Τα διαπλεκόμενα συμφέροντα
Στις αρχές του δεύτερου μισού του ΙΘ’ αιώνα, ο σουλτάνος Αμπντούλ Μετζίτ θα έπρεπε να είναι πολύ ευχαριστημένος με την κατάσταση, όπως είχε διαμορφωθεί. Η Οθωμανική αυτοκρατορία βρισκόταν μέσα στο παιχνίδι για τις παραδουνάβιες ηγεμονίες, είχε φιλικές σχέσεις με τον ηγεμόνα της Σερβίας, Καραγεόργεβιτς, εξασφάλισε οχυρωμένη οδό μέσα από το Μαυροβούνιο προς την Ερζεγοβίνη κι έβλεπε τον θρόνο του Όθωνα στον Νότο να τρίζει. Έξω από τα Βαλκάνια, η κατάσταση είχε ηρεμήσει στον Λίβανο, ενώ οι δυτικές δυνάμεις φρόντισαν να ησυχάσουν τον Μοχάμεντ Αλή της Αιγύπτου.
Εκείνος που δεν είχε λόγους να αισθάνεται ευτυχής με την ανάκαμψη των Τούρκων ήταν ο τσάρος Νικόλαος. Επειγόταν να διαδεχτεί την Οθωμανική αυτοκρατορία εξασφαλίζοντας έξοδο στο Αιγαίο. Τίποτα όμως δεν προμηνούσε την διάλυσή της, αν ο ίδιος δεν ενεργούσε κατάλληλα. Το μεγάλο χαρτί του ήταν η προστασία των χριστιανών υπηκόων του σουλτάνου. Οι συνθήκες του εξασφάλιζαν δικαίωμα επέμβασης μόνο για τους ορθοδόξους. Νόμισε πως βρήκε στην Παλαιστίνη την αφορμή που γύρευε. Κι έδωσε στο πιάτο την ευκαιρία στον Ναπολέοντα Γ’ της Γαλλίας να επέμβει.
Για τους Γάλλους, όπως είχαν τα πράγματα στην Οθωμανική αυτοκρατορία, ήταν πολύ καλά, αφού εξακολουθούσαν να ισχύουν οι «διομολογήσεις», που είχαν συμφωνήσει ο Φραγκίσκος Α’ κι ο Σουλεϊμάν Α’ από το 1536. Αν η Γαλλία εξασφάλιζε την προστασία των καθολικών της αυτοκρατορίας με μια «μικρή» διεύρυνση των συμφωνιών, θα μπορούσε να βάλει πόδι στη Μέση Ανατολή. Για την ώρα, εκείνο που ενδιέφερε τους Γάλλους, ήταν μια ακέραιη Οθωμανική αυτοκρατορία. Για την ακεραιότητά της ενδιαφέρονταν και οι Άγγλοι. Πίστευαν ότι ο εξευρωπαϊσμός της μπορούσε να τη σώσει και να την καταστήσει παράγοντα σταθερότητας στην περιοχή κι αποτρεπτικό ανάχωμα στην επέκταση του ελληνικού κράτους, όπου βασίλευε ο απαράδεκτος γι’ αυτούς Όθων.
Απέναντι σ’ αυτούς τους συσχετισμούς, η Αυστρία προσπαθούσε να τηρήσει ουδετερότητα, καθώς εκείνο για το οποίο κυρίως ενδιαφερόταν ήταν μια διαρκής παράταση της υπάρχουσας κατάστασης: Αναταραχή στα Βαλκάνια σήμαινε πιθανότητα εξέγερσης και των εκεί Σλάβων υπηκόων της με απρόβλεπτες συνέπειες. Το «1848» ήταν εντελώς πρόσφατο.
Με όλα τούτα, η τύχη των λαών της Βαλκανικής βρισκόταν στα χέρια των μεγάλων δυνάμεων και το μέλλον τους εξαρτιόταν από τις τρέχουσες διαθέσεις των ισχυρών της εποχής. Αυτή τη φορά, το πρόσχημα ήταν ένα ασημένιο αστέρι που κάποιος έκλεψε από τη σπηλιά της Βηθλεέμ!
Στους Άγιους Τόπους, ο ανταγωνισμός ορθοδόξων και καθολικών, Ελλήνων και Λατίνων, κρατούσε από την εποχή των σταυροφόρων. Η τουρκική κατάκτηση και τα αλληλοσυγκρουόμενα φιρμάνια είχαν περιπλέξει τα πράγματα, καθώς υπήρχαν αποφάσεις ακόμα και για το ποιος είχε δικαίωμα να σφουγγαρίσει το δάπεδο ενός ναού ή να ανάβει τα καντήλια. Στα 1808, μια πυρκαγιά προκάλεσε ζημιές στον ναό της Ανάστασης, στην Ιερουσαλήμ. Οι ορθόδοξοι έσπευσαν να τις επιδιορθώσουν και οι καθολικοί διαμαρτυρήθηκαν θεωρώντας ότι μια τέτοια ενέργεια απέβλεπε στην οικειοποίηση του ναού. Κι εκεί απέβλεπε άλλωστε η προθυμία των ορθοδόξων να ξοδέψουν δικά τους χρήματα. Η διαμάχη αυτή εκκρεμούσε ακόμα το 1847, όταν ξέσπασαν συμπλοκές ανάμεσα στους καθολικούς και ορθοδόξους, επειδή χάθηκε ένα ασημένιο αστέρι από τη σπηλιά της Βηθλεέμ. Με ρωσική επέμβαση κι ενώ οι Γάλλοι ήταν ακόμα απασχολημένοι με τις διαδικασίες μετατροπής του προέδρου της Δημοκρατίας, Ναπολέοντα Γ’, σε αυτοκράτορα, ένα φιρμάνι (8 Φλεβάρη του 1852) καθόρισε τα ζητήματα καταπώς ήθελαν οι ορθόδοξοι.
Οι κινήσεις στη σκακιέρα
Ο Ναπολέοντας Γ’ θεώρησε το φιρμάνι για τους Άγιους Τόπους μοναδική ευκαιρία για να αναπτύξει δράση ανάμεσα στους δυσαρεστημένους καθολικούς της περιοχής. Ήταν ακριβώς η ώρα που οι Ρώσοι άρχισαν να υποκινούν ζήτημα προστασίας όχι μόνο των ορθοδόξων αλλά όλων των χριστιανών υπηκόων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ο Ναπολέοντας χρησιμοποιούσε το φιρμάνι για να προσεταιριστεί τους καθολικούς κι ο Νικόλαος εκμεταλλευόταν την δράση των Γάλλων πρακτόρων ως δήθεν αντιρωσική ενέργεια. Αρχές του 1853, κάλεσε τον Άγγλο πρεσβευτή στην Πετρούπολη, Σέιμορ, κι άνοιξε μαζί του συζήτηση, για την οποία κρατήθηκαν πρακτικά.
Σύμφωνα με αυτά, ο τσάρος εξέφρασε τις ανησυχίες του για την τύχη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, την οποία παρομοίασε με άνθρωπο ετοιμοθάνατο. Δήλωσε ξεκάθαρα πως δεν ενδιαφερόταν για την τύχη του Ελληνισμού, με τίποτα δεν επιθυμούσε να δει την Κωνσταντινούπολη ελληνική κι ούτε ήταν της γνώμης πως η Ελλάδα έπρεπε να γίνει κράτος σημαντικό. Πολύ περισσότερο, ήταν ενάντιος στην επανίδρυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Φυσικά, ξεκαθάρισε πως ούτε αγγλική επιθυμούσε να δει την Κωνσταντινούπολη, για την οποία θεωρούσε ως λύση μια ρωσική εντολή προστασίας. Σ’ αυτά τα πλαίσια, δεχόταν λογικό να δοθούν στην Αγγλία η Αίγυπτος και η Κρήτη. Είχε πολλά παράπονα για τη δράση των Γάλλων στους Άγιους Τόπους, ενώ η Ρωσία ενδιαφερόταν για την προστασία όλων των χριστιανών, κι άφησε υπαινιγμούς ότι ήταν πιθανή μια επανάσταση των Βουλγάρων.
Οι Βούλγαροι ως πρόσχημα
Για τους Άγγλους, το θέμα των Βουλγάρων ήταν ανύπαρκτο. Όπως ανύπαρκτο θα ήταν και για τον τσάρο, αν δεν είχε υπάρξει εκείνη η «επιτροπή των Βουλγάρων» το 1829, όταν τα ρωσικά στρατεύματα προέλαυναν στον Αίμο, και δεν αναπτυσσόταν η υπόγεια δράση των ελάχιστων εμπόρων που εργάζονταν για να ξυπνήσουν εθνικά τους συμπατριώτες τους με ορμητήριο τα εδάφη της Ρωσίας. Οι μυστικές υπηρεσίες είχαν ήδη πληροφορήσει τον τσάρο γι’ αυτές τις κινήσεις κι αυτός φρόντισε να τις μεγαλοποιήσει για να τις εκμεταλλευτεί.
