Κεφ. 13: Ο Α’ Παγκόσμιος πόλεμος

Αλύτρωτοι και τραστ

Το ότι οι βάσεις για να στηριχθεί ο Α’ Παγκόσμιος πόλεμος μπήκαν στην γαλλογερμανική σύγκρουση του 1870 - 71, είναι τόσο βέβαιο, όσο και το ότι η τελετή της θεμελίωσης του Β’ Παγκόσμιου πολέμου έγινε με την υπογραφή της συνθήκης των Βερσαλλιών, που σήμανε το τέλος της πρώτης παγκόσμιας σύρραξης. Όταν η πρωσική έκφραση του απόλυτου γερμανικού μιλιταρισμού προσαρτούσε τις εύφορες και κοιτασματοφόρες περιοχές της Αλσατίας και της Λορένης, πότιζε στην Γαλλία με εύφλεκτο υλικό τον αλυτρωτισμό, που συνήθως είναι η σπίθα για ν’ ανάψει και να φουντώσει ο εθνικισμός. Εκτός του ότι στις περιοχές αυτές της σημερινής ΒΑ Γαλλίας ακόμα και οι γερμανόφωνοι είχαν γαλλική εθνική συνείδηση, υπήρχαν και τα πλούσια κοιτάσματα σιδήρου, μολυβιού, ασημιού και χρυσού. Και, στα τέλη του ΙΘ’ με αρχές του Κ’ αιώνα, ο έντονος γαλλογερμανικός βιομηχανικός ανταγωνισμός πάνω ακριβώς στην παραγωγή σιδήρου και χάλυβα βασιζόταν. Άλλωστε, στο υπέδαφος δεν υπάρχουν σύνορα. Και τα πλούσια σε άνθρακα και σιδηρομετάλλευμα σπλάχνα της γης εκτείνονται κι απέναντι από τις τότε αλύτρωτες περιοχές, στη Ρουρ της Γερμανίας, όπου η πόλη Έσεν.

Εκεί, ο Φρειδερίκος Κρουπ (1787 - 1826) ίδρυσε ένα ασήμαντο χυτήριο (1810). Η ζήτηση χάλυβα του εξασφάλισε ένα καλό εισόδημα. Ο γιος του, Αλφρέδος (1812 - 1887), συνέχισε την ίδια δουλειά κι επεκτάθηκε στην κατασκευή κανονιών (1860) χτίζοντας νέο εργοστάσιο. Ο Φρειδερίκος Αλφρέδος Κρουπ (1854 - 1903) παρέλαβε την βιομηχανία στα 1887 και γρήγορα απέδειξε πως ήταν γεννημένος μάνατζερ. Προχώρησε στην κατασκευή θωράκων για πλοία, σπάζοντας το αγγλικό μονοπώλιο, έστησε νέες εγκαταστάσεις στο Μαγδεμβούργο (1893), απέκτησε ανθρακωρυχεία κι αγόρασε τα ναυπηγεία του Κίελου (1903). Η αυτοκρατορία είχε δημιουργηθεί. Έλειπε ο αυτοκράτορας. Βρέθηκε στο πρόσωπο ενός γαμπρού.

Η Βέρθα Κρουπ (1886 - 1957), εγγονή του Αλφρέδου, είχε πλούτη, δεν είχε τίτλους ευγένειας. Ο βαρόνος Γουσταύος φον Μπόλεν ουντ Χάλμπαχ (1870 - 1950) είχε τίτλους αλλά δεν είχε πλούτη. Παντρεύτηκαν (1906) κι ο Γουσταύος ανέλαβε τις επιχειρήσεις Κρουπ. Έχοντας διασυνδέσεις με την οικογένεια των Χοεντζόλερν, της οποίας μέλος ήταν ο Γουλιέλμος Β’, βασιλιάς της Πρωσίας και αυτοκράτορας της Γερμανίας, προχώρησε σε νέες μεθόδους διαχείρισης: Μη διστάζοντας να δωροδοκήσει όποιον χρειαζόταν, ουσιαστικά διεύθυνε την γερμανική εξωτερική πολιτική και μέσα από αυτήν κατόρθωσε να δημιουργήσει πνεύμα δυσπιστίας και φόβου στην Ευρώπη. Αποτέλεσμα ήταν ένας ξέφρενος ανταγωνισμός εξοπλισμών, που έκανε τις επιχειρήσεις του να θησαυρίζουν. Συνεργάστηκε με τις πολεμικές βιομηχανίες της Γαλλίας και της Αγγλίας, ίδρυσε νέα εργοστάσια στο εξωτερικό κι έφτασε στις παραμονές του Α’ Παγκόσμιου πολέμου να διαθέτει ένα δυναμικό 80.000 εργατών. Η λήξη του πολέμου βρήκε τον Γουλιέλμο Β’ να έχει χάσει και τα δύο στέμματα. Βρήκε, όμως, την Κρουπ ν’ απασχολεί πάνω από 167.000 εργάτες και να στήνει νέες συνεργασίες με τους απέναντι λυτρωμένους πια Γάλλους.

 

Ο χορός των συμφερόντων

Ο γαλλογερμανικός εθνικιστικός ανταγωνισμός τονώθηκε τις χρονιές 1905 - 1911 με το θέμα του Μαρόκου και τον αποικιακό αγώνα δρόμου στην Αφρική. Μια συνδιάσκεψη (Αλχεθίρα Ισπανίας, 1906) είχε ρυθμίσει τα γαλλογερμανικά συμφέροντα στην περιοχή. Η ισορροπία διαταράχτηκε από τους Γάλλους και η ειρήνη απειλήθηκε με το επεισόδιο του Αγαδίρ (1911) που έληξε με την παραχώρηση στην Γερμανία γαλλικών εδαφών στο Κογκό! Η ενίσχυση των γερμανικών ερεισμάτων στην Αφρική έδωσε την ευκαιρία για τη δημιουργία του προγράμματος «Έλβας - Ισημερινός» που δεν ήταν τίποτε άλλο από την οικονομική και πολιτική σύνδεση του Βερολίνου με την καρδιά της Αφρικής, μέσω Σουέζ. Έτσι, η Γερμανία απέκτησε έναν ακόμα εχθρό: Τη Μεγάλη Βρετανία, στην πιο εκτεταμένη αποικιακή της παρουσία. Που εκπονούσε τα δικά της προγράμματα: «Ακρωτήρι (Καλής Ελπίδας) - Κάιρο» και «Κάιρο - Καλκούτα (Ινδιών)»! Με το Σουέζ δικό της και διαφιλονικούμενο από την Γερμανία για λογαριασμό δήθεν της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, από την οποία είχε αποσπαστεί ολόκληρη η Αίγυπτος. Αυτά όπως και ο συνεχώς οξυνόμενος αγγλογερμανικός ανταγωνισμός στις θάλασσες έσπρωξαν Γαλλία και Αγγλία οριστικά τη μια στην αγκαλιά της άλλης.

Είχαν ήδη παραμερίσει διαφορές αιώνων και είχαν στήσει την Αντάντ (1904). Επειδή η γερμανική αμφισβήτηση της βρετανικής κυριαρχίας στον κόσμο είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα. Στη στροφή του ΙΘ’ προς τον Κ’ αιώνα, η Γερμανία εμφανιζόταν ως η εγγυήτρια δύναμη για την ακεραιότητα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Από το 1898, η γερμανοτουρκική φιλία είχε επισφραγιστεί με την εκπόνηση του πρώτου από τα μεγαλόπνοα προγράμματα εκείνου του καιρού: Το «πρόγραμμα Έλβας - Ευφράτης», ουσιαστικά Βερολίνο - Βαγδάτη, ήταν μια σιδηροδρομική γραμμή που αναγκαστικά περνούσε από την Κωνσταντινούπολη. Ξεκίνησε το 1898 και επρόκειτο να ολοκληρωθεί το 1915. Έτσι, η Βρετανία ένιωθε την γερμανική ανάσα στα βόρεια της δικής της γραμμής συμφερόντων στην Ασία. Με την Βαγδάτη να βλέπει Κάιρο.

Η Αυστροουγγρική αυτοκρατορία είχε τα δικά της προγράμματα: Να βγει με τον σιδηρόδρομο στο Αιγαίο και, με άλλη γραμμή, να υλοποιήσει το «πρόγραμμα Βιέννη - Κωνσταντινούπολη», που οδηγούσε αναπόφευκτα στο γερμανικό τρένο για την Βαγδάτη. Άλλωστε, η Αυστροουγγαρία ήταν μια ακόμα εγγύηση για την ακεραιότητα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Μοιραία, δημιουργήθηκαν τα δυο μπλοκ: «Αντάντ» και «Κεντρικές αυτοκρατορίες» με σύμμαχό τους την Οθωμανική αυτοκρατορία.

Στα βόρεια, από τον καιρό του Μεγάλου Πέτρου, η Ρωσία αγωνιούσε να βρει διέξοδο στην ανοιχτή θάλασσα. Μπορούσε μέσα από την Βαλτική αλλά αισθανόταν μακριά από τα κέντρα των ενδιαφερόντων της, σε καιρούς που ο χειμώνας ήταν πληγή για την άνετη ναυσιπλοΐα. Προσπάθησε να βγει στον Ειρηνικό αλλά προσέκρουσε στην Ιαπωνία (πόλεμος 1904 - 1905). Δοκίμασε στον Ινδικό ωκεανό ή στον Περσικό κόλπο αλλά εκεί καραδοκούσε η Βρετανία. Η απόπειρα να βγει στη Μεσόγειο (Αλεξανδρέττα, μέσω Αρμενίας) προσέκρουε στα γερμανικά και αυστριακά συμφέροντα προς την Βαγδάτη. Που στέκονταν στον δρόμο της και για το Αιγαίο. Όμως, με τον Εύξεινο Πόντο δικό της και τα Βαλκάνια γεμάτα «αδελφούς Σλάβους», η από εκεί διέξοδος φάνταζε πιο εύκολη. Και στέριωνε και την επικυριαρχία της στην Ουκρανία, προς την οποία οι Γερμανοί ήδη γλυκοκοιτούσαν, καθώς με το ένα μάτι βλέπει Μαύρη και με το άλλο Αζοφική θάλασσα. Κι είναι μιαν ανάσα από την Κασπία.

