Κεφ. 12: Οι Βαλκανικοί πόλεμοι

Ο βαλκανικός συνασπισμός

Τον Απρίλη του 1912, η απομονωμένη Ελλάδα έπρεπε να βασίζεται μόνο στις προφορικές διαβεβαιώσεις των Σέρβων ότι ίσχυε η πριν από 45 χρόνια μεταξύ τους συνθήκη. Ο Βενιζέλος περισσότερο διαισθανόταν παρά γνώριζε τη στρατιωτική προσέγγιση Σερβίας και Βουλγαρίας. Δεκαπέντε ημέρες πριν από την υπογραφή της μυστικής βουλγαροσερβικής συμφωνίας, ο Έλληνας πρεσβευτής στη Σόφια έδωσε στον πρωθυπουργό Γκέσοφ σχέδιο ελληνοβουλγαρικής συνθήκης (14 Απρίλη του 1912). Οι αντιπροτάσεις του Γκέσοφ γνωστοποιήθηκαν, όταν πια οι Βούλγαροι είχαν συνυπογράψει με τους Σέρβους και το τελευταίο χαρτί. Περιλάμβαναν και άρθρο με το οποίο προβλεπόταν η δημιουργία αυτόνομης περιοχής στη Μακεδονία και το βιλαέτι της Αδριανούπολης. Η Ελλάδα βρέθηκε στριμωγμένη στη γωνία. Ο εκβιασμός ήταν ολοφάνερος: Αν ο Βενιζέλος ήθελε συμμετοχή στο παιχνίδι, έπρεπε να ξεχάσει οποιαδήποτε διεκδίκηση στη Μακεδονία. Παράβλεψε τον εκβιασμό και εισηγήθηκε διαφορετικό διακανονισμό: Να πάρει κάθε κράτος ό,τι κερδίσει στα πεδία των μαχών!

Οι Βούλγαροι δέχτηκαν αμέσως, καθώς ο ελληνικός στρατός είχε αποδείξει την ανικανότητά του στον πόλεμο του 1897. Όταν έπεφταν οι υπογραφές στην ελληνοβουλγαρική συνθήκη της Σόφιας (16 Μάη του 1912), οι Βούλγαροι ονειρεύονταν κιόλας τη Θεσσαλονίκη. Κατά τα λοιπά, η «αμυντική συμμαχία» προέβλεπε την αλληλοβοήθεια σε περίπτωση τουρκικής επίθεσης και την πολιτική ισότητα και ειρηνική συμβίωση των εθνοτήτων στα εδάφη που θα απελευθερώνονταν. Στις 22 του Σεπτέμβρη, η συνθήκη συμπληρώθηκε με μυστική στρατιωτική συμφωνία που προέβλεπε ότι η Βουλγαρία θα κινητοποιούσε στρατό 300.000 ανδρών και η Ελλάδα 120.000 αλλά και στόλο. Ήταν η ύστατη στιγμή, καθώς η ατμόσφαιρα γέμιζε ήδη από τη μυρουδιά του πολέμου. Με κρίκο τη Σόφια, η βαλκανική συμμαχία ήταν γεγονός, καθώς το Μαυροβούνιο είχε διαμηνύσει στις άλλες χώρες ότι δεν χρειάζονταν χαρτιά αλλά δράση. Τρεις μέρες αργότερα (25 Σεπτέμβρη του 1912), το Μαυροβούνιο κήρυξε τον πόλεμο στην Οθωμανική αυτοκρατορία κι ο μικρός στρατός του πέρασε τα σύνορα, προχώρησε ως το Νοβιπαζάρ, αιχμαλώτισε έξι τουρκικά τάγματα και κυρίευσε την Μπελιοπόλιε (30 του Σεπτέμβρη). Την ημέρα εκείνη, οι εταίροι ακόμα κουβέντιαζαν και μόλις άρχιζαν επιστράτευση.

 

Η κήρυξη του πολέμου

Οι πολεμικές προετοιμασίες στα Βαλκάνια δεν έμεναν κρυφές. Ο τσάρος Νικόλαος Β’ έβλεπε την κατάσταση να ξεφεύγει από τον έλεγχό του. Πρωτοστάτησε στη βουλγαροσερβική προσέγγιση με δήθεν στόχο την Οθωμανική αυτοκρατορία αλλά με κύριο σκοπό την αναχαίτιση της Αυστροουγγαρίας. Δεν ήταν γι’ αυτόν κατάλληλη στιγμή να ξεκινήσει πόλεμος. Ούτε οι Αυστριακοί τον ήθελαν. Διαμήνυσαν στα βαλκανικά κράτη ότι δεν θα επέτρεπαν μεταβολή των συνόρων. Οι απαντήσεις που έλαβαν ήταν διατυπωμένες προσεκτικά αλλά με δυο λόγια διαμηνούσαν στους μεγάλους πως τα ψέματα τελείωσαν και πως ήταν ώρα να κάνουν στην άκρη. Με υπόδειξη των μεγάλων δυνάμεων, η Υψηλή Πύλη ανακοίνωσε σειρά μεταρρυθμίσεων στα ευρωπαϊκά της εδάφη, ενώ ταυτόχρονα διακήρυσσε πως δεn δεχόταν υποδείξεις από αυθάδεις γείτονες. Στις 30 του Σεπτέμβρη και με τον στρατό του Μαυροβούνιου να προελαύνει, οι τρεις της συμμαχίας έστελναν κοινό τελεσίγραφο στον σουλτάνο. Η Οθωμανική αυτοκρατορία έπρεπε να παραχωρήσει «εδώ και τώρα» αυτονομία σε όλα τα ευρωπαϊκά της εδάφη με διοικητές Βέλγους ή Ελβετούς και με τοπικές συνελεύσεις και εγχώριες δυνάμεις πολιτοφυλακής. Κι επειδή η τουρκική κακοπιστία ήταν πάγια και γνωστή, οι πρεσβευτές των ενδιαφερομένων κρατών θα επέβλεπαν την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων, ενώ οι Τούρκοι θα έπρεπε να αποσύρουν τα στρατεύματά τους.

Οι μεγάλες δυνάμεις πήραν το μήνυμα. Δεν υπάρχει κράτος στον κόσμο που θα δεχόταν αμαχητί τέτοιους όρους. Άλλωστε, την επομένη (1 του Οκτώβρη), η Ελλάδα υποδεχόταν στην Αθήνα τους βουλευτές από την Κρήτη. Η υποδοχή ήταν καθόλα επίσημη. Στις 4 του Οκτώβρη κι ενώ ο στρατός του Μαυροβούνιου συνέχιζε να προελαύνει ακάθεκτος (είχε κυριεύσει κι άλλες δυο πόλεις), η Οθωμανική αυτοκρατορία κήρυσσε τον πόλεμο στηn Βουλγαρία και στη Σερβία, αφήνοντας την Ελλάδα απέξω. Έτρεφε ελπίδες για μιαν ελληνική ουδετερότητα όσο να φτάσουν στα μικρασιατικά παράλια οι στρατιές της Ανατολής και να διαπεραιωθούν χωρίς να προκύψουν προβλήματα από τον ελληνικό στόλο. Η διάψευση ήρθε την επομένη, καθώς η Ελλάδα της κήρυξε τον πόλεμο και τα ελληνικά στρατεύματα πέρασαν τα σύνορα (5 Οκτώβρη του 1912). Στις 6 του μήνα, οι Έλληνες έμπαιναν στην Ελασσόνα, οι Μαυροβούνιοι έπαιρναν την Πλάβα και οι Βούλγαροι την περιοχή Μουσταφά, ενώ οι Σέρβοι μάχονταν με τους Αλβανούς. Ο Α’ Βαλκανικός πόλεμος είχε ξεκινήσει σφοδρός.

Σχέδια κρυφά και φανερά

Το σχέδιο δράσης των συμμάχων ήταν απλό. Οι Βούλγαροι έπρεπε να αποκόψουν τις τουρκικές δυνάμεις στη Μακεδονία, ώστε να μην μπορούν να έχουν επαφή με τηn Θράκη. Με τη σειρά τους, Σέρβοι και Έλληνες έπρεπε να απομονώσουν τις τουρκικές στρατιές στη Μακεδονία και στα υπόλοιπα Βαλκάνια, ώστε να μην έχουν επικοινωνία μεταξύ τους. Οι Μαυροβούνιοι δρούσαν στα δυτικά χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο. Στην αρχή, χτυπούσαν τους Τούρκους όπου τους έβρισκαν. Μετά, έβαλαν αντικειμενικό τους στόχο την κατάληψη της Σκόδρας. Και έτσι, όμως, ήταν ένας αρκετά μεγάλος μπελάς για την Οθωμανική αυτοκρατορία που διέθετε στα χαρτιά άψογο σχέδιο επιστράτευσης και δράσης. Μόνο που, από τα χαρτιά ως την πράξη, ο δρόμος ήταν πολύ μακρύς. Ως το τέλος του πολέμου, οι Τούρκοι είχαν καταφέρει να ρίξουν στις μάχες 340.000 πεζούς, 6.000 ιππείς και 850 πυροβόλα, ενώ άλλα 750 υπήρχαν στα διάφορα φρούρια. Ουσιαστικά, οι Τούρκοι βρέθηκαν σε θέση άμυνας από την αρχή και τα επιτελικά τους σχέδια ανατράπηκαν.

