Κεφ. 20: Ο διχασμός στα Βαλκάνια

Η οργάνωση των μπλοκ

Μέσα από τα συντρίμμια του πολέμου, η Ευρώπη προσπαθούσε να ανασυγκροτηθεί μοιρασμένη στα στρατόπεδα των Ηνωμένων Πολιτειών και της Σοβιετικής Ένωσης. Το σχέδιο Μάρσαλ φάνταζε ως η αιχμή του αμερικανικού δόρατος που με όπλο το χρήμα για την ευρωπαϊκή ανασυγκρότηση επιχειρούσε την διείσδυση στη γηραιά ήπειρο. Σοβιετικό αντίβαρο, η ΚΟΜΕΚΟΝ (Συμβούλιο Οικονομικής Αλληλοβοήθειας) δημιουργήθηκε στις 20 Γενάρη του 1947 και αποτέλεσε τον ιθύνοντα νου της ανασυγκρότησης στην Ανατολική Ευρώπη, μοιράζοντας οικονομικούς ρόλους στους δορυφόρους της Μόσχας: Στην βιομηχανική και πετρελαιοφόρο Ρουμανία ανατέθηκε η αγροτική παραγωγή. Το αμερικανικό φλερτ με την ηττημένη Γερμανία οδήγησε Βρετανία, Γαλλία, Λουξεμβούργο, Βέλγιο και Ολλανδία στην δημιουργία του αντιγερμανικού δυτικοευρωπαϊκού μπλοκ (Βρυξέλλες, 17 Μάρτη του 1947) που πρόβλεπε την «αυτόματη» επέμβαση των εταίρων, αν κάποια από αυτές τις χώρες δεχόταν επίθεση «από οποιονδήποτε». Το ΝΑΤΟ υποκατέστησε τον συνασπισμό αυτόν, ανεβάζοντας τους εταίρους, αρχικά, σε δώδεκα (με τις ΗΠΑ και τον Καναδά ανάμεσά τους). Δημιουργήθηκε στις 4 Απρίλη του 1949. Η σοβιετική απάντηση με το Σύμφωνο της Βαρσοβίας ήρθε κάπως αργά (14 Μάη του 1955), όταν στο ΝΑΤΟ είχε μπει και η Δυτική Γερμανία.

Η πολιτική συγκρότηση ξεκίνησε με την δημιουργία της Δυτικοευρωπαϊκής Ένωσης και του Συμβουλίου της Ευρώπης (28 Μάρτη του 1949), ενώ ήδη είχε εξασφαλιστεί η εθνική και οικονομική αναγέννηση της Δυτικής Γερμανίας. Ο «ψυχρός πόλεμος» οδηγούσε με γοργούς ρυθμούς προς μια νέα θερμή αναμέτρηση και η Γερμανία αναδεικνυόταν σε υπέρτατο σύμμαχο. Ο αποκλεισμός του Βερολίνου από τους Σοβιετικούς στάθηκε μια καλή αφορμή. Η νικημένη Γερμανία (η Δυτική) βρέθηκε στο σχέδιο Μάρσαλ (9 Φλεβάρη του 1948), ενώ ο Κόνραντ Αντενάουερ εκλεγόταν στις 9 του Σεπτέμβρη. Ψηφίστηκε το σύνταγμα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (8 Μάη του 1949), υπογράφτηκε η λήξη της εμπόλεμης κατάστασης (9 Ιουλίου του 1951) κι έγινε η αποχώρηση των δυτικών δυνάμεων κατοχής (26 Μάη του 1952). Το «γερμανικό οικονομικό θαύμα» είχε δρομολογηθεί νωρίτερα.

Κι ενώ η Γερμανία ανορθωνόταν επίφοβη, η Βρετανία κατρακυλούσε στον ρόλο του κομπάρσου. Στις 17 Οκτώβρη του 1952, άρχιζε η αποχώρησή της και από την Αίγυπτο του βασιλιά Φαρούκ. Την ίδια χρονιά, στα 77 του, ο Ουίνστον Τσόρτσιλ κέρδιζε τις εκλογές με στόχο να την βγάλει από τη γωνία. Ήταν αργά. Όπως και για τη Γαλλία, που έβλεπε στην πτώση του Ντιέν Μπιέν Φου (7 Μάη του 1954), από τους Βιετναμέζους του στρατηγού Γκιάπ, στην Ινδοκίνα, τη διάλυση της παλιάς της αποικιακής αυτοκρατορίας.

Στο ανατολικό μπλοκ, ο θάνατος του Ιωσήφ Στάλιν (5 Μάρτη του 1953) δρομολόγησε αλυσιδωτές αντιδράσεις. Η πιο ανώδυνη, αφορούσε την κατεχόμενη Αυστρία. Στο μέγαρο Μπελβεντέρε της Βιέννης υπογράφτηκε (5 Μάη του 1955) η συνθήκη που καθιστούσε την παλιά αυτοκρατορία «αιώνια ουδέτερη» με σύνορα αυτά του 1938, πριν από την προσάρτησή της στη Γερμανία. Η συνθήκη ίσχυσε από τις 27 του Ιουλίου και οι στρατοί κατοχής αποχώρησαν πριν από τις 25 του Οκτώβρη. Η εποχή του Νικήτα Σεργκέγιεβιτς Χρουστσόφ (1894 - 1971) σημαδεύτηκε από την επέμβαση στην Ουγγαρία (1956) κι από τις ανακατατάξεις στα Βαλκάνια. Διαδέχτηκε τον Στάλιν ως γραμματέας του σοβιετικού κομμουνιστικού κόμματος (1953) και ως πρωθυπουργός (1958), προχώρησε στην αποσταλινοποίηση κι εφάρμοσε την πολιτική της ειρηνικής συνύπαρξης με τη Δύση. Το 1964, απαλλάχθηκε από όλα τα καθήκοντά του. Ξεκινούσε η εποχή του Λεονίντ Ίλιτς Μπρέζνιεφ.

 

Η γέννηση της ΕΟΚ

Στις 18 Απρίλη του 1951, έξι ευρωπαϊκές χώρες συμφώνησαν να δημιουργήσουν την Κοινοπραξία Άνθρακα και Χάλυβα. Σκοπός τους ήταν η προοδευτική αποκατάσταση μιας κοινής αγοράς για τα δυο προϊόντα, που τότε αποτελούσαν τα κύρια εργαλεία στην προσπάθεια της Ευρώπης να ανορθωθεί. Η συμφωνία μπήκε σε εφαρμογή και λειτούργησε αλλά πολύ νωρίς έγινε αντιληπτό ότι το μέλλον βρισκόταν στην ατομική ενέργεια. Οι έξι χώρες προχώρησαν σε διαπραγματεύσεις με στόχο να πετύχουν μια συμφωνία και σε αυτόν τον τομέα. Σύντομα, άρχισε να ωριμάζει μια καινούργια ιδέα: Αφού ήταν δυνατή η συνεργασία στις πρώτες ύλες, γιατί να μην είναι και στα τελικά προϊόντα. Μια ευρωπαϊκή κοινή αγορά θα έλυνε πολλά ζητήματα. Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ολλανδία, Βέλγιο και Λουξεμβούργο - οι έξι χώρες της Κοινοπραξίας - άρχισαν να εργάζονται σοβαρά προς αυτή την κατεύθυνση. Σιγά σιγά, οι εμπορικοί στόχοι της κοινής αγοράς μεταβάλλονταν στο όραμα μιας ενωμένης Ευρώπης: Γεννήθηκε η ιδέα της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ). Οι έξι κάλεσαν και τη Βρετανία να μετάσχει στις ζυμώσεις αλλά οι Άγγλοι ποτέ δεν πίστεψαν ότι κάτι τέτοιο υπήρχε δυνατότητα να γίνει. Στις διαβουλεύσεις, έστελναν πάντα κάποιον χαμηλόβαθμο παρατηρητή. Όταν φάνηκε πως η ιδέα της ΕΟΚ ήταν πραγματοποιήσιμη, οι Άγγλοι προσπάθησαν να την τορπιλίσουν αντιπροτείνοντας μια ζώνη ελεύθερων συναλλαγών. Ως δικαιολογία πρόβαλαν πως η συμμετοχή τους στον τύπο της κοινότητας που θεμελιωνόταν, θα αφαιρούσε τα δικαιώματα των χωρών της Βρετανικής Κοινοπολιτείας. Οι έξι την άφησαν απ’ έξω.

Στις 25 Μάρτη του 1957, στο Καπιτώλιο της Ρώμης, οι υπογραφές των έξι ηγετών έμπαιναν κάτω από δύο κείμενα που αποτελούν τη συνθήκη της Ρώμης: Με το ένα κείμενο γινόταν πραγματικότητα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ατομικής Ενεργείας - η Ευρατόμ, όπως είναι γνωστή. Με το δεύτερο, έμπαιναν τα θεμέλια για τη δημιουργία της ΕΟΚ που τότε ονομάστηκε «Ευρώπη των Έξι». Σκοπός της Ευρατόμ ήταν να αποκτηθούν σε σύντομο διάστημα τα μέσα για την παραγωγή ατομικής ενέργειας, ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή των πυρηνικών ανακαλύψεων για ειρηνικούς σκοπούς.

Με το ιδρυτικό της ΕΟΚ, οι έξι αναλάμβαναν την υποχρέωση να δημιουργήσουν μέσα σε 15 το πολύ χρόνια έναν οικονομικό χώρο, που να είναι απαλλαγμένος από εσωτερικούς δασμολογικούς περιορισμούς και να προστατεύεται από ενιαίο τελωνειακό φραγμό. Η εναρμόνιση των οικονομιών, της νομοθεσίας, της κοινωνικής και γεωργικής πολιτικής, η ελεύθερη διακίνηση εργαζομένων και η ελεύθερη δημιουργία επιχειρήσεων έμειναν θέματα ανοιχτά για το μέλλον, όπως και η ιδέα για κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα. Η συνθήκη μπήκε σε εφαρμογή το 1959.

Απέναντι στην ΕΟΚ των Έξι, δημιουργήθηκε η Ζώνη των ΕΠΤΑ, μια ζώνη ελευθέρων συναλλαγών, στην οποία μετείχαν οι Βρετανία, Δανία, Πορτογαλία, Αυστρία, Νορβηγία, Σουηδία και Ελβετία. Η συμφωνία υπογράφτηκε στις 20 Νοέμβρη του 1959 και ίσχυσε από τις 3 Μάη του 1960. Ένα χρόνο αργότερα, προστέθηκε και η Φιλανδία (Μάρτης του 1961), ενώ η Ελλάδα του Κωνσταντίνου Καραμανλή προτιμούσε την ΕΟΚ. Η συμφωνία σύνδεσης Ελλάδας - ΕΟΚ ίσχυσε από το 1961 για να μπει στο ψυγείο με το πραξικόπημα της χούντας των συνταγματαρχών (1967) και να ξεπαγώσει, πάλι από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, με τη μεταπολίτευση (1974).

 

H Γιουγκοσλαβία του Τίτο

Ως ηγέτης του Εθνικού Μετώπου, ο Τίτο ανέλαβε πρωθυπουργός (7 Μάρτη του 1945) ενώ ο πόλεμος συνεχιζόταν στα βορειοδυτικά της χώρας. Έληξε τον Απρίλη με την κατάληψη της Ιστρίας. Τον ίδιο μήνα, υπογραφόταν στη Μόσχα εικοσαετές σύμφωνο αμοιβαίας βοήθειας ανάμεσα στη Σοβιετική Ένωση και την Γιουγκοσλαβία. Τον επόμενο Αύγουστο (7 του μήνα), ο Τίτο διακήρυξε πως η βασιλεία είναι ασυμβίβαστη με την εθνική κυριαρχία. Από το Λονδίνο, ο βασιλιάς Πέτρος Β’ αντέδρασε βίαια αλλά βρισκόταν μακριά από την καρδιά των γεγονότων. Στις εκλογές (11 Νοέμβρη του 1945), το Εθνικό Μέτωπο πήρε 6.725.000 ψήφους έναντι 707.000 της αντιπολίτευσης. Η κάλπη έδινε στον Τίτο παντοκρατορία. Η εθνοσυνέλευση (29 Νοέμβρη του 1945) κήρυξε τον βασιλιά έκπτωτο και ανάγγειλε την δημιουργία της Ομοσπονδιακής Λαϊκής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας. Ομόσπονδα κράτη ανακηρύσσονταν τα Σερβία, Κροατία, Σλοβενία, Βοσνία - Ερζεγοβίνη, Μαυροβούνιο και Μακεδονία: Ήταν το αποτέλεσμα της παρθενογένεσης, για την οποία ήδη έχουμε μιλήσει. Η Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας γεννήθηκε με τη σύμφωνη γνώμη της Βουλγαρίας και τη σιωπή της Ελλάδας, όπου οι ιθύνοντες είχαν άλλα πιο επείγοντα θέματα να τους απασχολούν. Στη νέα λαϊκή δημοκρατία, πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Βουλής (ουσιαστικά, πρόεδρος της Δημοκρατίας) εκλέχτηκε ο Ιβάν Ριμπάρ. Πρωθυπουργός και ουσιαστικός ηγέτης ο Τίτο.

