Η αυτοκρατορία του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου
Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ανέλαβε δεσπότης του Μιστρά στα 1443. Έξι χρόνια αργότερα, στα 1449, με τον θάνατο του αδελφού του, Ιωάννη Η’ Παλαιολόγου, στεφόταν αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ΙΑ’. Χρήματα από τους αριστοκράτες προκειμένου να λειτουργήσει το κράτος του, γνώριζε ότι δεν είχε να περιμένει. Ούτε από τους δασμούς και το εμπόριο. Ήδη, από την εποχή των Κομνηνών (ΙΑ’ και ΙΒ’ αιώνες), οι Γενουάτες είχαν αποκτήσει τεράστια προνόμια στις βυζαντινές αγορές. Προνόμια που μεταφράζονταν σε φοροαπαλλαγές κυρίως. Η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους ανέτρεψε αυτή την κατάσταση υπέρ των Βενετσιάνων. Ο διαμελισμός της Βυζαντινής αυτοκρατορίας σε μύρια όσα λατινικά κράτη στέρησε το Βυζάντιο από δεκάδες σφριγηλές αγορές. Γενουάτες και Βενετσιάνοι ανταγωνίζονταν, πολλές φορές αιματηρά, για τον εμπορικό έλεγχο της Μεσογείου. Κι αφότου οι Παλαιολόγοι ανακατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη, η αυτοκρατορία συνεχώς έχανε δύναμη κι αδυνατούσε να περιορίσει τη δραστηριότητα των ξένων εμπόρων. Βενετσιάνοι και Γενουάτες, όχι μόνο κυριαρχούσαν αλλ’ έστηναν και εμπορικές αποικίες. Και επέβαλαν τους όρους τους, όχι απαραίτητα ανταγωνιστικά μεταξύ τους. Όπου τους συνέφερε, «τα έβρισκαν».
Δημιουργήθηκε, έτσι, μια «διεθνής αγορά» με κανόνες: Ενιαίες τιμές παντού, διεθνές νόμισμα και ισοτιμίες για την ανταλλαγή και, βέβαια, τραπεζίτες που αναλάμβαναν να διεκπεραιώσουν την δουλειά. Μέχρι και βιβλία ισοτιμιών κυκλοφορούσαν. Και το Βυζάντιο ως οντότητα έλειπε από όλα αυτά (υπήρχαν αρκετοί Βυζαντινοί έμποροι, σκορπισμένοι ανά τις αγορές, της Αλεξάνδρειας κυρίως), παρ’ όλο που η Κωνσταντινούπολη εξακολουθούσε να αποτελεί μεγάλο κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου. Από αυτήν εξάγονταν στάρι, όσπρια, κρασί, λάδι, βαμβάκι και πρώτες ύλες για τη βυρσοδεψία. Και εισάγονταν υφάσματα, σαπούνι και προϊόντα μεταλλουργίας. Με τους εισαγωγείς και εξαγωγείς να είναι κατά κύριο λόγο Ιταλοί.
Κάποια στιγμή, το δημόσιο εισέπραττε το 10% της αξίας των προϊόντων που διακινούνταν από το λιμάνι της Κωνσταντινούπολης, ενώ Γενουάτες και Βενετσιάνοι επέβαλαν δασμό 2% επί της αξίας των εμπορευμάτων που διακινούνταν από το προνομιακής εκμετάλλευσης λιμάνι του Γαλατά. Κατά τον Νικηφόρο Γρηγορά, το κράτος εισέπραττε «30.000 υπέρπυρα» τον χρόνο από το λιμάνι της Κωνσταντινούπολης, ενώ οι Ιταλοί ενθυλάκωναν «200.000 υπέρπυρα» από τον Γαλατά.
Κι ο Γάλλος ταξιδιώτης Bertrandon de la Broquière, την εποχή της άφιξης του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, βρήκε στην Κωνσταντινούπολη «πολλούς ξένους εμπόρους», με τους περισσότερους να είναι Βενετσιάνοι. Κι ακόμα, είδε Γενουάτες και Καταλάνους. Κι ο Francesco Balducci Regolotti διαπίστωσε έντονη εμπορική κίνηση στον Γαλατά και στο Πέραν, όπου βρίσκονταν οι κοινότητες Γενουατών και Βενετσιάνων, και είδε εμπόρους «όχι μόνο Έλληνες αλλά και Γενουάτες, Βενετσιάνους, Πισάτες, Καταλάνους, Σικελιώτες και Φλωρεντινούς και πολλούς άλλους ξένους».
Γράφει ο Γιάννης Κορδάτος:
«Όταν έχουμε υπόψη πως σχεδόν όλη η εμπορική κίνηση ήταν στα χέρια των Γενοβέζων, Βενετσιάνων και των άλλων ξένων, θα βγάλουμε το συμπέρασμα πως τα εμπορικά κέρδη δεν πήγαιναν στο κρατικό ταμείο του Βυζαντίου αλλά τα καρπώνονταν οι πολιτείες της Ιταλίας. Οι Παλαιολόγοι, στα χρόνια αυτά, δεν έπαιζαν κανένα ρόλο και η επιρροή τους ήταν ασήμαντη, επειδή ήταν δεσμευμένοι από τις συνθήκες που υπέγραψαν και τα προνόμια που παραχώρησαν στους δυτικούς».
Έτσι όμως, η μεσαία τάξη και οι μικροϊδιοκτήτες είχαν εξαφανιστεί. Με τον λαό να πλήττεται από αναδουλειά, φτώχεια και δυστυχία. Που οφειλόταν στην δράση της αριστοκρατίας, την αδράνεια των αυτοκρατόρων και την παντοδυναμία του δυτικού οικονομικού παράγοντα. Στα όρια της Κωνσταντινούπολης, ο πιο ορατός εχθρός του λαού ήταν οι ξένοι από την Δύση. Οι Βυζαντινοί, άλλωστε, γνώριζαν ότι «οι ξένοι από την Δύση» είχαν καταλύσει την αυτοκρατορία και είχαν κατακτήσει τα εδάφη της, μεταβάλλοντάς τα στα ποικιλώνυμα κράτη και κρατίδια. Κι αν το όνομα του δυνάστη δεν έπαιζε ιδιαίτερο ρόλο, η προέλευσή του (Δύση) και η θρησκεία του (καθολικοί του παπισμού) γινόταν η ταυτότητα «του εχθρού». Στα λαϊκά στρώματα, η ορθοδοξία μετατράπηκε στο πνευματικό καταφύγιο των καταφρονεμένων αλλά και των χαμένων από την δυτική διείσδυση στις βυζαντινές αγορές και την κατάκτηση της βυζαντινής οικονομίας.
Ο πιο άμεσος κίνδυνος, όμως, ήταν οι Οθωμανοί: Γιγαντώνονταν με εκπληκτική ταχύτητα και περιέσφιγγαν την Κωνσταντινούπολη όλο και πιο απειλητικά. Οι Οθωμανοί όμως διακήρυσσαν ότι, κατά της επιταγές του κορανίου, δεν θα έθιγαν τις περιουσίες, τις εκκλησίες και την θρησκεία των Βυζαντινών, όπου αυτοί παραδίδονταν και τους αναγνώριζαν επικυρίαρχους με την θέλησή τους.
Στις τάξεις της αριστοκρατίας δημιουργήθηκαν δυο τάσεις: Των φιλότουρκων που καλλιεργούσαν την προσέγγιση με τον σουλτάνο, ευελπιστώντας πως μια εκούσια παράδοση της Κωνσταντινούπολης θα έσωζε τους ίδιους και τις περιουσίες τους, ενώ παράλληλα θα τους εξασφάλιζε διαιώνιση των προνομίων τους. Και των φιλοδυτικών που εργάζονταν για την ενίσχυση των δεσμών (υποταγή στην πραγματικότητα) με τον πάπα και την Δύση: Με την βοήθειά τους, θα απέκρουαν τους Οθωμανούς και θα διατηρούσαν τα κεκτημένα τους. Η αντιπαλότητα ανάμεσα στις δυο αυτές κυρίαρχες τάσεις πήρε θρησκευτικό χαρακτήρα που μετατράπηκε σε αβυσσαλέο μίσος γύρω από το ζήτημα της ένωσης των εκκλησιών: Ενωτικοί και ανθενωτικοί.
Στην πλευρά των ανθενωτικών, ο ιστορικός Κριτόβουλος προπαγάνδιζε τη συνεννόηση με τους Τούρκους ως τη μόνη λύση για να προληφθεί η καταστροφή. Καμιά Δύση, υποστήριζε, δεν είναι ικανή να αντιμετωπίσει τους Οθωμανούς. Πλάι του, ο Γεώργιος ο Τραπεζούντιος έγραφε διατριβή «Περί της αληθείας της των Χριστών πίστεως», προσπαθώντας να αποδείξει ότι ανάμεσα στον χριστιανισμό και στον ισλαμισμό δεν υπάρχουν δα και τεράστιες διαφορές. Και ο Ιωάννης Βρυέννιος επιχειρηματολογούσε προβάλλοντας το επιχείρημα ότι, στα κατακτημένα από τους Τούρκους εδάφη, η Εκκλησία δεν έπαθε τίποτα: Οι εκκλησίες έμεναν ανοιχτές και οι ιερείς ιερουργούσαν ανενόχλητοι. Που, κατ’ αυτόν, σήμαινε ότι οι πραγματικοί εχθροί της ορθοδοξίας ήταν οι, οπαδοί της Δύσης, «ενωτικοί».
Οι φιλοδυτικοί, από την πλευρά τους, πρόβαλαν το «ενδιαφέρον του πάπα» και την έντονη δραστηριότητα στην Δύση για μια σταυροφορία εναντίον των Οθωμανών (δεν εκδηλώθηκε ποτέ) που θα έσωζε την Κωνσταντινούπολη. Και πρόβαλαν το επιχείρημα ότι η Δύση θεωρούσε την Πόλη προμαχώνα του χριστιανισμού και του πολιτισμού. Η ένωση των εκκλησιών, υποστήριζαν, θα διευκόλυνε την αποστολή βοήθειας για την αντιμετώπιση της οθωμανικής λαίλαπας.
Η σύνοδος της Φεράρας - Φλωρεντίας (27 Νοεμβρίου 1439 - 1 Φεβρουαρίου 1440), όπου πραγματοποιήθηκε η ένωση των εκκλησιών, αντί να αμβλύνει, όξυνε τις αντιθέσεις και τις έφτασε στα όρια του εμφυλίου πολέμου. Η ένταση αυτή είχε αποτέλεσμα να αποδιοργανωθεί η κρατική μηχανή και τίποτα να μη λειτουργεί.
Όταν ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος έφτασε αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη, ήταν αποφασισμένος να υποστηρίξει την ένωση και να την ενδυναμώσει, ελπίζοντας στην δυτική βοήθεια. Κύριος υποστηριχτής της πολιτικής του ήταν ο άρχοντας Λουκάς Νοταράς που είχε παντρευτεί την κόρη του αυτοκράτορα Ιωάννη Παλαιολόγου και αδελφή του Κωνσταντίνου. Είχε εργαστεί για την επιλογή του Κωνσταντίνου στον αυτοκρατορικό θρόνο και κατέλαβε σταδιακά τα αξιώματα του δρουγγάριου, του διερμηνευτή του μεσάζου και του Μεγάλου Δούκα.
Ενωτικός αρχικά, μάταια περίμενε την βοήθεια από τη Δύση. Διαπίστωσε στην πράξη ότι οι δυτικοί, στην πραγματικότητα, αδιαφορούσαν και δεν επρόκειτο να στείλουν στρατό και χρηματική βοήθεια για την άμυνα της Κωνσταντινούπολης, όπως είχαν υποσχεθεί. Πέρασε στο αντίθετο στρατόπεδο κι έγινε φανατικός ανθενωτικός, ηγέτης του αντιδυτικού μπλοκ.
Ο Ιουστινιάνης και η άλωση
Παλιά ελληνική αριστοκρατική οικογένεια, οι Giustiniani βρέθηκαν στην Ιταλία και εξιταλίσθηκαν. Αναπτύχθηκαν στην Βενετία και στην Τζένοβα. Όταν οι Φράγκοι πήραν την Κωνσταντινούπολη, το 1204, ο βενετσιάνικος κλάδος της οικογένειας κυριάρχησε σε τμήματα της Τζιας και της Σερίφου. Έναν αιώνα αργότερα, ο γενοβέζικος κλάδος βρέθηκε επικεφαλής της μαόνας της Χίου. Μαόνα έλεγαν, τότε, την εταιρεία, που κυρίευε ένα μέρος, το διοικούσε και το εκμεταλλευόταν βιομηχανικά και εμπορικά. Είχαν περάσει πάνω από εκατό χρόνια, όταν, στα μέσα του ΙΕ’ αιώνα, ο Ιωάννης Ιουστινιάνης ήταν αρχηγός της μαόνας.
Με έδρα τη Χίο, έκανε εμπόριο με την Κωνσταντινούπολη και ήξερε τα πράγματα από πρώτο χέρι. Η βυζαντινή αυτοκρατορία έπνεε τα λοίσθια. Εκτεινόταν ως λίγα μέτρα έξω από το τείχος της πρωτεύουσάς της, κατείχε μερικά εδάφη εδώ κι εκεί και σπαρασσόταν από την διαμάχη μεταξύ των ενωτικών και των ανθενωτικών. Κανένας δεν ασχολιόταν με την παραγωγή. Στάρι έπαιρναν από τη Νότια Ρωσία και τ’ άλλα χρειώδη από το Αιγαίο. Στην παραλία, οι αντιμαχόμενες συνοικίες των Βενετσιάνων και των Γενοβέζων εμπόρων, ουσιαστικά αυτοδιοικούνταν. Στις εκκλησίες και στα μοναστήρια, οι ανθενωτικοί ιερωμένοι παρακαλούσαν τον θεό να τους απαλλάξει από τους Παλαιολόγους.