Ο συμμαχικός στρατός διέθετε 645.000 πεζούς, 9.000 ιππείς και 1.530 πυροβόλα. Σχεδόν οι μισές δυνάμεις ήταν βουλγαρικές: 300.000 πεζοί, 5.000 ιππείς και 720 πυροβόλα σε δυο αιχμές. Η μια υπηρετούσε το κοινό σχέδιο με κατεύθυνση νοτιοανατολική και η άλλη την ανείπωτη πρόθεση της Βουλγαρίας να καταλάβει τη Θεσσαλονίκη, όπως προβλεπόταν από τη μυστική σερβοβουλγαρική συμφωνία. Οι Μαυροβούνιοι είχαν ρίξει στις μάχες 35.000 άνδρες και 130 πυροβόλα, χωρίς να διαθέτουν ιππικό. Οι Σέρβοι 220.000 πεζούς, 3.000 ιππείς και 500 πυροβόλα που κινιόνταν με βάση το κοινό σχέδιο, όπως και οι 90.000 πεζοί και χίλιοι ιππείς Έλληνες με τα 180 πυροβόλα. Οι ελληνικές δυνάμεις, όμως, έπρεπε από την αρχή να προλάβουν να φτάσουν πρώτες στη Θεσσαλονίκη, καθώς ήταν γνωστές οι βουλγαρικές προθέσεις. Ένα ακόμα ελληνικό καθήκον ήταν να αποκοπούν οι θαλάσσιοι δρόμοι, ώστε να μην μπορούν οι Τούρκοι να μεταφέρουν στρατό με τα πλοία τους. Το καθήκον αυτό εκτελέστηκε άψογα και συνδυάστηκε με την απελευθέρωση των νησιών του Αιγαίου.

 

Θεσσαλονίκη

Οχτώ ελληνικές μεραρχίες ρίχτηκαν στη μάχη. Η μια κινήθηκε στην Ήπειρο, κυρίευσε την Πρέβεζα και τα Πέντε Πηγάδια αλλά καθηλώθηκε μπροστά στο οχυρωμένο Μπιζάνι ως τις αρχές του Γενάρη, οπότε έφτασαν ενισχύσεις. Οι υπόλοιπες επτά ανέλαβαν το βαρύ έργο να απελευθερώσουν τη Μακεδονία, σε έναν αγώνα δρόμου με τους Βουλγάρους, καθώς το έπαθλο λεγόταν Θεσσαλονίκη. Όμως, ο Ελευθέριος Βενιζέλος έβλεπε έκπληκτος τον αρχιστράτηγο τότε διάδοχο Κωνσταντίνο να κινείται βορειοδυτικά. Η μάχη του Σαραντάπορου ολοκληρώθηκε φονική στις 9 του Οκτώβρη. Οι Τούρκοι υποχώρησαν στην γραμμή Κοζάνη - Βέροια - Φλώρινα για να διατηρούν επαφή με τα Γιάννενα. Ο ελληνικός στρατός τους καταδίωξε. Κυρίευσε Σέρβια, Κοζάνη, Γρεβενά και Κατερίνη προελαύνοντας προς τα Γιαννιτσά. Ολόκληρη η Νοτιοδυτική Μακεδονία ελευθερώθηκε. Το ελληνικό στρατηγείο μεταφέρθηκε στη Νάουσα. Οι Τούρκοι οχυρώνονταν στα γι’ αυτούς ιερά Γιαννιτσά. Στις 19 του Οκτώβρη, Έλληνες και Τούρκοι συναντήθηκαν αναπάντεχα. Η μάχη διάρκεσε ως την επόμενη μέρα. Στις 11 το πρωί της 20ής Οκτώβρη του 1912, τα πρώτα ελληνικά τμήματα έμπαιναν νικηφόρα στην πόλη των Γιαννιτσών, όπου στρατοπέδευσαν. Οι Τούρκοι υποχωρούσαν προς την ανυπεράσπιστη Θεσσαλονίκη προς την οποία συνέκλιναν ολοταχώς και οι Βούλγαροι που νικούσαν στην Ανατολική Μακεδονία. Ο Κωνσταντίνος, όμως, αποφάσισε τριήμερη ανάπαυση.

Άρχισε να σχεδιάζει επίθεσή στην Φλώρινα, ενώ οι Βούλγαροι προχωρούσαν στην κοιλάδα του Στρυμόνα, περνούσαν τα στενά της Κρέσνας, έπαιρναν το Σιδηρόκαστρο και προέλαυναν ακάθεκτοι τραγουδώντας «Αρς, μαρς, Σαλούν νας» («Εμπρός μαρς, η Θεσσαλονίκη είναι δική μας»). Από την Αθήνα, ο Ελευθέριος Βενιζέλος παρακολουθούσε με αγωνία την βουλγαρική προέλαση και την ελληνική απραξία. Ήρθε σε επαφή με τον Κωνσταντίνο και τον διέταξε να βαδίσει κατά της Θεσσαλονίκης. Ο διάδοχος απάντησε πως στρατηγικά έπρεπε πρώτα να πάρουν τη Φλώρινα. Ο Βενιζέλος τον απείλησε με άμεση καθαίρεση κι αντικατάσταση. Μπροστά στην απειλή, καθώς ο βασιλιάς πατέρας του δεν τον υπερασπίστηκε, ο Κωνσταντίνος πείστηκε.

Στις 24 Οκτώβρη του 1912, ενώ οι Βούλγαροι έπαιρναν τις Σέρρες, ο ελληνικός στρατός πέρασε επιτέλους τον Αξιό ποταμό. Η διάβαση ολοκληρώθηκε τη νύχτα της 25ης του Οκτώβρη. Ο Ταξίν πασάς πρότεινε να παραδώσει την Θεσσαλονίκη και να αποσυρθεί ο τουρκικός στρατός στο Καραμπουρνάκι ως το τέλος του πολέμου. Ο Κωνσταντίνος αντιπρότεινε τη μεταφορά των Τούρκων στη Μικρά Ασία με ελληνικά μέσα. Έδωσε διορία ως τις 6 το πρωί, 26 του Οκτώβρη, ενώ οι Βούλγαροι έσπευδαν από τα ανατολικά. Στις 5 το πρωί, οι Τούρκοι απάντησαν ότι δέχονταν αλλά ζητούσαν να πάρουν μαζί τους και 5.000 όπλα. Ο Κωνσταντίνος αρνήθηκε κι έδωσε άλλες δυο ώρες διορία. Όταν η προθεσμία πέρασε, ο Κωνσταντίνος διέταξε επίθεση. Ο Ταξίν πασάς ειδοποίησε πως παραιτούταν από τα όπλα. Ο Κωνσταντίνος έστειλε ένα τμήμα ευζώνων να καταλάβει την πόλη. Οι εύζωνοι έφυγαν τρέχοντας. Βράδι, μπήκαν στη Θεσσαλονίκη, ενώ η έβδομη ελληνική μεραρχία κινήθηκε βόρεια κι έκοψε τον δρόμο προς τις Σέρρες. Οι υπόλοιπες δυνάμεις περικύκλωσαν την πόλη. Στις 11 τη νύχτα, 26 του Οκτώβρη, ο Ταξίν πασάς υπέγραψε το πρωτόκολλο της παράδοσης. Λίγο αργότερα, έφτασαν ασθμαίνοντας και οι Βούλγαροι. Βρήκαν τη Θεσσαλονίκη ελληνική.

