Κεφ. 3: ΒΑΛΚΑΝΙΑ: Η λατινική περίοδος

 

Στα βήματα του πεπρωμένου

Τρεις αιώνες παραφροσύνης ήταν για τους λαούς της περιοχής η εποχή που οι Φράγκοι εγκαταστάθηκαν στα Βαλκάνια. Οπουδήποτε κι αν κατοικούσε κάποιος, με τον τρόμο στα μάτια έβλεπε να εναλλάσσονται πάνω από το κεφάλι του αυτοκράτορες, τσάροι, βασιλιάδες, δούκες, βαρόνοι, κόμητες κι όλο το κακό συναπάντημα των (κάποιες φορές πρώην ληστών) εστεμμένων. Ο απλός κάτοικος δύσκολα προλάβαινε να καταλάβει τίνος υπήκοος είναι, καθώς τα σύνορα μετακινούνταν σαν λάστιχα, τεντώνονταν, μαζεύονταν κι απλώνονταν και η κάθε περιοχή τη μια ανήκε στη Βουλγαρία, την άλλη στη Σερβία ή στο Βυζάντιο ή σε κάποιον τιτλούχο από τη μακρινή Δύση ή από την ακόμα πιο μακρινή Ανατολή. Από εκεί που οι απέραντες επικράτειες επέτρεπαν την άνετη διακίνηση από τη μιαν άκρη της χερσονήσου στην άλλη, ξαφνικά η απόπειρα ταξιδιού ακόμα και σε κοντινή πόλη περιείχε το ρίσκο του να μην μπορεί ο ταξιδιώτης να επιστρέψει στο σπίτι του, καθώς η περιοχή θα είχε περιέλθει στην κατοχή άλλου πρόσκαιρου ή μακροβιότερου κράτους. Αναγκαστικά, μόνη έννοια των απλών υπηκόων ήταν πώς να επιβιώσουν και, αν ήταν δυνατόν, να σώσουν το σπίτι και την πίστη τους. Αδιαφορώντας εντελώς για την χώρα προέλευσης, την φυλή ή το θρήσκευμα του τρέχοντος αφέντη τους. Και βέβαια, κανένας λόγος δεν μπορούσε να γίνει για εθνική συνείδηση.

Απ’ όταν πέθανε ο Βασίλειος Β’ ο Βουλγαροκτόνος (1025), οι μεγαλοκτηματίες και οι αριστοκράτες που ανέβαιναν στον θρόνο, μια μόνο πολιτική ακολουθούσαν με συνέπεια: Την παροχή όλο και περισσότερων φορολογικών κυρίως προνομίων στις τάξεις, από τις οποίες προέρχονταν. Άμεσο αποτέλεσμα ήταν να καταστραφούν οι προνοιάριοι, οι ακρίτες, όπως μάθαμε να τους ονομάζουμε. Ήταν οι συνεχιστές των ρωμαϊκών οριοφυλάκων (milites limitanei) που έπαιρναν κτήματα στις περιοχές των συνόρων απαλλαγμένα από τη φορολογία και κληρονομικά μεταβιβαζόμενα με μόνη υποχρέωση να τα υπερασπιστούν στρατιωτικά. Υπερασπίζοντας, όμως, τη γη τους, προστάτευαν και τα σύνορα της αυτοκρατορίας (περίφημες τέτοιες οικογένειες ήταν των Αρμούρη, Βάρδα, Πετροτράχηλου, Πορφύρη κ.λπ. και βέβαια του Διγενή, του οποίου τα κατορθώματα περιγράφουν τα μεσαιωνικά τραγούδια του Ι’ αιώνα). Με την κατάρρευσή τους (ο Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος τους κατάργησε και τυπικά), τα ανατολικά κυρίως σύνορα άνοιξαν διάπλατα στους κάθε είδους εισβολείς. Η ήττα του Ρωμανού Δ’ Διογένη το 1071 από τους Σελτζούκους Τούρκους στο Ματζικέρτ έφερε τους εισβολείς στην πόρτα των Βαλκανίων.

Το σχίσμα των εκκλησιών (1054) έβαλε την αυτοκρατορία στο στόχαστρο του κάθε πάπα, καθώς επόμενο ήταν να βλέπει το πατριαρχείο ως σχισματικό. Οι στρατιωτικές ανάγκες επέβαλλαν στους αυτοκράτορες να συνάπτουν συμμαχίες (με Βενετούς, Γενουάτες κ.λπ.). Τα ανταλλάγματα σχεδόν πάντα ήταν η παροχή προνομίων με αναπόφευκτο επακόλουθο να περάσει στους ξένους η οικονομική δύναμη και να υποτιμηθεί το νόμισμα. Κι όσο η Βυζαντινή αυτοκρατορία κατέρρεε οικονομικά, τόσο πιο έντονη γινόταν η πίεση του παπισμού, που κάποια στιγμή βρήκε συμμάχους τους ίδιους τους φεουδάρχες της Δύσης. Για καθόλου θρησκευτικούς λόγους: Για να μην αποδυναμώνεται το φέουδο, το κληρονομούσε πάντα ο πρωτότοκος. Οι λοιποί γιοι έμεναν άκληροι κι άεργοι και συνήθως ακολουθούσαν εκκλησιαστική σταδιοδρομία. Κάποια στιγμή, όμως, επήλθε κορεσμός που συνέπεσε με πληθυσμιακή έκρηξη στην Δύση. Τα εδάφη της Βυζαντινής αυτοκρατορίας έγιναν η λύση στο πρόβλημα.

 

Οι σταυροφόροι στην Κωνσταντινούπολη

Στα τέλη του ΙΒ’ αιώνα, οι παλατιανές συνωμοσίες βρίσκονταν σε έξαρση. Ο ικανός και γενναίος αυτοκράτορας Μανουήλ Α’ Κομνηνός πέθανε στα 1180 αφήνοντας στον θρόνο τον 11χρονο γιο του, Αλέξιο Β’ Κομνηνό, που επιτροπευόταν από τη μητέρα του, Μαρία της Αντιοχείας. Ο μικρός αρραβωνιάστηκε την 8χρονη Αγνή Φράγκα, κόρη του βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκου Ζ’. Τότε, φάνηκε στον ορίζοντα ο θείος του Αλέξιου (ξάδερφος του Μανουήλ), Ανδρόνικος, ένας ωραίος, έκφυλος και πανούργος ιππότης που φυλάκισε και σκότωσε τη Μαρία κι αναγόρευσε τον εαυτό του (1183) συναυτοκράτορα του μικρού. Στα 1184, ο Ανδρόνικος σκότωσε και τον Αλέξιο, έμεινε μόνος αυτοκράτορας και παντρεύτηκε την 11χρονη πια Αγνή.

Οι επαρχίες επαναστάτησαν, η Δαλματία και η Κύπρος χάθηκαν για την αυτοκρατορία κι ο Ανδρόνικος, για να τα βγάλει πέρα, ζήτησε βοήθεια από τον Νορμανδό ηγεμόνα της Σικελίας, Γουλιέλμο Β’ τον Αγαθό (1152 - 1189). Αυτός έσπευσε και πολιόρκησε τη Θεσσαλονίκη, που αντέταξε λυσσαλέα άμυνα. Την κυρίευσε, έσφαξε 7.000 κατοίκους και τη λεηλάτησε, ενώ ο στόλος του κατελάμβανε τα νησιά του Αιγαίου, το ένα μετά το άλλο. Στρατός και στόλος του Γουλιέλμου κινήθηκαν στη συνέχεια κατά της Κωνσταντινούπολης, όπου ο λαός ξεσηκώθηκε, όρμησε στο παλάτι και λιντσάρισε τον Ανδρόνικο.

Ο στρατηγός Αλέξιος Βρανάς κατάφερε να νικήσει τους Νορμανδούς στον Στρυμόνα και ν’ ανακουφίσει την Πόλη. Η Αγνή, χήρα στα 14 της, δημιούργησε ερωτικό δεσμό με τον συγγενή του στρατηγού, Θεόδωρο Βρανά. Θα τον παντρευόταν, ύστερα από 20 χρόνια.

Στον θρόνο ανέβηκε ο Ισαάκιος Άγγελος (1185), που ανακατέλαβε τη Θεσσαλονίκη και κατάφερε να γλιτώσει την πρωτεύουσά του από το πλιάτσικο των στρατευμάτων της Γ’ Σταυροφορίας (1190), αναλαμβάνοντας να τα περάσει δωρεάν στην Ασία και να τα προμηθεύσει με φτηνά τρόφιμα. Μετά, το έριξε στην πολυτελή ζωή, διασπαθίζοντας το δημόσιο χρήμα. Όταν άδειασαν τα ταμεία, δεν δίστασε να κόψει κίβδηλο νόμισμα και να αφαιρέσει το χρυσό και το ασήμι από τα αφιερώματα των ναών. Ξέσπασαν εξεγέρσεις. Σε μια από αυτές, οι Βούλγαροι και οι Βλάχοι κατάφεραν να δημιουργήσουν το δεύτερο βασίλειο της Βουλγαρίας. Σε μιαν άλλη, αρχηγός ήταν ο αδερφός του, Αλέξιος Γ’ Άγγελος, που επικράτησε, τον συνέλαβε, τον τύφλωσε κι έκανε τον εαυτό του αυτοκράτορα (1195).

Ξεκίνησε κι αυτός με σπατάλες αλλά χρήμα δεν υπήρχε. Προχώρησε στην άγρια φορολογία του λαού. Ήταν τέτοια η ανικανότητά του, που οι επαρχίες άρχισαν να ανεξαρτητοποιούνται, δημιουργώντας ξεχωριστά κράτη (η οικογένεια Γαβρά στην Τραπεζούντα, ο Ισαάκιος Κομνηνός στον Πόντο και την Παφλαγονία, ο Λέων Σγουρός σε Κόρινθο, Ναύπλιο και Άργος κ.λπ.).

Στα 1202, άρχισε η Δ’ Σταυροφορία, με ουσιαστικό ηγέτη τον υπέργηρο δόγη της Βενετίας, Ερρίκο Δάνδολο (1107 – 1205) και αρχηγούς τον μαρκήσιο Βονιφάτιο τον Μομφερατικό (περ. 1150 – 1207) και τον κόμη της Φλάνδρας, Βαλδουίνο (1171 -1205). Βρέθηκαν στη Ζάρα της Δαλματίας, όπου πλιατσικολογούσαν. Εκεί τους βρήκε ο Αλέξιος Δ’ Άγγελος, που τον έστειλε ο πατέρας του (ο τυφλός Ισαάκιος) να ζητήσει βοήθεια. Τους έπεισε ότι το χρήμα βρισκόταν στην Πόλη. Τους έταξε 200.000 ασημένια μάρκα και ένταξη της αυτοκρατορίας στον καθολικισμό, αν τον βοηθούσαν. Οι σταυροφόροι πήγαν στην Κωνσταντινούπολη και την πολιόρκησαν (Ιούλιος 1203).

Ο Αλέξιος Γ’ στην αρχή αμύνθηκε. Έπειτα, σκέφτηκε πιο ώριμα, πήρε ό,τι υπήρχε στο ταμείο του κράτους και το έσκασε, αφήνοντας πίσω ακόμα και την κόρη του, Ευδοκία. Ο τυφλός Ισαάκιος ξανάγινε αυτοκράτορας με τον γιο του Αλέξιο Δ’ συναυτοκράτορα.

Είχε φτάσει η ώρα της πληρωμής αλλά τα 200.000 ασημένια μάρκα δεν υπήρχαν. Οι σταυροφόροι άρχισαν ν’ ανυπομονούν, ο Ισαάκιος πέθανε κι ο Αλέξιος Δ’ σκέφτηκε την φορολογία. Δεν πρόλαβε. Μια συνωμοσία οργανώθηκε, ο αυτοκράτορας πιάστηκε και στραγγαλίστηκε από τον Μούρτζουφλο, που, τον Φεβρουάριο του 1204, έγινε αυτοκράτορας με το όνομα Αλέξιος Ε’. Μαζί με τον θρόνο, πήρε και την Ευδοκία, ερωμένη. Άρχισε να επισκευάζει τα τείχη και να μαζεύει στρατό.

Δεν πρόλαβε να κάνει τίποτα. Οι σταυροφόροι πολιόρκησαν την Πόλη, στις 9 Απριλίου. Στις 12 Απριλίου του 1204, την πήραν και ρίχτηκαν στη λεηλασία της.

Ο Αλέξιος Ε’ το έσκασε με την ερωμένη του, ζητώντας καταφύγιο στον πατέρα της, Αλέξιο Γ’, που, όμως, τον συνέλαβε, τον τύφλωσε (όπως είχε κάνει και με τον αδερφό του) και τον παρέδωσε στους σταυροφόρους που τον σκότωσαν. Ο ίδιος ο Αλέξιος Γ’ έτρωγε τα χρήματα, που είχε κλέψει από την αυτοκρατορία. Όταν τέλειωσαν, προσπάθησε να εκθρονίσει τον Θεόδωρο Λάσκαρι, που, το 1204, ίδρυσε το βασίλειο της Νίκαιας. Απέτυχε, πιάστηκε και φυλακίστηκε σε μοναστήρι (1210), όπου και πέθανε.

 

Η διανομή των εδαφών

Μια 24μελής επιτροπή (δώδεκα Βενετσιάνοι και δώδεκα αρχηγοί σταυροφόρων και Βυζαντινοί αριστοκράτες της Κωνσταντινούπολης) ανέλαβε να μοιράσει τα εδάφη της κατακτημένης αυτοκρατορίας. Οι διαπραγματεύσεις ξεκίνησαν Μάιο του 1204 και κατέληξαν σε συμφωνία τέλη Σεπτεμβρίου με αρχές Οκτωβρίου με την υπογραφή συνθήκης που φέρει τον τίτλο Partitio Terrarum imperii Romaniae (Διανομή Εδαφών της Αυτοκρατορίας της Ρωμανίας). Οι κληρονόμοι των περιοχών, όμως, έπρεπε να κατακτήσουν τα εδάφη που τους έλαχαν.

Από τον Μάιο ακόμα, αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη εκλέχτηκε ο Βαλδουίνος. Η επικράτειά του απλωνόταν στα πέντε όγδοα της Πόλης (τα υπόλοιπα τρία όγδοα, τα πήρε ο δόγης της Βενετίας), τμήμα της Θράκης, την ΒΔ Μικρά Ασία και τα νησιά Λέσβος, Χίος, Λήμνος, Ίμβρος και Τένεδος. Ο βασιλιάς της Βουλγαρίας, Ιωαννίτσης Ασάν (Καλογιάννης) έστειλε πρεσβευτές στον Βαλδουίνο, προτείνοντας συμμαχία. Ο Βαλδουίνος απάντησε με την έπαρση που του ταίριαζε: Ο Ιωαννίτσης έπρεπε να του απευθύνει τον λόγο ως δούλος προς τον κύριό του, ειδάλλως οι ιππότες του θα έμπαιναν στην Βουλγαρία και θα την κατακτούσαν! Ο Ιωαννίτσης συμμάχησε με Βυζαντινούς αριστοκράτες και με την φυλή των Κουμάνων κι έσφαξαν την φραγκική φρουρά του Διδυμότειχου. Ο Βαλδουίνος βγήκε να τους πολεμήσει, ενώ οι Βενετσιάνοι της Αδριανούπολης φέρθηκαν αισχρά στον ντόπιο πληθυσμό που ήρθε σε συνεννόηση με τους Βούλγαρους. Ήταν 15 Απριλίου του 1205, όταν δόθηκε η μεγάλη μάχη. Οι Φράγκοι έπαθαν πανωλεθρία. Ο Βαλδουίνος σύρθηκε αιχμάλωτος στο Τίρνοβο, μαζί με άλλους ιππότες. Βρήκε οικτρό θάνατο. Έμεινε στον θρόνο της Κωνσταντινούπολης λιγότερο από ένα χρόνο. Τον διαδέχτηκε ο αδελφός του, Ερρίκος της Φλάνδρας (1176 – 1216).

Ο Ιωαννίτσης πήρε την Αδριανούπολη και προχώρησε ως την Κωνσταντινούπολη αλλά κι αυτός δεν συμπεριφέρθηκε καλύτερα: Κατεδάφισε τη Φιλιππούπολη και λεηλάτησε τους αγρούς. Οι Βυζαντινοί τα βρήκαν με τους Λατίνους κι αυτοί αναγνώρισαν τον Θεόδωρο Βρανά Κομνηνό κύριο των επαρχιών Αδριανούπολης και Διδυμοτείχου και ένα από τους ανώτατους υποτελείς του φραγκικού κράτους. Κάποιοι μάλιστα τον προσαγόρευαν βασιλέα. Μάταια όλα αυτά καθώς η Θράκη πέρασε στην κατοχή των Βουλγάρων του Ασάν, γιου του Ιωαννίτση (1230).

Ριγμένος στη μοιρασιά, ο Βονιφάτιος ο Μομφερατικός από τη Λομβαρδία έλαβε το βασίλειο της Θεσσαλονίκης, ένα τμήμα της Κρήτης που αμέσως πούλησε στους Βενετσιάνους και την κυρίως Ελλάδα. Πήρε εύκολα την Θεσσαλονίκη, εκστράτευσε νότια κι έφτασε ως την Αθήνα, κατακτώντας όλα τα εδάφη που συνάντησε στην πορεία του. Έπειτα, γύρισε στην Θεσσαλονίκη.

Ο Ιωαννίτσης συμμάχησε με τον (μελλοντικό, από το 1208) αυτοκράτορα της Νίκαιας Θεόδωρο Λάσκαρι και βάδισε ενάντια στην Θεσσαλονίκη. Ο Βονιφάτιος βγήκε να τους αντιμετωπίσει. Σκοτώθηκε στη μάχη (Σεπτέμβριος 1207). Τον επόμενο μήνα, ο διοικητής των Κουμάνων ή, κατ’ άλλους, η γυναίκα του, δολοφόνησε τον Ιωαννίτση. Το βασίλειο της Θεσσαλονίκης κληρονόμησε ο γιος του Βονιφάτιου, Δημήτριος.

 

Το δεσποτάτο της Ηπείρου

Μέσα στην παραζάλη, γεννήθηκε (στα όρια του βυζαντινού θέματος της Νικόπολης) το Δεσποτάτο της Ηπείρου με έδρα την Άρτα και με πρώτο δεσπότη (1205 – 1215) τον Μιχαήλ Α’ Κομνηνό Δούκα, ξάδελφο των αυτοκρατόρων Ισαάκιου Β’ και Αλέξιου Γ’ (Αγγέλων). Έγινε καταφύγιο προσφύγων από την Κωνσταντινούπολη, την Θεσσαλία και την Πελοπόννησο.