Με λυμένα τα «τεχνικά ζητήματα», οι Γιουγκοσλάβοι ρίχτηκαν στο ξεκαθάρισμα των δοσίλογων και την ανοικοδόμηση του σοσιαλιστικού κράτους. Απαλλοτριώθηκαν το 80% των τραπεζών, βιομηχανιών και χονδρεμπορικών επιχειρήσεων καθώς και όλα τα τσιφλίκια. Τον Απρίλη του 1947, μπήκε μπροστά το πενταετές σχέδιο ανάπτυξης, το οποίο στηρίχτηκε κυρίως στην οικονομική βοήθεια της Σοβιετικής Ένωσης. Ο Τίτο, όμως, ήθελε το σοβιετικό χρήμα αλλ’ όχι και τη σοβιετική επικυριαρχία. Απέκρουσε τις προτάσεις για μικτές σοβιετογιουγκοσλαβικές επιχειρήσεις, ανέπτυξε εμπορικές σχέσεις ακόμα και με τη μακρινή Ινδία, είπε ένα ευγενικό «όχι» στην ένταξη της χώρας στο σχέδιο Μάρσαλ κι ένα εξίσου ευγενικό «ναι» σε μιαν αμερικανική βοήθεια ύψους 400.000.000 δολαρίων κι αρνιόταν να παραιτηθεί από την διεκδίκηση της Τεργέστης παρά τις πιέσεις του Στάλιν. Παράλληλα, ξανάβγαλε στην επιφάνεια εκείνο το παλιό σχέδιο για ομοσπονδία με τη Βουλγαρία, την Αλβανία και (αντί για τη Ρουμανία) την Ελλάδα, «μόλις νικούσαν οι αντάρτες». Αυτή τη φορά, ο ηγέτης της Βουλγαρίας, Δημητρώφ, το συζητούσε. Ο Στάλιν κάλεσε και τους δυο στη Μόσχα (Γενάρης του 1948). Ο Δημητρώφ πήγε. Ο Τίτο έστειλε τον Μίλαν Τζίλας. Το τι ειπώθηκε ανάμεσα στους τρεις, μας είναι γνωστό μόνο από το βιβλίο του Τζίλας «Συνομιλίες με τον Στάλιν». Άλλη πηγή να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει δεν υπάρχει.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τα όσα ο Τζίλας γράφει, ο Στάλιν τους έβαλε τις φωνές, απορρίπτοντας τα σχέδιά τους για ομοσπονδία: «Δε με πειράζει», είπε, «να καταβροχθίσετε την Αλβανία, αλλά δε θα επιτρέψω αυτό να γίνει πίσω από την πλάτη μου». Πάντα κατά τον Τζίλας, τους κατηγόρησε ότι χτίζουν την ομοσπονδία για να υποκαταστήσουν τη Σοβιετική Ένωση και τους απαγόρευσε να βοηθούν τους Έλληνες αντάρτες κομμουνιστές, θεωρώντας πως ήταν μεγάλη τους βλακεία και πρόκληση να πολεμούν ενάντια στη μεγαλύτερη δύναμη του κόσμου, τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στις 27 Μάρτη του 1948, το κατηγορητήριο της Σοβιετικής Ένωσης κατά της Γιουγκοσλαβίας έφτασε στα γραφεία της Κομινφόρμ (δημιουργήθηκε στις 22 Σεπτέμβρη του 1947 ως συνέχεια της διαλυμένης από το 1943 Κομιντέρν, όπως ονομαζόταν συντετμημένα η Γ’ Κομμουνιστική Διεθνής). Η ετυμηγορία εκδόθηκε στις 28 Ιουνίου του 1948: Παρά την απελπισμένη μεσολαβητική προσπάθεια του Δημητρώφ, η ρήξη Τίτο - Στάλιν ήταν γεγονός. Η Γιουγκοσλαβία καταδικαζόταν στην απομόνωση από τις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού.

 

Η Ελλάδα

Σήμερα, ξέρουμε πως ήταν λάθος. Αλλά σήμερα μιλάμε με γνωστό το αποτέλεσμα των εκλογών της 31ης Μάρτη του 1946. Στο κλίμα της εποχής, το σύνθημα της αποχής από τις εκλογές του 1946 φάνταζε σαν η σωστή λύση για την Αριστερά και η βολική για τη Δεξιά. Αποδείχτηκε το δεύτερο. Αν υποτεθεί πως οι επί πλέον ψήφοι στο δημοψήφισμα της 1ης του Σεπτέμβρη ήταν το ποσοστό της αποχής του Μάρτη, η σύνθεση θα ήταν πολύ διαφορετική. Αντί για παντοκρατορία του Λαϊκού κόμματος στη Βουλή, θα είχαμε μια κεντροδεξιά ή και κεντροαριστερή κυβέρνηση με μια πιο ήρεμη πορεία προς την ομαλότητα. Θα είχαμε 140 αντί τις 205 έδρες του Λαϊκού κόμματος, 40 αντί τις 68 της ΕΠΕ, 35 αντί τις 48 των Φιλελευθέρων, 15 αντί τις 20 του Ζέρβα και 105 αντί το μηδέν της Αριστεράς. Η αποχή ήταν και η απαρχή του εμφύλιου πολέμου 1946 - 1949, το δεύτερο αντάρτικο όπως αποκλήθηκε. Τυπικό σημείο εκκίνησης η επίθεση στο Λιτόχωρο (30 Μάρτη του 1946). Όταν η επίθεση έγινε, πέρασε μάλλον απαρατήρητη. Τη θυμήθηκαν στη συνέχεια.

Ενάμιση χρόνο αργότερα, η εφημερίδα «Εξόρμηση» έγραφε: «Άνοιξη του 1946. Ο μοναρχοφασισμός, που άρπαξε την εξουσία από τα χέρια του ελληνικού λαού, οργιάζει. Συλλαμβάνει, φυλακίζει, δολοφονεί τους αγωνιστές της εθνικής αντίστασης, τους ελασίτες. Για να δικαιώσει τα εγκλήματά του και να νομιμοποιήσει το καθεστώς που επέβαλε στην Ελλάδα ο αγγλοαμερικάνικος ιμπεριαλισμός, ο μοναρχοφασισμός ετοιμάζεται να κάνει τις εκλογές της 31ης του Μάρτη. Το όργιο κορυφώνεται. Λίγοι ελασίτες που ξέφυγαν το μαχαίρι των μοναρχοφασιστών είναι κρυμμένοι στον Όλυμπο. Οι περισσότεροι είναι από το Λιτόχωρο. Στις 26 του Μάρτη, σε μια σπηλιά, οι καταδιωκόμενοι αγωνιστές του Ολύμπου αποφασίζουν πως από δω και πέρα πρέπει να υπερασπίσουν τη ζωή τους και τη ζωή του δημοκρατικού λαού πιο ενεργητικά. Αποφάσισαν να γίνει μια ενέργεια που θα είχε την έννοια της προειδοποίησης προς το μοναρχοφασισμό από μέρους του λαού. Στόχος της ένοπλης ενέργειας διαλέχτηκε το Λιτόχωρο, όπου οι τρομοκράτες έχουν σακατέψει το λαό με βασανιστήρια και πολλούς αγωνιστές έχουν δολοφονήσει...».

Οχτώ μέρες μετά την επίθεση, οι εφημερίδες δημοσίευσαν μιαν ανακοίνωση στις μέσα σελίδες: «Κατά τηλεγράφημα του διοικητού χωροφυλακής Κατερίνης, την 20.30’ του Σαββάτου 30ής Μαρτίου, συμμορία εξ εκατό και πλέον κομμουνιστών, ωπλισμένων δι’ αυτομάτων όπλων και όλμων, προσέβαλον δολοφονικώς τους εις τον σταθμόν χωροφυλακής Λιτοχώρου στρατωνιζομένους άνδρας της χωροφυλακής και εθνοφυλακής, οι οποίοι προωρίζοντο δια την τήρησιν της τάξεως κατά τας εκλογάς. Επηκολούθησε συμπλοκή διαρκέσασα πλέον της ώρας, καθ’ ην το οίκημα του σταθμού χωροφυλακής ανεφλέγη εκ των βλημάτων όλμων και εμπρηστικών χειροβομβίδων. Η συμμορία, μετά την πραγματοποίησιν του εγκληματικού σχεδίου της, ετράπη προς την ορεινήν δασώδη περιοχήν του Ολύμπου...».

Η «Εξόρμηση» μιλούσε για 23 νεκρούς κι από τις δυο πλευρές. Η ανακοίνωση για οχτώ νεκρούς από την πλευρά των αμυνομένων. Η «Εξόρμηση» μιλούσε για συλλήψεις, φυλακίσεις και δολοφονίες αριστερών πριν από τις εκλογές. Οι πηγές της Δεξιάς τις παραδέχονται σε πιο ήπια μορφή αλλά τις τοποθετούν στην εποχή πριν από το δημοψήφισμα και όχι πριν από τις εκλογές.

Η επίθεση έγινε στις 30 του Μάρτη. Σύμφωνα με πηγές του ΚΚΕ, την εντολή έδωσε ο Νίκος Ζαχαριάδης. Γεννημένος το 1903, είχε δραπετεύσει στη Σοβιετική Ένωση, όταν καταδικάστηκε για φόνο. Επέστρεψε κρυφά στην Ελλάδα (1931) κι ανέλαβε γραμματέας του ΚΚΕ. Το 1935, εκλέχτηκε βουλευτής και στην κατοχή στάλθηκε από τους Γερμανούς στο Νταχάου. Κατόρθωσε να επιβιώσει κι από το 1945 ήταν πάλι γραμματέας του ΚΚΕ. Όπως και να έχει το ζήτημα, οι αφόρητες πιέσεις της Δεξιάς στην ύπαιθρο οδήγησαν κομματικά στελέχη και οπαδούς της Αριστεράς στη συγκρότηση αντάρτικων ομάδων κάτω από τη διεύθυνση του ανώτατου διοικητή και στελέχους του ΚΚΕ, Μάρκου Βαφειάδη. Το δημοψήφισμα (1 Σεπτέμβρη του 1946) έγινε κάτω από αφόρητες συνθήκες κι έδωσε 68,3% υπέρ της βασιλείας (1.400.000 ψήφοι έναντι 525.000). Ο Γεώργιος Β’ επανήλθε στην Ελλάδα δυο μόλις μήνες πριν να εγκαταλείψει τα Βαλκάνια ο τελευταίος από τους λοιπούς μονάρχες της περιοχής (ο Μιχαήλ της Ρουμανίας). Πέθανε την 1η Απρίλη του 1947. Τον διαδέχτηκε ο αδερφός του, Παύλος (1901 - 1964).

Στην αρχή, ο δημοκρατικός στρατός αντιμετώπιζε μόνο τη χωροφυλακή και είχε επιτυχίες, που συνεχίστηκαν κι όταν ανέλαβε ο στρατός. Όταν η ζυγαριά άρχισε να γέρνει επικίνδυνα υπέρ των ανταρτών, παρενέβησαν οι Αμερικανοί. Το «δόγμα Τρούμαν» (12 Μάρτη του 1947) σήμανε την αποχώρηση του Σοβιετικού πρεσβευτή από την Αθήνα και την υποκατάσταση των Βρετανών από τους Αμερικανούς στην Ελλάδα (1 Ιουνίου του 1947). Τα πράγματα αγρίεψαν κι εξελίχθηκαν σε αιματηρό εμφύλιο πόλεμο. Παρενέβη ο ΟΗΕ: Μια επιτροπή του στάλθηκε να συμβιβάσει την κατάσταση. Περιορίστηκε να διαπιστώσει τα ήδη γνωστά: «Οι αντάρτες κομμουνιστές ενισχύονται από τους βόρειους γείτονες της χώρας, η Δεξιά εφαρμόζει καταπιεστικά μέτρα».

