμεσο, τα μέρη αυτά γνώρισαν την κατάκτηση Βυζαντινών, Βουλγάρων (990 - 1005) και Νορμανδών (1081).
Οι Έλληνες
Από τον καιρό του Ιουστινιανού (527 - 565), η ελληνική γλώσσα είχε καθιερωθεί ως η επίσημη της αυτοκρατορίας και της Εκκλησίας. Οι φορείς της επικράτησαν παντού, ενώ ελληνικοί πληθυσμοί απλώνονταν στη Μέση, τη Νότια και τη νησιωτική βαλκανική χώρα, στη Μ. Ασία και στη Νότια Ιταλία. Στην αρχή, οι αυτοκράτορες φρόντιζαν ακόμα και με βίαια μέσα να ενισχύουν το ελληνικό στοιχείο, ώστε να υπερτερεί σε αριθμό, σε σχέση με τους αλλοεθνείς, από τον Αίμο και κάτω. Στη συνέχεια, ενίσχυαν με νέους κατοίκους τις πληθυσμιακά αραιωμένες περιοχές, αδιαφορώντας για την εθνική ταυτότητα των μετοίκων. Ο Βασίλειος Β’ προχώρησε ακόμα περισσότερο ευνοώντας μικτούς γάμους ανάμεσα σε αριστοκράτες του Βυζαντίου και των βουλγαρικών περιοχών. Παρ’ όλα αυτά, η σχετικά μικρή εποίκηση του Νότου με μη Έλληνες και η συγκέντρωσή τους σε κλειστούς οικισμούς έκανε τους αλλοεθνείς ευάλωτους στην αφομοίωση αλλά και στην εξόντωσή τους, όποτε η αυτοκρατορία το αποφάσιζε. Η πανσπερμία των διεκδικητών και των εκπορθητών της εξουσίας είναι δεδομένη. Όπως δεδομένη είναι και η παγιωμένη κατάσταση που επικράτησε ως νόμος: Για να αναρριχηθεί κάποιος στα ύπατα κρατικά, στρατιωτικά και εκκλησιαστικά αξιώματα και, πολύ περισσότερο, για να γίνει αυτοκράτορας ή πατριάρχης, έπρεπε να είναι Έλληνας ή εξελληνισμένος. Καθόλου παράξενο ότι η κρατική, στρατιωτική και εκκλησιαστική διοίκηση της αυτοκρατορίας βρισκόταν σε ελληνικά χέρια. Με επακόλουθο οι Έλληνες να ελέγχουν το εμπόριο, τη ναυτιλία, την εκμετάλλευση της γης και την όποια βιομηχανία της εποχής. Στις ελληνοκρατούμενες μεγαλουπόλεις, οι μη Έλληνες έπαιρναν άδεια εμπορικής εγκατάστασης, που εύκολα μετατρεπόταν σε υποχρεωτική μετεγκατάσταση, όταν η ανάγκη ή τα συμφέροντα το επέβαλλαν. Σε μια ανάλογη, άλλωστε, περίπτωση οφείλεται η πρώτη εκστρατεία των Βουλγάρων του Συμεών στα εδάφη της αυτοκρατορίας.
Η περίπτωση της Θεσσαλονίκης είναι χαρακτηριστική, καθώς η μακρά ειρηνική περίοδος μετέτρεψε τη Μακεδονία σε βασικό πυρήνα της αυτοκρατορίας. Τα τέλη του Θ’ αιώνα βρήκαν τη νύμφη του Θερμαϊκού κέντρο του βαλκανικού χώρου και δεύτερο διοικητικό κέντρο της αυτοκρατορίας. Το λιμάνι της έσφυζε από ζωή. Η θέση της πάνω στον κύριο και ασφαλή οδικό άξονα Ανατολής - Δύσης τη μετέτρεψε σε παράδεισο του εμπορίου. Τα εργοστάσια σιδήρου, κασσίτερου, χαλκού και μολύβδου της προσπόριζαν πλούτη. «Το πιο συνηθισμένο ύφασμα των ρούχων, που φορούν οι Θεσσαλονικιοί, είναι το μετάξι», αναφωνεί ο Ιωάννης Καμενιάτης. Ονομαστά σχολεία συγκέντρωναν το άνθος της νεολαίας από όλη τη χώρα. Η ακμή αυτή διατηρήθηκε και μετά τον ΙΒ’ αιώνα, όταν η πόλη αριθμούσε πάνω από 100.000 κατοίκους. Η Βέροια και η Δημητριάδα (στον Παγασητικό κόλπο) ευημερούσαν επίσης.
Κι ενώ η στεριά ανθούσε, τα νησιά γνώριζαν όλο και πιο καταπιεστικά την αρπακτική γροθιά των Αράβων πειρατών. Κύριο ορμητήριό τους ήταν η Κρήτη, όπου οι Ισπανοί Σαρακηνοί του Αβού Χαφς Ομάρ (Απόχαψι των Βυζαντινών) έκαναν απόβαση το 824 και την πήραν, δημιουργώντας εμιράτο. Στα τέλη του Θ’ αιώνα, οι επιδρομές τους στα νησιά έγιναν καθημερινή ρουτίνα καθώς κανένας δεν υπήρχε να τους σταματήσει. Αποτόλμησαν να φτάσουν ως τα παράλια της Προποντίδας. Ο εξωμότης Λέοντας ο Τριπολίτης έγινε ο φόβος και ο τρόμος των θαλασσών. Το 889 κυρίευσε τη Σάμο. Το 892 λεηλάτησε την πλούσια Δημητριάδα, στην παραλία της Μαγνησίας. Στις 29 Ιουλίου 904, αποβιβάστηκε στη σχεδόν ανυπεράσπιστη Θεσσαλονίκη. Επί τρεις ημέρες, οι Σαρακηνοί λεηλατούσαν την πόλη. Την τέταρτη μπήκαν στα πλοία κι αποχώρησαν με πολλούς ομήρους, όταν έμαθαν πως, με πρωτοβουλία της σλαβικής παροικίας του Στρυμόνα, μαζευόταν στρατός από τη Μακεδονία και την Θεσσαλία για να τους αντιμετωπίσει. Συνέχισαν να λεηλατούν τα παράλια, ώσπου ο στρατηγός Νικηφόρος Φωκάς τους έδιωξε από τα νησιά του Αιγαίου, κυρίευσε την Κρήτη (961) και υποχρέωσε όσους εκεί μουσουλμάνους δε σκότωσε να γίνουν με το ζόρι χριστιανοί.
Η αραβική παρένθεση
Στις αρχές του Θ’ αιώνα, στο Βυζάντιο είχε για τα καλά φουντώσει η μάχη για την εξουσία. Ο για δυο μήνες αυτοκράτορας Σταυράκιος ανατράπηκε από τον Μιχαήλ Ραγκαβέ στα 811. Ο Ραγκαβές ανατράπηκε από τον Λέοντα (τον Ε’) στα 813. Ο Λέων δολοφονήθηκε ανήμερα Χριστούγεννα του 820 από συνωμότες του Μιχαήλ Β’ Τραυλού που πήρε τον θρόνο. Βρήκε μπροστά του τον Θωμά Σλάβο που επίσης είχε αυτοανακηρυχθεί αυτοκράτορας και ζητούσε βοήθεια από τους Άραβες στην προσπάθειά του να πάρει την Κωνσταντινούπολη. Ο Θωμάς θανατώθηκε στα 823, χρονιά που ήδη στη Μεσόγειο ο κύβος είχε ριφθεί: Οι Άραβες (οι Σαρακηνοί των Βυζαντινών) που είχαν αποκρουστεί στην Ανατολή, προέκυψαν απειλητικοί από τη Δύση.
Οι Άραβες, αφού αφαίρεσαν από την Βυζαντινή αυτοκρατορία Συρία, Μεσοποταμία και Αίγυπτο, δημιούργησαν ισχυρό στόλο και, το 673, όταν αυτοκράτορας ήταν ο Κωνσταντίνος Δ’ Πωγωνάτος (668 – 685), πολιόρκησαν την Κωνσταντινούπολη. Το υγρόν πυρ των Βυζαντινών αποδείχτηκε όπλο ακαταμάχητο. Μετά από προσπάθειες πέντε χρόνων, οι Άραβες αποχώρησαν άπρακτοι. Το όπλο ήταν τόσο αποτελεσματικό, ώστε ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ’ ο Πορφυρογέννητος (945 – 959) άφησε διαθήκη στον γιο του, Ρωμανό, ποτέ να μη φανερώσει τη συνταγή παρασκευής του, γράφοντάς του ότι επρόκειτο για θεόσταλτο δώρο (ανέφερε μάλιστα ότι κάποιος αξιωματικός που χρηματίστηκε για να δώσει σε εχθρό τη συνταγή, κάηκε από «ουράνιον πυρ» κάποια στιγμή που πήγε να μπει σε εκκλησία). Ο ίδιος μάλλον δεν χρειάσθηκε να το χρησιμοποιήσει αλλά οι πριν και οι μετά από αυτόν αυτοκράτορες, χάρη και στο υγρόν πυρ, αντιμετώπισαν νικηφόρα επτά εκστρατείες των Ρως (αυτών που έδωσαν το όνομά τους στη Ρωσία) εναντίον της Κωνσταντινούπολης, από το 807 μέχρι το 1043. Στη συνέχεια, το υγρό πυρ έπαυσε να χρησιμοποιείται (τελευταία αναφορά σ’ αυτό γίνεται στην «Αλεξιάδα» που η Άννα Κομνηνή έγραψε περί το 1148).
Στη Ισπανία, όμως, οι Άραβες κατάφεραν να στεριώσουν. Από τη ρωμαϊκή εποχή, η Κόρντοβα (Κορδούη για τους Έλληνες) υπήρξε μεγάλη και ένδοξη πόλη της ισπανικής Ανδαλουσίας. Εξελίχθηκε σε πρωτεύουσα του αραβικού χαλιφάτου των Ομμεϋαδών και ιερή πόλη του Ισλάμ, η Μέκκα της Δύσης, όπως αποκλήθηκε. Στις αρχές του Θ’ αιώνα, επανάσταση ξέσπασε στους κόλπους του χαλιφάτου. Ο χαλίφης Αλ Χακάμ (796 – 822) μπόρεσε και την αντιμετώπισε με επιτυχία. Οι επαναστάτες αναγκάστηκαν να φύγουν στην Βόρεια Αφρική μαζί με τις οικογένειές τους. Αρχηγός των φυγάδων ήταν ο Αμπού Χαφς Ομάρ, ο για τους Βυζαντινούς Απόχαψις. Στα 816, πήραν την Αλεξάνδρεια αλλά δεν ένιωθαν ασφαλείς. Στα 823, αποφάσισαν το μεγάλο τόλμημα.
Ο στόλος του Αμπού Χάφεζ Ομάρ φάνηκε στα νότια της Κρήτης κι έκανε απόβαση στον όρμο Ψαρή Φοράδα, στα όρια της σημερινής επαρχίας Βιάννου, στα νοτιοανατολικά του σημερινού νομού Ηρακλείου. Βγήκαν οι πολεμιστές, βγήκαν και τα γυναικόπαιδα κι ο Ομάρ διέταξε κι έκαψαν τα πλοία τους. Ή το νησί θα γινόταν νέα πατρίδα τους ή θα πέθαιναν εκεί. Τρόπος να γυρίσουν πίσω δεν υπήρχε.
Οι Σαρακηνοί ξεκίνησαν συστηματική κατάληψη της Κρήτης. Η Γόρτυνα ξεθεμελιώθηκε κι ο αρχιεπίσκοπος Κύριλλος θανατώθηκε. Όλες οι εκκλησίες του νησιού κατεδαφίστηκαν, ενώ οι κάτοικοι έσπευδαν να δηλώσουν μωαμεθανοί για να γλιτώσουν. Ο Δ. Ζακυθηνός υπολογίζει ότι η κατάκτηση ολοκληρώθηκε στα 828. Από τα 827, οι Σαρακηνοί είχαν βάλει πόδι και στη Σικελία (εκεί, μετά από πρόσκληση του διοικητή του Βυζαντινού στόλου που είχε ανακηρύξει τον εαυτό του αυτοκράτορα). Τα δυο νησιά (Κρήτη και Σικελία) μετατράπηκαν σε βάσεις εξόρμησης οργανωμένων πειρατικών επιδρομών.
Από το 824, οι Άραβες ξεκίνησαν να κτίζουν το Ραμπντ ελ Χαντάκ, το Κάστρο της Τάφρου (τον Χάνδακα των Βυζαντινών, κατοπινό Ηράκλειο). Οι Βυζαντινοί προσπάθησαν να πάρουν πίσω την Κρήτη και να κυριεύσουν τη νέα πόλη. Ατύχησαν. Το νησί μεταβλήθηκε σε αραβικό εμιράτο που είχε ζωή περίπου ενάμισι αιώνα. Το κατέλυσε, στα 961, ο στρατηγός Νικηφόρος Φωκάς. Βρήκε ελάχιστους χριστιανούς και το νησί σε άθλια κατάσταση.