 

Κορυτσά - Μπιζάνι

Τέσσερις μέρες ξεκουράστηκε ο ελληνικός στρατός στην Θεσσαλονίκη. Από τις 30 του μήνα, ξανάρχισε την πορεία. Αντικειμενικός στόχος η απελευθέρωση της Δυτικής Μακεδονίας και η, όσο γινόταν πιο βόρεια, απόκτηση επαφής με τους Σέρβους. Ταυτόχρονα, με μια τέτοια κυκλωτική κίνηση, οι Τούρκοι θα εγκλωβίζονταν στην ευρύτερη περιοχή των Ιωαννίνων, που προσπαθούσαν να διατηρήσουν τουλάχιστον ώσπου να υπογραφεί ανακωχή. Στις 2 του Νοέμβρη, ο ελληνικός στρατός βρισκόταν γύρω από την Έδεσσα, προελαύνοντας βορειοδυτικά. Στις 4, συγκρούστηκε με τους Τούρκους σε τρία σημεία (Άρνισσα, Έδεσσα και οδός Κοζάνης - Πτολεμαΐδας). Νίκησε παντού. Την επομένη, οι Σέρβοι έπαιρναν το Μοναστήρι. Η επαφή μαζί τους πραγματοποιήθηκε στις 7 του Νοέμβρη, μέρα που οι Έλληνες ελευθέρωσαν τη Φλώρινα. Οι Σέρβοι πληροφόρησαν τους αξιωματικούς του ελληνικού στρατού ότι η τουρκική φρουρά στο Μοναστήρι δεν είχε παραδοθεί αλλά υποχώρησε στην Κορυτσά. Με γοργή κίνηση, οι ελληνικές δυνάμεις προχώρησαν κι ελευθέρωσαν την Καστοριά (10 του Νοέμβρη), ενώ ένα τμήμα εισχώρησε βαθιά στα βόρεια με σκοπό να παγιδέψει τους Τούρκους της Κορυτσάς. Δεν πρόλαβε. Ο κύριος τουρκικός όγκος, περίπου 40.000 άνδρες, κατέβαινε ήδη στα Γιάννενα, όταν οι Έλληνες ολοκλήρωσαν την κύκλωση. Η τουρκική φρουρά προσπάθησε έξοδο (29 του Νοέμβρη) αλλ’ αποκρούστηκε. Την επόμενη βδομάδα, ο ελληνικός στρατός ξεκίνησε την εκκαθάριση των τουρκικών εστιών αντίστασης στην περιοχή. Στις 6 Δεκέμβρη του 1912, ένα ελληνικό απόσπασμα έμπαινε στην Κορυτσά. Η απελευθέρωση της ακριτικής πόλης γιορτάστηκε με ενθουσιασμό σε ολόκληρη τη χώρα. Όμως, ένα χρόνο αργότερα (17 Δεκέμβρη του 1913), η Κορυτσά επρόκειτο να παραδοθεί, μαζί με ολόκληρη τη Βόρεια Ήπειρο, ελληνική συνεισφορά στο νέο κράτος της Αλβανίας.

Οι δυο τουρκικές μεραρχίες, που μπόρεσαν να ξεφύγουν από την ελληνοσερβική μέγγενη, πρόλαβαν να ενωθούν με τον υπερασπιστή των Ιωαννίνων, Εσάτ πασά. Στις 26 του Νοέμβρη, χτύπησαν αιφνιδιαστικά τους Έλληνες και τους τσάκισαν στον Δρίσκο της Πίνδου, όπου δρούσε κι ένα σώμα Γαριβαλδινών, που αποδεκατίστηκε. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν κι ο Κερκυραίος ποιητής, Λορέντζος Μαβίλης, βουλευτής (1911) και αγωνιστής δημοτικιστής. Είχε γεννηθεί το 1860.

Στις 29 του Νοέμβρη, ελληνική αντεπίθεση ανάγκασε τους Τούρκους να ξανακλειστούν στο οχυρωμένο Μπιζάνι. Την 1η του Δεκέμβρη, οι ελληνικές δυνάμεις, που έρχονταν από την Καστοριά, έφτασαν στην περιοχή κι ενίσχυσαν αυτές που βρίσκονταν εκεί από την αρχή του πολέμου. Πέρασαν δυο βδομάδες με αψιμαχίες. Μοναδική μεταβολή το πάρσιμο ενός υψώματος (Αϊ Λιας) από τους Τούρκους. Στις 16 του Δεκέμβρη, οι εχθροπραξίες μπροστά στο Μπιζάνι διακόπηκαν καθώς ο χειμώνας χτυπούσε τρομερός. Θα ξανάρχιζαν στις 7 Γενάρη του 1913, μεθεπομένη της ναυμαχίας στη Λήμνο.

 

Οι σερβικές αιχμές

Oι Σέρβοι άργησαν να προχωρήσουν, όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος. Ο στρατάρχης τους, Ραντομίρ Πούτνικ, μόλις ο στρατός του πέρασε τα σύνορα, είχε να αντιμετωπίσει τη σθεναρή άμυνα των Αλβανών που μάχονταν για λογαριασμό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η τελική νίκη ενάντιά τους του πήρε μερικές ημέρες ώσπου να έρθει αλλά του άνοιξε διάπλατα τον δρόμο για το Κουμάνοβο, όπου οι Τούρκοι άντεξαν 72 ώρες (9 - 11 Οκτώβρη του 1912). Από τον Νότο, ανέβαιναν οι Έλληνες, ενώ, από τις 10 του μήνα, οι Σέρβοι είχαν πάρει και το Νοβιπαζάρ. Ο μόνος δρόμος που απέμενε στον τουρκικό στρατό ήταν να υποχωρήσει σε Μοναστήρι και Περλεπέ. Οι Σέρβοι κυρίευσαν τα Σκόπια (13 του Οκτώβρη) και ξεκαθάρισαν όλη την περιοχή ως το Μοναστήρι, όπου η μάχη ξεκίνησε την 1η του Νοέμβρη. Στις 5, οι Τούρκοι το εγκατέλειψαν για να μην κυκλωθούν καθώς από τον Νότο ο ελληνικός στρατός προχωρούσε ακάθεκτος.

Με την είσοδό τους στο Μοναστήρι, οι Σέρβοι είχαν ολοκληρώσει όλους τους αντικειμενικούς στόχους προς τη μακεδονική πλευρά. Η προσοχή τους στράφηκε στην Αδριατική, τη μοναδική πια ελπίδα τους για διέξοδο στη θάλασσα. Ο δρόμος ήταν ανοιχτός, καθώς οι Μαυροβούνιοι κυρίευσαν το Ιπέκ (18 του Οκτώβρη) στην παλιά Σερβία και κατηφόριζαν για τη Σκόδρα. Η εκεί πολιορκία συναντούσε και την απεγνωσμένη αντίσταση Αυστριακών και Ιταλών, που με κανέναν τρόπο δεν ήθελαν να δουν τους Σέρβους να αποκτούν λιμάνια στην Αδριατική.

Η σερβική επέλαση ήταν σφοδρή κι ακαταμάχητη. Στις 15 του Νοέμβρη, πήραν το Δυρράχιο. Στις 17, τα Τίρανα. Και στις 18, το Ελβασάν. Ως τις 20 του Νοέμβρη, η σημερινή βόρεια Αλβανία είχε περάσει στα χέρια τους, ενώ, στον Νότο, οι Έλληνες κατείχαν ήδη τη Βόρεια Ήπειρο.

 

Η βουλγαρική δράση

Στα 1912, η Αδριανούπολη είχε την φήμη απόρθητης πόλης. Ειδικοί Γερμανοί μηχανικοί είχαν επιβλέψει την ενίσχυση των κάστρων της. Και η Αδριανούπολη, σύμφωνα με το σχέδιο των συμμάχων, βρισκόταν στον δρόμο του βουλγαρικού στρατού. Ο στρατάρχης Μιχαήλ Σαβόφ, όμως, είχε την έμπνευση να περάσει τα βουλγαρικά στρατεύματα από τα άγρια βουνά, να παρακάμψει τον οχυρωμένο μπελά και να βρεθεί βορειανατολικά στις Σαράντα Εκκλησιές, πιάνοντας τους Τούρκους στον ύπνο. Αμύνθηκαν από τις 9 ως τις 11 του Οκτώβρη, οπότε αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν προς την Κωνσταντινούπολη, στο Λουλέ Μπουργκάς (βυζαντινή Αρκαδιούπολη). Ο βουλγαρικός στρατός τους πρόλαβε. Η νέα μάχη (15 - 20 του Οκτώβρη) κατέληξε σε συντριπτική ήττα των Τούρκων που υποχώρησαν ακόμα πιο πίσω, στην Τσατάλτζα. Από εκεί, η Κωνσταντινούπολη απείχε μιαν ανάσα. Ο διάδοχος Κωνσταντίνος πρότεινε να ενισχύσει τους Βουλγάρους με δυο ελληνικές μεραρχίες, ώστε να ανοίξει ο δρόμος για το καίριο χτύπημα. Αρνήθηκαν να έχουν συνέταιρο στα κέρδη κι άρχισαν στενή πολιορκία. Οι Τούρκοι είχαν έτσι όλον τον καιρό να ενισχύσουν την άμυνά τους μεταφέροντας πυροβόλα από τα Δαρδανέλλια. Όταν, στις 20 του Νοέμβρη, ξεκίνησε η ανακωχή, οι Τούρκοι ήξεραν πως θα κρατούσαν οριστικά δική τους την Κωνσταντινούπολη. Μέσα σε δυο μήνες, η Τσατάλτζα είχε γίνει αληθινά απόρθητη κι άντεξε από τις 21 του Γενάρη του 1913, οπότε ξανάρχισαν οι εχθροπραξίες, ως τη λήξη του πολέμου. Εκείνη που δεν άντεξε, ήταν η Αδριανούπολη. Με τη βοήθεια σερβικών δυνάμεων, που έφτασαν στην περιοχή από τα τέλη του Γενάρη, οι Βούλγαροι την πήραν (13 Μάρτη του 1913). Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, είχαν πάρει Νευροκόπι, Δεμίρ Χισάρ, Σέρρες, Ρεδαιστό, Δράμα και Ξάνθη. Οι Τούρκοι της Μακεδονίας βρίσκονταν αποκομμένοι. Στις 31 του Μάρτη, υπογράφτηκε μονομερής τουρκοβουλγαρική ανακωχή.