Η αγγλορωσική προσέγγιση ήταν τίμια και πάνω σε καθαρά επιχειρηματικές βάσεις. Ξεκίνησε το 1907 αλλά η τελική συνάντηση έγινε τον Ιούλιο του 1908 στο Ταλίν (τότε Ρεβάλ) της Εσθονίας. Η Ρωσία παραιτήθηκε από τις σκέψεις της στον Περσικό και η Βρετανία μεγαλόψυχα παραχώρησε το δικαίωμα της διεκδίκησης του Βόσπορου και του Ελλησπόντου. Αρκετά χρόνια αργότερα (25 Φλεβάρη του 1915), ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών, Έντουαρντ Γκρέι, θα δήλωνε απερίφραστα ότι «η επιθυμία της Ρωσίας να βγει στο Αιγαίο απολαμβάνει όλη τη βρετανική συμπάθεια». Έτσι απλά.

 

Η Βαλκανική σαλάτα

Τα ρωσικά σχέδια μπήκαν μπροστά με τη σερβοβουλγαρική προσέγγιση κι εφαρμόστηκαν την τριετία 1911 - 1913 αλλά σκόνταψαν στην έκβαση των βαλκανικών πολέμων. Η χαϊδεμένη του τσάρου, Βουλγαρία, ήταν η χαμένη της ιστορίας και παρακαλούσε για μιαν ανατροπή της συνθήκης του Βουκουρεστίου, αυτή την φορά σε βάρος της Ελλάδας. Η Σερβία είχε κυριεύσει την δίοδο του Νοβιπαζάρ κλείνοντας στην Αυστρία την πόρτα της μελλοντικής διεξόδου στο Αιγαίο, αλλά για δικό της λογαριασμό κι όχι για των Ρώσων. Και φλέρταρε ήδη με τους αντιπάλους των κεντρικών δυνάμεων για την απελευθέρωση των «αδερφών της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης» από τον αυστριακό ζυγό. Το μόνο που μπόρεσαν η Αυστρία και η ευκαιριακή σύμμαχός της, Ιταλία, ήταν να ανακόψουν την έξοδο της Σερβίας στην Αδριατική με τη δημιουργία της Αλβανίας σε βάρος και της Ελλάδας και του Μαυροβούνιου.

Οι ρωσικές διεργασίες για ανατροπή των τετελεσμένων στα Βαλκάνια έστελναν την Ελλάδα στην απέναντι από τη Ρωσία όχθη, καθώς κυρίως αυτή θα έχανε από μια νέα ρύθμιση. Ο ιταλοαυστριακός εκβιασμός ότι δεν θα αναγνωριστεί η ελληνική κυριαρχία στο Αιγαίο, αν η Ελλάδα επιμείνει στην διεκδίκηση της Βόρειας Ηπείρου αλλά και η ιταλική κατοχή των Δωδεκανήσων, έφερε το Ελληνικό κράτος εξ ορισμού αντίπαλο της Αυστρίας και της Ιταλίας. Εκτός, όμως, από κάποιες ξεχασμένες αψιμαχίες στην Ήπειρο, ο ελληνικός στρατός ουσιαστικά πολεμούσε συνεχώς ένα χρόνο, δίνοντας αδιάκοπες μάχες χωρίς να έχει χάσει καμιά. Και η Ελλάδα είχε διπλασιαστεί σε έκταση και πληθυσμό. Με άλλα λόγια, ήταν υπολογίσιμη δύναμη στην περιοχή και γειτονική στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Από την πλευρά του, ο Ελευθέριος Βενιζέλος άφηνε να διαφανεί η συμπάθειά του προς την Γαλλία. Που έβλεπε την Ελλάδα σαν αντίπαλο δέος και της Αυστρίας και του πανσλαβισμού μέσω Σερβίας. Έτσι, η Γαλλία διαμήνυσε ευγενικά στη «φίλη και σύμμαχο Ρωσία» ότι δεν ευνοούσε ανατροπή των συμφωνιών του Βουκουρεστίου. Και αυστηρά στην Αυστρία ότι θα την έβρισκε μπροστά της, αν επιχειρούσε νέα μείωση των ελληνικών εδαφών.

Υπήρχε, όμως, και άλλη «ευτυχής συγκυρία». Η από το 1889 σύζυγος του Κωνσταντίνου και πρόσφατα (1913) βασίλισσα Σοφία ήταν αδερφή του αυτοκράτορα Γουλιέλμου της Γερμανίας. Κι ο Κωνσταντίνος «αξιωματικός του γερμανικού στρατού». Κι ο ελληνικός στρατός ο μόνος που είχε ανατρέψει με τη λόγχη φρούρια κατασκευασμένα από τους Γερμανούς (Μπιζάνι). Και μια ελληνοτουρκική προσέγγιση θα αποτελούσε ισχυρό αντίρροπο του ρωσικού επεκτατισμού στα Βαλκάνια. Έτσι, η Γερμανία διαμήνυσε ευγενικά στη «φίλη και σύμμαχο Αυστρία» πως δεν ευνοούσε νέα μείωση της ελληνικής επικράτειας. Και αυστηρά στη Ρωσία ότι θα την έβρισκε μπροστά της, αν επιχειρούσε ανατροπή των συμφωνιών του Βουκουρεστίου.

Με όλα αυτά, οι επιρροές στα Βαλκάνια είχαν δυο ξεκαθαρισμένους πόλους: Την Οθωμανική αυτοκρατορία προσανατολισμένη στις κεντρικές αυτοκρατορίες και τη Σερβία ξεκάθαρα ενάντιά τους. Το Μαυροβούνιο πάντα ακολουθούσε τη Σερβία, οπότε θεωρούσαν περιττό να ερωτηθεί. Από εκεί κι έπειτα, όλα παίζονταν. Η Ελλάδα έγινε ξαφνικά η πολύφερνη νύφη, την οποία οι πάντες κολάκευαν. Η Βουλγαρία ήταν στα πρόθυρα της νευρικής κρίσης: Με τη Ρωσία δεν μπορούσε να νιώθει ασφαλής, αφού μια στο Βερολίνο και μια στο Βουκουρέστι την είχε εγκαταλείψει, ενώ οι Σέρβοι μόνο σύμμαχοι δεν μπορούσαν να λογιστούν μετά τον Β’ Βαλκανικό πόλεμο. Άρχισε να ξαναφλερτάρει με τις κεντρικές δυνάμεις προσπαθώντας να βυθίσει στη λήθη το ότι είχε πρόσφατα απεμπολήσει τη συμμαχία της με την Αυστρία, από την οποία είχε ωφεληθεί την αναγνώρισή της ως ανεξάρτητο βασίλειο. Δεν ήταν εύκολο. Έτσι κι αλλιώς, η Αυστροουγγρική αυτοκρατορία αισθανόταν απέχθεια προς καθετί σλαβικό και η Βουλγαρία είχε από καιρό ενταχθεί στη «σλαβική οικογένεια». Η εκκρεμότητα επρόκειτο να διατηρηθεί ως τη στιγμή που θα ανοιγόταν «το κουτί με τις προσφορές». Με τη Ρουμανία να περιμένει υπομονετικά, ποιους θα διαλέξει η Βουλγαρία, για να πάει με τους αντίπαλους.

 

Μπαρούτι και αποθηκάριοι

Στη συγκεκριμένη στιγμή, το μπαρούτι της Ευρώπης ήταν οι αλύτρωτοι Σλάβοι. Κι όλη αυτή η εκρηκτική ύλη ήταν στοιβαγμένη στα Βαλκάνια και γύρω από αυτά. Έτσι, όχι άδικα, τα Βαλκάνια ονομάστηκαν «η μπαρουταποθήκη της Ευρώπης». Αποθηκάριος εν ενεργεία ήταν η Αυστροουγγρική αυτοκρατορία που προσπαθούσε να ισορροπήσει πάνω στο στρώμα των Τσέχων, Σέρβων, Σλοβένων και Κροατών Σλάβων υπηκόων της που αφορμή γύρευαν να επαναστατήσουν. Και πρώην αποθηκάριος η Οθωμανική αυτοκρατορία, από την οποία είχαν απαλλαγεί οι Βούλγαροι και οι Σέρβοι του Μαυροβούνιου και της Σερβίας. Η οποία Σερβία ασφυκτιούσε και «διαρρήγνυε τα ιμάτιά της» από αγανάκτηση, καθώς έβλεπε «7.000.000 αδερφούς Σλάβους» να υποφέρουν κάτω από τον αυστριακό ζυγό στις περιοχές Βοσνίας, Ερζεγοβίνης, Σλαβονίας, Δαλματίας και Κροατίας. Για τους Σλοβένους δε μιλούσαν ακόμα. Ο χάρτης εξηγεί το γιατί: Βρίσκονται αρκετά μακριά και, για να φτάσει κάποιος εκεί από τη Σερβία, πρέπει να κατέχει τα ενδιάμεσα εδάφη και την απέραντη παραλία που συνεπάγονται. Άλλωστε, εκεί βρίσκεται και η (κάτω από αυστριακή κατοχή) Τεργέστη και δεν ήταν ώρα ν’ ανταγωνιστούν και τους Ιταλούς.