Τα προβλήματα μετατράπηκαν σε χιονοστιβάδα, όταν σουλτάνος έγινε, στα 25 του χρόνια, ο Μωάμεθ Β’ (1451), που ποτέ δεν έκρυψε τις προθέσεις του. Σχεδόν αμέσως, άρχισε να χτίζει ένα κάστρο στην ευρωπαϊκή ακτή του Βοσπόρου. Το έλεγε Ρούμελι Χισάρ και το έχτιζε απέναντι από το Ανατόλ Χισάρ, που είχε φτιάξει παλιά ο Βαγιαζήτ. Με τα δυο κάστρα να ελέγχουν την είσοδο του Βοσπόρου, η Κωνσταντινούπολη έμενε δίχως στάρι. Και, στα στενά της Καλλίπολης, ο τουρκικός στόλος έλεγχε την είσοδο των πλοίων από το Αιγαίο. Τέλη Αυγούστου του 1452, το Ρούμελι Χισάρ ήταν έτοιμο. Ως και Έλληνες ανθενωτικοί είχαν δουλέψει για να γίνει.
Ο Κωνσταντίνος παρακολουθούσε το χτίσιμο ανήμπορος να επέμβει. Μόνη λύση του έμενε να δεχτεί να επικυρώσει την ένωση των εκκλησιών, που είχε αποφασιστεί στη σύνοδο της Φεράρας, το 1439, ελπίζοντας σε βοήθεια από τη Δύση. Στις 12 Δεκεμβρίου 1452, στην Αγιά Σοφιά, έγινε η πανηγυρική τελετή με τους ανθενωτικούς να φανατίζουν τα πλήθη και να διαδηλώνουν κατά του αυτοκράτορα έχοντας επικεφαλής τον αρχηγό τους, Γεώργιο Σχολάριο. Τέλη του μήνα, ο Κωνσταντίνος κήρυξε την πρωτεύουσά του σε κίνδυνο. Ήταν η σειρά του πάπα Νικόλαου Ε’ να κάνει κάτι. Απεσταλμένοι του διέτρεξαν την Ευρώπη:
«Πάτε στην Κωνσταντινούπολη να πολεμήσετε, αν χρειαστεί».
Ελάχιστοι ανταποκρίθηκαν: Τέσσερα βενετσιάνικα πλοία έφτασαν από την Κρήτη. Μερικά από την Ιταλία. Δυο γενοβέζικα από τη Χίο. Αρχηγός τους ο Ιωάννης Ιουστινιάνης με 400 σιδερόφρακτους θωρακοφόρους και 300 ναύτες. Οι χρονικογράφοι της εποχής έμειναν έκθαμβοι στην θέα τους. Κάποιος έγραψε πως καθένας από τους Γενοβέζους του Ιουστινιάνη ισοδυναμούσε με έναν τουρκικό λόχο. Συνολικά, μαζεύτηκαν 3.000 ξένοι και 5.000 Έλληνες, κυρίως από την Πελοπόννησο. Μαζί με τους 2.000 της αυτοκρατορικής φρουράς, έφταναν τους 10.000 πολεμιστές.
Ελάχιστοι για ν’ αντιμετωπίσουν τους Οθωμανούς, που κατέφθαναν κατά κύματα και στρατοπέδευαν έξω από τα τείχη. Κι άντε να βάλεις Βενετσιάνο να πολεμά στο πλάι Γενοβέζου με τους Έλληνες ανθενωτικούς να σαμποτάρουν και τους μεν και τους δε. Και να διαδίδουν προφητείες ότι τάχα είναι πεπρωμένο να μπουν οι Τούρκοι στην Πόλη, να καταλάβουν τη μισή, οπότε άγγελος κυρίου θα κατέβει από τους ουρανούς, θα καθαιρέσει τον Παλαιολόγο, θα ορίσει άλλον αυτοκράτορα και θα διώξει τους εισβολείς. Τριακόσια μοναστήρια μέσα στην Πόλη με 10.000 μοναχούς είχαν μεταβληθεί σε δραστήρια πέμπτη φάλαγγα κατά του Κωνσταντίνου.
Ήταν 2 Απρίλη του 1453, όταν ο Μωάμεθ ολοκλήρωσε την πολιορκία της βυζαντινής πρωτεύουσας. Οι χρονικογράφοι ανεβάζουν τον στρατό του από 80.000 οι πιο συντηρητικοί ως μισό εκατομμύριο οι πιο μεγαλόστομοι. Η αλήθεια πρέπει να βρίσκεται κάπου ανάμεσα στους εκατό με 250.000. Αριθμός τεράστιος για να αντιμετωπιστεί από τους 10.000 ετερόκλητους υπερασπιστές.
Την ίδια μέρα, 2 Απρίλη, ο Κωνσταντίνος συγκάλεσε πολεμικό συμβούλιο. Ανάμεσα σ’ αυτούς που συμμετείχαν ήταν κι ο Ιουστινιάνης. Παρακολουθούσε με θαυμασμό την επίμονη άρνηση του Παλαιολόγου να φύγει στην Πελοπόννησο και να σωθεί. Κάπου μέσα του είχε μάλλον αποφασίσει να αποχωρήσει σε πρώτη ευκαιρία. Είχε επιθεωρήσει τα τείχη, είχε δει τα πλήθη των Τούρκων, δε χρειαζόταν ιδιαίτερη εξυπνάδα για να προβλέψει την κατάληξη. Ο άνδρας απέναντί του, που έπαιζε το κεφάλι του κόντρα και στην πλειοψηφία του λαού του, επειδή «έτσι έπρεπε», του προκαλούσε τουλάχιστον την περιέργεια.
Η κουβέντα έφτασε στο κρίσιμο σημείο τού ποιος θα υπεράσπιζε, τι. Δώδεκα κάστρα είχε το τείχος. Τα δέκα ο Κωνσταντίνος ήθελε να τα αναθέσει στους ξένους και τα δυο σε Έλληνες της εμπιστοσύνης του. Ακόμα και τον ανθενωτικό πρωθυπουργό του, Νοταρά, τον είχε τοποθετήσει επικεφαλής των εφεδρειών. Δεν του έδινε κάστρο.
Άρχισε η μοιρασιά. Όμως, ξαφνικά, όλοι σιώπησαν. Ο αυτοκράτορας ρώτησε, ποιος θα αναλάμβανε την πύλη του Αγίου Ρωμανού. Ήταν η πιο ευάλωτη θέση, η πρώτη που θα έπεφτε. Οι αρχηγοί απέφευγαν να κοιτάξουν κατά πρόσωπο τον Κωνσταντίνο, που τους περιεργαζόταν με αγωνία. Ο Ιουστινιάνης τον λυπήθηκε. Ούτε ο ίδιος κατάλαβε πώς έγινε και πετάχτηκε επάνω λέγοντας:
«Έχοντας πεποίθηση στη βοήθεια του θεού, κηρύσσω τον εαυτό μου έτοιμο να υπερασπίσω αυτή τη θέση με τους ανθρώπους μου, στο όνομα του θεού και εναντίον κάθε προσβολής από τον εχθρό».
Τα λόγια του καλύφθηκαν από επευφημίες. Ο Κωνσταντίνος ήξερε πως είχε αποκτήσει έναν έμπιστο σύμμαχο, που θα στεκόταν στο πλάι του ως το τέλος. Ονόμασε τον Ιωάννη Ιουστινιάνη αρχιστράτηγο (πρωτοστάτορα) και υπέγραψε ένα χρυσόβουλο, με το οποίο του παραχωρούσε τη Λήμνο, αν όλα τέλειωναν καλά.
Ο Ιουστινιάνης ανέπτυξε τους άνδρες στην κοιλάδα του Λύκου, στο σημείο όπου επρόκειτο να παλέψουν σώμα με σώμα οι καλύτεροι των δυο πλευρών. Ο Κωνσταντίνος έστησε το στρατηγείο του πλάι στις θέσεις του Ιουστινιάνη, κοντά στην πύλη του Αγίου Ρωμανού. Οι τύχες των δυο ανδρών είχαν ενωθεί.
Αρχές Απρίλη ξεκίνησε η πολιορκία. Αμέσως, ένας μοναχός Πέτρος, ακολουθούμενος από 300 άλλους, πέρασε στις τουρκικές γραμμές, αλλαξοπίστησε κι ονόμασε τον εαυτό του Μεχμέτ (Μωάμεθ). Πάνω στα τείχη έπεφταν βροχή οι σαΐτες, που μετέφεραν προκηρύξεις με συνθήματα κατά των ενωτικών και εκκλήσεις στους υπερασπιστές να παραδοθούν. Ένα τρομακτικό σαμποτάζ μέσα στην Πόλη ανατίναξε τον Ιππόδρομο σκοτώνοντας πολλούς. Το τουρκικό πυροβολικό χαλούσε τα τείχη με τις βολές του. Μεγάλη ζημιά έκανε η λουμπάρδα, που είχε φτιάξει ο Ουρβανός, ένας Ούγγρος μηχανικός, παλιά στην υπηρεσία του αυτοκράτορα. Πέρασε στην πλευρά των Τούρκων, όταν διαπίστωσε ότι οι Βυζαντινοί δεν ήταν σε θέση να τον πληρώνουν.
Οι δυσκολίες πλήθαιναν, πριν καν αρχίσουν οι επιθέσεις. Η γκρίνια ξεκινούσε από το ότι οι μαχητές πάνω στα τείχη δεν είχαν καιρό να βρουν ψωμί και οι οικογένειές τους πεινούσαν. Ο Κωνσταντίνος διέταξε να μοιράζεται στάρι στους συγγενείς των υπερασπιστών. Όμως, στάρι δε βρισκόταν, καθώς το έκρυβαν οι μαυραγορίτες άρχοντες. Τα τείχη δεν επιδιορθώνονταν, όπου πάθαιναν ρωγμές από τις βολές του τουρκικού πυροβολικού. Οι δυο που επιφορτίστηκαν μ’ αυτό το καθήκον, είχαν καταχραστεί τα σχετικά κονδύλια. Οι ανθενωτικοί στασίαζαν κάθε τόσο και οι άρχοντες έκρυβαν το χρυσάφι.
Στις 22 Απρίλη, νέο πλήγμα: Από μια τεράστια ξύλινη σχάρα στη στεριά, οι Τούρκοι πέρασαν εβδομήντα πλοία, παρακάμπτοντας την αλυσίδα που έφραζε την είσοδο του Κεράτιου κόλπου. Ο κλοιός στένευε.
Η πρώτη μεγάλη επίθεση εκδηλώθηκε στις 12 του Μάη. Παλαιολόγος και Ιουστινιάνης πάλεψαν ο ένας πλάι στον άλλον. Οι Τούρκοι αποκρούστηκαν με βαριές απώλειες. Στις 18, νέα μεγάλη επίθεση. Αυτή τη φορά, ένας τεράστιος ξύλινος πύργος πάνω σε ρόδες σπρωχνόταν προς τα τείχη. Ήταν γεμάτος Τούρκους στρατιώτες έτοιμους να ξεχυθούν πάνω στην πύλη του Αγίου Ρωμανού, όπου συνέκλιναν οι προσπάθειες του Μωάμεθ. Ο Ιουστινιάνης έβαλε τους δικούς του να τοξεύουν τον πύργο με βέλη περασμένα σε αναμμένα στουπιά. Ήταν η λύση: Το τέρας πήρε φωτιά και κάηκε πριν να πλησιάσει απειλητικά.
Στις 23 του Μάη, μια έκλειψη σελήνης ερμηνεύτηκε από τους ανθενωτικούς ως σημάδι των ουρανών κατά του Παλαιολόγου. Σφοδρό κανονίδι έπληττε τα τείχη, ο λαός στριμωχνόταν στις εκκλησιές και οι ανθενωτικοί διαδήλωναν βρίζοντας τον αυτοκράτορα. Όμως, η τουρκική λαίλαπα αποκρούστηκε και πάλι. Ακολούθησε ησυχία. Ο χρονικογράφος Χαλκοκονδύλης λέει πως έφτασε τουρκική πρεσβεία με πρόταση στον Κωνσταντίνο να φύγει στην Πελοπόννησο μαζί με όποιον άλλον ήθελε να τον ακολουθήσει. Ο Δούκας γράφει το αντίθετο: Ότι ο Κωνσταντίνος έστειλε πρεσβεία στον Μωάμεθ. Ό,τι κι αν έγινε, δεν υπήρξε αποτέλεσμα. Οι επιθέσεις ξανάρχισαν στις 24 του Μάη. Αποκρούστηκαν γι’ άλλη μια φορά.
Στις 25, γινόταν χαλασμός. Βροχή, σκοτεινιά που διακοπτόταν από αστραπές με μπουμπουνητά και οι Τούρκοι να επιτίθενται απ’ όλες τις μεριές. Οι ανθενωτικοί διέδιδαν πως είχε έρθει η ώρα να εκπληρωθεί η προφητεία με τον άγγελο και ο λαός μετείχε σε λιτανείες. Όμως, ο Ιουστινιάνης ήταν εκεί. Πλάι στον αυτοκράτορα, έδινε με επιτυχία την άνιση μάχη. Γι’ άλλη μια φορά, οι Τούρκοι αποκρούστηκαν.
Η πιο σφοδρή επίθεση έγινε στις 27 του μήνα. Μερικοί Τούρκοι κατάφεραν να σκαρφαλώσουν στα τείχη. Η μάχη δινόταν σώμα με σώμα. Ατρόμητος ο Ιουστινιάνης πολεμούσε μπροστά. Ώσπου έπεσε, πλημμυρισμένος στα αίματα, βαριά πληγωμένος. Άλλοι λένε από βέλος. Άλλοι από πέτρα καταπέλτη. Δυο χρονικογράφοι ορκίζονται πως χτυπήθηκε από μέσα: Από κάποιον ανθενωτικό, στην αναμπουμπούλα της μάχης. Οι δικοί του έκαναν προστατευτικό κλοιό γύρω του. Ο Ιουστινιάνης αιμορραγούσε. Τον μετέφεραν σε ένα από τα δυο πλοία. Η επίθεση αποκρούστηκε αλλά ο Ιουστινιάνης ήταν πια εκτός μάχης. Οι Γενοβέζοι έφυγαν στη Χίο, όπου ο αρχηγός τους υπέκυψε στα τραύματά του.