Οι απαντήσεις του Άγγλου πρεσβευτή ήταν πολύ προσεκτικά διατυπωμένες, γεγονός που θα έπρεπε να είχε πονηρέψει τον Νικόλαο. Η Αγγλία είχε τη γνώμη ότι ο ασθενής δεν ήταν ετοιμοθάνατος και ότι η κατάστασή του ήταν αναστρέψιμη, αρκεί να προχωρούσε έγκαιρα ένα πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, που θα οδηγούσε την Οθωμανική αυτοκρατορία στον εκσυγχρονισμό και στην δημιουργία ενός κράτους κατά τα δυτικά πρότυπα. Συμφωνούσε με την διαπίστωση ότι η Ελλάδα δεν έπρεπε να επεκταθεί άλλο, πολύ περισσότερο που η διοίκηση της χώρας από τον Όθωνα ήταν ό,τι χειρότερο μπορούσε κάποιος να περιμένει. Κι ακόμα, η Αγγλία διαφωνούσε κάθετα με την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από μεγάλη δύναμη, επειδή θεωρούσε ότι κάτι τέτοιο θα ανέτρεπε την ισορροπία στην περιοχή.
Στις 16 του Φλεβάρη (1853), έφτασε στην Κωνσταντινούπολη ο Ρώσος διπλωμάτης Αλέξανδρος Σέργιεβιτς Μεντσίκοφ που άρχισε να συμπεριφέρεται με σκαιότητα στους Τούρκους επίσημους, υπογραμμίζοντας ότι η Ρωσία προστατεύει όλους τους χριστιανούς, υποστηρίζει την προσπάθεια των Βουλγάρων να έχουν εθνική ταυτότητα και με βάση τις παλιές συνθήκες θέτει την «ελληνορωσική θρησκεία» κάτω από την προστασία της.
Ο σουλτάνος ειδοποίησε την Αγγλία και την Γαλλία. Ο γαλλικός στόλος έπλευσε στο Αιγαίο. Οι Άγγλοι ενήργησαν «εγγλέζικα». Ο όρος που υποβίβαζε την Ορθοδοξία σε «ελληνορωσική θρησκεία» δεν ήταν απλά καινοφανής. Υποδήλωνε και μια τάση πανσλαβιστική που τονιζόταν με το ξαφνικό ρωσικό ενδιαφέρον για τους Βουλγάρους, οι οποίοι επίσημα ήταν ανύπαρκτοι. Ο πανσλαβισμός όμως ήταν ολοκληρωτικά αντίθετος προς τον Ελληνισμό και οι Έλληνες δεν ξεχνούσαν τις θεωρίες του Φαλμεράιερ που τόσο θόρυβο είχαν ξεσηκώσει. Άλλωστε, την εποχή εκείνη, δεν είχε ακόμη κοπάσει.
Οι Άγγλοι άφησαν να «διαρρεύσει» η συζήτηση τσάρου - Σέιμορ παγώνοντας κάθε σκέψη των Ελλήνων υπηκόων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας να κινηθούν υπέρ των Ρώσων. Έπειτα, βοήθησαν την Πύλη στην διατύπωση μιας προσεκτικής απάντησης στους Ρώσους: Η Τουρκία δεχόταν τις ρωσικές θέσεις αναφορικά με τους Αγίους Τόπους και δεν ανέφερε λέξη για όλα τα υπόλοιπα.
Σαχ και ματ
Η Ρωσία απάντησε τον Απρίλη με ένα τελεσίγραφο για την προστασία της «ελληνορωσικής» θρησκείας, ενώ ο ρωσικός στρατός συγκεντρωνόταν στα σύνορα της Μολδαβίας κι ο στόλος ετοιμαζόταν στη Σεβαστούπολη. Στις 21 του Μάη (1853), ο Μεντσίκοφ έφυγε από την Κωνσταντινούπολη μαζί με όλο το προσωπικό της ρωσικής πρεσβείας. Ακολούθησαν άκαρπες διακοινώσεις κι από τις δυο πλευρές, ενώ ένα φιρμάνι (23 του μήνα) εγγυόταν τα προνόμια των ορθοδόξων. Η Γαλλία πρότεινε το σχέδιο μιας διακοίνωσης και η Αυστρία ανέλαβε να το προωθήσει. Ακολούθησε ένα ατέλειωτο παζάρι με τη Ρωσία, ενώ (26 Ιούνιου του 1853) ο τσάρος υπέγραψε διάγγελμα προς τον ρωσικό λαό, όπου εξηγούσε τις υποχρεώσεις του από τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή να προστατεύσει τους «ορθοδόξους» της αυτοκρατορίας (η «ελληνορωσική» θρησκεία ξεχάστηκε). Στο διάγγελμα, τονιζόταν ότι ο σουλτάνος δεν πήρε ξεκάθαρη θέση στο ζήτημα, οπότε ο ίδιος ήταν υποχρεωμένος να στείλει στρατό στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, όχι για να τις κατακτήσει αλλά για να τις έχει ως εγγύηση ώσπου να αποκατασταθεί η δικαιοσύνη.
Μπροστά στην διαμορφούμενη κατάσταση, η Γαλλία ετοιμαζόταν για σύγκρουση, η Αυστρία και η Αγγλία έκαναν παρεμβάσεις συστήνοντας αυτοσυγκράτηση και η Οθωμανική αυτοκρατορία υποδαύλιζε τον άνεμο του πολέμου. Ώσπου να καταλήξουν κάπου οι συνομιλίες, ο ρωσικός στρατός κυρίευσε τις ηγεμονίες. Στην Κωνσταντινούπολη, η Πύλη οργάνωσε «αντικυβερνητικές» διαδηλώσεις που κατηγορούσαν τον σουλτάνο ότι δε ζητούσε από τους Αγγλογάλλους να έρθουν στον Βόσπορο. Η κυβέρνηση «απολογήθηκε» ότι κάτι τέτοιο το απαγόρευαν οι συνθήκες, οι διαδηλωτές «επέμεναν» ότι οι συνθήκες είχαν ήδη καταλυθεί και η κυβέρνηση «αναγκάστηκε να υποκύψει» ζητώντας από τους Αγγλογάλλους να καταπλεύσουν. Ήρθαν αμέσως. Στις 29 του Σεπτέμβρη, η Ρωσία διαμαρτυρήθηκε ότι παραβιάζεται η συνθήκη του 1841 για ουδετερότητα των στενών. Οι Άγγλοι απάντησαν ότι η ρωσική στρατιωτική παρουσία στις ηγεμονίες έχει καταργήσει τη συνθήκη. Κι ενώ γινόταν συζήτηση, αν η συνθήκη έχει καταργηθεί ή όχι, η Οθωμανική αυτοκρατορία (4 Οκτώβρη του 1853) κήρυξε τον πόλεμο στη Ρωσία.
Ξαφνικά, ο τσάρος Νικόλαος διαπίστωνε ότι είχε απομονωθεί για τα καλά. Η Ιερή Συμμαχία διαλύθηκε και τυπικά. Με την Πρωσία αμέτοχη και την Αυστρία ουδέτερη. Με την Αγγλία συγκαλυμμένα και την Γαλλία απροκάλυπτα εχθρικές να συμβουλεύουν τον σουλτάνο. Με τα Βαλκάνια παγερά αδιάφορα καθώς κανένας δε φαινόταν να πείθεται από τους Ρώσους πράκτορες που διέτρεχαν την χερσόνησο. Οι Βούλγαροι μόλις μάθαιναν ότι υπήρχαν ως εθνική οντότητα, οι Μολδαβοί και οι Βλάχοι είχαν πρόσφατες εμπειρίες για το τι σημαίνει ρωσικό ενδιαφέρον, οι Σέρβοι απλά αγανακτούσαν με τον Καραγεόργεβιτς που κρατούσε φιλική στάση απέναντι σε Αυστριακούς και Τούρκους, το Μαυροβούνιο ζούσε στον δικό του κόσμο και οι Έλληνες υπήκοοι του σουλτάνου ακόμα δεν είχαν συνέλθει από την αποκάλυψη των πραγματικών προθέσεων της Ρωσίας. Μόνο ο βασιλιάς του ανεξάρτητου Βασίλειου της Ελλάδας, Όθων, θεώρησε πως του δινόταν μια καλή ευκαιρία για αντιπερισπασμό των Ελλήνων από τα μύρια όσα του καταλόγιζαν.
Το ελληνικό φιάσκο
Στις αρχές του 1854, ελληνικά εθελοντικά ανταρτικά σώματα πέρασαν τα σύνορα και μπήκαν στην Ήπειρο και την Θεσσαλία. Ο Θεόδωρος Γρίβας έφτασε ως το Μέτσοβο αλλ’ αναγκάστηκε να υποχωρήσει στη Θεσσαλία, όπου δρούσε ο στρατηγός Χριστόδουλος Χατζηπέτρου. Απέτυχαν να καταλάβουν τον Δομοκό, πήραν την Καλαμπάκα. Η Αυστρία φοβήθηκε μήπως η επαναστατική κίνηση επεκταθεί και στις δικές της σλαβικές περιοχές. Πρότεινε στην Αγγλία να δεχτεί τουρκική αίτηση για παροχή βοήθειας ενάντια στα ελληνικά επαναστατικά κινήματα. Στις 7 του Μάρτη, μια τουρκική διακοίνωση ζητούσε από τον Όθωνα να ανακαλέσει τους Έλληνες αξιωματικούς από την Ήπειρο και την Θεσσαλία. Αγγλία, Γαλλία, Αυστρία και Πρωσία κάλεσαν την Ελλάδα να υπακούσει. Η ελληνική απάντηση κρίθηκε ανεπαρκής, ενώ τον Απρίλη ο Τσάμης Καρατάσος έκανε απόβαση στο Άγιο Όρος. Το προσωπικό της τουρκικής πρεσβείας στην Αθήνα αποχώρησε κι ο σουλτάνος κατέφυγε στην προσφιλή μέθοδο των απελάσεων.