 

Το Αιγαίο ελληνικό

Σύμφωνα με την ελληνοβουλγαρική συνθήκη, ο ελληνικός στόλος έπρεπε να κυριαρχήσει στην θάλασσα και να κλείσει τους Τούρκους στα Δαρδανέλλια. Έπρεπε όμως, παράλληλα, να ελευθερώσει και τα νησιά του Αιγαίου. Με την έκρηξη του πολέμου, ο ελληνικός στόλος έσπευσε ν’ αποκλείσει τα στενά. Την απελευθέρωση των νησιών ανέλαβαν δυο επιταγμένα ατμόπλοια με εξακόσιους ναύτες και μια διλοχία που αποσπάστηκε από το 20ό σύνταγμα πεζικού. Μαζί τους συνέπρατταν κατά περίπτωση και πλοία του στόλου.

Στις 6 Οκτώβρη του 1912, επομένη της κήρυξης του πολέμου, τα ατμόπλοια βρέθηκαν έξω από τη Λήμνο. Στις 8, η διλοχία έκανε απόβαση. Στις 9, η Λήμνος ήταν ελληνική. Ως τις 18, είχαν ελευθερωθεί σχεδόν δίχως μάχες Θάσος, Αϊ Στράτης και Ίμβρος. Στις 19 του Οκτώβρη, η διλοχία απελευθέρωσε τη Σαμοθράκη, στις 21 τα Ψαρά, στις 24 την Τένεδο και, στις 4 του Νοέμβρη, την Ικαρία. Στο ίδιο διάστημα, η Σάμος επαναστάτησε χωρίς βοήθεια, ενώ η Κρήτη είχε ήδη ενωθεί με την Ελλάδα. Με εξαίρεση τα Δωδεκάνησα, που κατείχαν οι Ιταλοί από τον προηγούμενο Απρίλη, μόνο η Μυτιλήνη και η Χίος δεν ανήκαν ακόμη στην Ελλάδα. Σ’ αυτά τα νησιά, η διλοχία δεν αρκούσε. Οι Τούρκοι τα είχαν οχυρώσει κι έπρεπε ο στόλος ν’ ασχοληθεί στα σοβαρά. Στις 7 του Νοέμβρη, έγινε η απόβαση στη Μυτιλήνη. Στο νησί βγήκαν 1.030 αξιωματικοί κι οπλίτες και 250 ναύτες. Κυνήγησαν τους Τούρκους, που υποχώρησαν κι οχυρώθηκαν σε ένα παλιό στρατόπεδο. Οι Έλληνες τους πολιόρκησαν. Ενισχύσεις, που έφτασαν την 1η του Δεκέμβρη, επέτρεψαν στους Έλληνες να κάνουν γενική επίθεση στις 2 του μήνα. Μέσα σε πέντε ώρες, οι Τούρκοι παραδόθηκαν.

Όταν η απόβαση στη Μυτιλήνη ολοκληρώθηκε, ο ελληνικός στόλος έφυγε για τη Χίο. Στις 11 Νοέμβρη του 1912, στάλθηκε τελεσίγραφο στον Τούρκο διοικητή του νησιού να παραδοθεί. Αρνήθηκε. Ο στόλος μετακινήθηκε σε άλλη θέση. Την ίδια μέρα ξεκίνησε με βάρκες η απόβαση ενός συντάγματος, που είχε αποσπαστεί από τη 2η μεραρχία. Δώδεκα του Νοέμβρη, ο ελληνικός στρατός έμπαινε στην πόλη που είχε στολιστεί στα γαλανόλευκα. Οι Τούρκοι είχαν αποτραβηχτεί σε οχυρές θέσεις στο βουνό. Έμειναν εκεί ως τις 20 του Δεκέμβρη, οπότε εκδηλώθηκε η γενική ελληνική επίθεση. Εκτός από τα Δωδεκάνησα, δεν υπήρχε πια νησί του Αιγαίου, που να μην είχε περάσει σε ελληνικά χέρια. Έμελλε, όμως, να ξαναδοθούν στους Τούρκους η Ίμβρος και η Τένεδος. Ο ελληνικός στόλος κυριαρχούσε στο Αιγαίο. Οι μόνες φορές που τουρκικά πλοία προσπάθησαν να ξεμυτίσουν ήταν στη 1 και στις 3 του Δεκέμβρη.

Την πρωτομηνιά, το πλήρωμα του ελληνικού πολεμικού «Σφενδόνη» είδε ένα τουρκικό αντιτορπιλικό που προσπαθούσε να βγει στο Αιγαίο. Άρχισε να το κανονιοβολεί, ενώ κοντά έσπευσε και το «Λόγχη». Οι Τούρκοι απάντησαν με τα κανόνια της στεριάς αλλά το πολεμικό τους προτίμησε να ξαναμπεί στα στενά. Το μεσημέρι της ίδιας μέρας, οι Τούρκοι δοκίμασαν πάλι με ένα καταδρομικό και τρία αντιτορπιλικά. Τα δυο ελληνικά τους βγήκαν μπροστά και τα τουρκικά ξαναγύρισαν στα στενά. Τη νύχτα, έφτασαν εκεί άλλα οχτώ ελληνικά πλοία. Απλώθηκαν σε σχήμα τόξου καθώς γινόταν φανερό πως οι Τούρκοι θα επαναλάμβαναν την απόπειρα, αν ήθελαν να βοηθήσουν τους δικούς τους στα νησιά. Ξεπρόβαλαν στις 3 του Δεκέμβρη: Τέσσερα θωρηκτά κι άλλα εννιά πολεμικά. Αλλά και οι Έλληνες διέθεταν τέσσερα θωρηκτά. Τους περίμεναν απλωμένοι, κοντά στο ακρωτήριο της Έλλης, στο σημείο που κατά τη μυθολογία έπεσε από το χρυσόμαλλο κριάρι και πνίγηκε η αδερφή του Φρίξου. Οι Τούρκοι άνοιξαν πυρ στις 9.22’ το πρωί. Οι Έλληνες πλησίασαν κι απάντησαν στα πυρά στις 9.25’. Στις 9.35’, το θωρηκτό «Αβέρωφ» αποσπάστηκε από τον σχηματισμό και με συνεχές ζιγκ ζαγκ βρέθηκε στην πορεία των τουρκικών, που το έβλεπαν να πλέει καταπάνω τους με όλη του την ταχύτητα. Έπεσε πανικός. Οι Τούρκοι ανέκρουσαν πρύμνη κι έσπευσαν να φυλαχτούν στα στενά. Στις 10.25’, η «ναυμαχία της Έλλης», όπως αποκλήθηκε, είχε τελειώσει. Ο τουρκικός στόλος θα χρειαζόταν έναν μήνα για να ξαναπροσπαθήσει.

 

Ο καυτός χειμώνας 1912 - 1913

Πενήντα ημέρες μετά την έναρξη του πολέμου, τα μόνα σοβαρά οθωμανικά ερείσματα στα Βαλκάνια απέμεναν τα Γιάννενα, η Σκόδρα και η Αδριανούπολη, με τους συμμάχους καθηλωμένους προσωρινά στην Τσατάλτζα, στον δρόμο για την Κωνσταντινούπολη. Ο σουλτάνος ζήτησε ανακωχή και κάλεσε τους συμμάχους στην Τσατάλτζα να κουβεντιάσουν. Σερβία και Βουλγαρία δέχτηκαν. Η Ελλάδα όχι. Η κουβέντα οδήγησε στη συνδιάσκεψη του Λονδίνου με τους εμπολέμους αλλά και τις μεγάλες δυνάμεις γύρω από το τραπέζι. Άρχισε στις 3 του Δεκέμβρη και επί ένα μήνα πελαγοδρομούσε καθώς οι Τούρκοι ακολουθούσαν παρελκυστική τακτική. Η συμμαχική απειλή ότι θα ξαναρχίσουν οι μάχες τους ανάγκασε να μπουν στην ουσία του θέματος. Στις 4 Γενάρη του 1913, η Οθωμανική αυτοκρατορία αποδεχόταν ότι πια δεν της ανήκαν τα εδάφη που είχε χάσει στα πεδία των μαχών, ενώ την επομένη, 5 του μήνα, ο στόλος της μάταια προσπαθούσε να βγει στο Αιγαίο. Οκτώ ελληνικά πολεμικά με επικεφαλής το θωρηκτό «Αβέρωφ» τον ανάγκασε να κρυφτεί οριστικά στα Δαρδανέλλια (ναυμαχία της Λήμνου).