Η σφοδρή επίθεση, που εκδηλώθηκε στις 29 του Μάη 1453, έφερε τους Τούρκους μέσα στην Πόλη. Από την ξεχασμένη ανοιχτή Κερκόπορτα, λέει η παράδοση. Από την πύλη του Ιουστίνου, γράφει ένας χρονικογράφος. Οι τελευταίοι, που είδαν τον Κωνσταντίνο να πολεμά μονάχος, πάνω στα τείχη, δεν ξέρουν, τι απέγινε. Πρέπει να σκοτώθηκε. Το πτώμα του δεν βρέθηκε. Κάποιοι είπαν πως γλίτωσε. Κάποιοι πως θα ξαναγύριζε. Σ’ εμάς έμεινε ο θρύλος του μαρμαρωμένου βασιλιά.
Η τουρκική διείσδυση στα Βαλκάνια
Η τουρκική επέμβαση στα πράγματα των Βαλκανίων χρειάστηκε 158 χρόνια, ώσπου να ολοκληρωθεί. Συνοπτικά:
1353 - 1392: Σημειώνονται οι πρώτες τουρκικές επεμβάσεις στις εσωτερικές διαμάχες της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Πρώτη τουρκική απόβαση στην Ευρώπη: Ο βυζαντινο-βουλγαρο-σερβικός συνασπισμός του Ιωάννη Παλαιολόγου νικιέται από τον βυζαντινο-τουρκικό συνασπισμό του Ιωάννη Καντακουζηνού (1353). Η Σερβία του Ντουσάν διαμελίζεται σε τρεις ηγεμονίες (1355). Δημιουργούνται τα αλβανικά κράτη των Μπάλτσικι και Θόρπια (1360). Οι Τούρκοι παίρνουν Σέρρες, Τυρολόη, Πύργο, Διδυμότειχο, Φιλιππούπολη και Αδριανούπολη, που μετατρέπουν σε πρωτεύουσά τους (1363). Ήττα των Σέρβων από τους Τούρκους στον Έβρο (1371) και νέος διαμελισμός της χώρας τους σε πολλές μικρές ηγεμονίες. Κατάληψη της Βουλγαρίας από τους Τούρκους (1361 - 1386). Οι Τούρκοι παίρνουν τη Σόφια (1382). Πρώτη μάχη του Κοσσυφοπεδίου, δολοφονία Μουράτ Α’, τον διαδέχεται ο Βαγιαζήτ και σημειώνεται ολοκληρωτική νίκη των Τούρκων κατά των Σέρβων (1389). Ακολουθεί προοδευτική κατάλυση σερβικών ηγεμονιών. Οι Βενετοί παίρνουν το Δυρράχιο (1392).
1392 - 1396: Τουρκικές επιχειρήσεις σε Θεσσαλία, Στερεά Ελλάδα, Πελοπόννησο. Η Βλαχία γίνεται αυτόνομη ηγεμονία κάτω από την επικυριαρχία του σουλτάνου, ενώ οι Ούγγροι μπαίνουν επικεφαλής αποτυχημένης σταυροφορίας εναντίον των Τούρκων (1396).
1402: Ήττα και αιχμαλωσία του Βαγιαζήτ από τον Ταμερλάνο στη μάχη της Άγκυρας.
1412: Οι Αλβανοί παίρνουν τα Ιωάννινα.
1413 - 1421: Μωάμεθ Α’, βυζαντινοτουρκική ειρήνη. Οι Τούρκοι παίρνουν το μαρκιζάτο της Βοδονίτσας (1414). Στον Ισθμό, κτίζεται το τείχος Εξαμίλι (1415 - 16). Το δουκάτο της Αθήνας κάτω από την επικυριαρχία του σουλτάνου (1416).
1421 - 1451: Μουράτ Β’. Η Θεσσαλονίκη πουλιέται στους Βενετούς (1423). Ήττα του Ιωάννη Καστριώτη από τους Τούρκους, ομηρία του γιου του Γεώργιου (1423). Οι Τούρκοι παίρνουν τη Θεσσαλονίκη και τα Ιωάννινα (1430). Κατάλυση του πριγκιπάτου της Αχαΐας από τους δεσπότες του Μιστρά (1432). Ένωση των Εκκλησιών (1439) και εξεγέρσεις ανθενωτικών. Ιωάννης Ουνυάδης: Ήττα των σταυροφόρων στη Βάρνα (1444). Τουρκική εισβολή στην Πελοπόννησο (1446) υποχρεώνει το δεσποτάτο του Μιστρά να δεχθεί την επικυριαρχία του σουλτάνου. Οι Τούρκοι παίρνουν οριστικά τη Θεσσαλία (1447). Δράση Ιωάννη Ουνυάδη (1439 - 1448), δεύτερη μάχη στο Κοσσυφοπέδιο: Οι Τούρκοι νικούν Ούγγρους και Αλβανούς (1448). Αποτυχημένη πολιορκία του Σκεντέρμπεη από τον Μουράτ Β’ (1450).
1451 – 1481: Μωάμεθ Β’ ο Πορθητής. Άλωση της Κωνσταντινούπολης (29.5.1453). Οι Τούρκοι παίρνουν την Αθήνα (1456) και την Πελοπόννησο (1458). Οριστική και ολοκληρωτική υποταγή της Σερβίας (πλην Ζέτας, μετέπειτα Μαυροβουνίου) στους Τούρκους (1459). Αποτυχημένη πολιορκία του Σκεντέρμπεη από τον Μωάμεθ Β’ (1460). Επανάσταση στην Πελοπόννησο από τους Μιχαήλ Ράλλη και Πέτρο Μπούα (1463 - 1468). Νέα αποτυχημένη πολιορκία της Κρούα από τον Μωάμεθ Β’ (1468), θάνατος Σκεντέρμπεη. Οι Βενετοί πωλούν στους Τούρκους την Κρούα (1478), που είχαν αγοράσει από το 1474.
1481 - 1511: Βαγιαζήτ Β’. Οι Τούρκοι παίρνουν τη Ναύπακτο (1499) και το Δυρράχιο (1501).
Κεφαλικός φόρος και παιδομάζωμα
Με την τουρκική κατάκτηση, οι χριστιανοί κάτοικοι των Βαλκανίων μετατράπηκαν σε «ραγιάδες» (μη μουσουλμάνοι, σκλάβοι υπήκοοι). Και ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλλουν ετήσιο κεφαλικό φόρο (χαράτσι, δικαίωμα να διατηρούν το κεφάλι τους στους ώμους και να λατρεύουν τον θεό τους), φόρο της δεκάτης (10% επί της αξίας της όποιας παραγωγής τους) και φόρο αίματος (να συνεισφέρουν στο παιδομάζωμα), με τον οποίο εξασφαλιζόταν η συνέχεια του σώματος των γενιτσάρων αλλά και τροφοδοτούνταν οι υπηρεσίες του παλατιού και η κρατική μηχανή.
Ο κεφαλικός φόρος καταβαλλόταν από κάθε ραγιά, από δώδεκα ετών και πάνω, και αρχικά ήταν ίδιος για όλους, πλούσιους και φτωχούς. Στη συνέχεια, ο μη μουσουλμανικός πληθυσμός διαιρέθηκε σε τρεις κατηγορίες. Η πρώτη περιλάμβανε τους πλούσιους, κυρίως έμπορους, που πλήρωναν τον «αλάς» (τέσσερα φλουριά το κεφάλι). Η δεύτερη κατηγορία περιλάμβανε βιοτέχνες και τεχνίτες που κατέβαλλαν τον «ιφσάτ» (δύο φλουριά το κεφάλι). Και η τρίτη περιλάμβανε τους γεωργούς και τους φτωχούς που εισέφεραν τον «εδνά» (ένα φλουρί το κεφάλι). Τον φόρο μάζευαν ειδικοί φοροεισπράκτορες, οι «χαρατζήδες» που είχαν νοικιάσει το δικαίωμα είσπραξης από τον «χαρατζίμπαση», τον πλούσιο εκείνον Τούρκο, ο οποίος είχε αγοράσει από την Υψηλή Πύλη (κυβέρνηση) την είσπραξη της χρονιάς.
Κάτι αντίστοιχο αφορούσε και ο φόρος της δεκάτης. Ήταν ένα 10% επί της ακαθάριστης αξίας της γεωργικής και κτηνοτροφικής παραγωγής των μη μουσουλμάνων, που έτσι εξαγόραζαν το δικαίωμα να εκμεταλλεύονται γη και ζωντανά, τα οποία ανήκαν στην ιδιοκτησία του σουλτάνου.
Όμως, το πιο απάνθρωπο αποτέλεσμα της υποταγής στους Τούρκους ήταν για τους μη μουσουλμάνους το καθεστώς του παιδομαζώματος, ο φόρος αίματος, όπως αποκλήθηκε. Επιβαλλόταν κατά τακτά διαστήματα (συνήθως ανά πέντε χρόνια) ή όποτε αποφάσιζε η κεντρική διοίκηση: Αρμόδιοι υπάλληλοι διέτρεχαν τα Βαλκάνια και στρατολογούσαν αγόρια, συνήθως 15 ως 20 χρόνων αλλά και, όταν οι αριθμοί δεν έβαιναν, μικρά παιδιά από οχτώ χρόνων και πάνω. Γλίτωναν τα μοναχοπαίδια, τα ορφανά, οι πολύ ψηλοί, οι πολύ κοντοί, οι σπανοί και οι παντρεμένοι, με αποτέλεσμα πολλοί γονείς να παντρεύουν τα παιδιά τους από την ηλικία των οχτώ και δέκα χρόνων. Γλίτωναν και τα παιδιά τεχνιτών αλλά και όσων ζούσαν σε μεγαλουπόλεις, ενώ από το παιδομάζωμα, για μη γνωστούς λόγους, εξαιρούνταν οι εβραίοι.
Τα παιδιά που διαλέγονταν, εξισλαμίζονταν και εκπαιδεύονταν για να τροφοδοτήσουν την κρατική μηχανή, υπηρεσίες του παλατιού ή να επανδρώσουν τα σώματα των γενιτσάρων. Ήταν άτακτοι στρατιώτες, αρχικά πιστοί στον σουλτάνο, η πιο άξια πολεμική μηχανή της αυτοκρατορίας αλλά και ο φόβος και ο τρόμος των ραγιάδων, καμιά φορά και των μωαμεθανών. Εξελίχθηκαν σε κέντρο εξουσίας που συχνά στρεφόταν και εναντίον του ίδιου του σουλτάνου.
Το παιδομάζωμα καταργήθηκε επί Μουράτ Δ’ (1623 - 1640). Τα σώματα των γενιτσάρων διαλύθηκαν αιματηρά το 1826, επί Μαχμούτ Β’.
Οι διομολογήσεις
Το ότι οι Τούρκοι αγάδες ήταν ηλίθιοι, το κατάλαβαν πρώτοι οι Έλληνες. Το ότι η Οθωμανική αυτοκρατορία βασιζόταν στη δύναμη των όπλων και διόλου στο μυαλό, πρώτος το διαισθάνθηκε ο βασιλιάς της Γαλλίας Φραγκίσκος Α’ (γεννήθηκε 1494, βασίλευσε 1515 - 1547). Εκείνα τα χρόνια, οι λαοί είχαν διαποτιστεί τόσο πολύ από την αντιμουσουλμανική υστερία, ώστε θεωρούσαν αδιανόητη τη συμμαχία ανάμεσα σε ένα χριστιανικό και ένα μουσουλμανικό κράτος. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε «εσχάτη προδοσία». Περίπου όπως, ως πριν από μερικές δεκαετίες στην εποχή της αντικομμουνιστικής υστερίας, αν μη κομμουνιστικό κράτος συμμαχούσε με εκπρόσωπο του υπαρκτού σοσιαλισμού. Ο Φραγκίσκος της Γαλλίας σκέφτηκε πως «ναι μεν οι Τούρκοι είναι άπιστοι αλλά η απέραντη αγορά της Οθωμανικής αυτοκρατορίας έχει πολύ ψωμί». Περίπου, όπως, επί προεδρίας Νίξον τη δεκαετία του ΄70 στις ΗΠΑ, οι πολυεθνικές εταιρίες διαπίστωσαν ότι «ναι μεν η Κίνα είναι κομμουνιστική αλλά οι προοπτικές ανοίγονταν θαυμάσιες με ακόμα (τότε) 700.000.000 ανθρώπους στην αγορά».
Το γαλλοτουρκικό φλερτ ξεκίνησε γύρω στα 1515 και διαρκεί ως σήμερα. Περίπου τότε άρχισε κι ένας ακόμα γύρος του γαλλογερμανικού (ως γαλλοαυστριακός) ανταγωνισμού για την κυριαρχία στην Ευρώπη. Στα 1535, το φλερτ Γάλλων και Τούρκων μεταφράστηκε σε συμμαχία. Κι ενώ οι φανατικοί του χριστιανισμού ξεσήκωναν τα πλήθη εναντίον της Γαλλίας, ο Φραγκίσκος άνοιγε νέους δρόμους ρεαλιστικής πολιτικής υπογράφοντας (1536) με τον σουλτάνο Σουλεϊμάν Α’ τον Μεγαλοπρεπή τις πρώτες διομολογήσεις (capitulations). Με αυτές, οι Γάλλοι πολίτες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και οι Οθωμανοί της Γαλλίας (που, όμως, δεν υπήρχαν) απέκτησαν ελευθερία εμπορίου, απαλλάχτηκαν από την φορολογία και πέρασαν στην εξουσία των προξένων των χωρών τους (κάτι σαν ετεροδικία).
Και πάλι, οι πρώτοι που έσπευσαν να επωφεληθούν από το καθεστώς των διομολογήσεων ήταν Έλληνες. Κι όταν οι άναρθρες κραυγές της χριστιανικής Δύσης μετατράπηκαν σε υπογραφές ανάλογων διομολογήσεων με τους Οθωμανούς, οι Έλληνες άρχισαν να αποκτούν ξένες υπηκοότητες διαλέγοντας την πιο συμφέρουσα κάθε φορά. Δημιουργήθηκε έτσι μία από τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της τάξης των εύπορων Ελλήνων εμπόρων και πλοιοκτητών. Ταυτόχρονα, ο Σουλεϊμάν Α’ ο Μεγαλοπρεπής έβαλε τη μεγαλοπρεπή υπογραφή του, ώστε να ξεκινήσει η μακρόχρονη διαδικασία αποσύνθεσης της αυτοκρατορίας.
