Ο γέρο Αιγέας είχε απελπιστεί ότι θα αποκτήσει διάδοχο, κι ας υπήρχε ήδη ένα εξώγαμο με τη Μήδεια, με την οποία συζούσε. Η μάγισσα είχε καταφύγει στο παλάτι του βασιλιά, απ΄ όταν το έσκασε απ΄ την Κόρινθο, μετά τον φόνο της δεύτερης γυναίκας και των παιδιών του Ιάσονα, που την εγκατέλειψε. Είχε κάνει τον Αιγέα του χεριού της με την υπόσχεση πως θα τον βοηθούσε ν’ αποκτήσει πολλά παιδιά αλλά προόριζε τον δικό της γιο για τον θρόνο της Αθήνας. Υπήρχαν βέβαια και οι Παλλαντίδες που καραδοκούσαν πότε θα πεθάνει ο θείος τους να τον διαδεχτούν, αλλά η Μήδεια είχε την ελπίδα πως θα τους ξεφορτωνόταν.
Ο Θησέας μπήκε στην πόλη φορώντας έναν κατακόκκινο χιτώνα και μια χλαμύδα που έκρυβε το σπαθί του, εντυπωσιακός και πανέμορφος, κάνοντας τα κορίτσια να κοκκινίζουν στο πέρασμά του. Η φήμη του είχε προηγηθεί. Όλοι έβγαιναν στους δρόμους να δουν το παλικάρι που είχε απαλλάξει τη γη της Αττικής από ληστές και αγριογούρουνο. Ένας κήρυκας τον ανάγγειλε στο παλάτι.
Η Μήδεια τον είδε κι ένιωσε τον κίνδυνο. Έπεισε τον Αιγέα να τον καλέσει σε γεύμα και να ρίξει δηλητήριο στην κούπα του, τάχα γιατί είχε έρθει να του πάρει τον θρόνο. Στο τραπέζι, ο Θησέας τράβηξε τη χλαμύδα, τάχα να πάρει το μαχαίρι του αλλά με τέτοιον τρόπο, ώστε να φανεί η από ελεφαντόδοντο λαβή του σπαθιού του. Ο Αιγέας το αναγνώρισε αμέσως. Με μια βίαιη κίνηση, έχυσε την κούπα με το δηλητηριασμένο κρασί, σηκώθηκε κι αγκάλιασε τον γιο του και, χωρίς να χάσει χρόνο, βγήκε και τον ανάγγειλε στους Αθηναίους. Χάρηκαν κι αυτοί που θα αποκτούσαν τόσο γενναίο βασιλιά.
Η πορεία του Θησέα προς την εξουσία αποδείχτηκε ένας μέχρι θανάτου αγώνας με τους γιους του Ποσειδώνα και καθετί που εκπροσωπούσε το παλιό. Η Μήδεια ανήκε στο παλιό. Για μια ακόμη φορά, πήρε τον δρόμο της ξενιτιάς. Στην Αθήνα, οι Παλλαντίδες φρένιασαν. Τόσον καιρό περίμεναν υπομονετικά να πεθάνει ο Αιγέας να τον κληρονομήσουν και τώρα τους προέκυπτε καινούριο εμπόδιο. Χωρίστηκαν σε δυο ομάδες κι έστησαν ενέδρα να ξεκάνουν τον διάδοχο. Ο Θησέας, όμως, ειδοποιήθηκε από κάποιον και τους βγήκε από πίσω. Στη μάχη που ακολούθησε, σκότωσε και τους πενήντα. Μετά, τράβηξε για τον Μαραθώνα. Ζούσε εκεί ακόμα ο τρομερός ταύρος που σκορπούσε τον όλεθρο και σκότωνε, όποιον πλησίαζε. Πολλοί είχαν χαθεί στην προσπάθειά τους να τον εξοντώσουν. Ο Θησέας τον έπιασε από τα κέρατα, τον έσυρε ως την Αθήνα και τον περιέφερε στους δρόμους της πόλης, ώσπου έφτασε στον ναό του Απόλλωνα (τον κατ’ εξοχήν εκπρόσωπο του καινούριου), στον οποίο και τον θυσίασε.
(τελευταία επεξεργασία, 26 Απριλίου 2021)