Η είδηση προκάλεσε αναταραχή στις τάξεις των Τούρκων. Ο Εμβέρ μπέης, που το 1908 είχε ηγηθεί στην επανάσταση των Νεότουρκων, έφτασε εσπευσμένα στην Κωνσταντινούπολη. Η επανάσταση ξέσπασε στις 10 Γενάρη του 1913, ο Τούρκος αρχιστράτηγος δολοφονήθηκε, οι εθνικιστές Νεότουρκοι επικράτησαν και δήλωσαν πως η Οθωμανική αυτοκρατορία αποχωρεί από τις συνομιλίες και προσφεύγει πάλι στα όπλα. Έτσι κι αλλιώς, οι μάχες στην Ήπειρο είχαν επαναρχίσει τρεις μέρες νωρίτερα.

Στην αρχή του πολέμου, ο εκεί τουρκικός στρατός διέθετε πάνω από 15.000 πεζούς, μια ίλη ιππικού και αναρίθμητα πυροβόλα. Μόνο στο οχυρωμένο από τους Γερμανούς Μπιζάνι είχαν στηθεί 112 βαριά κανόνια. Τον Νοέμβρη, ενισχύθηκε με δυο ακόμα μεραρχίες που έφτασαν από το Μοναστήρι. Αλλά και οι 8.200 Έλληνες με τα 24 πυροβόλα είχαν ενισχυθεί από το κύριο ελληνικό σώμα που έφτασε από την Φλώρινα. Οι μάχες είχαν κοπάσει από τις 16 του Δεκέμβρη και ξανάρχισαν στις 7 του Γενάρη. Τα ξημερώματα της 20ής Φλεβάρη του 1913, μια φαινομενικά τεράστια δύναμη χτύπησε τους Τούρκους στο ανατολικό πλευρό τους, στο οχυρωμένο Μπιζάνι. Η επίθεση ήταν εικονική. Η κύρια δύναμη χτύπησε στα δυτικά, άνοιξε το δρόμο και με την ξιφολόγχη και κάτω από πολικό ψύχος πήρε το ένα μετά το άλλο τα τουρκικά οχυρά. Το απόγευμα, οι Έλληνες κατηφόριζαν προς τα Γιάννενα. Καθώς βράδιαζε, πήραν το στρατόπεδο του τουρκικού πυροβολικού στον Άγιο Ιωάννη. Φωτισμένη η πόλη τους περίμενε. Στις 11 τη νύχτα, ο Εσάτ πασάς προσπαθούσε να βρει τρόπο να έρθει σε επαφή με το ελληνικό στρατηγείο για να παραδοθεί. Ήξερε πως όλα είχαν τελειώσει. Τα έγγραφα της παράδοσης υπογράφτηκαν στις 21 Φλεβάρη του 1913, ώρα 5.30 το πρωί.

Η παρέλαση των ελληνικών στρατιωτικών τμημάτων μέσα στα ελεύθερα Γιάννενα έγινε στις 22 του Φλεβάρη. Μέσα στις επόμενες δέκα μέρες, οι Έλληνες ελευθέρωσαν όλες τις πόλεις και τα χωριά της Ηπείρου, παίρνοντας Αργυρόκαστρο, Χειμάρρα, Πρεμετή και μπαίνοντας (4 Μάρτη του 1913), στο Τεπελένι. Εννιά μήνες αργότερα, με το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας (17 Δεκέμβρη του 1913), οι περιοχές βόρεια από το Καλπάκι και την Κακκαβιά, ολόκληρη η Βόρεια Ήπειρος, προσφέρονταν από τις μεγάλες δυνάμεις, ελληνική συμμετοχή στην δημιουργία ενός νέου κράτους: Της Αλβανίας. Για την ώρα, η Ελλάδα συγκλονιζόταν από τη μυστηριώδη δολοφονία του βασιλιά της.

 

Η δολοφονία του Γεωργίου

Η βουλή των Ελλήνων ψήφισε την κατάσταση πολιορκίας και το δικαιοστάσιο (αναβολή της εκδίκασης υποθέσεων) εξαιτίας του πολέμου και διέκοψε τις εργασίες της στις 10 Οκτώβρη του 1912. Στις 26, ο ελληνικός στρατός έμπαινε στη Θεσσαλονίκη. Στις 29, έφτασε κι εγκαταστάθηκε εκεί ο βασιλιάς Γεώργιος. Ο γιος του, πρίγκιπας Νικόλαος, διορίστηκε γενικός διοικητής της πόλης. Η βουλή ξανάνοιξε στις 20 Φλεβάρη του 1913. Αυτή τη φορά, συμμετείχαν και βουλευτές από την Κρήτη. Ο Γεώργιος παρέμεινε στη Θεσσαλονίκη. Εκεί έμαθε ότι ο ελληνικός στρατός πήρε τα Γιάννενα, στις 21 του Φλεβάρη. Κάθε βράδι, με τη συντροφιά του υπασπιστή του, ταγματάρχη Φραγκούδη, έβγαινε περίπατο στους δρόμους της πόλης. Κανένας δεν είχε σκεφτεί πως η ζωή του θα μπορούσε να κινδυνεύσει. Και κανένας δεν είχε προσέξει πως κάποιος τους παρακολουθούσε από μακριά κάθε μέρα.

Στις 5 Μάρτη του 1913, ο άγνωστος επιτάχυνε το βήμα του και τους πλησίασε. Στην οδό Αγ. Τριάδας, έβγαλε ένα πιστόλι και πυροβόλησε. Ο Γεώργιος έπεσε νεκρός. Ο άγνωστος προσπάθησε να το σκάσει αλλ’ ο ταγματάρχης Φραγκούδης τον πρόλαβε και τον έπιασε.

Η πρώτη ανακοίνωση έλεγε ότι ο βασιλιάς είχε πέσει θύμα «του ανισόρροπου σοσιαλιστή Αλέξανδρου Σχινά, από τον Βόλο». Η δεύτερη ότι «ο ανισόρροπος αναρχικός Αλέξανδρος Σχινάς από τις Σέρρες, αυτοκτόνησε, πέφτοντας από το παράθυρο» του Διοικητηρίου, όπου είχε μεταφερθεί για ανάκριση. Σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής, ο Σχινάς ούτε σοσιαλιστής ούτε αναρχικός ήταν. Δεινός σκοπευτής ήταν. Στην αρχή, κρατούσε το στόμα του κλειστό. Έπειτα, άρχισε να μιλά. Τι είπε, κανένας δεν ξέρει. Η δικογραφία εξαφανίστηκε. Το βέβαιο είναι ότι, από την ώρα που άρχισε να μιλά, η χήρα του Γεωργίου και μητέρα του Κωνσταντίνου, βασίλισσα Όλγα, τον επισκεπτόταν συχνά στο υπόγειο όπου τον κρατούσαν κι έμενε ώρες μαζί του. Ποτέ της δεν είπε, τι κουβέντιαζε με τον δολοφόνο του άντρα της, που υπεραγαπούσε. Κάποια στιγμή, ανέβασαν τον Σχινά στον πρώτο όροφο του κτιρίου. Είπαν ότι ξέφυγε από τους φρουρούς του κι έπεσε από το παράθυρο. Άλλοι είπαν πως κάποιοι τον σκότωσαν. Η δικογραφία πάντως κάηκε και κανένας «δε θυμόταν» τι περιείχε.

Σε ένα βιβλίο του, ο αντιστράτηγος Λεωνίδας Παρασκευόπουλος γράφει ότι επισκέφτηκε τον πρίγκιπα Νικόλαο για να τον συλλυπηθεί κι ανίδεος, όπως ήταν, αναφέρθηκε στον «ανισόρροπο αναρχικό δολοφόνο». Ο Νικόλαος δάκρυσε και του είπε: «Δεν είναι έργο αναρχικών αλλά πολιτικών εξωτερικών συμφερόντων». Γράφτηκε πως ο Σχινάς ήταν όργανο των γερμανικών μυστικών υπηρεσιών, επειδή ο Γεώργιος μισούσε τον κάιζερ και συμπαθούσε τους Άγγλους, ενώ ο διάδοχος Κωνσταντίνος ήταν γερμανόφιλος (τον ονόμασαν και στρατηγό του γερμανικού στρατού). Ο στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος έγραψε απερίφραστα πως ο Γεώργιος ήταν «θύμα των γερμανικών βλέψεων επί της Βαλκανικής» και συνδύασε τη δολοφονία του με τη δολοφονία στο Σεράγεβο, μετά από περίπου 16 μήνες, που έγινε αφορμή να ξεσπάσει ο Α’ Παγκόσμιος πόλεμος.