Το καθεστώς των διομολογήσεων που συμφωνούσαν τα κράτη της Δύσης με την Τουρκία, ίσχυσε ως την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης (24.7.1923). Ως τότε, είχε εξαπλωθεί στα πέρατα της γης (Κίνα κ.λπ.) και καταργήθηκε μόλις με τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου πολέμου. Ουσιαστικά, ήταν μια εξελιγμένη μορφή των εμπορικών προνομίων που οι Βυζαντινοί παραχωρούσαν σε Βενετούς και Γενουάτες. Κι όπως εκείνα έτσι κι αυτές αποτέλεσαν το όργανο για το ροκάνισμα των θεμελίων του κράτους. Ο Σουλεϊμάν, που έφτασε την αυτοκρατορία του στην πιο μεγάλη της δόξα, ήταν ο ίδιος που ξεκίνησε και την διαδικασία για τη διάλυσή της.
Τα νέα σύνορα
Η κατάκτηση των Βαλκανίων από τους Τούρκους συντελέστηκε σε 150 χρόνια: Από το 1353 όταν έβαλαν πόδι στην Ευρώπη για πρώτη φορά, ως το 1499, όταν πήραν τη Ναύπακτο, και το 1501, όταν απέκτησαν το Δυρράχιο. Και τότε ακόμα, υπήρχαν μη τουρκικοί θύλακες εδώ κι εκεί, κυρίως στην Βοσνία και στα νησιά του Αιγαίου. Η τουρκική εξάπλωση ανησυχούσε τα βόρεια κράτη που έβλεπαν τους Οθωμανούς να πλησιάζουν ολοένα και περισσότερο στα σύνορά τους. Στα 1394, άρχισε να οργανώνεται μια αντιτουρκική σταυροφορία με επικεφαλής τον βασιλιά των Ούγγρων, Σιγισμούνδο. Τον Μάη του 1396, μια στρατιά 60.000 ανδρών πέρασε τον Δούναβη και κυρίευσε το ποταμίσιο λιμάνι του Βιδινίου, που είχε μετατρέψει σε έδρα του ο ξεχασμένος εκεί «τσάρος» των Βουλγάρων Στρασίμηρος. Η σύγκρουση με τον στρατό του Βαγιαζήτ έγινε τον Σεπτέμβρη και οι σταυροφόροι διαλύθηκαν έξω από τη Νικόπολη του Δούναβη.
Ο Ιωάννης Ουνυάδης ήταν Βλάχος στην υπηρεσία του βασιλιά της Ουγγαρίας, που του χάρισε (1409) το κάστρο Ουνυάδη της Τρανσυλβανίας, από το οποίο πήρε και το επώνυμό του. Στα 1438, ο Ουνυάδης ήταν βοεβόδας (διοικητής) Τρανσυλβανίας. Στα 1443, ξεκίνησε σταυροφορία, στην οποία, εκτός από τους Ούγγρους, μετείχαν Πολωνοί, Σέρβοι και Τούρκοι μισθοφόροι. Νίκησαν κάμποσες φορές διατρέχοντας τις βόρειες περιοχές των Βαλκανίων και μπήκαν στο Βελιγράδι. Ο Μουράτ Β’ ήταν απασχολημένος στην Ασία και πρότεινε ειρήνη. Υπογράφτηκε (1444) με διάρκεια δέκα χρόνια. Οι χριστιανοί την αθέτησαν αμέσως και ξαναμπήκαν στα Βαλκάνια. Ο Μουράτ έστειλε 40.000 άνδρες. Οι δυο στρατοί συναντήθηκαν στην Βάρνα τον Νοέμβρη του ίδιου χρόνου (1444). Ο Ουνυάδης μόλις που πρόλαβε να σωθεί. Δυο χρόνια αργότερα, έγινε αντιβασιλιάς. Συνεννοήθηκε με τον Σκεντέρμπεη για νέα σταυροφορία. Έληξε με την νέα ήττα στο Κοσσυφοπέδιο, στα 1448.
Οι διάδοχοι του Μουράτ, ο Μωάμεθ Β’ ο Πορθητής και ο Βαγιαζήτ Β’ (1481 - 1511), ασχολήθηκαν με την ολοκλήρωση της κατάκτησης των Βαλκανίων κι ο Σελίμ Α’ (1511 - 1520) με το άπλωμα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στην Ασία και το άνοιγμα του κεφαλαίου που λέγεται «γαλλοτουρκική φιλία». Έτσι, τη μετακίνηση των βαλκανικών συνόρων πέρα από τον Δούναβη ανέλαβε ο Σουλεϊμάν Α’ ο Μεγαλοπρεπής (1520 - 1566). Στα 1526, κατάπιε την Βοσνία, εισέβαλε στην Ουγγαρία, νίκησε και σκότωσε τον βασιλιά της, Λουδοβίκο Β’, στη μάχη του Μόχατς και μπήκε στη Βούδα. Στα 1529, ο γαλλοαυστριακός ανταγωνισμός δεν πήγαινε καθόλου καλά για τους Γάλλους, που έβλεπαν να χάνουν και την Γένουα, απ’ όπου τους έδιωχνε ο ευπατρίδης ναύαρχος Αντρέα Ντόρια. Ο Σουλεϊμάν, με στρατό από 250.000 άνδρες, εισέβαλε στην Αυστρία και πολιόρκησε την Βιέννη. Είκοσι μέρες αργότερα, έλυσε την πολιορκία κι αποχώρησε άπρακτος αλλά οι Αυστριακοί υπέγραψαν με τους Γάλλους τη συνθήκη του Καμπρέ (1529), ενώ τη Μεσόγειο όργωναν τα πλοία του πειρατή ναύαρχου Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα, προσφέροντας στους Οθωμανούς και τη θαλασσοκρατορία.
Ο πόλεμος με την Αυστρία συνεχίστηκε και το 1532, ενώ οι εισβολές στην Ουγγαρία κράτησαν ως τον θάνατό του (1566). Στα ενδιάμεσα, πήρε από τους Βενετσιάνους (1538) Ναύπλιο, Μονεμβασιά, νησιά του Αιγαίου και κάποιες θέσεις στην Δαλματία. Έδιωξε (1552) και τους Ιωαννίτες από τη Ρόδο και προσάρτησε το νησί μαζί με τις εξαρτώμενες από αυτό Κω, Λέρο, Κάλυμνο, Σύμη και τα γύρω τους μικρότερα νησάκια.
Όταν ο Σουλεϊμάν πέθανε, τα ευρωπαϊκά όρια του κράτους του περιλάμβαναν τη Σλαβονία και το πιο μεγάλο κομμάτι της Ουγγαρίας με την Τρανσυλβανία. Ένα μικρό κομμάτι της Ουγγαρίας και η Μολδαβία ζούσαν αυτόνομες κάτω από την κυριαρχία του σουλτάνου, ενώ ένα τρίτο ουγγρικό κομμάτι το είχε καταπιεί η Αυστρία. Τα βόρεια σύνορα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ακουμπούσαν ήδη στα νότια της Πολωνίας, που είχε τότε απλωθεί στο μέγιστο σημείο της ακμής της.
Οι Έλληνες
Με την τουρκική κατάκτηση, όσοι από τους Έλληνες είχαν περιουσίες και μπορούσαν να φύγουν, μετανάστευσαν στο εξωτερικό. Οι υπόλοιποι προσπάθησαν να οργανωθούν. Μετά τις πρώτες σφαγές και το πλιάτσικο, τα τουρκικά στρατεύματα στρέφονταν σε νέους τόπους. Πίσω τους έμεναν οι αγάδες και κάμποσοι απαραίτητοι με τις οικογένειές τους. Η συγκατοίκηση γινόταν αναπόφευκτη αλλά στην ελληνική πλευρά υπήρχαν εγγράμματοι προηγμένοι και με μακριά παράδοση στην άσκηση της εξουσίας. Πρώτο τους μέλημα ήταν η επιβίωση. Ο ακαδημαϊκός Δημήτριος Καμπούρογλου περιγράφει, τι έγινε στην Αθήνα (και κατ’ αναλογία και στα άλλα μέρη):
«Ανεύρομεν το κυριώτατον σημείον της υπεροχής ημών επί των κατακτητών° κατανοήσομεν τί κυρίως είναι ο αγάς, όπως επωφεληθώμεν του μειονεκτήματος αυτού», συνεβούλευσεν η φωνή της φρονήσεως. Το ζητούμενον ευρέθη: ο Αγάς ήτο βλαξ. Μεγάλη η ως εκ τούτου προσγενομένη τοις Έλλησι ωφέλεια° καθότι εάν δεν είχον πλέον ούτοι πεποίθησιν εις εαυτούς, είχον εφεξής πεποίθησιν εις την βλακείαν των αρχόντων αυτών...».
Σιγά σιγά, η άσκηση της διοίκησης πέρασε σε ελληνικά χέρια. Έπεισαν τον αγά ότι δεν είχε λόγο να ασχολείται με τόσο βαρετά θέματα και προσφέρθηκαν να τον απαλλάξουν. Κοντά στην εκκλησιαστική ιεραρχία που παρέμεινε ελληνική, αναπτύχθηκε το ιδιότυπο καθεστώς της ελληνικής διοίκησης «στο όνομα του αγά», καθώς προκαλούσε τεράστια έκπληξη, αν τύχαινε να ξέπεφτε στο αξίωμα κάποιος με κοινό έστω μυαλό. Αυτή η ασύλληπτη διαφορά νοημοσύνης διατηρήθηκε αναλλοίωτη στο πέρασμα των αιώνων κι έφτασε, στα χρόνια της επανάστασης, να προσφέρει ανεκτίμητες υπηρεσίες στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα: Μάνη, Καλαμάτα, Λιβαδειά, ακόμη και η Τριπολιτσά έπεσαν σε ελληνικά χέρια, χάρη στην βεβαιωμένη ηλιθιότητα των Τούρκων αφεντάδων.
Η ελληνική γλώσσα παρέμεινε γλώσσα της εκκλησίας και της ορθοδοξίας, με αποτέλεσμα να ταυτιστεί προοδευτικά η εθνική με την θρησκευτική συνείδηση. Δημιουργήθηκαν έτσι, τα πρώτα χρόνια της τουρκοκρατίας, τρεις κατηγορίες πολιτών: Των μουσουλμάνων που, Τούρκοι ή όχι, αποτελούσαν την κρατούσα τάξη. Των Ελλήνων ορθοδόξων, που αναγνωρίζονταν από τους Τούρκους «βασίλειον έθνος» με δικαίωμα να εκπροσωπείται και να εκπροσωπεί και όλους τους άλλους ομόδοξους. Η τρίτη κατηγορία περιελάμβανε τους υπόλοιπους.
Οι διωγμοί, ο κεφαλικός φόρος, το παιδομάζωμα ποτέ δεν έλειψαν. Ούτε οι βίαιοι εξισλαμισμοί, όπως και οι εθελοντικές ομαδικές προσχωρήσεις στη μουσουλμανική θρησκεία προκειμένου οι ραγιάδες να βρουν την ησυχία τους. Όμως, η εθνική συνείδηση διατηρήθηκε σχεδόν αναλλοίωτη όπως μαρτυρούν οι πάνω από 120 ξεσηκωμοί και επαναστάσεις στα λιγότερο από 400 χρόνια της δουλείας (βλ. Κωνσταντίνου Σάθα «Τουρκοκρατούμενη Ελλάς»). Στα τέλη του ΙΗ’ αιώνα, οι Έλληνες άρχοντες της Αθήνας κυκλοφορούσαν με τουρκικά ρούχα και οι Τούρκοι κάτοικοί της ένιωθαν Έλληνες. Τα αρματολίκια και η αέναη εναλλαγή από αρματολοί σε κλέφτες και από κλέφτες σε αρματολούς δημιούργησαν τη στρατιωτική υπεροχή. Στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του 1821, δεν υπήρξε μάχη που να μην την κέρδισαν οι Έλληνες, με την προϋπόθεση ότι ο σε βάρος τους αριθμητικός συσχετισμός δυνάμεων δεν θα ήταν μεγαλύτερος από ένας προς πέντε.
Όμως, η απέραντη Οθωμανική αυτοκρατορία επέτρεπε τις μετακινήσεις σε πολύ μεγάλες αποστάσεις, χωρίς οι πληθυσμοί να περνούν σύνορα. Κι αυτό σηματοδοτεί μια συνεχή ελληνική μετακίνηση προς τα βόρεια. Έλληνες κάτοικοι αναφέρονται στις περιοχές από το Πετρίτσι της σημερινής Βουλγαρίας μέχρι τη Δοϊράνη. Δυναμικές ελληνικές κοινότητες και παροικίες αναπτύχθηκαν στη Σερβία και στην Βοσνία. Τα αξιώματα και η διοίκηση πέρασαν σιγά σιγά σε ελληνικά χέρια. Δυο τουλάχιστο πρόξενοι της Ρωσίας στη Μακεδονία ήταν Έλληνες και μυημένοι στην Φιλική Εταιρεία. Από τη Μολδοβλαχία ξεκίνησε η ελληνική επανάσταση. Σλάβοι με ελληνική συνείδηση συμμετείχαν σ' αυτήν. Οι Έλληνες χριστιανοί πήγαιναν στις πόλεις ή αποσύρονταν στα ορεινά χωριά, όταν αγρίευε η κατάσταση, κι επέστρεφαν στις πεδιάδες, όταν ηρεμούσε. Από την ώρα που άρχισε στην Ευρώπη να δημιουργείται η αστική τάξη, οι Έλληνες χριστιανοί έγιναν το αντίστοιχό της στα Βαλκάνια. Η οικονομική διαχείριση των πόλεων πέρασε σε ελληνικά χέρια. Εμπόριο, ναυτιλία, βιοτεχνία έγιναν ελληνικές υποθέσεις. Έγγραφα του ΙΖ’ αι. αναφέρουν μόνον Έλληνες κατοίκους σε χωριά, που εξακολουθούσαν να έχουν σλαβικά ονόματα. Απογραφή του ΙΣΤ’ αιώνα, με βάση το θρήσκευμα, κατέγραψε σε δυο περιοχές της Μακεδονίας συνολικό πληθυσμό μουσουλμάνων 60.000 άτομα, χριστιανών 240.000 και εβραίων 11.500. Δυο αιώνες αργότερα, τον ΙΗ’, στις ίδιες περιοχές, οι μουσουλμάνοι ήταν κατά την απογραφή 200.000, οι χριστιανοί 360.000 και οι εβραίοι 40.000. Η συνέλευση των κοινοτικών αρχόντων της Θεσσαλονίκης οριζόταν με τη βάση την εθνική αναλογία. Έγγραφο του 1752 αναφέρει 33 Τούρκους, 43 Έλληνες και 10 Σλάβους. Νεότερο έγγραφο, του 1780, αναφέρει 12 Τούρκους, 26 Έλληνες, κανέναν Σλάβο.