 

Η τραγωδία ενός λαού

Στις 24 Δεκέμβρη του 1947, ο παράνομος ραδιοσταθμός ανάγγειλε τη συγκρότηση της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης, με πρωθυπουργό τον Μάρκο Βαφειάδη. Τον κυβερνητικό στρατό ανέλαβε ο αρχιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος. Το 1948 βρήκε τον δημοκρατικό στρατό να σημειώνει επιτυχίες έχοντας δύναμη 26.000 άνδρες έναντι των 220.000 του τακτικού στρατού. Ήδη, όμως, τα βόρεια σύνορα έκλειναν. Αν πιστέψουμε τον Τζίλας, με διαταγή του Στάλιν. Από το καλοκαίρι, ο τακτικός στρατός πετύχαινε μεγάλες αλλ’ όχι καθοριστικές νίκες στη Ρούμελη και στον Γράμμο. Το φθινόπωρο του 1948, ο δημοκρατικός στρατός ξαναγύρισε στις νίκες κι οχυρώθηκε στο Βίτσι, ελέγχοντας τη βορειοδυτική και τη δυτική Ελλάδα ως τη Ρούμελη. Επιθέσεις στη Νάουσα, την Καρδίτσα, το Καρπενήσι και τη Φλώρινα έδειξαν πως ο δημοκρατικός στρατός εξακολουθούσε να διαθέτει δύναμη, παρά τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην Πελοπόννησο.

Η μεταστροφή άρχισε ραγδαία με την είσοδο του 1949. Ο Τίτο είχε αποκηρυχτεί από την Κομινφόρμ, ενώ στην Ελλάδα (21 του Γενάρη) σχηματίστηκε κυβέρνηση ευρυτάτης συνεργασίας με πρωθυπουργό τον Θεμιστοκλή Σοφούλη, που πέθανε και τον διαδέχτηκε (24 του Ιουνίου) ο Αλέξανδρος Διομήδης. Στις 4 του Φλεβάρη (1949), ο παράνομος ραδιοσταθμός ανάγγειλε την καθαίρεση του Μάρκου Βαφειάδη και την αντικατάστασή του από τον γενικό γραμματέα του ΚΚΕ, Νίκο Ζαχαριάδη. Ο δημοκρατικός στρατός νικήθηκε σε συνεχείς μάχες (Μάρτης), στα Κερδύλια, στον Βάλτο, στην Άρτα και στον Αχελώο. Νέες ήττες ακολούθησαν από τον Μάη στη Ρούμελη και στην Θεσσαλία.

Χωρίς εφόδια, με από τις 11 Ιουλίου του 1949 κλεισμένα τα σύνορα προς την Γιουγκοσλαβία και με την Αλβανία να αφοπλίζει όποιον περνούσε τα σύνορά της, εκτεθειμένος στην αεροπορία που κυριαρχούσε στον αέρα, ο δημοκρατικός στρατός υποχώρησε στην Πίνδο. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Αθήνας, 4.700 άνδρες και γυναίκες οχυρώθηκαν στον Γράμμο και 6.700 στο Βίτσι. Απέναντί τους, επτά μεραρχίες, δυο ανεξάρτητες ταξιαρχίες, δέκα τάγματα της εθνοφρουράς, συντάγματα πυροβολικού και αεροπορία. Στον Βίτσι, η μάχη ξεκίνησε στις 10 και τέλειωσε στις 16 του Αυγούστου. Νεκροί κατά την Αθήνα, 256 του κυβερνητικού στρατού και 1.182 των ανταρτών. Στο Γράμμο, η τελική επίθεση ξεκίνησε στις 25 του Αυγούστου με θεατές τον βασιλιά Παύλο και τον Αμερικανό αντιστράτηγο Βαν Φλιτ. Πενήντα νεοαφιχθέντα αμερικανικά μαχητικά αεροπλάνα κάθετης εφόρμησης δοκιμάστηκαν στην πράξη. Στις 29 του μήνα, έπεσε ο Γράμμος. Στοίχισε 243 νεκρούς του κυβερνητικού στρατού και 900 των ανταρτών, κατά την ανακοίνωση της Αθήνας. Ο εμφύλιος είχε τελειώσει. Όχι όμως κι ο διχασμός.

Στις 5 Γενάρη του 1950, πρωθυπουργός ανέλαβε ο Τζον Θεοτόκης. Η άρση του στρατιωτικού νόμου δημοσιεύτηκε στις 9 Φλεβάρη του 1950. Οι εκλογές (22 Μάρτη του 1951) ανέδειξαν κυβέρνηση με εναλλασσόμενους πρωθυπουργούς τον Νικόλαο Πλαστήρα και τον Σοφοκλή Βενιζέλο. H Ελλάδα μπήκε στο ΝΑΤΟ στις 15 Μάη του ίδιου χρόνου (η απόφαση της Βουλής, 18 Φλεβάρη του 1952). Ο Νίκος Ζαχαριάδης καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο (1953). Αυτοκτόνησε στη Σοβιετική Ένωση. Το ΚΚΕ νομιμοποιήθηκε το 1974, αμέσως μετά τη μεταπολίτευση.

 

Το μεγάλο φαγοπότι στην Τουρκία

Μακριά από τον πόλεμο, στον οποίο μπήκε την τελευταία στιγμή, και κωφεύοντας στις μεταπολεμικές προκλήσεις, η Τουρκία βυθιζόταν στην παλιά οθωμανική αποχαύνωση. Μόνη εκσυγχρονιστική πράξη ήταν μια ανακατανομή της γης «υπέρ των ακτημόνων». Γρήγορα αποκαλύφθηκε ότι ήταν «υπέρ των εχόντων μέσον». Η διατύπωση του δόγματος Τρούμαν ήταν η ευκαιρία να αποδείξει η Τουρκία ότι δεν ξέχασε τις παλιές της καλές συνήθειες. Εντάχθηκε στο σχέδιο Μάρσαλ κι εισέπραξε 150.000.000 δολάρια. Μια και δεν υπήρχαν πολεμικές ζημιές να αποκατασταθούν, το χρήμα φαγώθηκε όπως τον παλιό καλό καιρό των σουλτάνων. Στη δεκαετία του ’40, όμως, υπήρχε δημοκρατία. Τα οικονομικά σκάνδαλα, η φτώχεια, η διασπάθιση του δημόσιου χρήματος και κυρίως οι αποκαλύψεις για το ποιοί επωφελήθηκαν από το ξαναμοίρασμα της γης εξαγρίωσαν τον λαό. Στις εκλογές (14 Μάη του 1950), το κεμαλικό Λαϊκό κόμμα του Σαράτσογλου καταποντίστηκε. Πανίσχυρο με 408 έδρες, το Δημοκρατικό κόμμα ανέδειξε πρόεδρο της Δημοκρατίας τον Τζελάλ Μπαγιάρ στην θέση του Ισμέτ Ινονού (διαδόχου του Κεμάλ Ατατούρκ) και πρωθυπουργό τον Ατνάν Μεντερές. Είχε έρθει η δική τους ώρα για το μεγάλο φαγοπότι. Πρώτα όμως, έπρεπε να δείξουν τη συνέπειά τους στα δυτικά ιδεώδη.

Η Τουρκία μπήκε στο ΝΑΤΟ, έστειλε και 4.500 στρατιώτες στην Κορέα, υπέγραψε το «βαλκανικό σύμφωνο» με Ελλάδα και Γιουγκοσλαβία (1953) κι έστησε το «Σύμφωνο της Βαγδάτης», έναν μουσουλμανικό κρίκο (Τουρκία, Ιράκ, Ιράν {τότε Περσία} και Πακιστάν με διαιτητή την Βρετανία) στην αλυσίδα ανάμεσα στο ΝΑΤΟ και το αντίστοιχο του Ειρηνικού ΣΕΑΤΟ. Μετά, άρχισαν τις καταχρήσεις. Η αντιπολίτευση διαμαρτυρήθηκε λέγοντας περίπου ότι «κι εμείς φάγαμε αλλά όχι κι έτσι». Ο Μεντερές ανακάλυψε τους «αντεθνικώς δρώντες» κι άρχισε διωγμούς εφαρμόζοντας καταπιεστικά μέτρα, οι φτωχοί δεν έβρισκαν στον ήλιο μοίρα, τα σκάνδαλα συγκλόνιζαν τη χώρα κι ένας υπουργός, ο Κιοπρουλού των Εξωτερικών, παραιτήθηκε αηδιασμένος. Ο Μεντερές τον αντικατέστησε με τον Ζορλού κι έστρεψε τα πεινασμένα πλήθη στο μεγάλο «εθνικό θέμα της Κύπρου».

 

Η Κύπρος

Στα 1940, ο ενθουσιασμός συγκλόνιζε την αγγλοκρατούμενη Κύπρο. Μόνη η Ελλάδα πολεμούσε τον άξονα στην Ευρώπη. Ο Τσόρτσιλ μιλούσε για αυτοδιάθεση των λαών μετά τη νίκη και 35.000 Κύπριοι κατατάσσονταν στον βρετανικό στρατό. Η Βρετανία κατάργησε τους περιορισμούς που είχαν επιβληθεί στο νησί από το 1931 κι επανέφερε από την εξορία (1946) τον μητροπολίτη Κυρήνειας, Μακάριο, ο οποίος εκλέχτηκε αρχιεπίσκοπος. Ο πόλεμος όμως τέλειωσε και το θέμα χρόνιζε. Στις 15 Γενάρη του 1950, έγινε δημοψήφισμα. Από τους 224.747 που είχαν δικαίωμα ψήφου, μόνο μερικοί δημόσιοι υπάλληλοι φοβήθηκαν να ψηφίσουν. Βρέθηκαν στις κάλπες 215.108 ψηφοδέλτια υπέρ της ένωσης με την Ελλάδα και ούτε ένα κατά. Οι Άγγλοι δεν αναγνώρισαν το αποτέλεσμα. Δεν είχαν διάθεση να χάσουν το νησί, που είχαν αποκτήσει το 1878 και είχαν προσαρτήσει στη διάρκεια του Α’ Παγκόσμιου πολέμου. Το θέμα έφτασε στον ΟΗΕ, όπου ο Έλληνας αντιπρόσωπος δήλωσε (21 Σεπτέμβρη του 1953) ότι η Ελλάδα προτιμούσε να λυθεί το θέμα σε διμερείς συνομιλίες με την Βρετανία. «Αν δεν κατέληγαν πουθενά», πρόσθεσε, «τότε το ζήτημα θα έπρεπε να συζητηθεί στον ΟΗΕ».

Στον ΟΗΕ συζητήθηκε στις 16 Αυγούστου του 1954. Οι δυτικές χώρες αντέδρασαν. Μετά από καθυστερήσεις τεσσάρων μηνών, το θέμα παραμερίστηκε. Ήταν Δεκέμβρης του 1954. Στην Κύπρο, κατάλαβαν πως ο ΟΗΕ ήταν ένας στίβος συμβιβασμών και αμοιβαίων υποχωρήσεων. Πιάσανε τα όπλα. Την 1 Απρίλη του 1955, οι Άγγλοι στο νησί είχαν άσχημο ξύπνημα. Εκρήξεις και προκηρύξεις ειδοποιούσαν πως άρχιζε ο ένοπλος αγώνας. Είχε εμφανιστεί η ΕΟΚΑ (Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών).