Ο διάδοχος Κωνσταντίνος ορκίστηκε βασιλιάς σε πανηγυρική τελετή στη βουλή, στις 8 Μάρτη του 1913, ώρα 11 το πρωί. Λίγο καιρό αργότερα, η γερμανοφιλία του θα οδηγούσε τους Έλληνες στον εθνικό διχασμό.

 

Τέλος κι αρχή

Τα Γιάννενα έπεσαν στις 21 του Φλεβάρη. Η Αδριανούπολη στις 13 του Μάρτη. Ο Αυλώνας στα τέλη του μήνα. Η Οθωμανική αυτοκρατορία ζήτησε ανανέωση της ανακωχής. Δέχτηκαν όλοι εκτός από το Μαυροβούνιο που καθυστέρησε ως τις 13 του Απρίλη, οπότε πήρε τη Σκόδρα. Εξαναγκάστηκε να την παραδώσει σε «διεθνή ειρηνευτική δύναμη», δέκα μέρες αργότερα. Η συνδιάσκεψη στο Λονδίνο ξεκίνησε από το σημείο, στο οποίο είχε διακοπεί στις 10 του Γενάρη. Στον χάρτη χαράχτηκε μια περίπου ευθεία γραμμή από τον Αίνο ως τη Μήδεια της Ανατολικής Θράκης. Ό,τι βρίσκεται ανατολικά της γραμμής αυτής ανήκε στους Τούρκους. Ό,τι δυτικά, στους συμμάχους και την Αλβανία, που θα έπρεπε να τα βρουν μεταξύ τους. Ο πρωθυπουργός της Βουλγαρίας, Ιωάννης Γκέσοφ, έδινε μάχη με τους εθνικιστές της χώρας του να υπάρξει μια λογική συνεννόηση με τους συμμάχους. Ο Φερδινάνδος αντιδρούσε. Η μεταξύ τους αντίθεση κορυφώθηκε στις 17 Μάη του 1913, με την παραίτηση του Γκέσοφ. Την ίδια μέρα υπογραφόταν η συνθήκη. Ο Α’ Βαλκανικός πόλεμος είχε τελειώσει.

Η Κρήτη ήταν πια αδιαμφισβήτητα ελληνική. Η τύχη των νησιών και του Αγίου Όρους έμενε να κριθεί από τις μεγάλες δυνάμεις. Όμως, η Βουλγαρία δεν ήταν ευχαριστημένη με τα εδαφικά της κέρδη. Ο νέος πρωθυπουργός, ο 55χρονος Στογιάν Ντάνεφ, ζητούσε τη Μακεδονία από τους Έλληνες, με τους οποίους δεν είχε υπογράψει συμφωνία διανομής εδαφών, και το Μοναστήρι από τους Σέρβους, με βάση τη μεταξύ τους μυστική συμφωνία. Οι Σέρβοι όμως έχαναν τα εδαφικά τους κέρδη στα δυτικά όπου οι δυνάμεις έστηναν το κράτος της Αλβανίας. Η Βουλγαρία εισέπραξε διπλή άρνηση. Ο τσάρος Νικόλαος Β’ προσφέρθηκε να διαιτητεύσει. Ελλάδα και Σερβία αρνήθηκαν κι έσπευσαν να υπογράψουν μεταξύ τους συνθήκη κατά του βουλγαρικού επεκτατισμού (Θεσσαλονίκη, 19 Μάη του 1913). Καίριο άρθρο της συνθήκης ήταν η διαβεβαίωση ότι Ελλάδα και Σερβία θα επέμεναν να έχουν κοινά σύνορα και να μην επιτρέψουν να δημιουργηθεί ανάμεσά τους άλλο κράτος. Φοβούνταν ότι οι Βούλγαροι θα προσπαθούσαν να δημιουργήσουν τεχνητό κράτος ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Σερβία. Έμελλε να το δημιουργήσει ο Κροάτης Τίτο. Άλλωστε, οι Βούλγαροι προκαλούσαν, όπου διατηρούσαν στρατιωτικές νησίδες, με πιο σοβαρή μια συμπλοκή στο Παγγαίο.

 

Ο Β’ Βαλκανικός πόλεμος

Ξαφνικά, τα ξημερώματα 17 Ιουνίου του 1913, ξέσπασε ο Β’ Βαλκανικός πόλεμος. Οι Βούλγαροι έκαναν αιφνιδιαστική επίθεση ενάντια στους Έλληνες στη Νιγρίτα κι ενάντια στους Σέρβους στη Γευγελή, όπου το σημείο επαφής των ελληνοσερβικών δυνάμεων. Οι Έλληνες απάντησαν αιχμαλωτίζοντας τους 1.500 άνδρες των βουλγαρικών νησίδων στο ελληνικό έδαφος κι αποκρούοντας τις βουλγαρικές επιθέσεις. Η αντεπίθεση ξεκίνησε στις 19 του Ιουνίου, σε ολόκληρο το μέτωπο της γραμμής Καλλίνοβο - Κιλκίς - Λαχανά. Η σφοδρότητα της ελληνικής προέλασης ανάγκασε τους Βουλγάρους να υποχωρήσουν την ίδια μέρα ως έξι χμ. μπροστά από το Κιλκίς και (20 του Ιουνίου) να κλειστούν στα οχυρά της πόλης. Στις 21 του Ιουνίου, ξέσπασε θυελλώδης η ελληνική επίθεση κατά των οχυρών. Τα πήραν. Ξημέρωνε 22 του Ιουνίου, όταν έμπαιναν στην πόλη του Κιλκίς. Το απόγευμα της ίδιας μέρας, έμπαιναν και στον Λαχανά. Οι Βούλγαροι υποχωρούσαν, ενώ άγρια μάχη δινόταν και στο σερβικό μέτωπο. Στις 26 του Ιουνίου, οι Σέρβοι νικούσαν στην Μπρεγαλνίτσα. Στις 27, στον πόλεμο κατά της Βουλγαρίας μπήκε και η Ρουμανία με πέντε σώματα στρατού και δύο μεραρχίες ιππικού. Από την προηγούμενη δεκαετία περίμενε αυτή την ευκαιρία. Οι Ρουμάνοι προχώρησαν προς τη Δοβρουτσά και προέλασαν ως 30 χμ. από τη Σόφια, όπου τους βρήκε η υπογραφή της ανακωχής. Στις 29, η Οθωμανική αυτοκρατορία κήρυξε κι αυτή τον πόλεμο κατά της Βουλγαρίας. Στις 9 του Ιουλίου, κυρίευσε την Αδριανούπολη και τις Σαράντα Εκκλησιές. Ο βασιλιάς Φερδινάνδος της Βουλγαρίας έμοιαζε σαν το ποντίκι στη φάκα. Όμως, τα δεινά του από την πρόκληση του πολέμου δεν είχαν ακόμη τελειώσει.

Τα στενά της Κρέσνας βρίσκονται ανάμεσα στα βουνά Μέλεσι και Όρβηλο. Είναι το κυριότερο πέρασμα από την Ανατολική Μακεδονία προς τη Δυτική Βουλγαρία. Οδηγούν στην βουλγαρική πόλη Τζουμαγιά. Ως το 1912, τα στενά της Κρέσνας κατέχονταν από τους Τούρκους. Οι Βούλγαροι τα πήραν σχεδόν δίχως μάχη. Ως τις 10 Ιουλίου του 1913, ο ελληνικός στρατός είχε απελευθερώσει ολόκληρη την Ανατολική Μακεδονία και την Δυτική Θράκη και ανάγκασε τους Βουλγάρους να υπερασπίσουν τα πριν από το 1912 σύνορά τους. Στις 12 Ιουλίου του 1913, εκδηλώθηκε η ελληνική επίθεση στα στενά της Κρέσνας. Οι Βούλγαροι, που ξεκίνησαν τον πόλεμο αποβλέποντας στη Θεσσαλονίκη, ήταν τώρα υποχρεωμένοι να αμυνθούν μέσα στο έδαφός τους. Νικήθηκαν. Στις 13, οι Σέρβοι έπαιρναν το Βιδίνιο στις όχθες του Δούναβη. Στις 18, ο ελληνικός στρατός βρισκόταν μπροστά στην Τζουμαγιά. Από το αρχηγείο ήρθε η διαταγή «Παύσατε πυρ». Είχε συμφωνηθεί ανακωχή.