Οι Σλοβένοι και οι Κροάτες
Οι Σλοβένοι είχαν εγκατασταθεί στα ΒΔ μέρη της αρχαίας Παννονίας αλλά γρήγορα έχασαν τους δεσμούς τους με τους υπόλοιπους Σλάβους. Η περιοχή τους κατακλύστηκε από Γερμανούς, από την εποχή ακόμα του Καρλομάγνου (Θ’ αιώνας), που μετέτρεψε τα εδάφη αυτά στην ανατολική παραμεθόρια επαρχία του. Διάφοροι κόμητες απέκτησαν εκεί ισχύ κι άρχισαν να απλώνουν την κυριαρχία τους, ώσπου, στα 1278, ένας από αυτούς, ο Ροδόλφος, έγινε αυτοκράτορας της Γερμανίας και εγκατέλειψε αυτή τη γη, να τη μοιραστούν οι γιοι του. Δημιουργήθηκαν η Αυστρία των Αψβούργων, αιχμή του γερμανικού δόρατος, και η ακαθόριστη περιοχή της Σλοβενίας. Η ακμή της Αυστρίας άρχισε την εποχή του βασιλιά της Μαξιμιλιανού (1493 - 1519). Στα 1522, ο Κάρολος Ε’ της Γερμανίας την έδωσε στον αδερφό του Φερδινάνδο, που, το 1526, κληρονόμησε από την γυναίκα του και το στέμμα της Ουγγαρίας και της Βοημίας. Γεννήθηκε έτσι το κράτος των εκγερμανισμένων πρώην Σλάβων που έμελλε να καταδυναστεύσει τους τέως αδερφούς Κροάτες και Σέρβους.
Νοτιότερα, οι Κροάτες είχαν κι αυτοί αποχωριστεί από τους Σέρβους, με τους οποίους, όμως, συνέχιζαν να αισθάνονται δεμένοι. Κατοικούσαν στις περιοχές Δαλματίας, Σλαβονίας, σημερινής Κροατίας και Δυτικής Ουγγαρίας, μιλούσαν την ίδια με τους Σέρβους γλώσσα αλλά χρησιμοποιούσαν το λατινικό αλφάβητο και ήταν καθολικοί. Ο γερμανοτουρκικός ανταγωνισμός των πρώτων αιώνων τους έκανε να περιμένουν από την Αυστρία την απελευθέρωση των εδαφών τους. Αυτόνομες εξεγέρσεις τους δε σημειώθηκαν. Έτσι, τους αιώνες που ακολούθησαν την τουρκική κυριαρχία στα Βαλκάνια, με την αυστροουγγρική στο ΒΔ τμήμα τους, χάθηκε κάθε είδους εθνική δράση των Σλάβων της περιοχής (Σλοβένων, Κροατών). Ειδικά οι καθολικοί κάτοικοι των τουρκοκρατούμενων περιοχών της Ουγγαρίας, της Κροατίας και της Σλαβονίας ένιωθαν περίπου όπως οι Νότιοι των προηγούμενων αιώνων, όταν τα μέρη τους άλλαζαν συνεχώς κυριάρχους: Έβλεπαν πάνω από τα κεφάλια τους να περνούν Τούρκοι, Αυστριακοί, Ούγγροι και Πολωνοί και κάθε φορά περίμεναν να δουν, ποιος είναι ο επόμενος που είχε σειρά να τους διαφεντεύσει.
Από τη Ναύπακτο ως τη Ζέντα
Εκείνο που ενόχλησε την Δύση δεν ήταν τόσο το ότι ο Σελίμ Β’ (1566 - 1574) πήρε την Κύπρο (1570), όσο το τι επακολούθησε. Οι Βενετσιάνοι στρατηγοί σφάχτηκαν και οι στρατιώτες, μαζί με τις οικογένειές τους, πουλήθηκαν δούλοι. Ένας συνασπισμός σταυροφόρων δημιουργήθηκε για να διαλυθεί, στη στεριά, πριν να προλάβει να δράσει. Στην θάλασσα, όμως, μια τεράστια αρμάδα από 250 πλοία συγκεντρώθηκε στην Κέρκυρα με αρχηγό τον Δον Ζουάν τον Αυστριακό, αδερφό του βασιλιά της Ισπανίας. Στον Κορινθιακό κόλπο, ναυλοχούσε ο συνασπισμένος στόλος των Τούρκων και Αλγερινών με επίσης 250 πλοία. Οι δυτικοί έβαλαν ρότα προς τα νότια και οι Τούρκοι προς την έξοδο του Πατραϊκού. Συναντήθηκαν στο σύμπλεγμα των νησιών Εχινάδες, ανάμεσα στην Ιθάκη και τη ΝΔ άκρη της Ακαρνανίας, στις 7 του Οκτώβρη 1571. Όταν έληξε η ναυμαχία, από τον τουρκικό στόλο δεν είχε μείνει τίποτα. Η μόνη που γλίτωσε την καταστροφή ήταν η αλγερινή μοίρα. Ο Πατραϊκός κι ο Κορινθιακός ονομάζονταν από τους Βενετσιάνους κόλπος της Ναυπάκτου και η σύρραξη που οδήγησε στη συντριπτική ήττα των Τούρκων πήρε το όνομα «ναυμαχία της Ναυπάκτου», χωρίς να έχει σχέση με το ομώνυμο υπερήφανο λιμάνι. Όμως, η ημέρα αυτή θεωρείται ότι σηματοδοτεί την αρχή της παρακμής για την Οθωμανική αυτοκρατορία.
Στα επόμενα, μετά τον Σελίμ, εβδομήντα χρόνια, ο σουλτανικός θρόνος άλλαξε κάτοχο οκτώ φορές και η θέση του Μεγάλου Βεζίρη (πρωθυπουργού) αμέτρητες. Αιμοσταγείς σουλτάνοι διαδέχονταν ηλιθίους και άλλους που διοικούσαν μέσα από τον γυναικωνίτη. Οι πόλεμοι, πότε με τους Αυστριακούς και με τους Πολωνούς και πότε με τους Βενετσιάνους, άλλοτε κατέληγαν για τους Τούρκους νικηφόρα κι άλλοτε όχι, αλλά πάντα με σφαγές, λεηλασίες κι ερημώσεις των τόπων, όπου τα πεδία τα μαχών. Από τους σουλτάνους, ο Μουράτ Δ’ (1623 - 1640), σε κάποια φαεινή στιγμή κατάργησε το παιδομάζωμα, ενώ ο διάδοχός του Ιμπραήμ Α’ (1640 - 1648) θύμωσε, επειδή νικήθηκε από τους Βενετσιάνους σε κάποια μάχη, κι έβγαλε φετφά να σφαχτούν όλοι οι χριστιανοί της αυτοκρατορίας. Ευτυχώς για τον κοσμάκη, οι εξηγητές του κορανίου ερμήνευσαν πως η διαταγή αντιβαίνει τις γραφές, επειδή ο προφήτης Μωάμεθ «θέλει να υπάρχουν αλλόδοξοι υπήκοοι, ώστε να εισπράττεται ανεμπόδιστα ο κεφαλικός φόρος». Τον ίδιο τον σουλτάνο, που είχε ήδη ανοίξει πόλεμο με τους Βενετσιάνους της Κρήτης και είχε κυριεύσει το κάστρο στα Χανιά (1645), τον δολοφόνησαν οι γενίτσαροι.
Κάτω από τους Βενετσιάνους, η μεγαλόνησος ήδη γνώριζε την τεράστια πολιτιστική της άνοιξη αλλά και τη συνεχή επαναστατική δραστηριότητα των κατοίκων της ενάντια στους δυτικούς δυνάστες. Οι Τούρκοι συνέχισαν να πολιορκούν το νησί και το πήραν (1669) στα χρόνια του επόμενου σουλτάνου, Μωάμεθ Δ’ (1648 - 1687). Προσπάθησαν και στην Αυστρία. Ο Μεγάλος Βεζίρης Καρά Μουσταφά έφτασε μπροστά στη Βιέννη και την πολιόρκησε (1682) περιμένοντας να πέσει η πόλη από την πείνα, χωρίς να επιχειρήσει έφοδο. Όμως, έσπευσαν οι Πολωνοί σύμμαχοι των Αυστριακών και διέλυσαν τους πολιορκητές (1683). Ο Καρά Μουσταφά ξέφυγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου τον περίμενε ο δήμιος του σουλτάνου.
Οι Βενετσιάνοι θέλησαν να επωφεληθούν. Ο Φραγκίσκος Μοροζίνι κυρίευσε την Πρέβεζα και το κάστρο της Κορώνης, σφάζοντας την εκεί τουρκική φρουρά (1684). Πέρασε διασχίζοντας όλη την Πελοπόννησο και ξεσήκωσε τους Έλληνες σε μιαν ακόμα επανάσταση. Το 1687, πολιόρκησε την Αθήνα. Μια οβίδα του τίναξε τον Παρθενώνα στον αέρα (26 του Σεπτέμβρη 1687). Οι Βενετσιάνοι πήραν την πόλη και κάλεσαν σε επανάσταση και τους Στερεοελλαδίτες. Σύλησαν αρχαιότητες, οπισθοχώρησαν στην Πελοπόννησο κι άφησαν τους επαναστάτες της Στερεάς στο έλεος του τουρκικού λεπιδιού. Την ίδια χρονιά, ο Μωάμεθ Δ’ ανατράπηκε.
Μόλις τέσσερα χρόνια έμεινε στον θρόνο ο Σουλεϊμάν Β’ (1687 - 1691) και πρόλαβε να δει Πολωνούς, Αυστριακούς, Τατάρους, Ρώσους και Βενετσιάνους να εισβάλλουν στα εδάφη του. Οι Αυστριακοί πήραν το Βελιγράδι κι έφτασαν ως την Βουλγαρία (1690). Ο νέος αρχηγός του τουρκικού στρατού τους έδιωξε από εκεί, ανάκτησε όλη τη Σερβία κι ανακατέλαβε το Βελιγράδι. Στην τετραετία του επόμενου σουλτάνου, Αχμέτ Β’ (1691 - 1695), η τάξη είχε αποκατασταθεί. Ο Μουσταφά Β’ (1695 - 1703), που ακολούθησε, προσπάθησε να εισάγει μεταρρυθμίσεις στο απέραντο κράτος του και να το εξευρωπαΐσει αλλά άνοιξε ταυτόχρονο πόλεμο με Πολωνούς, Αυστριακούς και Ρώσους. Στην αρχή καλά τα πήγαινε. Όμως, η τύχη του γύρισε. Οι Ρώσοι πήραν το Αζόφ στον Εύξεινο Πόντο και οι Αυστριακοί τον νίκησαν (1697, μάχη της Ζέντα, στην περιοχή της Βοϊβοντίνα) και κυρίευσαν ολόκληρη την Βοσνία. Στα 1699, ο Μουσταφά σύρθηκε στη συνθήκη του Κάρλοβιτς.
Η συνθήκη του Κάρλοβιτς
Το Κάρλοβιτς είναι μια πόλη της Κροατίας πάνω στον Δούναβη. Η συνθήκη, που υπογράφηκε εκεί, είχε μικρή διάρκεια αλλά μεγάλη σημασία, καθώς εγκαινίαζε νέες πρακτικές διπλωματίας. Αν η Γαλλία εφεύρε το καθεστώς των διομολογήσεων για να αρχίσει το 1536 να επεμβαίνει στις τουρκικές υποθέσεις, η Αγγλία (163 χρόνια αργότερα) πρόσφερε τις «καλές της υπηρεσίες» δημιουργώντας το προηγούμενο της «διαμεσολάβησης» που ισχύει ακόμα και σήμερα. Εμπνευστής αυτής της πολιτικής ήταν ο δαιμόνιος Γουλιέλμος της Οράγγης, ηγεμόνας των Κάτω Χωρών, που από το 1694 ήταν συμβασιλιάς κι από το 1699 μονοκράτορας της Αγγλίας ως Γουλιέλμος Γ’ (πέθανε το 1702).
Οι εμπόλεμοι που το 1699 κάθισαν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, ήταν η Οθωμανική αυτοκρατορία από τη μια και οι Αυστρία, Πολωνία, Ρωσία και Βενετία από την άλλη. Η Αγγλία ανέλαβε τον ρόλο του διαμεσολαβητή υποχρεώνοντας έτσι την Τουρκία να αναγνωρίσει στις ευρωπαϊκές δυνάμεις το δικαίωμα να παρεμβαίνουν ανάμεσα σ’ αυτήν και τους με αυτήν εμπολέμους. Είναι το ίδιο δικαίωμα που κληρονόμησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες ως σύγχρονοι συνεχιστές της αγγλικής διπλωματίας και το χρησιμοποίησαν στις 30 με 31 του Γενάρη 1996 στο επεισόδιο με την Ελλάδα γύρω από τις βραχονησίδες Ίμια.
