Ο Άβας και η μαγική ασπίδα

Ο Λυγκέας σκότωσε τον Δαναό και τις 49 Δαναΐδες που καταδικάστηκαν να γεμίζουν στον Άδη ένα τρύπιο πιθάρι, τον γνωστό «πίθο των Δαναΐδων». Μόνος πια με τη γυναίκα του, την Υπερμνήστρα, έγινε βασιλιάς του Άργους, ιδρύοντας την πρώτη δυναστεία των Αργείων. Κατά την εκδοχή που ήδη αναφέρθηκε, ο Δαναός απλά παραμερίστηκε. Ο πρώτος που έμαθε τον θάνατό του ήταν ο Άβας, γιος του Λυγκέα και της Υπερμνήστρας, που ταυτίζεται και με τον γενάρχη του λαού των Αβάντων και που παντρεύτηκε την Ωκάλεια, κόρη του Μαντινέα. Ο Άβας έσπευσε στον πατέρα του να του πει τα «καλά νέα». Όντως, εκείνος χάρηκε που ξεμπέρδεψε με τον πεθερό του και χάρισε στον γιο του την ασπίδα του νεκρού. Ήταν αναρτημένη στον ναό της Ήρας και ήταν θαυματουργή. Όποιοι την έβλεπαν στη μάχη, αδυνατούσαν να προβάλουν αντίσταση και το έβαζαν στα πόδια.

Πολύ αργότερα, ο Βιργίλιος «πήρε» από το Άργος την ασπίδα και την μετακόμισε στο Άκτιο. Την είχε πάει εκεί, είπε, ο Αινείας, φεύγοντας από την Τροία. Χάρη σ’ αυτήν υποτίθεται ότι ο Οκταβιανός νίκησε τον Μάρκο Αντώνιο και την Κλεοπάτρα στη ναυμαχία του Άκτιου (που σήμαινε ότι ο Οκταβιανός ήταν ο εκλεκτός του γενάρχη των Ρωμαίων). Δεν ήταν η πρώτη φορά που χρησιμοποιήθηκε για πολιτικούς λόγους η μυθολογία.

Οπωσδήποτε, με την ασπίδα όπλο ακατάβλητο, ο Άβας εξελίχθηκε σε μεγάλο κατακτητή, αυτός, ειπώθηκε, έκτισε την πόλη του Άργους αλλά και τις Αβές της Φωκίδας. Οι οποίες όμως ιδρύθηκαν από Άβαντες που κατέβηκαν εκεί από την Θράκη, όπου υπήρχε πόλη Άβα (ίσως η σημερινή Τσατάλτζα), ιδρυμένη από τον Εργίσκο. Και αυτός ήταν γιος της νύμφης Άβας και του Ποσειδώνα.

Από την Φωκίδα, οι Άβαντες μετανάστευσαν στην Εύβοια (την είπαν Αβαντίδα ή Αβαντιάδα), πέρασαν στην Ιωνία της Μ. Ασίας και μετείχαν στην εκστρατεία εναντίον της Τροίας. Ο Όμηρος τους λέει «όπισθεν κομόωντες», καθώς κούρευαν γουλί τα μαλλιά τους στην μπρος μεριά του κεφαλιού και τα άφηναν στην πίσω. Κι αυτό, επειδή πολεμούσαν σώμα με σώμα και έτσι οι αντίπαλοί τους δεν μπορούσαν να τους αρπάξουν από τα μαλλιά. Ο Ησύχιος αναφέρει ότι το όνομά τους σήμαινε «Γιγάντιοι».

 

(τελευταία επεξεργασία, 6 Μαΐου 2021)

Επικοινωνήστε μαζί μας