 

Πογκρόμ στην Πόλη

Στις 23 Αυγούστου του 1955, μόλις πέντε μήνες μετά την πρώτη προκήρυξη της ΕΟΚΑ, ο πρωθυπουργός της Τουρκίας, Αντνάν Μεντερές, δήλωνε πως η Κύπρος ή θα έμενε κάτω από την αγγλική κυριαρχία ή θα δινόταν στην χώρα του. Στις αρχές του Σεπτέμβρη, μια τριμερής διάσκεψη ξεκινούσε τις εργασίες της στο Λονδίνο. Για τις 7 του μήνα, η τουρκική κυβέρνηση είχε δώσει άδεια να γίνει συλλαλητήριο «κατά των ιμπεριαλιστικών βλέψεων της Ελλάδας στην Κύπρο». Το προηγούμενο απόγευμα (6 Σεπτέμβρη του 1955), η εφημερίδα «Ινσταμπούλ Εξπρές» κυκλοφόρησε με τεράστιους τίτλους: «Βόμβα κατέστρεψε το σπίτι, όπου γεννήθηκε ο Κεμάλ Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη». Το είπε και το κρατικό τουρκικό ραδιόφωνο για όσους τύχαινε να μην ξέρουν ανάγνωση. Έλειψε ο συγχρονισμός: Η βόμβα έσκασε καμιάν ώρα αργότερα ενώ στην Πόλη πλήθη «αγανακτισμένων Τούρκων πολιτών» μαζεύονταν ήδη ζητώντας εκδίκηση.

Στις 5 το απόγευμα, ομάδες νεαρών συγκροτούσαν μαχητικές διαδηλώσεις στις συνοικίες της Κωνσταντινούπολης. Κάποιοι ανάμεσά τους άρχισαν να φωνάζουν «Θάνατος στους Γκιαούρηδες». Από τις 6, ξεκίνησαν οι επιθέσεις και οι λεηλασίες ελληνικών καταστημάτων. Ως τις 8, η κατάσταση είχε ξεφύγει από τον έλεγχο των κυβερνητικών πρακτόρων. Οι επιθέσεις απλώθηκαν στις συνοικίες, ο όχλος έβαζε φωτιά στις εκκλησίες, ανέτρεπε τάφους, λήστευε. Τα πρακτορεία μετέδιδαν φρικιαστικές εικόνες. Η προβοκάτσια στρεφόταν εναντίον του Μεντερές. Στις 8.30’, έφιππη αστυνομία και η πυροσβεστική προσπάθησαν να διαλύσουν τα στίφη. Δεν τα κατάφεραν. Οι φωτιές αποτέφρωναν εκκλησίες κι ολόκληρες ελληνικές συνοικίες. Στις 10 τη νύχτα, κλήθηκε ο στρατός. Μεσάνυχτα, κηρύχθηκε ο στρατιωτικός νόμος. Μέσα στον χαμό, 2.057 Τούρκοι συνελήφθησαν για διαρπαγές και καταστροφές. Τρομακτικός ο απολογισμός: Δυο Έλληνες νεκροί. Ο ένας, γέρος καλόγερος που κάηκε ζωντανός μέσα στη μονή Βαλουκλή, όπου συλήθηκαν και οι τάφοι των πατριαρχών. Συλήθηκε και το ελληνικό νεκροταφείο του Σισλή. Από τις 84 χριστιανορθόδοξες εκκλησίες της Πόλης, έμειναν άθικτες οι εννέα. Οι 29 καταστράφηκαν από πυρκαγιές, οι 46 λεηλατήθηκαν. Ούτε οι σχολές γλίτωσαν. Αφαιρέθηκαν όσα μπορούσαν να μεταφερθούν, από τα ασημικά ως τα μολύβια του «Ζάππειου Παρθεναγωγείου» και της «Μεγάλης του γένους Σχολής». Καταστράφηκαν εγκαταστάσεις ελληνικών εφημερίδων.

Την επομένη, ο παγκόσμιος τύπος μιλούσε για επιδρομές βαρβάρων. Ο Μεντερές δήλωσε ότι έφταιγαν οι κομμουνιστές. Ως δράστες της βομβιστικής ενέργειας συνελήφθησαν στην Θεσσαλονίκη ο φύλακας του τουρκικού προξενείου, Μεχμέτ Χασάν Ογλού, κι ένας φοιτητής, ο Οκτάι Εγκίν που αφέθηκε προσωρινά ελεύθερος. Το έσκασε στην Τουρκία, όπου του έγινε υποδοχή ήρωα.

 

Προς την εξομάλυνση

Η άρση του στρατιωτικού νόμου, με τη λήξη του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα, δημοσιεύτηκε στις 9 Φλεβάρη του 1950. Δύο εκλογικές αναμετρήσεις (5 Μάρτη του 1950 και 9 Σεπτέμβρη του 1951) κατέληξαν σε κυβερνήσεις συνασπισμού, ώσπου με το σύστημα (πλειοψηφικό με στενή περιφέρεια) των εκλογών του 1952 (16 του Νοέμβρη), ο Ελληνικός Συναγερμός του στρατηγού Αλέξανδρου Παπάγου έβγαλε 247 βουλευτές με το 49,2% των ψήφων. Πλαστήρας και Τσαλδάρης δεν κατάφεραν να εκλεγούν ούτε βουλευτές. Με υπουργό Συντονισμού τον Σπύρο Μαρκεζίνη, η κυβέρνηση υποτίμησε 50% τη δραχμή, μετέτρεψε την οκά σε κιλό (μια οκά = 400 δράμια, ένα κιλό = 312 δράμια) και προχώρησε στην υπογραφή βαλκανικού συμφώνου με την Τουρκία και την Γιουγκοσλαβία (Άγκυρα, 28 Φλεβάρη του 1953), ενώ βελτίωσε και τις σχέσεις με τους λοιπούς γείτονες. Στις 2 Ιουνίου του 1954, η Αθήνα υποδεχόταν τον Τίτο. Στις 9 του Αυγούστου, το βαλκανικό σύμφωνο μετατρεπόταν σε αμυντική συμμαχία. Ο Παπάγος πέθανε στις 4 Οκτώβρη του 1955. Ο βασιλιάς κάλεσε τον υπουργό Δημοσίων Έργων, Κωνσταντίνο Καραμανλή, στον οποίο ανέθεσε την πρωθυπουργία. Τη λύση Καραμανλή κατάγγειλε ως βασιλική εύνοια ολόκληρη η αντιπολίτευση καθώς και οι Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Στέφανος Στεφανόπουλος και Σπύρος Μαρκεζίνης.

Η δοτή πρωθυπουργία του Κωνσταντίνου Καραμανλή διάρκεσε τεσσεράμισι μήνες αλλά ήταν αρκετή για να δημιουργήσει ένα νέο περίεργο εκλογικό νόμο: Πλειοψηφικό με εκπροσώπηση της μειοψηφίας στις μικρές και αναλογικό στις μεγάλες περιφέρειες. Στις εκλογές (19 Φλεβάρη του 1956), η νεοϊδρυμένη Εθνική Ριζοσπαστική Ένωση (ΕΡΕ) του Κωνσταντίνου Καραμανλή πήρε 47,38% των ψήφων κι έβγαλε 165 βουλευτές, ενώ η Δημοκρατική Ένωση των Γεωργίου Παπανδρέου, Σοφοκλή Βενιζέλου κ.ά. πήρε 48,15% των ψήφων αλλά έμεινε στους 132 βουλευτές. Άρχιζε η πρώτη οκταετία Καραμανλή, που σημαδεύτηκε κι από ένα σημαντικό γεγονός: Για πρώτη φορά ψήφισαν και οι γυναίκες.

Στις επόμενες εκλογές (11 Μάη του 1958) το εκλογικό σύστημα ήταν «ενισχυμένη αναλογική». Έτσι, ενώ το ποσοστό ψήφων της ΕΡΕ έπεσε στο 41,16%, η δύναμη της στη Βουλή ανέβηκε τους 171 βουλευτές. Η κυβέρνηση αυτή έμεινε ως τις 20 Σεπτέμβρη του 1961, οπότε παραιτήθηκε. Την ίδια μέρα ιδρύθηκε η Ένωση Κέντρου με αρχηγό τον Γεώργιο Παπανδρέου. Υπηρεσιακός πρωθυπουργός ανέλαβε ο αντιστράτηγος ε.α. Κωνσταντίνος Δόβας, που διεξήγαγε τις εκλογές (29 Οκτώβρη του 1961). Η ΕΡΕ πλειοψήφησε με 176 βουλευτές αλλ’ ο Γεώργιος Παπανδρέου τις κατάγγειλε ως εκλογές «βίας και νοθείας», στις οποίες «ψήφισαν νεκροί και δέντρα», και κήρυξε (1 του Νοέμβρη) «ανένδοτο αγώνα».

Όμως, οι σχέσεις Καραμανλή και ανακτόρων ψυχράνθηκαν, καθώς η βασιλική οικογένεια προσπάθησε να αναμιχθεί ενεργά στην πολιτική, ενώ ταυτόχρονα προσέβαλε το δημόσιο αίσθημα προβάλλοντας απαιτήσεις για σπατάλες και δαπάνες, τη στιγμή που η κυβέρνηση ζητούσε από τον λαό λιτότητα. Ξέσπασε διαμάχη για την εκλογή του αρχιεπισκόπου αλλά και για την προίκα της πριγκίπισσας Σοφίας, που παντρεύτηκε τον μετέπειτα βασιλιά της Ισπανίας, Χουάν Κάρλος. Και για ένα ταξίδι της Φρειδερίκης και της πριγκίπισσας Ειρήνης στο Λονδίνο, όπου την περίμεναν αντιβασιλικές εκδηλώσεις. Και για ένα δεύτερο ταξίδι των βασιλιάδων, που προγραμματιζόταν για τον Ιούλιο του 1963. Όμως, όλα αυτά ωχριούσαν μπροστά στην υπόθεση Λαμπράκη.

Παλιός βαλκανιονίκης στο μήκος, ειρηνιστής και ανεξάρτητος βουλευτής της Αριστεράς, ο Γρηγόρης Λαμπράκης είχε μετάσχει στη μαραθώνια πορεία ειρήνης. Το βράδυ, 22 Μάη του 1963, είχε προσκληθεί να μιλήσει σε μια συγκέντρωση ειρηνιστών σε κλειστή αίθουσα στη Θεσσαλονίκη. Πλήθος λαού, κυρίως αριστεροί, πλημμύριζαν την αίθουσα κι απλώνονταν ως έξω περιμένοντας να τον ακούσουν. Στο απέναντι πεζοδρόμιο, είχαν μαζευτεί «εθνικόφρονες», όπως ονομάζονταν τότε οι αντικομουνιστές, που φώναζαν συνθήματα κατά της εκδήλωσης. Ο Λαμπράκης έφτασε πεζός στον τόπο της ομιλίας. Την ώρα που περνούσε το δρόμο, ένα τρίκυκλο ξεπετάχτηκε τρέχοντας δαιμονισμένα. Στην καρότσα του, ένας άνδρας οπλισμένος με ρόπαλο. Το τρίκυκλο έπεσε πάνω στον βουλευτή που χτυπήθηκε κι από τον άνθρωπο της καρότσας κι έπεσε αιμόφυρτος στην άσφαλτο. Πέθανε, πέντε μέρες αργότερα.

Η αστυνομία έμεινε άπραγη. Στον χαμό που ακολούθησε, κάποιος κακοποίησε τον βουλευτή της ΕΔΑ, Γιώργο Τσαρουχά. Πολίτες καταδίωξαν κι εντόπισαν τους δράστες: Σπύρος Κοτζαμάνης ο οδηγός του τρίκυκλου, Εμμανουήλ Εμμανουηλίδης ο ροπαλοφόρος, Αντώναρος Πιτσώκος αυτός που χτύπησε τον Τσαρουχά. Η χωροφυλακή μιλούσε για τροχαίο αλλά η κυβέρνηση αντικατέστησε την ηγεσία της. Διατάχτηκαν ανακρίσεις. Ανακριτής ανέλαβε ο Χρήστος Σαρτζετάκης, ενώ η δημοσιογραφική έρευνα αποκάλυπτε τις παρακρατικές οργανώσεις, τη μια μετά την άλλη. Τα νήματα έφταναν ως πολύ ψηλά, σε ανθρώπους που είχαν δεσμούς ακόμα και με τα ανάκτορα. Ήταν η εποχή, που ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ειπώθηκε ότι αναρωτήθηκε «Ποιος κυβερνά αυτόν τον τόπο». Η απάντηση του δόθηκε, όταν παραιτήθηκε (16 Ιουνίου του 1963), είκοσι μέρες μετά την κηδεία του Γρηγόρη Λαμπράκη, που μεταβλήθηκε σε λαοθάλασσα διαμαρτυρίας. Ο Παύλος ανέθεσε την πρωθυπουργία στον έμπιστό του Παναγιώτη Πιπινέλη με υπουργούς, μεταξύ άλλων, τρία μέλη της υπηρεσιακής κυβέρνησης Δόβα και τέσσερις απόστρατους στρατού και χωροφυλακής (18 του Ιουνίου). Η πρώτη οκταετία του Καραμανλή είχε λήξει. Την χαρακτήρισε ο αυταρχισμός του αστυνομικού κράτους και η προσπάθεια οικονομικής ανόρθωσης με την εφαρμογή προγράμματος μεγάλων έργων υποδομής και κύριο βάρος στο άνοιγμα νέων εθνικών οδών. Κι ακόμα, αν και ποτέ στα χρόνια αυτά η Ελλάδα δεν έπαψε να είναι δεμένη στο αμερικανικό άρμα, απέκτησε έναν σαφή ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Η σύνδεση με την ΕΟΚ (1961) ήταν το αποκορύφωμα αυτής της πολιτικής που τότε πολεμήθηκε σθεναρά από την αντιπολίτευση.