Από την τουρκική πλευρά, στις διαπραγματεύσεις μετείχαν ο υπουργός Εξωτερικών Ζουλφικάρ και ο μεγάλος διερμηνέας Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, που είχε και όλες τις πρωτοβουλίες. Τη συνθήκη υπέγραψαν οι εμπόλεμοι και η Αγγλία και Ολλανδία (δηλαδή, οι εκπρόσωποι του Γουλιέλμου) ως μάρτυρες. Με αυτήν, η Οθωμανική αυτοκρατορία κατάργησε κάθε φορολογία που βάραινε μόνο τους χριστιανούς από τους υπηκόους της και παραιτήθηκε από κάθε αξίωση πάνω σε χώρες που διεκδικούσε η Αυστρία. Κι ακόμα: Η Αυστρία πήρε την Τρανσυλβανία, την Ουγγαρία (εκτός από ένα κομμάτι), την Κροατία και σημαντικό μέρος της Σλαβονίας. Η Πολωνία επέστρεψε τμήματα της Μολδαβίας, που κατείχε, και πήρε την Ουκρανία μαζί με άλλα εδάφη. Η Βενετία κατοχύρωσε την Πελοπόννησο και τις Δαλματικές ακτές. Η Ρωσία πήρε το Αζόφ.
Χωρίς τον πονοκέφαλο του πολέμου, ο Μουσταφά ανέθεσε στον Μεγάλο Βεζίρη, Χουσεΐν Κιοπρουλί, να προχωρήσει το μεγάλο μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα, που ονομάστηκε «Νέα Τάξη πραγμάτων» (νι-ζάμ - ι - τζεδίκ). Περιλάμβανε αναδιοργάνωση των ενόπλων δυνάμεων με τη δημιουργία τακτικού στρατού, εκσυγχρονισμό της διοίκησης και πρόγραμμα δημοσίων έργων. Ο μουσουλμανικός κλήρος αντέδρασε έντονα. Ο Κιοπρουλί είδε τον ένα μετά τον άλλο τους συνεργάτες του να δολοφονούνται ή να χάνονται χωρίς να αφήνουν ίχνη. Παραιτήθηκε το 1702. Ο Μουσταφά ανατράπηκε το 1703.
Οι Σέρβοι
Στη Σερβία, ο εξισλαμισμός δεν ήταν τόσο έντονος και ο λαός υπέφερε από τις πιέσεις των πασάδων αλλά και από τους εξισλαμισμένους ομοεθνείς που είχαν προσχωρήσει στη λόγω θρησκεύματος άρχουσα τάξη. Οι βαριοί φόροι σε χρήμα και δουλειά (αγγαρείες) και το παιδομάζωμα, τακτικά ανά πέντε χρόνια κι έκτακτα όποτε το έκριναν σκόπιμο οι αρχές, μετέτρεπαν τη ζωή σε κόλαση. Ακόμα πιο μαύρες ήταν οι μέρες, όταν ο κάθε σουλτάνος εκστράτευε εναντίον χωρών της Κεντρικής Ευρώπης. Οι συχνοί πόλεμοι με τους Γερμανούς της Αυστριακής αυτοκρατορίας σήμαιναν αδιάκοπη διέλευση των στρατευμάτων μέσα από τα μέρη τους. Κι αυτό συνεπαγόταν λεηλασίες, αρπαγές, φόνους, βιασμούς. Παρ’ όλα αυτά, ούτε λόγος δεν μπορούσε να γίνει για γενικευμένη επανάσταση. Δεν υπήρχε η κατάλληλη οργάνωση, όπως στις ελληνικές περιοχές του Νότου, ενώ η τουρκική διοίκηση ήταν πολύ ισχυρή. Μόνο μια φορά οι Σέρβοι συμμετείχαν στο γενικό σχέδιο για την επανάσταση όλων των χριστιανών εναντίον της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (1479) αλλά το εγχείρημα ματαιώθηκε.
Λίγο λίγο, όμως, στα απρόσιτα βουνά άρχισαν να σχηματίζονται μικρές ομάδες Σέρβων που δεν άντεχαν τη σκλαβιά. Ήταν οι χαϊδούκοι, όπως ονομάζονταν, που ζούσαν με τη λεία από τις επιθέσεις ενάντια στους Τούρκους, κάποτε και στους συμπατριώτες τους. Όταν οι ομάδες αυτές ισχυροποιήθηκαν και ανέλαβαν να εκδικιούνται τις τουρκικές αγριότητες σε βάρος του τοπικού πληθυσμού, δημιούργησαν τον άτακτο σερβικό στρατό, κάτι ανάλογο με τους κλέφτες των ελληνικών βουνών αλλά, εκεί, χωρίς την εναλλαγή τους σε αρματολούς.
Στα 1577, έφτασε να γίνει Μεγάλος Βεζίρης ένας εξισλαμισμένος Σέρβος, ο Μεχμέτ Σόκολι. Αξίωσε και πέτυχε να ανασυσταθεί το σερβικό ορθόδοξο πατριαρχείο. Γεννήθηκε έτσι ένα σημαντικό κέντρο εθνικής διαπαιδαγώγησης, καθώς οι κληρικοί δίδασκαν στα προαύλια των εκκλησιών γραφή, ανάγνωση και στοιχεία εθνικής ιστορίας, ακριβώς όπως συνέβαινε στον Νότο με τα ελεύθερα σχολεία των Ελλήνων. Όταν οι τουρκικές δυνάμεις διαλύθηκαν μπροστά στη Βιέννη (1683) και οι Αυστριακοί ξεκίνησαν επίθεση στα οθωμανικά εδάφη, ο πατριάρχης Αρσένιος Γ’ κάλεσε τον λαό σε επανάσταση. Δεν έγινε αλλά χιλιάδες Σέρβοι έσπευσαν να ενταχθούν εθελοντές στον αυστριακό στρατό. Όταν οι Αυστριακοί αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν, ο Αρσένιος και 37.000 οικογένειες Σέρβων πέρασαν τα σύνορα (1691) και τους ακολούθησαν. Στα εγκαταλειμμένα μέρη τους προωθήθηκαν Αλβανοί μετανάστες.
Όμως, η συνθήκη του Κάρλοβιτς μετέτρεψε τη Σερβία σε παραμεθόρια περιοχή. Οι επόμενες τουρκοαυστριακές συγκρούσεις έμελλε να γίνουν στα δεινοπαθημένα σερβικά εδάφη
Οι Βούλγαροι
Στα ΒΑ μέρη των Βαλκανίων, οι Σλάβοι του Κάτω Δούναβη, που είχαν κατακτηθεί κι οργανωθεί από την ουραλοαλταϊκή φυλή των Βουλγάρων, αφομοίωσαν τους κατακτητές τους αλλά πήραν το όνομά τους. Ήταν κι αυτοί ορθόδοξοι χριστιανοί. Στα χρόνια πριν από την τουρκική κατάκτηση είχαν περιπέσει σε κατάσταση αμορφωσιάς που συνεχίστηκε σε όλη σχεδόν την διάρκεια της τουρκοκρατίας. Ήταν, ζούσαν κι ένιωθαν χωρικοί δίχως ίχνος μεσαίας τάξης. Και δεν υπήρχαν έμποροι ανάμεσά τους, που με τα ταξίδια τους σε άλλους τόπους να γίνουν φορείς ρευμάτων, ιδεών και διαφορετικών τρόπων ζωής. Η απομόνωσή τους ήταν καθεστώς, ενώ στις διάσπαρτες στην περιοχή τους πόλεις κατοικούσαν Τούρκοι ή Έλληνες. Οι όποιοι Βούλγαροι έμεναν εκεί, ουσιαστικά θεωρούνταν μέτοικοι. Το αποτέλεσμα ήταν να μην υπάρχουν Βούλγαροι με βουλγαρική εθνική συνείδηση και να μην καταγράφεται καμιά κίνηση για απελευθέρωση, από το 1393 ως μετά τον Κριμαϊκό πόλεμο (1853 - 1856). Ένας ακόμα λόγος ήταν το ότι, και να ήθελαν, δύσκολα θα μπορούσαν να εξεγερθούν, καθώς βρίσκονταν τόσο κοντά στο τουρκικό κέντρο εξουσίας. Κάποιοι χαϊδούκοι, που υπήρχαν, δρούσαν ατομικά, με περιορισμένη κι ουσιαστικά εγκληματική και διόλου εθνική δράση.
Η βουλγαρική εκκλησία ανήκε ως το 1767 στο πατριαρχείο της Αχρίδας, το οποίο δεν είχε εθνικό χαρακτήρα. Άλλωστε, ήταν κυρίως ελληνικό κέντρο χωρίς βουλγαρικό κλήρο. Αν τύχαινε κάποιος Βούλγαρος να γίνει ιερέας, έπρεπε να διαθέτει ελληνική μόρφωση και να εργάζεται σαν Έλληνας. Κι επειδή μόρφωση έτσι κι αλλιώς δεν υπήρχε, η πιο εύκολη λύση ήταν η αθρόα προσχώρηση στον μουσουλμανισμό. Ένα περισσότερο που ανάμεσα στα βουλγαρικά χωριά ξεφύτρωσαν αμιγείς τουρκικοί και ταταρικοί οικισμοί.
Με όλα αυτά, ακόμα και το όνομα Βουλγαρία χάθηκε για αιώνες. Τούρκοι και Έλληνες αναγνώριζαν την περιοχή ως Ρωμυλία.
Οι Βόσνιοι
Η οθωμανική κατάκτηση δημιούργησε κύματα μεταναστών από την περιοχή της Βοσνίας προς την Δύση και τον Βορρά. Οι καθολικοί κατέφευγαν στην Κροατία, τη Σλοβενία και τη Νότια Ουγγαρία. Παντού, επρόκειτο να τους προλάβουν οι Οθωμανοί. Κάποιοι κατέφυγαν στο Ντουμπρόβνικ (σήμερα, στην Κροατία) και άλλοι έστησαν κοινότητα πειρατών στην δαλματική ακτή. Οι πιο πλούσιοι, έφτασαν στη Ρώμη. Στην Βοσνία έμειναν οι ορθόδοξοι χριστιανοί και οι Βογόμιλοι, ανεπιθύμητοι όλοι στην Δύση, ενώ η Ανατολή είχε ήδη υποκύψει.
Με ενέργειες του πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης, ο ορθόδοξος λαός αφέθηκε να οργανωθεί σε κοινότητες. Η αριστοκρατία των Βογόμιλων επιβίωσε διατηρώντας τυπικά τους τίτλους των βοεβόδα ή βοϊβόντα. Η σλαβική αυτή λέξη σήμαινε αρχικά τον δούκα χωρίς δουκάτο, στρατιωτικό κυρίως ηγέτη κι έπειτα και πολιτικό διοικητή. Στην Τρανσυλβανία έφτασε οι άρχοντες να ονομάζονται βοεβόδες, ενώ οι Οθωμανοί ονόμαζαν έτσι τους ηγεμόνες της Μολδαβίας και της Βλαχίας. Στην Αθήνα, βοεβόδας ονομαζόταν ο αντιπρόσωπος του διοικητή της πόλης. Στην Βοσνία, υπήρχαν ακόμα και οι κνιζ (κόμητες), τίτλοι που εξελίχθηκαν σε ονομασία των Μαυροβούνιων πολέμαρχων.
Στηριγμένη στις πλάτες των αριστοκρατών, η οθωμανική κυριαρχία δεν ασχολήθηκε με την καταπολέμηση του βογομιλισμού, ο οποίος επικράτησε στην Βοσνία. Για τρεις αιώνες. Χρόνο με τον χρόνο, όλο και πιο πολλοί Βογόμιλοι έβρισκαν «ομοιότητες με τον ισλαμισμό» και προτιμούσαν να εξισλαμιστούν, εξασφαλίζοντας έτσι τα προνόμιά τους.
Οι εξωμότες αριστοκράτες και όσοι από τον λαό τους ακολουθούσαν στη νέα θρησκεία, διατήρησαν τη σερβική γλώσσα και τα σλαβικά ήθη και έθιμα και προσχώρησαν μόνο στην οθωμανική εθιμοτυπία και την τουρκική φορεσιά. Οι αριστοκράτες κατοικούσαν σε ισχυρούς πύργους, έκαναν την χάρη στον τρέχοντα βαλή να τον δεχτούν λίγες μέρες κάθε χρόνο και απετέλεσαν χωριστή στρατιωτική τάξη με 45 «καπετάνους», ουσιαστικά εξουσιαστές των χριστιανών χωρικών, υποχρεωμένους να διαθέτουν στον τουρκικό στρατό ορισμένο αριθμό ιππέων.
Όταν δεν πολεμούσαν πλάι στους Οθωμανούς ή μεταξύ τους, οι «καπετάνοι» περνούσαν τον καιρό τους τρωγοπίνοντας κι ακούγοντας «ραψωδούς» να υμνούν τα κατορθώματά τους. Μια φορά τον χρόνο, μαζεύονταν στο Σεράγεβο για να συζητήσουν τα θέματα που τους απασχολούσαν. Δημιουργήθηκε έτσι ένα είδος Βουλής που με τον καιρό απέκτησε μεγάλες και εκτεταμένες αρμοδιότητες, με μέλη που έπαιρναν την «έδρα» τους κληρονομικά.
Οι αριστοκρατικοί «τίτλοι» συνοδεύονταν από τον πλούτο που προσπόριζαν οι λεηλασίες στις διάφορες εκστρατείες. Και ο πλούτος άνοιγε πόρτες στην οθωμανική διοίκηση. Στα 1570, ο Αλή πασάς (άσχετος με τον κατοπινό συνονόματό του των Ιωαννίνων) Ερσέκ ζαδέ («ο από την Ερζεγοβίνη») έγινε Μέγας Βεζίρης. Στα 1574, Μέγας Βεζίρης ήταν ο Μεχμέτ Σοκόλοβιτς ή Σοκόλλης, από την Βοσνία. Διακρίθηκε ως στρατηγός, επέδειξε εύνοια στους χριστιανούς καθώς και ο ίδιος χριστιανική καταγωγή είχε, υπήρξε άριστος στην διοίκηση και, μοιραία, δολοφονήθηκε (1579). Οι καπετάνοι, όμως, εξελίχτηκαν σε μπέηδες, αληθινούς τυράννους των δουλοπάροικων χριστιανών που στρατολογούνταν σε καιρό πολέμου και φορολογούνταν βαριά σε καιρό ειρήνης.