Στα εδάφη της ουγγρικής επικράτειας δρούσε η Σερβοκροατική Εταιρεία που υπέστη μύριες όσες διώξεις από το επίσημο κράτος. Συνήθως, τα μέλη της σέρνονταν σε δίκες και καταδικάζονταν για εσχάτη προδοσία. Το αναπόφευκτο αποτέλεσμα ήταν η οργάνωση να τυλίγεται με το φωτοστέφανο της θυσίας και να δυναμώνει όλο και πιο πολύ. Στα 1908, όταν προσαρτήθηκαν και τυπικά από την Αυστρία η Βοσνία και η Ερζεγοβίνη, η Σερβοκροατική Εταιρεία βρήκε πλήθος αποδέκτες στο σύνθημα για μια νέα Μεγάλη Σερβία. Στα 1909, η «Μεγάλη Σερβία» αποτελούσε κυβερνητική προγραμματική διακήρυξη. Οι βαλκανικοί πόλεμοι και η δημιουργία του αναχώματος της Αλβανίας στην προσπάθεια για έξοδο στην Αδριατική έκαναν την υλοποίηση του οράματος για τη Μεγάλη Σερβία επιτακτικό καθήκον κάθε Σέρβου πατριώτη. Η Ομλάντινα, η παλιά εκείνη νεολαιίστικη οργάνωση από την οποία ξεπήδησε το σερβικό ριζοσπαστικό κόμμα, προπαγάνδιζε απροκάλυπτα.

Για την Αυστροουγγαρία, το μήνυμα ήταν διπλό: Η Σερβία ήταν το φιτίλι που, αν άναβε, απειλούσε να βάλει φωτιά στο μπαρούτι και να τινάξει την αυτοκρατορία στον αέρα. Κι ακόμα, η Σερβία ήταν το κυριότερο εμπόδιο στον δρόμο της Αυστρίας για έξοδο στο Αιγαίο. Κι ενώ ο σιδηροδρομικός άξονας Βερολίνου - Βαγδάτης προχωρούσε, η παρακαμπτήριος «Βιέννη - Κωνσταντινούπολη» καρκινοβατούσε. Με τη Ρωσία να μεθοδεύει το δικό της πρόγραμμα, το οποίο στηριζόταν σε μια πανσλαβική επανάσταση ενάντια στην Αυστρία με τον τσάρο προστάτη και οδηγό. Και τους Σέρβους στα πεδία των μαχών. Μόνο που, για τους Ρώσους, «ο δρόμος για την Βιέννη περνά από το Βερολίνο». Χωρίς την απαλλαγή της από τον γερμανικό μπελά, η Ρωσία είχε να υπερπηδήσει τεράστιες δυσκολίες. Και στην Γερμανία μόλις είχε θεσπιστεί «ειδικός πολεμικός φόρος» για την ενίσχυση των εξοπλισμών, που από καιρό είχαν πάρει ξέφρενους ρυθμούς. Οπότε ο άξονας Βερολίνου - Βιέννης ήταν δεδομένος και γι’ αυτόν τον λόγο. Η Αυστρία μπορούσε να δράσει.

Η επίσημη αυστριακή θέση εκφράστηκε και δημόσια με επιχειρήματα που την θεμελίωναν: «Η Σερβία πρέπει να σβηστεί από τον χάρτη. Μέση λύση δεν υπάρχει». Τον Αύγουστο του 1913, λίγες μόλις ημέρες μετά τη λήξη του Β’ Βαλκανικού πολέμου και ενώ οι προστριβές για την χάραξη των αλβανικών συνόρων βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη, η Αυστρία ήταν έτοιμη να εισβάλει στη Σερβία. Ούτε η Ρωσία μπορούσε να την εμποδίσει ούτε η Γερμανία θα είχε ουσιώδη αντίρρηση. Προέκυψε όμως πρόβλημα με την Ιταλία. Από το 1882, υπήρχε στα χαρτιά η «Τριπλή Συμμαχία» Γερμανίας, Αυστροουγγαρίας και Ιταλίας αλλά η Ρώμη ποτέ δεν ήταν δεδομένη. Κάθε ιταλική κίνηση την εποχή εκείνη υπάκουε στους στόχους που προωθούσε το κίνημα του ιρεδεντισμού, που ντοπάριζε τα πλήθη: Ήταν ο ιταλικός αλυτρωτισμός που διεκδικούσε δυο ελβετικά καντόνια, τη Νίκαια και την Κορσική από την Γαλλία και τη Μάλτα από την Βρετανία. Κυρίως όμως ενδιαφερόταν για τους «αλύτρωτους αδερφούς» στο Κεντρικό και Νότιο Τιρόλο (ΝΑ στις Άλπεις), στην χερσόνησο Ιστρία (στον μυχό της Αδριατικής) και στην Δαλματία. Και βέβαια, στις πόλεις Τεργέστη και Γκορίτσια. Η ανάμειξη της Ιταλίας στην Αλβανία και η εμπορική διείσδυσή της στο Μαυροβούνιο ερμηνεύτηκαν σωστά από την κυβέρνηση της Βιέννης. Και, στις 12 Ιουλίου του 1913, η Γερμανία και η Ιταλία αρνήθηκαν να στηρίξουν την Αυστροουγγαρία σε έναν πόλεμο κατά της Σερβίας. Η εκστρατεία στη Σερβία αναβλήθηκε. Για ένα χρόνο.

 

Η δολοφονία στο Σεράγεβο

Ο αυτοκράτορας Φραγκίσκος Ιωσήφ ανήκε στους μακροβιότερους εστεμμένους (68 χρόνια στον θρόνο) αλλά και στους πιο τραγικούς. Από το 1848 ως το 1851, μπόρεσε να μαζέψει τα κομμάτια της αυτοκρατορίας κάτω από το σκήπτρο του. Στον Νότο, η δημιουργία της ενιαίας Ιταλίας έγινε αιτία να χάσει εδάφη και να δει να ανδρώνεται ένας ακόμα εχθρός. Στα 1867, υποχρεώθηκε να δεχτεί την αναβάθμιση της Ουγγαρίας σε ισότιμη με την Αυστρία κρατική οντότητα υπό ένα μονάρχη. Στέφθηκε αυτοκράτορας της Ουγγαρίας, ήταν αυτοκράτορας της Αυστρίας.

Στις 16 Απρίλη του 1864, είδε τον Αρχιδούκα της Αυστρίας, Φερδινάνδο Ιωσήφ Μαξιμιλιανό, να αναλαμβάνει αυτοκράτορας του Μεξικού, απλώνοντας τα εδάφη των Αψβούργων ως την Αμερική. Έζησε όμως και την ήττα του. Ο «αυτοκράτορας του Μεξικού» αιχμαλωτίστηκε από τους επαναστάτες και τουφεκίστηκε το 1867, σε ηλικία 35 χρόνων.

Μετά από 22 χρόνια, ο Φραγκίσκος Ιωσήφ έζησε το δράμα του μοναχογιού του, διαδόχου του αυτοκρατορικού θρόνου, πρίγκιπα Φραγκίσκου Καρόλου Ιωσήφ Ροδόλφου. Αυτοκτόνησε μαζί με την ερωμένη του, Μαρία Βετσέρα, στο βασιλικό κυνηγετικό περίπτερο στο Μάγιερλινγκ.

Στις 10 Σεπτέμβρη του 1898, είδε τη γυναίκα του, αυτοκράτειρα της Αυστροουγγαρίας, Ελισάβετ, να δολοφονείται στην Γενεύη από τον αναρχικό Λουίτζι Λουτσένι. Είχε γεννηθεί το 1837, ήταν γνωστή ως Σίσι και είχε εξελιχθεί σε μεγάλη φίλη της Κέρκυρας, όπου με εντολή της κτίστηκε το Αχίλλειο. Η επόμενη οικογενειακή τραγωδία που έπληξε τον αυτοκράτορα Φραγκίσκο Ιωσήφ μάλλον προκλήθηκε από τον ίδιο. Κι εξελίχθηκε σε παγκόσμια τραγωδία:

Η καταπίεση των Σλάβων από τους Αυστριακούς εντάθηκε μετά τις σερβικές νίκες στους Βαλκανικούς πολέμους. Εντάθηκε και η δυσαρέσκεια που μετατράπηκε σε πανσλαβικό

αλυτρωτικό κίνημα. Ο υπουργός Οικονομικών της Αυστρίας, Μπιλίνσκι, δεν προλάβαινε να διαμαρτύρεται στον αυτοκράτορα για την από τους στρατηγούς σκληρή διακυβέρνηση της Βοσνίας με όργανο τις δυνάμεις κατοχής. Ο στρατηγός Όσκαρ Ποτιόρεκ έκλεισε κάμποσα σωματεία και διέλυσε την Βουλή. Ετοίμαζε φιέστα κι έπαιρνε προληπτικά μέτρα. Στην προσαρτημένη χώρα θα διεξάγονταν γυμνάσια του αυστριακού στρατού, τα οποία θα τιμούσε με την παρουσία του ο διάδοχος του θρόνου της Αυστροουγγαρίας, Φραγκίσκος Φερδινάνδος, που θα επισκεπτόταν με τη σύζυγό του το Σεράγεβο, τον Ιούνιο του 1914.