Ο Όθων απάντησε απαγορεύοντας την διαμονή Τούρκων μουσουλμάνων μέσα στα όρια του ελληνικού κράτους. Και δήλωσε αγέρωχα ότι θα έμπαινε επικεφαλής του ελληνικού στρατού αναγγέλλοντας την έναρξη της διαδικασίας απελευθέρωσης των υπόδουλων Ελλήνων. Μια αγγλογαλλική προσβλητική διακοίνωση (8 Απρίλη του 1854) τον κάλεσε «να κάτσει στ’ αβγά του». Στις 12 του Μάη, ο γαλλικός στόλος μπήκε στο λιμάνι κι ο γαλλικός στρατός έκανε απόβαση στον Πειραιά. Ο Όθων διακήρυξε την ελληνική ουδετερότητα, πρωθυπουργός διορίστηκε ο έμπιστος των Άγγλων Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και, ως τις 6 του Ιουνίου, τα εθελοντικά σώματα γύρισαν πίσω από τα σύνορα. Τον επόμενο χρόνο (27 Μάη του 1855), η Ελλάδα θα εισέπραττε ως αντάλλαγμα την υπογραφή της ελληνοτουρκικής εμπορικής συμφωνίας.
Το ρωσικό φιάσκο
Ο τσάρος Νικόλαος υπέγραψε το νέο διάγγελμα προς τον ρωσικό λαό την 1η Νοέμβρη του 1854: Όλα γίνονταν για την κατακαημένη την Ορθοδοξία. Στις 30 του μήνα, ο ρωσικός στόλος βύθισε τον τουρκικό στο λιμάνι της Σινώπης. Ο ρωσικός στρατός πήρε τη Σιλίστρια κι άρχισε να προελαύνει προς τη Μακεδονία. Η Αυστρία ειδοποίησε τον Νικόλαο πως θα την έβρισκε μπροστά του αν δε γύριζε πίσω. Ο τσάρος υποχώρησε. Οι Αγγλογάλλοι βγήκαν στην Καλλίπολη.
Τον Νικόλαο (πέθανε στις 2 Μάρτη του 1855) διαδέχθηκε ο γιος του Αλέξανδρος Β’ (1818 - 1881) που συνέχισε όσα άρχισε ο πατέρας του, ενώ στο μέτωπο των αντιπάλων προστέθηκε και η Σαρδηνία. Το φθινόπωρο, οι δυνάμεις του αντιρωσικού μπλοκ πέρασαν τον Δούναβη. Οι Ρώσοι υποχώρησαν στην Κριμαία, όπου μεταφέρθηκε ο πόλεμος. Ξεκίνησε η πολιορκία της Σεβαστούπολης που διάρκεσε 349 ημέρες. Μια τοπική νίκη στον Καύκασο επέτρεψε στον Αλέξανδρο να έχει μούτρα να κουβεντιάσει με τους αντιπάλους του. Οι συζητήσεις ξεκίνησαν, ενώ η Σεβαστούπολη αμυνόταν ακόμα. Έπεσε πριν να υπογραφεί η ειρήνη.
Ένα μνημόνιο καθόριζε τα δίκαια των χριστιανών υπηκόων του σουλτάνου, χωρίς να θίγονται η αξιοπρέπεια και η ανεξαρτησία του στέμματος. Ο Αμπντούλ Μετζίτ εξέδωσε το «χατ - ι - χουμαγιούν» (λαμπρό έγγραφο, 6 Φλεβάρη του 1856) που καθιέρωνε την ισότητα των πολιτών και καταργούσε το σουλτανικό δικαίωμα πάνω στην ζωή και την περιουσία των υπηκόων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Καταργήθηκαν και οι «ατιμωτικές» ονομασίες γκιαούρ και κιαφίρ για τους χριστιανούς, τσιφούτ για τους εβραίους. Ουσιαστικά, η Δύση αντικαθιστούσε τη Ρωσία στην προστασία των χριστιανών. Συμφωνήθηκε ακόμα ότι η ναυσιπλοΐα στον Δούναβη θα ήταν ελεύθερη για όλους, ενώ ο Εύξεινος Πόντος ανακηρύχθηκε ουδέτερη θάλασσα, χωρίς ναυστάθμους και ναυπηγεία. Θα επιτρεπόταν η παρουσία λίγων ρωσικών και τουρκικών πολεμικών με χρέη λιμενικού σώματος. Στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, η ρωσική προστασία καταργήθηκε, ενώ διατηρήθηκε η αυτονομία κάτω από την επικυριαρχία του σουλτάνου. Έμπαινε όμως ένας σημαντικός νέος όρος: Οι ηγεμονίες θα οργανώνονταν εσωτερικά σύμφωνα με την επιθυμία των κατοίκων. Ήταν το πρώτο βήμα προς την ένωση.
Η συνθήκη των Παρισίων, με την οποία τερματίστηκε ο Κριμαϊκός πόλεμος, υπογράφτηκε στις 18 Μάρτη του 1856 και ουσιαστικά διακήρυσσε τον σεβασμό της εδαφικής ακεραιότητας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας από όλους. Επαναβεβαίωνε την αρχή της διαμεσολάβησης, που πρωτοδιατυπώθηκε στη συνθήκη του Κάρλοβιτς (1699), και υπογράμμιζε ότι η Οθωμανική αυτοκρατορία θα είχε στο εξής φύλακα άγγελό της την Δύση που αναγνώριζε ότι ο σουλτάνος έκανε ό,τι μπορούσε για τους υπηκόους του. Στην πραγματικότητα, την Ιερή Συμμαχία που μόλις είχε κηδευτεί, την αντικαθιστούσε ένα είδος Συμβουλίου Ασφαλείας (Ρωσία, Αυστρία, Πρωσία, Γαλλία, Αγγλία, Οθωμανική αυτοκρατορία) που είχε μόνο ένα μέλημα: Να προστατεύει την Οθωμανική αυτοκρατορία από κάθε εξωτερική επιβουλή και κάθε εσωτερική επαναστατική απόπειρα. Την είπαν Ευρωπαϊκή Συναυλία. Απέτυχε, όπως είχε αποτύχει και η Ιερή Συμμαχία.
Η Μολδοβλαχία
«Οι ηγεμονίες θα οργανώνονταν εσωτερικά σύμφωνα με την επιθυμία των κατοίκων», ανέφερε το μνημόνιο που προηγήθηκε της συνθήκης των Παρισίων. Η υλοποίηση αυτού του όρου ξεκίνησε με την αντικατάσταση των ηγεμόνων (1857) στις παραδουνάβιες. Στη θέση τους τοποθετήθηκαν καϊμακάμηδες (έπαρχοι). Συνεδρίασαν και οι τοπικές συνελεύσεις, που εξέφρασαν τον κοινό πόθο για ένωση των δύο ηγεμονιών σε ένα συνταγματικό κράτος με κληρονομικό ηγεμόνα από ευρωπαϊκό οίκο. Δεν τους έκαναν ακριβώς το χατίρι. Στις 19 Αυγούστου του 1858, δημοσιεύτηκε ο κανονισμός διοίκησης των «δύο ενωμένων ηγεμονιών» κάτω από την εγγύηση των μεγάλων δυνάμεων, χωρίς την ανάμιξη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (θα κατέβαλαν μόνο φόρο σ’ αυτήν), με αιρετή συνέλευση, που θα εξέλεγε ισόβιο (κι όχι κληρονομικό) ηγεμόνα ντόπιο κι απαραίτητα πλούσιο.
Η συνέλευση της Μολδαβίας πραγματοποιήθηκε στο Ιάσιο (17 Γενάρη του 1859) και της Βλαχίας στο Βουκουρέστι (5 του Φλεβάρη). Ηγεμόνας εκλέχτηκε ο συνταγματάρχης Αλέξανδρος Κούζας που ανέλαβε την υποχρέωση να προπαρασκευάσει την ένωση με ξένο ηγεμόνα. Υπήρχαν δυο Βουλές με δυο κυβερνήσεις και μια Κεντρική Επιτροπή. Οι διαβουλεύσεις προχώρησαν αλλ’ όχι και τόσο ήρεμα. Η Οθωμανική αυτοκρατορία ενέκρινε την προσωρινή ένωση τον Δεκέμβρη του 1861. Η ενιαία βουλή της Μολδοβλαχίας συνεδρίασε πρώτη φορά στο Βουκουρέστι (15 Φλεβάρη του 1862). Ο Αλέξανδρος Κούζας βολεύτηκε ως ηγεμόνας και δεν έδειχνε διάθεση να προχωρήσει άλλο τις διαδικασίες. Έμαθε και να κυβερνά με ευνοουμένους και ερωμένες.