Νικητές και νικημένοι κάθισαν στο τραπέζι των συνομιλιών, στο Βουκουρέστι. Η Βουλγαρία ξανάρχισε τα δικά της: Εντάξει η Θεσσαλονίκη αλλά ήθελε την Καβάλα. Οι Έλληνες αρνήθηκαν κατηγορηματικά. Οι Βούλγαροι επέμεναν. Πείσθηκαν μόνον όταν οι Ρουμάνοι απείλησαν πως θα μπουν στη Σόφια. Και πάλι κερδισμένοι βγήκαν. Σύνορο ορίστηκε ο Νέστος. Η Δυτική Θράκη έμεινε στους Βούλγαρους. Θα γινόταν ελληνική ύστερα από επτά χρόνια. Η περιοχή της Δοβρουτσάς (νότια του Δούναβη, πριν από τις εκβολές του) περιήλθε στη Ρουμανία. Η Σερβία κράτησε ό,τι κέρδισε στα νότια - νοτιοανατολικά της και το Μαυροβούνιο περίπου διπλασίασε την έκτασή του. Οι τελικές υπογραφές στη συνθήκη («του Βουκουρεστίου», όπως ονομάστηκε), μπήκαν στις 28 Ιουλίου του 1913. Ο Β’ Βαλκανικός πόλεμος είχε τελειώσει. Ακριβώς ένα χρόνο αργότερα θα άρχιζε ο Α’ Παγκόσμιος.

Στις 16 Σεπτέμβρη του 1913 στην Κωνσταντινούπολη, η Οθωμανική αυτοκρατορία υπέγραφε την δική της συνθήκη με τη Βουλγαρία, από την οποία επανακτούσε τα εδάφη ως και την Αδριανούπολη με τις Σαράντα Εκκλησιές. Την 1η του Νοέμβρη στην Αθήνα, υπογραφόταν η ελληνοτουρκική συνθήκη, με την οποία αναγνωριζόταν ότι τα νησιά του Αιγαίου (εκτός από τα Δωδεκάνησα) ήταν ελληνικά. Την ίδια ελληνικότητα των νησιών αναγνώριζαν και οι μεγάλες δυνάμεις με διακοίνωσή τους (31 Γενάρη του 1913), με την οποία, όμως, καταχωρούσαν την Ίμβρο και την Τένεδο στην Οθωμανική αυτοκρατορία.

 

Και ξαφνικά, η Αλβανία

Αν η Βουλγαρία αναγεννήθηκε το 1878 για να υπηρετήσει τα σχέδια του τσάρου της Ρωσίας μέσα από τον πανσλαβισμό, η Αλβανία δημιουργήθηκε μέσα από τους βαλκανικούς πολέμους του 1912 - 13, ως δυτικό ανάχωμα σε αυτά. Εμπνευστές η Αυστρία και η Ιταλία που είδαν το νέο κράτος ως τη μόνη λύση για να εμποδίσουν τη Σερβία να βγει στην Αδριατική. Με όπλο τον εκβιασμό των μεγάλων δυνάμεων, οι Αλβανοί εισέπραξαν από το Μαυροβούνιο την περιοχή της Σκόδρας, από τη Σερβία όλα τα εδάφη που κυρίευσε ως το Δυρράχιο και από την Ελλάδα την Βόρεια Ήπειρο. Σχηματίστηκε, έτσι, η Αλβανία. Είχε προηγηθεί η δημιουργία της «Επιτροπής των Πραγματικών Μουσουλμάνων» (1878) που διακήρυξε ότι «οι κάτοικοι της Βόρειας Αλβανίας, της Ηπείρου και της Βοσνίας είναι πρόθυμοι να υπερασπισθούν την εδαφική ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τα στρατεύματα Βουλγαρίας, Σερβίας και Μαυροβούνιου με όλα τα δυνατά μέσα». Μόνο που, με τον καιρό, οι «Πραγματικοί Μουσουλμάνοι» προτίμησαν να στραφούν προς την αυτονομία και εργάζονταν για την δημιουργία Αλβανικού βιλαετιού που θα απαρτιζόταν από τα προϋπάρχοντα βιλαέτια Κοσσυφοπεδίου, Σκόδρας, Μοναστηρίου και Ηπείρου. Έσπερναν δηλαδή τον σπόρο για την ανάπτυξη της ιδέας για μια Μεγάλη Αλβανία, πριν καν αποκτήσουν εθνική οντότητα.

Οπωσδήποτε, ουσιαστική αρχή ήταν εκείνο το χαρτί που είχαν συνυπογράψει Νεότουρκοι και Αλβανοί τον Αύγουστο του 1912, με το οποίο η Οθωμανική αυτοκρατορία παραχωρούσε προνόμια και ουσιαστικά αναγνώριζε την ύπαρξη της αλβανικής εθνότητας. Που, έτσι κι αλλιώς, υπήρχε. Τον Νοέμβρη, οι Τούρκοι είχαν εγκλωβιστεί από τους Έλληνες στα Γιάννενα κι από τους Μαυροβούνιους στη Σκόδρα. Κι ανάμεσα σ’ αυτούς και στις λοιπές τουρκικές δυνάμεις μεσολαβούσαν ολόκληρη η Ήπειρος, η Μακεδονία και η Δυτική Θράκη, ενώ ο ελληνικός στόλος εμπόδιζε την πρόσβαση από τη θάλασσα. Κι αφού απειλή καμιά δεν υπήρχε, οι Αλβανοί φύλαρχοι μαζεύτηκαν στον Αυλώνα και ανακήρυξαν την αυτονομία της Αλβανίας (28 Νοέμβρη του 1912). Αυστρία και Ιταλία άρπαξαν την ευκαιρία από τα μαλλιά. Το ζήτημα μπήκε στη συνδιάσκεψη του Λονδίνου, όπου συζητιόταν το θέμα των ευρωπαϊκών πρώην οθωμανικών εδαφών. Στις 20 του Δεκέμβρη και ενώ όλα τα άλλα ζητήματα εκκρεμούσαν, οι μεγάλες δυνάμεις αναγνώρισαν την αυτονομία της Αλβανίας. Από εκεί κι έπειτα, τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους. Ο διεθνής στόλος των μεγάλων δυνάμεων εφάρμοσε αποκλεισμό του Μαυροβούνιου (από 28 Μάρτη του 1913), που πήρε τη Σκόδρα στις 13 του Απρίλη κι εξαναγκάστηκε να την παραδώσει σε διεθνές απόσπασμα στις 23 του ίδιου μήνα. Κι ενώ η κατάσταση με τις διεκδικήσεις της Βουλγαρίας όλο και περισσότερο οξυνόταν, η Αυστρία δήλωσε ορθά κοφτά στη Σερβία πως θα εισέβαλλε στο έδαφός της, αν οι δυνάμεις της δεν αποχωρούσαν από την παραλία της Αδριατικής. Η μισή Αλβανία είχε ήδη εξασφαλιστεί. Απέμεναν τα δύσκολα.

Στις 29 Ιουλίου του 1913, ακριβώς την επομένη που υπογράφτηκε στο Βουκουρέστι η ελληνοσερβοβουλγαρική συνθήκη, διεθνής επιτροπή ορίστηκε να χαράξει τα σύνορα της Αλβανίας. Ήταν φανερό πως, για να δημιουργηθεί το νέο κράτος, θα έπαιρναν εδάφη και από την Ελλάδα. Επιτροπές Ελλήνων Βορειοηπειρωτών άρχισαν να οργώνουν τις ευρωπαϊκές αυλές, ζητώντας δικαίωση. Δεν υπήρχε περίπτωση να βρουν. Οργάνωσαν έκτακτο ηπειρωτικό συνέδριο κι έβαλαν τις βάσεις του μελλοντικού τους αγώνα. Στις 17 Δεκέμβρη του 1913, ανακοινώθηκε η ρύθμιση των ελληνοαλβανικών συνόρων με το «πρωτόκολλο της Φλωρεντίας»: Ό,τι υπάρχει πάνω από το Καλπάκι, κατακυρωνόταν στην Αλβανία. Μαζί, και το νησάκι της Σασόνας που είχε δοθεί στην Ελλάδα από το 1864 ως εξάρτημα των Ιόνιων νησιών. Η Ελλάδα διαμαρτυρήθηκε με έντονη διακοίνωση (21 Φλεβάρη του 1914). Εισέπραξε τον ωμό εκβιασμό: «Ή αποδέχεστε αυτή τη διευθέτηση ή χάνετε τα νησιά του Αιγαίου». Η «λογική» περιλαμβανόταν στον ισχυρισμό ότι η Ελλάδα δεν μπορούσε «όλο να ζητά», καθώς μέσα σε λιγότερο από ένα χρόνο είχε υπερδιπλασιάσει την έκτασή της. Με το αίμα του στρατού της βέβαια αλλ’ αυτό δε μετρούσε. Η έμμεση απειλή λεγόταν «αναθεώρηση της συνθήκης του Βουκουρεστίου», την οποία μεθόδευαν Βούλγαροι και Ρώσοι. Απλά, οι Γερμανοί χάρη στην φιλία του βασιλιά Κωνσταντίνου και οι Γάλλοι χάρη στην διπλωματία του Βενιζέλου είχαν παρεμβληθεί υπέρ της Ελλάδας! Ο Α’ Παγκόσμιος πόλεμος, που ξέσπασε στη συνέχεια, ματαίωσε την ανατροπή.