Η επίσκεψη του διαδόχου διαφημίστηκε αρκετά έγκαιρα, ώστε να προλάβουν τα μέλη μιας σερβικής επαναστατικής οργάνωσης να προετοιμαστούν. Στις 28 Ιουνίου του 1914, ο Αρχιδούκας Φραγκίσκος Φερδινάνδος και η σύζυγός του, δούκισσα Σοφία, διέσχιζαν με την αυτοκρατορική άμαξα έναν από τους κεντρικούς δρόμους του Σεράγεβο. Δυο Σέρβοι φοιτητές, ο Γαβρίλος Πρίνσιπ και ο Νετζέλκο Γαβρίνοβιτς, του βγήκαν μπροστά. Ο Γαβρίνοβιτς αστόχησε. Οι πυροβολισμοί του Πρίνσιπ επέφεραν ακαριαία αποτελέσματα. Ο 41χρονος διάδοχος έπεσε νεκρός. Το ίδιο και σύζυγός του, Σοφία. Αργότερα, ο Πρίνσιπ εξομολογήθηκε ότι στόχος του δεν ήταν η Σοφία αλλά ο στρατηγός Όσκαρ Πότιορεκ, στρατιωτικός διοικητής της Βοσνίας.

Συνελήφθησαν επτά. Επειδή ο Πρίνσιπ δεν είχε κλείσει τα είκοσί του χρόνια (ήταν 19 και 11 μηνών) τη στιγμή της δολοφονίας, καταδικάστηκε σε εικοσάχρονη φυλάκιση. Πέθανε στις 28 Απρίλη 1918, σε φυλακή της Βιέννης. Ο Γαβρίνοβιτς καταδικάστηκε σε ισόβια. Οι λοιποί πέντε σε θάνατο.

 

Η «μαύρη εβδομάδα» του Ιουλίου

Μαζί με τα θερμά του συλλυπητήρια που υπέβαλε στον αυτοκράτορά του, ο αρχηγός του αυστριακού επιτελείου, βαρόνος Κόνραντ φον Χέτζεντορφ, υπενθύμισε ότι η δολοφονία του διαδόχου έδινε τροφή στη σερβική προπαγάνδα για τη Μεγάλη Σερβία και προκαλούσε μεγάλη ζημιά στη συνοχή του αυστριακού στρατού, στον οποίο κυρίως Σλάβοι είχαν στρατολογηθεί. Αν δεν μεσολαβούσε άμεση απάντηση και ταπείνωση των Σέρβων, σε ελάχιστα χρόνια ο αυστριακός στρατός θα μετατρεπόταν σε τελείως αναξιόπιστο σώμα.

Η αυστριακή κυβέρνηση υιοθέτησε τις απόψεις αυτές, σημειώνοντας ότι ήταν απαραίτητη και επείγουσα ανάγκη να σμικρυνθεί η Σερβία που είχε μεγαλώσει εδαφικά με τους Βαλκανικούς πολέμους και ήδη προαλειφόταν για μεγάλη δύναμη. Από τις 4 Ιουλίου, μια βδομάδα μετά την δολοφονία στο Σεράγεβο, η Αυστρία διαμήνυε στη Ρωσία ότι ευνοούσε τον εδαφικό ακρωτηριασμό της Σερβίας υπέρ των λοιπών βαλκανικών κρατών. Η Ρωσία δεν απάντησε.

Ο αυτοκράτορας ενέκρινε σχέδιο τελεσιγράφου προς τη Σερβία, του οποίου αντίγραφο πήρε ο πρέσβης της Γερμανίας στην Βιέννη (18 του Ιουλίου). Ο αυτοκράτορας της Γερμανίας ενέκρινε το ύφος. Στις 21 του Ιουλίου, ο πρέσβης παραλάβαινε το πλήρες κείμενο του τελεσιγράφου. Κι αυτό εγκρίθηκε από τον κάιζερ που προέτρεψε τον Φραγκίσκο Ιωσήφ να δώσει σκληρό μάθημα στους Σέρβους.

Το αυστριακό τελεσίγραφο επιδόθηκε στη Σερβία, στις 23 Ιουλίου του 1914. Ο αυτοκράτορας της Αυστροουγγαρίας, Φραγκίσκος Ιωσήφ, απαιτούσε από τη Σερβία να διαλύσει αμέσως την οργάνωση «Ναρόντνα Οντμπράκτα» (Εθνική Άμυνα), την οποία υποπτευόταν ότι κρυβόταν πίσω από τη δολοφονία του διαδόχου ανιψιού του και η οποία, από το 1908, δρούσε στα εδάφη που οι Σέρβοι διεκδικούσαν. Απαιτούσε επίσης, Αυστριακοί υπάλληλοι να μπουν επικεφαλής των ερευνών για τον εντοπισμό των συνενόχων στην δολοφονία. Κι ακόμα, την διακοπή κάθε προπαγάνδας ενάντια στην Αυστρία και την απομάκρυνση από τον στρατό, την διοίκηση και την εκπαίδευση αξιωματικών, υπαλλήλων και εκπαιδευτικών, τα ονόματα των οποίων περιλαμβάνονταν σε συγκεκριμένο κατάλογο που η Αυστρία θα κοινοποιούσε στη Σερβία. Οι Σέρβοι είχαν στη διάθεσή τους 48 ώρες να απαντήσουν!

Την επομένη, 24 Ιουλίου του 1914, ο αντιβασιλιάς της Σερβίας, Αλέξανδρος Α’, απευθύνθηκε στον τσάρο Νικόλαο Β’, ζητώντας του να θυμηθεί ότι είναι Σλάβος και να βοηθήσει «τους αδελφούς Σέρβους». Την ίδια ημέρα, διατάχθηκε γενική επιστράτευση του σερβικού στρατού, ενώ ο τσάρος διακήρυξε ότι η Ρωσία «δεν θα επιτρέψει την ενάντια στη Σερβία προσβολή». Στις 25 του μήνα, η Ρωσία διέταξε την επιστράτευση 13 σωμάτων του ρωσικού στρατού «σε περίπτωση αυστριακής επίθεσης κατά της Σερβίας». Την ίδια μέρα, αγγλορωσικό διάβημα ζητούσε από την Αυστρία να δοθεί παράταση στην προθεσμία που είχε η Σερβία να απαντήσει στο τελεσίγραφο. Η Αυστρία αρνήθηκε αλλά εγγυήθηκε στη Ρωσία την εδαφική ακεραιότητα της Σερβίας.

Η Σερβία επέδωσε την απάντησή της στον πρέσβη της Αυστρίας στο Βελιγράδι την ίδια εκείνη μέρα (25 του Ιουλίου). Η συμμετοχή Αυστριακών στις ανακρίσεις απορριπτόταν καθώς θεωρήθηκε ότι έθιγε τα κυριαρχικά δικαιώματα του κράτους. Για τα υπόλοιπα προβάλλονταν επιφυλάξεις, χωρίς κάποια δέσμευση. Ο πρέσβης τηλεγράφησε τη σερβική απάντηση στην κυβέρνησή του και, στις 6.30’ το απόγευμα, αναχώρησε για τη Βιέννη. Την ίδια ώρα, επιστρατεύονταν οκτώ σώματα του αυστριακού στρατού με διαταγή να βαδίσουν στα σύνορα με τη Σερβία.

Την επομένη, 26 του Ιουλίου, η Βρετανία πρότεινε τη σύγκληση τετραμερούς διάσκεψης ειρήνης στο Λονδίνο. Θα μετείχαν Βρετανία, Γερμανία, Γαλλία και Ιταλία. Η Αυστρία την απέρριψε με το σκεπτικό ότι δυο από τα κράτη ήταν εχθρικά διακείμενα απέναντί της (Βρετανία, Γαλλία) και το ένα ήταν αμφίβολο (Ιταλία). Την ίδια μέρα, η Ρωσία έθετε σε πολεμική ετοιμότητα τα 13 σώματα στρατού που βρίσκονταν κοντά στα σύνορα με την Αυστρία.

Ήταν η στιγμή που ο κάιζερ αντιλαμβανόταν ότι υπήρχε κίνδυνος γενικής ανάφλεξης καθώς ο πόλεμος φαινόταν ότι δεν επρόκειτο να περιοριστεί ανάμεσα στην Αυστρία και τη Σερβία. Οι πρεσβευτές του στην Πετρούπολη και τη Βιέννη πρότειναν να λυθεί το ζήτημα με απευθείας διαπραγμάτευση ανάμεσα στη Ρωσία και την Αυστρία. Η Ρωσία αρνήθηκε, θεωρώντας ότι το θέμα αφορούσε τον αντιβασιλιά της Σερβίας και όχι τον τσάρο.

Η όπως αποκλήθηκε «μαύρη εβδομάδα» των πυρετωδών κινήσεων είχε ολοκληρωθεί.

 

Η έκρηξη του πολέμου

Στις 28 του Ιουλίου, ο αυτοκράτορας της Αυστρίας κήρυξε τον πόλεμο στον βασιλιά της Σερβίας. Αυτό σήμαινε και ταυτόχρονη κήρυξη πολέμου κατά του τσάρου της Ρωσίας, αν και οι Αυστριακοί πίστευαν ότι οι Ρώσοι δεν θα κινηθούν, όπως είχε συμβεί και πριν από έξι χρόνια, όταν προσάρτησαν Βοσνία και Ερζεγοβίνη. Οι ελπίδες τους διαψεύστηκαν. Αναγκαστικά, την 1η του Αυγούστου, ο αυτοκράτορας της Γερμανίας κήρυξε τον πόλεμο κατά του τσάρου, ως σύμμαχος των Αψβούργων. Η Σερβία και το Μαυροβούνιο απάντησαν κηρύσσοντας τον πόλεμο κατά της Γερμανίας, που υπέγραψε μυστική συμφωνία με την Οθωμανική αυτοκρατορία, ώστε να μπορούν τα πλοία της να περνούν τα Δαρδανέλλια. Με το βλέμμα στην Αλσατία και τη Λορένη, η Γαλλία δήλωσε πως θα συμπαραταχθεί με τη Ρωσία. Ιταλία και η Ρουμανία ανακοίνωσαν ουδετερότητα. Στις 3 του Αυγούστου, η Γερμανία κήρυξε τον πόλεμο κατά της Γαλλίας και εισέβαλε στο Βέλγιο. Αναπόφευκτα, στις 4 του Αυγούστου, η Αγγλία κήρυξε τον πόλεμο κατά της Γερμανίας. Από κοινού, Γαλλία και Αγγλία κήρυξαν τον πόλεμο και κατά της Αυστροουγγαρίας.