Η βυζαντινή εθνοκάθαρση
Οι Άραβες χρονογράφοι αναφέρουν ότι ο στρατός του Νικηφόρου Φωκά έσφαξε ή πούλησε δούλους 200.000 ομοεθνείς τους, άνδρες και γυναικόπαιδα. Χριστιανική εκκλησία ή ιερέας δεν υπήρχαν στο νησί. Κι από τους ελάχιστους ντόπιους που είχαν απομείνει, σχεδόν κανένας δεν ένιωθε Έλληνας, Βυζαντινός ή χριστιανός.
Στα 963, ο στρατηγός Νικηφόρος Φωκάς βρέθηκε αυτοκράτορας. Έχοντας προσωπική εμπειρία από την κατάσταση στην Κρήτη, έστειλε πάμπολλους ιερείς, διέταξε και μετέτρεψαν τα τζαμιά σε εκκλησίες και ξεκίνησε τεράστιο πρόγραμμα εποίκισης του νησιού. Λείπουν οι γραπτές μαρτυρίες για την προέλευση των νέων κατοίκων. Ο καθηγητής Ν. Β. Τωμαδάκης, όμως, πιστεύει ότι τα τοπωνύμια μιλούν γι’ αυτήν: Αρμένοι στις επαρχίες Αποκορώνου, Ρεθύμνης και Σητείας. Αρμενοχώρι στην επαρχία Κισάμου. Αρμενιανά στην επαρχία Αμορίου. Σκλάβοι και Σκλαβεδιάκου στην επαρχία Σητείας. Σκλαβοχώρι στην επαρχία Πεδιάδας. Σκλαβοπούλα και Τσακώνω(ν) στην επαρχία Σελίνου. Βαρβάροι, Βαρβάρω και Ρωσοχώρια στην επαρχία Πεδιάδας.
Η Κρήτη απετέλεσε ξεχωριστό θέμα με διοικητή στρατηγό που έδρευε στον Χάνδακα. Στα χρόνια του αυτοκράτορα Αλέξιου Α’ Κομνηνού (1081 – 1118), ο διοικητής στρατηγός Καρύκης επαναστάτησε ενάντια στην Κωνσταντινούπολη. Ο αυτοκράτορας έστειλε τον στόλο να επιβάλει την τάξη. Δεν πρόλαβε. Την ώρα που τα πλοία έπιαναν Κάρπαθο, οι κάτοικοι της Κρήτης συνελάμβαναν τον στασιαστή. Όταν ο αυτοκρατορικός στρατός βγήκε στον Χάνδακα, βρήκε τον Καρύκη νεκρό. Ο Αλέξιος όμως είχε πεισθεί ότι το νησί χρειαζόταν να μπολιαστεί με νέο αίμα, ικανό να διαφυλάξει την τάξη, ώστε να μη χρειάζεται να κινείται ο στόλος για ψύλλου πήδημα. Η Κρήτη χωρίστηκε σε δώδεκα κομμάτια και διανεμήθηκε σε αρχοντικές οικογένειες της Κωνσταντινούπολης, οι οποίες δέχτηκαν να πάνε εκεί. Έμειναν στην ιστορία ως «Δώδεκα αρχοντόπουλοι» και ήταν οι εξής:
Νικηφόρος Αργυρόπουλος ο επιλεγόμενος Αντιστεφανίτης (η οικογένεια έβγαλε λόγιους και στρατηγούς, αλλά και τους πρώτους εναντίον των Βενετσιάνων επαναστάτες, ενώ από αυτήν καταγόταν ο αυτοκράτορας Ρωμανός Γ’).
Κωνσταντίνος Βαρούχας (η οικογένειά του έμεινε στο νησί ως την τουρκική κατάκτηση οπότε μετανάστευσε στην Κεφαλονιά).
Δημήτριος Βλαστός (η οικογένεια διακλαδίστηκε στην Ζάκυνθο, την Χίο, την Ιστρία και την Δαλματία κι έβγαλε πολλούς λόγιους και επιστήμονες).
Φίλιππος Γαβαλάς (από την ίδια οικογένεια προέρχονταν οι κατοπινοί αυθέντες της Ρόδου).
Ανδρέας Μελισσηνός (η οικογένεια έδωσε τους αρχηγούς της επανάστασης του 1230 εναντίον των Βενετσιάνων, ενώ από τον κλάδο της στη Νίκαια προερχόταν ο Αλέξιος Στρατηγόπουλος που ανακατέλαβε το 1261 την Κωνσταντινούπολη από τους Φράγκους).
Λέων Μουσούρος (η οικογένεια έδωσε πολλούς τιτλούχους στην κατοπινή Υψηλή Πύλη).
Μαρίνος Σκορδίλης (η οικογένεια πρόσφερε πολλούς ηγέτες επαναστάσεων εναντίον των Βενετσιάνων).
Ιωάννης Φωκάς (από αυτόν κατάγονται οι ιππότες Καλλέργες που έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στα κατοπινά επαναστατικά χρόνια).
Ευστράτιος ή Ευστάθιος Χορτάτζης (η οικογένεια έδωσε ηγέτες επαναστάσεων αλλά και τον συγγραφέα της «Ερωφίλης»).
Την δωδεκάδα συμπλήρωναν οι Θωμάς Αρκολέος, Ματθαίος Καφάτος και Λουκάς Λίτινος.
Για ένα αιώνα, οι διορισμένοι αφέντες καλά πέρασαν. Μετά, πλάκωσαν Γενοβέζοι, Βενετσιάνοι και Μαλτέζοι, όλοι μαζί.
Οι Σλάβοι του Νότου
Τα κατάσπαρτα στην Ελλάδα σλαβικά τοπωνύμια είναι ό,τι απέμεινε από το πέρασμα των Σλάβων, που ζούσαν σε μικρούς, συνήθως ορεινούς και σχεδόν πάντα απρόσιτους οικισμούς. Η αυτοκρατορία τους γνώριζε με το όνομα της περιοχής, όπου κατοικούσαν. Η αφομοίωσή τους από το ελληνικό στοιχείο ήταν δεδομένη, όποτε ήλθαν σε επαφή μαζί του. Η εξόντωσή τους ερχόταν μοιραία, όποτε αυξάνονταν υπέρμετρα ή απειλούσαν ελληνικές πόλεις. Στα 657, μια στρατιωτική περιοδεία του Κώνσταντα Β’ στάθηκε αρκετή για να τους αφανίσει. Τριάντα χρόνια αργότερα ο Ιουστινιανός Β’ συγκέντρωσε μόλις 30.000 από ολόκληρη τη Β. Ελλάδα και τους μετακίνησε στη Βιθυνία, ενώ το 750 ο Κωνσταντίνος Ε’ μάζεψε 208.000 μόνο από την περιοχή της Βουλγαρίας. Κι αυτό δείχνει το πόσο αραιή ήταν η εγκατάστασή τους στον Νότο σε σχέση με την πυκνότητά τους στον Βορρά.
Γύρω στα 805 ή 807, Σλάβοι εγκαταστημένοι στα ορεινά της Πελοποννήσου (Εζερίτες και Μηλιγγοί) συνεννοήθηκαν με μουσουλμάνους της Αφρικής και χτύπησαν την πλούσια Πάτρα. Οι Πατρινοί τους κυνήγησαν στα βουνά όπου διασκορπίστηκαν. Λίγα χρόνια αργότερα, οι περισσότεροι είχαν εξελληνιστεί. Όσοι απέμειναν, αποσύρθηκαν στον Ταΰγετο. Στα 849, αρνήθηκαν να πληρώσουν φόρους. Ο στρατηγός Θεόκτιστος Βρυέννιος τους διέλυσε, ενώ ολόκληρη η Πελοπόννησος μπολιαζόταν με Έλληνες αποίκους από τη Σικελία, που δεχόταν την εισβολή Αράβων πειρατών.
Οι Σλάβοι του Βορρά
Ο πλούσιος δρουγγάριος (χιλίαρχος) της Θεσσαλονίκης Λέοντας πέθανε το 842. Ο ένας του γιος, ο Κωνσταντίνος, μετακόμισε στην Κωνσταντινούπολη κι έγινε μαθητής του πατριάρχη Φωτίου. Εννιά χρόνια αργότερα, με το όνομα Κύριλλος, ήταν καθηγητής φιλοσοφίας. Ο αδερφός του, Μεθόδιος, βρέθηκε διοικητικός υπάλληλος σε περιοχή, όπου είχαν εγκατασταθεί Σλάβοι. Όταν τα δυο αδέρφια ξανασυναντήθηκαν, είχαν ήδη αποκτήσει πλούσια πείρα στην τέχνη της επαφής με τους ανθρώπους.
Στα 862, ο ηγεμόνας των Σλάβων της Μοραβίας (σήμερα ανατολικό τμήμα της Τσεχίας), Ρατισλάβος, ζήτησε από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ’ να του στείλει δασκάλους του χριστιανισμού, επειδή εκείνοι που είχε στείλει ο πάπας ήταν μονοκόμματοι Γερμανοί που δεν κατάφερναν να τα βρουν με τον λαό, απαιτούσαν εκμάθηση των λατινικών και προσπαθούσαν να περάσουν γερμανικούς τρόπους ζωής. Πήγαν ο Κύριλλος και ο Μεθόδιος, ενώ η πρώτη γερμανική παρέμβαση στα πρόθυρα των Βαλκανίων γνώρισε αποτυχία ολοκληρωτική.
Τα δυο αδέρφια κουτσογνώριζαν κάποια σλαβικά ιδιώματα. Έμαθαν να μιλούν τη σλοβενική διάλεκτο, πλησίασαν τους απλούς ανθρώπους με προσήνεια και υπομονή κι άρχισαν να τους μαθαίνουν γραφή και ανάγνωση στα σλοβενικά. Κι επειδή σλοβενική γραφή δεν υπήρχε, την επινόησαν εκείνοι εισάγοντας το λεγόμενο γλαγολιτικό αλφάβητο, που έμεινε περισσότερο γνωστό ως κυριλλικό. Η μεγάλη τους εξυπνάδα ήταν ότι δεν προσπάθησαν να μάθουν στους Σλάβους ελληνικά ή λατινικά αλλά τους δίδαξαν την γλώσσα, στην οποία εκείνοι μιλούσαν. Μετέφρασαν στα σλοβενικά την Αγία Γραφή και εκκλησιαστικά κείμενα και μέσα από την διδασκαλία της γραφής και ανάγνωσης τους μετέδωσαν και την χριστιανική θρησκεία. Σε λίγο διάστημα, όχι μόνον είχαν εκτελέσει την αποστολή τους αλλ’ είχαν κερδίσει και την αγάπη και λατρεία των Σλάβων, οι οποίοι ακόμα και σήμερα τους θεωρούν αποστόλους και αγίους. Σε τέτοιο σημείο φτάνει αυτή η λατρεία, ώστε, σε περιόδους εθνικιστικών ανταγωνισμών, η σλαβική προπαγάνδα επιχείρησε να αποδείξει ότι οι Κύριλλος και Μεθόδιος ήταν Σλάβοι (σαν να είχε κάποια ιδιαίτερη σημασία η καταγωγή τους). Ο Μεθόδιος έγινε επίσκοπος Μοραβίας και Παννονίας (πέθανε το 885), ενώ ο Κύριλλος συγκρούστηκε με τους Γερμανούς αποστόλους του πάπα που έβλεπαν ότι, όπως πήγαιναν τα πράγματα, οι Σλάβοι περνούσαν στη δικαιοδοσία του πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης. Κλήθηκε στη Ρώμη, όπου και πέθανε το 869. Στο μεταξύ, όμως, η ορθοδοξία είχε κατακτήσει τις βόρειες περιοχές, όπου ζούσαν οι Σλάβοι, ενώ ο συστηματικός εκπολιτισμός τους στα βυζαντινά πρότυπα διευκόλυνε τις σχέσεις τους με την αυτοκρατορία. Άλλωστε, οι Σλάβοι και από τη φύση τους ήταν ειρηνικοί λαοί με ειρηνικούς ηγεμόνες, ενώ κανένας πια δε θυμόταν τα πολεμικά γεγονότα του περασμένου αιώνα.
Οι Βούλγαροι
O Κρούμμος αναδείχθηκε ηγεμόνας των Βουλγάρων το 802. Κατέστειλε κάποιες εξεγέρσεις και υπέταξε τους Σλάβους που ζούσαν ανάμεσα στον Αίμο και τον Δούναβη, πέρασε το ποτάμι κι άπλωσε την επικράτειά του ως πέρα από αυτό. Μετά, αποφάσισε να απλωθεί και προς τα νότια.