Τον Ιούνιο του 1862, δολοφονήθηκε ο πρωθυπουργός Μπάρμπου Καταρτζίν. Το Νοέμβρη, ο Κούζας δήμευσε τα μοναστηριακά έσοδα των κτημάτων του πατριαρχείου. Τον Μάη του 1863, επέβαλε στα μοναστήρια την πληρωμή ενοικίου υπέρ του κράτους. Κατάργησε και την χρήση της ελληνικής γλώσσας στις εκκλησίες, καθιέρωσε το νέο ημερολόγιο κι αποφάσισε ότι οι επίσκοποι θα διορίζονται από τον αρμόδιο υπουργό κι όχι από το πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, που διαμαρτυρήθηκε για όλα αυτά στις μεγάλες δυνάμεις. Αδιαφόρησαν, εκτός από τη Ρωσία που ευαισθητοποιήθηκε, επειδή ο Κούζας κατηγορήθηκε ότι «λατινίζει». Σε όλα αυτά, ήρθε να προστεθεί η διάλυση της Βουλής και η δημοσίευση νέου συντάγματος (14 Μάη του 1864), που συνοδεύτηκαν από άγρια διασπάθιση του δημοσίου χρήματος. Η καταστροφή της σοδειάς διόγκωσε τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Τον Φλεβάρη του 1866, ο Αλέξανδρος Κούζας ανατράπηκε κι αντικαταστάθηκε από «αντιβασιλέα». Ένα δημοψήφισμα εξέλεξε ηγεμόνα τον αξιωματικό του πρωσικού στρατού Κάρολο Χοετζόλερν Σιγκμαρίγκεν που τύχαινε να είναι συγγενής του Ναπολέοντα Γ’ της Γαλλίας και να προέρχεται από τον ηγεμονικό οίκο της Πρωσίας. Οι Γάλλοι συγκατένευσαν, οι Πρώσοι όχι. Ο Κάρολος τρύπωσε στη Μολδοβλαχία με πλαστό διαβατήριο και (22 Μάη του 1866) έφτασε στο Βουκουρέστι. Τον Οκτώβρη, παραλάβαινε αυτοπροσώπως στην Κωνσταντινούπολη το φιρμάνι, που τον διόριζε «κληρονομικό ηγεμόνα».
Ο φερετζές της Ευρώπης
Όταν τα μέλη της «Ευρωπαϊκής Συναυλίας» έβαζαν τις υπογραφές στη συνθήκη των Παρισίων (Μάρτης του 1856), πίστευαν ότι έλυσαν μια για πάντα το «ανατολικό ζήτημα» με τη μεγάλη τους έμπνευση να εξευρωπαΐσουν την Οθωμανική αυτοκρατορία. Ο Αμπντούλ Μετζίτ τους εξήγησε ότι, για να γίνει κάτι τέτοιο, χρειαζόταν χρήματα. Κανένα πρόβλημα! Οι Ευρωπαίοι προθυμοποιήθηκαν να δώσουν, όσα δάνεια ήθελε. Το χρήμα άρχισε να ρέει άφθονο χωρίς όμως ποτέ να φθάνει σε επενδύσεις, ενώ οι μεταρρυθμίσεις καθυστερούσαν. Η διασπάθιση του χρήματος ήταν εξόφθαλμη αλλά οι Αγγλογάλλοι δανειστές είχαν τεράστια υπομονή: «Τίποτα δε γίνεται από τη μια στιγμή στην άλλη και η Οθωμανική αυτοκρατορία δείχνει να κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση» ήταν η διαπίστωση. Όταν τα λεφτά σώθηκαν, ο σουλτάνος άρχισε να τυπώνει πληθωριστικό νόμισμα. Ακόμα δυο δάνεια από τους Αγγλογάλλους, χάθηκαν πριν να επενδυθούν. Ούτε την ώρα της αποπληρωμής υπήρξε πρόβλημα. Εκδόθηκαν νέα δάνεια για να καλύψουν τα παλιά. Όμως, ο σουλτάνος υποσχέθηκε να συμμαζέψει την κατάσταση. Ένας Αυστριακός ειδικός κατέπλευσε στην Κωνσταντινούπολη. Διαπίστωσε πως η αυτοκρατορία λειτουργούσε χωρίς έστω και στοιχειώδη προϋπολογισμό, τα έξοδα μεγάλωναν με εκπληκτικούς ρυθμούς, το νόμισμα εξευτελιζόταν ταχύτατα και η οικονομία βυθιζόταν σε βαθιά κρίση που παράσερνε το εμπόριο. Στα 1860, η Οθωμανική αυτοκρατορία ανάγγειλε τον πρώτο στην ιστορία της κρατικό προϋπολογισμό: Έσοδα 12 εκατομμύρια λίρες. Έξοδα 19,5 εκατομμύρια! Ένα δάνειο κάλυψε το άνοιγμα της ψαλίδας. Ο Αμπντούλ Μετζίτ πέθανε έχοντας βάλει φέσι στη μισή Ευρώπη.
Τον διαδέχθηκε (1861 - 1876) ο Αμπντούλ Αζίζ που αποδείχτηκε εφάμιλλός του στο άρμεγμα. Μόλις έγινε σουλτάνος, πήρε δάνειο 400.000.000 γαλλικά φράγκα με τοκογλυφικό επιτόκιο που όμως ποτέ δεν πλήρωσε. Το 1862, η Αγγλία του έκανε νέο δάνειο 8.000.000 λίρες. Το 1863 ιδρύθηκε η Αυτοκρατορική Οθωμανική Τράπεζα. Ο χορός των δανείων συνεχίστηκε και στα επόμενα χρόνια κι έφτασε ως τη δανειοδότηση ακόμα και για να κτιστεί η διαμονή της αυτοκράτειρας Ευγενίας, γυναίκας του Ναπολέοντα Γ’, που επισκέφθηκε επίσημα την Κωνσταντινούπολη (1869). Νέα δάνεια για να γίνουν σιδηρόδρομοι, άλλα δάνεια για να αγοραστούν θωρηκτά. Το άμεσα καταβλητέο ποσό του χρέους έφτασε (1875) στα 150.000.000 λίρες, ενώ το ταμείο ήταν άδειο. Παρ’ όλ’ αυτά, ο Αζίζ γλεντούσε το κατά δύναμη: Τρεις νόμιμες γυναίκες, εννιακόσιες στο χαρέμι, 3.000 ευνούχοι, αναρίθμητο υπηρετικό προσωπικό, ασύλληπτα ποσά σπαταλιόνταν δεξιά κι αριστερά. Και το ισοζύγιο να βουλιάζει από τις συνεχώς αυξανόμενες εισαγωγές ευρωπαϊκών προϊόντων.
Στις 7 Οκτώβρη του 1875, ο Αμπντούλ Αζίζ ανακοίνωσε λιτά και σεμνά ότι δεν υπήρχε γρόσι για πληρωμές: Χρεωκοπία! Το μόνο που είχαν να κάνουν οι δανειστές ήταν ν’ αρχίσουν να κλαίνε τα λεφτά τους ομαδικά. Κατασχέσεις και επιβολές διαχειριστικών ελέγχων δεν περιλαμβάνονταν στο πρόγραμμα εξευρωπαϊσμού της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Ο καιρός των Ελλήνων
Μέσα σ’ αυτόν τον απέραντο παράδεισο της οθωμανικής ρεμούλας, ο ακόμα υπόδουλος Ελληνισμός βρήκε πρόσφορο έδαφος ν’ αναπτυχθεί και να ευημερήσει. Με μοχλό την αναγεννημένη εκκλησιαστική διοίκηση και με την προστασία των Άγγλων που έσπευδαν να βοηθήσουν, όπου διαπίστωναν ρεύμα ενάντιο στον βασιλιά του ανεξάρτητου κράτους, Όθωνα. Το οθωμανικό περιβάλλον ευνοούσε τους καπάτσους και δραστήριους. Οι Έλληνες διαθέτουν και τα δυο προσόντα. Σύντομα, η Κωνσταντινούπολη και η Σμύρνη εξελίχθηκαν σε μεγάλα κέντρα του Ελληνισμού, που δεν περιοριζόταν πια στο Φανάρι. Η αναρρίχηση Ελλήνων στην κρατική ιεραρχία έφτασε κάποια στιγμή στην ολοκληρωτική της κατάκτηση. Έλληνες ήταν οι πρεσβευτές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, Έλληνες και οι εμπορικοί πρόξενοι στις μεγαλουπόλεις της γηραιάς ηπείρου. Και Έλληνας ο υπουργός Εξωτερικών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας που μετείχε στο συνέδριο του Βερολίνου, όπου παιζόταν η τύχη της ελεύθερης Ελλάδας. Εισαγγελείς, αρχίατροι, ο πρόεδρος του χρηματιστηρίου, τραπεζίτες, εργολάβοι δημοσίων έργων, δανειστές του κράτους και του σουλτάνου: Ο έλεγχος της δημόσιας οικονομίας είχε περάσει σε ελληνικά χέρια.
Ελληνικά ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα παρείχαν ευκαιρίες για μόρφωση, ελληνικές καθημερινές εφημερίδες πρόσφεραν ενημέρωση, επιστημονικοί σύλλογοι ανέπτυσσαν δράση και μια πολιτική λέσχη στην καρδιά της Κωνσταντινούπολης έφερε το όνομα «Βυζάντιον» και γινόταν ο στίβος της αντιπαράθεσης ιδεών και ρευμάτων. Ως και αντιπροσωπεία στάλθηκε στην Αθήνα, για να απαιτήσει από τον θρόνο τον σεβασμό του συντάγματος.