Η σύρραξη γενικεύτηκε. Από τις 15 του Αυγούστου, στον πόλεμο μπήκε και η Ιαπωνία, που εποφθαλμιούσε τις γερμανικές κτήσεις στην Κίνα. Οι συγκρούσεις μεταφέρθηκαν και στις αποικίες. Από τις 28 του Οκτώβρη, στο πλάι της Γερμανίας πολεμούσε και η Οθωμανική αυτοκρατορία. Το 1915, η Ιταλία προσχώρησε στις δυνάμεις της Αντάντ και η Βουλγαρία στο μπλοκ των κεντρικών αυτοκρατοριών. Το 1916, στην Αντάντ προσχώρησαν Ελλάδα, Ρουμανία και Χετζάζη της Αραβικής χερσονήσου. Το 1917, προστέθηκαν οι Ηνωμένες Πολιτείες κι άλλα οχτώ αμερικανικά κράτη, καθώς και η Κίνα και το Σιάμ. Το 1918, άλλα πέντε αμερικανικά κράτη. Ο Μορίς Μπομόν έγραψε ότι «πρόκειται για μια διαμάχη όχι τόσο των λαών όσο των κυβερνήσεων, που διεκδικούσαν την επικράτηση στο χώρο της Βαλκανικής». Μόνο που ο Γ’ Βαλκανικός πόλεμος είχε εξελιχθεί πρώτα στον νιοστό ευρωπαϊκό κι έπειτα στον Α’ Παγκόσμιο.

Τέλειωσε στις 11 Νοέμβρη του 1918. Πολέμησαν 70.000.000 άνδρες, σκοτώθηκαν 8.500.000, πάνω από 6.000.000 έμειναν ανάπηροι. Ξοδεύτηκαν ποσά ίσα με το 15% του εθνικού πλούτου του συνόλου των εμπολέμων. Και οι τρεις κυρίαρχες αυτοκρατορίες του 1914 δεν υπήρχαν πια, όταν η συνθήκη ειρήνης υπογράφηκε στις Βερσαλλίες. Ο τσάρος Νικόλαος είχε εκτελεστεί και στην θέση της Ρωσίας ξεπρόβαλλε η Ένωση των Σοβιέτ (1917). Η Γερμανία έγινε δημοκρατία (1918). Η Αυστροουγγαρία είχε διαλυθεί, ενώ η εκεί μοναρχία έμελλε να καταργηθεί τον επόμενο Σεπτέμβρη (1919).

 

Η βουλγαρική πλεονεξία

Το «κουτί με τις προσφορές» αργούσε να ανοιχτεί στν Βουλγαρία, όπου το πιο ανίσχυρο ρεύμα ήταν αυτό που ζητούσε τη συνεννόηση των βαλκανικών λαών και εκφραζόταν από τον Ιωάννη Γκέσοφ. Ο θεμελιωτής της βουλγαροσερβικής συμμαχίας και πολέμιος της βουλγαρογερμανικής προσέγγισης αναγκάστηκε να αποσυρθεί από την πολιτική και να αφιερωθεί στη συγγραφή ιστορικών έργων. Πέθανε το 1924. Ο ισχυρός αντίπαλός του, Στόγιαν Ντάνεφ, είχε κηρυχθεί υπέρ της ουδετερότητας. Παραμερίστηκε την κατάλληλη στιγμή. Επανήλθε στα πολιτικά πράγματα μετά τον πόλεμο χάρη στο επιχείρημα που ακουγόταν ατράνταχτο: «Εγώ σας τα έλεγα αλλά δε με ακούγατε». Καλοκαίρι του 1915, αναδείχτηκαν οι «πλειοδότες», καθώς το αλισβερίσι είχε τραβήξει πάνω από έναν χρόνο. Η Αντάντ πρόσφερε Δράμα και Καβάλα και ζητούσε εχεμύθεια, να μην το μάθει πρόωρα η Ελλάδα. Οι κεντρικές δυνάμεις χάριζαν όλη τη Μακεδονία. Έτσι κι αλλιώς, ούτε της Αντάντ ήταν ούτε των άλλων.

Η βουλγαρογερμανική συνθήκη υπογράφτηκε στις 6 Σεπτέμβρη του 1915. Ο πόλεμος κατά της Σερβίας κηρύχτηκε στις 14 του Οκτώβρη. Οι Βούλγαροι εισέβαλαν από τα ανατολικά, ενώ οι γερμανοαυστριακοί κατέβαιναν από τα βόρεια. Οι Ρουμάνοι καθυστέρησαν ως το επόμενο καλοκαίρι και μπήκαν στον πόλεμο στις 14 Αυγούστου του 1916. Οι Βούλγαροι εισέβαλαν στην Δοβρουτσά, που είχαν χάσει με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου, και την επανάκτησαν. Ως το τέλος της χρονιάς (1916), όχι μόνο η Σερβία αλλά και η Ρουμανία «είχε σβηστεί από τον χάρτη». Με την Βουλγαρία απλωμένη και σε όλη την Ανατολική Μακεδονία. Τα πράγματα, όμως, άρχισαν να σκουραίνουν. Τα δύο τρίτα της ανθρωπότητας βρίσκονταν στο αντίπαλο στρατόπεδο. Η βουλγαρική διπλωματία ήρθε σε επαφή με την Αντάντ. Οι διαπραγματεύσεις άρχισαν μυστικά στην Ελβετία αλλά ο αυτοκράτορας της Γερμανίας τις πληροφορήθηκε έγκαιρα. Η πρώτη κίνησή του ήταν και αναμφισβήτητα γερμανική και καίρια: Έκοψε την χρηματοδότηση του βουλγαρικού στρατού. Η Βουλγαρία σύρθηκε στο πεπρωμένο που η ίδια είχε χαράξει. Τον Οκτώβρη του 1918, ζητούσε ανακωχή αλλά ήταν πολύ αργά.

 

Προς τον διχασμό

Θέμα επιλογής μπλοκ δεν υπήρχε για την Ελλάδα. Κανένας δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι ήταν δυνατόν η χώρα να συμπολεμήσει με τις κεντρικές αυτοκρατορίες. Η μόνη εξυπηρέτηση, που ο γερμανόφιλος Κωνσταντίνος θα μπορούσε να προσφέρει στον κουνιάδο του, κάιζερ, ήταν να κρατήσει την Ελλάδα ουδέτερη. Το προσπάθησε ως την τελική πτώση. Πανίσχυρος μετά τους βαλκανικούς πολέμους, ο Ελευθέριος Βενιζέλος πίεζε για συμπαράταξη στο πλάι της Αντάντ. Η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη. Ο Βενιζέλος παραιτήθηκε (Φλεβάρης του 1915) και η νέα κυβέρνηση Γούναρη ήρθε σε συνεννόηση με την Αντάντ αλλά οι ελληνικές προτάσεις χαρακτηρίστηκαν ανειλικρινείς. Απλά, προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο. Με προεκλογικό σύνθημα την έξοδο στον πόλεμο, οι Φιλελεύθεροι πήραν τις εκλογές (31 Μάη του 1915) και ο Βενιζέλος σχημάτισε νέα κυβέρνηση (3 του Αυγούστου). Η υπογραφή της βουλγαρογερμανικής συνθήκης (6 Σεπτέμβρη του 1915) και η επιστράτευση των Βουλγάρων προκάλεσαν αλυσιδωτές αντιδράσεις. Η κυβέρνηση διέταξε επιστράτευση, κάλεσε τις δυνάμεις της Αντάντ να χρησιμοποιήσουν τη Θεσσαλονίκη για τη στήριξη των Σέρβων και ζήτησε από τον βασιλιά να τιμήσει την υπογραφή του στην ελληνοσερβική συνθήκη (της 19ης Μάη του 1913). Ο Κωνσταντίνος απάντησε ότι η ορθή ερμηνεία της συνθήκης ήταν πως η Ελλάδα θα πολεμούσε στο πλάι της Σερβίας, μόνον αν στην γειτονική χώρα εκδηλωνόταν βουλγαρική επίθεση σε πόλεμο που θα ήταν ξεκάθαρα ενδοβαλκανική υπόθεση. Εκείνη την ώρα, ναι μεν η Σερβία δεχόταν εισβολή αλλά από τους Γερμανοαυστριακούς. Όχι από τους Βουλγάρους.