Στα 809, οι Βούλγαροι χτύπησαν αιφνιδιαστικά την αρχαία Σαρδική (τότε λεγόταν Τριαδίτζα, σημερινή Σόφια), την κυρίευσε, τη λεηλάτησε και την παρέδωσε στις φλόγες. Ο τότε αυτοκράτορας Νικηφόρος (αυτός που αναδείχτηκε από την επανάσταση των δημοσίων υπαλλήλων) απάντησε (811) με προέλαση ως την πρωτεύουσα των Βουλγάρων, Πλίσκα, που κυριεύτηκε και πυρπολήθηκε. Στην Κωνσταντινούπολη, μια ακόμα εξέγερση ξέσπασε. Ο Νικηφόρος άφησε τον στρατό του να συνεχίσει χωρίς αυτόν, προκειμένου με μικρή συνοδεία να επιστρέψει στην πρωτεύουσά του. Ο Κρούμμος, όμως, παρακολουθούσε τις κινήσεις του, έστησε ενέδρα σε ένα πέρασμα του Αίμου και τον εξόντωσε, επαργύρωσε το κρανίο του νεκρού αυτοκράτορα και, στο εξής, το χρησιμοποιούσε σαν κύπελλο.
Ώσπου να αποφασίσουν οι Βυζαντινοί να βρουν αυτοκράτορα της προκοπής, πέρασαν δυο χρόνια. Στο διάστημα αυτό, ο Κρούμμος πήρε την Αδριανούπολη και τη Μεσημβρία (βόρεια της Αγχιάλου, στον Εύξεινο), εξανάγκασε 10.000 αιχμαλώτους να μετεγκατασταθούν στις περιοχές βόρεια από τον Δούναβη και λεηλάτησε όλη την Θράκη. Μόνο κάποιες οχυρωμένες πόλεις γλίτωσαν.
Ο αυτοκράτορας Λέοντας Ε’ έκανε νυχτερινή έφοδο στη Μεσημβρία και ξαναπήρε την πόλη (814). Οι επόμενοι μήνες κύλησαν με τους Βυζαντινούς να λεηλατούν τις περιοχές των Βουλγάρων κι αυτούς να χτυπούν στην Θράκη. Οι Βούλγαροι είχαν βαρεθεί πια τον πόλεμο. Ανέτρεψαν τον Κρούμμο, που πέθανε στις 13 Απρίλη του 815 στην εξορία. Ο γιος του Ορμιτάγ (Ομβριτάγος των Βυζαντινών) υπέγραψε 30χρονη ειρήνη με την Βυζαντινή αυτοκρατορία και πήρε προίκα τη μισή Βόρεια Θράκη. Ο Λέοντας Ε’ δολοφονήθηκε το 820. Η βουλγαροβυζαντινή ειρήνη διάρκεσε ως το 893.
Επί 50 χρόνια, οι γύρω από τον Δούναβη Βούλγαροι συνέχιζαν να τιμούν την ειρήνη με τους Βυζαντινούς, που όμως δεν έπαυαν να τους αντιμετωπίζουν με καχυποψία. Ο ηγεμόνας Βόρις (852 - 907), μαθαίνοντας για τους Σλάβους του Μοράβα, διαισθάνθηκε ότι ο χριστιανισμός λειτουργούσε ως διαβατήριο εξόδου από την απομόνωση. Δε δίστασε (864) να βαφτιστεί. Το πράγμα έγινε με ιδιαίτερη λαμπρότητα, με νονό τον αυτοκράτορα Μιχαήλ, που έδωσε στον νεοφώτιστο το δικό του όνομα αλλά και προίκα την περιοχή της Ζαγοράς (στις βόρειες πλαγιές του Αίμου). Μαζί με τον ηγεμόνα, βαφτίστηκαν αρκετοί αριστοκράτες και περισσότερος λαός. Ο Κλήμης, μαθητής των Κύριλλου και Μεθόδιου, ανέλαβε να αντικαταστήσει την πίστη στους μάγους της φυλής με την χριστιανική, που όμως δεν διέθετε το απαραίτητο σασπένς. Ο χριστιανισμός απλώθηκε κάτω από τη σκέπη του πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης, ο Κλήμης έγινε αρχιεπίσκοπος και ρίχτηκε με τα μούτρα στη δουλειά για την εθνική συγκρότηση των Βουλγάρων, ενώ το λατρευτικό σασπένς δημιουργήθηκε με την αίρεση των Βογόμιλων που ανακάλυψαν πως ο Χριστός έχει και έναν κακό αδερφό, τον Σατανιήλ, με τον οποίο μάχεται νύχτα μέρα. Πάρα πολλοί Βούλγαροι, που επαναστάτησαν μη θέλοντας να προσχωρήσουν με το ζόρι στη νέα θρησκεία, σφάχτηκαν χριστιανικά.
Γρήγορα ο Βόρις κατάλαβε ότι είχε πολλά να κερδίσει αν εκμεταλλευόταν σωστά τον έντονο ανταγωνισμό πατριάρχη και πάπα. Το 866, οι κληρικοί του πατριαρχείου εκδιώχτηκαν κι έφτασαν εκεί επίσκοποι του πάπα. Μόνο που οι τελευταίοι δεν τα κατάφεραν να συμπεριφερθούν ανθρωπινά. Γύρω στα 869, ο Βόρις ζήτησε από τον πάπα να του στείλει αρχιεπίσκοπο κάποιον Φορμόζο αλλ’ ο ποντίφικας αρνήθηκε, επειδή δεν τον χώνευε. Ο Βόρις αντιπρότεινε κάποιον Μαρίνο αλλά ο πάπας διόρισε έναν αρχιερέα Σίλβεστρο. Θύμωσε ο Βόρις, χαρακτήρισε τον Σίλβεστρο ανεπιθύμητο κι έστειλε πρεσβεία στο πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, να ρωτήσει αν ήταν υποχρεωμένος να υπακούει στη Ρώμη. Φυσικά και δεν ήταν. Ανασύρθηκαν «ιστορικοί λόγοι» κ.λπ. κ.λπ. και οι παπικοί στάλθηκαν πίσω, ενώ οι διωγμένοι ξαναγύρισαν στα βουλγαρικά εδάφη, οριστικά αυτή τη φορά. Γύρω στα 888, ο Βόρις βαρέθηκε να βασιλεύει κι αποσύρθηκε σε μοναστήρι, αφήνοντας στον γιο του, Βλαδίμηρο, όλες τις ευθύνες. Τέσσερα χρόνια αργότερα, παράτησε το καλογεριλίκι, επέστρεψε στα εγκόσμια, έδιωξε τον Βλαδίμηρο που τα είχε μουσκέψει και ανακήρυξε ηγεμόνα τον Συμεών (893). Έζησε άλλα 14 χρόνια ως ιδιώτης προλαβαίνοντας να διαπιστώσει πόσο λαμπρά είχε πράξει.
Βασίλειος ο Μακεδόνας
Η ζωή του αυτοκράτορα Βασίλειου Α’ του Μακεδόνα είναι η μικρογραφία της βαλκανικής Ιστορίας στα μεσαιωνικά - βυζαντινά χρόνια. Το πούθε κρατάει η σκούφια του αποτέλεσε αντικείμενο τεράστιας διαμάχης και έρευνας, καθώς όλοι οι σοβινιστές καβγατζήδες θεωρούν πως η καταγωγή του αποτελεί ακαταμάχητο επιχείρημα στη φαρέτρα τους. Βυζαντινές πηγές αναφέρουν ότι καταγόταν από την Αρμενία. Αραβικές τον ήθελαν από σλαβική οικογένεια. Άλλες πηγές τα συνδύασαν και αποφάνθηκαν ότι ο Βασίλειος κατάγεται από αρμενική και σλαβική οικογένεια, που εξελληνίστηκε πολύ πιο πριν από τον Θ’ αιώνα, οπότε βρέθηκε να κατοικεί στην περιοχή της Αδριανούπολης ή της Χαριούπολης, στηn Θράκη, που τότε ανήκε διοικητικά στη Μακεδονία. Ήταν ακόμα μωρό, όταν οι Βούλγαροι του Κρούμμου ανάγκασαν την οικογένειά του να μεταναστεύσει σε περιοχή βόρεια του Δούναβη (812). Στα 837, ξαναγύρισε στηn Θράκη, αγράμματος, πανέξυπνος, πανέμορφος, με τρομερή μυϊκή δύναμη και καταπληκτική ιππευτική δεινότητα αλλά και με ιδιαίτερα αριστοκρατικούς τρόπους. Στα 856, ήταν ιπποκόμος του αυλικού αριστοκράτη Θεοφιλίτζη, τον οποίο ακολούθησε σε ένα ταξίδι στην πλούσια πόλη της Πάτρας. Ο εκεί μεγαλοκτηματίας Δανιήλ είχε πεθάνει αφήνοντας στην χήρα του, Δανιηλίδα, μυθική περιουσία. Όσο να τελειώσει ο Θεοφιλίτζης τις δουλειές του, ο Βασίλειος πρόλαβε να χαρίσει στην χήρα κάμποσες αξέχαστες νύχτες. Έφυγε, μετά από εξήντα ημέρες, πλουσιότερος σε χρήμα και γνώση, καθώς έμαθε και το τι σημαίνει να διατηρεί καλές σχέσεις με το ιερατείο. Μάλιστα, κάποιοι προφήτευσαν πως μέλλον λαμπρό τον περίμενε.
Στην Κωνσταντινούπολη, κατάφερε να γίνει διάσημος ως ιππέας και δε δυσκολεύτηκε να μπει στους αριστοκρατικούς κύκλους και να εξασκήσει με επιτυχία τις ερωτικές του επιδόσεις. Οι κυρίες της αυλής τον έφεραν σε επαφή με τον άρχοντα Βάρδα που πολύ εκτίμησε την φιλία του. Τον σύστησε στον αυτοκράτορα Μιχαήλ, που τον έκανε πρωτοστράτορα (πρώτο των βασιλικών ιπποκόμων) πρώτα και παρακοιμώμενο (έμπιστο φύλακα) έπειτα. Ο Βασίλειος γνωρίστηκε έτσι και με την ερωμένη του αυτοκράτορα, Ευδοκία Ιγγελίνη, την οποία δε δίστασε να παντρευτεί, διώχνοντας την γυναίκα του, Μαρία. Όταν Βάρδας και Μιχαήλ συγκρούστηκαν, ο Βασίλειος ήξερε με ποιον να πάει και ποιον να αφήσει. Και όχι μόνο. Μπήκε επικεφαλής συνωμοτών μισθοφόρων και δολοφόνησε τον Βάρδα, στην διάρκεια μιας εκστρατείας ενάντια στους Άραβες. Καταϋποχρεωμένος ο αυτοκράτορας, έναν τρόπο είχε να δείξει την ευγνωμοσύνη του: Υιοθέτησε τον Βασίλειο και τον διόρισε μάγιστρο (26 Μαΐου 866), καίσαρα και συμβασιλέα. Στο εξής, Μιχαήλ και Βασίλειος μπεκρούλιαζαν παρέα. Η νύχτα της 23ης Σεπτέμβρη του 867 τους βρήκε στο εξοχικό παλάτι να ξεπερνούν τα όρια της κραιπάλης. Ο Μιχαήλ έπεσε ξερός από το ποτό. Ποτέ δεν ξύπνησε, καθώς ο Βασίλειος βρήκε ιδανική ευκαιρία να τον δολοφονήσει.
Αναγορεύτηκε αυτοκράτορας: Βασίλειος Α’ ο Μακεδόνας, ιδρυτής της ένδοξης Μακεδονικής δυναστείας. Τα νέα έφτασαν ως την Πάτρα, όπου ζούσε ακόμα η Δανιηλίδα. Θυμήθηκε εκείνες τις πριν από 21 χρόνια αξέχαστες νύχτες κι αποφάσισε, πριν να τον επισκεφθεί, να του στείλει ένα δωράκι: Το πακέτο περιελάμβανε 400 νέους, 100 ευνούχους, 100 παρθένες, 400 κομμάτια ύφασμα πυκνοϋφασμένο, 100 κομμάτια ύφασμα αραχνοΰφαντο κι ανάλογο αριθμό από χρυσά κι ασημένια επιτραπέζια σκεύη. Η ίδια ακολούθησε με μια συνοδεία από 300 δούλους. Κι όταν ο Βασίλειος πέθανε (ή, κατ’ άλλους, δολοφονήθηκε) στο κυνήγι (886), κληροδότησε στον διάδοχό του, Λέοντα Στ’ (886 - 912), ογδόντα επαύλεις και αγροκτήματα, τεράστια περιουσία σε ρευστό, κοσμήματα, οικιακά σκεύη, πολύτιμα έπιπλα, πολυτελή υφάσματα, αναρίθμητα ζώα και χιλιάδες δούλους. Τόσο όμορφα είχε περάσει.
Ο τσάρος Συμεών
Η ζωή του πρώτου βασιλιά της Βουλγαρίας, Συμεών, είναι η μικρογραφία της βαλκανικής ιστορίας στα μεσαιωνικά - βυζαντινά χρόνια, κοιταγμένη από την «άλλη πλευρά». Νεαρός, βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου μεγάλωσε και ανατράφηκε ελληνικά, διάβασε κι αγάπησε τα έργα του Αριστοτέλη και τους λόγους του Δημοσθένη κι έφτασε στο σημείο να αποκαλείται Semigraecus (Ημιέλληνας). Ο ίδιος έβρισκε χρόνο και για να συγγράφει.