Το τι επακολούθησε είναι αδύνατο να το παρακολουθήσει ανθρώπινος νους συνολικά και σφαιρικά. Η βόρεια Ελλάδα γνώρισε τόσες αλλαγές σε ονόματα κρατών, σύνορα και τίτλους κυρίαρχων αφεντάδων, που ούτε οι ίδιοι οι ηγεμόνες δε μπορούσαν να θυμούνται, τι κατείχαν και πώς ονομάζονταν χθες και τι και πώς τον περασμένο χρόνο. Ο από το 1215, δεσπότης της Ηπείρου, Θεόδωρος Κομνηνός (ετεροθαλής αδελφός του δολοφονημένου την ίδια χρονιά Μιχαήλ) άρχισε να ροκανίζει και τελικά κατάπιε το βασίλειο της Θεσσαλονίκης (1224) κι έπειτα επεκτάθηκε σ’ ολόκληρη τη Μακεδονία και την Δυτική Θράκη σε βάρος της «Ρωμανίας». Ιδρύθηκε έτσι η βυζαντινή «αυτοκρατορία της Θεσσαλονίκης» που λίγα χρόνια αργότερα (1236) έμελλε να χωριστεί σε νέο «Δεσποτάτο της Ηπείρου» και καινούριο κράτος της Θεσσαλονίκης, με άλλο ένα «δεσποτάτο» ανάμεσά τους: Των Βοδενών (Έδεσσας). Βούλγαροι και Φράγκοι πήραν κι έχασαν στο μεσοδιάστημα πολλές φορές τα μέρη αυτά. Ο αυτοκράτορας της Νίκαιας, από τη μεριά του, κυρίευσε τη Μακεδονία, την Θεσσαλονίκη (1246), τα Βοδενά (1251) και τα αλβανικά εδάφη του δεσποτάτου της Ηπείρου (1252). Οι περιοχές αυτές κυριεύτηκαν κι ανακτήθηκαν πολλές φορές σε μιαν αδιάκοπη διελκυστίνδα ανάμεσα στον αυτοκράτορα της Νίκαιας και τον δεσπότη της Ηπείρου, στα χρόνια 1258 – 1261.

Τη χρονιά αυτή (1261), οι δυνάμεις της Νίκαιας πήραν την Κωνσταντινούπολη, μετέφεραν εκεί την πρωτεύουσα και ανάστησαν τη Βυζαντινή αυτοκρατορία, σκιά της κραταιής παλιάς. Το αιματηρό πάρε δώσε με το δεσποτάτο της Ηπείρου συνεχίστηκε για περίπου έναν αιώνα, οπότε (1339) ολόκληρη η περιοχή προσαρτήθηκε προσωρινά στη Βυζαντινή αυτοκρατορία.

Βορειότερα, ο εδαφικός πυρήνας του Αλβανικού κράτους είχε ήδη σχηματιστεί ως Πριγκιπάτο του Αρβάνου (Αλβανικά: Αρμπέρ) και Βασίλειο της Αλβανίας. Το Πριγκιπάτο ήταν το πρώτο Αλβανικό κράτος και ιδρύθηκε από τον άρχοντα Πρόγονο στην περιοχή της Κρούγιας, γύρω στα 1190. Τον ιδρυτή Πρόγονο διαδέχθηκαν οι γιοί του Τζην και Δημήτριος, με το βασίλειο να φτάνει στο ανώτερο σημείο του με τον δεύτερο. Μετά το θάνατο του Δημήτριου, τελευταίου της οικογένειας των Προγόνων, το πριγκιπάτο περιήλθε στον Βυζαντινό Γρηγόριο Καμονά και στη συνέχεια στον Αλβανό γαμπρό του, Γουλαμό, για να διαλυθεί τελικά το 1255. Από ορισμένους ιστορικούς θεωρείται ότι το Πριγκιπάτο του Αρβάνου ήταν το πρώτο δείγμα «Αλβανικού κράτους» και ότι διατήρησε ημιαυτόνομο καθεστώς ως το δυτικό άκρο της αυτοκρατορίας (υπό τους Δούκες της Ηπείρου ή τους Λασκαρίδες της Νίκαιας).

Με όλα αυτά, οι Φράγκοι περιορίστηκαν στον Νότο.

Κρατίδια μιας χρήσης

Όσο οι Βυζαντινοί αλληλοσφάζονταν στην Ήπειρο, τη Μακεδονία και την Θράκη, όταν δεν πολεμούσαν εναντίον Φράγκων, Βουλγάρων και Σέρβων ή Αλβανών, οι συμπατριώτες τους του Νότου υπέφεραν τα πάνδεινα. Στην Θεσσαλία, τη Στερεά και την Πελοπόννησο αλληλοσκοτώνονταν οι Φράγκοι κατακτητές προσπαθώντας ο ένας να υπερισχύσει πάνω στον άλλον ή δρομολογώντας συμμαχίες πότε με τον πάπα, πότε με τους Βενετσιάνους και πότε με τους Γενοβέζους, που είχαν μεταφέρει τον αιματηρό ανταγωνισμό τους στην Ελλάδα και στο Αιγαίο.

Η Θεσσαλία έγινε τμήμα του βασιλείου της Θεσσαλονίκης που κατείχε ο Λομβαρδός Βονιφάτιος. Ο οίκος των Μελισσηνών, τοπαρχών της Δημητριάδας, ήταν ένας από τους επιφανέστερους του Βυζαντίου και του μεσαιωνικού Ελληνισμού που συγγένευε με τους αυτοκρατορικούς οίκους των Κομνηνών, Δουκών, Αγγέλων και Παλαιο­λόγων. Κατάφερε να επιζήσει στην περιοχή με τα μέλη του υποτελείς φεουδάρχες. Στα 1222, η Θεσσαλία πέρασε στην κατοχή του δεσποτάτου της Ηπείρου. Στα 1246, την προσάρτησε ο αυτοκράτορας της Νίκαιας. Ξαναπέρασε στην κατοχή του δεσποτάτου της Ηπείρου κι αυτονομήθηκε το 1271, με δεσπότη τον Ιωάννη Α’ που πήρε το ανατολικό κομμάτι του κράτους, αφήνοντας το δυτικό (την Ήπειρο) στον αδελφό του. Έδρα του ήταν η Υπάτη (Νέαι Πάτραι) με τον δεσπότη να φέρει τον τίτλο του δούκα των Νέων Πατρών για τους Λατίνους, ενώ ο Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος (αυτοκράτορας πια στην Κωνσταντινούπολη) τον είχε αναγνωρίσει σεβαστοκράτορα. Μόνο που ο δεσπότης ήταν ανθενωτικός και ο αυτοκράτορας ενωτικός, γεγονός που αποτελούσε έναν πολύ καλό λόγο για να τσακωθούν.

Από το 1275, οι Βυζαντινοί προσπάθησαν να επανακτήσουν και την Θεσσαλία. Νίκησαν στην θάλασσα, νικήθηκαν στη στεριά και τα παράτησαν. Ξαναπροσπάθησαν από το 1278. Ο αυτοκράτορας νικήθηκε έξω από την Δημητριάδα αλλά του έμεινε ένα καλό κομμάτι από την Εύβοια.

Τα επόμενα χρόνια πέρασαν με πολέμους ανάμεσα στα δύο δεσποτάτα (Θεσσαλίας και Ηπείρου). Στα 1303, εδαφικά βρίσκονταν περίπου στο σημείο απ’ όπου ξεκίνησαν. Την χρονιά αυτή πέθανε ο σεβαστοκράτορας Κωνσταντίνος που είχε διαδεχθεί τον Ιωάννη. Η Θεσσαλία πέρασε στην «επιτροπεία» του Φράγκου δούκα της Αθήνας. Σ’ ελάχιστο χρόνο, είχε κατατμηθεί και πάλι σε φέουδα.

Την Εύβοια είχαν μοιραστεί τρεις βαρόνοι, από τους οποίους ένας κατάφερε να την αποκτήσει ολόκληρη. Από το 1209, είχε γίνει υποτελής της Βενετίας. Στην ακτή της Λοκρίδας, υπήρχε η μαρκιονία (μαρκιζάτο) της Βοδονίτσας: Μια κουκίδα στον χάρτη, που όμως επέζησε ως το 1410. Κι ο κάμπος της Άμφισσας έγινε η «βαρονία των Σαλώνων».

Ο Όθων ντε λα Ρος (De la Roche) έφθασε, επικεφαλής Βουργουνδών, στην Αθήνα το 1205. Η Αττική του είχε παραχωρηθεί από τον Φράγκο αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης, Βαλδουίνο, ως «Μεγαλοκυράτο» (καθόσον ο Ρος ήταν Μέγας Κύρης). Εγκαταστάθηκε στην Ακρόπολη που διαρρυθμίστηκε κατάλληλα. Ηγεμόνευσε είκοσι χρόνια (ως το 1225), μάλλον δεν του άρεσε η κατάσταση και σηκώθηκε κι έφυγε μαζί με όλη του την οικογένεια. Άφησε το «Μαγαλοκυράτο» στον ανιψιό του, κάτοχο της μισής Βοιωτίας. Μετά από πολλές περιπέτειες που συνήθως οι κάτοικοι πλήρωναν, ο νέος Κύρης έγινε Δούκας της Αθήνας Γκουίντο Α’ (1225 – 1263). Τον διαδέχτηκαν οι Ιωάννης (1263 – 1280), Γουλιέλμος (1280 – 1287) και Γκουίντο Β’ (1287 – 1308) που πέθανε άτεκνος. Για τρία χρόνια, το Δουκάτο πέρασε στα χέρια διαφόρων «επιτηρητών». Έπειτα, κατέφθασαν οι Καταλανοί.

 

Η κατάκτηση της Πελοποννήσου

Ο Γοδεφρείδος Βιλλαρδουίνος, ξεκίνησε από την περιοχή της Γαλλίας, Καμπανία, ακολουθώντας τους στρατιώτες της Δ’ Σταυροφορίας, την οποία περιέγραψε σε χρονικό του με τίτλο «La conquête de Contantinople» («Η κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης»). Πέθανε στη Θράκη, στα 1212. Ο συνονόματος ανιψιός του, Γοδεφρείδος Α’ Βιλλαρδουίνος, μετείχε επίσης στην Δ’ Σταυροφορία αλλ’ ως άνθρωπος ήταν πιο πρακτικός. Μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης, συμφώνησε με τον φίλο του, Γουλιέλμο Σαμπλίτη (Shamplitte), έναν αριστοκράτη από την Βουργουνδία, να κατακτήσουν την Πελοπόννησο (τον Μοριά, όπως τον έλεγαν) για δικό τους λογαριασμό. Τη συμφωνία τους επικύρωσε και ο βασιλιάς της Θεσσαλονίκης, Βονιφάτιος Μομφερατικός, έξω από το Ναύπλιο.

Η επιχείρηση είχε ουσιαστικά ξεκινήσει από τα 1205 με μια μεγάλη μάχη σώμα με σώμα στον ελαιώνα των Κουντούρων (κοντά στη Μεθώνη), κατά την οποία οι Φράγκοι νίκησαν. Και ολοκληρώθηκε το 1212, όταν πια ο Σαμπλίτης είχε πεθάνει. Εκτός φραγκικής κατοχής παρέμειναν οι οχυρές Μεθώνη και Κορώνη που ήδη ανήκαν στους Βενετσιάνους και η Μονεμβασία, μοναδικό βυζαντινό προπύργιο στην Πελοπόννησο. Ο κατακτημένος Μοριάς ονομάστηκε Πριγκιπάτο της Αχαΐας και ο πάπας Ιννοκέντιος Γ’ αναγνώρισε ηγεμόνα του τον Γουλιέλμο Σαμπλίτη με βάιλο (αντιπρόσωπό του) τον Γοδεφρείδο που, από το 1205, είχε εκπονήσει και καταστατικό χάρτη (σύνταγμα) της μέλλουσας να κατακτηθεί περιοχής. Από τότε είχε συγκροτηθεί (από τον Σαμπλίτη) και η 12μελής (έξι Φράγκοι και έξι Βυζαντινοί φεουδάρχες) επιτροπεία που θα την διοικούσε. Πραγματοποιήθηκε τότε συνέλευση των Ιπποτών (παρλαμάς) που άκουσε την έκθεση της επιτροπείας και ψήφισε τον καταστατικό χάρτη (ρετζίστρο, régistre) του βάιλου. Το μελλοντικό πριγκιπάτο διαιρέθηκε σε δώδεκα λαϊκές και επτά εκκλησιαστικές βαρονίες:

Οι βαρόνοι και οι υποτελείς τους αριστοκράτες συναποτελούσαν την κούρτη (βουλή) που ήταν το συμβούλιο του ηγεμόνα αλλά και δικαστήριο για ζητήματα της φεουδαρχίας.

Κάποια στιγμή, ο Γουλιέλμος Σαμπλίτης έφυγε στην Βουργουνδία. Πέθανε εκεί (1209), οπότε ηγεμόνας του πριγκιπάτου αναγνωρίστηκε ο Γοδεφρείδος Α’ Βιλλαρδουίνος. Ιδρύθηκε έτσι η δυναστεία των Βιλλαρδουίνων της Πελοποννήσου.

 

Το δουκάτο του Αιγαίου

Σύμφωνα με το έγγραφο διανομής των εδαφών («partitio»), η Τήνος έπεφτε στα εδάφη του Λατίνου βασιλιά της Κωνσταντινούπολης και τα υπόλοιπα νησιά στους Σταυροφόρους, ενώ την Άνδρο έπαιρνε η Βενετία. Έπρεπε όμως και να κατακτηθούν. Στα 1206, με τη συγκατάθεση του Λατίνου αυτοκράτορα, η Βενετία ανέθεσε σε ιδιώτες να κυριεύσουν νησιά με δικά τους έξοδα. Οι μελλοντικοί κυρίαρχοι των Κυκλάδων αναλάμβαναν την υποχρέωση να καταβάλλουν για τα εδάφη τους «επικυριαρχικό τέλος» στον Λατίνο αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης. Όμως, είχαν και το δικαίωμα να μεταβιβάσουν εδάφη σε άλλους.

Η ιδιωτική «επιχείρηση νησιά του Αιγαίου» είχε κύριο και ενθουσιώδη μέτοχο τον Μάρκο Σανούδο (Sanudo, 1153 - 1227), ανιψιό του δόγη, που αναγορεύτηκε αρχηγός της εξόρμησης (capo de tutti quei che aspiravano a quella impresa). Πήρε για λογαριασμό του τις Νάξο, Πάρο, Αντίπαρο, Μήλο, Ίο, Κύθνο, Σύρο και Σίφνο κι έστησε κράτος με πρωτεύουσα τη Νάξο και κυρίαρχο τον εαυτό του, κυβερνώντας από το 1207 (χρονιά της κατάκτησης) ως τον θάνατό του (1227). Ο ίδιος αναγνωρίστηκε ως Δούκας της Νάξου ή του Αρχιπελάγους και το κράτος του βαπτίστηκε Δουκάτο του Αιγαίου. Στα 1212, προσπάθησε να κυριεύσει την Κρήτη αλλά απέτυχε, οπότε στράφηκε στη Σμύρνη, την κατέκτησε και την έχασε το 1215. Οι απόγονοί του κράτησαν το δουκάτο για ενάμισι αιώνα, ως τα 1372.

Φυσικά, στην περιοχή υπήρχε έδαφος για πολλές ακόμα κατακτήσεις. Ο Μαρίνος Δάνδολος (Dandolo), επίσης ανιψιός του δόγη, πήρε την Άνδρο. Οι Γκίζι (Ghisi) τις Τήνο, Μύκονο αρχικά κι έπειτα τις Σέριφο, Τζια (Κέα), Αμοργό (μαζί με τις Σκιάθο, Σκόπελο, Σκύρο και κομμάτι της Εύβοιας). Τα κατείχαν ως τα τέλη το 1390, οπότε εξέλιπαν ως οικογένεια. Οι Γκουερίνι (Querini) την Αμοργό και την Αστυπάλαια. Ο Αντρέα Μπαρότζι (Barozzi) την Θήρα (Σαντορίνη, Santa Irini) και τη Θηρασία.

Όλοι τους ήταν επιφανείς πολίτες της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας, πλην όμως φεουδάρχες με επικυρίαρχο τον Λατίνο αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης. Στα 1248, ο αυτοκράτορας Βαλδουίνος Β’ μεταβίβασε την επικυριαρχία στον Γουλιέλμο Βιλεαρδουίνο, πρίγκιπα της Αχαΐας. Μετά τον θάνατό του τελευταίου, το 1278, η επικυριαρχία των Κυκλάδων πέρασε στους Ανδεγαυούς της Σικελίας. Οι φεουδάρχες των νησιών γίνονταν διαδοχικά υποτελείς των επικυρίαρχων αλλά παρέμεναν αναγνωρισμένοι υπήκοοι της Βενετίας.

Οι Βενετσιάνοι ιδιώτες κατακτητές είδαν τις κτήσεις τους σαν εμπορικές επιχειρήσεις που θα τους απέφεραν χρήματα. Εφάρμοσαν πολιτική συμφιλίωσης με τους ντόπιους πληθυσμούς και δεν λησμόνησαν να αμείψουν, όσους από τους Έλληνες τους βοήθησαν στην δημιουργία κερδών. Πολλοί από όσους συνεργάστηκαν, βρέθηκαν με δικά τους μικρά φέουδα. Κι ακόμα, η διοίκηση των νησιών βασίστηκε στην ανεξιθρησκία με τους καθολικούς να συγκεντρώνονται στα όρια των κάστρων και τους ορθόδοξους έξω από αυτά, σε δικές του κάθε δόγμα εκκλησίες.

Όμως, η ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τις δυνάμεις του Μιχαήλ Παλαιολόγου (στα 1261) και η αναβίωση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, έφεραν τον πόλεμο στο Αιγαίο, καθώς οι Παλαιολόγοι προσπάθησαν να ξαναπάρουν πίσω τα χαμένα εδάφη. Ταυτόχρονα, πόλεμοι άνοιξαν και ανάμεσα στους Λατίνους, επειδή καθένας τους ήθελε να επεκτείνει τα όρια του «κράτους» του. Οι κάτοικοι των Κυκλάδων βρέθηκαν στην δίνη των πολέμων. Στα 1310, μια βυζαντινοβενετική συνθήκη κατακύρωσε τις Κυκλάδες (και την Εύβοια) οριστικά στην κατοχή των Βενετσιάνων. Στον ορίζοντα όμως άρχισαν να φαίνονται οι Οθωμανοί Τούρκοι. Είχαν προηγηθεί οι πειρατές.

 

Οι Ιωαννίτες στα Δωδεκάνησα

Τα Δωδεκάνησα ανήκαν στο «φιλέτο» της πίτας που οι νέοι κατακτητές μοιράστηκαν. Η Κως έπεσε στο μερίδιο του Λατίνου αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης. Τα υπόλοιπα νησιά (πλην της Ρόδου) μοιράστηκαν σε σταυροφόρους ιππότες. Η Ρόδος έμεινε στην διοίκηση του τοπικού άρχοντα, Λέοντα Γαβαλά. Καταγόταν από επιφανή βυζαντινή οικογένεια της Κωνσταντινούπολης και ήταν «αυθέντης» του νησιού. Στα 1246, τον διαδέχθηκε ο Ιωάννης Γαβαλάς.