Η χώρα για άλλη μια φορά οδηγήθηκε σε εκλογές (3 Νοέμβρη του 1963), που ανέδειξαν την Ένωση Κέντρου πρώτο κόμμα. Χωρίς απόλυτη πλειοψηφία, ο Γεώργιος Παπανδρέου αρνήθηκε να βασιστεί στην ανοχή της Δεξιάς και προκήρυξε νέες εκλογές (16 Φλεβάρη του 1964). Τις πήρε με 53% και 171 βουλευτές.

Ο βασιλιάς Παύλος πέθανε στις 6 Μάρτη του 1964.

 

Κυπριακή Δημοκρατία

Στην Κύπρο, ο απελευθερωτικός αγώνας φούντωσε και τα σαμποτάζ δεν άφηναν τους Άγγλους σε ησυχία. Υποψιάστηκαν τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο ως υποκινητή. Τον συνέλαβαν (1956) και τον εξόρισαν στα νησιά Σεϋχέλλες. Στις 10 Μάη του 1956, κρέμασαν τους αγωνιστές Μιχάλη Καραολή και Ανδρέα Δημητρίου. Όμως, ο αγώνας δυνάμωνε. Στην Κύπρο έφτασε κι ανέλαβε κυβερνήτης ο εξολοθρευτής των Μάου Μάου της Αφρικής, στρατηγός Χάρτινγκ. Πολεμώντας μόνος ενάντια σε εξήντα Άγγλους, ο υπαρχηγός της ΕΟΚΑ, Γρηγόρης Αυξεντίου, προτίμησε να πεθάνει στα 29 του χρόνια, παρά να παραδοθεί (3 Μάρτη του 1957).

Ο ξεσηκωμός έπεισε τους Άγγλους να καθίσουν στο τραπέζι. Έφεραν και τους Τούρκους στις συνομιλίες ως ενδιαφερόμενους για τους μουσουλμάνους του νησιού: Ο Μεντερές, που χάρη στον εκλογικό νόμο και την αστυνομία είχε καταφέρει οριακή επανεκλογή (27 Οκτώβρη του 1957), στην εξωτερική του πολιτική θριάμβευε. Το 18% του κυπριακού πληθυσμού ζητούσε και πετύχαινε περίπου συγκυριαρχία. Στα 1959, υπογράφηκαν οι συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου. Αντί για την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, ένα περίεργο κράτος γεννήθηκε. Ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος εκλέχτηκε (13 Δεκέμβρη του 1959) πρόεδρος της Δημοκρατίας με αντιπρόεδρο τον Τουρκοκύπριο Φαζίλ Κιουτσούκ. Τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1960, εκλέχτηκαν η κοινή βουλή και οι ελληνοκυπριακή και τουρκοκυπριακή συνελεύσεις. Το σχήμα με κανέναν τρόπο δεν μπορούσε να λειτουργήσει. Οι Τουρκοκύπριοι αποχώρησαν από τη διοίκηση του νεαρού κράτους (1963), ενώ τα πράγματα οδηγούσαν σε εμπόλεμη κατάσταση. Το 1964, ο ΟΗΕ έστελνε στην Κύπρο ειρηνευτική δύναμη, να αναπτυχθεί ανάμεσα στις δύο κοινότητες.

 

Η νύχτα των στρατηγών

Ο εκλογικός νόμος και η αστυνομία έδωσαν στον Μεντερές μια ισχνή νίκη στις επόμενες εκλογές (27 Οκτώβρη του 1957) και μια τριετή παράταση ρεμούλας. Οι στρατιωτικοί βρήκαν την θεόπεμπτη ευκαιρία να επέμβουν. Τη νύχτα, 27 Μάη του 1960, το πραξικόπημα εκδηλώθηκε σφοδρό. Οι στρατηγοί συνέλαβαν τους πολιτικούς και τους πέρασαν από δίκη. Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Τζελάλ Μπαγιάρ, ο πρωθυπουργός Μεντερές, οι υπουργοί Οικονομικών, Πολατκάν, και Εξωτερικών, Ζορλού, ο πρόεδρος της Βουλής, οι δυο αντιπρόεδροι κι ακόμα τρεις καταδικάστηκαν σε θάνατο. Ανάμεσα σε αυτά, για τα οποία ο Μεντερές βρέθηκε ένοχος, ήταν και το πογκρόμ στην Πόλη. Στην απολογία του, το χαρακτήρισε πατριωτική πράξη. Εκτελέστηκε μαζί με τον Ζορλού και τον Πολατκάν. Οι άλλοι γλίτωσαν τα κεφάλια τους.

Η δημοκρατία έμεινε στο ψυγείο δεκαπέντε μήνες. Τόσο χρόνο έκριναν οι στρατηγοί πως χρειάζονταν για να αποτοξινώσουν τη χώρα. Σωστά υπέθεσαν. Οι εκλογές (15 Οκτώβρη του 1961) δεν ανέδειξαν νικητή. Τη νύχτα 23 προς 24 του Οκτώβρη, οι πολιτικοί αρχηγοί σύρθηκαν ενώπιον της χούντας κι αποδέχτηκαν να σχηματίσουν κυβέρνηση εθνικής ενότητας, με πρόεδρο της Δημοκρατίας τον στρατηγό Τζεμάλ Γκιουρσέλ (1895 - 1966). Ο πρώην πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ισμέτ Ινονού, επέστρεψε ως πρωθυπουργός κι έμεινε στην θέση αυτή ως το 1965. Ο Γκιουρσέλ συνέχισε πρόεδρος ως τον θάνατό του. Τον διαδέχτηκε ο στρατηγός Τσεβντέτ Σουνάι (Μάρτης του 1966).

 

Η νύχτα των συνταγματαρχών

Στις εκλογές (3 Νοέμβρη του 1963), η Ένωση Κέντρου πήρε τη σχετική πλειοψηφία και σχημάτισε κυβέρνηση. Ο Γεώργιος Παπανδρέου έπρεπε να στηριχτεί στην ανοχή της ΕΡΕ ή στις ψήφους της Αριστεράς. Θεώρησε πως το πρώτο θα ήταν αιχμαλωσία, ενώ το δεύτερο θα δικαίωνε όσους μιλούσαν για λαϊκό μέτωπο. Ένα μήνα αργότερα (9 του Δεκέμβρη), ο αρχηγός της ΕΡΕ, Κωνσταντίνος Καραμανλής, έχοντας βάσιμη υποψία ότι η βασίλισσα Φρειδερίκη επιβουλευόταν τη ζωή του, έφυγε στο Παρίσι με το ψευδώνυμο Τριανταφυλλίδης. Την αρχηγία της ΕΡΕ ανέλαβε ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος. Για τον Γεώργιο Παπανδρέου, το μήνυμα ήταν σαφές. Παραμονή Χριστουγέννων του 1963, υπέβαλε στον βασιλιά Παύλο την παραίτηση της κυβέρνησής του.

Με 52,72% και 171 βουλευτές στις νέες εκλογές (16 Φλεβάρη του 1964), ο Παπανδρέου σχημάτισε ισχυρή κυβέρνηση. Στη χώρα άρχισε να φυσά ασθενικός ο άνεμος της δημοκρατικής ελευθερίας, ενώ μεγάλη προσπάθεια καταβλήθηκε για την ανόρθωση της Παιδείας. Ο Κωνσταντίνος Β’ διαδέχτηκε τον βασιλιά Παύλο (πέθανε 6 του Μάρτη). Άρχισε καβγάς γύρω από το αν η Φρειδερίκη θα ονομαζόταν στο εξής βασιλομήτωρ ή βασίλισσα μήτηρ. Συνεχίστηκε με το αν ο στρατός ανήκε στον βασιλιά ή στο κράτος και κορυφώθηκε με το αν ο υπουργός Εθνικής Άμυνας μπορούσε να αντικατασταθεί ή όχι. Μια σκευωρία εξυφάνθηκε γύρω από την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ, ενώ Φρειδερίκη και Κωνσταντίνος μεθόδευσαν την ανατροπή της κυβέρνησης και τον εξαναγκασμό του Γεωργίου Παπανδρέου σε παραίτηση (15 Ιουλίου του 1965). Αντί για νέες εκλογές, τα ανάκτορα προχώρησαν στην δημιουργία κυβέρνησης αποστατών από την Ένωση Κέντρου, που θα στηριζόταν στις ψήφους της ΕΡΕ. Μοχλός αυτής της προσπάθειας ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης που αργότερα υποστήριξε ότι πίεζε τον Γεώργιο Παπανδρέου να μην παραιτηθεί.

Ξέσπασαν διαδηλώσεις, πορείες, συγκρούσεις με την αστυνομία, δολοφονήθηκε ο σπουδαστής Σωτήρης Πέτρουλας (21 Ιουλίου του 1965) και η Αθήνα γνώρισε την αναταραχή, που πήρε το όνομα «Ιουλιανά». Η πρώτη κυβέρνηση των αποστατών, με πρωθυπουργό τον Γεώργιο Αθανασιάδη Νόβα, ορκίστηκε στις 17 του Ιουλίου και καταψηφίστηκε στις 4 του Αυγούστου. Η δεύτερη κυβέρνηση των αποστατών, με πρωθυπουργό τον άλλοτε Ελασίτη Ηλία Τσιριμώκο, ορκίστηκε στις 20 του Αυγούστου. Καταψηφίστηκε κι αυτή αλλά με λιγότερες ψήφους. Ο απαιτούμενος αριθμός αποστατών, που προστέθηκε στον αριθμό των βουλευτών της ΕΡΕ, εξασφαλίστηκε στην ψηφοφορία για την τρίτη κυβέρνηση των αποστατών. Ήταν του Στέφανου Στεφανόπουλου, που ορκίστηκε στις 17 Σεπτέμβρη του 1965. Η χώρα είχε μπει σε μακριά περίοδο ανωμαλίας.

Ένα χρόνο αργότερα (22 Δεκέμβρη του 1966), ορκιζόταν κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον πρώην διοικητή της Εθνικής τράπεζας, Ιωάννη Παρασκευόπουλο. Οι αποστάτες είχαν ανατραπεί. Φάνηκε πως η χώρα βάδιζε πάλι προς την ομαλότητα. Μια συμφωνία των αρχηγών των μεγάλων κομμάτων (ΕΡΕ και Ένωσης Κέντρου) όριζε πως θα αποδέχονταν το αποτέλεσμα των μελλοντικών εκλογών. Η ΕΡΕ ανέτρεψε την κυβέρνηση Παρασκευόπουλου και ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος ανέλαβε πρωθυπουργός (3 Απρίλη του 1967). Όμως, κι αυτός κι ο Γεώργιος Παπανδρέου λογάριαζαν χωρίς τα ανάκτορα, που οργάνωναν πραξικόπημα. Μυστική σύσκεψη στρατηγών (20 Απρίλη του 1967) όρισε τη Μεγάλη Τρίτη, 25 του Απρίλη, ως ημέρα Χ για την ανατροπή της Δημοκρατίας. Αλλά και οι στρατηγοί λογάριαζαν χωρίς την χούντα των συνταγματαρχών, που από καιρό προετοίμαζε το δικό της πραξικόπημα με την εύνοια του αμερικανικού παράγοντα. Η εφημερίδα «Αθηναϊκή» κυκλοφόρησε στις 20 του Απρίλη με άρθρο που είχε τίτλο «Το πράσινο φως της Ουάσινγκτον» και περιεχόμενο τον σχολιασμό δηλώσεων του Αμερικανού Χένρι Κίσιγκερ, που προανάγγελλε τη συνταγματική εκτροπή.