Οι δυνάμεις της Αντάντ έκαναν απόβαση στη Θεσσαλονίκη (22 του Σεπτέμβρη), ενώ η κυβέρνηση Βενιζέλου παραιτήθηκε (24 του μήνα). Νέος πρωθυπουργός διορίστηκε ο Αλέξανδρος Ζαΐμης με την ανοχή των Φιλελευθέρων. Στις 4 του Οκτώβρη, η Βουλγαρία εισέβαλε στη Σερβία εκπληρώνοντας τον όρο της ελληνοσερβικής συνθήκης όπως την ερμήνευε ο βασιλιάς. Ο Ζαΐμης όμως έμενε άπρακτος. Το θέμα έπρεπε να ήταν ενδοβαλκανική οικογενειακή υπόθεση! Οι Φιλελεύθεροι τον ανέτρεψαν. Διορίστηκε νέα κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Στέφανο Σκουλούδη, που διέλυσε την βουλή και προκήρυξε εκλογές για τις 6 του Δεκέμβρη. Καταγγέλθηκε για αντεθνικότητα και αντισυνταγματικότητα, ενώ οι Φιλελεύθεροι κάλεσαν τον λαό σε αποχή. Ο Σκουλούδης ήταν ακόμα πρωθυπουργός, όταν οι κεντρικές δυνάμεις ζήτησαν να παραδοθεί το οχυρό του Ρούπελ σε μια βουλγαρογερμανική φάλαγγα. Η κυβέρνηση ενέδωσε (Μάης του 1916), οι της Αντάντ θεώρησαν ότι οι Έλληνες τους εμπαίζουν, ο στόλος τους κατέπλευσε στον Πειραιά, ο Σκουλούδης παραιτήθηκε κι ανέλαβε πάλι ο Αλέξανδρος Ζαΐμης που παρέλαβε λίστα «γερμανόφιλων» στην διοίκηση και στο στράτευμα με εντολή να τους απολύσει. Η Ελλάδα βάδιζε σταθερά προς τον εθνικό διχασμό. Η Αθήνα συγκλονιζόταν από τις διαδηλώσεις των Φιλελευθέρων που απαιτούσαν έξοδο της χώρας στον πόλεμο και από τα συλλαλητήρια των απολυμένων που μάχονταν υπέρ της ουδετερότητας.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή διάλεξαν τα στρατεύματα των κεντρικών αυτοκρατοριών να εισβάλουν στην Ανατολική Μακεδονία και να την καταλάβουν χωρίς μάχη. Το Δ’ Σώμα στρατού παραδόθηκε και οι άνδρες που το αποτελούσαν μεταφέρθηκαν στη Γερμανία. Ήταν ατίμωση! Κάτι που ποτέ στο παρελθόν δεν είχε ξαναγίνει. Ακόμα και στον ταπεινωτικό πόλεμο του 1897, ο ελληνικός στρατός είχε νικηθεί πολεμώντας. Δεν είχε καταθέσει τα όπλα.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος βγήκε στο μπαλκόνι του σπιτιού του (15 Αυγούστου του 1916) και κατάγγειλε τον βασιλιά και τους «ηρακλείς του στέμματος» (τις μετά από αυτόν κυβερνήσεις) για προδοσία. Δυο μέρες αργότερα (17 του μήνα), ξέσπασε στην Θεσσαλονίκη το κίνημα της Εθνικής Άμυνας, που επικράτησε χάρη και στην εκεί παρουσία των δυνάμεων της Αντάντ. Ο Βενιζέλος έφυγε στην Κρήτη κι από εκεί στην Θεσσαλονίκη (26 του Σεπτέμβρη), όπου, νικημένες, υποχώρησαν οι δυνάμεις της Αντάντ (1 του Οκτώβρη) από τα Δαρδανέλλια. Η Ελλάδα χωρίστηκε σε δυο κράτη: Της Αθήνας με τον βασιλιά Κωνσταντίνο και της Θεσσαλονίκης ή της Εθνικής Άμυνας με επικεφαλής μια τριανδρία. Εκτός από τον Βενιζέλο, μετείχαν ο ναύαρχος κι άλλοτε ήρωας κυβερνήτης του θωρηκτού Αβέρωφ, Παύλος Κουντουριώτης (1855 - 1935), κι ο στρατηγός κι εφευρέτης του λυόμενου ορεινού πυροβόλου, Παναγιώτης Δαγκλής (1853 - 1924). Ήταν ο διχασμός!...

Με τη συνέργεια των συμμάχων, η επικράτεια της Εθνικής Άμυνας απλώθηκε στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας και στα νησιά. Όμως, το κράτος της Αθήνας εξακολουθούσε να κρατά ουδετερότητα. Οι σύμμαχοι αξίωσαν και πέτυχαν η Αθήνα να παροπλίσει τα μεγάλα πολεμικά της σκάφη. Στη συνέχεια, αξίωσαν να αφοπλιστούν οι ένοπλες δυνάμεις. Ακολούθησαν αιματηρές συγκρούσεις με αποτέλεσμα να ριχτούν οβίδες κατά της πρωτεύουσας και των ανακτόρων και να εφαρμοστεί αυστηρός αποκλεισμός. Τον Μάη του 1917, ο συμμαχικός στόλος κατέλαβε τον Ισθμό της Κορίνθου. Στις 27 του μήνα, ο στόλος έπιασε στον Πειραιά. Ένας Γάλλος βουλευτής, ο Κάρολος Ζονάρ (1857 - 1927), δήλωσε πως είναι ο ύπατος αρμοστής στην Ελλάδα κι επέδωσε τελεσίγραφο στην κυβέρνηση Ζαΐμη. Στις 30 του Μάη, ο Κωνσταντίνος παραιτήθηκε υπέρ του δευτερότοκου γιού του, Αλέξανδρου, κι έφυγε από την χώρα. Στις 11 Ιουνίου του 1917, οι Γάλλοι κατέλαβαν την Αθήνα. Στις 14, ο Ελευθέριος Βενιζέλος ανέλαβε πρωθυπουργός ολόκληρης της Ελλάδας. Ο ελληνικός στρατός νικούσε στη Μακεδονία αλλά η χώρα είχε ακόμη βαρύ φόρο να πληρώσει.

 

Στο δάσος της Κομπιέν

Η έκρηξη του πολέμου βρήκε τη Ρωσία εντελώς απαράσκευη και τον λαό της να υποφέρει όσο ποτέ άλλοτε: 15.000.000 άνδρες επιστρατεύτηκαν ως το 1917. Από αυτούς, οι 1.700.000 άφησαν την τελευταία τους πνοή στα πεδία των μαχών. Η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο το καλοκαίρι του 1916, όταν, για να ανακουφίσει τους Σέρβους, ο στρατηγός Αλέξιος Μπρουσίλοφ (1853 - 1926) έκανε τη μεγάλη επίθεση κατά του αυστριακού στρατού. Εκατόμβες νεκρών κι από τις δυο μεριές ήταν το τίμημα της μάταιης επιχείρησης. Το σύνθημα των μπολσεβίκων για άμεση ειρήνευση στρεφόταν ανοιχτά κατά του τσάρου, της αριστοκρατίας και των στρατηγών. Οι διαδηλώσεις, οι απεργίες και οι εξεγέρσεις σάρωναν την χώρα. Ο τσάρος υποχρεώθηκε να παραιτηθεί (15 Μάρτη του 1917). Η εξουσία πέρασε στην Δούμα και στα σοβιέτ (συμβούλια εργατών). Στις 7 Νοέμβρη του 1917 (24 του Οκτώβρη με το παλιό ημερολόγιο και γι’ αυτό «Οκτωβριανή»), ξέσπασε η μεγάλη ρωσική επανάσταση. H αντεπανάσταση εκδηλώθηκε τον Μάη του 1918. Στις 31 Οκτώβρη του 1920, η επανάσταση είχε επικρατήσει. Η Σοβιετική Ένωση άντεξε ως τις 31 Δεκέμβρη του 1991.

Η προαγωγή του Φερδινάνδου Φος (1851 - 1929) σε γενικό αρχηγό όλων των δυνάμεων της Αντάντ ήρθε τον Μάη του 1918, τη στιγμή ακριβώς που τα γερμανικά στρατεύματα είχαν φτάσει 65 χμ. από το Παρίσι και το βομβάρδιζαν με τα κανόνια «Βέρθα» που κατασκεύαζε η βιομηχανία Κρουπ. Ο Φος αποκατέστησε την ενότητα του μετώπου, ενισχύθηκε με 250.000 καλά εξοπλισμένους ετοιμοπόλεμους Αμερικανούς και διέταξε γενική επίθεση (26 Σεπτέμβρη του 1918).Οι Γερμανοί αμύνθηκαν σθεναρά. Όμως, η σφοδρότητα της συμμαχικής επίθεσης τους σκόρπισε. Στις 29 του Σεπτέμβρη, το μέτωπο διασπάστηκε σε τρία σημεία. Οι Γερμανοί αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν στην πόλη Ναμίρ. Ο στρατηγός Ερρίκος Λούντεντορφ (1865 - 1937) είδε πως δύσκολα θα απέφευγε την κύκλωση και τον αφανισμό. Στις 2 Οκτώβρη του 1918, εισηγήθηκε ανακωχή. Η κυβέρνηση της Γερμανίας παραιτήθηκε. Η νέα που ανέλαβε έστειλε τηλεγράφημα στους συμμάχους ζητώντας κατάπαυση του πυρός. Ο Φος επεξεργάστηκε τους στρατιωτικούς όρους της συνθήκης. Τους υπαγόρευσε ο ίδιος μέσα στο προσωπικό του βαγόνι, στο δάσος της Κομπιέν (11 Νοέμβρη του 1818). Θα περνούσαν 22 χρόνια, ώσπου ο Αδόλφος Χίτλερ, στο ίδιο αυτό βαγόνι και στο ίδιο σημείο, θα υπαγόρευε τους δικούς του όρους στους νικημένους Γάλλους. Όμως, ο Φος δε ζούσε να το δει.