Αρχικά, η επικυριαρχία των ξένων έμεινε στα χαρτιά. Οι Λατίνοι είχαν πολλές σκοτούρες να τους τυραννούν, καθώς έπρεπε να επιβιώσουν στον λυσσαλέο ανταγωνισμό μεταξύ τους. Τα νησιά ήταν «μακριά». Οι ανταγωνιστές των Βενετσιάνων, Γενουάτες, δεν έμειναν αργοί. Συμμάχησαν με Ιωαννίτες ιππότες και κατέλαβαν τα Δωδεκάνησα, εκτός από τη Ρόδο. Οι σύμμαχοι γρήγορα τσακώθηκαν μεταξύ τους. Τα Δωδεκάνησα έμειναν στη σφαίρα επιρροής των Γενουατών, χωρίς ποτέ να γίνουν κτήση τους. Από το 1250, Βυζαντινοί διοικητές και Γενουάτες ναύαρχοι εναλλάσσονταν στη μισοανεξάρτητη διοίκηση της Ρόδου που διατηρούσε πολύ χαλαρούς δεσμούς με την αναστημένη από το 1261 Βυζαντινή αυτοκρατορία. Στα 1306, ο Γενουάτης αριστοκράτης της Ρόδου Βινιόλο ντε Βινιόλι συμφώνησε με τους Ιωαννίτες ιππότες να κυριεύσουν τη Ρόδο και τα γύρω νησιά για λογαριασμό τους. Η κατάκτηση ολοκληρώθηκε το 1309. Ως τότε, οι Γενουάτες είχαν βγει από το παιχνίδι.

Η κατάκτηση των Δωδεκανήσων από τους Ιωαννίτες ιππότες έγινε με κάθε θρησκευτική επιμέλεια. Ο Φουλκ ντε Βιλαρέ (Foulques de Villaret), από την Προβηγκία της Νότιας Γαλλίας, επισκέφτηκε τον πάπα Κλήμη Ε’ (1264 – 1314, αυτόν που, το 1309, μετέφερε την έδρα των παπών στη γαλλική Αβινιόν), πήρε την ευχή του κι απέσπασε βούλα που του παρείχε το προνόμιο να διορίζει Λατίνο αρχιεπίσκοπο με επικράτεια ταυτόσημη με την έκταση του κράτους που ΘΑ προέκυπτε στα Δωδεκάνησα. Ο Φουλκ ντε Βιλαρέ έγινε ο πρώτος Μεγάλος Μάγιστρος του νέου κράτους (1309 – 1319). Πρώτη του δουλειά ήταν να διορίσει καθολικό αρχιεπίσκοπο (Archiepiscopus Colossensis) με έδρα τη Ρόδο. Ο ορθόδοξος μητροπολίτης Ρόδου και οι επίσκοποι των άλλων νησιών εκδιώχθηκαν. Στη μητρόπολη έμεναν να ασκούν διοικητικά καθήκοντα βυζαντινοί αξιωματούχοι (Μεγάλος Οικονόμος, Σακελάριος κ.λπ.).

Το πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης εξακολουθούσε να χειροτονεί μητροπολίτες Ρόδου που όμως δεν πλησίαζαν το νησί. Στη συνέχεια, το πατριαρχείο «ανέθετε» τη μητρόπολη της Ρόδου σε επισκόπους επαρχιών «κατ’ επίδοσιν». Ορθόδοξος μητροπολίτης στο νησί ξαναβρέθηκε στα μέσα του ΙΕ’ αιώνα, όταν ξαναζεστάθηκε η κίνηση για την ένωση των Εκκλησιών. Ως τότε, τα Δωδεκάνησα διέθεταν μόνο καθολικό αρχιεπίσκοπο.

 

Οι Βενετσιάνοι στην Κρήτη

Μέσα στη γενικότερη σύγχυση, Γενοβέζοι πειρατές με 24 πλοία έπιασαν στην Κρήτη, κυρίευσαν κάποιες ακτές χωρίς να συναντήσουν αντίσταση κι άρχισαν να τις χρησιμοποιούν ως ορμητήρια για τις επιδρομές τους.

Το νησί όμως ανήκε στην περιουσία του Βονιφάτιου που έγινε βασιλιάς της Θεσσαλονίκης. Η Κρήτη του έπεφτε κάπως μακριά. Και είχε ανοίξει και μέτωπο εναντίον του Βαλδουίνου της Φλάνδρας, αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης. Είχε ανάγκη συμμάχων και οι Βενετσιάνοι του φάνηκαν καλή περίπτωση. Γνωρίζοντας το ενδιαφέρον τους για την Κρήτη, πρότεινε να τους την πουλήσει. Το συμβόλαιο συντάχθηκε στην Αδριανούπολη και υπογράφτηκε στις 12 Αυγούστου του 1204. Η Κρήτη πουλήθηκε στους Βενετσιάνους για 10.000 ασημένια μάρκα (περίπου 70.500 ευρώ αλλά με μεγαλύτερη αγοραστική αξία από τη σημερινή).

Απασχολημένοι με την διανομή των εδαφών, οι Βενετσιάνοι θεωρητικά μόνο κατείχαν την Κρήτη: Στα 1205, οι Ρενιέρης Δάνδολος και Ρογήρος Πρεμαρίνης, με 31 γαλέρες, πήραν τον Χάνδακα, ενώ μια μοίρα του στόλου υπό τον Μοροζίνι (διαφορετικό από εκείνον που το 1687 τίναξε τον Παρθενώνα στον αέρα) κυρίευσε το νησάκι Σπιναλόγκα και συνέλαβε τον Γενοβέζο πειρατή Λέοντα Βετράνο (τον κρέμασαν αργότερα στην Κέρκυρα).

Οι Γενοβέζοι βρήκαν χρυσή ευκαιρία να επέμβουν. Στα 1206, ο Γενοβέζος κόμης της Μάλτας, Ερρίκος Πεσκατόρε, πήρε τον Χάνδακα δίχως δυσκολία κι άπλωσε την επικράτειά του στην Κεντρική και την Ανατολική Κρήτη. Αναγκαστικά, οι Βενετσιάνοι έσπευσαν να ανακτήσουν την περιουσία που είχαν πληρώσει για να την αποκτήσουν. Στα 1207, ο Πεσκατόρε αναγκάστηκε να φύγει από τον Χάνδακα αλλά η σύγκρουση Γενοβέζων και Βενετσιάνων συνεχιζόταν. Οι Βενετσιάνοι έστειλαν προβλεπτή στον Χάνδακα τον Ιάκωβο Τιέπολο, δούκα της Κρήτης όπως τον είπαν (1209). Στην θάλασσα, ο βενετσιάνικος στόλος νίκησε τον γενοβέζικο. Ο γενοβέζικος στρατός αποσύρθηκε από την Κρήτη. Ο Πεσκατόρε έμεινε μόνος. Διαπραγματεύτηκε και τη δική του αποχώρηση, εισέπραξε κάποιο καλό ποσόν κι έφυγε. Ήταν το 1212.

Οι Βενετσιάνοι έμειναν στην Κρήτη ως το 1669. Κανένας τους δεν θα υποστήριζε ότι πέρασαν καλά, τουλάχιστον τους δυο πρώτους αιώνες.

Στους 150.000 κατοίκους της Κρήτης, τον πρώτο αιώνα της βενετσιάνικης κατοχής ήρθαν να προστεθούν 10.000 άποικοι από τη Βενετία. Άρχισαν να κτίζουν ισχυρά φρούρια σε επίκαιρα σημεία και να ενισχύουν όσα υπήρχαν. Δημιούργησαν χωροφυλακή, την οποία επάνδρωσαν 12.000 τυχοδιώκτες μισθοφόροι κι οργάνωσαν ιππικό αποκλειστικά από Βενετσιάνους αποίκους.

Ανώτερος αξιωματούχος του νησιού ήταν ο δούκας της Κρήτης που είχε την έδρα του στον Χάνδακα. Τον πλαισίωναν τρία συμβούλια, «των νομοθετών», «το Μέγα» και το «γενικό των τιμαριούχων». Τα μέλη τους προέρχονταν από τις περίπου πεντακόσιες οικογένειες αριστοκρατών Βενετσιάνων που εγκαταστάθηκαν στο νησί και μοιράστηκαν τη γη. Θεωρητικά στην αρχή, καθώς οι Βυζαντινοί μεγαλοκτηματίες δεν παρέδωσαν τα κτήματά τους αμαχητί.

Οι Βενετσιάνοι κατάργησαν την ορθόδοξη αρχιεπισκοπή και τις επισκοπές, δήμευσαν την εκκλησιαστική γη, εγκατέστησαν Λατίνους ιεράρχες, ελάττωσαν τον αριθμό των ορθόδοξων ιερέων και μετέτρεψαν πολλές εκκλησίες σε καθολικούς ναούς. Έβαλαν βαριά φορολογία για να τα βγάλουν πέρα και μοίρασαν στα χαρτιά τα ελληνικά φέουδα και στην πράξη τα κτήματα των όποιων ελεύθερων μικρομεσαίων κτηματιών. Με άλλα λόγια, έκαναν ό,τι μπορούσαν για να ενώσουν εναντίον τους την βυζαντινή αριστοκρατία και τον ντόπιο πληθυσμό. Ούτε λίγο ούτε πολύ, προκάλεσαν 27 επαναστάσεις στα διακόσια πρώτα χρόνια της παρουσίας τους στην Κρήτη.

 

Οι Φράγκοι και τα Επτάνησα

Στις 21 Μαΐου του 1203, περαστικοί από εκεί, οι Φράγκοι της Δ’ Σταυροφορίας πήραν την Κέρκυρα που έγινε «τιμής ένεκεν» βενετσιάνικη κτήση. Την προσάρτησε στο δεσποτάτο της Ηπείρου ο Μιχαήλ Β’ Άγγελος. Του την πήρε (1267) ο Κάρολος ο Ανδεγαυός. Πέθανε το 1285. Ακριβώς έναν αιώνα αργότερα, στις 28 Μαΐου του 1386, η σημαία της Βενετίας με το λιοντάρι του Αγίου Μάρκου υψώθηκε στην ακρόπολη του νησιού. Έμελλε να κυματίζει εκεί τα επόμενα 411 χρόνια. Ξεκίνησε η εποχή της ενετοκρατίας που άφησε ιδιαίτερα σημάδια στον χαρακτήρα και στον τρόπο ζωής των κατοίκων.

Στην Ζάκυνθο, η φραγκική εμπειρία ξεκίνησε με τον Βοημούνδο (1058 – 1111), τον γιο του Ροβέρτου Γυϊσκάρδου. Με την ευκαιρία της Α’ Σταυροφορίας (1096), έστησε κράτος στην Ασία και στην διαδρομή για κει λεηλάτησε την Ζάκυνθο. Το 1108, αναγκάστηκε να δεχτεί την επικυριαρχία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Ο βυζαντινός αυτοκράτορας, Μανουήλ Α’ Κομνηνός (1122 – 1180), πολέμησε τους Φράγκους όπου τους βρήκε κι ανέκτησε τα νησιά του Ιονίου, μαζί και τη Ζάκυνθο. Στα 1185, την πήραν Νορμανδοί από τη Σικελία. Στα 1204, Ζάκυνθος και Κεφαλονιά έπεσαν στη μερίδα των Ορσίνι. Ο Ματθαίος Ορσίνι αναγορεύτηκε κόμης της Παλατινής Κομητείας Κεφαλονιάς και Ζακύνθου (κατείχε και την Ιθάκη) με επικυρίαρχη την Βενετία. Στη μερίδα του είχε πέσει και η Λευκάδα αλλά αυτήν πρόλαβε και την προσάρτησε στο δεσποτάτο της Ηπείρου ο Μιχαήλ Άγγελος Κομνηνός.

Η οικογένεια των Ορσίνι ήταν διασπαρμένη σε όλη την Ιταλία, ενώ κλάδοι της ζούσαν και έξω από αυτήν (Ορσίνι του Παρισιού, Άνχαλντ, Ρόζεμπεργκ κ.λπ.). Πέντε πάπες και τριάντα καρδινάλιοι προέρχονταν από αυτούς. Μερικοί έφεραν τον τίτλο του παλατίνου (κάτι σαν ιππότης του βασιλιά). Ως κόμης στο Ιόνιο, ο παλατίνος Ματθαίος Ορσίνι έκλεισε τις ορθόδοξες επισκοπές με προτροπή του πάπα, αναγνώρισε (1209) την επικυριαρχία της Βενετίας κι έπειτα (1228) του δεσποτάτου της Ηπείρου και παντρεύτηκε την αδελφή του δεσπότη Θεόδωρου.

Ηττημένοι σε ναυμαχία από τις δυνάμεις του δεσποτάτου και περαστικοί από τη Λευκάδα, κάποιοι Γενουάτες βρήκαν ευκαιρία και λεηλάτησαν το νησί (1292). Στα 1294, πέρασε ως προίκα στον Νικηφόρο Ιωάννη της Κεφαλονιάς που έγινε «αυθέντης Κεφαλληνίας, Ζακύνθου και Λευκάδος». Στα 1323, ξαναπέρασε στην κατοχή του δεσποτάτου της Ηπείρου και το 1331 σε ένα Βαλτέριο που διοικούσε το νησί με αντιπροσώπους. Οι Φράγκοι διοικούσαν ακόμα, όταν οι Λευκαδίτες επαναστάτησαν με υποκίνηση της οικογένειας των Τόκκων (1357). Στα 1362, οι Τόκκοι βρέθηκαν να κατέχουν το νησί. Από το 1381, μετέφεραν σ’ αυτό την έδρα της κομητείας τους.

Ο Γουλιέλμος Τόκκος από το Βενεβεντό (Beneventium, πόλη στην ιταλική Καμπανία, κοντά στο σημερινό Μπενεβέντο) ήταν στρατιωτικός διοικητής της Κέρκυρας και της Ζακύνθου. Στα 1311, πήρε γυναίκα του τη Μαργαρίτα, μοναχοκόρη του κόμη της Κεφαλονιάς, Ιωάννη Ορσίνι. Τότε ήταν που η επικυριαρχία των νησιών πέρασε στο βασίλειο της Νάπολι. Καθώς στην απέναντι Ήπειρο σφάζονταν εκείνο τον καιρό Έλληνες, Σέρβοι, Αλβανοί και Φράγκοι, το βασίλειο της Νάπολι έκανε τον Τόκκο διοικητή (1330) και της Κεφαλονιάς για να οργανώσει την άμυνα σε πιθανή επίθεση από την ηπειρωτική ακτή. Ο Γουλιέλμος Τόκκος πέθανε το 1335. Κεφαλονιά και Ζάκυνθος πέρασαν στην ιδιοκτησία της οικογένειας, αν και η Ζάκυνθος δεν τους ενδιέφερε ιδιαίτερα. Ούτε καν την ανέφεραν στους πομπώδεις τίτλους τους (ο Λεονάρδος Τόκκος ήταν «δούκας της Λευκάδας, κόμης της Κεφαλονιάς και αυθέντης της Βόνιτσας»). Το νησί πάντως ευημερούσε αλλ’ έγινε πολλές φορές στόχος λεηλασιών από τους Τούρκους. Οι επιδρομές, η έλλειψη οποιασδήποτε προστασίας από τους ηγεμόνες και η σύντομη κατάληψή του από τους Τούρκους (1479) ανάγκασαν τους κατοίκους να ξενιτευτούν. Όταν στα 1485, οι Βενετσιάνοι πήραν τη Ζάκυνθο, τη βρήκαν σχεδόν έρημη. Παρ’ όλα αυτά, την είπαν Φιόρο του Λεβάντε (Λουλούδι της Ανατολής)

Η Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας είχε βάλει πόδι στα Επτάνησα από το 1238, όταν πήρε τα Κύθηρα. Ακολούθησαν η Κέρκυρα το 1386, η Ζάκυνθος το 1485, η Κεφαλονιά το 1500, η Ιθάκη το 1503 και η Λευκάδα μόλις το 1718.

 

Η αναβίωση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας

Μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης στους Φράγκους (1204), οι εκλεκτότερες βυζαντινές αριστοκρατικές οικογένειες είχαν μετακομίσει στην αυτοκρατορία της Νίκαιας. Σε συνεννόηση με τους εκεί αυτοκράτορες, είχαν καταλάβει την διοίκηση και ευημερούσαν σε βάρος των ντόπιων. Στα 1254, αυτοκράτορας της Νίκαιας έγινε ο Θεόδωρος Β’ Λάσκαρις που θέλησε να ανατρέψει την κατάσταση. Ξεκίνησε διαρκή διωγμό εναντίον τους και δεν δίστασε ακόμα και να φυλακίσει εξέχοντες εκπρόσωπους των προερχόμενων από την Κωνσταντινούπολη αριστοκρατικών οικογενειών, θέλοντας να στηρίξει τις ντόπιες. Πέθανε τέσσερα χρόνια αργότερα (1258), κληροδοτώντας την αυτοκρατορία στον ντόπιο παράγοντα, Γεώργιο Μουζάλωνα, προκειμένου να συνεχιστεί η ίδια τακτική.

Τότε, 14 Βυζαντινές αριστοκρατικές οικογένειες έστησαν τη «συνωμοσία του 1258», όπως έμεινε στην ιστορία. Ήταν οι (αλφαβητικά): Άγγελοι, Απρηνοί, Καβαλλάριοι, Καμύτζαι, Καντακουζηνοί, Λιβαδάριοι, Νεστόγγοι, Παλαιολόγοι, Ραούλ, Στρατηγόπουλοι, Ταρχανειώται, Τορνίκιοι, Φιλαί και Φιλανθρωπινοί. Κατάφεραν να εξοντώσουν τον Γεώργιο Μουζάλωνα και τα δυο αδέλφια του και ανακήρυξαν αντιβασιλιά τον Μιχαήλ Παλαιολόγο. Στα τέλη του χρόνου, ο Μιχαήλ στέφθηκε αυτοκράτορας της Νίκαιας.

Στις 25 Ιουλίου του 1261, ο Αλέξιος Στρατηγόπουλος, αξιωματικός του Μιχαήλ, με αιφνιδιασμό, πήρε την Κωνσταντινούπολη, που οι Φράγκοι είχαν ξεχάσει αφύλακτη. Ο τελευταίος Λατίνος αυτοκράτορας, Βαλδουίνος κι αυτός (1217-1272), έφυγε στην Γαλλία. Στις 15 Αυγούστου, ο αυτοκράτορας της Νίκαιας μπήκε στην Πόλη, ένωσε τα δυο κράτη κι έγινε ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος, ιδρύοντας την τελευταία δυναστεία του ότι απέμενε από την Βυζαντινή αυτοκρατορία.