 

Ο Βορειοηπειρωτικός αγώνας

Η αποχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων από τη Βόρεια Ήπειρο συνδυάστηκε με γενική εξέγερση των Βορειοηπειρωτών Ελλήνων. Η περιοχή ανακηρύχτηκε αυτόνομη κι ο ως τότε γενικός διοικητής Ηπείρου, Γεώργιος Χρηστάκη Ζωγράφος (1863 - 1920), σχημάτισε προσωρινή κυβέρνηση. Μέλη της τρεις μητροπολίτες και τρεις λαϊκοί. Στα γρήγορα, σχηματίστηκε βορειοηπειρωτικός στρατός κι αντιμετώπισε με επιτυχία τον αλβανικό, που έσπευσε να κυριεύσει τα εξεγερμένα μέρη. Η νικηφόρα έκβαση των μαχών επέτρεψε στους Βορειοηπειρώτες να διακηρύξουν την ανεξαρτησία τους αλλά οι μεγάλες δυνάμεις τα είχαν κανονίσει αλλιώς. Στις 17 Μάη του 1914, υπογράφτηκε το πρωτόκολλο της Κέρκυρας, με το οποίο αναγνωριζόταν η ελληνικότητα της Βόρειας Ηπείρου στα πλαίσια του κράτους της Αλβανίας και παρέχονταν προνόμια στον ελληνικό πληθυσμό.

Δυο μήνες νωρίτερα (Μάρτης του 1914), είχε οριστεί βασιλιάς της Αλβανίας ο Αυστριακός πρίγκιπας Γουλιέλμος Βιδ. Οι Ιταλοί δεν τον ανέχτηκαν. Ένα πραξικόπημα που ξέσπασε τον Σεπτέμβρη κι ενώ ήδη είχε ξεκινήσει ο Α’ Παγκόσμιος πόλεμος, τον ανάγκασε να παραιτηθεί. Αναρχία και αιματοκύλισμα τον διαδέχτηκαν. Οι μεγάλες δυνάμεις ζήτησαν από την Ελλάδα να καταλάβει το νεοσύστατο κράτος για να επιβάλει την τάξη (Οκτώβρης του 1914). Ταυτόχρονα, οι Ιταλοί έκαναν απόβαση και κυρίευσαν τον Αυλώνα. Όμως, οι Αυστριακοί, που προέλαυναν μέσα από τα εδάφη της Σερβίας, απώθησαν τους Ιταλούς στο ελληνικό έδαφος.

Η κατάσταση περιπλέχτηκε ακόμα περισσότερο, καθώς οι σύμμαχοι της Αντάντ θεώρησαν ότι θα εξασφάλιζαν τη σύμπραξη των Αλβανών, αν τους έδιναν ένα κράτος. Και μια που ήταν δύσκολο να ξαναστήσουν την Αλβανία στη σωστή περιοχή, τη χάραξαν πιο νότια στον χάρτη, μέσα στο ελληνικό έδαφος! Το κατασκεύασμα ονομάστηκε Αλβανική Δημοκρατία αλλά ούτε τους Αλβανούς εξυπηρετούσε, αφού ζούσαν πιο βόρεια, ούτε τους Έλληνες, από τους οποίους αφαιρούσαν ολόκληρη την Ήπειρο. Η Αλβανία αυτή διαλύθηκε, ενώ οι Γάλλοι κυρίευσαν την Κορυτσά κι έμειναν εκεί ως το 1920. Αργότερα, η περιοχή του Αυλώνα χαρίστηκε στην Ιταλία, στην οποία δόθηκε και η επικυριαρχία της Αλβανίας με αντάλλαγμα να μπει στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ (26 Απρίλη του 1915).

Οι περιπέτειες της Βόρειας Ηπείρου δεν επρόκειτο να τελειώσουν σύντομα.

 

Ρουμανία: Η επανάσταση των αγροτών

Η φτώχεια χτυπούσε τη Ρουμανία όλο και περισσότερο. Στον χώρο των εργατών και των αγροτών ο αναβρασμός υπέβοσκε. Αρχές Ιουλίου του 1905, στ’ ανοιχτά της Κωστάντζα φάνηκε το ρωσικό θωρηκτό «Ποτέμκιν» που είχε καταληφθεί από το πλήρωμά του. Η φήμη του είχε προηγηθεί καθώς η ανταρσία είχε προκαλέσει παγκόσμια συγκίνηση. Οι ναύτες είχαν διασπαστεί και το κίνημά τους είχε σβήσει. Έρχονταν στην Ρουμανία για να παραδώσουν το πλοίο, όπως και έκαναν. Η εμφάνισή του όμως είχε συνεπάρει τον πληθυσμό. Απεργίες απλώθηκαν σε ολόκληρη την χώρα. Ήταν μια πρώτη κίνηση.

Η επανάσταση των χωρικών ξέσπασε βίαιη στα 1907. Οι επαναστάτες στρέφονταν αρχικά ενάντια στους εβραίους που έπαιζαν ρόλο μεσαζόντων ανάμεσα στους αγρότες και τους γαιοκτήμονες. Η σοσιαλιστική ηγεσία των επαναστατών έστρεψε τις βολές ενάντια στους τσιφλικάδες που ήταν και οι κύριοι υπεύθυνοι της οικτρής κατάστασης στον αγροτικό τομέα. Πολλά χωριά λεηλατήθηκαν και πυρπολήθηκαν. Η κυβέρνηση έπεσε.

Στις 25 Μάρτη του 1907, πρωθυπουργός ανέλαβε ο παλαίμαχος φιλελεύθερος Στούρτζα. Η πρώτη αντίδρασή του ήταν να στείλει ενάντια στους επαναστάτες στρατό 140.000 ανδρών που έπνιξε την επανάσταση. Η δεύτερη, να καταργήσει το σύστημα των μεσαζόντων και να ενισχύσει οικονομικά τους αγρότες.

Μετά την παγίωση της κατάστασης, ο Στούρτζα παρέδωσε την πρωθυπουργία στον Ιωάννη Μπρατιάνο, τον επονομαζόμενο Ιονέλ, επίσης φιλελεύθερο. Ανέλαβε τον Γενάρη του 1909. Τον Δεκέμβρη, προσπάθησαν να τον δολοφονήσουν. Τον επόμενο Σεπτέμβρη (1910) υπέγραψε «αμυντική συμφωνία» με την Οθωμανική αυτοκρατορία. Κανένας δεν αμφέβαλλε ότι στρεφόταν κατά της Βουλγαρίας, με την οποία η Ρουμανία είχε ανοιχτούς λογαριασμούς. Ο Ιονέλ παραιτήθηκε τον Γενάρη του 1911. Ο συντηρητικός Πέτρος Κάρα που τον διαδέχτηκε έσπευσε να αποκαταστήσει τις «προαιώνιες φιλικές σχέσεις» Ρουμανίας και Ελλάδας (Απρίλης του 1911).

Κι ενώ στην χώρα οι πρωθυπουργοί και οι κυβερνήσεις άλλαζαν κάθε εξάμηνο, στα νότια του Δούναβη ξέσπασε ο Α’ Βαλκανικός πόλεμος. Η Ρουμανία βρέθηκε σε δύσκολη θέση καθώς είχε συμμαχία με την Οθωμανική αυτοκρατορία και «αιώνια φιλία» με την Ελλάδα, σύμμαχο της Βουλγαρίας. Προτίμησε να κρατήσει ουδέτερη στάση. Οκτώ μήνες αργότερα, οι επιφυλάξεις της είχαν αρθεί. Η Ελλάδα και η Σερβία πολεμούσαν ενάντια στη Βουλγαρία και η Οθωμανική αυτοκρατορία το σκεφτόταν (Β’ Βαλκανικός πόλεμος).

Τον Ιούλιο του 1913, δυο πλωτές γέφυρες στήθηκαν στον Δούναβη. Από αυτές, πέρασαν στην Βουλγαρία 600.000 Ρουμάνοι στρατιώτες. Προέλασαν ανενόχλητοι καθώς ο βουλγαρικός στρατός νικιόταν παντού από τους Έλληνες και τους Σέρβους, ενώ οι Τούρκοι κυρίευαν την Αδριανούπολη που πρόσφατα είχαν χάσει.

Οι διαπραγματεύσεις για την υπογραφή συνθήκης των Σέρβων και Ελλήνων με την νικημένη Βουλγαρία έγιναν στο Βουκουρέστι. Στο τραπέζι, από τη μεριά των νικητών, κάθισαν και οι Ρουμάνοι. Πήραν την Σιλιστρία (το βυζαντινό Δορύστολο), κλειδί της Δοβρουτσάς, αιώνιου μήλου της έριδας ανάμεσα στη Ρουμανία και τη Βουλγαρία στις εκβολές του Δούναβη.

(τελευταία επεξεργασία, 25 Φεβρουαρίου 2021)

Επικοινωνήστε μαζί μας