Γιος του Δηιονέα, του γιου του Αιόλου, ο Κέφαλος ξενιτεύτηκε στην Αθήνα, τον καιρό που βασίλευε ο Ερεχθέας. Μια από τις τέσσερις κόρες του ήταν η Πρόκρη, την οποία ο Κέφαλος αγάπησε. Παντρεύτηκαν και πήγαν να ζήσουν στο Θορικό (κοντά στο Σούνιο). Ήταν ευτυχισμένοι, αν και όλη μέρα ο Κέφαλος έλειπε κυνήγι στον Υμηττό. Τον είδε εκεί κάποιο ξημέρωμα η Ηώς και τον ερωτεύτηκε. Πιστός στην Πρόκρη, ο Κέφαλος απέρριψε τον έρωτα της θεάς της αυγής. Η Ηώς τον άρπαξε και τον πήγε στη Συρία. Ο Κέφαλος συνέχισε να την αρνιέται. Η Ηώς του πρότεινε να δοκιμάσει την πίστη της Πρόκρης κι ανάλογα να πράξει. Ο Κέφαλος δέχτηκε.
Πήρε άλλη μορφή, εμφανίστηκε στην Πρόκρη κι άρχισε να την φλερτάρει. Συνόδευε το φλερτ με υποσχέσεις για πλούσια δώρα, κοσμήματα και χρυσαφικά, αν πήγαινε μαζί του. Η Πρόκρη αρνιόταν. Ο Κέφαλος όλο και μεγάλωνε την προσφορά και, τελικά, της υποσχέθηκε διπλά κοσμήματα κι ένα χρυσό στεφάνι. Κι επειδή στον κόσμο αυτόν όλα έχουν την τιμή τους, η Πρόκρη υπέκυψε στον πειρασμό. Την κρίσιμε στιγμή, ο Κέφαλος της φανερώθηκε ποιος είναι, την κατηγόρησε ως άπιστη κι έφυγε. Η Ηώς του έκανε τον Φαέθοντα (γενάρχη των βασιλιάδων της Κύπρου, διαφορετικό από τον ομώνυμο γιο του Ήλιου).
Ντροπιασμένη η Πρόκρη ξενιτεύτηκε στην Κρήτη. Για πολλά χρόνια, ο γιος του Δία και της Ευρώπης, βασιλιάς Μίνωας, παρέμενε άτεκνος. Η γυναίκα του, η μάγισσα Πασιφάη (το φεγγάρι), για να τον εκδικηθεί για τις συνεχείς απιστίες του, τού είχε μεταδώσει μιαν αρρώστια που τον έκανε, στην ερωτική πράξη, αντί για σπέρμα να βγάζει δηλητηριώδη φίδια και σκορπιούς που σκότωναν τις ερωτικές συντρόφους του, ενώ η ίδια η Πασιφάη ήταν αθάνατη.
Όταν η Πρόκρη ντροπιάστηκε στα μάτια του αγαπημένου της Κέφαλου, μπλέχτηκε στα ερωτικά δίχτυα του Μίνωα. Του έδωσε να πιει την «κιρκαία ρίζα», ένα μαγικό φίλτρο που τον απάλλαξε από τα μάγια της Πασιφάης. Κατά μια άλλη εκδοχή, η Πρόκρη δεν κοιμήθηκε με τον Μίνωα αλλά πήρε μια κύστη από κατσίκα, την έβαλε στον κόλπο μιας γυναίκας με την οποία έσμιξε ο Μίνωας, βγήκαν τα φίδια κι οι σκορπιοί και πνίγηκαν μέσα στην κύστη. Ό,τι κι αν έγινε, χάρη στην Πρόκρη, ο Μίνωας κατόρθωσε ν’ αποκτήσει απογόνους. Της χάρισε ένα ακόντιο το οποίο πάντα έβρισκε τον στόχο του κι ένα σκυλί το οποίο πάντα έπιανε ό,τι κυνηγούσε.
Η Πρόκρη γύρισε στο Θορικό. Ο Κέφαλος είχε διακόψει τη σχέση του με την Ηώ κι είχε κι αυτός επιστρέψει. Η Πρόκρη σκέφτηκε πως είχε έρθει η σειρά της να τον δοκιμάσει κι έκοψε κοντά τα μαλλιά της, φόρεσε ρούχα εφήβου και βγήκε στον Υμηττό, στα μέρη που ο Κέφαλος κυνηγούσε. Το ακόντιό της ποτέ δεν λάθευε, ο σκύλος της έπιανε ό,τι καταδίωκε κι ο Κέφαλος που τα έβλεπε όλα αυτά έλιωνε από ζήλια.
Πλησίασε τον, όπως νόμιζε, έφηβο και τον ρώτησε, τι αντάλλαγμα θα ήθελε για να του χαρίσει το ακόντιο και τον σκύλο. Ο «έφηβος» του ζήτησε να κάνουν έρωτα. Ο Κέφαλος δέχτηκε. Την κρίσιμη στιγμή, η Πρόκρη του αποκαλύφτηκε. Ο Κέφαλος αναγκάστηκε να ομολογήσει ότι την είχε αδικήσει. Τα ξανάφτιαξαν και συνέχισαν να ζουν όπως παλιά, με τον Κέφαλο κάθε πρωί ν’ ανεβαίνει στον Υμηττό για κυνήγι. Η σχέση τους όμως είχε δηλητηριαστεί. Της Πρόκρης της μπήκε η ιδέα ότι ο άντρας της προφασιζόταν το κυνήγι για να συναντά κάποια ερωμένη.
Μιαν αυγή, τον ακολούθησε κρυφά. Κρύφτηκε στους θάμνους αλλά κινήθηκε. Το θρόισμα των φύλλων έκανε τον Κέφαλο να νομίσει ότι κάποιο θήραμα κρυβόταν εκεί. Εξακόντισε το δόρυ που δεν λάθευε ποτέ και τη σκότωσε. Όταν είδε τι είχε κάνει, ήταν αργά. Συντετριμμένος, πήγε το πτώμα της στον Ερεχθέα, στην Αθήνα. Του εξήγησε, τι είχε συνέβη, περιμένοντας ότι ο βασιλιάς θα τον συγχωρούσε. Λάθεψε. Ο βασιλιάς έμπηξε ένα δόρυ στον τάφο της κόρης του κι αυτό σήμαινε πως ζητούσε εκδίκηση.
Ο Άρειος Πάγος καταδίκασε τον Κέφαλο σε εξορία.
(τελευταία επεξεργασία, 16 Μαρτίου 2021)