Έφτασε η στιγμή που το καλύτερο για έναν Τούρκο μέσο πρόσβασης στην εξουσία ήταν η γνωριμία του με κάποιον Έλληνα. Κι ενώ ο Ελληνισμός αναπτυσσόταν με ραγδαίους ρυθμούς, οι Τούρκοι συνεχώς έπαιρναν την κάτω βόλτα. Αμορφωσιά, φτώχεια, πόλεμοι και εξεγέρσεις τους αποδεκάτιζαν. Επαναλαμβανόταν το φαινόμενο της άλλοτε ρωμαϊκής κατοχής, στην διάρκεια της οποίας οι υπόδουλοι Έλληνες είχαν «κατακτήσει» τους κατακτητές τους. Η αντιζηλία έβαλε τις βάσεις για την ανάπτυξη του φυλετικού μίσους, καθώς οι υπόδουλοι βρίσκονταν σε σαφώς καλύτερη μοίρα από τους ελεύθερους και διέθεταν ισχυρούς προστάτες στις ευρωπαϊκές αυλές. Τότε ήταν που μπήκαν γερά τα θεμέλια του ανθελληνισμού, ο οποίος επρόκειτο να είναι ένα από τα κυρίαρχα συστατικά των Νεότουρκων.
Οι Βούλγαροι στο προσκήνιο
Ο ανθελληνισμός έβρισκε πρόσφορο έδαφος και στους πληθυσμούς, που κατοικούσαν στις δύο Ρωμυλίες κι άρχιζαν να συνηθίζουν στην ιδέα ότι δεν ήταν κάποιοι ανώνυμοι ραγιάδες αλλά διέθεταν εθνική υπόσταση: Ήταν Βούλγαροι κι ο τόπος τους λεγόταν Βουλγαρία. Από τον καιρό του καλόγερου Παΐσιου, η εθνική αφύπνιση συνδεόταν με την καλλιέργεια του μίσους ενάντια στους Σέρβους και Έλληνες. Ήταν κι αυτός ένας από τους λόγους που υπαγόρευσαν στον τσάρο Νικόλαο να συνδέσει τη στροφή του προς τους Σλάβους με την εγκατάλειψη των Ελλήνων. Κι όταν η επίσημη Ρωσία αποφάσισε πως, αντί να μάχεται τις πανσλαβιστικές ιδέες, ήταν προτιμότερο να τις εκμεταλλευτεί, οι Βούλγαροι βρήκαν ισχυρό σύμμαχο τη ρωσική Εκκλησία. Μέσα από την Εκκλησία άλλωστε δραστηριοποιόταν το βουλγαρικό λόμπι.
Από την εποχή που τα μέλη της αντιπροσωπείας επισκέφτηκαν τον Ρώσο στρατηγό στον Αίμο και δήλωσαν ότι είναι Βούλγαροι (1829), είχε συμπληρωθεί περίοδος μιας γενιάς, όταν οι Έλληνες αποφάσισαν πως ήταν ώρα για μια εκκλησιαστική μεταρρύθμιση. Η διοίκηση της Ορθοδοξίας μέσω του πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης είχε περάσει από καιρό στα χέρια μιας θεσμοθετημένης, άκαμπτης κι οπισθοδρομικής γεροντοκρατίας. Κάτω από τη μύτη των Τούρκων, ο φωτισμένος πατριάρχης Κύριλλος Ζ’ συγκάλεσε πανχριστιανική συνέλευση των υποδούλων. Ξεκίνησε στις 7 Οκτώβρη του 1858 και ουσιαστικά κράτησε δυο χρόνια. Η γεροντοκρατία, μετά από ομηρικές μάχες, εξοβελίστηκε. Ψηφίστηκαν τότε οι «εθνικοί κανονισμοί» που θεσμοθετούσαν τα της Εκκλησίας και της εκλογής πατριάρχη, αρχιερέων, συνοδικών κ.λπ. Οι «εθνικοί κανονισμοί», όμως, λειτούργησαν και σαν ένα είδος συντάγματος του υπόδουλου Ελληνισμού κι έβαλαν τις βάσεις για την εσωτερική του διοίκηση. Καταργήθηκαν στη διάρκεια του Α’ Παγκόσμιου πολέμου (τυπικά, με τη συνθήκη της Λοζάννης το 1923).
Στην πανχριστιανική συνέλευση, όμως, υπήρχαν και εκπρόσωποι από τις Ρωμυλίες, που δήλωσαν και ήταν Βούλγαροι. Εξοπλισμένοι με την υποστήριξη του ρωσικού πανσλαβισμού και την υπόθαλψη του Βατικανού, που μυριζόταν νέα πελατεία, υπέβαλαν μια σειρά από απαιτήσεις. Η ικανοποίηση των αιτημάτων θα σήμαινε έναν ντε φάκτο φυλετικό διαχωρισμό της Εκκλησίας. Το πατριαρχείο απάντησε αρνητικά και οι άνθρωποι του Βατικανού συμβούλευσαν τους Βουλγάρους να αποχωρήσουν. Δεν είχαν τέτοιο σκοπό αλλά δημοσιοποίησαν τις προτάσεις των καθολικών. Το πατριαρχείο πρόσφερε μια σειρά από προνόμια, ανάμεσα στα οποία και η δυνατότητα να γίνεται η λειτουργία στη σλαβική γλώσσα. Οι Βούλγαροι ζήτησαν να μετέχουν και δικοί τους μητροπολίτες στη σύνοδο, από την οποία εκλεγόταν ο πατριάρχης. Ζήτησαν έξι θέσεις, τους προσφέρθηκαν δύο, μαζί με την επανίδρυση της αρχιεπισκοπής στο Τίρνοβο και την δημιουργία αυτοκέφαλης βουλγαρικής εκκλησίας. Απαίτησαν η έδρα να βρίσκεται στην Κωνσταντινούπολη και μόνο τότε κατάλαβαν οι Έλληνες ότι σκοπός τους δεν ήταν η εθνική εκκλησία αλλά η άλωση του πατριαρχείου. Αντέδρασαν αλλά στους αντιπάλους τους προστέθηκε και ο σουλτάνος που θεώρησε πως η βουλγαρική σφήνα καθιστούσε πιο ευάλωτους τους Έλληνες καθώς του ήταν αδύνατο να καταλάβει ότι έτσι έπαιζε το ρωσικό παιχνίδι.
Στις 30 Μάρτη του 1870, ένα φιρμάνι ανακήρυσσε αυτόνομη την βουλγαρική εκκλησία με επικεφαλής έξαρχο και με προσωρινή έδρα την Κωνσταντινούπολη. Ένας μακρύς κατάλογος απαριθμούσε τις μητροπόλεις που θα υπάγονταν στην Εξαρχία. Και μια παράγραφος ανέφερε ότι θα προσχωρούσαν σ’ αυτήν και οι μητροπόλεις, των οποίων τα δύο τρίτα του πληθυσμού θα την προτιμούσε. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο, με το «έτσι θέλω» κι ανεξάρτητα από την βούληση του ποιμνίου, δημιουργήθηκαν στη Μακεδονία επτά υπαγόμενες στην Εξαρχία μητροπόλεις, πλάι σε ισάριθμες ελληνικές. Στις 29 Αυγούστου του 1872, η σύνοδος του πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης διακήρυξε ότι η βουλγαρική Εξαρχία είναι σχισματική.
Τον ίδιο καιρό, η δράση εκείνων που εργάζονταν για την εθνική αφύπνιση και χειραφέτηση των Βουλγάρων, εντεινόταν. Στη Μολδοβλαχία δρούσε βουλγαρική οργάνωση που κάποια στιγμή άρχισε να έχει επαφές με επίσημους εκπροσώπους των γύρω ηγεμονιών. Κι, όπως γίνεται σε τέτοιες περιπτώσεις, οι ενέργειες έφταναν ως την υπερβολή. Ανακαλύφθηκε η «Μεγάλη Βουλγαρία», εφευρέθηκαν αρχαίες θρακικές και ινδικές ρίζες, ενώ κάποια αρχαία θρακικά μουσικά στοιχεία, που επιζούν στην περιοχή, στάθηκαν ικανή απόδειξη ότι οι Βούλγαροι είναι κατευθείαν απόγονοι του Ορφέα και της Ευρυδίκης! Μοχλός σ’ αυτή την ιστορία υπήρξε ο Στεφάν Βέρκοβιτς (1827 - 1893) που κυρίως ασχολήθηκε με την προσπάθεια να αποδειχθεί ότι υπήρχε σλαβο(βουλγαρο)μακεδονικό έθνος εκδίδοντας στο Βελιγράδι τον πρώτο τόμο της συλλογής «Δημοτικά Τραγούδια των Βουλγαρομακεδόνων» (1860). Ο ίδιος, ως ερευνητής, ανακάλυψε και τύπωσε τη σε 15.693 στίχους, όσους και η Ιλιάδα (!), Βέδα Σλοβένα («Σλαβική Βέδα»), η οποία «αποδεικνύει» ότι οι Βούλγαροι είναι γνήσιοι απόγονοι Ινδών και άρα των Θρακών που από τις Ινδίες ήλθαν! Είχαν προηγηθεί οι δραστηριότητες του Πέτκο Ράσκο Σλαβέικοφ (1825 - 1895), Βούλγαρου πατριώτη, που γεννήθηκε στη Μακεδονία, σπούδασε στο Βουκουρέστι, μπήκε στα φιλολογικά πράγματα το 1852 κι εξέδωσε στην Πετρούπολη βουλγαρικά τραγούδια (1853), προκαλώντας το ενδιαφέρον των πανσλαβιστών. Στα 1857, μετέφερε την δράση του στην Κωνσταντινούπολη, όπου πρωτοστάτησε στις εκκλησιαστικές διεκδικήσεις των ομοεθνών του κι εξέδωσε τη σατιρική εφημερίδα «Γκάιντα», με την οποία διακωμωδούσε τον ελληνικό κλήρο.