 

Η πτώση των αυτοκρατόρων

Από τη στιγμή που διασπάστηκε το γερμανικό μέτωπο στα σύνορα με τη Γαλλία ως την υπογραφή της ανακωχής, κοσμοϊστορικά γεγονότα είχαν συμβεί. Με το παράδειγμα της ρωσικής επανάστασης νωπό, οι Γερμανοί δεν είχαν καμιάν όρεξη να συνεχίσουν τον πόλεμο. Στις 28 Οκτώβρη του 1918, το ναυτικό, που βρισκόταν στο Βιλχελμσχάφεν της Κάτω Σαξονίας, διατάχτηκε να βγει στ’ ανοιχτά για να συγκρουστεί με τον αγγλικό στόλο. Οι ναύτες αρνήθηκαν και στασίασαν. Ο στόλος μεταφέρθηκε στο Κίελο (3 Νοέμβρη του 1918). Οι ναύτες βγήκαν στη στεριά και κήρυξαν επανάσταση μαζί με τους εργάτες του λιμανιού. Στις επόμενες μέρες, η επανάσταση απλωνόταν σε όλα τα μεγάλα λιμάνια, ενώ ο στρατός στο δυτικό μέτωπο διατασσόταν να υποχωρήσει (5 του μήνα). Στις 7, εξεγέρθηκαν το Ανόβερο και το Μόναχο. Στους επαναστάτες προσχώρησαν και οι στρατιώτες. Ο από το 1913 βασιλιάς της Βαυαρίας, Λουδοβίκος Γ’ (1845 - 1921), δραπέτευσε για να μην ξαναγυρίσει. Στις 8, η Βαϊμάρη ανακηρύχτηκε δημοκρατία. Στις 9, εργάτες και στρατιώτες επαναστάτησαν στο Βερολίνο και κατέλυσαν την εξουσία. Ο Γουλιέλμος προθυμοποιήθηκε να παραιτηθεί από αυτοκράτορας της Γερμανίας και να διατηρήσει τον τίτλο του βασιλιά της Πρωσίας. Δεν ήταν ώρα για διαπραγματεύσεις. Νύχτα, το έσκασε στην Ολλανδία, ενώ από το μεσημέρι ο αρχηγός της σοσιαλιστικής πλειοψηφίας, Φίλιππος Σάιντεμαν (1863 - 1939), είχε δηλώσει πως ολόκληρη η Γερμανία ήταν πια δημοκρατία. Την ίδια μέρα, μια κυβέρνηση επιτρόπων του λαού κατά το ρωσικό πρότυπο ανέλαβε την εξουσία με πρόεδρο της Δημοκρατίας τον σοσιαλιστή Φρειδερίκο Έμπερτ. Στις 11, υπογράφτηκε η ανακωχή.

Έτσι κι αλλιώς, το 1918 ήταν μια πολύ κακή χρονιά για τους αυτοκράτορες. Στην Οθωμανική αυτοκρατορία, πέθαναν και ο έκπτωτος από το 1909 Αμπντούλ Χαμίτ Β’ κι ο Μωάμεθ Ε’ που τον διαδέχτηκε. Νέος σουλτάνος έγινε ο Μωάμεθ Στ’ (1861 - 1926), ενώ η Οθωμανική αυτοκρατορία υπέγραφε ανακωχή με την Αντάντ (30 Οκτώβρη του 1918) πάνω στο αγγλικό θωρηκτό «Αγαμέμνονας», έξω από τη Λήμνο. Ο επίσης πρώην, τσάρος Νικόλαος Β’, είχε τουφεκιστεί (16 Ιουλίου του 1918), καθώς οι αντεπαναστάτες πλησίαζαν να τον ελευθερώσουν.

Βλέποντας όλα γύρω να καταρρέουν, ο από το 1916 αυτοκράτορας της Αυστροουγγαρίας, Κάρολος Α’ Φραγκίσκος Ιωσήφ (1887 - 1922), ήταν ο μόνος που συνειδητοποίησε την κατάσταση. Στις 14 Οκτώβρη του 1918, οι Τσέχοι υποτελείς κήρυξαν την ανεξαρτησία τους. Στη θέση που βρισκόταν, ήταν αδύνατο να τους αντιμετωπίσει. Στις 17 του μήνα, μετέτρεψε την Αυστροουγγρική αυτοκρατορία σε ομοσπονδιακό κράτος και διόρισε εθνικά συμβούλια. Οι Τσέχοι αρνήθηκαν να κουβεντιάσουν μαζί του και νομιμοποίησαν το ανεξάρτητο κράτος τους. Ήταν 28 Οκτώβρη του 1918 και ήταν η ημέρα που έγιναν όλα μαζί. Στο Βιλχελμσχάφεν, οι ναύτες του γερμανικού στόλου αρνήθηκαν να ξαναπολεμήσουν. Στην Ουγγαρία ξέσπασε εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση, ενώ, στο μέτωπο της Ιταλίας, τα αυστροουγγρικά στρατεύματα δέχτηκαν την επίθεση της Αντάντ. Στις 29 του Οκτώβρη, επαναστάτησαν οι Σλοβένοι και οι Κροάτες. Στις 30, ξεσηκώθηκαν οι Γερμανοί, που ζούσαν κάτω από αυστριακή διοίκηση. Ο Κάρολος έσπευσε να δεχτεί ανακωχή στις 3 του Νοέμβρη, ημέρα που σημειωνόταν η επανάσταση του ναυτικού στο γερμανικό Κίελο. Όμως, τα γεγονότα τον παράσερναν. Στις 7 του Νοέμβρη, επαναστάτησαν και οι Πολωνοί. Οι καιροί δεν ανέχονταν πια τους αυτοκράτορες. Στις 12 Νοέμβρη του 1918, επομένη της ανακωχής στην Κομπιέν, ο Κάρολος υπέγραψε την παραίτησή του. Η Αυστρία ανακηρύχθηκε δημοκρατία.

Τον Γενάρη του 1919, ξέσπασε η επανάσταση των Σπαρτακιστών, που ο Έμπερτ έπνιξε στο αίμα (6 - 11.1.1919). Οι ηγέτες της ομάδας Σπάρτακος, Ρόζα Λούξεμπουργκ και Καρλ Λίμπκνεχ, δολοφονήθηκαν καθώς μεταφέρονταν στη φυλακή, στις 15 Γενάρη του 1919 (και οι δυο γεννήθηκαν το 1871). Τον επόμενο μήνα, ο Έμπερτ εκλέχτηκε προσωρινός πρόεδρος της Δημοκρατίας. Στις 7 του Απρίλη, κατάρρευσε και το συμβούλιο των επιτρόπων του λαού στην Βαϊμάρη. Το 1920, ο Έμπερτ έπνιξε μιαν αντεπανάσταση με στόχο να επαναφερθεί η μοναρχία. Στα 1922, εκλέχτηκε κανονικός πρόεδρος της Δημοκρατίας..

Στις 21 Μάρτη του 1919, η Ουγγαρία ανακηρύχτηκε σοσιαλιστική δημοκρατία. Τον Νοέμβρη του ίδιου χρόνου, τα επαναστατικά συμβούλια ανατράπηκαν και στην χώρα επιβλήθηκε δικτατορία. Ο Κάρολος προσπάθησε να ξαναπάρει τον θρόνο του αλλά απέτυχε. Πέθανε το 1922.

 

Η Μεγάλη Σερβία

Η κατάρρευση του μετώπου στη Σερβία, μετά τη γερμανοαυστριακή προέλαση από τα βόρεια και την εισβολή των Βουλγάρων από τα ανατολικά (1915), ανάγκασε τη σερβική κυβέρνηση και τον στρατό να διαφύγουν από τη μόνη διέξοδο που υπήρχε: Την Αλβανία. Την διέσχισαν και πέρασαν στην Κέρκυρα όπου φιλοξενήθηκαν. Ο συμπολεμιστής τους, βασιλιάς Νικόλαος Α’ ή Νικήτας του Μαυροβουνίου, κατέφυγε στο Παρίσι. Στα 1916, οι 350.000 Σέρβοι στρατιώτες μεταφέρθηκαν στη Θεσσαλονίκη και ενίσχυσαν τον εκεί συμμαχικό στρατό. Η κυβέρνηση του Πάσιτς έμεινε στην Κέρκυρα και συνέχισε να εργάζεται για τη μεταπολεμική Μεγάλη Σερβία. Στις 27 Ιουλίου του 1917, ο Πάσιτς και ο πρόεδρος του Νοτιοσλαβικού κομιτάτου, Τρούμπιτς, υπέγραψαν κοινή δήλωση, που υπογράμμιζε την θέληση των Νοτιοσλάβων να ενωθούν σε ένα κράτος.

Η αντιστροφή των πραγμάτων (1918) έφερε τα ποθητά αποτελέσματα. Μια συνέλευση του λαού των Μαυροβούνιων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είναι Σέρβοι, κήρυξε τον γέρο Νικόλαο έκπτωτο κι ένωσε το κράτος με τη Σερβία, που επιτέλους αποκτούσε διέξοδο στην Αδριατική. Ο Νικόλαος ποτέ δεν αποδέχτηκε τη νέα κατάσταση αλλά και ποτέ κανένας δε ρώτησε τη γνώμη του. Πέθανε στα ογδόντα του χρόνια (1921), ενώ η «νέα κατάσταση» ήταν ήδη ξεπερασμένη. Καθώς ξεσπούσε ορμητική η συμμαχική προέλαση, συγκροτήθηκε στο Ζάγκρεμπ εθνικό συμβούλιο όλων των νοτιοσλαβικών εθνικοτήτων. Στις 6 Οκτώβρη του 1918, μια διακήρυξη ζητούσε την ένωση Σέρβων (μέσα στους οποίους λογίζονταν και οι Μαυροβούνιοι, Βόσνιοι και Ερζεγοβίνιοι), Κροατών και Σλοβένων σε ένα κράτος. Οι τελευταίοι προέκυψαν, καθώς η Αυστροουγγαρία κατέρρεε και η Ιταλία έδειχνε κιόλας την ασίγαστη τάση της να τους καταπιεί.