Όταν ο Βόρις παράτησε το μοναστήρι κι εκθρόνισε τον Βλαδίμηρο, κάλεσε τον Συμεών να αναλάβει τα ηνία (893). Το πρώτο που έκανε αυτός ήταν να μεταφέρει την πρωτεύουσά του, από την Πλίσκα, στην Πρεσλάβα (το μετέπειτα Εσκί Σταμπούλ των Τούρκων, αν και ξαναπήρε το όνομά της στα 1878). Οι Βυζαντινοί βρήκαν έδαφος να δράσουν. Με διάταγμα, εκτόπισαν τους Βούλγαρους εμπόρους από την αγορά της Κωνσταντινούπολης και τους έδωσαν χώρο στη Θεσσαλονίκη. Η ενέργεια αυτή τόνωσε τις σχέσεις Βουλγαρίας - Θεσσαλονίκης, έπληξε όμως τα βουλγαρικά συμφέροντα στην πρωτεύουσα. Ο Συμεών διαμαρτυρήθηκε αλλά εκεί δεν υπήρχε άνθρωπος να τιθασεύσει την αριστοκρατία. Αποφάσισε να δράσει, όπως αυτός ήξερε. Η εισβολή του στη Μακεδονία ταρακούνησε την αυτοκρατορία. Ο στρατός, που στάλθηκε εναντίον του, νικήθηκε. Ο Συμεών έκοψε τις μύτες των αιχμαλώτων και τους έστειλε πίσω. Οι Βυζαντινοί έπεισαν τους άγριους νομάδες Μαγυάρους, φοβερούς τοξότες και καβαλάρηδες, να εισβάλουν στη Βουλγαρία κι έστειλαν και στόλο να τους περάσει από τη μια όχθη του Δούναβη στην άλλη. Οι Μαγυάροι προκάλεσαν μεγάλο πονοκέφαλο στους Βουλγάρους, ώσπου ο Συμεών εκστράτευσε στη Βεσαραβία, απ’ όπου ξεκινούσαν, κι αιχμαλώτισε γυναίκες και παιδιά. Όταν γύρισαν στις εστίες τους, οι Μαγυάροι δεν βρήκαν κανέναν. Μετανάστευσαν στην περιοχή ανάμεσα στον Δούναβη και τον Τάις, όπου εγκαταστάθηκαν αρπάζοντας γυναίκες από τους γείτονες Γερμανούς (βόρεια) και Σλάβους (νότια). Τον ίδιο καιρό, ο Συμεών τα βρήκε με τους Βυζαντινούς. Στα 904, αποχώρησε από όλα τα εδάφη που προηγουμένως είχε κυριεύσει.
Ο πόλεμος ξανάρχισε το 912 με εισβολή στην Θράκη και τέλειωσε το 927, όταν ο Συμεών πέθανε. Στο ενδιάμεσο, η Βουλγαρία έφτασε σε πολύ μεγάλη ακμή, ενώ ο ηγεμόνας της πολιόρκησε μάταια τρεις φορές την ίδια την Κωνσταντινούπολη. Έπεισε, όμως, τον πάπα να τον αναγνωρίσει «τσάρο των Βουλγάρων και αυτοκράτορα των Ρωμαίων» υποδηλώνοντας με σαφήνεια τις προθέσεις του. Μέσα σε μικρό διάστημα, άπλωσε τα σύνορα του κράτους του ως την Αδριατική στα δυτικά (περιλαμβάνοντας ολόκληρη τη Σερβία και την Κροατία), πήρε την Βλαχία και κομμάτια της Τρανσυλβανίας και της σημερινής Ουγγαρίας στα βόρεια, τμήματα της Μακεδονίας και της Θράκης στα νότια και βάλθηκε να εκπολιτίσει τον λαό του. Η Πρεσλάβα στολίστηκε με έργα ελληνικής τέχνης, ανάκτορα και εκκλησίες, εξωραΐστηκε κι έγινε κέντρο μετάφρασης αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων στην παλαιοσλοβενική γλώσσα (μέσω αυτής πέρασαν τα αρχαιοελληνικά συγγράμματα στη σερβική και στη ρωσική γλώσσα). Οι Βυζαντινοί βοήθησαν τους Σέρβους και τους Κροάτες να εξεγερθούν. Οι τελευταίοι νίκησαν τους Βούλγαρους σε καθοριστική μάχη (927), ενώ τον ίδιο χρόνο πέθανε κι ο Συμεών.
Η διάσπαση της Βουλγαρίας
Η ελληνοκεντρική ιστορία παρουσιάζει τον πρώτο τσάρο των Βουλγάρων περίπου ως ληστή τρομοκράτη των βόρειων περιοχών της αυτοκρατορίας. Ήταν όμως στ’ αλήθεια ο πρώτος πραγματικός βασιλιάς του λαού του. Και είναι ευτύχημα για το ελληνικό στοιχείο το ότι είχε ελληνική παιδεία. Μέσα από αυτήν, η ελληνική κουλτούρα πέρασε στον βουλγαρικό λαό, που έγινε το κανάλι για τη διοχέτευση της γνώσης και στους κατακτημένους από τον Συμεών Σλάβους. Όπως νωρίτερα οι Σλάβοι έγιναν το κανάλι μέσα από το οποίο πέρασε η διδασκαλία του χριστιανισμού και στους Βουλγάρους (ο Βόρις τους Σλάβους μιμήθηκε κι ο Κλήμης κοντά τους πήρε μαθήματα από τον Κύριλλο και τον Μεθόδιο). Άλλωστε, τα χρόνια της βασιλείας του Συμεών δεν χαρακτηρίζονται τόσο από τους πολέμους του με το Βυζάντιο, όσο για το ότι αποτέλεσαν τον χρυσό αιώνα του παλαιοσλαβικού πολιτισμού. Τότε ήταν που άνθισε και για πρώτη φορά η σλαβική φιλολογία, ενώ οι μεταφράσεις των αρχαίων στα σλαβικά είναι πολύτιμες για την επιστήμη, καθώς χάθηκαν πολλά πρωτότυπα κείμενα και μόνο μέσα από αυτές τα γνωρίζουμε. Όμως, μαζί με τον χριστιανισμό και την ελληνική κουλτούρα, Σλάβοι και Βούλγαροι γεύτηκαν και τους καρπούς της διάκρισης των τάξεων. Η αριστοκρατία της γης που ανθούσε στη Βυζαντινή αυτοκρατορία, βρήκε άξιους μιμητές στους βόρειους γείτονες. Και οι πόλεμοι του Συμεών με σύγχρονες μεθόδους απαιτούσαν χρηματοδότηση που μεταφραζόταν σε βαριά φορολογία.
Ο γιος και διάδοχός του στον θρόνο της Βουλγαρίας, Πέτρος (927 - 969), μαζί με το σκήπτρο κληρονόμησε κι όλα τα προβλήματα του κράτους. Ειρήνευσε με τους Βυζαντινούς, παντρεύτηκε την εγγονή του αυτοκράτορα και πέτυχε να αναγνωριστεί πατριαρχείο της Βουλγαρίας με τον όρο της επιστροφής στην ορθοδοξία, όπου την πρωτοκαθεδρία είχε το οικουμενικό πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης. Όμως (με αρχηγό τον Γκεσλάβ), οι Σέρβοι επαναστάτησαν και η Σερβία αυτονομήθηκε από τη Βουλγαρία, αναγνωρίζοντας την βυζαντινή επικυριαρχία. Το παράδειγμά τους ακολούθησαν και οι πέρα από τον Δούναβη υπήκοοι που έπαψαν να υπακούουν στους Βουλγάρους. Στο εσωτερικό του κράτους, η αριστοκρατία των βογιάρων δεν έβλεπε για ποιον λόγο έπρεπε να υπακούει στον τσάρο. Κι ο βογιάρος Σισμάν επαναστάτησε, κυριάρχησε στην Δυτική Βουλγαρία και ίδρυσε εκεί δικό του κράτος, στο οποίο συμπεριέλαβε (963) την Βόρεια Μακεδονία και την Αλβανία. Πριν να προλάβει ο Πέτρος να συνέλθει, με υποκίνηση της αίρεσης των Βογόμιλων (αυτών που πίστευαν στην ύπαρξη και του Σατανιήλ), οι αγρότες του κράτους επαναστάτησαν ενάντια στη βαριά φορολογία και την εκμετάλλευση των μεγαλοκτηματιών. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, στα βόρεια σύνορα της Βουλγαρίας εγκαταστάθηκαν οι Πετσενέγκοι, που έβρισκαν λογικό να εισβάλλουν κάθε τόσο στις νότιες περιοχές του Δούναβη.
Ο στρατηγός του Βυζαντίου Νικηφόρος Φωκάς, που το 961 επανάκτησε την Κρήτη, γρήγορα βρέθηκε αυτοκράτορας (963 - 969). Εκείνα τα χρόνια, οι Ρώσοι ήταν σύμμαχοι της αυτοκρατορίας, αν και νωρίτερα είχαν απειλήσει την Κωνσταντινούπολη κάμποσες φορές. Ο Νικηφόρος ασφάλισε με κάστρα τα περάσματα και τους έπεισε να μπουν στην Βουλγαρία (967). Οι Ρώσοι πήραν την Πρεσλάβα κι αιχμαλώτισαν τον νέο τσάρο, Βόρι Β’ (969 - 976), αλλά θέλησαν να κυριεύσουν και την Θράκη. Ο νέος αυτοκράτορας, Ιωάννης Τσιμισκής (επίσης 969 – 976), μπήκε στην Βουλγαρία, ξεθεμελίωσε την Πρεσλάβα (971), που εγκαταλείφθηκε για πάνω από έναν αιώνα, έδιωξε τους Ρώσους και κατέλυσε το κράτος της Ανατολικής Βουλγαρίας, πηγαίνοντας πάλι τα σύνορα της αυτοκρατορίας ως τον Δούναβη.
Δυτική και βλάχικη Βουλγαρία
Στα τέλη του Ι’ αιώνα, η κρατική οντότητα της Δυτικής Βουλγαρίας απλωνόταν με νότιο σύνορο τη γραμμή που ξεκινά απέναντι από την Κέρκυρα και καταλήγει στην είσοδο του Θερμαϊκού και δυτικό την Αδριατική βόρεια της Θεσπρωτίας σε όλο το μήκος των ακτών της σημερινής Αλβανίας. Ανατολικά, συνόρευε με τη Βυζαντινή αυτοκρατορία (στα δυτικά όρια της πεδιάδας της Θεσσαλονίκης), έχοντας στην κατοχή της μια στενή έξοδο στο Αιγαίο νότια από τις εκβολές του Αλιάκμονα. Κατείχε επίσης την βόρεια μισή σημερινή Κεντρική Μακεδονία και την παλιά Δαρδανία. Πελοπόννησος, Ήπειρος, Θεσσαλία, το μέγιστο μέρος της Μακεδονίας, η Θράκη, τα νησιά και η Ανατολική Βουλγαρία (περίπου στα σημερινά της όρια) ήταν βυζαντινές περιοχές.
Πρωτεύουσα της Δυτικής Βουλγαρίας, που αρχικά είχε φιλικές σχέσεις με την Κωνσταντινούπολη, ήταν τα Μογλενά, βόρεια της Έδεσσας που τότε λεγόταν Βοδενά κι έγινε η δεύτερη πρωτεύουσα του κράτους. Τρίτη πρωτεύουσα έγινε το νησάκι της Μικρής Πρέσπας και τέταρτη η Αχρίδα. Όλα αυτά σε λιγότερο από ένα τέταρτο αιώνα, όσο χρειάστηκε ο μικρότερος γιος του Σισμάν, ο Σαμουήλ, για να απαλλαγεί από τα τρία αδέρφια του και να αναγορευτεί αυτός τσάρος. Η μετατόπιση του διοικητικού και θρησκευτικού κέντρου των Βουλγάρων στην Αχρίδα, την οποία, παρά την έντονη παρουσία των Βαρδαριωτών, ενσωμάτωσε στο βουλγαρικό κράτος που δημιούργησε, έδωσε την ευκαιρία στους κατοίκους της Βόρειας Μακεδονίας του Κ’ αιώνα να ισχυριστούν ότι ο Σαμουήλ ήταν Σλαβομακεδόνας και το κράτος του σλαβομακεδονικό, που πολεμούσε εξίσου τους Βυζαντινούς και τους Βουλγάρους. Μόνο που ο νικητής του, Βασίλειος Β’, ονομάστηκε Βουλγαροκτόνος κι όχι Σλαβομακεδονοκτόνος.