Από τα πράγματα, στην διάρκεια της έβδομης δεκαετίας του ΙΘ’ αιώνα, είχε δημιουργηθεί ένα «τουρκομολδαβοβλαχοβουλγαρικό» ανθελληνικό μπλοκ, που θα διευρυνόταν. Κι ένας ακόμα άτυπος «σερβοβουλγαρομολδοβλαχικός» ανταγωνισμός για έξοδο στο Αιγαίο. Έτσι, η Μακεδονία έμπαινε στο στόχαστρο Σέρβων, Μολδοβλάχων και Βουλγάρων, πριν καν αποκτήσουν εθνική ανεξαρτησία κι ενώ ακόμα βρισκόταν κάτω από την οθωμανική κατοχή. Με την ανεξάρτητη Ελλάδα να κοιμάται τον ύπνο του δικαίου. Και την τσαρική Ρωσία να υποδαυλίζει τις ορέξεις με σκοπό να τις εκμεταλλευτεί για να αποκτήσει η ίδια έξοδο στο Αιγαίο. Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, κατασκεύαζε και σιδηροδρομική γραμμή, που κάποια στιγμή θα κατέληγε στην θρακομακεδονική παραλία.
Η ρωσική ανάκαμψη
Όταν τα μέλη της «Ευρωπαϊκής Συναυλίας» έβαζαν τις υπογραφές στη συνθήκη των Παρισίων (Μάρτης του 1856), πίστευαν ότι έλυσαν μια για πάντα και το θέμα της ευρωπαϊκής ειρήνης, καθώς είχαν τσαλαπατήσει τη Ρωσία. Το ίδιο λάθος θα γινόταν και εξήντα χρόνια αργότερα, με τη λήξη του Α’ Παγκόσμιου πολέμου, όταν η συνθήκη στις Βερσαλλίες (1919) έβαλε τα θεμέλια για την οικοδόμηση των αιτιών που οδήγησαν στον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο. Και τότε έπρεπε να είχαν πείρα. Με τη συνθήκη του 1856, ταπείνωσαν σε τέτοιο βαθμό τη Ρωσία, ώστε ο τσάρος ζούσε πια μόνο για τη ρεβάνς. Η πρώτη του μέριμνα ήταν να εκσυγχρονίσει την δική του αυτοκρατορία. Στα 1861, κατάργησε την δουλεία που ακόμα ανθούσε. Καθιέρωσε την διάκριση των εξουσιών και προχώρησε σε ριζικές αλλαγές στην εξωτερική πολιτική. Τον Μάη του 1867, με την ευκαιρία του συνεδρίου των πανσλαβιστών στη Μόσχα, ενστερνίστηκε επίσημα τις ιδέες αυτές, ελαφρά βελτιωμένες: Ο πανσλαβισμός μπήκε στην υπηρεσία της Ρωσίας. Κι ο στρατηγός κόμης Νικόλαος Παύλοβιτς Ιγνάτιεφ (1832 - 1908) ανέλαβε να εκπονήσει τα στρατηγικά σχέδια για την εφαρμογή του δόγματος. Αιχμή του δόρατος τα Βαλκάνια. Ο Ιγνάτιεφ βρέθηκε πρεσβευτής της χώρας του στην Κωνσταντινούπολη.
Εκείνο που κυρίως έκαιγε τη Ρωσία ήταν ότι ο Εύξεινος Πόντος είχε μετατραπεί σε ουδέτερη θάλασσα. Η ανατροπή της συνθήκης στο σημείο αυτό γινόταν πρώτη προτεραιότητα. Η ευκαιρία παρουσιάστηκε, με την έκρηξη του γαλλογερμανικού πολέμου (1870 - 1871). Η Ρωσία διακήρυξε ότι, αφού οι σύμμαχοι του 1856 δεν μπορούσαν πια να τα βρουν μεταξύ τους, έπαυε να υπάρχει και η «συναυλία». Τον Οκτώβρη του 1870, δήλωσε ότι δε δεσμεύεται από τη συνθήκη των Παρισίων σε ότι αφορούσε τον Εύξεινο Πόντο. Στα γρήγορα, στήθηκε μια συνδιάσκεψη στο Λονδίνο. Τον Μάρτη του 1871, κατέληξαν στην κατάργηση της ουδετερότητας για τη Μαύρη θάλασσα, ενώ ο σουλτάνος διατηρούσε το δικαίωμα να κλείνει τα Δαρδανέλλια, όποτε θεωρούσε ότι απειλείται.
Στην Κωνσταντινούπολη, ο Ρώσος πρεσβευτής προετοίμαζε το έδαφος για την προώθηση των σκοπών του. Με δυο λόγια, το «σχέδιο Ιγνάτιεφ» συνοψιζόταν στη φράση: «Στρέψτε τις βλέψεις της Ελλάδας στα νησιά του Αιγαίου και στην Κρήτη και προωθήστε τους Σλάβους στην χερσόνησο του Αίμου». Σχέδιο απλό και μεγαλοφυές.
Η Ελλάδα αλλάζει βασιλιά
Το σύνταγμα που προέκυψε από την επανάσταση της 3ης Σεπτέμβρη του 1843, δεν έλυσε τα πολιτικά προβλήματα της Ελλάδας. Ούτε τα κοινωνικά. Ο Όθων εξακολουθούσε να ανακατεύεται στην πολιτική, ν’ ανεβοκατεβάζει κυβερνήσεις, ουσιαστικά να κυβερνά. Και βέβαια, το σύνταγμα δεν έδινε ψωμί στους πεινασμένους ούτε αποκατέστησε τους αγωνιστές του 1821. Η κατάσταση πήγαινε από το κακό στο χειρότερο και οι εξεγέρσεις έγιναν συχνό φαινόμενο. Μέσα σε όλα, οι ξένες δυνάμεις επενέβαιναν ανοιχτά στα ελληνικά πολιτικά πράγματα κι έφτασαν, στον Κριμαϊκό πόλεμο, να καταλάβουν Αθήνα και Πειραιά (Μάης 1854 - Φλεβάρης 1857). Στα 1859, ένας νέος βουλευτής μπήκε στην πολιτική σκηνή: Ο Επαμεινώνδας Δεληγιώργης (1829-1879), που πήρε τις περισσότερες ψήφους στο Μεσολόγγι. Διακήρυξε ότι για όλα έφταιγε το στέμμα. Ξεκίνησε ανοιχτή αντιμοναρχική εκστρατεία κι έγινε γρήγορα το ίνδαλμα των φοιτητών. Μέρα με τη μέρα, το αντιβασιλικό ρεύμα ογκωνόταν. Ένα κίνημα στο Ναύπλιο αντιμετωπίστηκε από τον γιο του ναύαρχου της επανάστασης του 1821, Αθανάσιο Μιαούλη (1η Φλεβάρη του 1862). Για να σώσουν την κατάσταση, ο Όθων και η Αμαλία πραγματοποίησαν μεγάλη περιοδεία στην Πελοπόννησο. Αναθάρρησαν κι ετοίμασαν μια δεύτερη στην Αιτωλοακαρνανία. Ο Θοδωράκης Γρίβας (1797 - 1862) απάντησε υψώνοντας σημαία επανάστασης στη Βόνιτσα. Ήταν 10 Οκτώβρη του 1862. Την ίδια μέρα επαναστάτησε και η Πελοπόννησος. Στην Αθήνα, ο καθηγητής του πανεπιστημίου Νικόλαος Σαρίπολος (1817-1887) έγραψε μια προκήρυξη.
Η περιοδεία στην Αιτωλοακαρνανία ματαιώθηκε. Η βασιλική θαλαμηγός κατέπλευσε στο λιμάνι του Πειραιά (11 Οκτώβρη του 1862). Οι επιβάτες της δε βγήκαν στη στεριά. Το πρωί, η προκήρυξη του Νικολάου Σαρίπολου είχε δημοσιευτεί από τον Επαμεινώνδα Δεληγιώργη: Καταργούσε τη βασιλεία του Όθωνα και συγκαλούσε εθνοσυνέλευση. Ο λαός είχε βγει στους δρόμους. Στην προκυμαία του Πειραιά, τα πλήθη υποδέχτηκαν την θαλαμηγό με αποδοκιμασίες. Ο Όθων και η Αμαλία προτίμησαν να την οδηγήσουν στη Σαλαμίνα, όπου διανυχτέρευσαν. Την επομένη, 12 του Οκτώβρη, έφυγαν για πάντα από την Ελλάδα.