Οι 14 οικογένειες των συνωμοτών μετακόμισαν στην Πόλη κι έπιασαν όλα τα πόστα. Τους χαρίστηκαν εκτεταμένες γαίες, με την υποχρέωση να συντηρούν στρατό και να πληρώνουν κάποια ποσά στον κρατικό κορβανά, με αποτέλεσμα οι μικροϊδιοκτήτες των περιοχών αυτών να χάσουν τα χωράφια τους και να μεταβληθούν σε δουλοπάροικους. Με τον καιρό, οι αριστοκράτες απαλλάχτηκαν από τη φορολογία κι έπειτα και από τα βάρη της συντήρησης στρατιωτικών σωμάτων. Αποτέλεσμα ήταν το κράτος να χάνει πόρους και να μένει ξεγυμνωμένο από τακτικό στρατό, ενώ η λαϊκή κατακραυγή, μη βρίσκοντας δικαίωση, να μετατρέπεται σε ένοπλη εξέγερση που καταπνιγόταν, αιματηρά συχνά, ή αδιαφορία για την υπεράσπιση της αυτοκρατορίας. Η λύση για την άμυνα βρέθηκε με την πρόσληψη μισθοφόρων. Που όμως έπρεπε να πληρωθούν, ενώ τα οικονομικά της κεντρικής διοίκησης καταβαραθρώνονταν. Κι όταν χρήματα για τους μισθούς δεν υπήρχαν, οι μισθοφόροι λεηλατούσαν τις περιοχές, στην προστασία των οποίων υποτίθεται ότι ήταν ταγμένοι.

Οι αριστοκράτες αυτοπροσδιορίζονταν ως «άνδρες ευγενείς και της πρώτης τυγχάνοντες τάξεως», «οι επιφανέστεροι μάλλον των ανδρών και προσήκοντες βασιλεύσι», «οι επ’ ευγενεία λαμπρυνόμενοι» κ.λπ. Με τους Καντακουζηνούς πρώτους των πρώτων. Και με τους υπηκόους να χαρακτηρίζονται (από τον αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, Ισίδωρο) «μικρά παιδιά, ασταθή, ανώριμα, αμαθή», ενώ η αριστοκρατία αναφερόταν σ’ αυτούς με χαρακτηρισμούς όπως «πλήθος», «όχλος δημώδης», «πένητες», «ιδιώται», «άτιμοι».

Κι εκτός από τους μεγαλογαιοκτήμονες, οι κατά τους αριστοκράτες «άτιμοι» και κατά την εκκλησία «ανώριμα παιδιά», είχαν και τα μοναστήρια να τους εκμεταλλεύονται άγρια.

Οι εταιρείες των μισθοφόρων

Ένα χρόνο μετά την επανάκτηση της Κωνσταντινούπολης, οι Βυζαντινοί απέκτησαν προγεφυρώματα στον Μοριά (1262) παίρνοντας τα κάστρα της Μονεμβασιάς, της Μάινας και του Μiστρά. Από τότε, το πριγκιπάτο της Αχαΐας άρχισε να παίρνει την κάτω βόλτα. Περιοριζόταν όλο και πιο πολύ στα ΒΔ της Πελοποννήσου ώσπου καταλύθηκε οριστικά από τις δυνάμεις του δεσποτάτου του Μιστρά (1432). Η πάλη, όμως, Γενουατών και Βενετών συνεχιζόταν με αποτέλεσμα φοβερές καταστροφές στα νησιά του Αιγαίου (κυρίως την εξαετία 1294 - 1299).

Όταν στα 1301 άνοιξε νέο μέτωπο στη Μ. Ασία, με την εμφάνιση των Οθωμανών Τούρκων, η αυτοκρατορία βρήκε την εύκολη λύση να προσλάβει την Καταλανική Εταιρεία μισθοφόρων για την άμυνά της (1302). Δυο χρόνια αργότερα, οι Καταλανοί αποφάσισαν να στήσουν δικό τους κράτος, δεν τα κατάφεραν στη Μ. Ασία και ξεκίνησαν επιδρομές στη Μακεδονία (1305 - 1307). Στα 1311, κατέβηκαν νοτιότερα, νίκησαν τους Φράγκους στην Κωπαΐδα, κυρίευσαν την Αθήνα κι εγκαταστάθηκαν εκεί για 75 χρόνια, ώσπου τους έδιωξαν οι Ατζαγιόλι, που επανασυνέστησαν το δουκάτο (1376).

Ο εμφύλιος ανάμεσα στους αυτοκράτορες του Βυζαντίου έφερε έναν από αυτούς να κυριεύει την Θεσσαλία (1333). Οι Τούρκοι άρχισαν να επεμβαίνουν συστηματικά στα του θρόνου της Κωνσταντινούπολης, παίρνοντας το μέρος πότε του ενός και πότε του άλλου από τους κάθε φορά τρέχοντες διεκδικητές της εξουσίας (1353 - 1379). Από τα 1392, ξεκίνησαν εκστρατεία στη Στερεά. Μέσα σε δυο χρόνια, την είχαν κατακτήσει στο μεγαλύτερο μέρος της. Το τείχος που ύψωσαν στον Ισθμό (Εξαμίλι, 1416) οι Παλαιολόγοι του (από το 1348) δεσποτάτου του Μιστρά, δεν εμπόδισε τον Τουραχάν να περάσει (1423). Οι Τούρκοι άφησαν τους δεσπότες πρώτα να διώξουν τους Φράγκους (1432) κι έπειτα να ξεκινήσουν αλληλοσφαγή κι, όταν το φρούτο ωρίμασε, το πήραν: Στα 1456 προσάρτησαν την Αττική. Στα 1458 τον Μοριά. Από το 1447 είχαν πάρει και την Θεσσαλία.

Οι Ατζαγιόλι

Η ιστορία της οικογένειας των Ατζαγιόλι ξεκινά από την περιοχή της Λομβαρδίας, στη σημερινή Βόρεια Ιταλία. Το 1160, εγκαταστάθηκαν στη Νάπολι και στην Φλωρεντία, όπου, από το 1260 ως την ώρα που οι Μέδικοι επικράτησαν εκεί, διαδραμάτιζαν ηγεμονικό ρόλο.

Επί φραγκοκρατίας στην Ελλάδα, ο βασιλιάς της Νάπολι, Ροβέρτος, είχε αποκτήσει και τον τίτλο του πρίγκιπα της Αχαΐας κι αισθανόταν βαθιά υποχρεωμένος στον τότε (γύρω στα 1340) αρχηγό των Ατζαγιόλι, Νικόλαο. Του έκανε δώρο το κάστρο του Ακροκορίνθου.

Οι Ατζαγιόλι βρέθηκαν στην Ελλάδα. Πενήντα χρόνια αργότερα, κληρονομούσαν το δουκάτο της Αθήνας, μαζί με την Θήβα και τη Λιβαδειά. Η ιστορία τους είναι γεμάτη ίντριγκες, δολοφονίες, προδοσίες και απιστίες.

Στις τελευταίες πράξεις του δράματος, η δούκισσα Κιάρα, χήρα του Νέριου Φραγκίσκου, δε δίστασε να δολοφονήσει το ανήλικο παιδί της προκειμένου να κάνει δώρο το δουκάτο στον Λατίνο εραστή της, Βαρθολομαίο Κονταρίνι, που μόλις είχε απαλλαγεί από τη γυναίκα του, δηλητηριάζοντάς την.

Το πράγμα παράγινε και κάποιοι Αθηναίοι πρόκριτοι έστειλαν πρεσβεία στον Μωάμεθ Β’ τον Πορθητή, που από το 1453 είχε κυριεύσει την Κωνσταντινούπολη. Του ζήτησαν να βάλει κάποια τάξη στην όλη κατάσταση.

Ο Μωάμεθ γνώριζε τους Ατζαγιόλι κι απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη. Κυρίως από την ανάποδη, καθώς ο γιος του πεθαμένου τότε δούκα Αντώνιου, ο γλυκός Φραγκίσκος, ήταν αυτός που ομόρφαινε τις νύχτες του Κατακτητή. Δεν δυσκολεύτηκε να επιβάλει τον άλλοτε ερωμένο του, νέο δούκα της Αθήνας με το όνομα Φραγκίσκος Β’. Στα 1456, προσάρτησε το δουκάτο, βάζοντας τέλος στην όλη ιστορία.

Η τύχη του Μοριά

Ο Γουλιέλμος Β’ Γοδεφρείδος (1246 – 1278) έφτασε να γίνει ο πιο σπουδαίος Φράγκος δυνάστης στα πελοποννησιακά εδάφη της άλλοτε Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Μετά από πολιορκία τριών χρόνων, πήρε τη Μονεμβασία (1248), υπέταξε τους Τσάκωνες (απογόνους των άλλοτε Ελευθερολακώνων) και υποχρέωσε τους όσοι απέμεναν Μηλιγγούς Σλάβους σε υποταγή. Ο ίδιος έκτισε τα φρούρια του Μιστρά (1248, στο βουνό Μυζηθράς), της Μάινας και του Λεύκτρου (παλιάς πόλης των Ελευθερολακώνων). Ο Λουδοβίκος Θ’ της Γαλλίας του έδωσε άδεια να κόβει δικό του νόμισμα, οπότε εγκατέστησε νομισματοκοπείο στο Χλουμούτζι κι άρχισε να κόβει τα τορνέσια όπως αποκλήθηκαν από το Castle Tornese.

Για δέκα ολόκληρα χρόνια, η ειρήνη βασίλευε στο πριγκιπάτο, το εμπόριο ανθούσε και η γη απέδιδε τους καρπούς της. Ο Γουλιέλμος είχε εγκατασταθεί στη Λακεδαιμονία (βυζαντινός συνοικισμός στη Λακωνία) όπου δημιουργήθηκε η πιο λαμπρή φραγκική αυλή. Ήταν όμως γαμπρός του δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ Β’, τον οποίο έσπευσε να ενισχύσει στη μάχη της Πελαγονίας (1259). Αιχμαλωτίστηκε από τον μετέπειτα αυτοκράτορα της μέλλουσας να επανιδρυθεί Βυζαντινής αυτοκρατορίας, Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγο. Για να ελευθερωθεί, υποχρεώθηκε (1262) να δώσει ως λύτρα τη Μονεμβασία καθώς και τα τρία κάστρα που είχε κτίσει (Μιστρά, Μάινας και Λεύκτρου). Θα γίνονταν ορμητήρια των Βυζαντινών για την έξωση των Φράγκων από τον Μοριά.

Ήταν το 1263 κι ο Μιχαήλ της Νίκαιας ήδη είχε γίνει Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος, αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη. Ο Γουλιέλμος προσέφυγε στον πάπα, ο οποίος πρόθυμα τον απάλλαξε από τον όρκο του στον Μιχαήλ ότι δεν θα ξαναστραφεί εναντίον του. Ο πάπας θεώρησε ότι ο όρκος ήταν προϊόν ψυχολογικής βίας. Ο Γουλιέλμος ετοιμαζόταν να πάρει πίσω τα κάστρα που παραχώρησε ως λύτρα αλλά και οι Βυζαντινοί τον περίμεναν. Ο πρωτοστράτορας (ο αυτοκρατορικός επίτροπος) στον Μιστρά είχε εντολή να κάνει ό,τι μπορεί για να πάρει τα εδάφη που κατείχαν οι Φράγκοι. Ο πόλεμος ξεκίνησε τον ίδιο χρόνο (1263) με τον Γουλιέλμο να έχει συμμάχους τον πάπα και τους Βενετσιάνους και τον Μιχαήλ τους Γενοβέζους.

Πολλοί από τους πριν από 15 χρόνια υποταγμένους Τσάκωνες είχαν καταφύγει με τις οικογένειές του στην Κωνσταντινούπολη. Οι πιο ρωμαλέοι συγκροτούσαν την αυτοκρατορική φρουρά. Κατέφθασαν στην Πελοπόννησο ενταγμένοι στον στρατό του Μιχαήλ που διέθετε ακόμα Γασμούλους (γιους από ενώσεις Φράγκων της Πελοποννήσου με Βυζαντινές) αλλά και μισθοφόρους Τούρκους. Ο αυτοκρατορικός στρατός πήρε το φρούριο των Καλαβρύτων αλλά νικήθηκε σε όλες τις άλλες μάχες που έδωσε. Όμως, όταν στα 1265 ο Γουλιέλμος θέλησε να ξεχειμωνιάσει στη Λακεδαιμονία, βρήκε την πόλη εγκαταλειμμένη. Οι κάτοικοί της είχαν όλοι εγκατασταθεί γύρω από το κάστρο του Μιστρά που εξελισσόταν σε μεγάλη πόλη, κέντρο των Βυζαντινών στην Πελοπόννησο.

Η τελευταία ήττα του βυζαντινού στρατού ήταν στα 1267, στα στενά του Μακρυπλαγίου (στα Γεράνεια, το βουνό που χωρίζει την Κορινθία από την Αττική). Εκεί, την κρίσιμη στιγμή, οι Τούρκοι μισθοφόροι του αυτοκράτορα Μιχαήλ άλλαξαν στρατόπεδο καθώς ο Γουλιέλμος τους υποσχέθηκε μεγαλύτερο μισθό.

Από τότε και για τα επόμενα πενήντα χρόνια, σποραδικές μόνο συγκρούσεις συνέβησαν ανάμεσα στον αυτοκρατορικό επίτροπο και τους Φράγκους. Ο Γουλιέλμος πέθανε (1278) και οι απόγονοί του ξεκίνησαν εμφύλιους πολέμους για την διαδοχή. Οι Βυζαντινοί άλλαξαν τακτική κι από την εποχή του αυτοκράτορα Ιωάννη Καντακουζηνού (1308 – 1316) έστελναν στον Μιστρά ως πρωτοστράτορες («... κεφαλή της κατά την Πελοπόννησον χώρας και των κάστρων της βασιλείας») αξιωματούχους μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας. Οι οποίοι, με το χρήμα, κατόρθωσαν όσα δεν μπόρεσαν στα πεδία των μαχών. Εξαγοράστηκαν έτσι για λογαριασμό των Βυζαντινών τα κάστρα του Αγίου Γεωργίου, της Άκοβας και της Καρύταινας, ενώ κάποια άλλα πάρθηκαν με μάχη.

 

Το δεσποτάτο του Μιστρά

Στα 1320, το φραγκικό πριγκιπάτο της Αχαΐας είχε περιοριστεί σε τέσσερις (από τις αρχικές δώδεκα) βαρονίες (Πάτρας, Βελιγοστής, Βοστίτσας και Χαλανδρίτσας). Το άπλωμα της βυζαντινής επικράτειας στην Πελοπόννησο επέτρεψε στον Μανουήλ, γιο του αυτοκράτορα Ιωάννη Καντακουζηνού, να μην είναι πια πρωτοστράτορας αλλά δεσπότης του Μιστρά (1348) που έτσι μεταβλήθηκε σε πρωτεύουσα βυζαντινού δεσποτάτου (της Πελοποννήσου ή του Μιστρά). Το κυβέρνησε ως τον θάνατό του (1380). Έχοντας ανάγκη από εργατικά χέρια στην έρημη Πελοπόννησο, προσκάλεσε Αλβανούς να την εποικίσουν. Ανταποκρίθηκαν 10.000, που εγκαταστάθηκαν σε χωριστούς οικισμούς και εργάζονταν στα χωράφια «για ένα κομμάτι ψωμί». Ο Καντακουζηνός αναφέρει πως ανάμεσα στους Αλβανούς του Μοριά υπήρχαν οι Μπούιοι, Μαλακάσιοι και Μεσαρίται και πως ζούσαν στα βουνά και σε δικά τους δυσπρόσιτα χωριά.

Το κράτος που η Καταλανική Εταιρεία είχε δημιουργήσει στην Αττική, κατέρρευσε στα 1387. Η ηγεμονία της Εταιρείας των Ναβαραίων στην Πελοπόννησο προέκυψε στα 1388. Η μισθοφορική αυτή εταιρεία είχε δημιουργηθεί στα μέσα του αιώνα, κατά την διάρκεια πολέμου ανάμεσα στον Κάρολο τον Κακό της Ναβάρας (κράτους στα γαλλοϊσπανικά σύνορα) και τον Κάρολο Ε’ της Γαλλίας. Όταν το 1380 ο πόλεμος τέλειωσε, οι Ναβαραίοι, με αρχηγό τον Ιάκωβο ντε Βο, πέρασαν στην Δυτική Πελοπόννησο και κατέκτησαν μέγα μέρος της. Στα 1388, είχαν στήσει εκεί ηγεμονία.

Τρίτη δύναμη εκείνο τον καιρό, στην Πελοπόννησο, ήταν οι Βενετσιάνοι που, εκτός από τα κάστρα της Μεθώνης και της Κορώνης, κατείχαν και το Άργος και το Ναύπλιο. Οι δεσπότες του Μιστρά όμως είχαν να αντιμετωπίσουν κι ανυπότακτους τοπάρχες που δεν καταλάβαιναν για ποιο λόγο έπρεπε να δίνουν λογαριασμό στους Βυζαντινούς.

Ο δεσπότης Θεόδωρος Α’ (1383 - 1407) κάλεσε άλλους 10.000 (μαζί με τις οικογένειές τους) Αλβανούς κι έφτιαξε μισθοφορικό σώμα με αυτούς και με ντόπιους. Στα χρόνια του, έγινε η πρώτη τουρκική επιδρομή στην Πελοπόννησο (1397). Ακολούθησαν η του 1400 και του 1401 που υποχρέωσαν τον δεσπότη να προσπαθήσει άτυχη συμμαχία με Ιωαννίτες ιππότες.

Στα 1415, κτίστηκε στον Ισθμό το τείχος Εξαμίλι: ήταν υψωμένο από θάλασσα ως θάλασσα και είχε 153 πύργους που όμως δεν μπόρεσαν να σταματήσουν την οθωμανική λαίλαπα, όταν ο στρατηγός του Μουράτ Β’ (1404 – 1451), Τουραχάν, έφτασε στα 1423 ως τον Μιστρά και υποχρέωσε τον δεσπότη να γίνει φόρου υποτελής στον σουλτάνο. Στα 1458, το δεσποτάτο κατέλυσε για λογαριασμό του σουλτάνου Μωάμεθ Β’ του Πορθητή, ο στρατηγός Ομάρ, γιος του Τουραχάν.

 

Η Δημοκρατία του Αγίου Τίτου

Στα 1363, η μητρόπολη Βενετία επέβαλε νέους φόρους στην «αποικία» της Κρήτης. Οι βενετσιάνικες φεουδαρχικές οικογένειες των Gradenigo και Venier συνεννοήθηκαν με τους αδελφούς Ιωάννη, Γεώργιο και Αλέξιο Καλλέργη για κοινή δράση. Ύψωσαν τη σημαία του Αγίου Τίτου, του Ελληνορθόδοξου προστάτη του νησιού, κι επαναστάτησαν εναντίον της βενετσιάνικης αρχής, έχοντας μαζί τους όλους τους εκεί φεουδάρχες, ντόπιους και ξένους. Κατά μία εκδοχή, οι Βενετσιάνοι απαρνήθηκαν τον καθολικισμό κι ασπάστηκαν την ορθοδοξία. Κατά άλλη, συμφωνήθηκε ισότητα και ανεξιθρησκία. Σκοπός της επανάστασης ήταν η δημιουργία της ανεξάρτητης από Βενετσιάνους ή Βυζαντινούς Δημοκρατίας του Αγίου Τίτου.