Ξημέρωνε 21η Απρίλη του 1967 όταν κινήθηκαν τα τανκς. Μέσα σε λίγες ώρες, το πραξικόπημα επικράτησε. Άρχιζε η μακριά νύχτα της επτάχρονης δικτατορίας. Πρώτο θύμα της ο ελληνικός λαός και η δημοκρατική του ελευθερία. Δεύτερο θύμα της, ο ίδιος ο βασιλιάς Κωνσταντίνος που την υπέθαλψε. Επικεφαλής της χούντας βρίσκονταν οι συνταγματάρχες Γεώργιος Παπαδόπουλος και Νικόλαος Μακαρέζος μαζί με τον ταξίαρχο Στυλιανό Παττακό. Βιτρίνα τους είχαν τον αντιστράτηγο Γρηγόριο Σπαντιδάκη, αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Στρατού.

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ:

 

Ο ελληνικός εμφύλιος: Το συνέδριο του 1999

 

Η προσπάθεια ήταν να γίνει μια πρώτη προσέγγιση της περιόδου του εμφυλίου πολέμου σε ακαδημαϊκό επίπεδο: Να τον εξετάσει η ακαδημαϊκή κοινότητα ως ιστορικό γεγονός, σπάζοντας έτσι τη «συνωμοσία σιωπής» που καλύπτει μερικές από τις πιο επώδυνες στιγμές του πρόσφατου παρελθόντος. Προσπάθεια φιλόδοξη, η οποία στηρίχθηκε από τρία πανεπιστήμια (Π.Μ.Σ. Πολιτικής Επιστήμης και Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας Πάντειου Πανεπιστημίου, Τμήμα Ιστορίας Ιόνιου Πανεπιστημίου) με τη συνεργασία της ΕΔΙΑ (Εταιρείας Διάσωσης Ιστορικών Αρχείων) και με προφανή πρόθεση να εστιαστεί η έρευνα στο πολιτικό επίπεδο, καθώς το στρατιωτικό και έχει ως ένα βαθμό διερευνηθεί αλλά και αποτελεί την εφαρμογή πολιτικών βουλήσεων.

Γεννήθηκε έτσι το πρώτο στο είδος του συνέδριο που έφερε τον τίτλο «Ο Ελληνικός Εμφύλιος, Από τη Βάρκιζα στο Γράμμο» αλλ’ εν πολλοίς ξεκινούσε από το 1943, ενώ κάποιες ανακοινώσεις είχαν αφετηρία την κατοχή, ακόμα και την δικτατορία Μεταξά. Ξεκίνησε 20 και έληξε 23 Οκτώβρη του 1999, ξεδιπλωμένο σε εννέα θεματικές ενότητες με κορύφωση μια συζήτηση ανάμεσα σε στρατιωτικούς του τότε, προερχόμενους και από τις δυο πλευρές.

Το αποτέλεσμα ήταν το αναμενόμενο: Ναι μεν μισός αιώνας ήταν υπεραρκετή χρονική απόσταση για να πλησιαστεί και να φωτιστεί αντικειμενικά ένα ιστορικό γεγονός, όπως π.χ. ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος, ταυτόχρονα όμως αποτελούσε μικρό χρονικό διάστημα, καθώς το αντικείμενό του δίχασε κι εξακολουθεί να διχάζει την κοινωνία σε όλα της τα επίπεδα, από τον μικρόκοσμο του όποιου χωριού ως τους φορείς της ιδεολογικής και πολιτικής σύγκρουσης.

Είχαμε έτσι τολμηρές και άτολμες ανακοινώσεις, ανάλογα με το πώς ο κάθε ερευνητής αντιλαμβανόταν το προσωπικό του ρίσκο. Είχαμε και παράθεση αρχειακού υλικού ή προσωπικές προσεγγίσεις, ανάλογα με την απόσταση που χώριζε τον κάθε ερευνητή από την εστία του αντικειμένου του (αλλιώς αντιμετωπίζονται τα πράγματα από τη Νέα Υόρκη κι αλλιώς από την Αθήνα ή τη Θεσσαλονίκη).

Είχαμε όμως την πρώτη ειλικρινή προσέγγιση σε ένα θέμα, για το οποίο όλοι απέφευγαν να μιλούν. Και βρεθήκαμε μπροστά σε μια συγκέντρωση πολύτιμου υλικού που δημιουργεί την βεβαιότητα ότι θα αποτελέσει πηγή αναφοράς και βιβλιογραφίας για τους μελλοντικούς μελετητές, όταν οι πληγές θα έχουν επουλωθεί και εκείνοι που προσωπικά, άμεσα ή έμμεσα, βίωσαν τον Εμφύλιο, θα έχουν φύγει.

 

ΟΙ ΑΙΤΙΕΣ:

Απουσία προϋποθέσεων συμβιβασμού που θα συνέτειναν στην αποτροπή της ένοπλης αντιπαράθεσης διαπίστωσε ο ιστορικός Μιχάλης Λυμπεράτος που διαπραγματεύτηκε θέμα με τίτλο «Η μεταπολεμική διαμόρφωση των ιδεολογικών μετώπων και η εμφύλια σύγκρουση (Ο άξονας ‘‘εθνικός - αντεθνικός’’)». Η απουσία των προϋποθέσεων συμβιβασμού εντοπίζεται ιδίως στην πλευρά της υπό διαδικασία ανασυγκρότησης αστικής ιδεολογίας, καθώς κύρια προσπάθειά της ήταν να γίνει αποδεκτή η ένταξη της χώρας στο δυτικό γεωπολιτικό στρατόπεδο αλλά και να νομιμοποιηθεί η βίαιη απολάκτιση της ελληνικής Αριστεράς από την πολιτική σκηνή. Η προσπάθεια αυτή ευνοήθηκε από τις διεθνείς διεργασίες καθορισμού των συνόρων, μέσα από τις οποίες αναπτύχθηκαν εθνικά αιτήματα και αναμοχλεύτηκαν παραδοσιακές αντιπαραθέσεις γύρω από αυτά. Η εξυπηρέτηση εθνικών αιτημάτων και ο προσανατολισμός προς τη Δύση συνδέθηκαν με σχέση αμοιβαίας προϋπόθεσης (απλουστευμένα, «εντασσόμαστε στη Δύση, εφόσον μας δώσετε τα εδάφη», «σας δίνουμε τα εδάφη, αν ενταχθείτε στη Δύση»).

Με όλα αυτά, πρωταρχικό ρόλο έπαιξε η αναβίωση της προπολεμικής ιδεολογικής αντιπαράθεσης στη βάση του «εθνικός» και «αντεθνικός», της «εθνικοφροσύνης» και του «μειοδοτικού διεθνισμού». Στόχος ήταν η αποβολή του ιδεολογικού αντιπάλου από την επίσημη πολιτική σκηνή, ώστε δικαιώματα δράσης να έχουν μόνο οι πολιτικές δυνάμεις που κινούνταν στη βάση της εθνικής ιδεολογίας. Στήθηκε έτσι το σκηνικό των «εθνικοφρόνων» και των «Εαμοβούλγαρων», που απαιτούσε βίαιες πρακτικές περιθωριοποίησης των αριστερών για λόγους «εθνικής ανάγκης» και απέκλειε κάθε δυνατότητα πολιτικού συμβιβασμού.

Μπροστά σ’ αυτή τη διαμορφούμενη κατάσταση, το ΚΚΕ και το ΕΑΜ, που η κοινωνική του δυναμική στηριζόταν σε καθοριστικό βαθμό στο πατριωτικό πρόταγμα, επιδόθηκαν σε έναν αγώνα αποτίναξης των κατηγοριών, προσπαθώντας να προλάβουν την διάλυση της εαμικής συμμαχίας. Και, στην επανάληψη της προπολεμικής κατηγορίας της «εθνικής μειοδοσίας», αντέταξαν ακόμα και αιτήματα που δεν απείχαν πολύ από τον σοβινισμό. Προβλήθηκαν ιδιαίτερα η εθνική φυσιογνωμία της Αριστεράς και ο σταθερός προσανατολισμός της στις κυρίαρχες εθνικές αναγκαιότητες. Και, όντας σε προφανή θέση άμυνας, το ΚΚΕ ανταπέδωσε τις κατηγορίες που δεχόταν, κατηγορώντας τον αντίπαλο για ξενοδουλεία, παραλείποντας την προσπάθεια να αναδείξει την κοινωνική διάσταση της σύγκρουσης. Έτσι όμως, βρέθηκε να παίζει στο γήπεδο του αντιπάλου, τον οποίο διευκόλυνε να εμφανίσει τη σύγκρουση ως ανταρσία υποκινούμενων αντεθνικών δυνάμεων.

Κάποιες άγνωστες όψεις του βασικότερου ιδεολογικού επιχειρήματος, του «από βορρά σλαβικού κινδύνου», επιχείρησε να φωτίσει ο Βασίλης Κ. Γούναρης (Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα) με την εισήγησή του «ΕΑΜοβούλγαροι και Μακεδονομάχοι: ιδεολογικές και άλλες βεντέτες στη Μακεδονία του εμφυλίου πολέμου». Αρχικά, παρουσιάζεται η άρθρωση του επιχειρήματος από τα χρόνια της γερμανικής κατοχής, μέσω του ημερήσιου τύπου, ως την καθιέρωσή του ως μέρους του δημοσίου λόγου την εποχή του Εμφυλίου. Εκτιμάται ότι καθοριστικής σημασίας ήταν η προβολή του Εμφυλίου ως ενός δευτέρου Μακεδονικού Αγώνα. Ο εισηγητής συμπεραίνει ότι η απορρόφηση του επιχειρήματος από την κοινωνία της Β. Ελλάδας συσχετίζεται αφενός με την «ιδεολογική εκδίκηση» των μεσοπολεμικών προσφύγων από τη Γιουγκοσλαβία και τη Βουλγαρία και την κοινωνική τους ανέλιξη, αφετέρου με την επαναβεβαίωση του δικτύου των πελατειακών σχέσεων που είχε καθιερωθεί μετά το 1912.

Ο Γιώργος Μαργαρίτης (Πανεπιστήμιο Κρήτης), στην εισήγησή του με τίτλο «Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος: από τους οικονομικούς στους πολιτικούς και στρατιωτικούς συσχετισμούς», εξήγησε ότι, την επαύριο της κατοχικής περιόδου και των ταραχών της απελευθέρωσης, η Ελλάδα ήταν μια οικονομικά κατεστραμμένη χώρα. Τόσο χάρη στη συστηματική καταστροφή, στην οποία προέβησαν οι Γερμανοί μετά τον χειμώνα του 1943 - 1944, όσο και ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης του ΕΛΑΣ με τα Τάγματα Ασφαλείας. Οπότε η μαζική επισιτιστική και υλική αρωγή από το εξωτερικό έγινε κρίσιμος παράγοντας για την επιβίωση των πόλεων και εκτεταμένων ζωνών της υπαίθρου. Ο εισηγητής σημείωσε πως υπάρχουν ενδείξεις ότι η σύνδεση της παρεχόμενης βοήθειας με την κατασκευή του μετά την Βάρκιζα κράτους και τον πολιτικό στόχο της απομόνωσης και του εκμηδενισμού της Αριστεράς ήταν μια από τις βασικές αιτίες για την έναρξη του Εμφυλίου. Και ότι οπωσδήποτε ήταν η ουσιαστική παράμετρος για την διαμόρφωση των συσχετισμών και την έκβαση του πολέμου.

Ο Γιώργος Σταθάκης (Πανεπιστήμιο Κρήτης), στην εισήγησή του με τίτλο «Η οικονομία του εμφυλίου πολέμου, 1947 - 1949», ανέφερε ότι, μέσω του Δόγματος Τρούμαν το 1947 - 1948 και του Σχεδίου Μάρσαλ στη συνέχεια, η μεταφορά πόρων από τις ΗΠΑ έφθασε το 40% του Ακαθάριστου Εθνικού Εισοδήματος. Με την αμερικανική πλευρά να δίνει απόλυτη προτεραιότητα στην διατήρηση του ελέγχου στον δημοσιονομικό και νομισματικό τομέα και στη ρύθμιση του εξωτερικού εμπορίου. Ο εισηγητής σημείωσε ότι στους τομείς αυτούς ο αμερικανικός έλεγχος υπήρξε απόλυτος.