Από το 976, οι Βούλγαροι της Ανατολικής Βουλγαρίας είχαν επαναστατήσει, ενώ στον θρόνο της Κωνσταντινούπολης ανέβηκε ο Βασίλειος Β’ (976 - 1025). Ο Σαμουήλ επωφελήθηκε ξεκινώντας συστηματικές επιδρομές. Ισχυροποιήθηκε στα βόρεια, πέρασε τα στενά του Ολύμπου, πήρε τη Λάρισα (986), νίκησε και υπέταξε τους Σέρβους (989) και κατέβηκε ως τον Ισθμό της Κορίνθου περνώντας στην Πελοπόννησο. Στην επιστροφή του, όμως, οι Βυζαντινοί τον περίμεναν στον Σπερχειό και τον τσάκισαν (996). Ο Σαμουήλ κι ο γιος του τραυματίστηκαν και διέφυγαν στην Βουλγαρία. Ήταν η αρχή του τέλους. Ο Βασίλειος άρχισε πόλεμο φθοράς. Ο Σαμουήλ προσπάθησε να τειχίσει τα περάσματα. Ο βυζαντινός στρατός με επικεφαλής τον αυτοκράτορα ξεπρόβαλε μπροστά στις οχυρώσεις (1014). Ο στρατηγός Νικηφόρος Ξιφίας, περνώντας τα βουνά, βγήκε πίσω τους. Οι Βούλγαροι έπαθαν πανωλεθρία. Ο Σαμουήλ γλίτωσε αλλά ο Βασίλειος του έστειλε τυφλωμένους τους 15.000 αιχμαλώτους που έπιασε στη μάχη. Στη θέα τους, ο Σαμουήλ έπαθε αποπληξία. Πέθανε δυο μέρες αργότερα. Στα επόμενα πέντε χρόνια, κάθε ίχνος από το βουλγαρικό κράτος είχε χαθεί.
Οι προσπάθειες των Βουλγάρων να ορθοποδήσουν ως κρατική οντότητα ήταν πολλές. Οι επαναστάσεις διαδέχτηκαν η μια την άλλη με συνήθη κατάληξη το πνίξιμό τους στο αίμα. Με εκείνη του 1040, έδωσαν στους Σέρβους την ευκαιρία να στήσουν το δικό τους κράτος.
Οι κάτοικοι της περιοχής γύρω από τα Σκόπια επαναστάτησαν κατά του Βυζαντίου (1071 – 1072) αλλά αναγκάστηκαν να υποταχθούν. Οι Βαρδαριώτες συνέχισαν να υπάρχουν και συνέπραξαν στις εκστρατείες του αυτοκράτορα Αλέξιου Α’ Κομνηνού (1081 – 1118).
Στα 1186, οι Βούλγαροι τα κατάφεραν. Τότε, ο Ιωάννης Α’ Ασάν (1186 - 1195) επαναστάτησε ενάντια στους Βυζαντινούς δημιουργώντας το Βουλγαροβλαχικό κράτος με πρωτεύουσα το Τίρνοβο, στην βόρεια πλαγιά του Νότιου Αίμου, απέναντι στην κοιλάδα του Δούναβη. Στα 1195, ο Βλάχος Πέτρος επαναστάτησε και προσπάθησε να δημιουργήσει αμιγές βλάχικο κράτος αλλά δολοφονήθηκε από τους ίδιους του τους υπηκόους, οπότε στον θρόνο ανέβηκε ο Ιωαννίτσης Ασάν (1197 – 1207), ο επονομαζόμενος Καλογιάννης.
Οι Σέρβοι και οι Βόσνιοι
Οι πρώτοι Σέρβοι μετανάστες ζούσαν οργανωμένοι σε πατριές κατά αυτόνομες επαρχίες που ονομάζονταν ζούπες (ζουπάνοι οι αρχηγοί τους). Εκχριστιανίστηκαν τον Θ’ με Ι’ αιώνα, ενώ οι ζούπες ενώθηκαν και σχημάτισαν δυο ηγεμονίες, της Ζέτας (κατοπινό Μαυροβούνιο) και της Ράσκας. Είχαν περάσει γύρω στα 140 χρόνια, αφότου (μέσα Θ’ αιώνα) οι Σέρβοι διαμήνυσαν στο Βυζάντιο ότι παύουν να του αναγνωρίζουν επικυριαρχία στην περιοχή, όταν ο τσάρος της Δυτικής Βουλγαρίας, Σαμουήλ, εισέβαλε στα μέρη τους. Ο ηγεμόνας της Σερβίας, Ιωάννης Βλαδίμηρος, βγήκε να τον αντιμετωπίσει (989), νικήθηκε κι αιχμαλωτίστηκε. Ο Σαμουήλ, όμως, μάλλον τον συμπάθησε. Τον πάντρεψε με την κόρη του, Κοσάρα, και τον έστειλε στην πρωτεύουσα της Σερβίας, τη Ζέτα, ως υποτελή του άρχοντα. Ένα σερβικό μυθιστόρημα, που γράφτηκε τρεις αιώνες αργότερα («Βλαδίμηρος και Κοσάρα») περιγράφει τις περιπέτειές τους. Από τότε, όμως, η Δαλματία, η Ζάνταρ, το Σπλίτ και το Ντουμπρόβνικ άρχισαν να αποκτούν λατινικό χαρακτήρα, ενώ η λοιπή Σερβία παρέμεινε σλαβική.
Με τον θάνατο του Σαμουήλ και τη διάλυση της Δυτικής Βουλγαρίας, οι Σέρβοι ξαναπέρασαν στην επικυριαρχία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας (1036). Στα 1040, οι γείτονές τους, Βούλγαροι, πήραν πάλι τα όπλα αλλ’ η επανάσταση καταπνίγηκε τον επόμενο χρόνο. Ο επαναστατικός άνεμος, όμως, απλώθηκε και στους Σέρβους, που ξεσηκώθηκαν με αρχηγό τον πρίγκιπα Στέφανο Βογισλάβ (Βοϊσθλάβο των Βυζαντινών). Η Σερβία απέκτησε την ανεξαρτησία της (1042) κι ο γιος του Στέφανου, ο Μιχαήλ, τον τίτλο του πρώτου βασιλιά και περίπου ισότιμου συμμάχου των Βυζαντινών (1052).
Τα επόμενα πενήντα χρόνια κύλησαν με άλλοτε κοινές κι άλλοτε αντιμαχόμενες αλλά πάντοτε αποτυχημένες σερβοβουλγαρικές προσπάθειες για πλήρη απεξάρτηση από το Βυζάντιο. Ο Στέφανος Α’ Νεμάνια (1170 - 1199) ήταν αυτός που κατόρθωσε να ενώσει τις ηγεμονίες της Ζέτας και της Ράσκας και να δημιουργήσει το πρώτο κράτος που, εκτός από τη Σερβία και το Μαυροβούνιο, περιλάμβανε και τις σημερινές Βοσνία, Ανατολική Δαλματία και τμήματα της Αλβανίας και της Ηπείρου. Στα 1196, παραιτήθηκε υπέρ του γιου του κι αποσύρθηκε σε μοναστήρι στο Άγιο Όρος.
Και, ξαφνικά, η περιοχή στα όρια της σημερινής Βοσνίας, απέκτησε αξία. Βυζαντινοί και Ούγγροι την εποφθαλμιούσαν. Μόνη διέξοδος για τους εκεί Σλάβους ήταν η συνένωσή τους σε ένα κράτος. Δημιουργήθηκε το βανάτο (ηγεμονία) της Βοσνίας με επικεφαλής ένα βαν που όμως δεν μπορούσε να συγκεντρώσει την εξουσία στα χέρια του. Οι βαν της Βοσνίας περιέπεσαν στην εξάρτηση από τα βασίλεια της Κροατίας αρχικά, της Ουγγαρίας έπειτα, λειτουργώντας σαν άτυποι αντιβασιλιάδες στην περιοχή τους.
Πρώτος βαν ήταν ο Κούλιν που ηγεμόνευσε από το 1180 ως το 1204. Συνδέθηκε με επιγαμία με τους Νεμάνια της Σερβίας και με συνθήκη με τη δημοκρατία του Ντουμπρόβνικ (Ραγούζας) στις δαλματικές ακτές. Στα χρόνια του όμως, οι θρησκευτικές έριδες φούντωσαν. Προηγήθηκε ο χωρισμός των εκκλησιών (ορθόδοξης και καθολικής) και οι Βόσνιοι είχαν χωριστεί σε δυο αλληλομισούμενες παρατάξεις. Στα χρόνια του Κούλιν, φάνηκε ο Βογομιλισμός.
Οι Βογόμιλοι ήταν οπαδοί αίρεσης που δεχόταν ότι οι γιοι του θεού είναι δύο: Ο Σατανιήλ κι ο Χριστός, που βρίσκονται σε αέναη πάλη. Απέρριπταν τις εικόνες, τις τελετές και τα μυστήρια και θεωρούσαν ότι τα πάντα διέπονται από την πάλη του καλού με το κακό. Κατάντησαν να λειτουργούν σαν πολιτικό σωματείο κάτω από θρησκευτικό μανδύα και υποκίνησαν πάμπολλες εξεγέρσεις. Από αυτούς προέρχονται οι σύγχρονες έννοιες βογόμιλος και βογομιλισμός, που αποδίδονται σε όσους δε δέχονται διαβάθμιση από το καλό ως το κακό και από το πνευματικό ως το υλικό αλλά σε κάθε περίπτωση υποστηρίζουν την ύπαρξη μόνο των δυο άκρων.
Ο διάδοχός του Στέφανου Α’ Νεμάνια, βασιλιάς Στέφανος Β’ ή Τιχομίλ (1196 - 1227), κατάφερε να απαλλαγεί από τον αδερφό του κι από την επιθετικότητα των γειτόνων του, Βουλγάρων, και να στήσει γερά τα θεμέλια της κρατικής εξουσίας. Ο ίδιος κατόρθωσε να επιτύχει και την αυτονομία της Σερβικής Εκκλησίας, η οποία τον τιμά ως άγιο. Οι διάδοχοί του δημιούργησαν τη Μεγάλη Σερβία, που επέζησε ως τα τέλη του ΙΔ’ αιώνα. Τότε καταλύθηκε από τους Τούρκους, που όμως δεν πέρασαν στα μέρη της Ζέτας. Εκεί, το 1516, δημιουργήθηκε το ελεύθερο Μαυροβούνιο.
Οι Κροάτες
Ο από το 916 ζουπάνος (αρχηγός φυλής), Τομισλάβ, ένωσε όλες τις φυλές των Κροατών, ανακηρύχθηκε πρώτος βασιλιάς (925) και μετέτρεψε τους λοιπούς ζουπάνους σε τοπάρχες. Μπόρεσε να αντιταχθεί με επιτυχία στις επιθέσεις των Ούγγρων κι άπλωσε την επικράτειά του στην Δαλματία και το μεγαλύτερο τμήμα της Παννονίας, οργάνωσε στρατό 100.000 πεζών και 60.000 καβαλάρηδων, ναυπήγησε 200 πλοία και δημιούργησε ένα από τα πιο ισχυρά κράτη των Βαλκανίων. Πέθανε στα 928.
Τον διαδέχτηκαν δέκα βασιλιάδες στη σειρά, ενώ το κράτος συγκλονιζόταν από εσωτερικές διαμάχες: Ανταπαιτητές του θρόνου μάχονταν μεταξύ τους, καθολικοί συγκρούονταν με τους ορθόδοξους, ο σλαβικός πληθυσμός της υπαίθρου βρισκόταν σε αντιπαράθεση με τον ακόμα ρωμαϊκό των πόλεων. Κι ακόμα, Ούγγροι και Βενετσιάνοι εισέβαλαν κάθε τόσο στο νεαρό κράτος προσπαθώντας να αποκτήσουν τα εδάφη του.
Παρ’ όλα αυτά, ο θρόνος διατηρήθηκε, ο βασιλιάς Κρεζιμίρ πέτυχε την ηρεμία με τους ζουπάνους, ο βασιλιάς Μιροσλάβ έμεινε στη μνήμη των Κροατών ως ένας από τους πιο ικανούς και ο Πέτρος Κρεζιμίρ ο Μέγας (1058 – 1073) έφτασε την επικράτειά του ως τη Ραγούζα (σημερινό Ντουμπρόβνικ). Ήταν πια βασιλιάς Κροατίας και Δαλματίας. Ο στόλος του εξελίχθηκε σε πειρατικό στην Αδριατική αλλά γρήγορα οι Κροάτες προτίμησαν να ασκούν το εμπόριο. Το κράτος χωρίστηκε σε δέκα ζουπανίες (περιφέρειες) με επικεφαλής ισάριθμους ζουπάνους.
Ο βασιλιάς Ζβονιμίρ (1076 – 1089) στέφθηκε από απεσταλμένο του πάπα Γρηγορίου Ζ’ στον οποίο έγινε υποτελής. Ένωσε τις δυνάμεις του με αυτές του Νορμανδού Ρομπέρ Γκιισκάρ (Ροβέρτου Γυϊσκάρδου, 1015 – 1085) της Νότιας Ιταλίας και πολέμησε ενάντια στην Βυζαντινή αυτοκρατορία αλλά και στην Βενετία. Τον διαδέχτηκε ο Στέφανος Β’ (Πέταρ Σβάτσιτς) που πήρε γυναίκα του την Ελένη, αδελφή του βασιλιά της Ουγγαρίας, Κόλομαν. Στα 1097, σε μια μάχη (της Πέτροβα Γκόρα), ο βασιλιάς έπεσε ηρωικώς μαχόμενος. Και ήταν άτεκνος. Ο θρόνος έγινε έπαθλο τρομερών εμφύλιων πολέμων και η Ελένη δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα. Απευθύνθηκε στον αδελφό της. Δεν δυσκολεύτηκε αυτός να νικήσει τους ζουπάνους τον ένα μετά τον άλλο. Στέφθηκε βασιλιάς και της Κροατίας.