Η Βενετία έστειλε στόλο και στρατεύματα να καταστείλουν την επανάσταση και ταυτόχρονα επικήρυξε τους αρχηγούς της. Αντί για τον δούκα της Κρήτης, στάλθηκε ο προβλεπτής Ιουστινιάνης (διαφορετικός από τον Γενοβέζο υπερασπιστή της Κωνσταντινούπολης, περίπου ένα αιώνα αργότερα). Η επανάσταση πνίγηκε στο αίμα. Οι αδελφοί Καλλέργη δικάστηκαν ως προδότες και αποκεφαλίστηκαν. Όμως, ως τα τέλη του αιώνα, η προσέγγιση ντόπιων και Βενετσιάνων είχε ολοκληρωθεί και η συμβίωση είχε επιτευχθεί.

Μόνο που η Κρήτη είχε ερημώσει. Εκτός από τις συνεχείς επαναστάσεις που προκαλούσαν καταστροφές και θύματα κι ενίσχυαν το προσφυγικό ρεύμα, το νησί χτυπήθηκε κι από φονικούς σεισμούς: Του 1246, γκρέμισε ως και τα τείχη των φρουρίων. Ιδιαίτερα μετά τον ξεσηκωμό των Χορτάτζηδων (του 1268 ή 1272), χιλιάδες πρόσφυγες έφυγαν στη Μ. Ασία. Οι Χορτάτζηδες και οι οπαδοί τους κατοίκησαν στα σύνορα της αυτοκρατορίας που τότε βρίσκονταν κοντά στον Μαίανδρο ποταμό (εκβάλλει απέναντι από την Ικαρία) σαν ένα είδος ακριτών. Άλλοι εγκαταστάθηκαν στη Μακεδονία, στη λίμνη Βόλβη, άλλοι αλλού. Όσοι μπορούσαν να φέρουν όπλα, έγιναν στρατιώτες του βυζαντινού στρατού. Ανάμεσα σε άλλα, αναφέρονται και κρητικά τμήματα της αυτοκρατορικής φρουράς της Κωνσταντινούπολης που πολέμησαν το 1422, κατά την πρώτη πολιορκία της Πόλης από τους Τούρκους (επί Μουράτ Β’).

Μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης στους Τούρκους (1453), το προσφυγικό ρεύμα αντιστράφηκε. Η Κρήτη δέχτηκε χιλιάδες νέους κατοίκους που έφευγαν το τουρκικό μαχαίρι. Η συμβίωση στο νησί δεν διέφερε πια από την προηγούμενη κατοίκηση στα άλλοτε βυζαντινά εδάφη. Μετά την πτώση της Ναυπάκτου (1499), νέα κύματα προσφύγων έφτασαν στο νησί, ενώ Κρητικοί πύκνωσαν τις τάξεις του βενετσιάνικου στρατού και στόλου. Ο Κωνσταντίνος Σάθας («Τουρκοκρατουμένη Ελλάς») αναφέρει 7 - 14.000 στρατιώτες από την Κρήτη στην υπηρεσία της Γαληνοτάτης.

Ο σεισμός του 1508 ισοπέδωσε την Ιεράπετρα και σκότωσε 30.000 ανθρώπους σ’ όλο το νησί. Την ίδια χρονιά, φονική αρρώστια σκότωσε άλλους 25.000. Ο πληθυσμός του νησιού μειώθηκε πάλι δραματικά. Μια γενιά αργότερα, ο Χάρος εμφανίστηκε με τη μορφή του ναύαρχου των Τούρκων, πειρατή Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα. Ήταν το 1538, όταν πολιόρκησε τα Χανιά. Δεν μπόρεσε να τα πάρει και ξέσπασε στην πεδιάδα. Πυρπόλησε τα Κεραμειά και τα Άπτερα, κυρίευσε το κάστρο του Μυλοποτάμου, αποκρούστηκε στον Χάνδακα, λεηλάτησε το Μιραμπέλλο και τη Σητεία κι έφτασε ως το Σέλινο καταστρέφοντας, λεηλατώντας και πιάνοντας αιχμαλώτους για να τους πουλήσει δούλους. Νέα τουρκική επιδρομή σημειώθηκε το 1571 στο νησί, αυτή τη φορά από τον σουλτάνο Σελίμ Β’. Κυρίευσε τη Σούδα, λεηλάτησε την ύπαιθρο στα Χανιά, πολιόρκησε το Ρέθυμνο και τελικά αποκρούστηκε. Από 500.000 όμως που είχαν φθάσει κάποια στιγμή οι κάτοικοι του νησιού, μετρήθηκαν στα 1577 μόλις 220.000. Έναν αιώνα αργότερα, στις παραμονές της τουρκικής κατάκτησης, είχαν αυξηθεί και μετρούσαν 260.000. Και ήταν χωρισμένοι σε πέντε τάξεις:

  1. Των ευγενών, στους οποίους ανήκαν οι ντόπιοι και Βενετσιάνοι φεουδάρχες.
  2. Των ευγενών των γραμμάτων, από τους οποίους προέρχονταν οι συμβολαιογράφοι και οι γραμματείς.
  3. Των αρχοντόπουλων που κάλυπταν τα στρατιωτικά αξιώματα και ανήκαν στην δικαιοδοσία των ευγενών
  4. Των αγροτών ελεύθερων μικροκτηματιών και επαγγελματιών. Και
  5. Των βιλλάνων, ακτημόνων γεωργών που, από το 1299 εργάζονταν στα κτήματα των ευγενών, όχι ως δουλοπάροικοι αλλά ως έμμισθοι.

Σ’ αυτούς, προστέθηκαν οι εβραίοι που κατά κύριο λόγο έλεγχαν το εμπόριο και διέθεταν κεφάλαια για δάνεια με τόκο.

Προοδευτικά, η ίδια η μητρόπολη Βενετία λειτουργούσε ως κέντρο ομοσπονδίας με τις κτήσεις της να διοικούνται από Βενετσιάνους αλλά να λειτουργούν ως ομόσπονδα κράτη. Στα νησιά του Ιονίου, η βενετσιάνικη παρουσία έμοιαζε ασφυκτική, επειδή τα Επτάνησα λογίζονταν ως προμαχώνες, προχωρημένα φυλάκια της Γαληνοτάτης, φρουροί της εισόδου στην Αδριατική. Η Κρήτη όμως και ως τοποθεσία και ως έκταση και ως σύνθεση του πληθυσμού, λειτούργησε με διαφορετικό τρόπο. Οι εκεί Βενετσιάνοι εξελληνίζονταν. Οι φεουδάρχες ζούσαν στον κόσμο τους στην ύπαιθρο αλλά στις πόλεις οι ευγενείς ήταν λίγοι, οι αστοί περισσότεροι, ο λαός ακόμα πιο πολύς.

Οι πόλεις είχαν μετατραπεί σε μεγάλα λιμάνια που επέτρεπαν την ελεύθερη επαφή με κάθε μορφής ξένους, το άνοιγμα της κοινωνίας σε ελαστικότερα ήθη, το πάντρεμα των εθνών. Οι λίγοι Βενετσιάνοι έφερναν μαζί τους τον δυτικό τρόπο ζωής. Οι Κρητικοί που αναζητούσαν ανώτερες σπουδές στην Βενετία πήγαιναν να σπουδάσουν έχοντας τα εφόδια της εκπαίδευσης που το νησί παρείχε. Επέστρεφαν έχοντας πλουτίσει τις γνώσεις τους και με την βενετσιάνικη κουλτούρα. Αυτού του είδους οι «μορφωτικές ανταλλαγές» οδήγησαν ώστε να δημιουργηθεί τουλάχιστον ένα θέατρο στο Ηράκλειο του τελευταίου αιώνα της βενετοκρατίας. Η αγιογραφία και οργανωμένα βιβλιογραφικά εργαστήρια μαρτυρούν την ύπαρξη πολιτιστικής καλλιέργειας. Και ονόματα όπως οι Ιωσήφ Βρυέννιος, Μάρκος Μουσούρος, Μελέτιος Βλαστός, Μελέτιος Πηγάς, Κύριλλος Λούκαρις σηματοδοτούν την ύπαρξη πνευματικής υποδομής στο νησί που τους ανέδειξε.

Τα πρώτα ηρωικά τραγούδια πρέπει να αναχθούν στη μακρινή εποχή, όταν ο Νικηφόρος Φωκάς ανάκτησε για λογαριασμό της Βυζαντινής αυτοκρατορίας την Κρήτη από τους Άραβες. Ο στίχος «(η ταφόπλακα) πώς θα σκεπάσει τον αϊτό, τση γης τον αντρειωμένο» θυμίζει το έπος του Διγενή Ακρίτα. Τα πολεμικά γεγονότα μετουσιώνονταν σε δημοτικά τραγούδια αλλά τις νύχτες, στα καπηλειά, τραγουδούσαν «ο νιώτερος ζητά φιλί κι η κόρη δαχτυλίδι». Κι έπειτα οι τραγουδοποιοί ζήλεψαν τη δόξα.

Τον ΙΔ’ αιώνα, όταν άρχιζαν να κοπάζουν οι ξεσηκωμοί των φεουδαρχών στην ύπαιθρο, ο από βενετσιάνικη εξελληνισμένη οικογένεια Λεονάρδος Δελαπόρτας (περίπου 1350 – 1420) πρόσφερε τα πιο παλιά γνωστά σ’ εμάς ποιήματα στην ελληνική γλώσσα, αποτελώντας τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στη βυζαντινή και την κρητική λογοτεχνία. Ο ίδιος ήταν βίος και πολιτεία. Έμπορος, πλοίαρχος σε γαλέρα, δικηγόρος, πρεσβευτής, φυλακισμένος εξαιτίας κάποιας γυναικοδουλειάς, συνέθεσε τραγούδια όπου «ο ποιητής μιλά με την αλήθεια».

Ο δικηγόρος Σαχλίκης δεν είχε καλλιτεχνικές φιλοδοξίες ποιοτικού έργου αλλά προσπαθούσε να ντοπάρει το κέφι. Ομολογούσε πως είναι αμαρτωλός κι, έχοντας πείρα, μιλούσε για τους αμαρτωλούς και τις αμαρτωλές, ρέποντας στην κρασοκατάνυξη και τα γλέντια.

 

Η τύχη της Βουλγαρίας

Η οικογένεια των Άσαν, που ανασύστησε το βουλγαρικό κράτος το 1186 (βλ. κεφ. 2, Στην καρδιά του άγριου μεσαίωνα, «Δυτική και βλάχικη Βουλγαρία»), συνέχιζε να κυβερνά και τον ΙΓ’ αιώνα. Στο Τίρνοβο, ο Ιωάννης Άσαν Β’ διαδέχτηκε εκείνον τον Ιωαννίτση, που δολοφονήθηκε έξω από τη Θεσσαλονίκη το 1207. Συνεχίζοντας την παράδοση, που είχε εγκαινιάσει δυο αιώνες νωρίτερα ο Βασίλειος Β’ ο Βουλγαροκτόνος, ο Ιωάννης πάντρεψε την κόρη του Ελένη με τον αυτοκράτορα της Νίκαιας, Θεόδωρο Β’ Λάσκαρι, συμμάχησε μαζί του κι άνοιξαν πόλεμο με τους Φράγκους. Στα 1230, πήρε τη Μακεδονία και την Ήπειρο. Στα 1235, άλλαξε στρατόπεδο, συμμάχησε με τους Φράγκους της Κωνσταντινούπολης και τους Κουμάνους και ξεκίνησε πόλεμο εναντίον του γαμπρού του. Όμως, η γυναίκα του κι ο γιος του πέθαναν στα 1237. Ερμήνευσε τους θανάτους ως θεία τιμωρία, τα έσπασε με τους Φράγκους και συμμάχησε πάλι με τη Νίκαια. Πέθανε στα 1241.

Ο τσάρος Καλλιμάνος Α’ έχασε κάμποσα εδάφη κι από τον αυτοκράτορα της Νίκαιας αλλά κι από τους βορειοδυτικούς του γείτονες, Σέρβους, όπως κι ο επόμενος Μιχαήλ Άσαν Β’ που πρόσκαιρα κυρίευσε πόλεις της Μακεδονίας. Μια συνθήκη του 1257 έφερε την ειρήνη με τη Νίκαια. Ανανεώθηκε από τον νέο τσάρο Κωνσταντίνο Τεχ, το 1258.

Στα 1264, οι Βούλγαροι ξανάρχισαν επιδρομές στην Θράκη. Τα πράγματα ησύχασαν για τους Βουλγάρους τα επόμενα χρόνια, καθώς Ήπειρος, Μακεδονία και Θράκη γίνονταν θέατρο του αιματηρού ανταγωνισμού ανάμεσα στο δεσποτάτο της Ηπείρου και την αυτοκρατορία. Όμως, στις αρχές του ΙΔ’ αιώνα, χύθηκαν στις περιοχές τους οι επιδρομείς της μογγολικής Χρυσής Ορδής. Στα 1330 ξαναείδαν τους Βυζαντινούς να μπαίνουν στα εδάφη τους και να παίρνουν κάποιες πόλεις. Τη χρονιά εκείνη, ο ουρανός σκοτείνιαζε και στα σύνορά τους με τη Σερβία. Στην καθοριστική μάχη, οι Σέρβοι με τον συμβασιλιά ακόμα Στέφανο Ντουσάν νίκησαν, αιχμαλώτισαν τον τσάρο Μιχαήλ και τον σκότωσαν. Οι Βούλγαροι έγιναν υποτελείς της Σερβίας. Είκοσι χρόνια αργότερα, συναντήθηκαν με το πεπρωμένο τους:

Στην Κωνσταντινούπολη, τον θρόνο είχε καταλάβει ο Ιωάννης Καντακουζηνός. Ο Ιωάννης Παλαιολόγος συμμάχησε με Βούλγαρους και Σέρβους και κίνησε να πάρει την εξουσία. Ο Καντακουζηνός όμως είχε συμμάχους του το ιππικό των Οθωμανών Τούρκων του Ορχάν που μόλις είχαν αποκτήσει προγεφύρωμα στην Ευρώπη. Έξω από την Αδριανούπολη, ο βυζαντινοβουλγαροσερβικός συνασπισμός νικήθηκε κατά κράτος (1353). Η τουρκική κατάκτηση της Βουλγαρίας ξεκίνησε το 1361. Είκοσι χρόνια αργότερα, ο Τούρκος στρατηγός Μπαλαμπάν πολιορκούσε κι έπαιρνε τη Σόφια (1382). Κι ο Μουράτ Α’ (1386) διέσχισε ολόκληρη την Βουλγαρία και την κυρίευσε «καθ’ όδόν» προς τη Σερβία. Το κράτος σβήστηκε από τον χάρτη για τα επόμενα 500 χρόνια. Λίγο αργότερα, ούτε το όνομα Βουλγαρία υπήρχε πια, καθώς ολόκληρη η χώρα μεταβαπτίστηκε σε (Ανατολική και Δυτική) Ρωμυλία.

 

Η Μεγάλη Σερβία

Με καθυστέρηση κάμποσων αιώνων έφτασαν τα βυζαντινά παλατιανά «ήθη και έθιμα» στη Σερβία. Ο βασιλιάς Ούρεσης Α’ (1242 - 1276) ευνόησε την ανάπτυξη της μεταλλουργικής βιομηχανίας, άνοιξε πόλεμο με τους Βουλγάρους κι ονειρεύτηκε τον διαμελισμό της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, συμμαχώντας με τον φανατικό καθολικό και μισέλληνα βασιλιά των Δύο Σικελιών. Οι δυο τους, συνεπικουρούμενοι από Αλβανούς φυλάρχους και τον ηχηρό «σεβαστοκράτορα Νέων Πατρών» (δηλαδή τον ιδιοκτήτη της Υπάτης), κυρίευσαν κάμποσες πόλεις της Ηπείρου και της Αλβανίας (1271 - 1274). Το όνειρο, όμως, δεν πραγματοποιήθηκε. Ο Ούρεσης ανατράπηκε από τον γιο του. Ο Στέφανος Ούρεσης B’ Μιλιούτιν είναι εκείνος που εκστράτευσε ενάντια στα Σκόπια και τα πήρε (1282). Από τότε η πόλη χάθηκε οριστικά για το Βυζάντιο. Ο Σέρβος ηγεμόνας στράφηκε στις περιοχές βόρεια της Αχρίδας και τις πήρε τη μια μετά την άλλη. Ως τα μέσα του ΙΔ’ αιώνα το βασίλειο είχε ισχυροποιηθεί.

Ο βασιλιάς Μιλιούτιν είδε τον γιο του, Στέφανο, να επαναστατεί εναντίον του. Τον συνέλαβε, τον τύφλωσε και τον εξόρισε στην Κωνσταντινούπολη, να πάρει μαθήματα μηχανορραφίας. Όταν ο βασιλιάς πέθανε, ο εξόριστος επέστρεψε στα πάτρια εδάφη και πήρε το στέμμα ως Στέφανος Γ’ (1321 - 1331) με συνάρχοντα τον γιο του Στέφανο Ντουσάν. Αν και τυφλός, στα 1326 ξαναπαντρεύτηκε (με τη Μαρία Παλαιολογίνα, κόρη του διοικητή της Θεσσαλονίκης). Απόκτησαν γιο τον Συμεών Ούρεση, ετεροθαλή αδερφό του Στέφανου Ντουσάν.

Η χώρα, όμως, χρειαζόταν λιμάνια. Στα ΒΔ, οι Κροάτες είχαν από καιρό πάψει να είναι «αδέρφια», καθώς συνέδεαν τις τύχες τους με την Δύση και μάλλον τους ενοχλούσε που ανήκαν στα Βαλκάνια. Η οργάνωση του κράτους και η εδαφική διαμόρφωση της περιοχής αποθάρρυναν τους Σέρβους να στραφούν προς την Αδριατική. Αναγκαστικά, η έξοδος στη θάλασσα λεγόταν Αιγαίο.

Ο Στέφανος Ντουσάν πέρασε τα παιδικά του χρόνια στην Κωνσταντινούπολη και ζυμώθηκε με τη ζωή των Βυζαντινών. Συμβασιλιάς αρχικά και κατακτητής της Βουλγαρίας, επαναστάτης και φονιάς του πατέρα του στη συνέχεια, στέφθηκε βασιλιάς της Σερβίας (8 Σεπτέμβρη του 1331). Στα 1340, εισέβαλε στην Αλβανία και στη Μακεδονία κι απέσπασε κάμποσες περιοχές. Από το 1342, νέοι εμφύλιοι πόλεμοι σπάρασσαν τη Βυζαντινή αυτοκρατορία. Οι ανταπαιτητές του θρόνου, πότε ο ένας πότε ο άλλος, συμμαχούσαν με τον βασιλιά των Σέρβων στην προσπάθειά τους να πάρουν το στέμμα. Ο Στέφανος Ντουσάν φρόντισε να επωφεληθεί. Ολόκληρη η Μακεδονία (με εξαίρεση τη Θεσσαλονίκη και τη Χαλκιδική), η Θεσσαλία, η Ήπειρος και η Αλβανία πέρασαν στην κατοχή του. Ως τα 1350, πήρε και έχασε πολλές φορές τα Βοδενά (Έδεσσα) και την Βέροια.