 

Η ΔΙΑΣΠΑΣΗ ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΙΣΤΟΥ:

«Η Λευκή Τρομοκρατία ήταν μια κεντρικά οργανωμένη επιχείρηση, μεθοδευμένη με τέτοιο τρόπο, ώστε να πετύχει τη συρρίκνωση του αντιστασιακού φρονήματος. Σαν τέτοια επιχείρηση, έκανε το αντιστασιακό κίνημα θύμα ενός εκβιασμού, αποτελώντας ουσιαστικά την πρώτη και αποφασιστική πράξη του εμφυλίου πολέμου», αναφέρεται στην εισήγηση της ιστορικού Λης Σαράφη με θέμα «Λευκή Τρομοκρατία: ο μοχλός για τη σύνθλιψη του αντιστασιακού φρονήματος». Η ερευνήτρια εστιάζει στην ευρύτερη περιοχή των Τρικάλων, από τις πρώτες μέρες της άνοιξης του 1945 ως τα τέλη του ίδιου χρόνου και παρακολουθεί την ανάπτυξη και οργάνωση της λευκής τρομοκρατίας μέσα από τη δράση των τρομοκρατικών οργανώσεων, τόσο στην πόλη, όσο και στα χωριά. Τα στοιχεία της βασίζονται σχεδόν αποκλειστικά σε μαρτυρίες αντιστασιακών που βίωσαν τη λευκή τρομοκρατία, την οποία ουσιαστικά ενοχοποιεί ότι πυροδότησε τον Εμφύλιο στην Κεντρική Ελλάδα.

Η περίοδος 1944 - 1946 στο χωριό Φουρτζή Μεσσηνίας μπήκε στο μικροσκόπιο μιας έρευνας, της οποίας τα πρώτα συμπεράσματα περιλαμβάνονται στην ανακοίνωση της Νάσης Μπαλτά (Πάντειο Πανεπιστήμιο) με τίτλο «Τότε με τα χίτικα δεν κόταγες να πεις ούτε τ’ όνομά σου: Μαρτυρίες για τον εμφύλιο σε ένα χωριό της Πυλίας». Στο Φουρτζή, το ΕΑΜ ήταν ισχυρό, ενώ έντονη δράση στην ευρύτερη περιοχή είχαν αναλάβει τα Τάγματα Ασφαλείας του καταγόμενου από γειτονικό χωριό, Μαγγανά. Η μελέτη βασίζεται σε επιτόπιο προφορικό υλικό και εξετάζει τις μορφές με τις οποίες εκδηλώνεται η διάσπαση της κοινωνίας του χωριού αλλά και η αλληλεγγύη και η συνοχή της.

Ξεκινώντας από το 1943, ο Στάθης Καλύβας (Πανεπιστήμιο Νέας Υόρκης) ανέλυσε το θέμα «Ο εμφύλιος μέσα από το πρίσμα της βίας» και παρέθεσε τις μορφές βίας που χρησιμοποίησαν η Δεξιά (κατοχική και μετακατοχική) και η Αριστερά. Ο ερευνητής προσπάθησε μια κριτική προσέγγιση της φυσιογνωμίας των αντιπάλων παρατάξεων, βασίζοντας το εμπειρικό περιεχόμενο της εισήγησής του σε αρχειακό υλικό και προφορική ιστορία.

«Η προφορική μνήμη και ο Εμφύλιος» είναι ο τίτλος ανακοίνωσης της ιστορικού ανθρωπολόγου Ρίκης Βαν Μπουσχότεν που ασχολήθηκε με την «κατασκευή της μνήμης» και τους τρεις παράγοντες που επηρεάζουν μια συνέντευξη (πώς βλέπει ο αφηγητής τον εαυτό του, πώς τον βλέπουν οι άλλοι, ποια σχέση αναπτύσσεται ανάμεσα στον αφηγητή και τον ερευνητή). Η ερευνήτρια ανέλυσε πέντε χαρακτηριστικές μορφές αυτοπαρουσίασης (ο ήρωας, ο αδικημένος /παραγνωρισμένος, ο ακούσιος θεατής, το θύμα, ο ένοχος) και τόνισε τον ρόλο των μεταπολεμικών εξελίξεων και την επιρροή των εννοιών «τιμή» και «στίγμα» στη ροή της συνέντευξης.

 

ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΠΡΟΕΚΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΣ ΑΔΥΝΑΜΙΕΣ:

Τον Ιούλιο του 1945, ο Κλέμεντ Άτλι έγινε ο πρώτος πρωθυπουργός αυτοδύναμης κυβέρνησης Εργατικών, στη Βρετανία. Διαδέχθηκε τον Τσόρτσιλ κι έμεινε στην εξουσία ως το 1951, οπότε παρέδωσε πάλι στον Τσόρτσιλ. Με την εισήγησή του «Η διάψευση των ελπίδων και η πολιτική της ενσωμάτωσης: η στάση της βρετανικής εργατικής Αριστεράς στο ελληνικό ζήτημα, 1945 - 1949», ο Γιάννης Σακκάς (Πανεπιστήμιο Αιγαίου) κατέγραψε τις επιπτώσεις του ελληνικού εμφύλιου στην Βρετανία, καθώς το ελληνικό ζήτημα, ως τις αρχές του 1947, βρισκόταν στο επίκεντρο της βρετανικής πολιτικής σκηνής και έγινε αιτία να τεθεί σε κίνδυνο η ενότητα του εκεί κυβερνώντος κόμματος.

Με την άνοδο των Εργατικών, η σε σχέση με την Ελλάδα βρετανική εξωτερική πολιτική δεν άλλαξε. Ουσιαστικά, συνέχισε να ασκείται, όπως είχε διαμορφωθεί από τους συντηρητικούς, με αποτέλεσμα να υπάρξουν έντονες εσωκομματικές αντιδράσεις. Η κυβέρνηση βρέθηκε στο επίκεντρο των δριμύτατων επικρίσεων του Τύπου, των ίδιων των βουλευτών της και των εργατικών συνδικάτων, καθώς διαψεύστηκαν οι ελπίδες για μια διαφορετική εξωτερική πολιτική.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, δημιουργήθηκε στη Βρετανία ο ΣΔΕ (Σύνδεσμος για τη Δημοκρατία στην Ελλάδα). Δημοσιεύσεις στον Τύπο, συλλαλητήρια και διαμαρτυρίες στους διεθνείς οργανισμούς ήταν τα μέσα που χρησιμοποίησε για «να συμπαρασταθεί στον αγώνα του ελληνικού δημοκρατικού λαού» και να τον προβάλει στην βρετανική και την διεθνή κοινή γνώμη. Μέχρι τα μέσα του 1946.

Η μεταστροφή σημειώθηκε από το δεύτερο εξάμηνο του 1946, όταν στην Ελλάδα ο εμφύλιος απλωνόταν, ενώ τον διεθνή ορίζοντα βάραινε η επιδείνωση των αμερικανοσοβιετικών σχέσεων. Η ηγεσία του Εργατικού κόμματος προσπάθησε και γρήγορα επέτυχε να ενσωματώσει τους διαφωνούντες σε μια παραδοσιακή και συντηρητική (εργατίστικη) αντίληψη σχετικά με το περιεχόμενο και τους στόχους της εξωτερικής πολιτικής. Από τα μέσα του 1947, μόνο ο ΣΔΕ και η βρετανική κομμουνιστική Αριστερά αντιμετώπιζαν το ελληνικό ζήτημα ως κεντρικό στην εξωτερική πολιτική που ασκούσε η εργατική κυβέρνηση. Και ήταν οι μόνοι που συνέχισαν να διαμαρτύρονται ενάντια στην ξένη επέμβαση και στην πολιτική των ελληνικών κυβερνήσεων.

Μια πολιτική, την οποία στήριζε στην Ελλάδα η βρετανική «πολιτιστική» προπαγάνδα, κόντρα στη σοβιετική προπαγάνδα, που, από το 1945, είχε κορυφωθεί. Η Γιούλα Κουτσοπάνου (Πάντειο Πανεπιστήμιο), στην εισήγησή της «Προπαγάνδα και απελευθέρωση. Βρετανικές και Σοβιετικές πολιτιστικές ανταλλαγές στην Ελλάδα. Η περίπτωση του Βρετανικού Συμβουλίου και του Ελληνοσοβιετικού Συνδέσμου», μελέτησε τον ρόλο της πολιτιστικής προπαγάνδας στην διαμόρφωση και τη διαχείριση της εξωτερικής πολιτικής μέσα στον γενικό ιδεολογικό ανταγωνισμό Ανατολής - Δύσης. Η σοβιετική αποστασιοποίηση, που υπήρχε κατά τα Δεκεμβριανά, μεταβλήθηκε στην επικριτική στάση που τήρησε ο σοβιετικός Τύπος απέναντι στην ελληνική κυβέρνηση από τα μέσα Φλεβάρη του 1945 (μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας για τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ). Τον Ιούλιο του 1945 επανιδρύθηκε ο Ελληνοσοβιετικός Σύνδεσμος. Το αγγλικό υπουργείο Εξωτερικών απάντησε αναβαθμίζοντας τον ρόλο του Βρετανικού Συμβουλίου με αφειδή χρηματοδότηση, μόνιμο αντιπρόσωπό του στην Αθήνα και εξεύρεση κατάλληλων κτιρίων, ενώ ξαναμπήκε το θέμα της αγγλοελληνικής σύμβασης πολιτιστικής συνεργασίας, που είχε υπογραφεί το 1940 αλλά δεν είχε προλάβει να κυρωθεί. Ελληνοσοβιετικός και Βρετανικό επιδόθηκαν στην στελέχωση, χρηματοδότηση και ανάπτυξη πολιτιστικών προγραμμάτων, μέσα από τα οποία περνούσαν τις θέσεις τους.

Ταυτόχρονα, το ΚΚΕ έκοβε τις γέφυρες με το ΚΚ Γιουγκοσλαβίας. Ο Σπυρίδων Σφέτας (Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης), στην εισήγησή του με θέμα «Μεταξύ συνεργασίας και αμοιβαίας καχυποψίας. Οι σχέσεις ΚΚΕ και ΚΚΓ από τη ρήξη Τίτο - Στάλιν μέχρι το τέλος του Εμφυλίου», σημείωσε ότι, μετά την αποπομπή της Γιουγκοσλαβίας από την Κομινφόρμ (26.6.1948), το ΚΚΕ προχώρησε σε επαναπροσδιορισμό των σχέσεών του με το ΚΚ Γιουγκοσλαβίας. Δημόσια, το ΚΚΕ δεν στράφηκε έντονα κατά της Γιουγκοσλαβίας, στην ουσία όμως όλες οι κινήσεις του είχαν αντιγιουγκοσλαβική αιχμή και επιδείνωσαν τις σχέσεις με το ΚΚ Γιουγκοσλαβίας. «Με την υποτιθέμενη προδοσία του Τίτο, ο Ζαχαριάδης προσπάθησε να αποσείσει τις ευθύνες του για την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού».

Ο Βασίλειος Κοντής (Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και ΙΜΧΑ), στην εισήγησή του «Το ζήτημα του εφοδιασμού και των εφεδρειών του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας στην διάρκεια του εμφυλίου πολέμου», ανέφερε ότι, όπως προκύπτει από έγγραφα των αρχείων της Γιουγκοσλαβίας και της Βουλγαρίας, ο εξοπλισμός του ΔΣΕ δεν ήταν ανεπαρκής αλλά υπήρχε έλλειψη ανδρών. Στόχος της εισήγησης ήταν να εξετάσει και να αναλύσει τις αδυναμίες του ΔΣΕ σχετικά με το ζήτημα του εξοπλισμού και την έλλειψη στρατιωτικών στελεχών. Γίνεται αναφορά στο θέμα της ενίσχυσης με στρατιωτικό υλικό από τη Σοβιετική Ένωση και από τις λαϊκές δημοκρατίες την περίοδο 1947 - 1948 και στις προσπάθειες της ηγεσίας του ΚΚΕ για την εξασφάλιση εφεδρειών μετά την αποτυχία στρατολόγησης ανδρών, όπως προέβλεπε το «Σχέδιο Λίμνες».