Η υπόγεια αφύπνιση των Σλοβένων δεν είχε δυναμώσει, όταν στην Ευρώπη ξέσπασαν οι επαναστάσεις του 1848. Μετά την καταστολή τους, ο Μέτερνιχ δεν υπήρχε πια στο υπουργείο Εξωτερικών της Αυστρίας. Υπήρχε όμως ο ανταγωνισμός της Αυστρίας και της Πρωσίας για την ηγεμονία στα γερμανικά κρατίδια. Αυστριακοί και Πρώσοι συγκρούστηκαν στη μάχη της Σάντοβα (στη Βοημία, 1866). Ο αυστριακός στρατός έπαθε πανωλεθρία. Ανάμεσα στις συνέπειες της ήττας, ήταν και ο διαμελισμός της Σλοβενίας σε τρία άνισα μέρη: Κάποιοι Σλοβένοι βρέθηκαν υπήκοοι της πια ενιαίας Ιταλίας, κάποιοι άλλοι της Πρωσίας και κάποιοι εξακολούθησαν να βρίσκονται κάτω από τον αυστριακό ζυγό. Στις τάξεις τους, στα τέλη του ΙΘ’ αιώνα, αναπτύχθηκαν δυο διαμετρικά αντίθετα κινήματα:

Οι «Σταροσλοβένοι» και η καθολική εκκλησία επιζητούσαν την ένωση των σλοβενικών εδαφών στα πλαίσια της Αυστρίας. Οι «Μλαντοσλοβένοι» εργάζονταν για μια μελλοντική ενωμένη Σλοβενία, ανεξάρτητη ή στα πλαίσια μιας νοτιοσλαβικής ομοσπονδίας. Η κατάληξη του Α’ Παγκοσμίου πολέμου ευνόησε τους οπαδούς της ένωσης με τους Νοτιοσλάβους. Στις 29 Οκτώβρη του 1918, η εθνοσυνέλευση (βέτσε) του Ζάγκρεμπ (Σέρβοι, Κροάτες και Σλοβένοι) ανακοίνωσε την αποχώρηση από την ηττημένη και ανίκανη πια να αντιδράσει Αυστρία.

Ο Αλέξανδρος Α’ Καραγεόργεβιτς (1888 - 1934) ήταν δευτερότοκος γιος του βασιλιά, Πέτρου Καραγεόργεβιτς, σπούδασε στη Ρωσία (1899 - 1909), αναγορεύτηκε διάδοχος μετά την παραίτηση του αδερφού του, Γεώργιου, και χρίστηκε αντιβασιλιάς (1914). Στη 1 Δεκέμβρη του 1918, δέχτηκε τους αντιπροσώπους του εθνικού συμβουλίου και τους έκανε το χατίρι να γίνει αντιβασιλιάς του «Ενωμένου Βασιλείου των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων». Μια κυβέρνηση που σχηματίστηκε με πρωθυπουργό τον Στόγιαν Πρότιτς γνωστοποίησε στους συμμάχους της Αντάντ την ένωση. Την αποδέχτηκαν όλοι αλλά οι Ιταλοί είχαν τεράστιες αντιρρήσεις ως προς τη χάραξη των συνόρων. Άρχισαν μακροχρόνιες διαπραγματεύσεις που κατέληξαν στη συνθήκη του Ραπάλο (12 Νοέμβρη του 1920), ενώ ήδη οι Κροάτες μετάνιωναν που δέχτηκαν να ενωθούν με τους Σέρβους. Ουσιαστικά, είχε δημιουργηθεί η Μεγάλη Σερβία με άλλο όνομα. Ο Αλέξανδρος Α’ έγινε και τυπικά βασιλιάς του νέου κράτους (16 Αυγούστου του 1921) μετά τον θάνατο του πατέρα του. Στα 1922, ξαναθυσιάστηκε για τον λαό του παίρνοντας γυναίκα του την πριγκίπισσα Μαρία της Ρουμανίας.

 

Η Μεγάλη Ρουμανία

Ο βασιλιάς Κάρολος πέθανε την 1η Οκτώβρη του 1914. Ο διάδοχός του, στέφθηκε βασιλιάς Φερδινάνδος Α’ δέκα μέρες αργότερα. Η ουδετερότητα παιζόταν. Σχεδόν ολόκληρο το 1915 κύλησε με τη Ρουμανία να χωρίζεται στα τρία: Τους υπέρ των κεντρικών αυτοκρατοριών, εκείνους υπέρ της Αντάντ και τους προσηλωμένους στην ουδετερότητα που υποστηρίζονταν και από τους εργάτες.

Η Αντάντ προσέφερε την υπόσχεση για μεταπολεμική προσάρτηση στη Ρουμανία των εδαφών της Τρανσυλβανίας όπου «Ρουμάνοι αδέλφια καταπιέζονταν από τους Ούγγρους». Η προσφορά κρίθηκε ικανοποιητική. Η συμφωνία υπογράφτηκε και, στις 27 Αυγούστου του 1916, η Ρουμανία διακήρυξε την είσοδό της στον πόλεμο, στο πλάι της Αντάντ. Νικήθηκε. Ως τον χειμώνα, ο ρουμανικός στρατός μετρούσε 250.000 νεκρούς. Ο βασιλιάς και η κυβέρνηση πρόλαβαν να διαφύγουν στο Ιάσιο, πριν να μπουν στο Βουκουρέστι τα στρατεύματα της Γερμανίας (6 Δεκέμβρη του 1916). Ως τον Γενάρη του 1917, ολόκληρη η Ρουμανία είχε υποκύψει εκτός από ένα τμήμα στη βόρεια Μολδαβία.

Στα βόρεια σύνορα, η τσαρική Ρωσία μετατρεπόταν σε δημοκρατία και οι Ρουμάνοι ζητούσαν επίσης δημοκρατία. Στο Ιάσιο ξέσπασαν ταραχές. Η αντεπίθεση Ρουμάνων και Ρώσων, το καλοκαίρι του 1917, απέτυχε. Το φθινόπωρο, οι Ρώσοι είχαν άλλα να τους απασχολούν καθώς ξέσπασε εκεί η μεγάλη Οκτωβριανή επανάσταση. Τον Δεκέμβρη, η Ρουμανία υπέγραψε ανακωχή με τις κεντρικές αυτοκρατορίες. Η Ρουμανία δεν έπαιρνε την «ουγγρική» Τρανσυλβανία αλλά αποζημιωνόταν με την «ρωσική» Βεσαραβία.

Μαζί με την κατάρρευση της Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας, έπεσε και η γερμανόφιλη κυβέρνηση της Ρουμανίας. Στις 9 Νοέμβρη του 1918, ελάχιστα εικοσιτετράωρα πριν από την λήξη του πολέμου, η Ρουμανία συγκρότησε στα γρήγορα στρατό και ξαναμπήκε στα πεδία των μαχών, ενώ ο βασιλιάς ξαναγύρισε στο Βουκουρέστι (30 του Νοέμβρη). Ο στρατός μπήκε στην Ουγγαρία και η κυβέρνηση ανάγγειλε την προσάρτηση της Τρανσυλβανίας, της Βουκοβίνα και του Βανάτου. Οι Ρουμάνοι μπήκαν στην Βουδαπέστη στις 4 Αυγούστου του 1919. Στις 14 του Νοέμβρη, υποχρεώθηκαν από τις λοιπές δυνάμεις να αποχωρήσουν.

Με τις μεταπολεμικές συνθήκες, η Ρουμανία υπερδιπλασιάστηκε. Κληρονόμησε το ένα τρίτο της Βουκοβίνα, το Βανάτο και την Τρανσυλβανία, ενώ της έμεινε και η Βεσαραβία (επίσημα από τον Οκτώβρη του 1920), πράξη που η Ρωσία (Σοβιετική Ένωση πια) αναγνώρισε μόλις το 1935. Η «Μεγάλη Ρουμανία» ήταν γεγονός.

Βασίλειο Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων, Ρουμανία και το νέο κράτος της Τσεχοσλοβακίας συνέπηξαν τη Μικρή Αντάντ (1920 - 1921), μια συμμαχία που σκοπό είχε να μη χαθούν τα οφέλη των χωρών αυτών, όπως προέκυψαν με το τέλος του πολέμου. Με γαλλική έμπνευση, τον Μάρτη του 1921 συγκροτήθηκε συμμαχία Ρουμανίας, Πολωνίας και Ουγγαρίας εναντίον του «από βορρά κομμουνιστικού κινδύνου», τον οποίο προσωποποιούσε η Σοβιετική Ένωση.

Με επίσημη ανακοίνωση της Ρουμανικής Βασιλικής Γεωγραφικής Εταιρείας (20 Γενάρη του 1922), η Ρουμανία δήλωσε υπερηφάνως ότι δεν ανήκει στα Βαλκάνια αλλά στη «Μέση Ευρώπη». Εξακολούθησε, όμως, να μετέχει στις βαλκανικές δραστηριότητες ως μέλος της βαλκανικής κοινότητας (Βαλκανικοί αθλητικοί αγώνες από το 1929, Διαβαλκανικά μαθηματικά συνέδρια από τη δεκαετία του ’60 κ.λπ.).

 

(τελευταία επεξεργασία, 8 Μαρτίου 2021)

Επικοινωνήστε μαζί μας