Στα 1346, πραγματοποιήθηκε στα Σκόπια μεγάλη συνέλευση μητροπολιτών από τις περιοχές που είχαν περιέλθει στη Σερβία και μοναχών από το Άγιο Όρος. Η σύνοδος επικύρωσε την ίδρυση νέας αυτοκρατορίας και αναβάθμισε σε πατριάρχη τον επικεφαλής της σερβικής Εκκλησίας. Ανήμερα το Πάσχα, 16 Απρίλη του 1346, ο Σέρβος, πατριάρχης πια, Ιωαννίκιος και ο Βούλγαρος ομόλογός του (από το Τιρνοβο) Συμεών έστεψαν τον Στέφανο Ντουσάν «αυτοκράτορα Σέρβων και Ρωμαίων (Ελλήνων)». Ένα χρόνο αργότερα (1347), ο αυτοκράτορας επισκέφτηκε το Άγιο Όρος σκορπίζοντας πολλά χρήματα στα μοναστήρια, με πρώτη προτίμηση τη σερβική μονή Χιλανδαρίου. Το βυζαντινό μοντέλο κράτους, όμως, που ο Στέφανος Ντουσάν αντέγραφε, δημιούργησε και στη Σερβία την δυσφορία των χωρικών. Με την προτροπή των βογόμιλων, οι εξεγέρσεις εναντίον της φεουδαρχίας απλώθηκαν παντού. Ο αυτοκράτορας επανέφερε την τάξη με συνοπτικές διαδικασίες και συγκάλεσε στα Σκόπια νέα συνέλευση (1349), αυτή την φορά λαϊκή, με συμμετοχή των πιο μεγάλων φεουδαρχών του κράτους. Η κατάληξη ήταν να «ψηφιστεί» νέος αγροτικός κώδικας. Ανάμεσα στα άλλα, πρόβλεπε και τρομερές ποινές στους χωρικούς που θα καταδικάζονταν για ενέργειες εναντίον των αφεντών. Λίγο πριν να πεθάνει, η αυτοκρατορία του απλωνόταν από το Βελιγράδι ως την Άρτα κι από τις Δαλματικές ακτές ως τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία (πλην Θεσσαλονίκης) με όριο τον ποταμό Νέστο. Στα 1353, ήταν κι ο στρατός του ανάμεσα στους συμμάχους, που γνώρισαν την ήττα από το τουρκικό ιππικό του Ορχάν, στην πεδιάδα έξω από την Αδριανούπολη.

 

Διάλυση της Μεγάλης Σερβίας

Ο Στέφανος Ντουσάν πέθανε το 1355 και μαζί του έσβησε το μεσαιωνικό όραμα της Μεγάλης Σερβίας. Την ίδια χρονιά, οι Σέρβοι διώχτηκαν από την Ήπειρο, ενώ στον θρόνο της «αυτοκρατορίας» ανέβηκε ο γιος του Ντουσάν, ο Ούρεσης Β’ (1356 - 1371). Εξακολούθησε να φέρει τον τίτλο του «αυτοκράτορα Σέρβων και Ρωμαίων (Ελλήνων)» αλλά έχασε την Βουλγαρία και κομμάτια της Μακεδονίας, ενώ οι Σέρρες έμειναν στην χήρα μάνα του, Ελένη, που ηγεμόνευσε εκεί άλλα δέκα χρόνια (ως το 1365), φροντίζοντας να περνά ήσυχα. Την χρονιά εκείνη (κατ’ άλλους το 1363) ο Τούρκος εμίρης Μουράτ πήρε την περιοχή της μαζί με τη Φιλιππούπολη. Ουσιαστικά, η «αυτοκρατορία» κατόρθωσε να ζήσει λιγότερο από είκοσι χρόνια.

Ο κυριότερος μπελάς για τον Ούρεση Β’ ήταν ο θείος του, Συμεών Ούρεσης, ετεροθαλής αδερφός του Στέφανου Ντουσάν, που είχε διοριστεί τοπάρχης της Θεσσαλίας και κομματιών της Ηπείρου. Δεν αναγνώρισε τον ανιψιό του, αυτοαναγορεύτηκε αυτοκράτορας (κι αυτός 1355 - 1371) κι όρισε πρωτεύουσά του τα Τρίκαλα. Τότε άρχισαν να χτίζονται τα μοναστήρια στα Μετέωρα. Το μόνο που κατάφερε, ήταν να χάσει την Ήπειρο και κάποια στιγμή να παραιτηθεί από τις αξιώσεις του στον θρόνο της αυτοκρατορίας. Στα 1371, οι Τούρκοι έδιωξαν τους Σέρβους από τη Μακεδονία, την οποία και πρόσφεραν στη Βυζαντινή αυτοκρατορία. Οι Τούρκοι προχώρησαν και κυρίευσαν τη Νότια Σερβία για λογαριασμό τους, ενώ, στα βόρεια, οι Ούγγροι έπαιρναν κι άλλα σερβικά κομμάτια. Την ίδια χρονιά (1371) πέθαναν ο Ούρεσης Β’ κι ο Συμεών Ούρεσης. Ο γιος του δεύτερου, Ιωάννης, προτίμησε να παραιτηθεί από τα εγκόσμια: Έκτισε το μοναστήρι Πλατυλίθου στα βράχια των Μετεώρων, πήρε το όνομα Ιωάσαφ και γιορτάζεται ως άγιος κάθε 20 του Απρίλη. Η Σερβία διαλύθηκε σε πολλά μικρά κράτη.

Με τον θάνατο του Ντουσάν (1355), στα Σκόπια, τοπικός βασιλιάς έγινε ο Βουκάσιν. Ως το 1365. Από το 1392, η περιοχή πέρασε στην κυριαρχία των Οθωμανών. Με εξαίρεση την χρονιά 1689 – 1670 που βρέθηκε κάτω από αυστριακή κατοχή, έμεινε τουρκική ως τα 1912. Η πόλη πια λεγόταν Ουσκούπ. Ανήκε στο Βιλαέτι του Μοναστηρίου.

 

Η μάχη του Κοσσυφοπεδίου

Οι Τούρκοι του Μουράτ, που το 1386 κατακτούσαν τη Βουλγαρία, στα 1387 φάνηκαν στα ανατολικά της Σερβίας. Μπήκαν στη Βοσνία, όπου ο στρατηγός Βλάτκο Βούκοβιτς τους τσάκισε και τους εξανάγκασε να γυρίσουν πίσω. Τα νέα μάλλον δεν άρεσαν στον Μουράτ Α’, που άρχισε να μαζεύει στρατό από μωαμεθανούς Τούρκους αλλά και χριστιανούς της Αλβανίας, της Ηπείρου και της Θεσσαλίας. Μαζί του έσπευσε κι ο τότε δεσπότης Μακεδονίας, Κωνσταντίνος Δραγάσης. Το ασκέρι μπήκε στη Σερβία, στα 1388, από τα νότια. Στην αντίπερα όχθη, τους περίμεναν συνασπισμένοι ο ηγεμόνας (κνιάζ) Σερβίας Λάζαρος, ο χωροδεσπότης Βουκ Μπράνκοβιτς κι ο στρατός του βασιλιά της Βοσνίας Στέφανου Τβάρδκου.

Η μεγάλη μάχη δόθηκε στις 15 Ιουνίου του 1389, στο Κοσσυφοπέδιο. Ένας Σέρβος πατριώτης, ο Μίλος Όμπιλιτς, μπήκε στο στρατόπεδο των Τούρκων, ξέφυγε από την προσοχή των φρουρών, χώθηκε στη σκηνή του Μουράτ Α’ και τον σκότωσε. Ο γιος του νεκρού, ο Βαγιαζήτ, πήρε το σκήπτρο επιτόπου, νίκησε τις σερβοβοσνιακές δυνάμεις, αιχμαλώτισε τον κνιαζ Λάζαρο και τον αποκεφάλισε πλάι στο πτώμα του πατέρα του. Μετά, έσπευσε να γυρίσει στην πρωτεύουσά του για να ξεκαθαρίσει με τους ανταπαιτητές της εξουσίας. Για τη Σερβία, ο τουρκικός κίνδυνος απομακρύνθηκε προσωρινά αλλά ήδη είχε ξεφυτρώσει ο ουγγρικός, στα βόρεια. Πότε οι Ούγγροι, πότε οι Τούρκοι, ανάγκαζαν τους Σέρβους να τους ακολουθούν στις μεταξύ τους μάχες. Η οριστική υποταγή των Σέρβων στους Τούρκους επήλθε στα 1458, επί Λάζαρου Μπράνκοβιτς. Στα 1459, φύλλο δεν κουνιόταν στη Σερβία. Απέμενε ελεύθερη η περιοχή της Ζέτας που επρόκειτο να μετεξελιχθεί (1516) στην ηγεμονία του Μαυροβουνίου.

 

Η τύχη των Βοσνίων

Ο βαν Νίνοσλαβ (1232 – 1250) προσχώρησε στον βογομιλισμό, έγινε κήρυκάς του κι αντέταξε σθεναρή αντίσταση τόσο στον πάπα Γρηγόριο Θ’ όσο και στις σταυροφορίες των Ούγγρων που εισέβαλαν στην Βοσνία με αρχηγό τον Καλομάν, «δούκα της Κροατίας». Η εισβολή Τατάρων στην Ουγγαρία απάλλαξε τους Βόσνιους από την ουγγρική ενόχληση. Η Εκκλησία της Βοσνίας ιδρύθηκε στη βάση της αίρεσης των Βογόμιλων, ενώ οι βαν φρόντισαν να επεκτείνουν την κυριαρχία τους ως την παραλία της Αδριατικής, φτάνοντας ως το Σπλιτ (σήμερα, πόλη της Κροατίας).

Στα 1351, βαν της Βοσνίας αναδείχθηκε ο Στέφανος Τβέρτκο. Πρόσφερε την βοήθειά του στον ηγεμόνα (κνιάζ) της Σερβίας, Λάζαρο, και εισέπραξε εδάφη ως αμοιβή. Οι Ούγγροι βρίσκονταν σε αδυναμία και οι Βενετσιάνοι προσφέρονταν να βοηθήσουν. Ο Τβέρτκο άπλωσε την κυριαρχία του σε όλη την ακτή της Αδριατικής, από το Φιούμε (Ριέκα των Κροατών), στον μυχό του κόλπου, ως το Κότορ (στα όρια του σημερινού Μαυροβούνιου). Έγινε βασιλιάς της Βοσνίας, Τβέρτκο Α’ (1376). Στα 1378, παντρεύτηκε την κόρη του τελευταίου τσάρου της Βουλγαρίας. Μετείχε στη μάχη του Κοσσυφοπεδίου και πρόλαβε να γίνει βασιλιάς και της Σερβίας, πριν να πεθάνει, το 1391.

Ο θάνατός του έδωσε το έναυσμα της αποσκίρτησης των φεουδαρχών, ενώ ο βασιλιάς της Ουγγαρίας, Σιγισμούνδος, έσπευσε να κυριεύσει την Κροατία και την Δαλματία, καθώς από τα ανατολικά εισέβαλαν οι Τούρκοι. Η περιοχή της Βοσνίας έγινε μήλο της έριδας ανάμεσα στους Οθωμανούς και τους Ούγγρους. Οι ηρωικές εκστρατείες του Ούγγρου Ιωάννη Ουνιάδη μετέφεραν τις συγκρούσεις έξω από την Βοσνία που ανέπνευσε. Ο βασιλιάς Θωμάς Όστογιτς (Στέφανος Στ’, 1444 – 1461) απαρνήθηκε τον βογομιλισμό προκειμένου να πετύχει την βοήθεια του πάπα και να αποφύγει την υποταγή στους Οθωμανούς. Το μόνο που κατάφερε, ήταν να στρέψει ενάντιά του τον φανατικό Βογόμιλο πεθερό του, Στέφανο Βούκτσιτς, που είχε εξασφαλίσει από τον βασιλιά της Γερμανίας, Φρειδερίκο Γ’, τον τίτλο του δούκα.

Ήταν το 1448 όταν ο Στέφανος Βούκτσιτς αυτοανακηρύχθηκε δούκας της επικράτειας που έγινε γνωστή ως Ερζεγοβίνη (Herzog γερμανικά, Ερζεγοβίνα σλαβικά, σημαίνει δουκάτο). Η διαμάχη ανάμεσα σε πεθερό και γαμπρό έληξε με συμβιβασμό αλλά για την Βοσνία ήταν αργά. Ο Ουνιάδης πέθανε το 1453, χρονιά που η Κωνσταντινούπολη έπεσε στους Τούρκους. Ο πάπας δεν μπορούσε να βοηθήσει, η Ουγγαρία δεν ήθελε και η Κροατία ήταν εχθρική. Ο Όστογιτς πέθανε το 1461. Ο διάδοχός του, Στέφανος Ζ’ Τομάσεβιτς, πρόλαβε να βασιλεύσει δυο χρόνια. Ο Μωάμεθ Β’ ο Πορθητής εισέβαλε στη Βοσνία, κυρίευσε κάστρα το ένα μετά το άλλο, αιχμαλώτισε τον Στέφανο Ζ’ και τον αποκεφάλισε. Η Ερζεγοβίνη έγινε φόρου υποτελής (1463). Τα μόλις 15 χρόνια που υπήρξε το δουκάτο της Ερζεγοβίνης, άρκεσαν για να ξεχωρίσει από την υπόλοιπη Βοσνία. Η οποία αντιστάθηκε ως το 1483, οπότε και οριστικά υπέκυψε στους Οθωμανούς. Δημιουργήθηκε η επαρχία της Βοσνίας, στην οποία εντάχθηκε η Ερζεγοβίνη με το όνομα Ερτζέκ. Προκειμένου να κρατήσει την εξουσία στην περιοχή αυτή, ο δούκας Στέφανος Βούκτσιτς, λησμόνησε τον βογομιλισμό, εξισλαμίστηκε και πήρε το όνομα Αχμέτ Ερζέγοβιτς.

Οι Ούγγροι κατείχαν ακόμα δυο βοσνιακές επαρχίες, την Γιάιτσε και την Σρμπρενίτσα. Τις οργάνωσαν σε βανάτο με τον τίτλο «Βασίλειο της Βοσνίας». Το νέο βασίλειο έζησε περίπου σαράντα χρόνια. Στα 1526, στη μάχη του Μόχατς, οι Ούγγροι έπαθαν πανωλεθρία από τους Τούρκους. Το «βασίλειο» υποτάχθηκε στην Οθωμανική αυτοκρατορία.

 

Η τύχη των Αλβανών

Καθώς η Μεγάλη Σερβία του Ντουσάν διαλυόταν, κάποιοι αρχηγοί φυλών στην Αλβανία προσπαθούσαν να στήσουν τα δικά τους αυτόνομα κράτη. Ήδη, από το 1183, οι αδερφοί Γκίνη (Μπούα Σπάτα) και Πρόγονοι έλεγχαν αυτόνομες περιοχές. Στα μέσα του ΙΔ’ αιώνα, οι αδερφοί Μπάλτσικι (Βάλσιοι των Βυζαντινών) στα βόρεια, οι Θόρπια στα κεντρικά, οι Δουκαγίνοι και οι Βυζαντινοί Καστριώτες δημιουργούσαν κρατίδια. Στον Νότο, Αλβανοί επαναστάτες έδωσαν καθοριστική μάχη, νίκησαν και σκότωσαν (1358) τον γιο της Άννας Παλαιολογίνας, Νικηφόρο Β’, που προσπαθούσε να ανασυστήσει το δεσποτάτο της Ηπείρου. Στα 1360, τα κράτη των Μπάλτσικι και των Θόρπια ήταν γεγονός. Η δημιουργία τους, όμως, προϋπέθετε την επιβολή στους γείτονες και την όξυνση των περιστατικών που οδηγούσαν στην πιο εύκολη στα μέρη εκείνα επίλυση των διαφορών: την βεντέτα. Οι νικημένοι Αλβανοί Γκέγκηδες του Βορρά κι όσοι έφευγαν για να γλιτώσουν το ξεκλήρισμα, άρχισαν να μεταναστεύουν ομαδικά στην Ιταλική χερσόνησο, ακολουθώντας τον δρόμο των προγόνων τους που έφυγαν εξαιτίας των αλλεπάλληλων λεηλασιών και μαχών με τους ποικιλώνυμους επιδρομείς και αναζήτησαν εκεί καλύτερη τύχη. Οι αντίστοιχοι Τόσκηδες του Νότου ακολούθησαν την πορεία των βοσκών προς τα μέρη της Ηπείρου και της Νότιας Ελλάδας. Οι πρώτες βεβαιωμένες ομαδικές μεταναστεύσεις αναφέρονται στα 1315.

Στα 1385, πάντως, τα κρατίδια της Αλβανίας ήταν όχι μόνο υπαρκτά αλλ’ απολάμβαναν και την εμπιστοσύνη των γειτόνων:

Η κόρη του Συμεών Ούρεση (του ετεροθαλή αδερφού του Ντουσάν, που είχε κάνει πρωτεύουσά του τα Τρίκαλα), Μαρία, ήταν παντρεμένη με έναν Σέρβο που είχε εγκατασταθεί στα Γιάννενα και διοικούσε τυραννικά την Ήπειρο. Οι Ηπειρώτες δεν τον άντεχαν άλλο. Στα 1385, κάλεσαν τους Αλβανούς που έσπευσαν να τους απαλλάξουν από τον μπελά. Το θέμα έληξε με πιο απλό τρόπο: Η Μαρία δολοφόνησε τον άντρα της και συνέχισε να κυβερνά ως δέσποινα. Ο γιός της, Ησαύ, παντρεύτηκε μιαν Αλβανίδα από την οικογένεια των Σπάτα. Στα 1398, απέκρουσε μια τουρκική επίθεση, ένιωσε δυνατός κι εκστράτευσε ενάντια σε ένα από τα αλβανικά κρατίδια. Νικήθηκε, αιχμαλωτίστηκε, εξαγόρασε την ελευθερία του κι έμεινε ηγεμόνας στα Γιάννενα ως περίπου το 1412, όταν οι Αλβανοί πήραν την πόλη.

Η κατάσταση στην Αλβανία, αρχές του ΙΕ’ αιώνα, έμοιαζε με της Σερβίας των Ζουπάνων του Θ’ και Ι’ αιώνα. Μόνο που το Δυρράχιο ανήκε στους Βενετούς (από το 1392). Τον ίδιο καιρό, ο φύλαρχος της Κρούα (Κρόια των Βυζαντινών), περιοχής στα βόρεια των Τιράνων, Ιωάννης Καστριώτης, παντρευόταν μια Σερβίδα κι έβαζε γερά τα θεμέλια του δικού του κράτους. Οι Τούρκοι φάνηκαν στα σύνορά του το 1423. Στη μάχη που ακολούθησε, νίκησαν οι στρατηγοί του Μουράτ Β’ κι ο Ιωάννης Καστριώτης υποσχέθηκε υπακοή στον σουλτάνο. Ως εγγύηση, παρέδωσε ομήρους τους τέσσερις γιους του. Μόνο για τον έναν από αυτούς έχουμε ασφαλείς πληροφορίες.