Με την έξωση του Όθωνα, η χώρα ειρήνευσε. Οι Άγγλοι ένιωθαν πανευτυχείς και προαλείφανε για βασιλιά της τον πρίγκιπα Αλφρέδο, προσφέροντας δώρο τα Επτάνησα. Ένα δημοψήφισμα έφερε τον Αλφρέδο να παίρνει τις 230.000 από τις συνολικά 240.000 ψήφους. Όμως, οι άλλες μεγάλες δυνάμεις αντέδρασαν. Οι Άγγλοι αναδιπλώθηκαν, ενώ (10 Δεκέμβρη του 1862) μια εθνοσυνέλευση ξεκινούσε τις εργασίες της. Μέσα από αντεγκλήσεις, απόπειρες πραξικοπημάτων και αναταραχή, η εθνοσυνέλευση πρότεινε το στέμμα στον νικητή του δημοψηφίσματος. Η αγγλική κυβέρνηση το αρνήθηκε για λογαριασμό του. Μια επιτροπή ανέλαβε να διερευνήσει το ζήτημα. Στις 18 Μάρτη του 1863, ανακοινώθηκε στην εθνοσυνέλευση ότι Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία συμφωνούσαν στο πρόσωπο του Γεωργίου Γουλιέλμου, γιου του διαδόχου της Δανίας. Συμφωνούσε κι ο πατέρας του. Την ίδια μέρα, η εθνοσυνέλευση ανακήρυξε τον Γεώργιο βασιλιά: Βασιλιά των Ελλήνων, ώστε να περιλαμβάνονται κι εκείνοι των κατεχομένων εδαφών, κι όχι της Ελλάδας, όπως ήταν ο Όθων. Μια επιτροπή έφυγε στη Δανία να προσφέρει το στέμμα. Όμως, ο πατέρας του Γεώργιου, διάδοχος της Δανίας Χριστιανός Θ’ Γλίξμπουργκ, καθυστερούσε. Απαιτούσε την ικανοποίηση τριών όρων, προκειμένου να συγκατατεθεί: Να παραιτηθούν οι Βαυαροί από τον ελληνικό θρόνο, να παραχωρηθούν στην Ελλάδα τα Επτάνησα και να αυξηθεί η χορηγία των μεγάλων δυνάμεων προς τον βασιλιά.
Η Αγγλία συμφώνησε να δώσει τα Επτάνησα προίκα στον Γεώργιο. Άλλωστε, ο νεαρός ήταν γιος του αδερφού της γυναίκας του βασιλιά της, Εδουάρδου Ζ’. Όμως, ο πρώτος όρος κολλούσε στην άρνηση των Βαυαρών να παραιτηθούν. Με ένα δικολαβίστικο κείμενο, οι τρεις δυνάμεις θυμήθηκαν πως αυτές εξέλεξαν τον Όθωνα, τον δοκίμασαν για τριάντα χρόνια, δεν τους έκανε και τον απάλλασσαν από τα καθήκοντά του, απαλλάσσοντας και τις ίδιες από τις διάφορες δεσμεύσεις, που είχαν αναλάβει απέναντι στους Βαυαρούς. Το θέμα έκλεισε. Στις 25 Μάη του 1864, ο βασιλιάς Φρειδερίκος αποδέχτηκε το στέμμα των Ελλήνων για λογαριασμό του Γεώργιου. Στις 15 του Ιουνίου, η εθνοσυνέλευση ανακήρυξε τον νέο βασιλιά ενήλικο. Στις 18 Οκτώβρη του 1863, ο Γεώργιος βγήκε από το πλοίο, στον Πειραιά. Η εθνοσυνέλευση συνέχισε τις εργασίες της, ώσπου να ψηφίσει το νέο σύνταγμα. Στις 16 Νοέμβρη του 1864, ο Γεώργιος παρουσιάστηκε μπροστά της και ορκίστηκε στον νέο καταστατικό χάρτη της χώρας. Ήταν ο πρώτος συνταγματικός βασιλιάς της Ελλάδας. Τρία χρόνια αργότερα (15 Νοέμβρη του 1867) παντρεύτηκε την πριγκίπισσα Όλγα, ανιψιά του τσάρου Αλέξανδρου Β’. Υπήρξε βασιλιάς για μισόν αιώνα. Επέζησε από δυο συνωμοσίες και μια απόπειρα κατά της ζωής του (1898), πριν να πέσει χτυπημένος από δολοφονικές σφαίρες (5 Μάρτη του 1913), και ευτύχησε να δει το βασίλειό του να υπερδιπλασιάζει την έκτασή του.
Τα Επτάνησα προίκα στον Γεώργιο
Η αγγλική κατοχή στα Ιόνια νησιά ονομαζόταν επίσημα Προστασία. Προστασία της ανεξάρτητης πολιτείας των Επτανήσων, όπως αναφερόταν στη συνθήκη της Βιέννης (1815). Την ημέρα της ένωσης με την Ελλάδα, ένας ανώνυμος χρονικογράφος έγραψε: «Οι Άγγλοι εκάθησαν εις την Επτάνησον χρόνους 54, μήνας 8 και ημέραν μίαν». Ήταν 21 Μάη του 1864. Μετά την παράδοση, ο αρμοστής Στορξ πέρασε στο Κατάκωλο και πρόσφερε τη σημαία της Επτανησιακής Πολιτείας στον βασιλιά Γεώργιο. Στις 29 του Ιουνίου, ο Γεώργιος πατούσε το πόδι του στην Κέρκυρα, πρώτο σταθμό της περιοδείας του στο Ιόνιο. Στις 29 Αυγούστου, οι πληρεξούσιοι από τα Επτάνησα γίνονταν δεκτοί με ζητωκραυγές στην εθνοσυνέλευση, που ετοίμαζε το νέο σύνταγμα της Ελλάδας.
Από καιρό, οι Άγγλοι ήθελαν να απαλλαγούν από τα Επτάνησα. Με ευχαρίστηση θα τα παραχωρούσαν στην Ελλάδα, αν δεν υπήρχε ο βασιλιάς Όθων και η εμμονή του στη Μεγάλη Ιδέα. Τα γεγονότα του 1848 στην Κεφαλονιά και το ψήφισμα της Βουλής (1850) ξανάφεραν το θέμα στην επιφάνεια. Στη στροφή της δεκαετίας του 1850 προς 1860, αγγλόφιλοι στα Επτάνησα προωθούσαν ένα φιλόδοξο σχέδιο: Τη δημιουργία της Επτανησιακής Ηγεμονίας που θα περιλάμβανε τα Ιόνια νησιά, την Θεσσαλία και την Ήπειρο, με ηγεμόνα τον πρίγκιπα Αλφρέδο, δεύτερο γιο της Βικτωρίας. Η έξωση του Όθωνα (Οκτώβρης του 1862) έκανε το σχέδιο να ατονήσει. Ο πρίγκιπας Αλφρέδος προοριζόταν πια για βασιλιάς των Ελλήνων. Τον Νοέμβρη του 1862, ο πρωθυπουργός της Αγγλίας κάλεσε τον Χαρίλαο Τρικούπη, επιτετραμμένο στο Λονδίνο. «Αφού έφυγε ο Όθων», του είπε, «κρατάμε την Κέρκυρα και σας δίνουμε τα υπόλοιπα νησιά του Ιονίου».
Την ημέρα που ξεκίνησε η εθνοσυνέλευση στην Αθήνα (Δεκέμβρης του 1862), ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών διαμήνυε πως «η βασίλισσα δεν θα είχε αντίρρηση να δοθούν τα Ιόνια στην Ελλάδα, αν ο νέος βασιλιάς ήταν αρεστός στους Βρετανούς». Στην Αθήνα έφτανε μήνυμα: «Προκειμένου να στηριχτεί η μοναρχία στην Ελλάδα, η βασίλισσα Βικτωρία ήταν πρόθυμη να ανακοινώσει στην βουλή των λόρδων και στο αγγλικό κοινοβούλιο την ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα. Όμως, η προσφορά δεν ίσχυε, αν οι Έλληνες εξέλεγαν βασιλιά, που θα δημιουργούσε υποψίες ότι θα ακολουθούσε επιθετική πολιτική προς την Οθωμανική αυτοκρατορία». Για την ειρωνεία της Ιστορίας, ο Γεώργιος θεωρήθηκε ότι πληρούσε τις προϋποθέσεις.
Στις 13 Ιουλίου του 1863, μια διεθνής συνθήκη έδινε στους κατοίκους των Επτανήσων τη δυνατότητα να ενωθούν με την Ελλάδα «εφόσον αυτό επιθυμούσε ο λαός τους». Ο αρμοστής Στορξ διέλυσε το κοινοβούλιο της Επτανησιακής πολιτείας και προκήρυξε εκλογές για τις 19 του Σεπτέμβρη. Παρουσιάστηκε ο ίδιος μπροστά στους νεοεκλεγέντες με το ερώτημα, αν ο λαός επιθυμεί την ένωση με την Ελλάδα. Πήρε την απάντηση με ψήφισμα στις 23 Σεπτέμβρη του 1863: «Αι νήσοι Κέρκυρα, Κεφαλληνία, Ζάκυνθος, Λευκάς, Ιθάκη, Κύθηρα, Παξοί και τα εξαρτήματα αυτών ενούνται μετά του βασιλείου της Ελλάδος, όπως εσαεί αποτελώσιν αναπόσπαστον αυτού μέρος εν μιά και αδιαιρέτω πολιτεία, υπό το συνταγματικόν σκήπτρον της Αυτού Μεγαλειότητητος του βασιλέως των Ελλήνων Γεωργίου του Α’ και των διαδόχων αυτού».
Τα θεμέλια για την τελική ευθείνα μπήκαν στις 14 Νοέμβρη του 1863 με την υπογραφή της συνθήκης του Λονδίνου, που παραχωρούσε τα Επτάνησα στην Ελλάδα. Δυο μέρες αργότερα, στις 16 του ίδιου μήνα, ο Γεώργιος ορκιζόταν βασιλιάς των Ελλήνων. Στις 29 Μάρτη του 1864, ανακοινώθηκε η τελική συμφωνία: Τα νησιά παραχωρούνταν στην Ελλάδα ως προίκα στον Γεώργιο. Στις 21 του Μάη, ο από τους βασικούς συντελεστές της έξωσης του Όθωνα και μετέπειτα πρωθυπουργός, Θρασύβουλος Ζαΐμης, σε επίσημη τελετή στην Κέρκυρα, παραλάμβανε τα Επτάνησα ως πληρεξούσιος του Γεωργίου Α’.