Για την Οθωμανική αυτοκρατορία, η Βοσνία δεν ήταν παρά πέρασμα για τα στρατεύματά της και πεδίο μαχών στις συγκρούσεις της με τους Ούγγρους και τους Αυστριακούς. Η κατάσταση χειροτέρευσε από το 1683, όταν η δυτική (ευρωπαϊκή) πλευρά της αυτοκρατορίας άρχισε να καταρρέει. Οι Βόσνιοι είχαν πια να αντιμετωπίζουν και τις αυστροουγγρικές εισβολές. Στα 1688, οι Ούγγροι κυρίευσαν το Σβόρνικ (Σβορνίκιο για το πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης). Στα 1697, ο πρίγκιπας Ευγένιος της Σαβοΐας εισέβαλε από τα δυτικά, νίκησε πάμπολλες φορές τους Τούρκους και μπήκε στο Σεράγεβο θριαμβευτής. Έκαψε την πόλη κι εκτόπισε 40.000 ορθόδοξους χριστιανούς.
Οι Αλβανοί
Η κατάλυση του κράτους της Κρούα (του Σκεντέρμπεη) στη Βόρεια Αλβανία (1478) και η παράδοση του Δυρραχίου στους Τούρκους (1501) σηματοδότησαν την έναρξη της τουρκοκρατίας στην περιοχή. Ως τότε, οι καθολικοί χριστιανοί πλειοψηφούσαν στον Βορρά και οι ορθόδοξοι στον Νότο. Ακολούθησαν κατά χιλιάδες οι προσχωρήσεις στον μουσουλμανισμό με αποτέλεσμα κάθε θρησκευτικός συνδετικός κρίκος να χαθεί και να υπάρχει μόνο η επικοινωνία ανάμεσα στις διάφορες αλβανικές φυλές που ζούσαν χωριστά η μια από την άλλη. Με τον καιρό, οι μουσουλμάνοι πληθύνονταν κι έφτασαν να είναι οι περισσότεροι. Οι από αυτούς αφοσιωμένοι στους Τούρκους μπορούσαν να αναδειχτούν στις υψηλές κυβερνητικές και στρατιωτικές θέσεις. Οι καθολικοί του Βορρά μόνη έννοια είχαν την προσωπική τους επιβίωση στις απρόσιτες περιοχές και στα βουνά. Οι ορθόδοξοι του Νότου βρίσκονταν σε άμεση επαφή με τους Έλληνες, καθώς αλβανικοί και ελληνικοί πληθυσμοί ζούσαν ανακατεμένοι. Έλληνες και Αλβανοί, με τον καιρό, έπαψαν και να ξεχωρίζουν. Όλοι συμπεριφέρονταν, μιλούσαν και ένιωθαν Έλληνες. Η αλβανική εθνική συνείδηση ξεπρόβαλε πάλι από τη στάχτη της, όταν κάποιοι Αλβανοί αναδείχτηκαν ως ξεχωριστές προσωπικότητες με κορυφαίο τον Αλή πασά. Αλλ’ ως τότε, είχε παρέλθει ο μισός από τον ΙΗ’ αιώνα.
Οι Βλάχοι
Για τους Τούρκους, οι Βλάχοι της Βλαχίας και της Μολδαβίας ήταν Ρουμ. Δηλαδή, Έλληνες ορθόδοξοι. Έτσι κι αλλιώς, οι Τούρκοι αδυνατούσαν να διακρίνουν εθνικότητες και ξεχώριζαν τους πληθυσμούς με βάση το θρήσκευμα. Αφού, όμως, οι Βλάχοι ήταν Ρουμ, οι χώρες στις οποίες κατοικούσαν πήραν το όνομα Ρουμανία. Κι όταν η Ρουμανία μετεξελίχτηκε σε ενιαίο κράτος, αυτοί που την κατοικούσαν ονομάστηκαν Ρουμάνοι. Στη συνείδηση των Τούρκων, όμως, Βλαχία και Μολδαβία ήταν οι δυο πλευρές του ίδιου νομίσματος.
Οι ηγεμόνες της Βλαχίας και της Μολδαβίας εκλέγονταν από το σώμα των βογιάρων αριστοκρατών. Από τα μέσα του ΙΓ’ αιώνα κι ως τις αρχές του ΙΗ’, ανήκαν οι περισσότεροι στην οικογένεια των Βεσαράβα (αυτήν που έδωσε το όνομά της και στην περιοχή της Βεσαραβίας). Στα μέσα του ΙΣΤ’ αιώνα, ένας Έλληνας τυχοδιώκτης, ο Ιάκωβος Βασιλικός, ανέτρεψε τον ηγεμόνα και πήρε ο ίδιος την εξουσία στη Μολδαβία. Από τότε, οι Έλληνες δεν έπαψαν να αναδεικνύονται ηγεμόνες της Βλαχίας ή της Μολδαβίας ή και των δύο περιοχών διαδοχικά. Ο Γεώργιος Γκίκας, αλβανικής καταγωγής και ελληνικής παιδείας, ήταν ανάμεσα στους άξιους ηγεμόνες της Μολδαβίας πρώτα (όπου τον διαδέχτηκε ο από Ελληνίδα μητέρα γιος του Γρηγόριος) κι έπειτα της Βλαχίας. Με την ίδια σειρά (πρώτα Μολδαβία κι έπειτα Βλαχία) ηγεμόνευσε και ο Γεώργιος Δούκας, ενώ ο εγγονός του, Σερμπάν Καντακουζηνός, ακολούθησε τους Τούρκους ως αρχηγός του σώματος των Βλάχων, στην πολιορκία της Βιέννης (1683), και ήρθε σε συνεννόηση με τους Αυστριακούς για κοινή δράση εναντίον του σουλτάνου.
Τελευταίος εκλεγμένος ηγεμόνας της Μολδαβίας ήταν ο Μολδαβός Δημήτριος Καντεμίρ, που γεννήθηκε και μορφώθηκε στο Φανάρι. Στα 1711, συμμάχησε με τους Ρώσους στον πόλεμο κατά των Τούρκων. Τελευταίος εκλεγμένος ηγεμόνας της Βλαχίας ήταν ο Κωνσταντίνος Μπραγκοβάν Βεσαράβα που εκδηλώθηκε υπέρ των Ρώσων στον ίδιο πόλεμο. Όταν οι Ρώσοι υποχώρησαν νικημένοι, ο Καντεμίρ τους ακολούθησε και πέρασε την υπόλοιπη ζωή του γράφοντας ιστορικά κείμενα. Ο Βασαράβα πιάστηκε κι εκτελέστηκε. Από τότε, ο σουλτάνος διόριζε τους ηγεμόνες και στις δύο περιοχές. Και διόριζε πάντα Έλληνες από το Φανάρι με πρώτους τους αδερφούς Μαυροκορδάτους: Στην Βλαχία τον Νικόλαο, που τα έκανε μούσκεμα, και στη Μολδαβία τον Ιωάννη, που εξελίχτηκε σε πρότυπο ηγεμόνα. Με όλα αυτά, όμως, οι Έλληνες ένιωθαν σαν στο σπίτι τους, όταν βρίσκονταν στις δυο ηγεμονίες, όπου οι ελληνικές παροικίες ανθούσαν. Με τους βογιάρους εχθρικούς προς τους νεοφερμένους, να προσπαθούν για τη δημιουργία φυλετικού μίσους. Όμως, Έλληνες και Βλάχοι αναπτύσσονταν στις δυο άκρες των Βαλκανίων και ήταν ο συνεκτικός κρίκος του χώρου, ο μόνος που θα μπορούσε να υλοποιήσει ένα όραμα μιας παμβαλκανικής ένωσης των λαών. Οι προϋποθέσεις υπήρχαν. Και οι οραματιστές.
Εταιρείες πειρατών
Η αδυναμία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας να επιβάλει ειρήνη και ασφάλεια στις θάλασσες και οι συγκρούσεις ανάμεσα στους Βυζαντινούς και τους Βενετσιάνους αρχικά, Βυζαντινούς και Οθωμανούς Τούρκους στη συνέχεια, Τούρκους και Βενετσιάνους έπειτα, έκαναν να αναφανεί στη Μεσόγειο μια νέα μάστιγα: Των πειρατών που λυμαίνονταν τα παράλια, έθεταν τις μισθοφορικές τους υπηρεσίες στην διάθεση ναυάρχων κάθε δύναμης και μοιράζονταν τη λεία. Η «οικονομία της πειρατείας» στήριξε ολόκληρα κράτη αλλά και πόλεις. Αλγέρι, Μαρόκο, και Τυνησία ζούσαν από την πειρατεία, ενώ διαβόητοι ήταν Αλγερινοί και οι κουρσάροι από την Μπαρμπαριά (Βερβερία, το μεταξύ Ατλαντικού, Σαχάρας και Αιγύπτου τμήμα της Βόρειας Αφρικής). Εξασφάλιζαν τίτλους από τα κράτη, τα οποία υπηρετούσαν (ναύαρχος του τουρκικού στόλου ο Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα τον ΙΣΤ’ αιώνα) και εισέπρατταν αμοιβή μερίδιο από τα λάφυρα. Ή αποτελούσαν «κρατική επιχείρηση», όπως οι Ιωαννίτες Ιππότες της Ρόδου και μετά της Μάλτας. Μαζεύονταν εκατό με διακόσιοι εμπειροπόλεμοι, εξόπλιζαν πλοία με 35 ως 45 κανόνια κι έπεφταν σε όποιο καράβι ξεμονάχιαζαν ή σε κάθε κατοικημένη παραλία που συναντούσαν στον πλου τους. Οι Μπαρμπαρέζοι προτιμούσαν να εξοπλίζουν τις ευέλικτες φούσκες και ύψωναν κόκκινη κουρσάρικη σημαία. Οργανωμένο δίκτυο πληροφοριοδοτών και κλεπταποδόχων τους στήριζε. Στην Κίμωλο και στη Μήλο, οι κλεπταποδόχοι αγόραζαν την λεία των πειρατών σε εξευτελιστικές τιμές και τη μεταπουλούσαν πανάκριβα. Οι κάτοικοι των Κυκλάδων υπέφεραν τα πάνδεινα από τις επιδρομές. Χωρίς να λείπουν οι πόλεμοι:
Τούρκοι πειρατές έπεσαν στη Νάξο και σ’ άλλα νησιά, στα 1343, την εκπόρθησαν και τη λεηλάτησαν. Στα 1383, ο Φραγκίσκος Κρίσπος κυρίευσε το Δουκάτο του Αιγαίου. Στα 1416, τουρκικός στόλος έπεσε στις Κυκλάδες κι αιχμαλώτισε πολλούς κατοίκους που πουλήθηκαν δούλοι. Στα 1440, ο βαρόνος της Πάρου, Κρουστίνος Σομαρίπας, πήρε την Άνδρο κι έγινε κι εκεί βαρόνος. Στα 1448, ολόκληρο το Δουκάτο του Αιγαίου έγινε φόρου υποτελές στους Τούρκους. Οι συγκρούσεις ανάμεσα στους Βενετσιάνους και τους Τούρκους συνεχίστηκαν. Η συνθήκη ειρήνης του 1510 (για την Πελοπόννησο) κατακύρωσε οριστικά τις Κυκλάδες (εκτός από τις ημιαυτόνομες Νάξο και Άνδρο) στην πια Οθωμανική αυτοκρατορία. Στα 1570, ο βενετσιάνικος στόλος φάνηκε στις Κυκλάδες, προκαλώντας τα επαναστατικά ανακλαστικά των νησιωτών. Όμως, κάποια στιγμή, οι Βενετσιάνοι έφυγαν. Οι Τούρκοι εκδικήθηκαν: Πολλά χωριά πυρπολήθηκαν ή λεηλατήθηκαν, φιλικά προσκείμενοι προς την Βενετία συνελήφθησαν κι εκτελέστηκαν, μερικά προνόμια καταργήθηκαν. Στα 1579, το πρώην Δουκάτο του Αιγαίου μετατράπηκε σε τουρκικό σαντζάκι (υποδιαίρεση του μετέπειτα Βιλαετιού).
Με όλα αυτά τα δεινά όμως, πολλά νησιά των Κυκλάδων είχαν ερημώσει, ενώ άλλων είχε δραματικά μειωθεί ο πληθυσμός. Ένα πρόγραμμα επανεγκατάστασης κατοίκων εκπονήθηκε με «μετάγγιση πληθυσμών» από την ηπειρωτική Ελλάδα κι από μεγαλύτερα νησιά. Στα 1575, νέοι κάτοικοι έφτασαν στην έρημη Ίο. Στα 1577, στην Φολέγανδρο. Οι αραιοί πληθυσμοί της Άνδρου, της Κέας, της Κύθνου κ.ά. τονώθηκαν με νέες αφίξεις. Με την πάροδο του χρόνου, οι Τούρκοι εκχώρησαν νέα προνόμια στους Κυκλαδίτες. Κατέκτησαν και το δικαίωμα να ναυπηγούν πλοία για να μπορούν μόνοι τους να αντιμετωπίζουν τους πειρατές. Δεν το άφησαν ανεκμετάλλευτο. Επιδόθηκαν με επιτυχία στη ναυτιλία κι έγιναν εμπειροπόλεμοι ναυτικοί.
Η τουρκική εισβολή στην Κρήτη
Ήταν η εποχή των δολοπλοκιών στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Στην Κωνσταντινούπολη ανεβοκατέβαιναν σουλτάνοι της μιας χρήσης. Στα 1640, ο Ιμπραήμ διαδέχτηκε τον Μουράτ Δ’, αυτόν που κατάργησε το παιδομάζωμα.
Στα 1644, η Ζαφίν σουλτάνα θέλησε να πάρει το παιδί της και να το πάει προσκύνημα στη Μέκκα. Φορτώθηκαν δώρα στα πλοία, επιβιβάστηκαν και οι υψηλοί επιβάτες, απέπλευσαν από την Κωνσταντινούπολη. Στο Αιγαίο, εκείνο τον καιρό κυκλοφορούσαν Ιωαννίτες ιππότες πειρατές. Είχαν εκδιωχθεί από τη Ρόδο, έναν αιώνα νωρίτερα, και είχαν πια εγκατασταθεί στη Μάλτα. Τα οθωμανικά πλοία με το πολύτιμο φορτίο αποτελούσαν πρόκληση. Τα συνέλαβαν. Στον πλου της επιστροφής τους στη Μάλτα, έκαναν και μια στάση στην Κρήτη. Συνέχισαν για τη Μάλτα, χωρίς κανένας να μπορεί να φανταστεί ότι αυτή η στάση θ’ αποδεικνυόταν μοιραία. Η Ζαφίν σουλτάνα πέθανε στη Μάλτα και το παιδί μπήκε στο τάγμα των Δομινικανών μοναχών. Ο σουλτάνος Ιμπραήμ ορκίστηκε εκδίκηση. Η Μάλτα του έπεφτε μακριά. Προτίμησε την Κρήτη, όπου οι πειρατές είχαν για λίγο σταθμεύσει.