Ο Γεώργιος Καστριώτης, γιος Έλληνα και Σερβίδας, με βαθιά αλβανική εθνική συνείδηση, ορθόδοξος χριστιανός, βρέθηκε στην αυλή του Μουράτ στα 18 του χρόνια. Όμορφος, θαρραλέος και παιδικός φίλος του Μωάμεθ, του κατοπινού Πορθητή, σπούδασε με τον Οθωμανό διάδοχο κι έκανε μεγάλη εντύπωση στον Μουράτ Β’ που διάβαζε Ιστορία. Τον ονόμασε Ισκεντέρ μπέη (Αλέξανδρο, αριστοκράτη υποτελή) και τον μύησε στον μωαμεθανισμό. Ο Γεώργιος Καστριώτης Ισκεντέρ μπέης ή Σκερντέμπεης έμεινε στο τουρκικό περιβάλλον ως τα 38 του χρόνια. Ήταν το 1443, όταν το έσκασε και γύρισε στην Κρούα. Ξανάγινε χριστιανός, οργάνωσε την άμυνά του και, με τους επικούς αγώνες του ενάντια στους Τούρκους, έγινε ο εθνικός ήρωας των Αλβανών. Ήταν σύμμαχος του Ουνυάδη των Ούγγρων, που νικήθηκε το 1448 από τους Τούρκους, στο Κοσσυφοπέδιο πάλι, μετά από τριήμερη μάχη, αλλά τα θρυλικά κατορθώματά του έμειναν στην Ιστορία: Αυτόν οι Τούρκοι ποτέ δεν μπόρεσαν να τον νικήσουν. Ήταν το 1450, όταν ο Μουράτ Β’ πολιόρκησε και προσπάθησε να πάρει την Κρούα. Απέτυχε κι εγκατέλειψε την προσπάθεια. Δέκα χρόνια αργότερα, την χρονιά που έπεφτε ο Μοριάς, ο στρατός του Μωάμεθ Β’ (του Πορθητή) πολιόρκησε πάλι την πόλη. Μάταια κι αυτή τη φορά, όπως και στα 1468, που ξαναπροσπάθησε. Την χρονιά αυτή, ο Σκεντέρμπεης πέθανε, στα 63 του. Μετά από έξι χρόνια, ο γιος του πούλησε την περιοχή στους Βενετούς (1474) κι αυτοί στους Τούρκους (1478), που πια κατείχαν ολόκληρη την Αλβανία, εκτός από το Δυρράχιο. Θα το έπαιρναν στα 1501.

Η χώρα οργανώθηκε σε τέσσερα σαντζάκια (περιφερειακά διαμερίσματα), δέχτηκε εβραίους πρόσφυγες από την Ισπανία (ίδρυσαν δική τους κοινότητα) και είδε να ανθεί το εμπόριο, ενώ ο Αυλώνας εξελίχθηκε σε μεγάλο εμπορικό λιμάνι.

 

Οι Αρβανίτες

Όταν η Άννα Κομνηνή (γεννήθηκε το 1083) κλείστηκε σε μοναστήρι καθώς απέτυχε να ανατρέψει τον αυτοκράτορα αδερφό της, έγραψε την «Αλεξιάδα», μια απομίμηση της Ιλιάδας στα μέτρα του μπαμπά της, Αλέξιου Κομνηνού. Στο κείμενο αυτό γίνεται η πιο παλιά αναφορά, που εμείς γνωρίζουμε, στο όνομα Αρβανίτης. Περιγράφεται ως αλβανικής καταγωγής κάτοικος της αυτοκρατορίας που μιλά μη ελληνική γλώσσα. Ως τον ΙΓ’ αιώνα, οι Αρβανίτες ζούσαν νομαδικά ως βοσκοί και κτηνοτρόφοι σε πρόσκαιρους οικισμούς στην Ήπειρο και στην Θεσσαλία. Ήταν Τόσκηδες που κατέβαιναν να ξεχειμωνιάσουν και δεν ξαναγύριζαν στις ταραγμένες από τους πολέμους πατρίδες τους. Οι πρώτοι μόνιμοι οικισμοί αναφέρονται στη Θεσσαλία το 1315. Στα 1320, είχαν πλημμυρίσει την πεδιάδα εκτός από τις περιοχές, όπου υπήρχαν κάστρα που κατείχαν Καταλανοί και Βυζαντινοί. Ζούσαν σε φάρες (πατριές). Όταν πια η Θεσσαλία δεν τους χωρούσε, άρχισαν να κατεβαίνουν προς την Φθιώτιδα. Οι τόποι ήταν ρημαγμένοι από τους αδιάκοπους πολέμους και οι Αλβανοί άποικοι απλά έστηναν τα σπιτικά τους σε ερημωμένες περιοχές. Η προκοπή τους έγινε αιτία να διαδοθεί πως ήταν και πολύ καλοί γεωργοί.

Αναφέρθηκε ήδη ότι ο δεσπότης (1348 - 1380) του Μιστρά, Μανουήλ Καντακουζηνός, έχοντας ανάγκη από εργατικά χέρια στην επίσης έρημη Πελοπόννησο, προσκάλεσε 10.000 Αλβανούς να την εποικίσουν. Κι ότι ο επίσης δεσπότης (1383 - 1407) του Μιστρά, Θεόδωρος Α’, κάλεσε άλλες 10.000 οικογένειες Αλβανών καθώς οι προηγούμενοι δεν επαρκούσαν.

Ο γενικός επίτροπος των δουκάτων της Ανατολικής Στερεάς, Φίλιππος Νταλμό, διακήρυξε πως, όποιος ήθελε να καταλάβει εγκαταλειμμένη γη στα εδάφη του, θα είχε για δυο χρόνια «προνόμιο ασυδοσίας» (απαλλαγή από κάθε είδους φορολογία). Πολλοί έσπευσαν, οι περισσότεροι Αλβανοί. Στα 1380, μεγάλα τμήματα του αλβανικού λαού μετακινήθηκαν νότια με αρχηγούς τον (Γκίνη) Πέτρο Μπούα Σπάτα και τον Πέτρο Λιόσια. Έφτασαν ως την Αττική και την Βοιωτία. Νέο ρεύμα Αλβανών μεταναστών έφτασε στην Αττική το 1402.

Κάποια στιγμή, οι Αλβανοί είχαν κατακλύσει τις περιοχές Αττικής, Μεγαρίδας, Άνδρου, Νότιας Εύβοιας, Ύδρας, Σπετσών, Σαλαμίνας, Αίγινας, Αργολιδοκορινθίας, Ανατολικής Αχαΐας, Βόρειας Αρκαδίας, Βόρειας Καρύταινας, Πύλου, Κορώνης, Ταϋγέτου και Κάβο Μαλιά (Βάτικα), όπως γράφει ο Σπυρίδων Λάμπρου.

Μέσα σε ελάχιστα χρόνια, οι Αλβανοί μετανάστες είχαν γίνει «Αρβανίτες»: Χριστιανοί που μιλούσαν ιδίωμα αλβανικό κι ένιωθαν υπερήφανοι υπήκοοι της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και Έλληνες. Άλλωστε, δεν έμειναν όλοι εργάτες. Κάποιοι, μη βρίσκοντας δουλειά παρά την πρόσκληση και τα έρημα εδάφη, έγιναν ληστές. Κάποιοι άλλοι πρόκοψαν. Στα τέλη του ΙΔ’ αιώνα, ο γιος του Πέτρου, Ιωάννης Σπάτας, αναγορεύτηκε ηγεμόνας στην περιοχή της Αιτωλίας, γύρω από το Αγγελόκαστρο και την ομώνυμη λίμνη (παλιά Λυσιμάχια). Έδιωξε τους Ανδεγαυούς αποίκους, κυρίευσε την Άρτα και τη Ναύπακτο και απλώθηκε σε ολόκληρη την Αιτωλοακαρνανία. Το κράτος άντεξε στις τουρκικές επιδρομές ως τα 1450. Το φρούριο της Ναυπάκτου ως το 1499.

Άλλοι Αρβανίτες αντιστάθηκαν τόσο σθεναρά, όταν οι Τούρκοι εισέβαλαν στη Βόρεια Πελοπόννησο (1423), ώστε ο στρατηγός τους, Τουραχάν, πριν να αποχωρήσει, έβαλε κι έφτιαξαν μια πυραμίδα με 800 αρβανίτικα κεφάλια. Αλλά και μετά την πτώση της Πελοποννήσου δεν υπέκυψαν. Στα 1463, η Βενετία πολεμούσε την Οθωμανική αυτοκρατορία και κάλεσε τους Έλληνες να επαναστατήσουν. Ξεσηκώθηκαν Μανιάτες, Λακεδαιμόνιοι και Αρκάδες, Έλληνες (με αρχηγό τον Μιχαήλ Ράλλη) και Αρβανίτες (με αρχηγό τον Πέτρο Μπούα). Κράτησαν ως το 1468, όταν οι δυτικοί σύμμαχοι τους εγκατέλειψαν. Η αρβανίτικη φρουρά που υπεράσπιζε το Άργος σφάχτηκε από τους Τούρκους, ενώ ο Ράλλης βρήκε φριχτό θάνατο με παλούκωμα.

Οι Βλάχοι

Η περιοχή της αρχαίας Δακίας (περίπου στα όρια της σημερινής Ρουμανίας) βρίσκεται πάνω στον φυσικό δρόμο όλων των μεταναστών από τα ανατολικά και γνώρισε την κατοχή και τις επιδρομές και εκείνων που πέρασαν τον Δούναβη και εκείνων που δεν έκαναν τέτοιον κόπο. Ως τον μεσαίωνα, ελάχιστοι από τους κατοίκους της ένιωθαν Δάκες. Η παλιά τους γλώσσα, ανάμικτη με τα λατινικά των Ρωμαίων, την ουγγρική και την αρχαία σλοβενική των Σλάβων, μετατράπηκε σε αυτό που σήμερα ονομάζουμε ρουμανική γλώσσα. Εκείνοι που τη μιλούσαν στην διάρκεια του μεσαίωνα, ονομάστηκαν Βολόκ (Volock) από τους Σλάβους ή, ελληνικά, Βολόχοι, που σημαίνει «Λατινόφωνοι». Με τον καιρό, ο «Βολόχος» έγινε Βλάχος. Βλάχος ο «Λατινόφωνος» κάτοικος της Δακίας, «Βλάχος» και ο «Λατινόφωνος» Έλληνας της π.χ. Θεσσαλίας, καθώς, πριν να καταντήσει η λέξη να σημαίνει «φυλή», προσδιόριζε το άτομο που μιλούσε συγκεκριμένη γλώσσα

Η Άννα Κομνηνή τους αναφέρει κι αυτούς ρητά στην Αλεξιάδα της. Όπως και οι Αρβανίτες, έτσι κι οι Βλάχοι ξεκίνησαν να κατεβαίνουν νότια ως βοσκοί και κτηνοτρόφοι στην αρχή. Στη συνέχεια, κύματα μεταναστών έφτασαν ως και την Πελοπόννησο, σε πολλά σημεία πριν να εμφανιστούν οι Αρβανίτες. Τις περιοχές, όπου εγκαταστάθηκαν και πλειοψηφούσαν ως πληθυσμός, τις είπαν Βλαχίες. Τον ΙΑ’ αιώνα, η Θεσσαλία ονομαζόταν Μεγάλη Βλαχία. Τον ΙΒ’ αιώνα ιδρύθηκε κράτος των Βλάχων στην περιοχή ανάμεσα στον Δούναβη και στον Αίμο, η μετέπειτα Βουλγαρία των Άσαν. Τον ΙΓ’ αιώνα δημιουργήθηκε η ηγεμονία της Βλαχίας, βόρεια του Δούναβη. Η περιοχή στα ΒΔ της ονομάστηκε Μολδαβία (ρουμανικά Μόλνταβα) από τον ποταμό Μολντάβα και οι εκεί Βλάχοι βρίσκονταν κάτω από την κυριαρχία των Τατάρων. Με τη βοήθεια των Ούγγρων, επαναστάτησαν στα 1343 αλλά αναγκάστηκαν να αναγνωρίσουν ότι ήταν υποτελείς του ηγεμόνα των συμμάχων τους. Στα 1349, ο βοεβόδας Μπογκτάν (Μπογδάν) έδιωξε τους Ούγγρους, απέκτησε αυτονομία και η περιοχή, από τότε, λέγεται και Μπογδανία.

Τα ίδια χρόνια, οι Βλάχοι μετανάστες είχαν απλωθεί στις Μακεδονία, Θράκη, Ήπειρο, Θεσσαλία, Πελοπόννησο και ζούσαν σε πατριές (στρούγκες). Ο θεσμός επέζησε ως τις αρχές του Κ’ αιώνα. Έγιναν ορθόδοξοι χριστιανοί, όπως και εκείνοι της Βλαχίας και της Μολδαβίας που ασπάστηκαν την Ορθοδοξία κι αντιστάθηκαν ακόμα και βίαια στην προσπάθεια του πάπα να τους περάσει στην Καθολική Εκκλησία. Κι όταν ο διάδοχος του Μπογδάν αποπειράθηκε να τους προσηλυτίσει στον καθολικισμό με τη βία, ανατράπηκε, ενώ στη Μολδαβία ιδρύθηκε αρχιεπισκοπή προσαρτημένη στο πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης.

Στα 1396, η Βλαχία έγινε φόρου υποτελής στους Τούρκους αυτόνομη ηγεμονία, ενώ, τέσσερα χρόνια αργότερα (1400), ο ηγεμόνας της, Μίρτσεα, ανέβασε τον εγγονό του, Μούσα, στον θρόνο της Μολδαβίας με το όνομα Αλέξανδρος Α’. Η Βλαχία συνέχισε να ζει ως τον ΙΘ’ αιώνα ως αυτόνομη ηγεμονία κάτω από την επικυριαρχία των Τούρκων, ενώ η Μολδαβία πολέμησε σκληρά ενάντια στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Ο Μπογκτάν Γ’ (1504 - 1517) ήταν ο τελευταίος ανεξάρτητος ηγεμόνας της. Η Μολδαβία ακολούθησε την τύχη της Βλαχίας.

 

Οι Τούρκοι

Νομάδες στο Ανατολικό Τουρκεστάν της Ασίας ήταν αρχικά οι Τούρκοι. Ανήκαν στην τουρανική φυλή και αποτελούσαν κλάδο της ουραλοαλταϊκής οικογένειας. Με αρχηγό τους τον Σελτζούκ, γύρω στα 960, εξόρμησαν δυτικά κι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Μπουχάρα, στο σημερινό Ουζμπεκιστάν, όπου εξισλαμίστηκαν. Με οδηγό τον Αρπ Ασλάν, ξεχύθηκαν δυτικά, νίκησαν κι αιχμαλώτισαν (1071, Ματζικέρτ) τον βυζαντινό αυτοκράτορα Ρωμανό Διογένη κι εγκαταστάθηκαν στην Ανατολική Μ. Ασία, ενώ, δέκα χρόνια αργότερα, πήραν και τη Νίκαια. Το 1096 την έχασαν. Έκαναν πρωτεύουσά τους το Ικόνιο. Οι επόμενοι δύο αιώνες κύλησαν με τους Τούρκους και τους Βυζαντινούς να ανταγωνίζονται σε αιματηρές μάχες για την κατοχή της Μ. Ασίας. Η εισβολή των Μογγόλων έφερε τη διάλυση του σελτζουκικού κράτους (1300) και ο ηγεμόνας Οσμάν ή Οθμάν Α’ (1259 - 1326) αυτονομήθηκε στην Βιθυνία. Στα 1301, οι Τούρκοι του Οσμάν νίκησαν τους Βυζαντινούς στη μάχη του Βαφαίου και, ουσιαστικά, δημιούργησαν αυτόνομο κράτος. Όταν ο Οσμάν πέθανε, το κραταιό Οθωμανικό κράτος ήταν γεγονός. Την ίδια χρονιά (1326), η πρωτεύουσά του μεταφερόταν στην κυριευμένη Προύσα. Στα 1328, ο νέος σουλτάνος Ορχάν (1326 - 1362) πήρε τη Νικομήδεια στη ΒΔ άκρη της Μ. Ασίας.

Το επόμενο βήμα ήταν και το αποφασιστικό: Στα 1353, οι Τούρκοι έκαναν απόβαση στην αντίπερα ακτή του Ελλησπόντου, από τη μεριά της Θράκης, και πήραν το φρούριο Τζύμπη, βάζοντας πόδι για πρώτη φορά στην Ευρώπη. Στον θρόνο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, την εποχή εκείνη, καθόταν ο Ιωάννης Καντακουζηνός, ενώ το σκήπτρο διεκδικούσε ο Μιχαήλ Παλαιολόγος που ερχόταν με στρατό οπαδών αλλά και συμμάχων Σέρβων και Βουλγάρων ιππέων. Ο Καντακουζηνός ζήτησε τη συνδρομή των Τούρκων. Εκείνοι προχώρησαν προς την Αδριανούπολη. Στη μάχη που ακολούθησε, οι συνασπισμένοι Σέρβοι, Βούλγαροι και Βυζαντινοί γνώρισαν την πρώτη ήττα από τους Τούρκους. Τον επόμενο χρόνο, οι νέοι εισβολείς έπαιρναν και τείχιζαν την Καλλίπολη, στην έξοδο του Ελλησπόντου προς τη μεριά της Προποντίδας. Το προγεφύρωμα στην Ευρώπη σταθεροποιήθηκε. Τα επόμενα οκτώ χρόνια, ο Ορχάν είχε στραμμένο το βλέμμα στην Ανατολή και στη σταθεροποίηση του κράτους του. Ο διάδοχός του, Μουράτ Α’ (1362 - 1389), ασχολήθηκε αρχικά με το να απλωθεί σε όλη την μικρασιατική επικράτεια του άλλοτε κράτους των Σελτζούκων. Τέλειωσε μέσα σε ένα χρόνο.

Η τουρκική καταιγίδα ξέσπασε στα 1363. Ο Μουράτ και οι στρατηγοί του Εβρενός και Λαλασαχίν πήραν Τυρολόη, Πύργο, Διδυμότειχο, Φιλιππούπολη κι ένα σωρό κάστρα στην Θράκη και στη Μακεδονία. Πήραν και την Αδριανούπολη που τη μετέτρεψαν σε νέα πρωτεύουσα τους. Ξαφνικά, μια τανάλια περιέσφιγγε την άλλοτε ασφαλή πρωτεύουσα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. «Οι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης ζουν σαν σε φυλακή ή σαν ζώα σε κλουβί», αναφωνούσε τρία χρόνια αργότερα ο Δημήτριος Κυδώνης. Στα 1368, οι Σέρβοι πρότειναν στους Βυζαντινούς κοινό μέτωπο εναντίον των Τούρκων. Ο αυτοκράτορας Ιωάννης Ε’ Παλαιολόγος προτίμησε να στραφεί στην Δύση και προσέφυγε στον πάπα ως ικέτης. Έγινε καθολικός, δανείστηκε χρήματα από Βενετσιάνους τραπεζίτες κι άρχισε να περιπλανιέται ανά την Ιταλία και την Γαλλία ζητιανεύοντας βοήθεια. Δεν βρήκε. Απογοητευμένος, αποφάσισε να γυρίσει πίσω αλλά τον συνέλαβαν οι δανειστές του. Τον κράτησαν στη Βενετία, ώσπου ο γιος του, Ανδρόνικος, ξεπλήρωσε το χρέος.