Επανάσταση στην Κρήτη
Η δημιουργία του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους βρήκε την Κρήτη τουρκική κτήση. Ο πασάς της Αιγύπτου Μοχάμεντ Αλή (1769 - 1849) κατάφερε να καταστείλει την επανάσταση που ξέσπασε εκεί το 1821 και να κρατήσει το νησί στην κυριαρχία του ως το 1841. Μια επανάσταση εκείνη τη χρονιά, πνίγηκε. Στα 1856, η Τουρκία υπέγραψε το «χάτ - ι - χουμαγιούν» (λαμπρό έγγραφο), με το οποίο αναγνώριζε τα προνόμια των χριστιανών και τους παραχωρούσε ισότητα στα αστικά δικαιώματα. Γρήγορα, όμως, οι Τούρκοι ξέχασαν την υπογραφή τους και καταδυνάστευαν τους Κρητικούς με αυθαιρεσίες και βαριές φορολογίες. Τον Μάη του 1866, περίπου 4.000 Κρητικοί μαζεύτηκαν στα Περιβόλια, κοντά στα Χανιά, και ζήτησαν να εφαρμοστούν οι όροι της συνθήκης. Οι Τούρκοι αρνήθηκαν. Ξέσπασε η επανάσταση. Η επίσημη Ελλάδα κράτησε ουδέτερη στάση αλλ’ η κυβέρνηση του Δημητρίου Βούλγαρη (1801 - 1877) σχημάτιζε ανταρτικά σώματα εθελοντών και τα έστελνε στο νησί, ενώ δυο τροχήλατα μετασκευασμένα εμπορικά πλοία («Αρκάδι» και «Ένωσις») ανέλαβαν τον εφοδιασμό των επαναστατών. Οι ηρωισμοί όμως δεν αρκούσαν. Σε αποφασιστική μάχη, οι Τούρκοι νίκησαν. Τριακόσιοι μαχητές και 643 γυναικόπαιδα υποχώρησαν κι οχυρώθηκαν στη μονή του Αρκαδίου, στον νομό Ρεθύμνης. Τους πολιόρκησαν 28.000 Τούρκοι. Αξιωματικός από την Τρίπολη, εθελοντής στην κρητική επανάσταση, ο Ιωάννης Δημακόπουλος (1833 - 1866) οργάνωσε την άμυνα του αρχαίου μοναστηριού, που είχε χτιστεί από τον βυζαντινό αυτοκράτορα Ηράκλειο (575 -641). Οι Τούρκοι προσπάθησαν να πάρουν το μοναστήρι με γιουρούσια. Αποκρούστηκαν όλα. Έφεραν κανόνια. Στις 9 Νοέμβρη του 1866, ένα ρήγμα στη μάντρα τους επέτρεψε να μπουν. Ο Δημακόπουλος έπεσε νεκρός. Ο ηγούμενος του μοναστηριού, Γαβριήλ Μάνεσης, δεν ήθελε να πέσει στα χέρια των εισβολέων. Τα γυναικόπαιδα συμφώνησαν. Μαζεύτηκαν στην πλευρά, όπου φύλαγαν το μπαρούτι. Όταν οι Τούρκοι τους έφτασαν, ο Γαβριήλ έδωσε το σύνθημα. Ο μαχητής Κωνσταντής Γιαμπουδάκης πυροβόλησε στα βαρέλια με το μπαρούτι. Τινάχτηκαν όλοι στον αέρα.
Η επανάσταση συνεχίστηκε. Το «Αρκάδι» έσπασε 23 φορές τον ναυτικό αποκλεισμό του νησιού από τον τουρκικό στόλο και το «Ένωσις» κατάφερε να κάνει 46 δρομολόγια, ώσπου (Δεκέμβρης του 1868) ο τουρκικός στόλος το απέκλεισε στο λιμάνι της Σύρου. Μια διάσκεψη στο Παρίσι ανακήρυξε την Κρήτη «προνομιούχο πολιτεία» αλλά οι μαχητές δεν την αποδέχτηκαν. Η απόρριψη ενός τουρκικού τελεσίγραφου από την ελληνική κυβέρνηση οδήγησε στη διακοπή των σχέσεων ανάμεσα στις δύο χώρες (6 Δεκέμβρη του 1868). Η Ελλάδα βρέθηκε μόνη απέναντι στο μπλοκ όλων των μεγάλων δυνάμεων, με τη Ρωσία να την υποστηρίζει μόνο στα λόγια, στα πλαίσια του «σχεδίου Ιγνάτιεφ».
Η επανάσταση έσβησε την άνοιξη του 1869. Τον ίδιο καιρό (10 του Μάρτη) αποκαταστάθηκαν και οι ελληνοτουρκικές σχέσεις. Στα 1878, η Κρήτη απέκτησε αυτονομία. Η ένωση με την Ελλάδα πραγματοποιήθηκε το 1912.
Η «αρχή της δεδηλωμένης»
O Xαρίλαος Τρικούπης καταγόταν από αριστοκρατική γενιά του Μεσολογγίου αλλά γεννήθηκε (1832) στο Ναύπλιο. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και στο Παρίσι, διορίστηκε γραμματέας του πατέρα του, Σπυρίδωνα Τρικούπη (1788 - 1873), πρεσβευτή στο Λονδίνο, κι έγινε επιτετραμμένος (1862). Πέτυχε ευνοϊκούς για την Ελλάδα όρους στο πρωτόκολλο για την παραχώρηση της Επτανήσου κι ασχολήθηκε με την πολιτική (από το 1865), ως βουλευτής Μεσολογγίου. Στα 1866 έγινε υπουργός Εξωτερικών αλλά παραιτήθηκε (1867) κι αρνήθηκε να μετάσχει στο εξής σε οποιαδήποτε κυβέρνηση καταγγέλλοντάς τες ως νόθες, επειδή διορίζονταν από τον βασιλιά ανεξάρτητα από την δύναμη που ο κάθε πρωθυπουργός διέθετε στην Βουλή. Στα 1872, ίδρυσε το «πέμπτο κόμμα», όπως ονομάστηκε. Στις 26 Ιουνίου του 1874, έγιναν και πάλι εκλογές στην Ελλάδα. Τρεις μέρες αργότερα (29 του μήνα), δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Οι Καιροί» το περίφημο άρθρο με τίτλο «Τις πταίει». Με αυτό, καταγγέλλονταν όλες οι κυβερνήσεις από το 1868 κι έπειτα ως προσωπικές, νόθες, αποτέλεσμα και μόνο του προνομίου, που είχε το στέμμα να διορίζει πρωθυπουργούς. Το άρθρο ήταν ανυπόγραφο κι ο διευθυντής της εφημερίδας κλήθηκε σε απολογία. Ο Τρικούπης ανέλαβε την ευθύνη. Τον προφυλάκισαν στις 6 του Ιουλίου. Στις 9, δημοσιεύτηκε και δεύτερο άρθρο του, με τίτλο «Παρελθόν και ενεστώς». Σε αυτό εξηγούσε ότι ο Όθων έφτασε να εξωστεί, επειδή ανέχτηκε τις εκλογές βίας και νοθείας κι επειδή αδιαφορούσε για τη λαϊκή θέληση. Την επόμενη ημέρα, ο Χαρίλαος Τρικούπης αποφυλακίστηκε με εγγύηση. Στις 23, απαλλάχτηκε με βούλευμα. Οχτώ μήνες αργότερα, ο βασιλιάς κάλεσε τον πρεσβευτή στο Παρίσι, Ανδρέα Κουντουριώτη (1820 - 1894), να επιστρέψει και να αναλάβει πρωθυπουργός. Εκείνος συμβούλευσε τον Γεώργιο να αναθέσει την εντολή στον Τρικούπη. Ο Μεσολογγίτης πολιτικός ανέλαβε στις 27 του Απρίλη.
Ως πρωθυπουργός, ο Χαρίλαος Τρικούπης δεν έκανε τίποτε άλλο από το να προετοιμάσει τις πρώτες απόλυτα ελεύθερες και γνήσιες εκλογές, που γνώρισε ο τόπος, από την απελευθέρωση. Έγιναν με απόλυτη τάξη από 18 έως 21 Ιουλίου του 1875. Το κόμμα του Τρικούπη έβγαλε 25 βουλευτές και η κυβέρνησή του παραιτήθηκε. Όμως, όταν άνοιξε η Βουλή, στις 11 Αυγούστου του 1875, ο βασιλιάς Γεώργιος εκφώνησε τον γραμμένο από τον Τρικούπη λόγο του θρόνου. Με αυτόν, διακήρυσσε την «αρχή της δεδηλωμένης»: Στο εξής, κυβέρνηση θα σχημάτιζε μόνον όποιος εξασφάλιζε την πλειοψηφία με την έκφραση εμπιστοσύνης από το κοινοβούλιο. Ουσιαστικά, ο Γεώργιος καταργούσε το άρθρο του συντάγματος, που προέβλεπε ότι την κυβέρνηση διορίζει ο βασιλιάς.
(τελευταία επεξεργασία, 28 Ιανουαρίου 2021)