Στις 24 Ιουνίου του 1645, ο Γιουσούφ πασάς με τετρακόσια πλοία και 60.000 άντρες βγήκε στη Δυτική Κρήτη και λεηλάτησε την επαρχία Κισάμου. Μετά, έπλευσε στα Χανιά. Οι Τούρκοι βγήκαν στο Κολυμπάρι. Πήραν ένα νησάκι (Θοδωρού, αρχαίο Ακοίτιον) και πολιόρκησαν τα Χανιά. Απέναντι στην πλημμυρίδα των 60.000 Οθωμανών, βρέθηκαν τρεις χιλιάδες Έλληνες και Βενετσιάνοι υπερασπιστές. Στάλθηκε βοήθεια από το κάστρο του Ρεθύμνου. Στη Σούδα, οι Τούρκοι τους σταμάτησαν και τους ανάγκασαν να γυρίσουν πίσω. Η αντίσταση στα Χανιά ήταν ηρωική και μάταιη. Στις 22 Αυγούστου (1645), οι υπερασπιστές παρέδωσαν το φρούριο, πήραν μαζί τους όλους τους κατοίκους των Χανίων, πήραν και τα όπλα τους κι έφυγαν στο Ρέθυμνο.
Με συνεχείς μάχες, ο Γιουσούφ πασάς πήρε όλη την επαρχία Αποκορώνου. Γύρω στα τέλη Σεπτεμβρίου, έφτασε και στο Ρέθυμνο. Πολιόρκησε το κάστρο που άντεξε πάνω από ένα μήνα. Στις 4 του Νοέμβρη, οι υπερασπιστές του συνθηκολόγησαν. Έφυγαν όλοι στον Χάνδακα, το σημερινό Ηράκλειο. Λίγο καιρό αργότερα, αφού πρώτα σταθεροποίησε τις θέσεις του στο Ρέθυμνο, ο Γιουσούφ πασάς κίνησε για τον Χάνδακα.
Βρήκε δύσκολα τα πράγματα εκεί. Μετά τις πρώτες αποτυχημένες απόπειρες να πάρει το φρούριο, προτίμησε να το προσπεράσει και να τ’ αφήσει γι’ αργότερα. Πήρε κάμπους και χωριά κι ως τα τέλη του χρόνου κατείχε όλο το νησί, εκτός από τις ορεινές περιοχές και τα Σφακιά. Ισχυροί θύλακες αντίστασης παρέμεναν τα φρούρια Κισάμου, Μυλοποτάμου και Σητείας (έπεσαν κάποια χρόνια αργότερα) κι ο Χάνδακας. Παρέμεναν ακόμα άπαρτα τα οχυρωμένα νησάκια της Γραμβούσας, της Σούδας και της Σπιναλόγκας που οι Βενετσιάνοι κρατούσαν ως μελλοντικά προγεφυρώματα, όταν, όπως πίστευαν, θα δοκίμαζαν να πάρουν πίσω την Κρήτη.
Ο σουλτάνος Μωάμεθ Δ’ ανέβηκε στον θρόνο στα 1648. Η συστηματική πολιορκία του Χάνδακα ξεκίνησε την Πρωτομαγιά του ίδιου χρόνου. Είκοσι χρόνια αργότερα, η πολιορκία συνεχιζόταν. Ο Χάνδακας έπεσε στους Τούρκους στις 27 Σεπτέμβρη του 1669, όταν στην Κρήτη η τουρκοκρατία είχε ήδη πίσω της παρελθόν ενός τετάρτου αιώνα.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: Η ΤΥΧΗ ΤΗΣ ΑΘΩΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ
Φράγκοι, Καταλανοί και Σέρβοι
Με την πτώση της Κωνσταντινούπολης στους Φράγκους της Δ’ σταυροφορίας (1204), οι άνθρωποι του πάπα προσπάθησαν να αλώσουν το Άγιο Όρος. Και οι σταυροφόροι να το λεηλατήσουν. Πολλοί μοναχοί βασανίστηκαν μέχρι θανάτου για να αποκαλύψουν τους δήθεν «κρυμμένους θησαυρούς» που η φαντασία των επιδρομέων οραματιζόταν. Και ο πάπας πίεζε να γίνει καθολικό «το προπύργιο της Ορθοδοξίας». Δέκα χρόνια αργότερα (1214), ο πάπας Ιννοκέντιος Γ’ διαπίστωνε ότι απέτυχε κι έστελνε κολακευτική επιστολή στους μοναχούς, προσπαθώντας να τους προσελκύσει. Κι ο Λατίνος αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης αναλάμβανε να τους προστατεύσει από τους ληστές.
Η Θεσσαλονίκη ανακτήθηκε γρήγορα από τους Έλληνες. Η Κωνσταντινούπολη το 1261. Ο νέος αυτοκράτορας, Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος, πίεζε τους Αγιορείτες να αποδεχτούν ένωση των Εκκλησιών. Με πρόσφατα τα δεινά από τους Φράγκους κι από τους ανθρώπους του πάπα, οι μοναχοί είχαν, πέρα από τους δογματικούς, πρόσθετους λόγους να αρνούνται. Ο αυτοκράτορας προχώρησε σε άλλες πρακτικές. Ο Γεώργιος Παχυμέρης (1242 – 1310), ένας από τους σπουδαιότερους ιστοριογράφους της εποχής, περιγράφει:
«Όσα βάσανα και τιμωρίας και όσους πονηρούς θανάτους εποίησαν οι Λατινόφρονες τοις εις το Άγιον Όρος του Άθωνος πατράσιν, ουδείς ειδωλολάτρης διώκτης ταύτα εποίησεν».
Παρ’ όλα αυτά, την εποχή αυτή, σημειώθηκε οικοδομική έξαρση με την ανέγερση νέων μονών στο Άγιο Όρος, ενώ καλλιτέχνες αγιογράφοι διακοσμούσαν με τοιχογραφίες και εικόνες τα κτίρια και τις εκκλησίες. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας Μιχαήλ επέτρεψε να κατοικήσουν στον Άθω οικογένειες Ιβήρων (Γεωργιανών) για να τονώσουν τη λειτουργία της Ιβηρικής Θεολογικής Σχολής που ήδη υπήρχε εκεί. Οι νέοι μοναχοί έκτισαν και εκκλησία με επιγραφή στην ιβηρική γλώσσα.
Ο επόμενος αυτοκράτορας, Ανδρόνικος Β’ (1282 – 1328), αφιέρωσε πολύ χρόνο για την ανέγερση θρησκευτικών κέντρων ανά την Ελλάδα. Στον Άθω «και την του Ξηροποτάμου μονήν εκ βάθρων ανήγειρεν». Τον ίδιο καιρό, ο δεσπότης της Σερβίας ανακαίνισε την μονή Βατοπεδίου. Ανακαινίστηκε τότε και η μονή Ζωγράφου.
Η παρένθεση των Καταλανών δεν φαίνεται να επηρέασε τόσο το Άγιο Όρος (εκτός από μια μακρόχρονη πολιορκία της μονής Χιλανδαρίου που υπερασπίστηκαν ο ηγούμενος Δανιήλ και οι μοναχοί του), όσο οι θεολογικές έριδες που έφτασαν ως τα όρια της σύγκρουσης. Η ομφαλοσκόπηση των Ησυχαστών τάραξε όχι μόνο το Άγιο Όρος αλλά και σχεδόν ολόκληρη την αυτοκρατορία. Όμως, ο ΙΔ’ αιώνας χαρακτηρίστηκε από την επιρροή που οι Σέρβοι άσκησαν στον Άθω.
Οι Σέρβοι έδειξαν ιδιαίτερη προτίμηση τόσο στα Μετέωρα όσο και στο Άγιο Όρος. Ο Στέφανος Ντουσάν, μόλις ένα χρόνο μετά την αναγόρευσή του, το 1346, σε «αυτοκράτορα Σέρβων και Ελλήνων», επισκέφτηκε με τη σύζυγό του το Άγιο Όρος σκορπίζοντας πολλά χρήματα στα μοναστήρια, με πρώτη προτίμηση τη σερβική μονή Χιλανδαρίου. Κι ο γιος του, Στέφανος Ούρεσης, έγινε πολύ δημοφιλής στον μοναχικό κύκλο του Άθω. Και ο ηγεμόνας Ιωάννης Ούγλεσης έκτισε ολόκληρο κτιριακό συγκρότημα που απετέλεσε τη μονή Σίμωνος Πέτρας.
Τον Μάιο του 1393, ο αυτοκράτορας Μανουήλ Παλαιολόγος ενέκρινε «νέον Όρον και Τύπον του Όρους Άθω», το τελευταίο Βασιλικό Τυπικό που συντάχθηκε από τη σύναξη (τη γενική συνέλευση) των μοναχών. Τον κανονισμό αυτόν σεβάστηκαν και ο Μωάμεθ ο Πορθητής και οι διάδοχοί του σουλτάνοι. Ίσχυσε ως το 1784, όταν το άλλαξε ο τότε πατριάρχης Γαβριήλ Δ’.
Στα χρόνια της τουρκοκρατίας
Στα 1430, ο Μουράτ Β’ πήρε τη Θεσσαλονίκη. Αντιπροσωπεία μοναχών του Αγίου Όρους τον επισκέφτηκε και δήλωσε υποταγή. Ο σουλτάνος την αποδέχτηκε κι άφησε τη μοναστική πολιτεία ουσιαστικά αυτοδιοικούμενη. Μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης, πρεσβεία μοναχών επισκέφτηκε τον Μωάμεθ Β’ τον Πορθητή και ζήτησε την προστασία του. Ο Μωάμεθ επικύρωσε το προϋπάρχον καθεστώς. Το Άγιο Όρος βρέθηκε κάτω από την προστασία των ηγεμόνων της Μολδαβίας και της Βλαχίας που αρχικά ήταν ανεξάρτητοι και στη συνέχεια φόρου υποτελείς στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Στις αρχές του ΙΣΤ’ αιώνα, ο σουλτάνος Σελίμ Α’ ευεργέτησε την μονή Ξηροποτάμου κι εξέδωσε φιρμάνι που προστάτευε τις μοναστηριακές περιουσίες.
Το καθεστώς αυτό καταργήθηκε μετά την επαναστατική κίνηση που εκδηλώθηκε στα χρόνια των τουρκοβενετικών πολέμων (1570 – 1573). Το Άγιο Όρος έγινε εξάρτημα του τάγματος των μποσταντζήδων (τάγμα σωματοφυλάκων του σουλτάνου, των οποίων ο αρχηγός διέθετε μεγάλη δύναμη). Παρ’ όλα αυτά, εκτός από τον αρχηγό και τους άνδρες μικρής φρουράς που εγκαταστάθηκε στις Καρυές (1575), σε κανέναν άλλο Τούρκο δεν επιτρεπόταν η είσοδος στον Άθω. Από το 1743, ένας δεύτερος αξιωματικός των μποσταντζήδων εγκαταστάθηκε στην Θεσσαλονίκη ως σύνδεσμος με το Άγιο Όρος.
Οι πειρατικές επιδρομές και οι εσωτερικές έριδες ανάμεσα στα μοναστήρια οδήγησαν την πολιτεία σε παρακμή και φτώχεια κατά τους ΙΣΤ’ και ΙΖ’ αιώνες. Στα μέσα του ΙΖ’ αιώνα, ακόμα και η μονή της Μεγίστης Λαύρας είχε τεράστια χρέη και με δυσκολία μπορούσε να συντηρήσει τέσσερις με πέντε μοναχούς. Ο τότε πατριάρχης Διονύσιος Γ’ Βάρδαλις μπόρεσε να την ξεχρεώσει. Μεγάλοι δωρητές που εμφανίστηκαν τον ΙΗ’ αιώνα, έδωσαν νέα ώθηση στη λειτουργία της πολιτείας που κινδύνευσε από νέες εσωτερικές διαμάχες: Για το ποια είναι τα δεξιά μέρη του Αγίου Άρτου και για το αν θα πρέπει να γίνονται μνημόσυνα (και να μοιράζονται κόλλυβα) όχι μόνο Σάββατο αλλά και Κυριακή. Στα τέλη του ΙΗ’ αιώνα, η διαμάχη ήταν για τη συνεχή μετάληψη («μανία για συνεχή μετάληψη» την είπαν). Ο πληθυσμός όμως του Αγίου Όρους αυξανόταν συνεχώς. Στη στροφή προς τον ΙΘ’ αιώνα, υπήρχαν εκεί σε λειτουργία 22 μονές.
Το ειδικό καθεστώς του Αγίου Όρους ήταν απόλυτα σεβαστό στους Τούρκους, σε τέτοιο σημείο ώστε, στα 1807, με επέμβαση του αρχηγού των μποσταντζήδων και του πατριάρχη, η διοίκηση της Θεσσαλονίκης υποχρεώθηκε να απελευθερώσει είκοσι μοναχούς που κρατούσε ως όμηρους εξαιτίας της επανάστασης των Σέρβων. Η έστω και απρόθυμη συμμετοχή των Αγιορειτών στην επανάσταση του 1821 είχε αποτέλεσμα την κατάργηση των προνομίων. Ως το 1830, οι Οθωμανοί προέβαιναν σε λεηλασίες κι έσφαζαν ανεξέλεγκτα τόσο στην ευρύτερη Χαλκιδική όσο και στο Άγιο Όρος. Στα 1830, η ησυχία επανήλθε στην περιοχή.
(τελευταία επεξεργασία, 8 Ιανουαρίου 2021)