Μοναδική λύση για τον ξεπεσμένο αυτοκράτορα ήταν να τα βρει με τους Τούρκους. Η συνθήκη υπογράφηκε το 1371. Ήταν η χρονιά που πέθαναν ο Ούρεσης Β’ και ο Συμεών Ούρεσης, ενώ οι Τούρκοι νίκησαν τους Σέρβους στο Τσιρμέν (σημερινό Ορμένιο) του Έβρου και η τριχοτομημένη άλλοτε Μεγάλη Σερβία διαλύθηκε σε μικρές ηγεμονίες. Τον ίδιο καιρό, ο γιος του Ιωάννη μετάνιωσε που δεν άφησε τον πατέρα του να σαπίσει στις βενετσιάνικες φυλακές, συνεννοήθηκε με τον Σαουζή, γιο του Μουράτ, κι οργάνωσαν επανάσταση εναντίον των πατεράδων τους. Νικήθηκαν. Ο Μουράτ τύφλωσε τον γιο του κι αργότερα τον αποκεφάλισε. Ο Ιωάννης μισοτύφλωσε τον δικό του γιο και τον φυλάκισε. Στα 1376, ο μισοτυφλωμένος Ανδρόνικος απέδρασε, ανέτρεψε τον πατέρα του, τον τύφλωσε και τον έκλεισε στη φυλακή. Ο Μουράτ δεν ήταν πια υποχρεωμένος να τηρεί τη συνθήκη. Από το 1383, οι Τούρκοι άρχισαν να παίρνουν τη μια μετά την άλλη τις περιοχές της Μακεδονίας. Στη διετία 1385 - 1386 έφτασαν ως την Βέροια, ενώ οι διάφοροι Σλάβοι και Αλβανοί ηγεμόνες παραδίδονταν χωρίς μάχη. Τον ίδιο καιρό, υποτασσόταν και η Βουλγαρία. Το 1387, ο τουρκικός στρατός έφτανε ως την Πελοπόννησο. Αναγκάστηκε να γυρίσει βόρεια, όταν μαθεύτηκε η ήττα από τον Βούκοβιτς στην Βοσνία. Μεσολάβησε η μάχη στο Κοσσυφοπέδιο (1389) και η ενθρόνιση του σουλτάνου Βαγιαζήτ (1389 - 1403). Του πήρε δυο χρόνια, ώσπου να στεριώσει στον θρόνο...

Η προτελευταία πράξη του δράματος άρχισε το 1391, όταν οι Τούρκοι πήραν προσωρινά την Θεσσαλονίκη. Την ίδια χρονιά, έφτασαν και στην Πελοπόννησο ως σύμμαχοι Φράγκων μισθοφόρων και πήραν τρία κάστρα (Μιστρά, Λεοντάρι Φαλαισίας και Άκοβα Γορτυνίας). Το 1394, η Μακεδονία είχε υποκύψει κι ο Εβρενός πασάς εξουσίαζε το μεγαλύτερο μέρος της Θεσσαλίας κι όλη την περιοχή ως τις βόρειες ακτές του Κορινθιακού κόλπου. Από τον Μάρτη του ίδιου χρόνου, οι Τούρκοι είχαν νικήσει τον Ιωάννη Μίρτσεα της Βλαχίας και τον είχαν αναγκάσει να τραβηχτεί στα βουνά της Τρανσυλβανίας. Το 1396, οι Βλάχοι έγιναν υποτελείς τους. Το 1397, ακολούθησε το δεσποτάτο του Μιστρά, που έμελλε να πληρώνει φόρο ως τα 1410.

 

Τα Βαλκάνια υποκύπτουν

Οι Μογγόλοι του Ταμερλάνου (Τιμούρ) ξεχύθηκαν στη Μ. Ασία και παρέσυραν τα πάντα στο πέρασμά τους. Ο Βαγιαζήτ βγήκε να τους αντιμετωπίσει. Στις 20 Ιουλίου του 1402, στην πεδιάδα της Άγκυρας, δόθηκε η μεγάλη μάχη. Οι Μογγόλοι νίκησαν κι ο Βαγιαζήτ αιχμαλωτίστηκε κι αργότερα πέθανε. Ο Ταμερλάνος, όμως, δεν ενδιαφερόταν να φτιάξει κράτος. Αφού λεηλάτησε, κατέστρεψε κι αφάνισε ό,τι βρέθηκε μπροστά του, έφυγε από τη Μ. Ασία (1403). Τα επόμενα δέκα χρόνια πέρασαν με τους απογόνους του Βαγιαζήτ να αλληλοσφάζονται για την εξουσία, ενώ οι Βυζαντινοί ξανάπαιρναν την Θεσσαλονίκη και διάφορα κομμάτια γης εδώ κι εκεί. Στα 1413, ο εμφύλιος πόλεμος των Τούρκων τέλειωσε με νικητή τον Μωάμεθ Α’ (1413 - 1421). Ευγνωμονώντας τους Βυζαντινούς, που τον βοήθησαν, απέδωσε στον αυτοκράτορα μερικά ακόμα κομμάτια γης. Πήρε το μαρκιζάτο της Βοδονίτσας (1414), ενώ οι Παλαιολόγοι του Μιστρά άρχισαν να κτίζουν (1415) το περίφημο τείχος του Ισθμού με τους 153 πύργους και τα έξι μίλια μήκος, το γνωστό Εξαμίλι. Τον επόμενο χρόνο, το δουκάτο της Αθήνας αναγνώρισε την τουρκική επικυριαρχία στην περιοχή.

Ο Μωάμεθ Α’ πέθανε χωρίς ποτέ να στραφεί ενάντια στους Βυζαντινούς. Ο διάδοχός του, όμως, Μουράτ Β’ (1421 - 1451), δεν είχε δεσμεύσεις με κανέναν. Εγκαινίασε τις πολεμικές του επιχειρήσεις με μιαν αποτυχημένη πολιορκία της Κωνσταντινούπολης (1422) κι έπειτα στράφηκε δυτικά. Ο στρατηγός Τουραχάν ξεκίνησε από την Θεσσαλία (1423), πέρασε σα σίφουνας από το Εξαμίλι και χώθηκε βαθιά στην Πελοπόννησο, όπου του αντιστάθηκαν οι Αρβανίτες. Στη Δαβιά, τους νίκησε κι έστησε την πυραμίδα με τα κεφάλια 800 νεκρών. Ξαναγύρισε στην Θεσσαλία κουβαλώντας 7.500 αιχμαλώτους.

Τα πράγματα σκούραιναν για τα καλά. Ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου ξανάρχισε συνεννοήσεις με το Βατικανό. Ο δεσπότης της Θεσσαλονίκης, Ανδρόνικος, βρήκε πιο συμφέρουσα λύση να πουλήσει την περιοχή στους Βενετσιάνους (1423). Από τη στιγμή που εγκαταστάθηκαν εκεί, οι νέοι ιδιοκτήτες άρχισαν να ονειρεύονται επανασύσταση της λατινικής αυτοκρατορίας και να κάνουν επιδρομές τριγύρω. Ο Μουράτ τους ανέχτηκε στην αρχή αλλά, όταν το πράγμα παράγινε, τους πολιόρκησε και, στις 29 του Μάρτη 1430, μπήκε στη Θεσσαλονίκη οριστικά αυτή τη φορά. Στις 10 του Οκτώβρη, πήρε και τα Ιωάννινα.

Η ένωση των εκκλησιών συμφωνήθηκε το 1439 με άμεσο αποτέλεσμα να ξεσπάσουν ταραχές στα υπόλοιπα της αυτοκρατορίας. Ο Δημήτριος Παλαιολόγος αυτοανακηρύχτηκε προστάτης της Ορθοδοξίας, συμμάχησε με τον Μουράτ και οι δυο τους πολιόρκησαν την Κωνσταντινούπολη, που υπερασπιζόταν ο αδερφός του επαναστάτη, αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος (1442). Λίγο μετά, οι Παλαιολόγοι τα βρήκαν μεταξύ τους, η πολιορκία λύθηκε κι ο Μουράτ με τον Τουραχάν ξαναθυμήθηκαν τους άλλους Παλαιολόγους, στον Μιστρά. Ξαναπέρασαν το Εξαμίλι (1446) και χωρίστηκαν. Ο Τουραχάν πήρε στο κυνήγι τους Βυζαντινούς, που υποχωρούσαν στο κέντρο, ενώ ο Μουράτ ξεκλήρισε ό,τι βρέθηκε μπροστά του στη βόρεια ακτή του Κορινθιακού. Τα μαντάτα από την Αλβανία, όπου δρούσε ο Σκερντέμπεης, τους ανάγκασαν να επιστρέψουν στην Θήβα (1447), ενώ οι δεσπότες του Μιστρά γλίτωσαν πληρώνοντας φόρο.

Μια γρήγορη προέλαση στα βόρεια, ξανάφερε τους Τούρκους στο Κοσσυφοπέδιο, όπου αυτή τη φορά, νίκησαν τους Ούγγρους (1448). Τον επόμενο χρόνο, προσάρτησαν ολόκληρη την Ήπειρο και την Αιτωλοακαρνανία, εκτός από κάποια κάστρα στον Νότο.

Ο Μωάμεθ Β’ (1451 - 1481) ήταν 21 χρόνων όταν έγινε σουλτάνος. Στις 29 του Μάη 1453, πήρε την Κωνσταντινούπολη και κατάλυσε οριστικά την Βυζαντινή αυτοκρατορία. Το 1456, πήρε την Αθήνα και προσάρτησε το δουκάτο. Το 1458, τον Μιστρά, εκτός από κάποια παραλιακά κάστρα. Το 1459, ολοκλήρωσε την κατάκτηση της Σερβίας. Το 1461, θυμήθηκε και πήρε τα υπολείμματα της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας. Το 1470 την Εύβοια. Το 1479, το κάστρο της Βόνιτσας και τα νησιά του Ιονίου. Το 1480, τα κάστρα της Μεθώνης, της Κορώνης, του Ναβαρίνου και των Βάτικων. Όταν πέθανε, η Οθωμανική αυτοκρατορία κατείχε ολόκληρο τον χώρο των Βαλκανίων εκτός από τη Ζέτα (μετέπειτα Μαυροβούνιο), όπου οι Σέρβοι συνέχιζαν να ζουν ελεύθεροι, τη Ναύπακτο (έπεσε το 1499), κάποια βενετοκρατούμενα φρούρια και κάμποσα νησιά, όπου συνέχιζαν να ηγεμονεύουν Βενετσιάνοι. Τα πήραν οι Τούρκοι τον επόμενο αιώνα. Η Κρήτη έπεσε στα χέρια τους το 1669...

 

Η τύχη Κροατών και Σλοβένων

Στις αρχές του ΙΕ’ αιώνα, ο βασιλιάς της Ουγγαρίας, Λαντισλάβ, πούλησε μεγάλο τμήμα της Δαλματίας στους Βενετσιάνους, προκαλώντας εξέγερση των κατοίκων. Στα 1526, οι Τούρκοι κατέλαβαν μεγάλο τμήμα της Κροατίας και, μετά την μάχη του Μόχατς, δημιούργησαν την Οθωμανική Κροατία. Η Κροατία που εξακολουθούσε να ανήκει στην Ουγγαρία δεχόταν τις συχνές επιθέσεις των Οθωμανών. Ως το 1699. Την χρονιά εκείνη, υπογράφτηκε η συνθήκη του Κάρλοβιτς και τα τουρκοκρατούμενα εδάφη πέρασαν στην κατοχή της Αυστρίας που αποδείχθηκε χειρότερος τύραννος.

Οι Κροάτες υπέφεραν. Είχαν ήδη αποχωριστεί από τους Σέρβους, με τους οποίους, όμως, συνέχιζαν να αισθάνονται δεμένοι, μιλούσαν την ίδια γλώσσα αλλά χρησιμοποιούσαν το λατινικό αλφάβητο και ήταν καθολικοί (οι Σέρβοι το κυριλλικό και ήταν ορθόδοξοι).

Ο γερμανοτουρκικός ανταγωνισμός των πρώτων αιώνων τους έκανε να περιμένουν από τους Αψβούργους την απελευθέρωσή τους. Αυτόνομες εξεγέρσεις τους δε σημειώθηκαν. Έτσι, τους αιώνες που ακολούθησαν την τουρκική κυριαρχία στα Βαλκάνια, με την αυστροουγγρική στο ΒΔ τμήμα τους, χάθηκε κάθε είδους εθνική δράση των Σλάβων της περιοχής (Σλοβένων, Κροατών). Ειδικά οι καθολικοί κάτοικοι των περιοχών της Ουγγαρίας, της Κροατίας και της Σλαβονίας ένιωθαν περίπου όπως οι Νότιοι των προηγούμενων αιώνων, όταν τα μέρη τους άλλαζαν συνεχώς κυριάρχους: Έβλεπαν πάνω απ’ τα κεφάλια τους να περνούν Τούρκοι, Αυστριακοί, Ούγγροι και Πολωνοί και κάθε φορά περίμεναν να δουν, ποιος είναι ο επόμενος που είχε σειρά να τους διαφεντεύει.

Στα όριά της σημερινής Σλοβενίας δημιουργήθηκε η φεουδαρχική ηγεμονία της Καρνιόλης με φεουδάρχες τους Γερμανούς και δουλοπάροικους τους Σλοβένους. Στα 900, η περιοχή υπέστη την εισβολή των Μαγυάρων (Ούγγρων). Η Εμόνα έγινε πρωτεύουσα της Καρνιόλης. Το παλαιότερο έγγραφο που αναφέρει την Εμόνα με το όνομα Λιουμπλιάνα είναι του ΙΒ’ αι. (1144). Οι Αυστριακοί την έλεγαν Λάινμπαχ. Έμελλε (από τον ΙΕ’ αι.) να εξελιχθεί σε σπουδαία πόλη.

Η περιοχή γνώρισε μεγάλη ακμή που έφτασε στο αποκορύφωμά της τον ΙΒ’ και τον ΙΓ’ αι., επί ηγεμονίας του δούκα του Σπόνχαϊμ. Όταν αυτός πέθανε (1270), ολόκληρη η περιοχή της Σλοβενίας πέρασε στην κατοχή του ηγεμόνα της Βοημίας, Ότοκαρ Β’. Στα 1273, ο Ροδόλφος Α’ (1218 - 1291) έγινε αρχηγός της οικογένειας των Αψβούργων, εκστράτευσε ενάντια στον βασιλιά της Βοημίας, τον νίκησε και κυρίευσε την Αυστρία. Την χάρισε στον γιο του Αλβέρτο Α’ (1248 - 1308) που έγινε βασιλιάς της Αυστρίας, το 1291. Η Σλοβενία απετέλεσε περιουσία των Αψβούργων (από το 1277) κι έμεινε στην κατοχή τους ως το 1918 με εξαίρεση μια σύντομη περίοδο που την κατείχαν οι Γάλλοι.

 

Βόρεια από τον Δούναβη

Η Βλαχία συνέχισε να υπάρχει ως αυτόνομη ηγεμονία κάτω από την επικυριαρχία των Τούρκων, ενώ η Μολδαβία πολέμησε σκληρά ενάντια στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Οι ήρωες ηγεμόνες Βλαντ Γ’ (Δράκουλα, 1431 – 1477) και Στέφανος ο Μέγας (1457 – 1504) που, αν και ορθόδοξος, πήρε από τον πάπα τον τίτλο «Αγωνιστής του Χριστού» έδωσαν φοβερές μάχες. Ο Μπογκτάν Γ’ (1504 - 1517) ήταν ο τελευταίος ανεξάρτητος ηγεμόνας της. Η Μολδαβία ακολούθησε την τύχη της Βλαχίας. Οι δυτικοί γείτονες των Βλάχων, Ούγγροι, έπαθαν πανωλεθρία από τους Οθωμανούς το 1526 στη μάχη του Μόχατς. Το βασίλειό τους διαλύθηκε. Από τα σπλάχνα του, στα 1541, ξεπήδησε η ηγεμονία της Τρανσυλβανίας.

Βλαχία, Μολδαβία και Τρανσυλβανία έγιναν σταδιακά φόρου υποτελείς στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Με την φεουδαρχία να στεριώνει και τα μοναστήρια να επεκτείνονται. Οι οικισμοί μετασχηματίζονταν σε πόλεις αλλά, στα τέλη του ΙΣΤ’ αιώνα δεν υπήρχαν πια ελεύθεροι μικροϊδιοκτήτες αγρότες. Η γη όλη ανήκε στους φεουδάρχες και στα μοναστήρια. Ένας νόμος του 1646 στη Μολδαβία κι ένας αντίστοιχος του 1652 στην Βλαχία έδεσε και νομικά τους δουλοπάροικους. Στην Τρανσυλβανία, το καθεστώς της δουλοπαροικίας ήταν ακόμα πιο παλιό. Κοινό σημείο των δουλοπάροικων Βλάχων, σε όποια από τις τρεις ηγεμονίες κι αν βρίσκονταν, ήταν η πίστη τους στην ορθοδοξία και η «λατινόφωνη» γλώσσα τους. Οι Οθωμανοί δεν τους ξεχώριζαν από τους Έλληνες. Τους είπαν Ρουμ, Ρωμιούς, «Έλληνες ορθόδοξους» (κατ’ άλλη εκδοχή, Ρουμ σήμαινε «αυτοί που μιλούν λατινικά, οι Ρωμαίοι»). Γεννήθηκε η ονομασία Ρουμάνοι.

Έτσι κι αλλιώς, οι Οθωμανοί αδυνατούσαν να διακρίνουν εθνικότητες και ξεχώριζαν τους πληθυσμούς με βάση το θρήσκευμα. Αφού, όμως, οι Βλάχοι ήταν Ρουμ, οι χώρες στις οποίες κατοικούσαν πήραν το όνομα Ρουμανία. Στη συνείδηση των Τούρκων, Βλαχία και Μολδαβία ήταν οι δυο πλευρές του ίδιου νομίσματος.

Οι ηγεμόνες της Βλαχίας και της Μολδαβίας εκλέγονταν από το σώμα των βογιάρων αριστοκρατών. Από τα μέσα του ΙΓ’ αιώνα κι ως τις αρχές του ΙΗ’ οι περισσότεροι ανήκαν στην οικογένεια των Βεσαράβα (αυτήν που έδωσε το όνομά της και στην περιοχή της Βεσαραβίας).

(τελευταία επεξεργασία, 3 Ιανουαρίου 2021)

 

Επικοινωνήστε μαζί μας