Ήταν το 1102 κι ο νέος βασιλιάς υπέγραψε πρωτόκολλο με τους αρχηγούς των φυλών. Οι Κροάτες θα διατηρούσαν τους εθνικούς θεσμούς τους, η χώρα τους θα κυβερνιόταν από έναν ντόπιο βαν (αντιβασιλέα, τοποτηρητή) και η διακυβέρνηση θα βασιζόταν στις αρχές της αυτονομίας. Η Κροατία έγινε τμήμα της Ουγγαρίας, την ιστορία της οποίας ακολούθησε τους επόμενους αιώνες. Από το 1273, οι ζουπάνοι άρχισαν να συνεδριάζουν σε συνελεύσεις (τις είπαν «σαμπόρ»).
Οι εμφάνιση των Βλάχων
Επί αιώνες, από τα εδάφη της Δακίας περνούσαν τα στίφη των βάρβαρων επιδρομέων που κατέβαιναν προς τον Δούναβη, άλλα περνώντας τον κι άλλα όχι. Γότθοι, Ούννοι, Γέπιδες (παρακλάδι των Γότθων), Λομβαρδοί, Σλάβοι, Βούλγαροι, Άβαροι, Μαγυάροι (οι μετέπειτα Ούγγροι) διαδέχονταν οι μεν τους δε. Και κάποιοι έστηναν κράτη που διαλύονταν από τους επόμενους κατακτητές.
Οι Δάκες ξεκίνησαν να κατεβαίνουν από τα Καρπάθια βουνά και τις Τρανσυλβανικές Άλπεις (νότιο τμήμα των Καρπαθίων με ανατολική κατεύθυνση και κατάληξη στις Σιδερένιες Πύλες του Δούναβη), γύρω στον ΙΑ’ αιώνα. Πια, λέγονταν Βλάχοι. Δημιουργήθηκαν σκόρπιες ηγεμονίες που σαρώθηκαν από τα νέα κύματα των εισβολέων.
Οι Πετσενέγκοι και οι Κουμάνοι εισέβαλαν τον ΙΑ’ και τον ΙΒ’ αιώνα. Ανήκαν σε τουρκικές φυλές που κατά τον μεσαίωνα εγκαταστάθηκαν στις παραδουνάβιες περιοχές και επιδόθηκαν σε πολέμους ενάντια στην Βουλγαρία και την Βυζαντινή αυτοκρατορία. Οι Πετσενέγκοι εξαφανίστηκαν σταδιακά από τον ΙΓ’ αιώνα κι έπειτα. Οι πολλοί από τους Κουμάνους πέρασαν στα όρια της σημερινής Ουγγαρίας. Οι υπόλοιποι διασκορπίστηκαν στα Βαλκάνια και στη Μ. Ασία.
Οι Βλάχοι που διάλεξαν να εγκατασταθούν στα δυτικά των Καρπαθίων, στην περιοχή που ονομάστηκε Τρανσυλβανία, βρέθηκαν υποταγμένοι στους Ούγγρους ηγεμόνες, ανάμεσα σε ουγγρικούς και γερμανικούς πληθυσμούς, με τους οποίους δεν είχαν κοινά σημεία.
Οι Βλάχοι που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή ανάμεσα στις Τρανσυλβανικές Άλπεις, τον Δούναβη και τον παραπόταμό του, Σερέτη (αρχαίο Άραρο), στέριωσαν. Τον ΙΒ’ αιώνα, εκεί ιδρύθηκε κράτος των Βλάχων. Τον ΙΓ’, δημιουργήθηκε η ηγεμονία της Βλαχίας, βόρεια του Δούναβη. Η περιοχή στα ΒΔ της ονομάστηκε Μολδαβία (ρουμανικά Μόλνταβα) από τον ποταμό Μολντάβα. Οι εκεί Βλάχοι βρίσκονταν κάτω από την κυριαρχία των Τατάρων. Με την βοήθεια των Ούγγρων, επαναστάτησαν στα 1343 αλλά αναγκάστηκαν να αναγνωρίσουν ότι ήταν υποτελείς του ηγεμόνα των συμμάχων τους. Στα 1349, ο πρόκριτος Μπογκτάν (Μπογδάν) έδιωξε τους Ούγγρους, απέκτησε αυτονομία και η περιοχή, από τότε, λέγεται και Μπογδανία. Εκεί, στήθηκε η ηγεμονία της Μολδαβίας.
Στα ανατολικά του ποταμού Προύθου κι ανάμεσα στον ποταμό Δνείστερο και τον Εύξεινο Πόντο, η ηγεμονική οικογένεια των Βεσαράβα κατόρθωσε να αντισταθεί στους βαρβάρους και να αυτονομηθεί. Από το όνομα της οικογένειάς του, η περιοχή ονομάστηκε Βεσαραβία.
Το ψηφιδωτό των λαών
Μετά την κατάλυσή της Δυτικής Βουλγαρίας, ο ελληνικός πληθυσμός της υπαίθρου τονώθηκε. Συμπαγές σλαβικό στοιχείο υπήρχε στις περιοχές των σημερινών Κροατίας, Βοσνίας, Σερβίας, Βόρειας Μακεδονίας και Βουλγαρίας. Βούλγαροι εξαναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν σε περιοχές του Έβρου, ενώ κάμποσοι από τους αριστοκράτες τους μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου με τον καιρό εξελληνίστηκαν. Στις βουλγαρικές περιοχές, ο αυτοκράτορας σεβάστηκε την τοπική αριστοκρατία της γης και ευνόησε τους ελληνοβουλγαρικούς γάμους. Το βουλγαρικό πατριαρχείο υποβιβάστηκε σε αυτοκέφαλη αρχιεπισκοπή, με τα όριά της να απλώνονται στην Ανατολική Βουλγαρία, τη Μακεδονία, την Θεσσαλία, την Ήπειρο, την Αλβανία και τη Σερβία. Το 1019, αρχιεπίσκοπος έγινε ο Βούλγαρος Ιωάννης. Οι επόμενοι ήταν Έλληνες με στόχο την ελληνική διείσδυση παντού και το στέριωμα της εξάρτησης από την Κωνσταντινούπολη. Πάνω από ενάμιση αιώνα αργότερα, η σερβική Εκκλησία αυτονομήθηκε.
Το τέλος του ΙΒ’ αιώνα βρήκε τα Βαλκάνια μοιρασμένα σε τρεις κρατικές οντότητες (Βυζαντινή αυτοκρατορία, Σερβία, Βουλγαρία) χωρισμένες σε αναρίθμητες τοπικές ηγεμονίες Ελλήνων, Σέρβων και Βουλγάρων, καθώς παντού οι μεγαλοκτηματίες είχαν επικρατήσει, και κατοικημένα από Έλληνες, Σέρβους, Βούλγαρους στις πεδιάδες και τις πόλεις, άλλους Σλάβους στα ορεινά περάσματα και σε κλειστούς οικισμούς κι ακόμα Αλβανούς, Βλάχους, Αρμένιους, Κροάτες και Μικρασιάτες σκόρπιους παντού. Επίσημη γλώσσα του Βυζαντίου ήταν η ελληνική. Της Σερβίας και της Βουλγαρίας η σλαβική. Των Εκκλησιών τους η ελληνική. Το εμπόριο, η ναυτιλία και οι θέσεις κλειδιά στην διοίκηση, στον στρατό και στην Εκκλησία βρίσκονταν συνήθως σε ελληνικά χέρια. Με το μίσος των αλλοεθνών εναντίον τους να σιγοβράζει δημιουργώντας τις πρώτες εστίες εθνικιστικών ανταγωνισμών. Η βαλκανική χώρα δεχόταν εισβολές από τον Βορρά (Πετσενέγκοι, Ούγγροι κ.λπ.), τη Δύση (Νορμανδοί, Βενετοί) και τον Νότο (Άραβες πειρατές), ενώ από τα ανατολικά την απειλούσαν οι Σελτζούκοι Τούρκοι. Στο εσωτερικό, Βογόμιλοι και Παυλικιανοί υποδαύλιζαν συνεχώς εξεγέρσεις ενάντια στις βαριές φορολογίες και συνεχώς υποτάσσονταν πνιγμένοι στο αίμα. Και σαν να μην αρκούσαν όλα αυτά, από τα τέλη του ΙΑ’ αιώνα ξεπρόβαλαν και οι σταυροφόροι. Η τέταρτη σταυροφορία ποτέ δεν έφτασε στους Άγιους Τόπους. Οι ηγεμόνες της Δύσης πήραν την Κωνσταντινούπολη (1204) και μοιράστηκαν την αυτοκρατορία μεταξύ τους.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΑΘΩΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ
Τα πρώτα χρόνια
Πρώτος γνωστός μας ησυχαστής στην περιοχή του Αγίου Όρους αναφέρεται ο όσιος Πέτρος ο Αθωνίτης που εγκαταστάθηκε στον Άθω κατά τα τέλη του Ζ’ αιώνα. Με τον καιρό, η περιοχή προσέλκυσε πολλούς ασκητές με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν οικισμοί μοναχών με διοικητική «Καθέδρα Γερόντων» και «Αθωνικό Πρωτάτο». Τον Θ’ αιώνα υπέστησαν τα δεινά των επιδρομών από Άραβες πειρατές που λαφυραγωγούσαν ακόμα και τους πιο λιτοδίαιτους μοναχούς. Τότε ξεκίνησε μια ατελής μορφή οργάνωσης.
Στο δεύτερο μισό του Θ’ αιώνα, ο Ιωάννης Κολοβός έκτισε στο πιο βόρειο ορεινό σημείο του Άθω (θέση «Μεγάλη Βίγλα») το πρώτο μοναστήρι. Από το σημείο εκείνο και νότια, απαγορεύτηκε η είσοδος λαϊκών και βοσκών με κοπάδια. Δημιουργήθηκε έτσι η ζώνη που έγινε τόπος ασκητών, προσευχής και μοναστικής ζωής. Με χρυσόβουλα αυτοκρατόρων της Μακεδονικής δυναστείας, απαγορεύτηκε στους υπηκόους του Βυζαντίου να ενοχλούν με οποιονδήποτε τρόπο τους μοναχούς και ησυχαστές. Και οι υπάλληλοι της αυτοκρατορίας έπαψαν να ασχολούνται με διοικητικά καθήκοντα που είχαν να κάνουν με τα πράγματα από τα βόρεια «σύνορα» της περιοχής ως το νοτιότερο σημείο της γλώσσας του Άθω. Στα τέλη του Θ’ αιώνα, η «Καθέδρα των Γερόντων» εγκαταστάθηκε στις Καρυές έχοντας επικεφαλής τον «Πρώτο». Η διοίκησή του ονομαζόταν Πρωτάτο.
Ο καθηγητής Αδαμάντιος Αδαμαντίου (1875 – 1937) αποδίδει την έξαρση της οικοδόμησης νέων εκκλησιών και την αναζωογόνηση του θρησκευτικού αισθήματος, τον Ι’ αιώνα, σε ενέργειες των αυτοκρατόρων της Μακεδονικής δυναστείας που θέλησαν να αντιμετωπίσουν πρακτικά την απειλή εκβαρβαρισμού της αυτοκρατορίας. Η απειλή αυτή είχε προέλθει από τις επιδρομές βαρβαρικών φύλων του Βορρά και Αράβων πειρατών που λυμαίνονταν τα εδάφη της αυτοκρατορίας. Οι αυτοκράτορες, πέρα από τις πολεμικές επιχειρήσεις ενάντια σε Άραβες, Σλάβους, Βούλγαρους κ.λπ., δημιούργησαν αποστολές ιεροκηρύκων που διέτρεχαν τις χώρες και κήρυτταν το ευαγγέλιο, τονώνοντας την κλονισμένη πίστη. Στην πολιτική αυτή αποδίδεται η δράση που ανέπτυξαν ο όσιος Νίκων ο Μετανοείτε στη Λακωνία και ο όσιος Λουκάς ο Στεριώτης στην Βοιωτία.
Στα 955, ο Νικηφόρος Φωκάς ήταν δομέστικος των σχολών (στρατηγός) της Ανατολής. Ο αδελφός του, Λέων Φωκάς, δομέστικος των σχολών της Δύσης. Η οικογένεια των Φωκάδων και των συγγενών τους, Μαλεΐνων, είχε τεράστια κτήματα στην Καππαδοκία. Ο θείος του Νικηφόρου, Μιχαήλ Μαλεΐνος, ήταν ξακουστός για την ευσέβειά του ως ηγούμενος σε ένα μοναστήρι στην Θεσσαλία. Και ο Νικηφόρος Φωκάς αποτελούσε περίεργο κράμα θεοσεβούμενου μοναχού και άγριου πολεμιστή. Κοντός, γεροδεμένος, μελαψός, πανάσχημος, απότομος, αγαπούσε τους πολέμους αλλά ανήκε και στους πιο αφοσιωμένους στην θρησκεία. Ζούσε ασκητικά, κοιμόταν στο πάτωμα, αυτομαστιγωνόταν όταν ένιωθε ότι αμάρτησε αλλά διέθετε σπάνιες στρατηγικές και διοικητικές ικανότητες.