Η ιστορικός Τασούλα Βερβενιώτη, στην εισήγησή της «Οι ‘’Μαχήτριες της Λευτεριάς’’ ή οι Γυναίκες στο Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας» ανέφερε ότι οι γυναίκες στον ΔΣΕ αποτελούσαν το 30% στα μάχιμα τμήματα και το 70% στις υπηρεσίες, φαινόμενο εξαιρετικό στην παγκόσμια ιστορία. Στόχος της ανακοίνωσης ήταν να επισημανθεί, με ποιους τρόπους έγινε η διαπραγμάτευση της αντίφασης ανάμεσα στο γυναικείο ρόλο που θέλει τις γυναίκες συνδεμένες με την ειρήνη και το ρόλο της «μαχήτριας». Χρησιμοποιήθηκαν αρχειακά υλικά και προφορικές μαρτυρίες.

Η παρουσία των γυναικών αποδίδεται και στο γεγονός ότι ένας εμφύλιος δεν αφήνει περιθώρια για ουδέτερη στάση στον «άμαχο πληθυσμό». Επιπλέον, ο ΔΣΕ χρειαζόταν τις γυναίκες καθώς αντιμετώπιζε πρόβλημα με τις εφεδρείες. Η τακτική της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας για την «αφομοίωσή» τους ήταν ισορροπία πάνω σε τεντωμένο σχοινί ανάμεσα στον γυναικείο ρόλο και στον ρόλο της μαχήτριας. Τις έστελνε στις σχολές Αξιωματικών, τις ονόμαζε ή προήγαγε γυναίκες αξιωματικούς «επ’ ανδραγαθία» και τις απένειμε μετάλλια «ανδρείας». Παράλληλα, τις χρησιμοποιούσε για τη «συναδέλφωση» με τους φαντάρους του κυβερνητικού στρατού και για τον «εκπολιτισμό» και την ψυχαγωγία των ανδρών του ΔΣΕ.

Η «ειδική πολιτική δουλειά» στις μαχήτριες, η ένταξή τους δηλαδή στη λογική και πρακτική του πολέμου, είχε ανατεθεί στις «υπεύθυνες των γυναικών» που δρούσαν ως βοηθοί του πολιτικού επιτρόπου. Η εισηγήτρια σημειώνει ότι «ανάμεσα στους μαχητές και τις μαχήτριες αναπτύχθηκε επίσης μια ανταλλαγή υπηρεσιών παραδοσιακών ρόλων» και σημειώνει ως παράδοξο το ότι, αν και οι περισσότερες μαχήτριες ήταν επιστρατευμένες, υπήρξαν καλοί στρατιώτες και μάλιστα γενναίες.

 

KOITAZOΝΤΑΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΙΣΩ:

Τις δυνατότητες συμβιβασμού, ενόσω ακόμα διαρκούσε ο Εμφύλιος, εξέτασε ο Θανάσης Δ. Σφήκας (Univercity of Central Lancashire) στην εισήγησή του, στο συνέδριο, με τίτλο «Η ‘‘ειρηνοπόλεμη’’ διάσταση του ελληνικού εμφυλίου πολέμου: ειρηνευτικές πρωτοβουλίες και δυνατότητες συμβιβασμού, 1945 - 1949». Ο εισηγητής σημείωσε ότι στις 20 Απρίλη του 1949, η Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση απηύθυνε έκκληση προς τον ΟΗΕ για τον τερματισμό του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, διαβεβαιώνοντας ότι οι Έλληνες κομμουνιστές ήταν «έτοιμοι να κάνουν τις πιο μεγάλες παραχωρήσεις». Η κυβέρνηση της Αθήνας δήλωσε ότι ο ΔΣΕ έπρεπε πρώτα να καταθέσει τα όπλα του. Το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ συμφώνησε με την Αθήνα, επισημαίνοντας ότι αυτή ήταν η 21η ειρηνευτική πρόταση του ΚΚΕ από το 1946.

Ο εισηγητής υπογραμμίζει ότι η υποβολή τουλάχιστον 21 ειρηνευτικών προτάσεων από το ΚΚΕ υποδηλώνει κάτι σημαντικό που όμως δεν έχει επαρκώς αξιολογηθεί. Η συστηματική όμως μελέτη των ειρηνευτικών προτάσεων και των δυνατοτήτων συμβιβασμού πρέπει να θεωρηθεί ως συμβολή στην καταπολέμηση τόσο των «νομοτελειακών» ερμηνειών του Εμφυλίου, όσο και του πέπλου της «λαθολογίας» που συσκοτίζει την προσπάθεια κατανόησης της περιόδου. Ο εισηγητής υποστηρίζει ότι, διερευνώντας όλα όσα οι προγενέστεροι σκέφτηκαν, ακόμα και αν δεν τα έπραξαν, ίσως προσεγγίσουμε τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούμε να μιλάμε για το παρελθόν χωρίς να γινόμαστε ύποπτοι νοσταλγίας.

Με την εισήγησή της με τίτλο «‘‘Το όπλο παρά πόδα’’: λεκτική πολεμική ή πολιτική ανασυγκρότησης του ΚΚΕ;», η Ιωάννα Παπαθανασίου (Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας - ΑΣΚΙ), επιχείρησε να αναδείξει τις διαφορετικές χρήσεις και σημασιοδοτήσεις, όπως και τους πολλαπλούς αποδέκτες του συγκεκριμένου μηνύματος. Το σύνθημα «το όπλο παρά πόδα», συνοδευόμενο από τη φράση «προσωρινή υποχώρηση» της 6ης Ολομέλειας του ΚΚΕ (Μάρτης του 1956, όταν ουσιαστικά παραμερίστηκε ο Ν. Ζαχαριάδης) πυροδότησε την πολιτική φιλολογία της Αριστεράς, τροφοδότησε τις κομματικές έριδες και αντιπαραθέσεις και έδωσε πρόσθετο επιχείρημα στους αντιπάλους για την παράταση του εμφυλιοπολεμικού κλίματος στην Ελλάδα. Το κύριο αιτούμενο της έρευνας είναι «η ανάδειξη των πολλαπλών και σχετικά αυτόνομων κοινωνικών χώρων, οι οποίοι διαμορφώνονται κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου και τους οποίους επιχειρεί να επαναδιοργανώσει το ΚΚΕ».

 

ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΗΣ:

Η υπόθεση της συμφιλίωσης ξεκίνησε από τον Σεπτέμβρη του 1976, όταν με νωπή τη μνήμη από την κοινή αντιχουντική δράση, πολλοί από τους αντιμαχόμενους του Εμφυλίου κινήθηκαν με σκοπό την αναγνώριση της εθνικής αντίστασης. Η Μαρία Σπηλιωτοπούλου (Κέντρο Ερεύνης της Ιστορίας του Νεωτέρου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών) εξέτασε το ζήτημα με την εισήγησή της με τίτλο «Η Κίνηση ‘‘Ενωμένη Εθνική Αντίσταση’’: κίνηση συμφιλίωσης».

Στις εκδηλώσεις του 1976, από την πλευρά του ΕΑΜ, πρωτοστάτησαν ο Λευτέρης Αποστόλου και ο Μήτσος Παρτσαλίδης (οι δύο από τους τρεις γραμματείς του μετώπου), ενώ η κίνηση υποστηρίχθηκε ενεργά και από άλλα στελέχη του ΕΑΜ, όπως η Καίτη Ζεύγου, μέλος της ΠΕΕΑ. Μετείχαν επίσης ο Κομνηνός Πυρομάγλου, υπαρχηγός του Ζέρβα στον ΕΔΕΣ, ο Γιάννης Σταμόπουλος και ο Τάκης Μιχαηλίδης της ΠΕΑΝ και άλλοι, ενώ από την ΕΚΚΑ (Ψαρρού) συμμετείχε μόνο ο Κωνσταντίνος Τσαμαντάνης.

Τον Οκτώβρη του 1983, ιδρύθηκε επίσημα η Κίνηση «Ενωμένη Εθνική Αντίσταση 1941 - 44» με σκοπό την ανάδειξη «της αξίας της ενιαίας αντίστασης κατά των κατακτητών, όλων των αναγνωρισμένων οργανώσεων και των πατριωτών» αλλά και ο αγώνας «ώστε να ξεπεραστούν τα κατάλοιπα των εμφύλιων αναμετρήσεων». Το 1999, τα μέλη της Κίνησης ήταν 352 και με τη δράση τους συνέβαλαν στην αποκατάσταση του ενιαίου χαρακτήρα της Αντίστασης. Επειδή, για τα μέλη της Κίνησης, «ιδιαίτερα μετά τη δράση τους εναντίον της χούντας των συνταγματαρχών, είχε έρθει η στιγμή της συμφιλίωσης».

Η εισηγήτρια σημείωσε ότι ακόμα δεν είχε έρθει η ώρα να συζητήσουν για τον Εμφύλιο στα πλαίσια της Κίνησης. Ήταν όμως πολλοί εκείνοι και εκείνες που πήραν μέρος και στον πόλεμο αυτό, σε αντιμαχόμενες πλευρές. «Η συμμετοχή τους στην Κίνηση δεν τους εμποδίζει να αναφέρονται στις εμπειρίες τους, δεν τους έκανε να ξεχάσουν τους νεκρούς τους, μπόρεσαν όμως να προχωρήσουν μαζί».

 

 

Την οργανωτική επιτροπή του συνεδρίου απετέλεσαν οι Τασούλα Βερβενιώτη, ιστορικός, Νίκος Κοταρίδης, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Ηλίας Νικολακόπουλος, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Άλκης Ρήγος, Πάντειο Πανεπιστήμιο, και Γρηγόρης Ψαλλίδας, Ιόνιο Πανεπιστήμιο.

Ανακοινώσεις έκαναν και οι εξής:

Φίλιππος Ηλιού, ιστορικός, «Η πορεία προς τον εμφύλιο: από την ένοπλη εμπλοκή στην ένοπλη ρήξη».

Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης (Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα) «Μοναρχοφασίστες και Σλαβομακεδόνες αγωνιστές: ιδεολογικές και άλλες βεντέτες στη Μακεδονία του εμφυλίου πολέμου».

Ραϋμόνδος Αλβανός, ιστορικός, «Πολιτισμική διαφορά και εμφύλια διαμάχη. Η μνήμη και η εμπειρία του εμφυλίου πολέμου σε δυο σλαβόφωνα χωριά της Καστοριάς».

Νίκος Μαρατζίδης (Πανεπιστήμιο Μακεδονίας) «Εθνοτικές διαστάσεις του εμφυλίου πολέμου: η περίπτωση των τουρκόφωνων Ποντίων καπεταναίων της Μακεδονίας».

Χάγκεν Φλάισερ (Πανεπιστήμιο Αθηνών) «Στενή η πύλη του ‘‘Ελευθέρου Κόσμου’’. Πολιτικοί περιορισμοί στην ελεύθερη διακίνηση προς και από την Ελλάδα, 1945 - 1952».

Δήμητρα Λαμπροπούλου, ιστορικός, «Βιώματα πολιτικών κρατουμένων μέσα από επιστολές της φυλακής και της εξορίας».

Βασιλική Λάζου, ιστορικός, «Το Έκτακτο Στρατοδικείο Λαμίας, 1946 - 1950».

Δημήτριος Μοσχόπουλος (Ιόνιο Πανεπιστήμιο) «Πολιτικοί κρατούμενοι στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου».

Ουρανία Παπαδοπούλου, ιστορικός, «Από το επισκεπτήριο στα σκαλιά των υπουργείων: παραδοσιακός ρόλος και πολιτική δράση των γυναικών της Π.Ε.Ο.Π.Ε.Φ.».

Λιάνα Θεοδωρίδου (Πανεπιστήμιο Νέας Υόρκης) «Η πολιτική της σιωπής στην ελληνική μεταπολεμική ποίηση».

Lars Baerentzen, ιστορικός, «Η αποτυχία του πολιτκού ‘‘Κέντρου’’, 1945 - 1946».

Γρηγόρης Ψαλλίδας, ιστορικός, «Η θεώρηση της διεθνούς πολιτικής κατάστασης από τους σοσιαλιστές (ΣΚΕΛΔ) κατά την περίοδο 1945 - 1947».

(τελευταία επεξεργασία, 29 Ιουλίου 2021)

Επικοινωνήστε μαζί μας