Κάποια στιγμή, επισκέφτηκε τον θείο του, Μιχαήλ Μαλεΐνο, στο μοναστήρι. Εκεί, γνωρίστηκε με τον νεαρό μοναχό Αθανάσιο. Ενθουσιάστηκε τόσο μαζί του, ώστε σύντομα επισκέφτηκε το μοναστήρι για δεύτερη φορά. Πολύ θα ήθελε να γίνει κι αυτός καλόγερος αλλά οι καιροί απαιτούσαν την παρουσία του στον στρατό. Ο ηγούμενος Μιχαήλ Μαλεΐνος βρήκε πιο πρόσφορη λύση να δώσει τον Αθανάσιο πνευματικό σύντροφο του Νικηφόρου. Έφυγαν μαζί. Ο Αθανάσιος όμως κάποια στιγμή παράτησε τον Νικηφόρο και το έσκασε στον Άθω όπου έγινε ησυχαστής. Η ιστορία της αθωνικής μοναστικής πολιτείας αρχίζει από αυτόν, αν και το όνομα Άγιον Όρος δόθηκε στην περιοχή περίπου διακόσια χρόνια αργότερα.
Ήταν το 959. Ο Φωκάς έβαλε λυτούς και δεμένους να τον βρουν. Κάποιες πληροφορίες έλεγαν ότι ο Αθανάσιος είχε θεαθεί στον Άθω. Ο Νικηφόρος έγραψε στον στρατοπεδάρχη Θεσσαλονίκης κι αυτός έστειλε την περιγραφή του Αθανάσιου στον Πρώτο, στις Καρυές. Ο Πρώτος εντόπισε τον Αθανάσιο ανήμερα Χριστούγεννα, όταν όλοι οι μοναχοί του Άθω μαζεύτηκαν στις Καρυές, κατά το έθιμο. Του είπε, τι συνέβαινε, κι ο Αθανάσιος ζήτησε προστασία. Ο Πρώτος τον έκρυψε σε ερημικό Κελίο όπου ο μοναχός περνούσε τον καιρό του αντιγράφοντας ιερά βιβλία που πουλούσε στις Καρυές, κερδίζοντας τον επιούσιο. Στα τέλη του 960, του παραχωρήθηκε σκήτη κοντά στην θέση όπου αργότερα κτίστηκε η μονή της Μεγίστης Λαύρας. Μαζί του, στη σκήτη εγκαταστάθηκαν ο καλλιγράφος Ιωάννης και ο μαΐστωρ (δάσκαλος εκκλησιαστικού χορού) Γρηγόριος.
Τότε ήταν που τον εντόπισαν οι άνθρωποι του Νικηφόρου Φωκά. Οι σχέσεις τους αποκαταστάθηκαν αλλά ο Αθανάσιος έμεινε στον Άθω, ενώ ο Νικηφόρος Φωκάς αναζητούσε τη στιγμή που όλα θα τα παρατούσε και θα πήγαινε να γίνει κι αυτός μοναχός. Ήδη, από τον Ιούλιο του 960, ο Φωκάς πολεμούσε στην Κρήτη εναντίον των Σαρακηνών. Ο Αθανάσιος του ήταν απαραίτητος και ως πνευματικός σύμβουλος και ως κήρυκας του χριστιανισμού στη ρημαγμένη μεγαλόνησο. Με τα πολλά, ο Αθανάσιος δέχτηκε να αφήσει τον Άθω και να πάει στην Κρήτη, έχοντας τη ρητή διαβεβαίωση του Νικηφόρου Φωκά ότι θα εγκατέλειπε τα εγκόσμια και θα γινόταν μοναχός μόλις τέλειωνε με την απελευθέρωση της Κρήτης από τους Σαρακηνούς.
Η εκστρατεία στην Κρήτη έληξε νικηφόρα για τους Βυζαντινούς τον Μάρτιο του 961. Ο Αθανάσιος γύρισε στη σκήτη του, στον Άθω, ενώ ο Νικηφόρος Φωκάς επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη νικητής και τροπαιούχος. Από την Κρήτη κιόλας, ο Νικηφόρος πίεζε τον Αθανάσιο να χτίσει στον Άθω μοναστήρι που θα τους στέγαζε. Ο Αθανάσιος αρνιόταν. Προτιμούσε την ερημιά του ασκητή. Ο Νικηφόρος συνέχισε να πιέζει. Επιτέλους, στα 963, ο Αθανάσιος πείστηκε. Ξεκίνησε να κτίζει τα κελία και την εκκλησία της Μεγίστης Λαύρας, σηματοδοτώντας την ίδρυση της ιερής πολιτείας. Όμως, ο Νικηφόρος κινιόταν ήδη σε άλλα επίπεδα.
Στα δίχτυα της Θεοφανώς
Ο Ρωμανός Β’ ήταν μικρό παιδί όταν η διπλωματία των γάμων τον πάντρεψε με την Βέρθα, κόρη του βασιλιά Προβηγκίας και Ιταλίας. Γιος του Κωνσταντίνου Ζ’ του Πορφυρογέννητου, ο Ρωμανός Β’ απαλλάχτηκε από τον γάμο αυτό στα 949, όταν η Βέρθα πέθανε. Επτά χρόνια αργότερα, θέλησε να ξαναπαντρευτεί.
Η Αναστασώ ήταν κόρη έμπορου κρασιών στην Κωνσταντινούπολη. Ο Ρωμανός την είδε και την βάφτισε Θεοφανώ, επειδή «του την φανέρωσε ο Θεός». Στα 956, την παντρεύτηκε. Ο Πορφυρογέννητος πέθανε στα 959 κι ο Ρωμανός Β’ βρέθηκε αυτοκράτορας με την Θεοφανώ αυτοκράτειρα. Τον επόμενο χρόνο, αναγόρευσε συμβασιλέα τον ανήλικο μόλις δυο χρόνων γιο του, Βασίλειο (960). Δυο χρόνια αργότερα (962), αναγόρευσε συμβασιλέα και τον δεύτερο ανήλικο γιο του, Κωνσταντίνο. Στις 15 Μαρτίου του 963, πέθανε. Η Θεοφανώ έμεινε χήρα με δυο ανήλικα παιδιά κι έναν εκπρόσωπο της κωνσταντινουπολίτικης αριστοκρατίας, τον παρακοιμώμενο Ιωσήφ Βρίγγα, ουσιαστικό κυβερνήτη της αυτοκρατορίας.
Η Θεοφανώ φοβόταν τον Βρίγγα, φοβόταν και για την τύχη των παιδιών της καθώς εύκολα μπορούσαν να πέσουν θύματα ανταπαιτητών του θρόνου. Εννιά χρόνια αφότου θάμπωσε τον Ρωμανό με την ομορφιά της, εξακολουθούσε να είναι ωραιότατη κι αδίστακτη. Γνώριζε τον Νικηφόρο Φωκά όπως όλοι άλλωστε, καθώς ο στρατηλάτης είχε γίνει εθνικός ήρωας μετά την ανάκτηση της Κρήτης. Με την βοήθεια του πατριάρχη Πολύευκτου και παρά τις αντιρρήσεις του Βρίγγα, η αυτοκράτειρα κάλεσε τον Νικηφόρο στην Κωνσταντινούπολη. Ο πατριάρχης έπεισε τη σύγκλητο να τον ονομάσει αρχιστράτηγο της Ανατολής. Στο εξής, για να εκτελεστεί η όποια απόφαση του Βρίγγα για αλλαγές προσώπων στη διοίκηση, έπρεπε να υπάρχει συγκατάθεση του Νικηφόρου.
Ο Ιωσήφ Βρίγγας προσπάθησε να δημιουργήσει μέτωπο ενάντια στον Νικηφόρο Φωκά με την επιστράτευση του στρατηγού Ιωάννη Τσιμισκή και του μάγιστρου στρατηλάτη Ρωμανού Κουρκούα. Απέτυχε. Η ενέργειά του όμως έγινε αιτία να ξεσπάσει επανάσταση του στρατού στην Καισάρεια της Καππαδοκίας (περιοχή των Φωκάδων). Στις 3 Ιουλίου 963, ο στρατός ανακήρυξε τον Νικηφόρο Φωκά αυτοκράτορα, ενώ στην Κωνσταντινούπολη εκδηλώθηκε ανοιχτή αντίδραση του λαού ενάντια στον Βρίγγα που κατέφυγε στην τρομοκρατία με τους δικούς του στρατηγούς. Ο επαναστατημένος στρατός όμως βάδιζε ήδη προς την πρωτεύουσα χωρίς να συναντά αντίσταση.
Ο συγκλητικός Βασίλειος ήταν προσωπικός εχθρός του Βρίγγα αφότου ο τελευταίος του είχε φάει την θέση του παρακοιμώμενου. Στις 9 Αυγούστου του 963, έστειλε οργανωμένους ανθρώπους του να λεηλατήσουν τα σπίτια του Βρίγγα και των οπαδών του, ενώ στημένες σε επίκαιρα σημεία ομάδες άρχισαν επευφημίες υπέρ του Νικηφόρου Φωκά. Η εξέγερση δεν άργησε να μετατραπεί σε γενικευμένη επανάσταση. Η σύγκλητος συνεδρίασε εκτάκτως. Ο Βασίλειος πήρε την άδειά της να καταλάβει τον ναύσταθμο και να στείλει τα πλοία να παραλάβουν τον επαναστατημένο στρατό και να τον περάσουν στην ευρωπαϊκή ακτή. Ο Νικηφόρος Φωκάς μπήκε στην Κωνσταντινούπολη ως ελευθερωτής. Στις 16 Αυγούστου 963, στέφθηκε αυτοκράτορας. Στις 20 Σεπτεμβρίου, έπαιρνε την Θεοφανώ σύζυγό του, γοητευμένος από τα κάλλη της. Ο Βρίγγας πέθανε εξόριστος σε μοναστήρι, μετά από δυο χρόνια.
Η ανέγερση του μοναστηριού της Μεγίστης Λαύρας είχε προχωρήσει αρκετά όταν ο μοναχός Αθανάσιος έμαθε τα νέα από την Κωνσταντινούπολη: Αντί να παρατήσει τα εγκόσμια και να πάει στον Άθω, μοναχός, ο Νικηφόρος είχε γίνει αυτοκράτορας και είχε παντρευτεί! Θύμωσε. Παράτησε το κτίσιμο κι έσπευσε στην Κωνσταντινούπολη. Ο Νικηφόρος τον δέχτηκε αμέσως. Ο Αθανάσιος του τα έψαλε από την καλή αλλά ο Νικηφόρος τον έπεισε ότι όλα αυτά ήταν προσωρινά. Θα πήγαινε στον Άθω μοναχός, μόλις τα πράγματα της αυτοκρατορίας έμπαιναν σε μια σειρά. Έδωσε στον Αθανάσιο πολλά χρήματα, ώστε να αποπερατώσει τη μονή της Μεγίστης Λαύρας και να διακοσμήσει την εκκλησία της.
Ο Αθανάσιος επέστρεψε στον Άθω, αποπεράτωσε το μοναστήρι, έκτισε και μοναχικά κελία, ένα από τα οποία προοριζόταν για τον Νικηφόρο, και συμπλήρωσε την ανέγερση της εκκλησίας. Για να συμπληρωθεί το έργο, χρειάστηκε να γίνουν εκχερσώσεις, εκβραχισμοί, μεταφορές χωμάτων και πλήθος δύσκολων εργασιών, καθώς η μονή βρισκόταν σε δυσπρόσιτη ερημιά.
Ο Νικηφόρος Φωκάς όμως ποτέ δεν πήγε στον Άθω μοναχός. Αιχμάλωτος των θέλγητρων της Θεοφανώς αλλά και φανατικός ασκητής, παρέμενε στρατιώτης κι είχε αποκτήσει εχθρούς στη σύγκλητο έχοντας περιορίσει τις ετήσιες αποζημιώσεις των συγκλητικών, εχθρούς στην εκκλησία έχοντας κόψει τις επιχορηγήσεις σε εκκλησίες κι έχοντας δημεύσει περιουσίες επισκόπων και εχθρούς στον λαό καθώς ανεχόταν και άφηνε ατιμώρητες τις βιαιοπραγίες των στρατιωτών του. Κάποιες ενάντιά του απόπειρες δολοφονίας απέτυχαν. Ο Νικηφόρος έχτισε πύργους και μετέτρεψε το παλάτι σε απόρθητο φρούριο.
Η Θεοφανώ όμως τον είχε βαρεθεί. Ήταν άσχημος, παραήταν θεοσεβούμενος και η ασκητική ζωή του την ενοχλούσε. Αντίθετα, ο Ιωάννης Τσιμισκής ήταν ωραίος, γεννημένος αθλητής και εραστής της καλής ζωής. Η Θεοφανώ τον κάλεσε στην Κωνσταντινούπολη. Τη νύχτα 10 προς 11 Δεκεμβρίου 969, τον έμπασε κρυφά στο παλάτι μαζί με άλλους πέντε δολοφόνους. Οι συνωμότες βρήκαν τον Νικηφόρο στην αυτοκρατορική κρεβατοκάμαρα να κοιμάται πάνω σε μια προβιά, στο πάτωμα. Τον σκότωσαν.
Ο Ιωάννης Τσιμισκής έγινε αυτοκράτορας αφού πρώτα υποχρεώθηκε από το πατριαρχείο να στείλει την ερωμένη του, Θεοφανώ, στην εξορία. Η αδίστακτη αυτοκράτειρα θα ξαναγύριζε στην Κωνσταντινούπολη μετά από επτά χρόνια, όταν αυτοκράτορας θα γινόταν ο γιος της, Βασίλειος Β’ που επρόκειτο να αποκληθεί Βουλγαροκτόνος.
Οι πολεμιστές των Ιβήρων
Στον Άθω, ο μοναχός Αθανάσιος είχε ριχτεί με τα μούτρα στη δουλειά, προσπαθώντας να στήσει την αθωνική πολιτεία. Συνέταξε το «Τυπικόν» της μονής της Μεγίστης Λαύρας, έκτισε κτίρια, ύψωσε πύργους, άνοιξε λιμάνι, έφτιαξε αποθήκες, φύτεψε αμπελώνες, έσπειρε αγρούς, δημιούργησε υδραγωγείο και έφερε βόδια ως υποζύγια. Ταυτόχρονα, ξεκίνησε να διακοσμεί με αγιογραφίες τις εκκλησίες και τα κτίρια. Ουσιαστικά, εισήγαγε τον πολιτισμό.
Στην περιοχή της Καππαδοκίας, ο Βάρδας Φωκάς, ανιψιός του δολοφονημένου Νικηφόρου, οργάνωσε επανάσταση. Ο αυτοκρατορικός στρατός ήταν απασχολημένος στην Θράκη όπου 60.000 Ρως λεηλατούσαν την περιοχή και είχαν κυριεύσει την Αδριανούπολη. Στα 970, ο στρατηγός Βάρδας Σκληρός κατάφερε να απαλλάξει την αυτοκρατορία από τους Ρως. Ο στρατός του στράφηκε εναντίον του Βάρδα Φωκά που νικήθηκε κι αιχμαλωτίστηκε. Στάλθηκε με το ζόρι μοναχός στη Χίο.
Μόλις έλειψε η απειλή των Φωκάδων, οι λοιποί μοναχοί και ησυχαστές του Άθω, που δεν έβλεπαν με καλό μάτι τα «κοσμικά» έργα του Αθανάσιου, τον κατάγγειλαν στον αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή ως «καταδυναστεύοντα» τον Άθω. Από την Κωνσταντινούπολη, έφτασε ο ηγούμενος της μονής Στουδίου, Ευθύμιος. Συγκάλεσε συνέλευση όλων των μοναχών, έλυσε τις μεταξύ τους διαφορές και συνέταξε κανονισμό («Τυπικόν») που το 971 επικυρώθηκε από τον αυτοκράτορα. Η περιοχή του Άθω, από τόπος ησυχαστών, μετατράπηκε σε κοινοβιακή πολιτεία. Αναγνωριζόταν με το όνομα «το Όρος» και φιλοξενούσε τρεις μορφές άσκησης: Μοναστηριακή, λαυρεωτική (οργάνωση λαυρών που καθεμιά ήταν άθροισμα Κελίων) και αναχωρητική. Η πολιτεία άρχισε να πυκνώνει από μοναχούς κάθε εθνικότητας. Οι διάσπαρτοι μοναχοί συγκροτήθηκαν σε κοινότητες. Μοναχική αρχή εγκαταστάθηκε στις Καρυές.
Η φήμη του Αθανάσιου έφτασε ως τη μακρινή χώρα νότια του Καυκάσου, την Γεωργία, τότε χώρα των Ιβήρων. Ο βασιλιάς τους, Δαβίδ, ήταν σύμμαχος και υποτελής της αυτοκρατορίας. Θαυμαστής του Αθανάσιου, ένας από τους αυλικούς του Δαβίδ, ο Ιωάννης ο Ίβηρας, μπήκε επικεφαλής ομάδας αξιωματούχων Ιβήρων κι όλοι μαζί έφτασαν στο Άγιο Όρος με σκοπό να μονάσουν. Ανάμεσά τους ήταν και ο στρατηγός του Δαβίδ, Ιωάννης Τορνίκιος, που παράτησε τα πεδία των μαχών για να γίνει μοναχός. Ο Αθανάσιος τους δέχτηκε στη μονή της Μεγίστης Λαύρας. Λίγο καιρό αργότερα, ο πρώην αυλικός και ο πρώην στρατηγός ζήτησαν από τον Αθανάσιο να τους επιτρέψει να απομονωθούν. Απομακρύνθηκαν σε ερημικό μέρος όπου έκτισαν την εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του Ευαγγελιστή.
Στις 10 Ιανουαρίου 976, ο αυτοκράτορας Ιωάννης Τσιμισκής πέθανε. Ο διάδοχος του θρόνου, Βασίλειος (ο γιος και συμβασιλιάς του Ρωμανού Β’), ήταν ακόμη 18 χρόνων. Την αυτοκρατορία ουσιαστικά διοικούσε ως πρόεδρος (πρωθυπουργός) ο Βασίλειος εκείνος που είχε οργανώσει τη λαϊκή επανάσταση υπέρ του Νικηφόρου Φωκά. Η πείρα που είχε αποκτήσει υπηρετώντας τέσσερις αυτοκράτορες, δεν τον απέτρεψε από βασικά λάθη. Με κυριότερο, τον υποβιβασμό του Βάρδα Σκληρού. Αφότου αυτός είχε εξουδετερώσει την επανάσταση των Φωκάδων, ο Ιωάννης Τσιμισκής τον είχε κάνει στρατηλάτη. Χαϊδεύοντας τους Φωκάδες, ο πρόεδρος Βασίλειος τον έστειλε «δούκα της Μεσοποταμίας». Το καλοκαίρι του 976, ο Βάρδας Σκληρός επαναστάτησε.
Η επανάσταση επικράτησε εύκολα στην Ανατολή αλλά ο Βάρδας Σκληρός δεν είχε τα πλωτά μέσα να περάσει στην ευρωπαϊκή ακτή. Κι ακόμα, άφησε ανενόχλητες τις οικογένειες των Φωκάδων και των Μαλεΐνων στις επικράτειές τους, στην Καππαδοκία. Στην Κωνσταντινούπολη, ο Βασίλειος θυμήθηκε τους μοναχούς. Έστειλε να του φέρουν από την Χίο τον Βάρδα Φωκά και τον διόρισε δομέστικο των σχολών (στρατηγό) της Ανατολής. Και από τον Άθω, τον Ίβηρα στρατηγό Ιωάννη Τορνίκιο.
Ο Τορνίκιος έφερε στρατό από την Ιβηρία, ενώ ο Βάρδας Φωκάς αποβιβάστηκε νύχτα στη Μικρά Ασία κι έφτασε κρυφά στην Καισάρεια όπου, με τη βοήθεια συγγενών του, οργάνωσε στρατό. Ο Βάρδας Σκληρός βρέθηκε στη μέση. Είχαν περάσει σχεδόν τρία χρόνια αφότου επαναστάτησε, όταν, στις 24 Μαρτίου 979, ο στρατός του βρέθηκε αντιμέτωπος με τον στρατό του Βάρδα Φωκά. Οι δυο άντρες είχαν να λύσουν παλιές διαφορές. Αντί για μάχη, συμφώνησαν να μονομαχήσουν οι δυο τους.
Η μονομαχία ήταν φοβερή και ανελέητη. Ο Βάρδας Φωκάς αναδείχθηκε νικητής χωρίς όμως να σκοτώσει τον Βάρδα Σκληρό που αναγνώρισε την ήττα του. Ο επαναστατικός στρατός του διαλύθηκε. Ο ίδιος αφέθηκε να καταφύγει στον Άραβα εμίρη της Βαγδάτης. Αμνηστεύτηκε στα 980.
Ο στρατηγός Ιωάννης Τορνίκιος έφτασε στον Άθω φορτωμένος δώρα και λάφυρα από τις νίκες του εναντίον του Βάρδα Σκληρού. Τον ίδιο εκείνο χρόνο (979), ξεκίνησε να κτίζει λαμπρό μοναστήρι στη θέση όπου είχε μονάσει με τους συμπατριώτες του όταν έφυγαν από τη Μ. Λαύρα. Ο πρόεδρος Βασίλειος χρηματοδότησε το έργο. Στα 980, η περίφημη μονή των Ιβήρων, αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου, ήταν έτοιμη. Οι εκεί μοναχοί πιστεύουν ότι την προστασία της ανέλαβε η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Πορταΐτισσας. Τον ίδιο εκείνο χρόνο (980), κτίστηκε και η μονή Ζωγράφου. Με προτροπή του μοναχού Αθανάσιου, κτίστηκε από τρεις πλούσιους Αδριανουπολίτες η μονή Βατοπεδίου (985) καθώς και εκείνη των Αμαλφηνών (εμπόρων παροικίας της Κωνσταντινούπολης, 991).
Το τέλος του Ι’ αιώνα βρήκε τον Άθω να διαθέτει γύρω στα δέκα μικρά και μεγάλα μοναστήρια. Η εκκλησία ονόμασε όσιο τον Αθανάσιο και τιμά τη μνήμη του στις 5 Ιουλίου.
Δόμηση, ληστείες και φόροι
Ο ΙΑ’ αιώνας ήταν εποχή μεγάλης οικοδομικής δραστηριότητας στον Άθω. Τότε κτίστηκαν οι μονές Εσφιγμένου, Φιλόθεου και Χιλανδαρίου (1015), Κασταμονίτου (1023/38), Δοχειαρίου (1030), Καρακάλου (1076). Εκατό χρόνια μετά το ξεκίνημα της ανέγερσης της Μεγίστης Λαύρας, ο Άθως είχε μετατραπεί σε υπερεθνικό και διαδογματικό μοναστηριακό κέντρο. Με μοναχούς Έλληνες, Ίβηρες, Ρώσους, Βούλγαρους, Σλάβους και Λατίνους. Ο πλούτος τους προσέλκυσε τους Άραβες πειρατές που βρήκαν πρόσφορο πεδίο για επιδρομές. Στους αγρούς τους, βρήκαν έδαφος να τραφούν τριακόσιες οικογένειες Βλάχων που συνέρρεαν εκεί μαζί με τις οικογένειές τους. Στα μέσα του ΙΑ’ αιώνα, τα μοναστήρια έγιναν αντικείμενο φορολόγησης από τους κάθε είδους βασιλικούς υπαλλήλους (κουράτορες, γηροτρόφους, νοτάριους, επόπτες).
Ο τελευταίος αυτοκράτορας της Μακεδονικής δυναστείας, Κωνσταντίνος Θ’ ο Μονομάχος (γεννήθηκε το 1000, ανέβηκε στον θρόνο το 1042, πέθανε το 1055), απαγόρευσε την είσοδο λαϊκών στην περιοχή, χαρακτήρισε τον Άθω «Άγιον Όρος» και ονόμασε την Λαύρα «Αγία, Βασιλική και Μεγίστη».
Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ι’ Δούκας φέρεται ότι καθιέρωσε το άβατο, καθώς υπάρχει βούλα του από το 1060 που το αναφέρει. Εκείνος όμως που το επέβαλε πρέπει να ήταν ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α’ Κομνηνός που, προς μεγάλη λύπη των μοναχών, μάζεψε όσους από τους λαϊκούς εξακολουθούσαν να ζουν στον Άθω και τους υποχρέωσε να μετεγκατασταθούν με τις οικογένειές τους στην Πελοπόννησο. Και με χρυσόβουλο, γύρω στα 1144, καθόρισε ότι «εφεξής, το όρος του Άθω καλείσθαι Άγιον Όρος παρά πάντων». Σε κατοπινά έγγραφα αναφέρεται ως «το αγιώνυμον Όρος του Άθω».
Από το 1198, ο αυτοκράτορας Αλέξιος Γ’ Άγγελος χάρισε τη μονή Χιλανδαρίου στον Σέρβο μεγάλο ζουπάνο, Στέφανο Νεμάνια, που πήγε εκεί μοναχός με το όνομα Συμεών. Είναι ο άγιος Συμεών των Σέρβων. Και ο γιος του, ο άγιος Σάββας. Οι Σέρβοι απέκτησαν επίσημη πρόσβαση στο Άγιο Όρος. Ένα αιώνα αργότερα, ενέσκηψαν οι Φράγκοι.
(τελευταία επεξεργασία, 28 Δεκεμβρίου 2020)